210 9824002 | 6977 000 500 | Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.   |

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΑΝΤΕΝΣΤΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΩΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΓΙΑΝΝΗ Μ. ΚΟΤΖΑΜΑΝΙΔΗ, ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ, Μέλους του Δ.Σ. και Προέδρου της Επιτροπής Δικαιοσύνης του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης.

 

(ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ – ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΑΝΤΕΝΣΤΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΩΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ).

 

 

Όπως ήταν αναμενόμενο, το Ελληνικό Κοινοβούλιο, με ισχυρή μειοψηφία, υπερψήφισε τελικά, την κυριολεκτικά πρωτοφανή, κοινωνικά ανάλγητη και επικίνδυνη, αλλά και αντισυνταγματική και υπερνομοθετικά ανίσχυρη διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 4092/2012, την οποία, με επίμονες και ασφυκτικές πιέσεις, επέβαλαν η Διοίκηση του «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ» και η Ενωση Ασφαλιστικών Εταιρειών.

 

Πρόκειται για διάταξη, η οποία, όπως ήδη, πανταχόθεν, έχει επισημανθεί, καταργεί ουσιαστικά την αστική ευθύνη του «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ» από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα, επιβάλλοντας, ταυτόχρονα, … νόμιμη παύση πληρωμών, μέχρι την 1-1-2017 (!!!), καθώς επίσης και δικονομικά κωλύματα στην άσκηση των αγωγικών αξιώσεων των παθόντων (υποχρεωτική, επί ποινή απαραδέκτου της αγωγής, κατάθεση αίτησης για αποζημίωση, τρίμηνη αναστολή του δικαιώματος αυτού μέχρι να απαντήσει ή να … μην απαντήσει το «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ» κλπ.).

 

Η εφαρμογή στην πράξη της διάταξης αυτής είναι προφανές, ότι, ως προς τις ζημίες που «καλύπτονται» από το ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ, θα έχει, ως άμεση συνέπεια, να μείνουν ουσιαστικά χωρίς αποζημίωση, απορφανισμένες από θανατηφόρα τροχαία ατυχήματα οικογένειες (η συμβολική αποζημίωση των 6.000 ΕΥΡΩ για ψυχική οδύνη αντιστοιχεί στις δαπάνες ενός αξιοπρεπούς μνημοσύνου), ενώ χιλιάδες βαριά τραυματισμένοι ολικά ή μερικά ανάπηροι και παραπληγικοί παθόντες, θα μείνουν στον δρόμο και χωρίς ιατρική φροντίδα και νοσηλευτική περίθαλψη (η προβλεπόμενη κατά την ανωτέρω διάταξη περιορισμένη στο ελάχιστο για την αιτία αυτή, αποζημίωση δεν είναι ικανή να καλύψει ούτε καν ένα μικρό μέρος από τις αντίστοιχες δαπάνες).

 

Παράλληλα οι ιδιοκτήτες και οδηγοί οχημάτων, που είχαν ασφαλισθεί κανονικά σε ήδη πτωχεύσασες Ασφαλιστικές Εταιρείες, θα οδηγηθούν, είτε σε πλήρη οικονομική καταστροφή, είτε στις φυλακές (προσωπική κράτηση).Κι’ αυτό γιατί θα κληθούν οι ίδιοι να αποζημιώσουν τους παθόντες εξ ολοκλήρου σχεδόν για τα θανατηφόρα ατυχήματα και κατά το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό τους, για τις σωματικές βλάβες.

 

Τονίζεται, ότι την, εκ μέρους της πλειοψηφίας του Ελληνικού Κοινοβουλίου, υπερψήφιση της ανωτέρω διατάξεως, δεν κατέστη δυνατόν να αποτρέψει ακόμη και αυτή η ίδια η Εκθεση της Επιστημονικής Επιτροπής της Βουλής, η οποία ρητά και με αναλυτική, διεξοδική, εμπεριστατωμένη και νομικά και νομολογιακά τεκμηριωμένη αιτιολογία, κατέστησε σε όλους τους τόνους σαφές, ότι οι διατάξεις της ανωτέρω νομοθετικής ρύθμισης, ΚΙΝΟΥΝΤΑΙ ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΙΣΧΥΡΟΥ, λόγω ευθείας αντίθεσής τους σε μια σειρά συνταγματικών παραδοχών, αλλά και παραβίασης των υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, καθώς και της Δεύτερης Οδηγίας του Συμβουλίου της 30-12-1983 (84/5/ΕΟΚ), αλλά και της Οδηγίας του Συμβουλίου της 24-4-1972 (72/166 ΕΟΚ).

 

Τα αποτελέσματα, βέβαια, αυτής της αυθαίρετης και αντικοινωνικής νομοθετικής πρωτοβουλίας, δεν άργησαν να εμφανισθούν.

 

Ένα μόλις μήνα μετά την δημοσίευση του Ν. 4092/2012, άρχισαν να εκδίδονται οι πρώτες αποφάσεις των Πρωτοβαθμίων Πολιτικών Δικαστηρίων, οι οποίες, εναρμονιζόμενες με τις, εύλογες και αυτονόητες, επισημάνσεις και απόψεις σύσσωμου του Νομικού Κόσμου της Χώρας, αλλά και αυτής της ίδιας της Επιστημονικής Επιτροπής της Βουλής, ΑΠΟΔΟΜΟΥΝ ΤΙΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 4 Ν. 4092/2012, ΚΡΙΝΟΝΤΑΣ ΤΕΣ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΑΝΙΣΧΥΡΕΣ.

 

(Βλ. ενδεικτικά, ΜονΠρωτΑθ. 3941/29-11-2012, ΜονΠρωτΑθ. 3903/2012, ΜονΠρωτΑθ. 3905/27-11-2012, ΜονΠρωτΑθ 3977/2012, ΜονΠρωτΚατερίνης 31/2013, ΜονΠρωτΘες/νίκης 2144/2013 κ.ο.κ.).

