210 9824002 | 6977 000 500 | Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.   |

ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ Ο ΣΟΛΩΝ                         H MONH ΣΧΟΛΙΑΣΜΕΝΗΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ                    ΤΡΟΧΑΙΟΥ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

 

Με την υποστήριξη της μηχανής αναζήτησης της
ΝΕΑ

Συνταγματικοί οι περιορισμοί των εργατικών δικαιωμάτων λόγω Μνημονίου ΙΙ με την υπ΄ αριθμ. 11/2017 απόφασή της ΝΕΟ ΝΕΟ

Απόφαση 11 / 2017    (ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 11/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Σε Πλήρη Ολομέλεια

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της πλήρους Ολομέλειας: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ευφημία Λαμπροπούλου, Ασπασία Καρέλλου, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Δήμητρα Μπουρνάκα, Γεώργιο Σακκά και Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπροέδρους του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Βασίλειο Πέππα, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Γεώργιο Λέκκα, Ειρήνη Καλού, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή, Σοφία Καρυστηναίου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Μαρία Νικολακέα, Αβροκόμη Θούα, Νικήτα Χριστόπουλο, Ιωάννη Φιοράκη, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Γεώργιο Μιχολιά, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αγγελική Τζαβάρα, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Νικόλαο Τσάκο, Ναυσικά Φράγκου, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Θεόδωρο Τζανάκη, Μαρία Γκανιάτσου, Μαρία Παπασωτηρίου, Νικόλαο Πιπιλίγκα και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες (κωλυομένων των λοιπών δικαστών της σύνθεσης).
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (κωλυομένης της Εισαγγελέως Ξένης Δημητρίου - Βασιλοπούλου) και της Γραμματέως Aγγελικής Ανυφαντή για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευφημία Παπαϊωάννου, που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1)Ε. Β. του Α., κατοίκου ..., 2)Ν. Α. του Ι., κατοίκου ..., 3)Ε. Ν. του Δ., κατοίκου ..., 4)Ά. - Σ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 5)Σ. Κ. του Ν., κατοίκου ... και 6)της δευτεροβάθμιας κλαδικής συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "...)", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1ος, 2ος, 3ος και 5ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Ταρπινίδη, που κατέθεσε προτάσεις, ο 4ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και για την 6η παραστάθηκε ο Πρόεδρος της Θ. Α., ο οποίος διόρισε πληρεξούσια δικηγόρο του την Αμαλία Κουτσοκέρα, που κατέθεσε προτάσεις.
Της προσθέτως υπέρ των αναιρεσιβλήτων παρεμβαίνουσας- καθής η κλήση: Τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης - σωματείου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ... που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Καζάκου, που κατέθεσε προτάσεις της.
Της προσθέτως υπέρ της αναιρεσείουσας παρεμβαίνουσας - καθής η κλήση: Δευτεροβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "...), νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φίλιππο Κώτσιο, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-2012 αγωγή των ήδη πέντε πρώτων αναιρεσιβλήτων και του Α. Ρ., που δεν είναι διάδικος στην δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου πρόσθετη υπέρ αυτών παρέμβαση της ήδη έκτης των αναιρεσιβλήτων.
Εκδόθηκε η 24/2012 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 20/11/2012 αίτησή της. Η προσθέτως παρεμβαίνουσα "... με την από 28/8/2013 πρόσθετη παρέμβαση ζήτησε όσα αναφέρονται σ’ αυτή.
Εκδόθηκε η 1077/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που ανέβαλε την εκδίκαση της υπόθεσης μέχρι να εκδοθεί απόφαση από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, επί των αιτήσεων και της παρέμβασης.
Κατόπιν της 2307/2014 απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας και με την από 7-7-2014 κλήση της αναιρεσείουσας, η υπόθεση επανήλθε στο Β1 πολιτικό τμήμα του Αρείου Πάγου για συζήτηση. Η "...) με την από 29/10/2014 πρόσθετη παρέμβαση ζήτησε όσα αναφέρονται σ’ αυτή. Το Β’ 1 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου εξέδωσε την 52/2015 απόφασή του με την οποία παρέπεμψε στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον, από το άρθρο 559 αριθμό 1 Κ.Πολ.Δ. πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Mε την από 25/9/2015 κλήση της αναιρεσείουσας, η προκείμενη υπόθεση φέρεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μαγγίνας ανέγνωσε την από 3/11/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του παραπεμφθέντος στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου πρώτου λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ. της κρινόμενης αίτησης, ακολούθως δε να αναπεμφθεί η υπόθεση ενώπιον του Β1’ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, προκειμένου να κριθεί και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης για τον οποίο το παραπάνω Τμήμα επιφυλάχθηκε με την υπ’ αριθμό 52/2015 παραπεμπτική του απόφαση. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων, αφού έλαβαν, κατά σειρά, το λόγο από την Πρόεδρο, ανέπτυξαν και προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, οι οποίοι αναφέρονται και στις προτάσεις τους. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας καθώς και ο πληρεξούσιος της προσθέτως υπέρ της αναιρεσείουσας παρεμβαίνουσας, ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και της πρόσθετης παρέμβασης, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων και η πληρεξούσια της προσθέτως υπέρ των αναιρεσιβλήτων παρεμβαίνουσας ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την παραδοχή της πρόσθετης παρέμβασης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, πρότεινε να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Κατόπιν αυτών η Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξούσιους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε όσα προηγουμένως είχαν αναπτύξει.
Κατά την 18η Μαΐου 2017, ημέρα που συγκροτήθηκε το Δικαστήριο αυτό προκειμένου να διασκεφθεί για την ανωτέρω υπόθεση, ήταν απόντες οι Αρεοπαγίτες Χαράλαμπος Καλαματιανός, Σοφία Ντάντου, Δημήτριος Γεώργας και Αγγελική Τζαβάρα, οι οποίοι είχαν δηλώσει κώλυμα αρμοδίως. Παρά ταύτα, παρισταμένων, πλην αυτών, πλέον των είκοσι εννέα (29) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση την υπόθεσης, κατ’ άρθρο 23 παρ.2 του ν. 1756/1988, όπως ισχύει με την τροποποίηση με το άρθρο 44 του ν. 3659/2008, το Δικαστήριο είχε την εκ του νόμου απαρτία για να διασκεφθεί.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 563 παρ.2 ΚΠολΔ και 23 παρ.2 εδάφια γ’ και δ’ του ν. 1756/1988 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών", όπως το δεύτερο τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 παρ.1 του ν. 2331/1995, προκύπτει ότι στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου υπάγονται: α) αιτήσεις αναίρεσης υπέρ του νόμου, β) αιτήσεις αναίρεσης κατά αποφάσεων πολιτικών δικαστηρίων που παραπέμπονται για εκδίκαση στην ολομέλεια με κοινό πρακτικό του προέδρου και του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή με απόφαση του τμήματος που δικάζει. Η παραπομπή μπορεί να γίνει για όλους ή για μερικούς μόνο από τους λόγους της αναίρεσης, αν σε κάθε περίπτωση κριθεί ότι δημιουργούνται ζητήματα με γενικότερο ενδιαφέρον ή ότι τούτο είναι αναγκαίο για την ενότητα της νομολογίας. Το τμήμα που δικάζει είναι υποχρεωμένο να παραπέμψει την εκδίκαση της υπόθεσης στην ολομέλεια, αν η απόφασή του για την αίτηση αναίρεσης, αναιρετική ή απορριπτική, λαμβάνεται με πλειοψηφία μιας ψήφου ή αν αρνείται να εφαρμόσει νόμο ως αντισυνταγματικό.
