210 9824002 | 6977 000 500 | Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.   |

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΑΝΤΕΝΣΤΑΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΙΣΧΥΡΟ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 4 ΝΟΜΟΥ 4092/2012

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ (ΣΧΕΔΙΑ) ΑΝΤΕΝΣΤΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΩΝ ΙΣΧΥΡΙΣΝΩΝ, ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΙΣΧΥΡΟ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 4 Ν. 4092/2012.

 

(ΓΙΑΝΝΗ Μ. ΚΟΤΖΑΜΑΝΙΔΗ, Δικηγόρου, Μέλους του Δ.Σ. και Προέδρου της Επιτροπής Δικαιοσύνης του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης).

 

 

 

Α.- ΑΝΤΕΝΣΤΑΣΗ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ της διατάξεως  του  άρθρου  4  στοιχ.  γ’  του  Ν. 4092/2012, σε ό,τι αφορά την ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΗ ΙΣΧΥ του εν λόγω Νόμου στην υπό κρίσιν περίπτωση (παράβαση άρθρου 4, 17 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος) – Ανίσχυρο των ανωτέρω διατάξεων, λόγω υπέρβασης των ορίων που ορίζονται από τις, υπερνομοθετικής ισχύος, διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

 

 

Η επικαλούμενη, εκ μέρους του αντιδίκου («ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ»), διάταξη του άρθρου 4 στοιχ. γ’ του Ν. 4092/2012, με την οποία τροποποιήθηκε η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 του Προεδρικού Διατάγματος 237/1986 και θεσπίσθηκε, ότι οι διατάξεις του εν λόγω Νόμου καταλαμβάνουν  αναδρομικά και τις ήδη γεγεννημένες αξιώσεις κατά του «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ», με εξαίρεση μόνον εκείνες, για τις οποίες έχει εκδοθεί οριστική απόφαση, ΤΥΓΧΑΝΕΙ ΚΑΘ’ ΟΛΟΚΛΗΡΙΑΝ ΑΝΙΣΧΥΡΗ ΚΑΙ ΜΗ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΑ,  ΩΣ  ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ (παράβαση άρθρων 4, 17 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος) και, ταυτόχρονα, ΑΝΤΙΘΕΤΗ  ΜΕ  ΤΙΣ  ΥΠΕΡΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ  ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ  ΤΩΝ  ΑΡΘΡΩΝ  6  παρ .  1  ΤΗΣ  ΕΣΔΑ  ΚΑΙ  1 ΤΟΥ  ΠΡΩΤΟΥ  ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ  ΤΗΣ  ΕΣΔΑ.

 

Γι’ αυτόν, δε, ακριβώς τον λόγο, η προδιαληφθείσα διάταξη δεν θα πρέπει να εφαρμοσθεί, από το Δικαστήριο τούτο, στην υπό κρίσιν υπόθεση.

 

Ο ανωτέρω ισχυρισμός μας συνιστά ΑΝΤΕΝΣΤΑΣΗ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ  ΚΑΙ  ΑΝΙΣΧΥΡΟΥ  ΤΗΣ  ΠΙΟ  ΠΑΝΩ  ΔΙΑΤΑΞΕΩΣ, η οποία νομίμως και προσηκόντως προβλήθηκε εκ μέρους μας κατά την διαδικασία και καταχωρήθηκε στα Πρακτικά, λαμβάνεται, δε, υπ’ όψιν αυτεπαγγέλτως και απ’ το σεβαστό Δικαστήριο και στηρίζεται στα εξής, ειδικώτερα, πραγματικά περιστατικά και νομικά δεδομένα:

 

1.- Όπως είναι γνωστό στο σεβαστό Δικαστήριο, με το άρθρο 2 ΑΚ θεσπίζεται η γενικώτερη αρχή του Δικαίου περί μη αναδρομικότητας των Νόμων, η οποία, όπως είναι προφανές, αποβλέπει στην, κατά το δυνατόν, βεβαιότητα των δικαιωμάτων, στην ασφάλεια των συναλλαγών και στην σταθερότητα του δικαίου.

 

Με δεδομένο δε, ότι η ανωτέρω αρχή δεν κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και, συνεπώς, η συγκεκριμένη διάταξη δεν έχει αυξημένη τυπική ισχύ, γίνεται δεκτό, ότι ο Νομοθέτης δεν εμποδίζεται, κατ’ αρχήν, να προσδώσει στον Νόμο αναδρομική ισχύ, ΜΕ  ΤΟΝ  ΣΑΦΗ,  ΟΜΩΣ,  ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟ  ΤΗΣ  ΜΗ ΠΡΟΣΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΜΕΝΩΝ, ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΩΣ, ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ.

 

Πιο συγκεκριμένα, στον Νόμο μπορεί να δοθεί αναδρομική ισχύ, ρητά ή σιωπηρά (έμμεσα), όταν, δηλαδή, από την έννοια και τον σκοπό του συνάγεται νομοθετική βούληση περί αναδρομικής ισχύος του, ώστε να ρυθμισθούν και περασμένα γεγονότα ή σχέσεις του παρελθόντος.

 

Υπό την έννοια, λοιπόν, αυτή, η αναδρομική ισχύς του Νόμου είναι μεν επιτρεπτή, πλην, όμως, ΔΕΝ  ΜΠΟΡΕΙ  ΝΑ  ΥΠΕΡΒΕΙ  ΤΑ  ΟΡΙΑ, ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΘΕΤΟΥΝ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 4, 17 ΚΑΙ 25 ΠΑΡ. 1 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ, ΚΑΘΩΣ  ΚΑΙ  ΟΙ  ΥΠΕΡΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ  ΙΣΧΥΟΣ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ  ΤΩΝ  ΑΡΘΡΩΝ  6  παρ.  1  ΤΗΣ ΕΣΔΑ ΚΑΙ 1 ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΠΡΟΣΘΕΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ ΤΗΣ ΕΣΔΑ.

 

Σύμφωνα, δε, με το άρθρο 1 παρ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε μαζί (από κοινού με την σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με την ρητή διάταξη του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ΑΥΞΗΜΕΝΗ  ΤΥΠΙΚΗ  ΙΣΧΥ  ΕΝΑΝΤΙ  ΤΩΝ  ΚΟΙΝΩΝ  ΝΟΜΩΝ:

 

«Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται του σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ει μη δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του Διεθνούς Δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός Κράτους, όπως θέσει εν ισχύϊ νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών, ΣΥΜΦΩΝΩΣ  ΠΡΟΣ  ΤΟ  ΔΗΜΟΣΙΟΝ  ΣΥΜΦΕΡΟΝ,  Ή  ΠΡΟΣ  ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΙΝ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ  ΦΟΡΩΝ  Ή  ΑΛΛΩΝ  ΕΙΣΦΟΡΩΝ  Ή  ΠΡΟΣΤΙΜΩΝ».