 

Τα ζητήματα, τα οποία ανέκυψαν από την υπερψήφιση της διάταξης του άρθρου 4 του Ν. 4092/2012 και ήδη αντιμετωπίζονται από την Νομολογία και την Επιστήμη του Δικαίου, θα αναλυθούν δε διεξοδικά από τους εισηγητές, που θα ακολουθήσουν, είναι τα ακόλουθα:

 

Ι.- Η ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΗ ΙΣΧΥΣ ΤΗΣ ΕΝ ΛΟΓΩ ΔΙΑΤΑΞΕΩΣ.

 

Σχετικά με το θέμα αυτό, από την ήδη δημοσιευθείσα σχετική αρθρογραφία, αλλά, κυρίως, την προμνημονευθείσα πρόσφατη Νομολογία των Πολιτικών Δικαστηρίων, επισημαίνονται τα εξής:

 

1.- Η συγκεκριμένη ρύθμιση τυγχάνει μη εφαρμοστέα, ως ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ, δηλαδή, ως αντίθετη με τα άρθρα 4, 17 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος.

 

2.- Η ίδια πιο πάνω διάταξη τυγχάνει και ανίσχυρη, ως προς το ανωτέρω ζήτημα, λόγω υπέρβασης των ορίων, που τίθενται από τις, υπερνομοθετικής ισχύος, διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

 

Η άποψη αυτή, εναρμονιζόμενη και με το θεμελιώδες σκεπτικό της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (ΟλΑΠ 6/2007, Δίκη 2008, σελ. 29 και 40/1998 ΝοΒ 1999, σελ. 752) δέχεται, ως προς το ανωτέρω θέμα της αναδρομικότητας, τα ακόλουθα:

 

α.- Με το άρθρο 2 ΑΚ θεσπίζεται η γενικώτερη αρχή του Δικαίου περί μη αναδρομικότητας των Νόμων, η οποία, όπως είναι προφανές, αποβλέπει στην, κατά το δυνατόν, βεβαιότητα των δικαιωμάτων, στην ασφάλεια των συναλλαγών και στην σταθερότητα του δικαίου.

 

Με δεδομένο δε, ότι η ανωτέρω αρχή δεν κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και, συνεπώς, η συγκεκριμένη διάταξη δεν έχει αυξημένη τυπική ισχύ, γίνεται δεκτό, ότι ο Νομοθέτης δεν εμποδίζεται, κατ’ αρχήν, να προσδώσει στον Νόμο αναδρομική ισχύ, ΜΕ  ΤΟΝ  ΣΑΦΗ,  ΟΜΩΣ,  ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟ  ΤΗΣ  ΜΗ ΠΡΟΣΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΜΕΝΩΝ, ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΩΣ, ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ.

 

Πιο συγκεκριμένα, στον Νόμο μπορεί να δοθεί αναδρομική ισχύς, ρητά ή σιωπηρά (έμμεσα), όταν, δηλαδή, από την έννοια και τον σκοπό του συνάγεται νομοθετική βούληση περί αναδρομικής ισχύος του, ώστε να ρυθμισθούν και περασμένα γεγονότα ή σχέσεις του παρελθόντος.

 

Υπό την έννοια, λοιπόν, αυτή, η αναδρομική ισχύς του Νόμου είναι μεν επιτρεπτή, πλην, όμως, ΔΕΝ  ΜΠΟΡΕΙ  ΝΑ  ΥΠΕΡΒΕΙ  ΤΑ  ΟΡΙΑ, ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΘΕΤΟΥΝ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 4 ΚΑΙ 17 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ, ΚΑΘΩΣ  ΚΑΙ  ΟΙ  ΥΠΕΡΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ  ΙΣΧΥΟΣ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ  ΤΩΝ  ΑΡΘΡΩΝ  6  παρ. 1 ΤΗΣ ΕΣΔΑ ΚΑΙ 1 ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΠΡΟΣΘΕΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ ΤΗΣ ΕΣΔΑ.

 

Σύμφωνα, δε, με το άρθρο 1 παρ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε μαζί (από κοινού με την σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με την ρητή διάταξη του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ΑΥΞΗΜΕΝΗ  ΤΥΠΙΚΗ  ΙΣΧΥ  ΕΝΑΝΤΙ  ΤΩΝ  ΚΟΙΝΩΝ  ΝΟΜΩΝ:

 

«Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται του σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ει μη δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του Διεθνούς Δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός Κράτους, όπως θέσει εν ισχύϊ νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών, ΣΥΜΦΩΝΩΣ  ΠΡΟΣ  ΤΟ  ΔΗΜΟΣΙΟΝ  ΣΥΜΦΕΡΟΝ,  Ή  ΠΡΟΣ  ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΙΝ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ  ΦΟΡΩΝ  Ή  ΑΛΛΩΝ  ΕΙΣΦΟΡΩΝ  Ή  ΠΡΟΣΤΙΜΩΝ».

 

Στην, κατά τα ανωτέρω, προστατευόμενη ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ περιλαμβάνονται όχι μόνον τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, ΑΡΑ  ΚΑΙ  ΤΑ  ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΑ ΕΝΟΧΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ, ΜΑΛΙΣΤΑ, ΟΙ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διοικητική απόφαση, ΕΙΤΕ ΑΠΛΩΣ ΓΕΓΕΝΝΗΜΕΝΕΣ ΚΑΤΑ ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, εφ’ όσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟ ΙΣΧΥΟΝ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΣΦΥΓΗ  ΣΤΟ  ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ  ΚΑΘΕΣΤΩΣ, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά.

 

Σε ακολουθία, λοιπόν, όλων των ανωτέρω, είναι προφανές, ότι με την ρύθμιση της προδιαληφθείσης Διεθνούς Συνθήκης, μέσω της αναδρομικής ισχύος του Νόμου, είναι μεν δυνατόν να επέρχεται απόσβεση ή κατάργηση δικαιωμάτων, που έχουν απονεμηθεί με προγενέστερο Νόμο, πλην, όμως, αυτό μπορεί να γίνει μόνον  εφ’  όσον,  η  κατάργηση  ή  η  απόσβεση  επιβάλλεται  ΓΙΑ ΛΟΓΟΥΣ ΓΕΝΙΚΩΤΕΡΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ Ή ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ Ή ΩΦΕΛΕΙΑΣ, η συνδρομή των οποίων ΥΠΟΚΕΙΤΑΙ  ΣΤΟΝ  ΕΛΕΓΧΟ  ΤΩΝ  ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ.