Στην προκείμενη περίπτωση με την 52/2015 απόφαση του Β1’ πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκε στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως ζήτημα, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη, γενικότερου ενδιαφέροντος, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, ο πρώτος, από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης της από 20-11-2012 αίτησης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" για αναίρεση της 24/2012 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, με τον οποίο φέρεται προς κρίση το ζήτημα, εάν: 1) η παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012 αποτελεί τυπικό κανόνα δικαίου της Ελληνικής έννομης τάξης, με κανονιστικό περιεχόμενο, νοηματική πληρότητα, πυκνότητα, σαφήνεια και δεοντολογικό νόημα και 2) η Π.Υ.Σ. 6/2012 εκδόθηκε σύμφωνα α) με ορθή και έγκυρη ειδική κανονιστική νομοθετική εξουσιοδότηση, που παρασχέθηκε με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 6 του εξουσιοδοτικού ν. 4046/2012, δηλαδή ότι ορθώς εξουσιοδοτήθηκε όργανο της Διοίκησης και όχι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κατ’ άρθρο 43 παρ. 2 του Σ και β) ότι οι κανονιστικές της ρυθμίσεις κινήθηκαν εντός των γενικών ορίων, που τέθηκαν από τον εξουσιοδοτικό νόμο και απέδωσαν ακριβώς την έννοια των διατάξεών του.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση από την ...29-2-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Κ. Κ., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης κλήσης μαζί με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον τέταρτο αναιρεσίβλητο - καθού η κλήση Ά. Σ. Κ. για να εμφανιστεί στη δικάσιμο της 19-5-2016, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατ’ αυτήν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου πλην όμως ο τελευταίος, ενώ όφειλε να εμφανιστεί, δεν εμφανίστηκε.
Συνεπώς, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, που επισπεύδεται από την αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία παρά την απουσία του παραπάνω αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση.
ΙΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη τού ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005). Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 εδ. α’ του π.δ/τος 246/2006 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού των ΚΤΕΛ ΑΕ και των ΚΤΕΛ του Ν. 2963/2001" (ΦΕΚ Α 261/29.11.2006), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 14 παρ. 1 του Ν. 2963/2001 "Οργάνωση και λειτουργία των δημόσιων επιβατικών μεταφορών, με λεωφορεία, τεχνικός έλεγχος οχημάτων και ασφάλεια χερσαίων μεταφορών και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α’ 268/23.11.2001) και του οποίου η ισχύς άρχισε από 1.1.2007 (άρθρο 39 αυτού), ορίζεται ότι ο εν λόγω κανονισμός εφαρμόζεται σε όλο το προσωπικό (τακτικό και έκτακτο) των ΚΤΕΛ ΑΕ και ΚΤΕΛ, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 3 αυτού το προσωπικό των ΚΤΕΛ διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο και τακτικό μεν είναι το προσωπικό που κατέχει οργανικές θέσεις, εξυπηρετεί διαρκείς και πάγιες ανάγκες και συνδέεται με το ΚΤΕΛ με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, έκτακτο δε είναι το προσωπικό που προσλαμβάνεται για εκτέλεση εποχικής ή έκτακτης εργασίας, η διάρκεια της οποίας δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες και συνδέεται με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου. Στο άρθρο 26 του ίδιου ως άνω π.δ/τος, στο οποίο επαναλαμβάνονται οι αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 2 του προϊσχύσαντος κανονισμού (π.δ/μα 229/1994), ορίζεται ότι "1. Το προσωπικό του ΚΤΕΛ απολύεται από την Υπηρεσία για τους ακόλουθους λόγους: α) Εξ αιτίας κατάργησης οργανικής θέσης εργασίας ή Υπηρεσίας μετά από απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΚΤΕΛ, σύμφωνα με τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (ως προς το ποσοστό απολύσεων, κτλ.). Εξαιρείται της παρούσας ρύθμισης το κατά την ισχύ του παρόντος Κανονισμού υπηρετούν τακτικό προσωπικό, για το οποίο, ως προς την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, εφαρμόζονται οι λοιπές ρυθμίσεις του παρόντος Κανονισμού, β) εξ αιτίας καταδίκης για κακούργημα ή κλοπή, υπεξαίρεση, απάτη, εκβίαση, απιστία εν γένει και εγκλήματα κατά των ηθών σε βαθμό πλημμελήματος, γ) εξ αιτίας ανεπάρκειας ή ακαταλληλότητας ή επαγγελματικής ανικανότητας στην εκτέλεση των καθηκόντων, που έχουν ανατεθεί σ’ αυτό, δ) εξ αιτίας σωματικής ή πνευματικής νόσου που έχει ως αποτέλεσμα τη μόνιμη ανικανότητα του υπαλλήλου να εκτελέσει τα καθήκοντα της ειδικότητας του και διαπιστώνεται από την αρμόδια υγειονομική υπηρεσία του ΙΚΑ, ε) εξ αιτίας επιβολής της ποινής της οριστικής απόλυσης κατά τις διατάξεις του άρθρου 18 του παρόντος. 2. Οι παραπάνω λόγοι απόλυσης ισχύουν και για τους οδηγούς του άρθρου 4 του παρόντος και είναι υποχρεωτικοί για τους ιδιοκτήτες των λεωφορείων, στα οποία εργάζονται οι οδηγοί αυτοί. Οι λόγοι των περιπτώσεων β, γ, δ και ε ισχύουν και για τους ιδιοκτήτες - οδηγούς που απασχολούνται στα λεωφορεία ιδιοκτησίας τους. 3. Ιδιοκτήτης λεωφορείου, που ειδοποιείται εγγράφως από το ΚΤΕΛ, ότι συντρέχει λόγος απόλυσης του οδηγού του, οφείλει το αργότερο μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την ειδοποίησή του να προβεί σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας. Ομοίως και ο ιδιοκτήτης οδηγός, που απασχολείται στο λεωφορείο ιδιοκτησίας του παύει μέσα στο διάστημα αυτό να εκτελεί τα καθήκοντα του ως οδηγού". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι υπάλληλοι που εντάσσονταν στο τακτικό ή το έκτακτο προσωπικό των ΚΤΕΛ απολύονταν μόνον για κάποιον από τους παραπάνω περιοριστικά αναγραφόμενους στον Κανονισμό λόγους και ότι σε περίπτωση που η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας τους γινόταν αναιτιωδώς, κατά τις κοινές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, δεν θα ήταν έγκυρη. Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 4046/2012 (ΦΕΚ 28/14.02.2012) "Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ.), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας" (ΦΕΚ Α’ 28/14.02.2012), ο οποίος ψηφίσθηκε από την Ολομέλεια της Βουλής, με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, ενεκρίθη το Μνημόνιο Συνεννόησης (Μemorandum of Understanding) μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδας, το οποίο αποτελείται από τα εξής, επιμέρους, Μνημόνια: α) Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής, β) Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής και γ) Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης. Τα παραπάνω μνημόνια επισυνάφθηκαν στο ν. 4046/2012 ως παραρτήματά του και δημοσιεύθηκαν στο ίδιο ως άνω ΦΕΚ (28/14.02.2012), στην αγγλική (ως επίσημη γλώσσα) και σε ελληνική μετάφραση. Με το άρθρο 1 § 6 ν. 4046/2012 ορίσθηκε ότι "Οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο Ε` "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις", παράγραφοι 28 και 29 του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και στο Κεφάλαιο 4 "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις για την Ενίσχυση της Ανάπτυξης" παράγραφος 4.1: "Διασφάλιση της ταχείας προσαρμογής της αγοράς εργασίας και ενίσχυση των θεσμών της αγοράς εργασίας" του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, τα σχέδια των οποίων εγκρίνονται κατά την παράγραφο 2 και προσαρτώνται ως παράρτημα V στον παρόντα νόμο, συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής. Με αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.". Ειδικότερα, οι παράγραφοι 28 και 29 του Κεφαλαίου Ε’ υπό τον τίτλο "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις" του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής αναφέρονται αντίστοιχα στην επείγουσα ανάγκη λήψης μέτρων για την αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας της Ελληνικής οικονομίας και την οικονομική ανάπτυξη (παρ. 28), καθώς και στη λήψη μέτρων για τη βελτίωση της λειτουργίας της αγοράς εργασίας, στα οποία περιλαμβάνεται και η αφαίρεση της μονιμότητας σε όλες τις παραδοσιακές (ορθότερα "υφιστάμενες" σε μετάφραση του πρωτότυπου όρου "existing") συμβάσεις σε όλες τις εταιρείες. Η νέα νομική διάταξη θα μεταμορφώσει αυτομάτως τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου (οι οποίες ορίζονται ως έχουσες λήξη κατά το όριο ηλικίας ή την σύνταξη) σε συμβάσεις αορίστου χρόνου για τις οποίες ισχύουν οι κανονικές διαδικασίες απόλυσης (παρ. 29). Η παρ. 4.1 του Κεφαλαίου 4 του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής και υπό τον τίτλο "Δεσμεύσεις από το παρελθόν και ειδικοί εργασιακοί όροι" προβλέπει τα εξής: "Πριν την εκταμίευση καταργούνται οι όροι μονιμότητας (συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που ορίζουν ότι λήγουν σε κάποιο όριο ηλικίας ή στη συνταξιοδότηση), που περιλαμβάνονται σε νόμο ή σε συμβάσεις εργασίας". Πρόθεση του νομοθέτη του παραπάνω νόμου ήταν οι συγκεκριμένες ρυθμίσεις των μνημονίων, που αναφέρονται στην παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012 (στις οποίες περιλαμβάνονται και οι προαναφερθείσες για την κατάργηση των ρητρών μονιμότητας στις εργασιακές σχέσεις) να ισχύσουν άμεσα ως πρωτογενείς κανόνες δικαίου της ελληνικής έννομης τάξης. Τούτο προκύπτει απερίφραστα και ανεπιφύλακτα και από την αιτιολογική έκθεση του εν λόγω νόμου, σύμφωνα με την οποία οι ρυθμίσεις της παρ. 6 του άρθρου 1 του νόμου αυτού συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις προβλέψεις του Μνημονίου, αποτελούν μέτρα που πρέπει να υιοθετηθούν πριν την εκταμίευση των ενισχύσεων και κατά συνέπεια επιβάλλεται η άμεση ενσωμάτωση των προβλέψεών τους ως κανόνων δικαίου στην εσωτερική έννομη τάξη. Κάθε ειδικότερο θέμα αναγκαίο για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής προβλέπεται να ρυθμίζεται με τις αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου. Κατά συνέπεια ο νομοθέτης δεν ήθελε να καταλείψει καμία αμφιβολία ότι οι διατάξεις του μνημονίου αποτελούν ήδη δεσμευτικούς κανόνες της εσωτερικής έννομης τάξης και μάλιστα πριν την εκταμίευση των ενισχύσεων του προγράμματος, προκειμένου να λάβει η Ελληνική Δημοκρατία, εγκαίρως, τη διεθνή χρηματοδότηση από το Διεθνές Νομισματικό ταμείο (ΔΝΤ), την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) προς αντιμετώπιση των προβλημάτων που προκαλούσε η οξύτατη δημοσιονομική κρίση και το υπέρογκο δημόσιο χρέος της χώρας. Με τον τρόπο αυτό ο Έλληνας νομοθέτης επέλυσε αυθεντικά το ζήτημα της κανονιστικής ισχύος των συγκεκριμένων διατάξεων του μνημονίου, κατά τρόπο αυτόνομο και ανεξάρτητο από τη νομική φύση των μνημονίων και το είδος των συγκεκριμένων διατάξεων, εξ απόψεως Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου. Αυτό σημαίνει ότι οι συγκεκριμένες διατάξεις των μνημονίων στηρίζουν την κανονιστική τους ισχύ απευθείας στο άρθρο 1 παρ. 6 εδ. α’ ν. 4046/2012 και όχι στο χαρακτήρα των μνημονίων ως διεθνών συνθηκών ή κειμένων με κανονιστικό ή μη κανονιστικό χαρακτήρα. Είναι, συνεπώς, αδιάφορο, αν οι συγκεκριμένες διατάξεις του μνημονίου θα αποτελούσαν καθ’ εαυτές διατάξεις "αυτοδύναμης εφαρμογής" ή, κατ’ άλλη διατύπωση, διατάξεις "αυτοεκτελέσιμες", "αυτοεκτελεστές" ή "αυτόθροες", σύμφωνα με τους κανόνες του δικαίου των διεθνών συνθηκών (ΟλΣτΕ 2307/2014 σκέψη 19 και 20). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος παρέχεται στον κοινό νομοθέτη η εξουσία να μεταβιβάζει την αρμοδιότητά του προς θέσπιση κανόνων δικαίου στην εκτελεστική εξουσία, υπό την επιφύλαξη, ότι το αντικείμενο της ρύθμισης δεν έχει με άλλη συνταγματική διάταξη εξαιρεθεί της νομοθετικής εξουσιοδότησης. Τίθεται δε ο κανόνας (εδάφιο α’ ) ότι η σχετική νομοθετική εξουσιοδότηση παρέχεται προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ως αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας, που ασκεί την μεταβιβαζόμενη αρμοδιότητα με την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων. Με τη διάταξη του εδ. β’ του εν λόγω άρθρου του Συντάγματος προβλέπεται ότι φορείς της εξουσιοδότησης για την έκδοση πράξεων κανονιστικού χαρακτήρα μπορεί να είναι και άλλα, εκτός του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα της Διοίκησης, εφόσον πρόκειται περί ειδικότερων θεμάτων ή θεμάτων με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό. Ως ειδικότερα θέματα νοούνται εκείνα τα οποία αποτελούν, κατά το περιεχόμενό τους και σε σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση, που περιέχεται στο νομοθετικό κείμενο, μερικότερη περίπτωση ορισμένου θέματος, που αποτελεί το αντικείμενο της νομοθετικής ρύθμισης και ρυθμίζεται ήδη, σε γενικό έστω, αλλά πάντως ορισμένο πλαίσιο από την εξουσιοδοτική διάταξη του τυπικού νόμου (ΟλΣτΕ 1892/2010). Αυτονόητο και αυτόδηλο περιορισμό ωστόσο στην κανονιστική δράση της διοίκησης συνιστούν τα ίδια τα όρια της εξουσιοδότησης. Κανονιστικές πράξεις της διοίκησης που στερούνται εξουσιοδοτικής κάλυψης είναι νομικά ανίσχυρες. Απαιτείται, επομένως, στην περίπτωση αυτή, να περιέχει ο εξουσιοδοτικός νόμος, όχι απλώς τον καθ’ ύλην προσδιορισμό του αντικειμένου της εξουσιοδότησης, αλλά επιπλέον να καθορίζει τα όριά της σε σχέση με αυτό, προκειμένου η διοίκηση να ρυθμίσει τα μερικότερα θέματα (ΟλΣτΕ 1210/2010, ΟλΣτΕ 1892/2010, ΟλΣτΕ 3220/2010). Αν η εξουσιοδοτική διάταξη είναι ορισμένη, η ευρύτητα αυτής, δηλαδή ο μικρός ή μεγάλος αριθμός περιπτώσεων, τις οποίες καλείται να ρυθμίσει κανονιστικώς βάσει αυτής η διοίκηση, δεν επηρεάζει το κύρος της (ΟλΣτΕ 1210/2010, 1892/2010). Στη συνέχεια, κατ’ εξουσιοδότηση του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012 εκδόθηκε η πράξη 6 της 28.2.2012, (εφεξής Π.Υ.