 

Στην, κατά τα ανωτέρω, προστατευόμενη ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ περιλαμβάνονται όχι μόνον τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, ΑΡΑ  ΚΑΙ  ΤΑ  ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΑ ΕΝΟΧΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ, ΜΑΛΙΣΤΑ, ΟΙ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διοικητική απόφαση, ΕΙΤΕ ΑΠΛΩΣ ΓΕΓΕΝΝΗΜΕΝΕΣ ΚΑΤΑ ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, εφ’ όσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟ ΙΣΧΥΟΝ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΣΦΥΓΗ  ΣΤΟ  ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ  ΚΑΘΕΣΤΩΣ, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά.

 

Σε ακολουθία, λοιπόν, όλων των ανωτέρω, είναι προφανές, ότι με την ρύθμιση της προδιαληφθείσης Διεθνούς Συνθήκης, μέσω της αναδρομικής ισχύος του Νόμου, είναι μεν δυνατόν να επέρχεται απόσβεση ή κατάργηση δικαιωμάτων, που έχουν απονεμηθεί με προγενέστερο Νόμο, πλην, όμως, αυτό μπορεί να γίνει μόνον  εφ’  όσον,  η  κατάργηση  ή  η  απόσβεση  επιβάλλεται  ΓΙΑ ΛΟΓΟΥΣ ΓΕΝΙΚΩΤΕΡΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ Ή ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ Ή ΩΦΕΛΕΙΑΣ, η συνδρομή των οποίων ΥΠΟΚΕΙΤΑΙ  ΣΤΟΝ  ΕΛΕΓΧΟ  ΤΩΝ  ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ.

 

Κι αυτό γιατί, σε διαφορετική περίπτωση, η έναντι του κοινού Νομοθέτη προστασία των περιουσιακών αυτών δικαιωμάτων, θα έμενε χωρίς πρακτικό αποτέλεσμα.

 

(Βλ. παρακαλούμε, αναλυτικά, για όλα τα παραπάνω, ΟλΑΠ 6/2007, Δίκη 2008, σελ. 29 και Α’ Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΟλΑΠ 40/1998 ΝοΒ 1999, σελ. 752 κ.ο.κ.).

 

2.- Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 4 στοιχ. γ’ του Ν. 4092/2012, με το οποίο τροποιήθηκε το άρθρο 19 παρ. 2 του Π.Δ. 237/1986, ορίζεται, μεταξύ άλλων, και ότι «η ρύθμιση της παρούσας παραγράφου καταλαμβάνει και τις ήδη γεγεννημένες αξιώσεις κατά του «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ», χωρίς πάντως να θίγει αξιώσεις, που έχουν επιδικασθεί με οριστική απόφαση».       

 

Από την διατύπωση, όμως, της συγκεκριμένης αυτής διάταξης, την οποία επικαλέσθηκε προφορικά στο ακροατήριο το δεύτερο των αντιδίκων
(«ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ»), είναι προφανές, ότι
οι καταργούμενες με την εν λόγω διάταξη ενοχικές αξιώσεις των ζημιωθέντων από τροχαίο ατύχημα κατά του «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ» ΕΜΠΙΠΤΟΥΝ ΣΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΟΡΟΥ «ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ» ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 1 ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ  ΠΡΟΣΘΕΤΟΥ  ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ  ΤΗΣ  ΕΣΔΑ,  ΚΑΘΩΣ  ΚΑΙ  ΣΤΗΝ  ΕΝΝΟΙΑ  ΤΟΥ  ΟΡΟΥ  «ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ»  ΤΟΥ  ΑΡΘΡΟΥ 17  ΤΟΥ  ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ.

 

Παράλληλα, είναι κάτι περισσότερο από σαφές και αδιαμφισβήτητο το γεγονός, ότι υφίσταται  ΝΟΜΙΜΗ  ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ,  με βάση το μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 4092/2012 νομοθετικό καθεστώς, ότι οι ως άνω αξιώσεις των παθόντων από τροχαία ατυχήματα κατά του «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ» μπορούσαν να ικανοποιηθούν δικαστικά.

 

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, ήδη, παγίως και απαρεγκλίτως γίνεται δεκτό από την εντελώς πρόσφατη Νομολογία των Πολιτικών Δικαστηρίων, ότι η αναδρομική κατάργηση των πιο πάνω ενοχικών αξιώσεων είναι αντίθετη στα άρθρα 4 και 17 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

 

Την συγκεκριμένη αυτή θέση της στηρίζει η προδιαληφθείσα νομολογιακή άποψη στο γεγονός, ότι η προαναφερθείσα νομοθετική μεταβολή ΔΕΝ  ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΝΑ  ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ  ΑΠΟ  ΛΟΓΟΥΣ  ΔΗΜΟΣΙΑΣ  ΩΦΕΛΕΙΑΣ.

 

Κι αυτό γιατί, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του Ν. 4092/2012, με τις πιο πάνω διατάξεις του εν λόγω Νόμου, «γίνεται προσπάθεια να διασφαλισθεί η ομαλή λειτουργία του «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ» και, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, επιχειρείται να ρυθμισθούν οι υποχρεώσεις του, χωρίς να κινδυνεύει η οικονομική του θέση, λόγω ακριβώς του ιδιαίτερου επικουρικού του σκοπού.

 

Όπως, όμως, εύστοχα επισημαίνεται από την ίδια πιο πάνω νομολογιακή άποψη, αν, ως «δημόσια ωφέλεια», νοείται η θέση του «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ» και η αποζημίωση παθόντων από τροχαία ατυχήματα, στις περιπτώσεις, που προαναφέρθηκαν, γίνεται εύλογα αντιληπτό, ότι οι πιο πάνω διατάξεις του Ν. 4092/2012 ΑΝΑΙΡΟΥΝ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΤΗΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ», το οποίο, πλέον, δεν θα καταβάλλει παρά μόνον ελάχιστο μέρος των αποζημιώσεων, που οι παθόντες τροχαίων ατυχημάτων δικαιούνται, με αποτέλεσμα, να καταργούνται τα δικαιώματα αυτών, τα οποία κατ’ επίφαση ο Νόμος 4092/2012 ήθελε να … προστατεύσει (!!!!!).