 

Κι αυτό γιατί, σε διαφορετική περίπτωση, η έναντι του κοινού Νομοθέτη προστασία των περιουσιακών αυτών δικαιωμάτων, θα έμενε χωρίς πρακτικό αποτέλεσμα.

 

(Βλ. παρακαλούμε, αναλυτικά, για όλα τα παραπάνω, ΟλΑΠ 6/2007, Δίκη 2008, σελ. 29 και Α’ Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΟλΑΠ 40/1998 ΝοΒ 1999, σελ. 752 κ.ο.κ.).

 

β.- Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 4 στοιχ. γ’ του Ν. 4092/2012, με το οποίο τροποιήθηκε το άρθρο 19 παρ. 2 του Π.Δ. 237/1986, ορίζεται, μεταξύ άλλων, και ότι «η ρύθμιση της παρούσας παραγράφου καταλαμβάνει και τις ήδη γεγεννημένες αξιώσεις κατά του «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ», χωρίς πάντως να θίγει αξιώσεις, που έχουν επιδικασθεί με οριστική απόφαση».       

 

Από την διατύπωση, όμως, της συγκεκριμένης αυτής διάταξης είναι προφανές, ότι οι καταργούμενες με την εν λόγω διάταξη ενοχικές αξιώσεις των ζημιωθέντων από τροχαίο ατύχημα κατά του «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ» ΕΜΠΙΠΤΟΥΝ ΣΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΟΡΟΥ «ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ» ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 1 ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ  ΠΡΟΣΘΕΤΟΥ  ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ  ΤΗΣ  ΕΣΔΑ,  ΚΑΘΩΣ  ΚΑΙ  ΣΤΗΝ  ΕΝΝΟΙΑ  ΤΟΥ  ΟΡΟΥ  «ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ»  ΤΟΥ  ΑΡΘΡΟΥ 17  ΤΟΥ  ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ.

 

Παράλληλα, είναι κάτι περισσότερο από σαφές και αδιαμφισβήτητο το γεγονός, ότι υφίσταται  ΝΟΜΙΜΗ  ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ,  με βάση το μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 4092/2012 νομοθετικό καθεστώς, ότι οι ως άνω αξιώσεις των παθόντων από τροχαία ατυχήματα κατά του «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ» μπορούσαν να ικανοποιηθούν δικαστικά.

 

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, ήδη, παγίως και απαρεγκλίτως γίνεται δεκτό από την εντελώς πρόσφατη Νομολογία των Πολιτικών Δικαστηρίων, ότι η αναδρομική κατάργηση των πιο πάνω ενοχικών αξιώσεων είναι αντίθετη στα άρθρα 4 και 17 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

 

Την συγκεκριμένη αυτή θέση της στηρίζει η προδιαληφθείσα νομολογιακή άποψη στο γεγονός, ότι η προαναφερθείσα νομοθετική μεταβολή ΔΕΝ  ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΝΑ  ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ  ΑΠΟ  ΛΟΓΟΥΣ  ΔΗΜΟΣΙΑΣ  ΩΦΕΛΕΙΑΣ.

 

Κι αυτό γιατί, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του Ν. 4092/2012, με τις πιο πάνω διατάξεις του εν λόγω Νόμου, «γίνεται προσπάθεια να διασφαλισθεί η ομαλή λειτουργία του «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ» και, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, επιχειρείται να ρυθμισθούν οι υποχρεώσεις του, χωρίς να κινδυνεύει η οικονομική του θέση, λόγω ακριβώς του ιδιαίτερου επικουρικού του σκοπού.

 

Όπως, όμως, εύστοχα επισημαίνεται από την ίδια πιο πάνω νομολογιακή άποψη, αν, ως «δημόσια ωφέλεια», νοείται η θέση του «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ» και η αποζημίωση παθόντων από τροχαία ατυχήματα, στις περιπτώσεις, που προαναφέρθηκαν, γίνεται εύλογα αντιληπτό, ότι οι πιο πάνω διατάξεις του Ν. 4092/2012 ΑΝΑΙΡΟΥΝ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΤΗΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ», το οποίο, πλέον, δεν θα καταβάλλει παρά μόνον ελάχιστο μέρος των αποζημιώσεων, που οι παθόντες τροχαίων ατυχημάτων δικαιούνται, με αποτέλεσμα, να καταργούνται τα δικαιώματα αυτών, τα οποία κατ’ επίφαση ο Νόμος 4092/2012 ήθελε να … προστατεύσει (!!!!!).

 

Περαιτέρω, απ’ την ίδια πιο πάνω εξόχως αιτιολογημένη και εμπεριστατωμένα θεμελιωμένη νομολογιακή άποψη ρητά επισημαίνεται και το γεγονός, ότι οι προαναφερόμενες  διατάξεις  του  Ν.  4092/2012 ΠΡΟΣΒΑΛΛΟΥΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΑ ΚΑΤΟΧΥΡΩΜΕΝΗ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑΣ (άρθρ. 25 παρ. 1 του Συντάγματος), καθώς προβλέπονται μέτρα, που δεν είναι, ούτε αναγκαία, ούτε πρόσφορα, για την προστασία του «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ» και την αποζημίωση των παθόντων από τροχαία ατυχήματα.

 

Κι αυτό γιατί, το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα θα μπορούσε να επιτευχθεί με την προληπτική επιτήρηση και τον έλεγχο των ασφαλιστικών εταιρειών, την αύξηση των πόρων του «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ» από τα ασφάλιστρα των συμβολαίων αστικής ευθύνης από τροχαία ατυχήματα,  αλλά και την μέριμνα για την ελαχιστοποίηση των οχημάτων, που κυκλοφορούν ανασφάλιστα με τη νομοθετική πάταξη του εν λόγω, συνεχώς διογκωμένου, φαινομένου.

