210 9824002 | 6977 000 500 | Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.   |

Κριτική θεώρηση των νέων διατάξεων περί Επικουρικού Κεφαλαίου

Κριτική θεώρηση των νέων διατάξεων περί Επικουρικού Κεφαλαίου:
Τα θύματα και οι πρώην ασφαλισμένοι ως έμμεσοι χρηματοδότες του Επικουρικού Κεφαλαίου»*

Ηλίας Ι. Κλάππας, Δικηγόρος,
Μέλος Δ.Σ. του Δ.Σ.Πειραιά

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Ι Νομοθετικές τροποποιήσεις με το άρθρο 4 ν.4092/2012
ΙΙ Οι χρηματοδότες του Επικουρικού Κεφαλαίου
ΙΙΙ Προσφορότητα και αναγκαιότητα της λύσης που επέλεξε ο νομοθέτης – Προβληματισμοί περί δημοσίου συμφέροντος
IV Η Δικαιοσύνη απέναντι στο άρθρο 4 ν.4092/2012
Α Τα δικαστήρια είναι κατά το Σύνταγμα και το νόμο μόνα αρμόδια να εφαρμόσουν ή να μην εφαρμόσουν τις διατάξεις και όχι το Επικουρικό Κεφάλαιο
Β Ο ισχυρισμός περί περιορισμού της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου αποτελεί ένσταση και δεν λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο
Γ Αντισυνταγματικότητα του νόμου και αντίθεσή του με την ΕΣΔΑ και το κοινοτικό δίκαιο
1 Η επιβολή ανώτατου ορίου 6.000 ευρώ στην υποχρέωση αποζημίωσης του Επικουρικού Κεφαλαίου για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης
2 Η επιβολή ανώτατου ορίου αποζημίωσης των ζημιωθέντων και κλιμακωτής μείωσης της δικαιούμενης αποζημίωσης, σε περίπτωση πτώχευσης ή ανάκλησης άδειας ασφαλιστή
3 Υποχρεωτική εξώδικη προδικασία
4 Αναστολή αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του Επικουρικού Κεφαλαίου
5 Περί της αναδρομικής εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 4 ν.4092/2012
V Αντί επιλόγου

* Το παρόν άρθρο βασίστηκε σε εισήγηση που παρουσιάστηκε στις 15-2-2013 στο Επιστημονικό Συνέδριο που διοργάνωσε ο Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης σε συνεργασία με την Επιθεώρηση Συγκοινωνιακού Δικαίου το διήμερο 15/16-2-2013 στη Θεσσαλονίκη με θέμα «Επικουρικό Κεφάλαιο: Δικαιοπολιτικά ζητήματα εναρμόνισης του άρθρου 4 του Ν.4092/2012 με το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Νομοθεσία».