 

Περαιτέρω, απ’ την ίδια πιο πάνω εξόχως αιτιολογημένη και εμπεριστατωμένα θεμελιωμένη νομολογιακή άποψη ρητά επισημαίνεται και το γεγονός, ότι οι προαναφερόμενες  διατάξεις  του  Ν.  4092/2012 ΠΡΟΣΒΑΛΛΟΥΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΑ ΚΑΤΟΧΥΡΩΜΕΝΗ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑΣ (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος), καθώς προβλέπονται μέτρα, που δεν είναι, ούτε αναγκαία, ούτε πρόσφορα, για την προστασία του «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ» και την αποζημίωση των παθόντων από τροχαία ατυχήματα.

 

Κι αυτό γιατί, το επιδωκόμενο αποτέλεσμα θα μπορούσε να επιτευχθεί με την προληπτική επιτήρηση και τον έλεγχο των ασφαλιστικών εταιρειών, την αύξηση των πόρων του «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ» από τα ασφάλιστρα των συμβολαίων αστικής ευθύνης από τροχαία ατυχήματα,  αλλά και την μέριμνα για την ελαχιστοποίηση των οχημάτων, που κυκλοφορούν ανασφάλιστα με τη νομοθετική πάταξη του εν λόγω, συνεχώς διογκωμένου, φαινομένου.

 

Σε κάθε περίπτωση, όμως, τα οποιαδήποτε υπαρκτά προβλήματα του «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ», δεν είναι αποδεκτό, να επιλύονται με την μερική παύση πληρωμών των «δανειστών» του, οι οποίοι, όπως εύστοχα επισημαίνεται στην προκειμένη περίπτωση, δεν είναι τραπεζίτες, αλλά ΜΙΑ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΑΔΥΝΑΜΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΟΜΑΔΑ ΠΟΛΙΤΩΝ, ΠΟΥ ΑΠΑΡΤΙΖΕΤΑΙ, ΚΑΤΑ ΚΥΡΙΟ ΛΟΓΟ, ΑΠΟ ΑΝΑΠΗΡΟΥΣ ΕΞ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΩΝ  ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ  ΚΑΙ  ΑΠΟ  ΧΗΡΕΣ,  ΟΡΦΑΝΑ  ΚΑΙ ΓΟΝΕΙΣ  ΘΥΜΑΤΩΝ  ΤΡΟΧΑΙΩΝ  ΔΥΣΤΥΧΗΜΑΤΩΝ.

 

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, κρίθηκε, ότι είναι αδιανόητο, να παρεμβαίνει το Κράτος, κατά τέτοιο προστατευτικό τρόπο, υπέρ ενός Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου, με ρυθμίσεις, οι οποίες δεν απορρέουν από οποιαδήποτε διεθνή (μνημονιακή ή άλλη) υποχρέωση της Χώρας μας για την μείωση των δημοσίων δαπανών.

 

Τέλος, απ’ την ίδια πιο πάνω νομολογιακή άποψη ρητά επισημαίνεται και το γεγονός, ότι οι προδιαληφθείσες διατάξεις του Ν. 4092/2012 ΘΙΓΟΥΝ  ΤΟΝ ΠΥΡΗΝΑ  ΤΟΥ  ΣΧΕΤΙΚΟΥ  ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ  ΤΩΝ  ΠΑΘΟΝΤΩΝ,  ΝΑ ΑΞΙΩΣΟΥΝ ΤΗΝ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΗΔΗ ΓΕΓΕΝΝΗΜΕΝΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ  ΤΟΥΣ  ΑΠ’  ΤΟ  «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ  ΚΕΦΑΛΑΙΟ».

 

Για όλους τους παραπάνω λόγους, απ’ την προδιαληφθείσα νομολογιακή άποψη, γίνεται ρητά και κατηγορηματικά δεκτό, ότι δεν είναι αποδεκτή η προσβολή της περιουσίας των εναγόντων, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, καθώς και της ιδιοκτησίας τους, κατά το άρθρο 17 του Συντάγματος, αποκλειστικά και μόνον, για να εξυπηρετηθεί το ΤΑΜΕΙΑΚΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ του «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ».

 

Κι αυτό γιατί, όπως προαναφέρθηκε, το «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ» είναι ΝΟΜΙΚΟ  ΠΡΟΣΩΠΟ  ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ  ΔΙΚΑΙΟΥ, το συμφέρον του οποίου ΔΕΝ  ΤΑΥΤΙΖΕΤΑΙ  ΜΕ  ΤΟ  ΔΗΜΟΣΙΟ  Ή ΓΕΝΙΚΟ  ΣΥΜΦΕΡΟΝ, ανεξάρτητα απ’ το γεγονός, ότι εποπτεύεται από το Υπουργείο Εμπορίου.

 

Γι’ αυτόν, δε, ακριβώς τον λόγο, γίνεται δεκτό, ότι η αναδρομική κατάργηση των πιο πάνω αξιώσεων, αλλά και η αναδρομική αύξηση του παθητικού της περιουσίας των παθόντων είναι αντίθετη με τα άρθρα 4 και 17 του Συντάγματος και με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, καθώς δεν τηρήθηκαν οι όροι, που διατάσσουν οι διατάξεις αυτές για την νόμιμη στέρηση των περιουσιακών αυτών δικαιωμάτων.

 

(Βλ. παρακαλούμε σχετικά ΜονΠρωτΑθηνών 3941/29-11-2012, ΜονΠρωτΑθηνών 3903/2012, ΜονΠρωτΑθηνών 3905/27-11-2012, ΜονΠρωτΑθ 3977/2012, ΜονΠρωτΚατερίνης 31/2013, ΜονΠρωτΘεσ/νικης 2144/2013).

 

Τονίζεται, ότι τις ανωτέρω νομολογιακές απόψεις και θέσεις ήδη, προ πάσης ψηφίσεως του προμνημονευθέντος νόμου, ΕΙΧΕ  ΥΙΟΘΕΤΗΣΕΙ  ΚΑΙ Η ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, στην, μετ’ επικλήσεως, προσαγόμενη, έκθεση, την οποία συνέταξε σχετικά με τις διατάξεις του Νομοσχεδίου, το οποίο, στην συνέχεια, αποτέλεσε και το κείμενο του Νόμου 4092/2012.