 

Ως απολύτως ουσιώδη και αποτελεσματικά, προς την κατεύθυνση αυτή μέτρα, θα μπορούσαν να προκριθούν, η ακινητοποίηση των εκατοντάδων χιλιάδων ανασφάλιστων οχημάτων και η επιβολή εξοντωτικών προστίμων στους ιδιοκτήτες τους, υπέρ του ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ, προς κάλυψη των ελλειμμάτων του.

 

Προς την ίδια κατεύθυνση θα μπορούσε να λειτουργήσει ευεργετικά για το ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ και η επίσπευση της περαίωσης σε ταχύτατο χρόνο της μέχρι τούδε … μακραίωνης διαδικασίας εκκαθάρισης των πτωχευμένων ασφαλιστικών εταιρειών, που αποτελούν μία από τις γνωστές πληγές του και διογκώνουν το παθητικό του.

 

Σε κάθε περίπτωση, όμως, τα οποιαδήποτε υπαρκτά προβλήματα του «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ», δεν είναι αποδεκτό, να επιλύονται με την μερική παύση πληρωμών των «δανειστών» του, οι οποίοι, όπως εύστοχα επισημαίνεται στην προκειμένη περίπτωση, δεν είναι τραπεζίτες, αλλά ΜΙΑ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΑΔΥΝΑΜΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΟΜΑΔΑ ΠΟΛΙΤΩΝ, ΠΟΥ ΑΠΑΡΤΙΖΕΤΑΙ, ΚΑΤΑ ΚΥΡΙΟ ΛΟΓΟ, ΑΠΟ ΑΝΑΠΗΡΟΥΣ ΕΞ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΩΝ  ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ  ΚΑΙ  ΑΠΟ  ΧΗΡΕΣ,  ΟΡΦΑΝΑ  ΚΑΙ ΓΟΝΕΙΣ  ΘΥΜΑΤΩΝ  ΤΡΟΧΑΙΩΝ  ΔΥΣΤΥΧΗΜΑΤΩΝ.

 

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, κρίθηκε, ότι είναι αδιανόητο, να παρεμβαίνει το Κράτος, κατά τέτοιο προστατευτικό τρόπο, υπέρ ενός Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου, με ρυθμίσεις, οι οποίες δεν απορρέουν από οποιαδήποτε διεθνή (μνημονιακή ή άλλη) υποχρέωση της Χώρας μας για την μείωση των δημοσίων δαπανών.

 

Τέλος, απ’ την ίδια πιο πάνω νομολογιακή άποψη ρητά επισημαίνεται και το γεγονός, ότι οι προδιαληφθείσες διατάξεις του Ν. 4092/2012 ΘΙΓΟΥΝ  ΤΟΝ ΠΥΡΗΝΑ  ΤΟΥ  ΣΧΕΤΙΚΟΥ  ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ  ΤΩΝ  ΠΑΘΟΝΤΩΝ,  ΝΑ ΑΞΙΩΣΟΥΝ ΤΗΝ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΗΔΗ ΓΕΓΕΝΝΗΜΕΝΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ  ΤΟΥΣ  ΑΠ’  ΤΟ  «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ  ΚΕΦΑΛΑΙΟ».

 

Για όλους τους παραπάνω λόγους, απ’ την προδιαληφθείσα νομολογιακή άποψη, γίνεται ρητά και κατηγορηματικά δεκτό, ότι δεν είναι αποδεκτή η προσβολή της περιουσίας των εναγόντων, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, καθώς και της ιδιοκτησίας τους, κατά το άρθρο 17 του Συντάγματος, αποκλειστικά και μόνον, για να εξυπηρετηθεί το ΤΑΜΕΙΑΚΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ του «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ».

 

Κι αυτό γιατί, όπως προαναφέρθηκε, το «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ» είναι ΝΟΜΙΚΟ  ΠΡΟΣΩΠΟ  ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ  ΔΙΚΑΙΟΥ, το συμφέρον του οποίου ΔΕΝ  ΤΑΥΤΙΖΕΤΑΙ  ΜΕ  ΤΟ  ΔΗΜΟΣΙΟ  Ή ΓΕΝΙΚΟ  ΣΥΜΦΕΡΟΝ, ανεξάρτητα απ’ το γεγονός, ότι εποπτεύεται από το Υπουργείο Εμπορίου.

 

Γι’ αυτόν, δε, ακριβώς τον λόγο, γίνεται δεκτό, ότι η αναδρομική κατάργηση των πιο πάνω αξιώσεων, αλλά και η αναδρομική αύξηση του παθητικού της περιουσίας των παθόντων είναι αντίθετη με τα άρθρα 4 και 17 του Συντάγματος και με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, καθώς δεν τηρήθηκαν οι όροι, που διατάσσουν οι διατάξεις αυτές για την νόμιμη στέρηση των περιουσιακών αυτών δικαιωμάτων.

 

(Βλ. παρακαλούμε σχετικά ΜονΠρωτΑθηνών 3941/29-11-2012, ΜονΠρωτΑθηνών 3903/2012, ΜονΠρωτΑθηνών 3905/27-11-2012, ΜονΠρωτΑθηνών 3977/2012, ΜονΠρωτΚατερίνης 31/2013, ΜονΠρωτΘες/νίκης 2144/2013).

 

Τονίζεται, ότι τις ανωτέρω νομολογιακές απόψεις και θέσεις ήδη, προ πάσης ψηφίσεως του προμνημονευθέντος νόμου, ΕΙΧΕ  ΥΙΟΘΕΤΗΣΕΙ  ΚΑΙ Η ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, στην, μετ’ επικλήσεως, προσαγόμενη, έκθεση, την οποία συνέταξε σχετικά με τις διατάξεις του Νομοσχεδίου, το οποίο, στην συνέχεια, αποτέλεσε και το κείμενο του Νόμου 4092/2012.