Σ.) που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α’ 38/28.2.2012, για τη "ρύθμιση θεμάτων προς εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012". Στην τελευταία αναφέρεται, ότι το Υπουργικό Συμβούλιο "Έχοντας υπόψη: 1. Την παράγραφο 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012 (Α’ 28), 2. Τις ρυθμίσεις του Κεφαλαίου Ε’ "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις", παράγραφος 29 του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και στο Κεφάλαιο 4 "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις για την Ενίσχυση της Ανάπτυξης" παράγραφος 4.1: "Διασφάλιση της ταχείας προσαρμογής της αγοράς εργασίας και ενίσχυση των θεσμών της αγοράς εργασίας" του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, τα σχέδια των οποίων εγκρίθηκαν κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 1 και προσαρτήθηκαν ως παράρτημα V στον ν. 4046/2012, 3. Το γεγονός, ότι οι ανωτέρω ρυθμίσεις συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012, 4. Την ανάγκη να ρυθμιστούν αναγκαία ζητήματα για την εφαρμογή των ανωτέρω ρυθμίσεων, 5. Την ανάγκη εφαρμογής συνολικών και σημαντικών διαρθρωτικών ρυθμίσεων, με στόχο την τόνωση της απασχόλησης και της παραγωγής και την αύξηση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας, με την απελευθέρωση των αγορών εργασίας, όπως αυτές δικαιολογούνται από λόγους γενικότερου συμφέροντος συνδεόμενους με τη λειτουργία της εθνικής οικονομίας και την ανάγκη λήψης έκτακτων μέτρων για την προστασία της, 6. Το άρθρο 90 του Κώδικα Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα Κυβερνητικά Όργανα (π.δ. 63/2005, Α’ 98), 7. Το γεγονός ότι, από την πράξη αυτή δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού, 8. Την από 28.2.2012 εισήγηση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ενώπιον του Υπουργικού Συμβουλίου, αποφασίζει:...Άρθρο 5 1. από 14-2-2012 συμβάσεις εργασίας εργαζομένων, που προβλέπεται να λήγουν με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας ή με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, νοούνται ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και σε περίπτωση λύσης αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2112/1920, όπως ισχύει. Οι διατάξεις, που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζονται και σε επιχειρήσεις, εταιρείες ή οργανισμούς που υπάγονται ή είχαν υπαχθεί οποτεδήποτε κατά το παρελθόν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί κάθε φορά με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 (Α’ 65) ή με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν. 1892/1990 (Α’ 101). 2. Από την 14.2.2012 διατάξεις νόμων ή κανονιστικών αποφάσεων, καθώς και όροι Συλλογικών Συμβάσεων και Διαιτητικών Αποφάσεων, Κανονισμών Εργασίας, Οργανισμών Προσωπικού και αποφάσεων Διοίκησης επιχειρήσεων, που θεσπίζουν όρους που υποκρύπτουν μονιμότητα ή ρήτρες μονιμότητας παρεκκλίνοντας από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας ή και προβλέπουν την εφαρμογή, αναλογική ή ευθεία, διατάξεων του Κώδικα περί Δημοσίων Υπαλλήλων, καταργούνται. Οι διατάξεις, που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζονται και σε επιχειρήσεις, εταιρείες ή οργανισμούς, που υπάγονται ή είχαν υπαχθεί οποτεδήποτε κατά το παρελθόν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί κάθε φορά με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 (Α’ 65) ή με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν. 1892/1990 (Α 101)". Με το άρθρο 6 της ως άνω Π.Υ.Σ. ορίσθηκε ότι η ισχύς της αρχίζει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (28-2-2012) εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις. Από τα προαναφερθέντα γίνεται φανερό, ότι με τις διατάξεις του άρθρου 5 της παραπάνω Π.Υ.Σ. καταργήθηκαν από τις 14 Φεβρουαρίου 2012 οι λεγόμενες ρήτρες μονιμότητας, δηλαδή, οι κανονιστικοί εκείνοι όροι με τους οποίους ο εργοδότης αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην απολύσει τον εργαζόμενο, παρά μόνο για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά και των οποίων η βασιμότητα κρίνεται συνήθως με ορισμένη διαδικασία. Οι όροι αυτοί μπορεί να ενυπάρχουν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας τόσο ορισμένου όσο και αορίστου χρόνου. Η μονιμότητα δηλαδή αποτελεί είδος περιορισμού του δικαιώματος του εργοδότη να προβεί στην ελεύθερη καταγγελία της σύμβασης εργασίας των απασχολουμένων από αυτόν μισθωτών. Ειδικότερα, η έννοια της παρ. 2 του άρθρου 5 της εν λόγω υπ’ αριθμό 6/2012 Π.Υ.Σ. είναι ότι καταργούνται, πέραν του ορίου ηλικίας ή της προϋπόθεσης συνταξιοδότησης (περί της οποίας προβλέπει η παρ. 1), οι διαδικαστικοί και ουσιαστικοί περιορισμοί του δικαιώματος καταγγελίας, ανεξαρτήτως εάν αυτοί προβλέπονταν από διατάξεις νόμων ή κανονιστικές αποφάσεις ή συλλογικές ρυθμίσεις ή κανονισμούς εργασίας ή οργανισμούς προσωπικού ή αποφάσεις οργάνων διοίκησης των επιχειρήσεων, καθώς και ό,τι παρεκκλίνει από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας και ό,τι προσομοιάζει στον Υπαλληλικό Κώδικα αναφορικά με τα θέματα απόλυσης, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως ορισμένου (λόγω θέσπισης ορίου ηλικίας ή προϋπόθεσης συνταξιοδότησης ως χρονικού σημείου της λήξης αυτής) ή αορίστου χρόνου. Καταργούνται δηλαδή οι ρυθμίσεις εκείνες που αποκλείουν την τακτική καταγγελία ή την καθιστούν αιτιώδη, εξαρτώντας αυτήν από σπουδαίο λόγο ή από συγκεκριμένους λόγους. Η παραπάνω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 5 της υπ’ αριθμό 6/2012 Π.Υ.Σ., που αναφέρεται στην κατάργηση των ρητρών μονιμότητας, μη περιοριζόμενη στη μετατροπή σε συμβάσεις αορίστου χρόνου των συμβάσεων με χρόνο λήξης σε συγκεκριμένο όριο ηλικίας του μισθωτού ή στη συνταξιοδότηση αυτού, δεν έχει θεσπιστεί καθ’ υπέρβαση της σχετικής ειδικής νομοθετικής εξουσιοδότησης, καθόσον η κατάργηση των κανονιστικών όρων εργασίας, που ορίζουν ως προς την απόλυση συγκεκριμένων κατηγοριών εργαζομένων με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου διαφορετικές προϋποθέσεις, σε σχέση με αυτές που προβλέπουν ο Ν. 2112/1920 και η κοινή εργατική νομοθεσία, λόγω ενσωματωμένων σε αυτές ρητρών μονιμότητας, προκύπτει από τις σχετικές με το εξεταζόμενο ζήτημα ρυθμίσεις, οι οποίες περιέχονται στο άρθρο 1 παρ. 6 του εξουσιοδοτικού Ν. 4046/2012, και συγκεκριμένα στις σχετικές ρήτρες της παραγράφου 29 του Κεφαλαίου Ε του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και της παραγράφου 4.1 του Κεφαλαίου 4 του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, οι οποίες έχουν αυτήν ακριβώς την έννοια, όπως αυτή συνάγεται από την γενικότητα της διατύπωσης αυτών ["αφαίρεση της μονιμότητας σε όλες τις παραδοσιακές συμβάσεις", "καταργούνται οι όροι περί μονιμότητας..."] και αυτήν ακριβώς την έννοια αποδίδει η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 5 της υπ’ αριθμό 6/2012 Π.Υ.