 

3.- Σε ακολουθία, λοιπόν, όλων των ανωτέρω, σαφέστατο και αδιαμφισβήτητο καθίσταται το γεγονός, ότι η διάταξη του άρθρου 4 στοιχ. γ’ του Ν. 4092/2012, με το οποίο επιβάλλεται η αναδρομική ισχύς των ρυθμίσεων, που θίγουν τα δικαιώματα των παθόντων από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα και, ειδικώτερα, το ύψος της επιδικαστέας σ’ αυτούς αποζημιώσεως, τυγχάνει ανίσχυρη, ως προδήλως αντισυνταγματική (παράβαση των άρθρων 4 και 17 του Συντάγματος), αλλά και ως αντικείμενη στις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

 

Γι’ αυτόν, δε, ακριβώς τον λόγο, θα πρέπει, να απορριφθούν οι, περί του αντιθέτου, σχετικοί ισχυρισμοί και ενστάσεις του αντιδίκου («ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ»), αναφορικά με τον περιορισμό, στην υπό κρίσιν περίπτωση, της αστικής του, έναντι ημών, ευθύνης, με βάση την διάταξη του άρθρου 4 στοιχ. γ’ του Ν. 4092/2012.

 

Κι’ αυτό γιατί οι κατά του αντιδίκου αξιώσεις μας ήταν ήδη  γεγεννημένες από την 30-5-2010 (χρόνος ζημιογόνου ατυχήματος), δηλαδή πριν απ’ την δημοσίευση του Ν. 4092/2012, ασκήθηκαν, δε, με την ένδικη αγωγή μας, ομοίως, πριν απ’ την δημοσίευση του ίδιου πιο πάνω Νόμου.

 

 

Β.- ΑΝΤΕΝΣΤΑΣΗ ΑΝΙΣΧΥΡΟΥ της διατάξεως του άρθρου 4 στοιχ. γ’ του Ν. 4092/2012, ως προς τον ποσοτικό περιορισμό της αστικής ευθύνης του «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ», προς αποζημίωσή μας, για χρηματική μας ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης,  λόγω αντίθεσής της προς την Δεύτερη Οδηγία του Συμβουλίου της 30-12-1983 (84/5/ΕΟΚ).

             

Πέραν όλων όσων διεξοδικά πιο πάνω αναπτύχθηκαν, η προμνημονευθείσα διάταξη του άρθρου 4 στοιχ. γ’ του Ν. 4092/2012 τυγχάνει απολύτως ανίσχυρη και δεν μπορεί να εφαρμοσθεί, εν προκειμένω, από το σεβαστό Δικαστήριο, λόγω της πλήρους αντίθεσής της με την Δεύτερη Οδηγία του Συμβουλίου της 30-12-1983 (84/5/ΕΟΚ), δια της οποίας, ρητά και κατηγορηματικά ορίζεται, ότι η αξίωση για αποζημίωση, τόσο για υλικές ζημίες, όσο και για σωματικές βλάβες, ΔΕΝ  ΜΠΟΡΕΙ  ΝΑ  ΕΙΝΑΙ  ΚΑΤΩΤΕΡΗ ΑΠ’ ΤΑ, ΕΚΑΣΤΟΤΕ ΙΣΧΥΟΝΤΑ, ΕΛΑΧΙΣΤΑ ΟΡΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ  ΚΑΛΥΨΗΣ.

 

Πρόκειται, δηλαδή, για σαφή και νομοθετικά ανεπίτρεπτη μη συμμόρφωση του Έλληνα Νομοθέτη με τις επιταγές της ανωτέρω Οδηγίας, η οποία έχει σαφές περιεχόμενο και, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, άμεση εφαρμογή στην Χώρα μας.

 

Εξειδικεύοντας τους ανωτέρω ισχυρισμούς και επικαλούμενοι τις νομικές σκέψεις και παραδοχές της εντελώς πρόσφατης, ως προς το σημείο τούτο, Νομολογίας των Πολιτικών Δικαστηρίων, αλλά και της σχετικής έκθεσης της Επιστημονικής Επιτροπής της Βουλής, διαλαμβάνουμε, αναλυτικά, τα ακόλουθα:

 

1.- Όπως είναι γνωστό, μεταξύ των πηγών δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης περιλαμβάνονται και οι ΟΔΗΓΙΕΣ, που προβλέπονται και ρυθμίζονται στο άρθρο 288 ΙΙΙ της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ).

 

Η Οδηγία είναι η πλέον ιδιόρρυθμη πράξη, που προβλέπει το κοινοτικό - ενωσιακό δίκαιο και απευθύνεται μόνο στα Κράτη - Μέλη και, άρα, κατ’ αρχήν όχι στα φυσικά και νομικά πρόσωπα.

 

(Βλ. σχετικά Ε. Σαχπεκίδου, Ευρωπαϊκό Δίκαιο, 2011, σελ. 460).

 

Η Οδηγία ΔΕΣΜΕΥΕΙ  ΚΑΘΕ  ΚΡΑΤΟΣ  –  ΜΕΛΟΣ,  ΣΤΟ  ΟΠΟΙΟ ΑΠΕΥΘΥΝΕΤΑΙ,  ΟΣΟΝ  ΑΦΟΡΑ  ΤΟ  ΕΠΙΔΙΩΚΟΜΕΝΟ  ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ, αλλά αφήνει την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των Εθνικών Αρχών (βλ. σχετ. και Π. Κανελλόπουλο, το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 2010, σελ. 288, Λ. Κοτσίρη, Ευρωπαϊκό Εμπορικό Δίκαιο, τομ. Ι, 2003, σελ. 72, Ε.Σαχπεκίδου, ό.π., σελ. 460).

 

Επομένως, η Οδηγία δεσμεύει το Κράτος - Μέλος προς το οποίο απευθύνεται ως προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, το οποίο (αποτέλεσμα) δεν είναι οι γενικοί κοινοτικοί σκοποί, ΑΛΛΑ  ΤΑ  ΑΠΟ  ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΙΔΙΑΣ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ ΑΠΟΡΡΕΟΝΤΑ ΕΝΝΟΜΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ, στα οποία τα Κράτη - Μέλη αποδέκτες πρέπει να δώσουν εσωτερική ισχύ (Λ. Κοτσίρης, ό.π., σελ. 72).

 

Σε σχέση με την ελευθερία επιλογής του τύπου και των μέσων πραγμάτωσης του επιδιωκόμενου αποτελέσματος πρέπει να παρατηρηθεί, ότι αυτή ΕΙΝΑΙ  ΑΡΚΕΤΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗ.