 

γ.- Σε ακολουθία, λοιπόν, όλων των ανωτέρω, σαφέστατο και αδιαμφισβήτητο καθίσταται το γεγονός, ότι η διάταξη του άρθρου 4 στοιχ. γ’ του Ν. 4092/2012, με το οποίο επιβάλλεται η αναδρομική ισχύς των ρυθμίσεων, που θίγουν τα δικαιώματα των παθόντων από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα και, ειδικώτερα, το ύψος της επιδικαστέας σ’ αυτούς αποζημιώσεως, τυγχάνει ανίσχυρη, ως προδήλως αντισυνταγματική (παράβαση των άρθρων 4, 17 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος), αλλά και ως αντικείμενη στις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

 

ΙΙ.- Ο ΠΟΣΟΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ, ΠΡΟΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΤΩΝ ΠΑΘΟΝΤΩΝ.

 

Όπως είναι γνωστό, με το άρθρο τέταρτο Ν. 4092/2012 τροποποιήθηκαν διατάξεις του Π.Δ. 237/1986 και, ειδικώτερα, με το στοιχείο γ’ του ως άνω άρθρου αντικαταστάθηκε το άρθρο 19 παρ. 2 Π.Δ. 237/1986, το οποίο πλέον προβλέπει μεταξύ άλλων:

 

1.- Οτι η αποζημίωση που καταβάλλει του Επικουρικό Κεφάλαιο για χρηματικές ικανοποιήσεις λόγω ψυχικής οδύνης δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των 6.000,00 ΕΥΡΩ για κάθε δικαιούχο και

 

2.- Οτι η αποζημίωση στην περίπτωση πτώχευσης του ασφαλιστή ή άκαρπης εκτέλεσης σε βάρος του ασφαλιστή ή τέλος ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής εταιρίας το συνολικό ποσό για την αποζημίωση από το Επικουρικό Κεφάλαιο καταβάλλεται όχι ολόκληρο, αλλά με βάση ορισμένα ποσοστά που η ως άνω διάταξη λεπτομερώς ορίζει.

 

Ο εν λόγω, όμως, ποσοτικός περιορισμός της οφειλόμενης από το Επικουρικό Κεφάλαιο αποζημίωσης σε περίπτωση τροχαίου ατυχήματος είναι, σύμφωνα με την πρόσφατη τεκμηριωμένη και θεμελιωμένη αρθρογραφία, αλλά και, κυρίως, την πρόσφατη Νομολογία, ΑΝΙΣΧΥΡΟΣ, για τους εξής, ειδικώτερα, λόγους:

 

α.- Η περιορισμένη στο ποσό των 6.000,00 ΕΥΡΩ αξίωση κατ’ αυτού για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης είναι ευθέως αντίθετη προς την Δεύτερη Οδηγία του Συμβουλίου της 30.12.1983 (84/5/ΕΟΚ), η οποία ορίζει ότι η αξίωση για αποζημίωση τόσο για υλικές ζημίες όσο και για σωματικές βλάβες (στις οποίες υπάγεται και η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης∙ βλ. έτσι ενδεικτικά ολΑΠ 9/1993, ΕλλΔνη 1994 σελ. 333 και ΝοΒ 1994 σελ. 375) ΔΕΝ  ΜΠΟΡΕΙ  ΝΑ  ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΩΤΕΡΗ  ΑΠ’  ΤΑ  ΕΛΑΧΙΣΤΑ  ΟΡΙΑ  ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΚΑΛΥΨΗΣ.

 

β.- Ο περιορισμός σε ορισμένο μόνο ποσοστό της οφειλόμενης από το Επικουρικό Κεφάλαιο αποζημίωσης του παθόντος σε περίπτωση πτώχευσης του ασφαλιστή ή άκαρπης εκτέλεσης σε βάρος του ασφαλιστή ή τέλος ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής εταιρίας είναι αντίθετος προς την Οδηγία του Συμβουλίου της 24.4.1972 (72/166 ΕΟΚ).

 

Η εν λόγω Οδηγία, επιβάλλει, ως γνωστόν, στα κράτη μέλη την λήψη μέτρων, ώστε κάθε όχημα που κυκλοφορεί στο έδαφός τους, να καλύπτεται ασφαλιστικά, δηλαδή όχι, απλά, να έχει συνάψει σύμβαση ασφάλισης, αλλά και σε κάθε μεταγενέστερο του τροχαίου ατυχήματος χρόνο να δύναται ο παθών να αποζημιωθεί από ασφαλιστική εταιρία ή άλλο φερέγγυο πρόσωπο.

 

Κατά συνέπεια, εφ’ όσον με τις ως άνω διατάξεις του Ν. 4092/2012 τροποποιούνται οι πράξεις μεταφοράς των πιο πάνω Οδηγιών, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να μην συμμορφώνεται, πλέον, με τις επιταγές των Οδηγιών αυτών, οι οποίες έχουν ένα σαφές περιεχόμενο και, άρα, άμεση εφαρμογή, οι σχετικές διατάξεις του Ν. 4092/2012 είναι ΑΝΙΣΧΥΡΕΣ.

 

Στο σημείο τούτο, θα πρέπει, συνοπτικά, να τονισθεί, ότι, όπως είναι γνωστόν, εφ’ όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις πρόσδωσης σε Ευρωπαϊκή Οδηγία άμεσου αποτελέσματος, τόσο οι Εθνικές Αρχές, όσο και τα Εθνικά Δικαστήρια υποχρεούνται αυτεπαγγέλτως, δυνάμει του Κοινοτικού Δικαίου, να την εφαρμόζουν άμεσα.

 

Σε περίπτωση κανονικής συμμόρφωσης του Κράτους μέλους προς την Οδηγία, οι έννομες συνέπειες για τον ιδιώτη πηγάζουν αποκλειστικά και μόνον από τις πράξεις μεταφοράς των Εθνικών Αρχών και όχι από την ίδια την Οδηγία.

 

Παρ’ όλα αυτά οι πράξεις μεταφοράς των Εθνικών Αρχών δεν βρίσκονται φυσικά στην απόλυτη διάθεση αυτών και, συνεπώς, δεν μπορούν να τροποποιούνται, να ανακαλούνται ή να αντικαθίστανται από τις Εθνικές Αρχές, που τις εξέδωσαν ή από τον ίδιο τον Εθνικό Νομοθέτη, ακόμη και αν πρόκειται για τον συντακτικό Νομοθέτη.