Σ. (ΟλΣτΕ 2307/2014 σκέψη 37). Η αναφορά στις παραπάνω ρυθμίσεις στη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου, που λήγουν με τη συμπλήρωση ορισμένου ορίου ηλικίας του μισθωτού ή των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, για την οποία μετατροπή προβλέπει η παράγραφος 1 του άρθρου 5 της εν λόγω Π.Υ.Σ., αφορά την πλέον συνήθη περίπτωση κανονισμών εργασίας ή οργανισμών προσωπικού που τις προβλέπουν και, κατά την αληθή έννοια των παραπάνω ρυθμίσεων, δεν περιορίζεται μόνον σε αυτές. Όμως η διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 1 του εξουσιοδοτούντος Ν. 4046/2012 σε συνδυασμό με τις ανωτέρω ρυθμίσεις των μνημονίων για τη κατάργηση των ρητρών μονιμότητας δεν εξειδικεύει, αν ως σχετικές ρήτρες μονιμότητας νοούνται εκείνες που προβλέπονται σε τυπικό ή ουσιαστικό νόμο, ή σε συλλογικές ρυθμίσεις ή κανονισμούς επιχειρήσεων ή οργανισμούς προσωπικού ή σε αποφάσεις διοικήσεων επιχειρήσεων και κατά συνέπεια τα ειδικότερα αυτά θέματα καταλήφθηκε να ρυθμισθούν με Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 2 εδ. β’ του Συντάγματος. Επομένως, α) εφόσον, κατά τα προαναφερθέντα, οι ρυθμίσεις των μνημονίων που διαλαμβάνονται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012 συνιστούν διατάξεις τυπικού νόμου και ρυθμίζουν με υψηλό βαθμό νοηματικής πληρότητας συγκεκριμένα ζητήματα εργασιακών σχέσεων και συλλογικής αυτονομίας περιλαμβανομένου και του ζητήματος της κατάργησης των ρητρών μονιμότητας, η παρεχομένη με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής εξουσιοδότηση προς το Υπουργικό Συμβούλιο έχουσα προφανώς την έννοια, ότι αυτό καλείται να ρυθμίσει τις σχετικές λεπτομέρειες εφαρμογής των παραπάνω ρυθμίσεων, είναι επιτρεπτή, τυγχάνει επαρκώς ορισμένη και εγκύρως παρέχεται σε διοικητικό όργανο, διαφορετικό από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και β) η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 5 της υπ’ αριθμό 6/2012 Π.Υ.Σ. που αφορά τη κατάργηση των ρητρών μονιμότητας, δεν έχει τεθεί καθ’ υπέρβαση της χορηγηθείσας από τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 1 του Ν. 4046/2012 νομοθετικής εξουσιοδότησης, η οποία δεν περιορίζεται μόνο στις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που διέπονται από κανονισμό που θεσπίζει όριο ηλικίας αποχώρησης του μισθωτού ή την προϋπόθεση συνταξιοδότησης ως λόγο λήξης αυτών. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω και δεδομένου ότι η ανωτέρω υπ’ αριθμό 6/2012 Π.Υ.Σ. στόχευε στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας των ιδιωτικών επιχειρήσεων (για το λόγο αυτό άλλωστε θεσμοθετήθηκε και η μείωση αποδοχών στον ιδιωτικό τομέα) και στην αποδέσμευσή τους από κανονιστικούς όρους που καθιερώνουν ρήτρες μονιμότητας, οι οποίες εγκλωβίζουν τις εργασιακές σχέσεις σε συγκεκριμένο νομοθετικό καθεστώς εξαιρετικά δυσμενέστερο από το προβλεπόμενο από τις κείμενες εργατικές διατάξεις, στερώντας από τις επιχειρήσεις τη δυνατότητα λήψης μέτρων εξυγίανσης μέσω της μείωσης του εργασιακού κόστους, κατήργησε με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 5 αυτής από 14-2-2012 την διάταξη του άρθρου 26 του π.δ/τος 246/2006 "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού των ΚΤΕΛ ΑΕ και των ΚΤΕΛ του Ν. 2963/2001", η οποία προέβλεπε περιοριστικά συγκεκριμένους λόγους για τη καταγγελία των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας του προσωπικού αυτών (τακτικού και εκτάκτου) και κατά συνέπεια η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ" δεν δεσμευόταν πλέον από όσα ορίζονταν στη διάταξη αυτή, έχοντας τη δυνατότητα να προβεί στην καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, τηρώντας απλώς τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (έγγραφος τύπος και καταβολή αποζημίωσης).


IV. Στην προκείμενη περίπτωση στην ασκηθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής από 4-4-2012 αγωγή των ήδη πέντε πρώτων των αναιρεσιβλήτων και του Α. Ρ., πρώτου ενάγοντος, που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, εκτίθεται, ότι αυτοί προσλήφθηκαν από την αναιρεσείουσα, δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατά τους εκεί χρόνους, προκειμένου να εργαστούν οι μεν τρεις πρώτοι ενάγοντες ως εισπράκτορες, οι δε τρεις επόμενοι ως οδηγοί των λεωφορείων, που ήσαν ενταγμένα σ’ αυτήν, αντί των εκάστοτε νομίμων αποδοχών, και ότι σε εκτέλεση των άνω συμβάσεων παρείχαν τις υπηρεσίες τους συνεχώς και αδιαλείπτως στην αναιρεσείουσα μέχρι τους εκεί χρόνους, οπότε η τελευταία, με πρόσχημα την αναδιάρθρωση της επιχείρησης με σκοπό την μείωση του μισθολογικού κόστους, κατήγγειλε τις μεταξύ τους εργασιακές συμβάσεις, καθώς και ότι οι πιο πάνω καταγγελίες είναι άκυρες γενόμενες κατά παράβαση των διατάξεων του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού των ΚΤΕΛ, αφού, κυρίως, δεν ασκήθηκαν για κάποιον από τους περιοριστικά αναφερόμενους στον εν λόγω κανονισμό λόγους και επικουρικά ως καταχρηστικές, αφού υπαγορεύθηκαν από διάθεση εκδίκησης της διοίκησης της αναιρεσείουσας και με σκοπό την κάμψη του ηθικού του προσωπικού της επιχείρησης, ώστε να αποδεχθεί τελείως αυθαίρετες μειώσεις αποδοχών, χωρίς να συντρέχουν οι επιβαλόντες τούτο οικονομικοτεχνικοί λόγοι, άλλως διότι ακόμη κι αν αυτοί συνέτρεχαν, παραβιάσθηκε η αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι ο δήθεν επιδιωκόμενος σκοπός θα μπορούσε να επιτευχθεί με τη λήψη άλλων, ηπιότερων μέτρων, άλλως και όλως επικουρικά, διότι καταβλήθηκε ελλιπώς η οφειλόμενη αποζημίωση απόλυσης. Κατόπιν τούτων οι παραπάνω αναιρεσίβλητοι ζήτησαν: α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας καθενός από αυτούς, β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα να τους απασχολεί πραγματικά, δεδομένου, ότι η εκ μέρους αυτής άρνηση των παρεχόμενων από αυτούς υπηρεσιών προσβάλλει το δικαίωμά τους στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους, γ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα, να καταβάλει ως μισθούς υπερημερίας σε καθένα από αυτούς και για τα εκεί χρονικά διαστήματα τα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά, άλλως και όλως επικουρικώς, σε περίπτωση, που δεν κριθούν άκυρες οι γενόμενες καταγγελίες, να υποχρεωθεί η τελευταία να καταβάλει ως υπόλοιπο της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης σε καθένα από αυτούς τα εκεί αναγραφόμενα χρηματικά ποσά και όλα αυτά με το νόμιμο τόκο από τότε που κατέστη απαιτητή κάθε αξίωση για καθέναν απ’ αυτούς. Η έκτη αναιρεσίβλητη, δευτεροβάθμια κλαδική συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "...", κατά την έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των άνω εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων επικαλούμενη έννομο συμφέρον από το ότι οι τελευταίοι είναι μέλη σωματείου εργαζομένων με την επωνυμία "Συνδικάτο Εργαζομένων ...", το οποίο είναι μέλος της.