 

Κι αυτό γιατί, αφ’ ενός μεν συνήθως οι Οδηγίες χαρακτηρίζονται από ρυθμιστική ένταση, αφ’ ετέρου δε, η ελευθερία επιλογής δεν επηρεάζει την υποχρέωση των Κρατών – Μελών, να επιλέγουν την πιο κατάλληλη μορφή και μέθοδο διασφάλισης του επιδιωκομένου, με την Οδηγία, αποτελέσματος (Λ. Κοτσίρης, ό.π., σελ. 72-73).

 

Περαιτέρω, το άρθρο 288 ΙΙΙ ΣΛΕΕ (βλ. αντίστοιχα και άρθρο 249 ΣΕΚ) δεν προσδίδει στην Οδηγία ρητά δύναμη άμεσης εφαρμογής, αφού προϋποθέτει μεταφορά αυτής στο Εθνικό Δίκαιο μέσω των αρμόδιων Εθνικών Οργάνων.

 

Ωστόσο, η ίδια η διάταξη ΔΕΝ  ΑΠΟΚΛΕΙΕΙ  ΤΗΝ  ΑΜΕΣΟΤΗΤΑ  ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ  ΤΗΣ  ΟΔΗΓΙΑΣ  ΠΟΥ  ΕΧΕΙ  ΠΛΗΡΟΤΗΤΑ, εφ’ όσον παρέλθει η προθεσμία μεταφοράς της στο Εθνικό Δίκαιο.

 

Έτσι, το ΔΕΚ έχει την τάση να αναγνωρίζει ΑΜΕΣΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ στην Οδηγία, ΟΤΑΝ  ΑΥΤΗ  ΕΙΝΑΙ  ΣΑΦΗΣ  ΚΑΙ  ΑΠΟΝΕΜΕΙ  ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ  ΣΤΑ ΑΤΟΜΑ, ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΤΑ ΕΠΙΚΑΛΕΣΤΟΥΝ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΩΝ ΕΘΝΙΚΩΝ  ΤΟΥΣ  ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ, ιδίως όταν το Κράτος - Μέλος παρέλειψε να τηρήσει την προθεσμία, που η Οδηγία έθεσε για την μεταφορά της στο Εθνικό Δίκαιο.

 

Εφ’ όσον, δε, συντρέχουν οι προϋποθέσεις πρόσδοσης στην Οδηγία άμεσου αποτελέσματος, τόσο οι Εθνικές Αρχές, όσο και τα Εθνικά Δικαστήρια υποχρεούνται αυτεπαγγέλτως, δυνάμει του Κοινοτικού Δικαίου, να την εφαρμόζουν άμεσα (βλ. και Λ.Κοτσίρη, ό.π., σελ. 74).

 

Γίνεται, εξ άλλου, δεκτό ότι η προαναφερόμενη ευχέρεια του Κράτους να επιλέξει μεταξύ περισσότερων δυνατών μέσων, προκειμένου να επιτύχει το επιδιωκόμενο με την Οδηγία αποτέλεσμα, δεν αποκλείει την δυνατότητα των ιδιωτών να επικαλεστούν ενώπιον των Εθνικών Δικαστηρίων τα δικαιώματα, των οποίων ΤΟ  ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ  ΜΠΟΡΕΙ  ΝΑ  ΚΑΘΟΡΙΣΤΕΙ ΜΕ  ΕΠΑΡΚΗ  ΑΚΡΙΒΕΙΑ,  ΒΑΣΕΙ  ΤΩΝ  ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ  ΤΗΣ  ΟΔΗΓΙΑΣ  ΚΑΙ ΜΟΝΟ (βλ. έτσι και Λ.Κοτσίρη, ό.π., σελ. 76, με περαιτέρω παραπομπές στη Νομολογία του ΔΕΚ).

 

Περαιτέρω, σε περίπτωση κανονικής συμμόρφωσης του Κράτους - Μέλους προς την Οδηγία, οι έννομες συνέπειες για τον ιδιώτη πηγάζουν αποκλειστικά και μόνο από τις πράξεις μεταφοράς των Εθνικών Αρχών και ουδέποτε από την ίδια την Οδηγία.

 

Εν τούτοις, οι πράξεις μεταφοράς των Εθνικών Αρχών δεν τελούν στην απόλυτη διάθεση και ανεξέλεγκτη διακριτική ευχέρειά τους και, επομένως, δεν μπορούν να τροποποιούνται, να ανακαλούνται ή να αντικαθίστανται από τις Εθνικές Αρχές, που τις εξέδωσαν ή από τον ίδιο τον Εθνικό Νομοθέτη, ΑΚΟΜΗ  ΚΙ  ΑΝ  ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ  ΤΟΝ  ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΟ  ΝΟΜΟΘΕΤΗ (Π. Κανελλόπουλος, ό.π., σελ. 294, Ε.Σαχπεκίδου, ό.π., σελ. 467).

 

Η υλοποίηση του επιδιωκόμενου με την Οδηγία αποτελέσματος ΔΕΝ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΕΙΤΑΙ,  ΑΠΛΩΣ  ΚΑΙ  ΜΟΝΟΝ,  ΜΕ  ΤΗΝ  ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΤΗΣ ΣΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, ΑΛΛΑ  ΤΟ  ΚΡΑΤΟΣ  –  ΜΕΛΟΣ  ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΕΙ  ΝΑ  ΔΕΣΜΕΥΕΤΑΙ  ΑΠΟ  ΤΟ  ΚΕΙΜΕΝΟ  ΤΗΣ  ΚΑΙ  ΔΕΝ  ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ  ΝΑ  ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΘΕΙ,  ΕΣΤΩ ΚΑΙ ΑΡΓΟΤΕΡΑ, ΑΠΟ ΤΙΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΟΥ (Ε.Σαχπεκίδου, ό.π., σελ. 467).

 

2.- Περαιτέρω, σύμφωνα με την Δεύτερη Οδηγία του Συμβουλίου της 30.12.1983 «για την προσέγγιση των νομοθεσιών των Κρατών - Μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων» (84/5/ΕΟΚ), προβλέπεται στο άρθρο 1 παρ. 4 αυτής ότι:

 

«Κάθε Κράτος - Μέλος ιδρύει ή εγκρίνει οργανισμό, αποστολή του οποίου είναι να αποκαθιστά, ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΕΝΤΟΣ ΤΩΝ ΟΡΙΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗΣ  ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ, τις υλικές ζημίες ή τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται από όχημα αγνώστων στοιχείων ή για το οποίο δεν έχει εκπληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης της παραγράφου 1».