 

Επισημαίνεται, ότι στα πλαίσια του Ελληνικού Δικαίου:

 

i.- Η εναρμόνιση της χώρας μας με την Δεύτερη Οδηγία του Συμβουλίου της 30-12-1983 (84/5/ΕΟΚ) εγένετο με τα άρθρα 16 και επ. του Ν. 489/1976, που ήδη κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ. 237/1986, καθώς ιδρύθηκε το Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία «Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων».  

 

Υπενθυμίζεται, ότι με το άρθρο 1 παρ. 4 της ανωτέρω Οδηγίας (84/5/ΕΟΚ) «κάθε κράτος ιδρύει ή εγκρίνει Οργανισμό, αποστολή του οποίου είναι, να αποκαθιστά, ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΕΝΤΟΣ ΤΩΝ ΟΡΙΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ, τις υλικές ζημίες ή τις σωματικές βλάβες, που προκαλούνται από όχημα αγνώστων στοιχείων ή για το οποίο δεν έχει εκπληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης της παρ. 1». 

 

ii.- Η συμμόρφωση της Ελλάδας προς την προμνημονευθείσα Οδηγία 72/166 ΕΟΚ έλαβε χώρα με τις σχετικές ρυθμίσεις του Ν. 489/1976, που ήδη κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ. 237/1986.

 

Θα πρέπει δε να τονισθεί, ότι η κάλυψη της αστικής ευθύνης από κυκλοφορία των οχημάτων στην Ελλάδα γίνεται, στα πλαίσια του Εθνικού μας Δικαίου, αφ’ ενός με την πρόβλεψη της υποχρεωτικής κάλυψης με ασφάλιση της έναντι τρίτων αστικής ευθύνης (άρθρα 2 και επ. ΠΔ 237/1986), αφ’ ετέρου με την πρόβλεψη της ευθύνης του ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ, σε περίπτωση πτώχευσης του ασφαλιστή ή άκαρπης εκτέλεσης σε βάρος του ασφαλιστή ή, τέλος, ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της ασφαλιστικής επιχείρησης (άρθρ. 19 περ. 1 περ. γ’ Ν. 489/1976, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο τέταρτο του Ν. 4092/2012).

 

Οι ανωτέρω, λοιπόν, διατάξεις, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, είναι εκείνες, οι οποίες απαραδέκτως τροποποιήθηκαν, ανακλήθηκαν και αντικαταστάθηκαν, άνευ δικαιώματος, από την Ελληνική Πολιτεία, ως Εθνική Αρχή.

 

(Βλ. παρακαλούμε σχετικά με όλα τα παραπάνω ΜονΠρωτΑθηνών 3941/29-11-2012. ΜονΠρωτΑθηνών 3977/2012 στην ηλεκτρονική έκδοση του Νομικού Περιοδικού «ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ».Βλ. επίσης ΜονΠρωτΘες/νίκης 2144/2013, αδημος.). 

 

Στο σημείο αυτό, θα πρέπει, να τονισθεί, ότι την αντίθεση των ως άνω διατάξεων του Ν. 4092/2012 ΕΝΤΟΠΙΣΕ ΚΑΙ ΕΠΙΣΗΜΑΝΕ ΚΑΙ Η ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ στην, μετ’ επικλήσεως προσαγόμενη, Έκθεση που συνέταξε σχετικά με τις διατάξεις του Νομοσχεδίου, που στη συνέχεια αποτέλεσε το κείμενο του Ν. 4092/2012.

 

(Βλ. παρακαλούμε στο περιεχόμενο της ανωτέρω έκθεσης, σελ. 15 – 19).

 

 

ΙΙΙ.- Η ΜΕΙΩΣΗ ΤΟΥ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΟΣΟΣΤΟΥ ΝΟΜΙΜΟΥ ΤΟΚΟΥ ΣΕ 6% ΕΤΗΣΙΩΣ.

 

 

Και η ρύθμιση αυτή έχει κριθεί από την Θεωρία και την Νομολογία ως αντισυνταγματική και ανίσχυρη, για τους εξής, ειδικώτερα, λόγους:

 

1.- Με το άρθρο 19 παρ. 2 Π.Δ. 237/1986, όπως αυτό τροποποιήθηκε και ισχύει με την διάταξη του άρθρου 4 εδ. γ’ του Ν. 4092/2012, ορίζεται ότι «οι τόκοι που στις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου υποχρεούται να καταβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιο υπολογίζονται σε κάθε περίπτωση με επιτόκιο έξι τοις εκατό (6%) ετησίως».

 

Η διάταξη αυτή αναγνωρίζει υπέρ του Επικουρικού Κεφαλαίου ΕΥΝΟΪΚΗ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗ, ως προς το θέμα της επιδίκασης τόκων, χωρίς, όμως, κάτι τέτοιο, να δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος.

 

Κι’ αυτό γιατί, όπως ήδη αναλυτικά πιο πάνω αναπτύχθηκε και παγίως γίνεται θεωρητικά και νομολογιακά δεκτό, ΤΟ ΑΠΛΟ ΤΑΜΕΙΑΚΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΔΕΝ ΤΑΥΤΙΖΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ‘Η ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ και, συνεπώς, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παραβίαση του δικαιώματος των παθόντων από τροχαία ατυχήματα να απαιτήσουν και να λάβουν τόκους για τις αξιώσεις τους σε ποσοστό ίδιο με εκείνο που καταβάλλουν οι ιδιώτες.

Εξάλλου, δεν συνιστά τέτοιο λόγο δημοσίου συμφέροντος το γεγονός, ότι το Επικουρικό Κεφάλαιο, που είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Κράτους.