V. Επί της άνω αγωγής το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα ακόλουθα: Η εναγόμενη, που ιδρύθηκε και λειτούργησε ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου κατά τις διατάξεις του ν.δ. 102/1973 "περί οργανώσεως των δια λεωφορείων αυτοκινήτων εκτελουμένων δημοσίων επιβατικών συγκοινωνιών" και στη συνέχεια μετετράπη σε ανώνυμη εταιρία, αποτελεί ιδιότυπη συγκοινωνιακή επιχείρηση, με σκοπό τη μεταφορά, μέσω λεωφορείων ιδιοκτησίας των μετόχων της, τα οποία έχουν εκμισθωθεί σ’ αυτήν, του επιβατικού κοινού από τη Θεσσαλονίκη προς τη Χαλκιδική και αντίστροφα, καθώς και τη μεταφορά αυτού εντός των ορίων του νομού Χαλκιδικής. Δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ αυτής και του δεύτερου, τρίτου, τέταρτου, πέμπτου και έκτου των εναγόντων, οι τελευταίοι προσλήφθηκαν με πλήρες ωράριο εργασίας και με τις νόμιμες κάθε φορά αποδοχές, προκειμένου να εργαστούν οι μεν δεύτερος και τρίτος ως εισπράκτορες, οι δε τέταρτος, πέμπτος και έκτος ως οδηγοί των λεωφορείων της. Ειδικότερα ο δεύτερος ενάγων, Ε. Β., προσλήφθηκε από την εναγόμενη την 31.7.2002 και εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό αυτής, προκειμένου να της παρέχει τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του εισπράκτορα, ο τρίτος, Ν. Α., προσλήφθηκε την 23.9.2002 και εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του εισπράκτορα, ο τέταρτος, Ε. Ν., προσλήφθηκε την 6.11.2001 και εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό, προκειμένου να της παρέχει τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του οδηγού, ο πέμπτος, Ά. - Σ. Κ., προσλήφθηκε την 17.4.2003 και εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό, προκειμένου να της παρέχει τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του οδηγού και ο έκτος, Σ. Κ., προσλήφθηκε την 16.10.2003 και εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό, προκειμένου να της παρέχει τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του οδηγού. Σε εκτέλεση των συμβάσεων τους όλοι παρείχαν κανονικά τις υπηρεσίες τους, με πλήρη απασχόληση, μέχρι την 20.3.2012 ο δεύτερος και μέχρι την 21.3.2012 οι υπόλοιποι, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε, εγγράφως, τις συμβάσεις εργασίας τους, επιδίδοντας το έγγραφο της καταγγελίας σε καθέναν απ’ αυτούς και καταθέτοντας στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων Πολυγύρου μέρος της αποζημίωσης απόλυσής τους, ως πρώτη δόση, έναντι του συνόλου αυτής. Συγκεκριμένα κατέθεσε υπέρ του δεύτερου το ποσό των 2.590,54 ευρώ, έναντι συνολικής αποζημίωσης ύψους 6.476,34 ευρώ, υπέρ του τρίτου το ποσό των 2.652,11 ευρώ, έναντι συνολικής αποζημίωσης ύψους 6.630,28 ευρώ, υπέρ του τέταρτου το ποσό των 3.146,31 ευρώ, έναντι συνολικής αποζημίωσης ύψους 7.865,78 ευρώ, υπέρ του πέμπτου το ποσό των 3.070,39 ευρώ, έναντι συνολικής αποζημίωσης ύψους 7.675,97 ευρώ και υπέρ του έκτου, το ποσό των 2.528,96 ευρώ, έναντι συνολικής αποζημίωσης ύψους 6.322,40 ευρώ. Ακολούθως, με εξώδικες δηλώσεις της, που επέδωσε στους ενάγοντες την 17.5.2012, καλούσε καθέναν απ’ αυτούς να λάβει ως διαφορά αποζημίωσης, το ποσό των 102,03 ευρώ ο δεύτερος, των 1.193,45 ευρώ ο τρίτος, των 2.707,47 ευρώ ο τέταρτος, των 2.409,11 ευρώ ο πέμπτος και των 822,98 ευρώ ο έκτος απ’ αυτούς, κατόπιν δε σχετικής άρνησής τους κατέθεσε τα ποσά στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Οι ως άνω καταγγελίες δεν επέφεραν τη λύση των συμβάσεων εργασίας των εργαζόμενων αναιρεσιβλήτων, ως προς τους οποίους έχει εφαρμογή το π.δ. 246/2006, αφού δεν αποδείχτηκε, ότι έγιναν, επειδή συνέτρεχαν κάποιες από τις περιοριστικώς αναφερόμενες στο άρθρο 26 προϋποθέσεις του Κανονισμού αυτού, παρά μόνο ότι τηρήθηκαν οι γενικές, του άρθρου 5 § 3 ν. 3198/1955, διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Ισχυρίζεται η εναγόμενη, ότι, κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 1 § 6 ν. 4046/2012, εκδόθηκε η Π.Υ.Σ. 6/28.2.2012 στο άρθρο 5 § 2 της οποίας ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι από την 14.2.2012 διατάξεις νόμων ή Κανονισμών Εργασίας, που θεσπίζουν όρους, που υποκρύπτουν μονιμότητα ή ρήτρες μονιμότητας παρεκκλίνοντας από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας καταργούνται, τέτοια δε διάταξη είναι, και αυτή του άρθρο 26 του π.δ. 246/2006, δεδομένου, ότι μ’ αυτήν το δικαίωμα καταγγελίας του εργοδότη υπόκειται σε ουσιαστικούς και διαδικαστικούς περιορισμούς. Ωστόσο, η πράξη αυτή, με την οποία εισάγεται για πρώτη φορά στην ελληνική έννομη τάξη πρωτογενής κανόνας δικαίου, που εκδόθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο, κατά παράβαση των άρθρων 26 και 43 παρ. 2 του Συντάγματος, είναι για το λόγο αυτό μη εφαρμοστέα και η αναιρεσείουσα όφειλε να εφαρμόσει τις διατάξεις του άρθρου 26 του π.δ. 246/2006, η οποία ουδόλως καταργήθηκε, και όχι αυτές του εργατικού δικαίου, που αφορούν την αναιτιώδη καταγγελία. Επιπλέον δέχθηκε, ότι οι 1-5 των αναιρεσιβλήτων (δηλ. οι 2-6 των εναγόντων) συνέχισαν να προσφέρουν την εργασία τους στην εναγόμενη, η οποία, όμως, αρνήθηκε να την δεχθεί και για το λόγο αυτόν οφείλει σ’ αυτούς μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την επομένη της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας κατά τις εκεί διακρίσεις.
VI. Με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε, τελεσιδίκως, ότι 1) η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 της Π.Υ.Σ. 6/28.02.2012, με την οποία, εισάγεται για πρώτη φορά στην ελληνική έννομη τάξη πρωτογενής κανόνας δικαίου, εκδόθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο κατά παράβαση των άρθρων 26 και 43 παρ. 2 του Συντάγματος και είναι μη εφαρμοστέα, 2) η εναγόμενη όφειλε να εφαρμόσει τις διατάξεις του άρθρου 26 του Π.δ. 246/2006, οι οποίες δεν καταργήθηκαν, και όχι αυτές του εργατικού δικαίου, που αφορούν την αναιτιώδη καταγγελία, 3) δεν συνέτρεχε οποιοσδήποτε λόγος καταγγελίας της σύμβασης από εκείνους που προβλέπονται περιοριστικά στο Γενικό Κανονισμό Προσωπικού των ΚΤΕΛ και 4) η καταγγελία της σύμβασης εργασίας των αναιρεσιβλήτων ήταν άκυρη. Στη συνέχεια δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και αναγνώρισε την ακυρότητα της παραπάνω καταγγελίας, επιδίκασε σ’ αυτούς τα παραπάνω ποσά και υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να τους απασχολεί στην εργασία τους. Έτσι, όπως έκρινε η ως άνω αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, παραβίασε ευθέως, με την εφαρμογή τους, τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2, 16 παρ. 3, 26 παρ. 2 του π.δ. 246/2006, 26 και 43 του Συντάγματος, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, ενώ αντ’ αυτών έπρεπε να εφαρμοσθούν εκείνες των άρθρων 1 παρ. 2 και 6 του ν. 4046/2012, 5 παρ. 2 της Π.Υ.Σ. 6/2012, 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920, 1 και 5 του Ν. 3198/1955 και 43 παρ. 2β του Συντάγματος.
Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του δικαστηρίου, της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ευφημίας Λαμπροπούλου: Κατά μεν την παράγραφο 1 του άρθρου 43 του Συντάγματος "Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκδίδει τα διατάγματα που είναι αναγκαία για την εκτέλεση των νόμων και δεν μπορεί ποτέ να αναστείλει την εφαρμογή τους ούτε να εξαιρέσει κανέναν από την εκτέλεση τους", κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου "Υστερα από πρόταση του αρμόδιου Υπουργού επιτρέπεται η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων, με ειδική εξουσιοδότηση νόμου και μέσα στα όριά της. Εξουσιοδότηση για έκδοση κανονιστικών πράξεων από άλλα όργανα της διοίκησης επιτρέπεται προκειμένου να ρυθμιστούν ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό". Με τις διατάξεις αυτές παρέχεται μεν στον κοινό νομοθέτη η εξουσία να μεταβιβάζει την αρμοδιότητα προς θέσπιση κανόνων δικαίου στην εκτελεστική εξουσία, τίθεται όμως ο κανόνας ότι η νομοθετική εξουσιοδότηση παρέχεται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ως αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας, ο οποίος ασκεί τη μεταβιβαζόμενη αρμοδιότητα με την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων. Για να είναι νόμιμη η νομοθετική εξουσιοδότηση πρέπει να είναι ειδική και ορισμένη, δηλαδή να προβαίνει σε συγκεκριμένο προσδιορισμό του αντικειμένου της και να καθορίζει τα όριά της σε σχέση προς αυτό. Επομένως η εξουσιοδοτική διάταξη πρέπει να μην είναι γενική και αόριστη (Ολ. Σ.τ.Ε. 1210/2010). Περαιτέρω κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 43 παρ. 2 εδ. β του Συντάγματος "ειδικότερα θέματα" για τη ρύθμιση των οποίων επιτρέπεται η νομοθετική εξουσιοδότηση σε άλλα, πλην του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα της διοικήσεως, αποτελούν μερικότερες περιπτώσεις θεμάτων που ρυθμίζονται ήδη, σε γενικό έστω αλλά πάντως ορισμένο πλαίσιο, στο ίδιο το κείμενο του τυπικού νόμου (Ολ. Σ.τ.Ε. 1300/2011). Στην προκειμένη περίπτωση η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 6 ν. 4046/2012 (με εξουσιοδότηση της οποίας εκδόθηκε η 6/2012 πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου), έχοντας το περιεχόμενο που παρατέθηκε στις σκέψεις της πλειοψηφίας, δεν αποτελεί τυπικό κανόνα δικαίου της ελληνικής έννομης τάξεως με κανονιστικό περιεχόμενο, νοηματική πληρότητα, πυκνότητα, σαφήνεια και δεοντολογικό νόημα, αφού παραπέμπει σε κεφάλαια των δύο "μνημονίων" που προσαρτήθηκαν ως παράρτημα V στο νόμο αυτό. Ο χαρακτηρισμός των κεφαλαίων αυτών ως "κανόνων δικαίου άμεσης εφαρμογής", ο οποίος γίνεται από την ίδια την εξουσιοδοτική διάταξη, δεν αναιρεί τα ανωτέρω, αφού τα κεφάλαια αυτά δεν περιέχουν πράγματι κανόνες δικαίου αλλά απλές προγραμματικές διακηρύξεις που από τη φύση τους δεν μπορούν να αποτελέσουν βάση κανονιστικής δεσμεύσεως. Επί πλέον αποδέκτης της εξουσιοδοτήσεως είναι το Υπουργικό Συμβούλιο και όχι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας παρά το ότι με το άρθρο 5 της 6/2012 πράξεως του Υπουργικού Συμβουλίου δεν ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό. Με βάση τα προεκτεθέντα η τελευταία αυτή διάταξη (του άρθρου 5 της 6/2012 πράξεως του Υπουργικού Συμβουλίου) εκδόθηκε κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος αλλά και εκείνης του άρθρου 26 αυτού και συνακόλουθα το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν εφάρμοσε αυτήν αλλά εκείνες του π.δ. 246/2006, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, ο παραπεμφθείς ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι αβάσιμος και έπρεπε να απορριφθεί.
Κατά τη γνώμη πέντε μελών του Δικαστηρίου (των Αρεοπαγιτών Δημητρίου Τζιούβα, Σοφίας Καρυστηναίου, Δήμητρας Κοκοτίνη, Κωστούλας Φλουρή-Χαλεβίδου και Γεωργίου Αποστολάκη): Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 43 του Συντάγματος "ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Υπουργού επιτρέπεται η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων, με ειδική εξουσιοδότηση νόμου και μέσα στα όριά της", ενώ "εξουσιοδότηση για έκδοση κανονιστικών πράξεων από άλλα όργανα της διοίκησης επιτρέπεται προκειμένου να ρυθμιστούν ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό". Με τις διατάξεις αυτές του άρθρου 43 § 2 του Συντάγματος παρέχεται στον κοινό νομοθέτη το δικαίωμα να μεταβιβάζει την αρμοδιότητά του προς θέσπιση κανόνων δικαίου στην εκτελεστική εξουσία, με νομοθετική προς τούτο εξουσιοδότηση, απευθυνόμενη κατ’ αρχήν προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ως αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας, ο οποίος και ασκεί τη μεταβιβαζόμενη αρμοδιότητα με την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων. Η νομοθετική εξουσιοδότηση για να είναι νόμιμη, πρέπει να είναι ειδική και ορισμένη, δηλαδή να προβαίνει σε συγκεκριμένο προσδιορισμό του αντικειμένου της και να καθορίζει τα όριά της σε σχέση προς αυτό. Η εξουσιοδοτική επομένως διάταξη πρέπει να μην είναι γενική και αόριστη, άσχετα αν είναι ευρεία ή στενή, δηλαδή αν περιλαμβάνει μεγάλο ή μικρό αριθμό περιπτώσεων, τις οποίες η Διοίκηση μπορεί να ρυθμίσει κανονιστικώς βάσει της νομοθετικής εξουσιοδότησης. Η ευρύτητα έτσι της εξουσιοδότησης δεν επηρεάζει το κύρος της, εφόσον το περιεχόμενο της είναι ορισμένο. Νομοθετική εξουσιοδότηση για έκδοση κανονιστικών πράξεων μπορεί να παρασχεθεί και σε άλλα εκτός του Προέδρου της Δημοκρατίας όργανα της Διοίκησης, προκειμένου όμως να ρυθμισθούν ειδικότερα θέματα, νοούνται δε ως ειδικότερα θέματα εκείνα τα οποία αποτελούν κατά το περιεχόμενο τους και σε σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση που περιέχεται στο νομοθετικό κείμενο, μερικότερη περίπτωση ορισμένου θέματος που αποτελεί το αντικείμενο της νομοθετικής ρύθμισης. Απαιτείται επομένως στην περίπτωση αυτή να περιέχει το νομοθετικό κείμενο όχι απλώς τον καθ’ ύλη προσδιορισμό του αντικειμένου της εξουσιοδότησης, αλλά επιπλέον και την ουσιαστική ρύθμισή του, έστω και σε γενικό, ορισμένο όμως πλαίσιο, σύμφωνα προς το οποίο θα ενεργήσει η Διοίκηση προκειμένου να ρυθμίσει τα μερικότερα θέματα. Μάλιστα οι ουσιαστικές αυτές ρυθμίσεις μπορούν να υπάρχουν τόσο στις διατάξεις του εξουσιοδοτικού νόμου, όσο και σε διατάξεις άλλων νόμων, σχετικών με τα θέματα που αποτελούν αντικείμενο της νομοθετικής εξουσιοδότησης (ΑΠ 648/2011).