 

Στα πλαίσια του Ελληνικού Δικαίου το ζήτημα της ίδρυσης και ευθύνης του προβλεπόμενου από την πιο πάνω Οδηγία Οργανισμού είχε ήδη προβλεφθεί στα άρθρα 16 επ. Ν. 489/1976, που ήδη κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ. 237/1986, καθώς ιδρύθηκε το Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία «Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων».

 

3.- Επίσης, σύμφωνα με την Οδηγία του Συμβουλίου της 24.4.1972 «περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και με τον έλεγχο της υποχρεώσεως προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής» (72/166 ΕΟΚ) προβλέπεται στο άρθρο 3 παρ. 1 αυτής ότι:

 

«Κάθε Κράτος - Μέλος λαμβάνει … όλα τα απαραίτητα μέτρα, ώστε η αστική ευθύνη, η σχετική με την κυκλοφορία οχημάτων με συνήθη στάθμευση στο έδαφός του, να καλύπτεται από ασφάλιση».

 

Στα πλαίσια του Ελληνικού Δικαίου η συμμόρφωση της Ελλάδας προς την Οδηγία αυτή έλαβε χώρα με τις σχετικές ρυθμίσεις του Ν. 489/1976, που ήδη κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ. 237/1986.

 

Μάλιστα, εδώ πρέπει να τονιστεί, ότι η κάλυψη της αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία οχημάτων στην Ελλάδα γίνεται στα πλαίσια του Εθνικού μας Δικαίου:

 

α.- Αφ’ ενός μεν, με την πρόβλεψη της υποχρεωτικής κάλυψης με ασφάλιση της έναντι τρίτων αστικής ευθύνης (άρθρα 2 επ. Π.Δ. 237/1986),

 

β.- Αφ’ ετέρου δε, με την πρόβλεψη της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου σε περίπτωση πτώχευσης του ασφαλιστή ή άκαρπης εκτέλεσης σε βάρος του ασφαλιστή ή τέλος ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης (άρθρο 19 παρ. 1 περ. γ’ Ν. 489/1976, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο τέταρτο του Ν. 4092/2012).

 

Επομένως, η εναρμόνιση της Εθνικής μας Νομοθεσίας προς την αμέσως πιο πάνω Οδηγία γίνεται, όχι μόνο με την πρόβλεψη υποχρεωτικής ασφαλιστικής κάλυψης των οχημάτων που κυκλοφορούν στην Ελλάδα, αλλά και με την πρόβλεψη ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου για τις πιο πάνω περιπτώσεις, δεδομένου, ότι, αφ’ ενός το Κράτος είναι υπεύθυνο για την άσκηση ελέγχου και εποπτείας των ασφαλιστικών εταιριών, αφ’ ετέρου, η προαναφερόμενη Οδηγία απαιτεί κατά τρόπο σαφή την λήψη μέτρων για ασφαλιστική κάλυψη των οχημάτων και όχι για απλή σύναψη ασφαλιστικής σύμβασης. 

 

Με άλλα λόγια, η ως άνω Οδηγία απαιτεί από τα Κράτη - Μέλη την πραγματική ασφαλιστική κάλυψη, με ευθύνη κάθε Κράτους - Μέλους.

 

4.- Με το άρθρο τέταρτο Ν. 4092/2012 τροποποιήθηκαν διατάξεις του Π.Δ. 237/1986 και, ειδικώτερα, με το στοιχείο γ’ του ως άνω άρθρου αντικαταστάθηκε το άρθρο 19 παρ. 2 Π.Δ. 237/1986, το οποίο πλέον προβλέπει μεταξύ άλλων:

 

α.- Οτι η αποζημίωση που καταβάλλει του Επικουρικό Κεφάλαιο για χρηματικές ικανοποιήσεις λόγω ψυχικής οδύνης δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των 6.000,00 ΕΥΡΩ για κάθε δικαιούχο και

 

β.- Οτι η αποζημίωση στην περίπτωση πτώχευσης του ασφαλιστή ή άκαρπης εκτέλεσης σε βάρος του ασφαλιστή ή τέλος ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής εταιρίας το συνολικό ποσό για την αποζημίωση από το Επικουρικό Κεφάλαιο καταβάλλεται όχι ολόκληρο, αλλά με βάση ορισμένα ποσοστά που η ως άνω διάταξη λεπτομερώς ορίζει.

 

Ο εν λόγω, όμως, ποσοτικός περιορισμός της οφειλόμενης από το Επικουρικό Κεφάλαιο αποζημίωσης σε περίπτωση τροχαίου ατυχήματος είναι ΑΝΙΣΧΥΡΟΣ, με βάση όσα προαναφέρθηκαν.

 

Ειδικώτερα:

 

i.- Η περιορισμένη στο ποσό των 6.000,00 ΕΥΡΩ αξίωση κατ’ αυτού για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης είναι ευθέως αντίθετη προς την Δεύτερη Οδηγία του Συμβουλίου της 30.12.1983 (84/5/ΕΟΚ), η οποία ορίζει ότι η αξίωση για αποζημίωση τόσο για υλικές ζημίες όσο και για σωματικές βλάβες (στις οποίες υπάγεται και η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης∙ βλ. έτσι ενδεικτικά ολΑΠ 9/1993, ΕλλΔνη 1994 σελ. 333 και ΝοΒ 1994 σελ. 375) ΔΕΝ  ΜΠΟΡΕΙ  ΝΑ  ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΩΤΕΡΗ  ΑΠ’  ΤΑ  ΕΛΑΧΙΣΤΑ  ΟΡΙΑ  ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΚΑΛΥΨΗΣ.

 

ii.- Ο περιορισμός σε ορισμένο μόνο ποσοστό της οφειλόμενης από το Επικουρικό Κεφάλαιο αποζημίωσης του παθόντος σε περίπτωση πτώχευσης του ασφαλιστή ή άκαρπης εκτέλεσης σε βάρος του ασφαλιστή ή τέλος ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής εταιρίας είναι αντίθετος προς την Οδηγία του Συμβουλίου της 24.4.1972 (72/166 ΕΟΚ).

 

Η εν λόγω Οδηγία, όπως ήδη αναφέρθηκε, επιβάλλει στα κράτη μέλη την λήψη μέτρων, ώστε κάθε όχημα που κυκλοφορεί στο έδαφός τους, να καλύπτεται ασφαλιστικά, δηλαδή όχι, απλά, να έχει συνάψει σύμβαση ασφάλισης, αλλά και σε κάθε μεταγενέστερο του τροχαίου ατυχήματος χρόνο να δύναται ο παθών να αποζημιωθεί από ασφαλιστική εταιρία ή άλλο φερέγγυο πρόσωπο.