 

2.- Μετά ταύτα, σαφέστατο και αδιαμφισβήτητο καθίσταται το γεγονός, ότι η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 Π.Δ. 237/1986, όπως αυτή τροποποιήθηκε και ισχύει με την διάταξη του άρθρου 4 εδ. γ’ του Ν. 4092/2012, ΕΡΧΕΤΑΙ ΣΕ ΑΝΤΙΘΕΣΗ:

 

α.- Με τα άρθρα 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού µε αυτή αναγνωρίζεται υπέρ του Επικουρικού Κεφαλαίου ευνοϊκή μεταχείριση,

 

β.- Με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφού δεν προκύπτει, ότι υφίσταται λόγος δημοσίου συμφέροντος, που να καθιστά ανεκτή τη διαφοροποίηση αυτή.

 

γ.- Με την διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, εν όψει του ότι επιβάλλεται προσβολή της περιουσίας του κάθε παθόντος - δανειστή του Επικουρικού Κεφαλαίου, χωρίς να γίνεται επίκληση σοβαρού λόγου δημοσίου συμφέροντος και

 

δ.- Με την ήδη και συνταγματικώς κατοχυρωμένη (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος) αρχή της αναλογικότητας.

 

(Βλ. παρακαλούμε, σχετικά με τα παραπάνω, ΜονΠρωτΑθηνών 3941/29-11-2012 – Χαράλαμπος Σεβαστίδης – στην ηλεκτρονική έκδοση του Νομικού Περιοδικού «ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ» και στις επικαλούμενες με την εν λόγω απόφαση σκέψεις της ΟλΑΠ 4/2012, ΕφΑΔ (2012), 578, ΧρΙΔ (2012), 440).

 

IV.- Η ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΤΡΙΜΗΝΗ ΕΞΩΔΙΚΗ ΠΡΟΔΙΚΑΣΙΑ, ΩΣ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΚΤΟΥ ΤΗΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ.

 

 

Με την διάταξη του άρθρου 4 εδ. γ’ του Ν. 4092/2012 προστέθηκε στο τέλος του άρθρου 19 του Π.Δ.237/1986 νέα παράγραφος, η οποία, έχει, επί λέξει, ως εξής:

 

<<Η αγωγή κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου είναι παραδεκτή μόνο αν ο ενάγων έχει υποβάλει προ της άσκησής της στο Επικουρικό Κεφάλαιο έγγραφη αίτηση αποζημίωσης με συνημμένα τα έγγραφα, που αποδεικνύουν την απαίτησή του. Το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο, να απαντήσει αιτιολογημένα στην εντός τριών μηνών από την υποβολή της, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 6 του νόμου αυτού. Μετά τη λήψη της απάντησης του Επικουρικού Κεφαλαίου ή την άπρακτη παρέλευση της ως άνω προθεσμίας, ο παθών δικαιούται να ασκήσει αγωγή κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου>>.

 

Όπως ήδη εύστοχα επισημάνθηκε από την Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος, η καινοφανής αυτή διάταξη πέραν της ελλιπούς και κακότεχνης διατύπωσής της καθώς ΔΕΝ ΚΑΘΙΕΡΩΝΕΙ ΔΙΑΚΟΠΗ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗΣ με την υποβολή αίτησης προς το Επικουρικό, ΠΑΡΑΒΙΑΖΕΙ ΤΗΝ ΘΕΜΕΛΙΩΔΗ ΣΤΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ ΙΣΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΟΠΛΩΝ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΩΝ με την υποχρεωτική κατάθεση των εγγράφων του ενάγοντα με την αίτηση αυτή και, επίσης, κατά τον τρόπο αυτό, ΘΕΤΕΙ ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΑ ΕΜΠΟΔΙΑ ΣΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΠΑΘΟΝΤΩΝ ΓΙΑ ΕΝΝΟΜΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ.

 

Υπό την έννοια δε ακριβώς αυτή η εν λόγω διάταξη παραβιάζει τις επιταγές των άρθρων 4 παρ. 1 (αρχή της ισότητας) και 20 παρ. 1 (δικαίωμα ελεύθερης και ακώλυτης πρόσβασης στην Δικαιοσύνη) του Συντάγματος, καθώς και του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που επιβάλλει και καθιερώνει τον θεσμό της «δίκαιης δίκης», υπό την ευρύτερη έννοια της δικονομικής ισότητας των διαδίκων, χωρίς περιορισμούς, που καταργούν και απεμπολούν την ουσία του δικαιώματος.

 

V.- Η, ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ … 1-1-2017, ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ («ΑΝΑΣΤΟΛΗ») ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ.

 

Όπως είναι γνωστό, με την διάταξη του άρθρου 4 εδ. θ’ του Ν. 4092/2012, μετά το πρώτο εδάφιο της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 20 του Π.Δ. 237/1986, προστίθεται νέο εδάφιο με την εξής, επί λέξει, διατύπωση: «Αναστέλλεται κάθε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του Επικουρικού Κεφαλαίου, είτε εις χείρας του, είτε εις χείρας τρίτων από την έναρξη ισχύος του παρόντος μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2016. Απαγορεύεται, επίσης, ο συμψηφισμός των εισφορών των μελών του με τυχόν οφειλές του Επικουρικού Κεφαλαίου προς αυτά».  

 

Η ανωτέρω διάταξη, είναι προφανές, ότι έρχεται σε πλήρη και ευθεία αντίθεση με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς και την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αλλά και με την ρύθμιση του άρθρου 14 του Διεθνούς Συμφώνου, για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, τα οποία έχουν ενσωματωθεί στην έννομη τάξη, με τον Νόμο 2462/1997.

 

Στο ανωτέρω νομικό πλαίσιο πρέπει να προστεθούν, επίσης, το άρθρο 17 παρ. 1 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, εν όψει του ότι τίθεται ζήτημα προσβολής της περιουσίας του δανειστή του Επικουρικού Κεφαλαίου, καθώς και η συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος) μεταξύ του επιδιωκόμενου σκοπού και των μέσων που χρησιμοποιούνται.