Εν προκειμένω, από τον εξουσιοδοτικό νόμο 4046/2012 (άρθρο 1 παρ. 6) κρίσιμες, για τη διαπίστωση των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, που παρασχέθηκε στο Υπουργικό Συμβούλιο σχετικά με την αγορά εργασίας κ,λπ., είναι οι εξής δύο αναφορές που υπάρχουν στα περιλαμβανόμενα ως Παραρτήματα του ν. 4046/2012 "Μνημόνια": α) η παρ. 29 του κεφ. Ε’ του πρώτου Μνημονίου, που ορίζει ότι: "Αφαίρεση της "μονιμότητας" σε όλες τις παραδοσιακές συμβάσεις σε όλες τις εταιρίες. Η νέα νομική διάταξη θα μεταμορφώσει αυτομάτως τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου (οι οποίες ορίζονται ως έχουσες λήξη κατά το όριο ηλικίας ή την σύνταξη) σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, για τις οποίες ισχύουν οι κανονικές διαδικασίες απόλυσης". Και β) η παρ. 4.1 του κεφ. 4 του δεύτερου Μνημονίου που ορίζει ότι: "Πριν την εκταμίευση, καταργούνται οι όροι περί μονιμότητας (συμβάσεις ορισμένου χρόνου που ορίζεται ότι λήγουν σε κάποιο όριο ηλικίας ή στη συνταξιοδότηση) που περιλαμβάνονται σε νόμο ή σε συμβάσεις εργασίας". Ουδεμία δε αναφορά γίνεται για τα ισχύοντα επί συμβάσεων αορίστου χρόνου. Είναι λοιπόν σαφές ότι με τη διπλή αυτή διατύπωση, η κάθε μία από τις οποίες εμπεριέχεται σε διαφορετικό Μνημόνιο (η παρ. 29 του Κεφ. Ε’ στο "Α" Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και η παρ. 4.1. του Κεφ. 4 στο "Β" Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής"), η παρεχόμενη στο Υπουργικό Συμβούλιο εξουσιοδότηση αναφέρεται αποκλειστικά και μόνον "στις συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που λύονται με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας ή με τη σύνταξη" του εργαζομένου. Η στόχευση του νομοθέτη και αντίστοιχα η παρεχόμενη εξουσιοδότηση είναι σαφής: Αποβλέπει στις συμβάσεις ορισμένου χρόνου των ΔΕΚΟ και των Τραπεζών που αφορούν σε μεγάλο αριθμό εργαζομένων. Ουδεμία αναφορά γίνεται στις συμβάσεις αορίστου χρόνου, που συλλογικές ρυθμίσεις ή Κανονισμοί Εργασίας ή διατάξεις Νόμων έχουν προβλέψει για τη λύση τους αιτιώδη καταγγελία. Ωστόσο, με την ελεγχομένη για το κύρος της (κατ’ εξουσιοδότηση εκδοθείσα) διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 της ΠΥΣ 6/28.2.2012 επεκτάθηκε η κατάργηση της "μονιμότητας" και σε "όρους που υποκρύπτουν μονιμότητα", εννοώντας προφανώς τις συμβάσεις αορίστου χρόνου, που είχαν το προνόμιο της αιτιώδους καταγγελίας, παρά το γεγονός ότι τόσο η παρ. 29 του κεφ. Ε’ του "Α" Μνημονίου, όσο και η παρ. 4.1 του κεφ. 4 του "Β" Μνημονίου, ρητά και ειδικά, επομένως αυστηρά, περιορίζουν το ρυθμιστικό τους πεδίο και την παρεχόμενη εξουσιοδότηση αποκλειστικά στις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, των οποίων η λύση επέρχεται αυτοδίκαια και δίχως άλλη διατύπωση ή ενέργεια, με τη συμπλήρωση ενός ορίου ηλικίας ή τη συνταξιοδότηση του εργαζομένου. Διασταλτική ερμηνεία των προθέσεων του εξουσιοδοτούντος νομοθέτη, με τη σκέψη ότι εκφράσθηκε στενότερα απ’ ό,τι ήθελε, δεν είναι επιτρεπτή διότι πρόκειται για εξουσιοδοτικό νόμο και η συνταγματική διάταξη του άρθρου 43 παρ. 2 απαιτεί ο εξουσιοδοτικός νόμος να περιέχει ειδική εξουσιοδότηση (και όχι γενική και αόριστη συμπληρούμενη ερμηνευτικά) έτσι ώστε να μπορεί να ελεγχθεί ασφαλώς αν και κατά πόσο η κατ’ εξουσιοδότηση εκδοθείσα κανονιστική πράξη είναι ή όχι μέσα στα όρια της εξουσιοδοτήσεως.
Συνεπώς η σχετική ρύθμιση που περιέχεται στο άρθρο 5 παρ. 2 της υπ’ αριθ. 6/2012 ΠΥΣ, κατά το μέρος που επεκτείνει την κατάργηση ρητρών που υποκρύπτουν μονιμότητα και σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, εκδόθηκε καθ’ υπέρβαση της παρασχεθείσας νομοθετικής εξουσιοδότησης και ως εκ τούτου είναι ανίσχυρη, ισχύει δε για την απόλυση του τακτικού προσωπικού των ΚΤΕΛ (το οποίο κατά το άρθρο 3 παρ. 2 του Γενικού Κανονισμού Εργασίας του Προσωπικού των ΚΤΕΛ συνδέεται με το ΚΤΕΛ με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου), αντί γι’ αυτή η αρχική ρύθμιση του άρθρου 26 του π.δ. 246/2006 και όχι το άρθρο 5 παρ. 3 ν. 3198/1955, όπως θα ήταν αν η ρύθμιση του άρθρου 5 παρ. 2 της υπ’ αριθ. 6/2012 ΠΥΣ καλυπτόταν από έγκυρη νομοθετική εξουσιοδότηση και ως προς τις συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Επομένως από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με τη μη εφαρμογή του άρθρου 5 παρ. 2 της υπ’ αριθ. 6/2012 ΠΥΣ κρίνεται εσφαλμένο, ωστόσο το διατακτικό της ορθό. Σύμφωνα λοιπόν και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, ο παραπεμφθείς στην Ολομέλεια πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ αφού η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, προϋπόθεση αναγκαία για να αναιρεθεί η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.
Συνακόλουθα, ο από το άρθρο 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αναίρεσης, που παραπέμφθηκε στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ώστε να αναιρεθεί η απόφαση για την αιτία αυτή και στη συνέχεια αναπεμφθεί η υπόθεση ενώπιον του Β1 Τμήματος του Αρείου Πάγου, προκειμένου να κριθεί και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης για τον οποίο επιφυλάχθηκε το παραπάνω Τμήμα με την υπ’ αριθμό 52/2015 παραπεμπτική του απόφαση.

                         ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 24/2012 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής για την αιτία που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης.
Αναπέμπει την υπόθεση ενώπιον του Β1’ πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου, προκειμένου να κριθεί ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, για τον οποίο το παραπάνω Τμήμα επιφυλάχθηκε με την 52/2015 παραπεμπτική του απόφαση.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2017.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 29 Ιουνίου 2017.
                    Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

legal bank

Newsletter

Για εγγραφή στο newsletter συμπληρώστε εδώ το email σας.

ΚΑΛΑΘΙ ΑΓΟΡΩΝ

Το καλάθι σας είναι άδειο.