 

Κατά συνέπεια, εφ’ όσον με τις ως άνω διατάξεις του Ν. 4092/2012 τροποποιούνται οι πράξεις μεταφοράς των πιο πάνω Οδηγιών, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να μην συμμορφώνεται, πλέον, με τις επιταγές των Οδηγιών αυτών, οι οποίες έχουν ένα σαφές περιεχόμενο και, άρα, άμεση εφαρμογή, οι σχετικές διατάξεις του Ν. 4092/2012 είναι ΑΝΙΣΧΥΡΕΣ, σύμφωνα εξάλλου και με όσα αναφέρονται πιο πάνω στη με στοιχείο Ι σκέψη της παρούσας.

 

(Βλ. παρακαλούμε σχετικά με όλα τα παραπάνω ΜονΠρωτΑθηνών 3941/29-11-2012, ΜονΠρωτΑθηνών 3977/2012  στην ηλεκτρονική έκδοση του Νομικού Περιοδικού «ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ». Βλ. επίσης ΜονΠρωτΘες/νίκης 2144/2013). 

 

Στο σημείο αυτό, θα πρέπει, να τονισθεί, ότι την αντίθεση των ως άνω διατάξεων του Ν. 4092/2012 ΕΝΤΟΠΙΣΕ ΚΑΙ ΕΠΙΣΗΜΑΝΕ ΚΑΙ Η ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ στην, μετ’ επικλήσεως προσαγόμενη, Έκθεση που συνέταξε σχετικά με τις διατάξεις του Νομοσχεδίου, που στη συνέχεια αποτέλεσε το κείμενο του Ν. 4092/2012.

 

(Βλ. παρακαλούμε στο περιεχόμενο της ανωτέρω έκθεσης, σελ. 15 – 19).

 

Γι’ αυτόν, δε, ακριβώς τον λόγο, θα πρέπει να απορριφθούν οι περί του αντιθέτου σχετικοί ισχυρισμοί και ενστάσεις του αντιδίκου («ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ»), αναφορικά με τον περιορισμό, στην υπό κρίσιν περίπτωση, της αστικής του, έναντι ημών, ευθύνης, για αποζημίωσή μας, λόγω ψυχικής οδύνης, με βάση την διάταξη του άρθρου 4 στοιχ. γ’ του Ν. 4092/2012.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

 

Εφ’ όσον υφίσταται περίπτωση πτώχευσης του ασφαλιστή ή άκαρπης εκτέλεσης σε βάρος του ή ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της ασφαλιστικής εταιρείας, τότε, με το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο προβάλλεται η αντένσταση του ανισχύρου της διατάξεως του άρθρου 4 στοιχ. Γ’ του Ν. 4092/2012, ως προς τον περιορισμό σε ορισμένο μόνο ποσό ή ποσοστό της οφειλομένης από το Επικουρικό Κεφάλαιο αποζημίωσης του παθόντος, ΛΟΓΩ ΑΝΤΙΘΕΣΗΣ ΤΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ 24-4-1972 (72/166 ΕΟΚ).

 

 

 

Γ.- ΑΝΤΕΝΣΤΑΣΗ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΑΝΙΣΧΥΡΟΥ της επικαλούμενης από το αντίδικο («ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ»), διάταξης του άρθρου 19 παρ. 2 Π.Δ. 237/1986, όπως αυτή τροποποιήθηκε και ισχύει με την διάταξη του άρθρου 4 εδ. γ’ του Ν. 4092/2012, σχετικά με το οφειλόμενο απ’ αυτό, ετησίως, ποσοστό νόμιμου τόκου (6%).

 

 

Το αντίδικο («ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ») προέβαλε, κατά την διαδικασία την ένσταση περιορισμού της ευθύνης του για την καταβολή τόκων επί της ενδίκου και κρινομένης, κατ’ αυτού αξιώσεώς μου σε ποσοστό 6% ετησίως επικαλούμενο, σχετικώς και την διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 Π.Δ. 237/1986, όπως αυτή τροποποιήθηκε και ισχύει με την διάταξη του άρθρου 4 εδ. γ’ του Ν. 4092/2012.

 

Με βάση δε την ίδια πιο πάνω διάταξη, το αντίδικο ισχυρίζεται, ότι είναι μη νόμιμο το αίτημά μου για την υπέρ εμού επιδίκαση τόκων υπερημερίας κατά το άρθρο 346 ΑΚ.

 

Αντικρούοντας, λοιπόν, την ανωτέρω ένσταση του αντιδίκου, ρητά κατά την διαδικασία προέβαλα την αντένσταση περί αντισυνταγματικότητας της προαναφερθείσας διατάξεως του άρθρου 19 παρ. 2 Π.Δ. 237/1986, όπως αυτή τροποποιήθηκε και ισχύει με την διάταξη του άρθρου 4 εδ. γ’ του Ν. 4092/2012, ζητώντας την υπέρ εμού επιδίκαση του, κατά τα επί μέρους από την άσκηση της ένδικης και κρινόμενης αγωγής μου και εντεύθεν χρονικά διαστήματα εκ του άρθρου 3 παρ. 2 του Ν. 2842/2000 (όπως η εν λόγω διάταξη έχει τροποποιηθεί και ισχύει μέχρι σήμερα), προβλεπομένου ΝΟΜΙΜΟΥ ΤΟΚΟΥ ΥΠΕΡΗΜΕΡΙΑΣ και όχι του περιορισμένου ποσοστού 6% ετησίως, που προβλέπεται απ’ την επικαλούμενη εκ μέρους του αντιδίκου πιο πάνω διάταξη.

 

Η ανωτέρω αντένστασή μου στηρίζεται στους εξής, ειδικώτερα, νομικούς ισχυρισμούς:

 

Ι.- Με το επικαλούμενο εκ μέρους του αντιδίκου («ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ») άρθρο 19 παρ. 2 Π.Δ. 237/1986, όπως αυτό τροποποιήθηκε και ισχύει με την διάταξη του άρθρου 4 εδ. γ’ του Ν. 4092/2012, ορίζεται ότι «οι τόκοι που στις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου υποχρεούται να καταβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιο υπολογίζονται σε κάθε περίπτωση με επιτόκιο έξι τοις εκατό (6%) ετησίως».