 

Κι’ αυτό γιατί, όπως ρητά επισημαίνεται και στην προμνημονευθείσα  Εκθεση της Επιστημονικής Επιτροπής της Βουλής, προκειμένου να είναι συμβατή με τις ως άνω συνταγματικές και άλλες, υπερνομοθετικής ισχύος, διατάξεις η καθιέρωση, με την ανωτέρω νομοθετική ρύθμιση, του προνομίου της ΕΠΙ ΤΕΤΡΑΕΤΙΑ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗΣ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ εις χείρας του ή εις χείρας τρίτου, απαιτείται να υφίσταται ΛΟΓΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ,  που θα μπορούσε να καταστήσει ανεκτή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, την εφαρμογή κρατικών προνομίων στο συγκεκριμένο ν.π.ι.δ. και τη διαφορετική δικονομική μεταχείρισή του σε σχέση προς τους ιδιώτες δανειστές του.

 

Θα έπρεπε, δηλαδή, να γίνει δεκτό, ότι ο σκοπός της εξασφάλισης του προγραμματισμού πληρωμών απαιτήσεων τρίτων (βλ. παρακαλούμε στην Αιτιολογική Εκθεση του Νόμου) συνιστά τέτοιο δικαιολογημένο λόγο δημοσίου συμφέροντος και ότι το Επικουρικό Κεφάλαιο, αν και ν.π.ι.δ., υπηρετεί το γενικότερο κοινωνικό και δημόσιο συμφέρον, γεγονός που αποτελεί αντικείμενο δικαστικής εκτίμησης.

 

Όπως, όμως, ήδη διεξοδικά πιο πάνω έχει εκτεθεί και δεν κρίνεται απαραίτητο να επαναληφθεί και στο σημείο τούτο, παγίως και απαρεγκλίτως γίνεται δεκτό από την πρόσφατη Νομολογία, ότι ΤΕΤΟΙΟΥ ΕΙΔΟΥΣ ΛΟΓΟΙ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ ΔΕΝ ΥΦΙΣΤΑΝΤΑΙ, σε ό,τι αφορά το σύνολο των ρυθμίσεων του άρθρου 4 του Ν. 4092/2012 και υπό την ταυτόσημη αιτιολογία, που και για την παρούσα ρύθμιση επαναλαμβάνεται από την Αιτιολογική Εκθεση του Νόμου.

 

Για τους ίδιους δε λόγους, που, σύμφωνα με όσα επίσης αναλυτικά πιο πάνω αναπτύχθηκαν, δέχεται η πρόσφατη Νομολογία, και με την συγκεκριμένη αυτή ρύθμιση (απαγόρευση αναγκαστικής εκτελέσεως επί τετραετία) παραβιάζεται η ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑΣ, υπό την έννοια της αναγκαιότητας και της προσφορότητας της απαγόρευσης κατάσχεσης των περιουσιακών στοιχείων του Επικουρικού Κεφαλαίου για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, που είναι η διασφάλιση του προγραμματισμού πληρωμών του.

 

(Βλ. παρακαλούμε σχετικά στην προμνημονευθείσα Εκθεση της Επιστημονικής Επιτροπής της Βουλής και τις, ως προς το σημείο τούτο, παραδοχές της Νομολογίας, η οποία αναλυτικά πιο πάνω παρατίθεται).

 

Εν όψει, λοιπόν, όλων των παραπάνω, αποτελεί πρωταρχικό θεσμικό, δεοντολογικό, επαγγελματικό, λειτουργηματικό και κοινωνικό καθήκον όλων των Δικηγόρων της Χώρας, να «κατεδαφίσουν» με συντονισμένους δικονομικούς χειρισμούς και να καταργήσουν, έτσι, στην πράξη, τις πιο πάνω, κατά τον επιεικέστερο χαρακτηρισμό, ατυχείς και απαράδεκτες νομοθετικές ρυθμίσεις.

 

Σε κάθε περίπτωση, δηλαδή, που το «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ», αντικρούοντας αγωγές των παθόντων, θα προβάλλει ενστάσεις αναδρομικής εφαρμογής του άρθρου 4 του Ν. 4092/2012, περιορισμού της αστικής του ευθύνης κλπ, θα πρέπει να αντιπαρατίθενται άμεσα (προφορικά στο ακροατήριο και, ακολούθως, εγγράφως με την προσθήκη – αντίκρουση) τεκμηριωμένα θεμελιωμένες ΑΝΤΕΝΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ, σχετικά με την ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ και το ΑΝΙΣΧΥΡΟ των ανωτέρω διατάξεων.

 

Με τον τρόπο αυτό είναι δεδομένο, ότι θα πυκνώσει η απορριπτική των προδιαληφθεισών διατάξεων νομολογία και θα οδηγηθεί ο Νομοθέτης σε νομοθετική κατάργησή τους και επαναφορά του προηγουμένου καθεστώτος, με την ταυτόχρονη λήψη άλλων συνταγματικά αποδεκτών και αποτελεσματικών μέτρων, για την προάσπιση των συμφερόντων του «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ» (ακινητοποίηση των εκατοντάδων χιλιάδων ανασφάλιστων οχημάτων, επιβολή εξοντωτικών προστίμων στους ιδιοκτήτες τους υπέρ του «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ», επίσπευση της οριστικοποίησης σε ταχύτατο χρόνο της μέχρι τούδε … μακραίωνης διαδικασίας εκκαθάρισης των πτωχευμένων ασφαλιστικών εταιρειών, αύξηση της εισφοράς υπέρ του «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ» κλπ).

 

Για την απλή και μόνον υποβοήθηση της πρακτικής παρατίθενται, συνημμένα, υποδείγματα (σχέδια) αντενστάσεων και νομικών ισχυρισμών, τα οποία, φυσικά, είναι επιδεκτικά της οποιασδήποτε, κατά την κυρίαρχη βούληση των συναδέλφων, συμπλήρωσης, βελτίωσης ή και διόρθωσής τους.

 

 

 

Γιάννης Μ. Κοτζαμανίδης

Μέλος του Δ.Σ. και Πρόεδρος

της Επιτροπής Δικαιοσύνης του

Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης

...

ΕΛΕΝΗ ΜΕ ΠΛΑΓΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ newsletters prev1

legal bank

Newsletter

ΚΑΛΑΘΙ ΑΓΟΡΩΝ

Το καλάθι σας είναι άδειο.