 

Η διάταξη αυτή αναγνωρίζει υπέρ του Επικουρικού Κεφαλαίου ΕΥΝΟΪΚΗ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗ, ως προς το θέμα της επιδίκασης τόκων, χωρίς, όμως, κάτι τέτοιο, να δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος.

 

Κι’ αυτό γιατί, όπως ήδη παγίως γίνεται νομολογιακά δεκτό, ΤΟ ΑΠΛΟ ΤΑΜΕΙΑΚΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΔΕΝ ΤΑΥΤΙΖΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ‘Η ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ και, συνεπώς, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παραβίαση του δικαιώματος των παθόντων από τροχαία ατυχήματα να απαιτήσουν και να λάβουν τόκους για τις αξιώσεις τους σε ποσοστό ίδιο με εκείνο που καταβάλλουν οι ιδιώτες.

 

Εξάλλου, δεν συνιστά τέτοιο λόγο δημοσίου συμφέροντος το γεγονός, ότι το Επικουρικό Κεφάλαιο, που είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Κράτους.

 

ΙΙ.- Μετά ταύτα, σαφέστατο και αδιαμφισβήτητο καθίσταται το γεγονός, ότι η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 Π.Δ. 237/1986, όπως αυτή τροποποιήθηκε και ισχύει με την διάταξη του άρθρου 4 εδ. γ’ του Ν. 4092/2012, ΕΡΧΕΤΑΙ ΣΕ ΑΝΤΙΘΕΣΗ:

 

1.- Με τα άρθρα 4 παρ. 1, και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού µε αυτή αναγνωρίζεται υπέρ του Επικουρικού Κεφαλαίου ευνοϊκή μεταχείριση,

 

2.- Με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφού δεν προκύπτει, ότι υφίσταται λόγος δημοσίου συμφέροντος, που να καθιστά ανεκτή τη διαφοροποίηση αυτή.

 

3.- Με την διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, εν όψει του ότι επιβάλλεται προσβολή της περιουσίας του κάθε παθόντος - δανειστή του Επικουρικού Κεφαλαίου, χωρίς να γίνεται επίκληση σοβαρού λόγου δημοσίου συμφέροντος και

 

4.- Με την ήδη και συνταγματικώς κατοχυρωμένη (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος) αρχή της αναλογικότητας.

 

(Βλ. παρακαλούμε, σχετικά με τα παραπάνω, ΜονΠρωτΑθηνών 3941/29-11-2012 – Χαράλαμπος Σεβαστίδης – στην ηλεκτρονική έκδοση του Νομικού Περιοδικού «ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ» και στις επικαλούμενες με την εν λόγω απόφαση σκέψεις της ΟλΑΠ 4/2012, ΕφΑΔ (2012), 578, ΧρΙΔ (2012), 440).

 

ΙΙΙ.- Σε ακολουθία, λοιπόν, όλων των ανωτέρω, ευθέως και ανενδοιάστως συνάγεται, ότι το αίτημά μου για την υπέρ εμού επιδίκαση τόκων υπερημερίας με βάση το άρθρο 346 ΑΚ είναι νόμιμο, λόγω της πρόδηλης αντισυνταγματικότητας του άρθρου 19 παρ. 2 Π.Δ. 237/1986, όπως αυτό τροποποιήθηκε και ισχύει με την διάταξη του άρθρου 4 εδ. γ’ του Ν. 4092/2012, που περιορίζει την υποχρέωση του Επικουρικού Κεφαλαίου για καταβολή τόκων σε ποσοστό 6% ετησίως, σύμφωνα με όσα λεπτομερώς αναπτύσσονται ανωτέρω.

 

Γι’ αυτόν δε ακριβώς τον λόγο, θα πρέπει να κριθούν απορριπτέοι, ως νόμω και ουσία αβάσιμοι, οι ως άνω, περί του αντιθέτου, ισχυρισμοί και ενστάσεις του αντιδίκου («ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ»).

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Με δεδομένο, ότι, υφίσταται η πιθανότητα, να μην προταθεί απ’ το «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ» η ανωτέρω, περί περιορισμού της ευθύνης του για την καταβολή εκ μέρους του τόκων στο ποσοστό 6% ετησίως, γιατί ενδεχομένως θα θεωρηθεί απ’ την πλευρά του, ότι … νόμιμος τόκος είναι ο προβλεπόμενος απ’ την προμνημονευθείσα αντισυνταγματική διάταξη, σκόπιμο θα ήταν οι ανωτέρω ισχυρισμοί, αντί αντενστάσεως, να υποβληθούν, καθ’ υποφοράν, είτε με την αγωγή, είτε με τις προκατατιθέμενες προτάσεις, ΥΠΟ ΤΗΝ ΜΟΡΦΗ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ.

 

Το σχετικό αίτημα θα πρέπει να έχει, ως αντικείμενο:

 

α.- Την αναγνώριση με παρεμπίπτουσα σκέψη της εκδοθησομένης αποφάσεως, της αντισυνταγματικότητας και, συνεπώς, ανισχύρου της διατάξεως του άρθρου 19 παρ. 2 Π.Δ. 237/1986, όπως αυτή τροποποιήθηκε και ισχύει με την διάταξη του άρθρου 4 εδ. γ’ του Ν. 4092/2012 και, μετά ταύτα,

 

β.- Τον προσδιορισμό στο σκεπτικό και διατακτικό της εν λόγω αποφάσεως του επιδικαζομένου νομίμου τόκου στα ποσοστά, που προβλέπονται απ’ την διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ (νόμιμος τόκος υπερημερίας) και του άρθρου 3 παρ. 2 του Ν. 2842/2000, όπως η εν λόγω διάταξη τροποποιήθηκε και ισχύει για τα επί μέρους, από την άσκηση της αγωγής και μετέπειτα, χρονικά διαστήματα.

 

Κατά τα λοιπά, για την θεμελίωση του ανωτέρω αιτήματος ισχύουν, φυσικά, τα όσα αμέσως πιο πάνω αναπτύχθηκαν για την προβολή της αντενστάσεως αντισυνταγματικότητας κλπ.

 

Γιάννης Μ. Κοτζαμανίδης

Μέλος του Δ.Σ. και Πρόεδρος

της Επιτροπής Δικαιοσύνης του

Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης

...

ΕΛΕΝΗ ΜΕ ΠΛΑΓΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ newsletters prev1

legal bank

Newsletter

ΚΑΛΑΘΙ ΑΓΟΡΩΝ

Το καλάθι σας είναι άδειο.