Με το άρθρο 4 του ν.4092/2012 (ΦΕΚ Α 220/8-11-2012) επήλθαν σημαντικές νομοθετικές τροποποιήσεις στο καθεστώς του Επικουρικού Κεφαλαίου. Σύμφωνα με την Αιτιολογική Έκθεση, οι διατάξεις αυτές λήφθηκαν για να διασφαλιστεί «η ομαλή λειτουργία του Επικουρικού Κεφαλαίου, επιχειρώντας να σταθμιστούν οι υποχρεώσεις του χωρίς να διακινδυνεύει η οικονομική του θέση».
Σύμφωνα με την Έκθεση Αξιολόγησης Συνεπειών των Ρυθμίσεων, ο στόχος των διατάξεων είναι να τονωθεί η ρευστότητα του Επικουρικού Κεφαλαίου και να αντιμετωπιστεί το έλλειμμα που αυτό παρουσιάζει.
Ι ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΕΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 4 Ν.4092/2012
Πώς αντιμετώπισε ο νομοθέτης το ζήτημα της οικονομικής αδυναμίας του Επικουρικού Κεφαλαίου
ΠΡΩΤΟΝ, κατήργησε την ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου για ατυχήματα τελούμενα από πρόθεση.
ΔΕΥΤΕΡΟΝ, επέβαλε ανώτατο πλαφόν 6.000 ευρώ για κάθε δικαιούχο για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης για όλες τις περιπτώσεις ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου (άγνωστος ο υπέχων την ευθύνη, ανασφάλιστο όχημα, πτώχευση ή ανάκληση αδείας ασφαλιστή).
ΤΡΙΤΟΝ, επέβαλε ανώτατο όριο 100.000 ευρώ συνολικά για όλους τους δικαιούχους αποζημίωσης σε περιπτώσεις πτώχευσης ή ανάκλησης αδείας ασφαλιστικής εταιρίας και, μάλιστα, με ποσόστωση από το πρώτο ευρώ και κλιμακωτή μείωσή της από 90% μέχρι 70% επί του συνόλου της αποζημίωσης. Κατ' εξαίρεση, προβλέφθηκε δυνατότητα αύξησης της αποζημίωσης άνω των 100.000 ευρώ σε πρόσωπα που υπέστησαν αναπηρία μετά Υπουργική Απόφαση εκδιδόμενη μετά από γνώμη του ΚΕΠΑ.
ΤΕΤΑΡΤΟΝ, αύξησε την εισφορά υπέρ του Επικουρικού Κεφαλαίου από 5% επί των καθαρών ασφαλίστρων του κλάδου αστικής ευθύνης από αυτοκίνητα σε 6% επί των ακαθαρίστων εγγεγραμμένων ασφαλίστρων.
ΙΙ ΟΙ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΕΣ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ
Α Άμεσοι χρηματοδότες
Ευθέως από το νόμο χρηματοδότες του Επικουρικού είναι οι ασφαλιστικές εταιρίες και οι ασφαλισμένοι, που καταβάλουν εισφορά ίση πλέον με το 6% επί των ακαθαρίστων εγγεγραμμένων ασφαλίστρων του κλάδου αστικής ευθύνης από αυτοκίνητα. Σημειωτέον ότι η εισφορά αυτή βαρύνει κατά 70% τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και κατά 30% τους ασφαλισμένους (20 παρ.1 ΠΔ 237/1986).
Β Έμμεσοι χρηματοδότες
Ο νομοθέτης, όμως, δεν αρκέστηκε στην αύξηση από 5% επί των καθαρών σε 6% επί των ακαθαρίστων ασφαλίστρων, της εισφοράς υπέρ του Επικουρικού Κεφαλαίου, αλλά επενέβη στη νομοθεσία που αφορά στις περιπτώσεις ευθύνης και το μέτρο ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου, περιορίζοντάς το δραστικά.
Τι σημαίνουν οι νομοθετικές αυτές τροποποιήσεις για τα θύματα και τους πρώην ασφαλισμένους, οι οποίες μάλιστα έχουν και αναδρομική ισχύ για τις ήδη γεννημένες αξιώσεις για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί οριστική απόφαση, προκύπτει από τα ακόλουθα παραδείγματα:
1 Περίπτωση θανατηφόρου τραυματισμού
1α Τι ζητήματα γεννώνται για την οικογένεια του θύματος
Παράδειγμα: Ποδηλάτης 30 ετών κινούμενος κανονικά παρασύρεται από αυτοκίνητο με αποτέλεσμα να τραυματισθεί θανάσιμα, ενώ ο υπαίτιος οδηγός παραμένει άγνωστος καθώς εγκατέλειψε τον τόπο του ατυχήματος. Ο θανών αφήνει 30 χρονών χήρα και ανήλικο παιδί 3 ετών.
Σύμφωνα με το καθεστώς που ίσχυε προ ν.4092/12, εκτός από τα έξοδα κηδείας και την αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής, η μεν χήρα θα λάμβανε ψυχική οδύνη κυμαινόμενη, συνήθως, μεταξύ 80.000-100.000 ευρώ και το τέκνο θα λάμβανε ψυχική οδύνη κυμαινόμενη συνήθως μεταξύ 60.000-100.000 ευρώ .
Με το ισχύον σήμερα καθεστώς, η χήρα και το τέκνο δικαιούνται να λάβουν, στην καλύτερη περίπτωση, 6.000 ευρώ ο καθένας για ψυχική οδύνη και με το υπόλοιπο ποσό που θα λάμβαναν, αν δεν είχε τροποποιηθεί ο νόμος, ουσιαστικά χρηματοδοτούν το Επικουρικό Κεφάλαιο για να αντιμετωπίσει τα οικονομικά του προβλήματα, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην Αιτιολογική Έκθεση.
1β Τι ζητήματα γεννώνται για τον πρώην ασφαλισμένο
Ας υποτεθεί ότι στο προηγούμενο παράδειγμα του ποδηλάτη ο οδηγός που τον τραυμάτισε θανάσιμα δεν ήταν άγνωστος, αλλά ήταν κατά το χρόνο του ατυχήματος ασφαλισμένος στην εταιρία Εvima, της οποίας ανακλήθηκε η άδεια εντελώς πρόσφατα, στις 8-2-2013, και ότι δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο του οδηγού λόγος άρσης της ασφαλιστικής κάλυψης (άρθρο 6 β΄ π.δ.237/1986), δηλαδή δεν στερείτο της νόμιμης άδειας οδήγησης, δεν τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών και δεν έκανε διαφορετική χρήση από τη νόμιμη του οχήματός του.
Σύμφωνα με το καθεστώς που ίσχυε προ του ν.4092/2012, το Επικουρικό Κεφάλαιο θα ήταν υποχρεωμένο, με τον περιορισμό της περίπτωσης του άρθρου 19 παρ.5 π.δ.237/1986, να καταβάλει κάθε ποσό αποζημίωσης μέχρι τα κατώτερα υποχρεωτικά όρια ασφάλισης (σε περίπτωση σωματικών βλαβών, 1.000.000 ευρώ ανά θύμα για τα ατυχήματα μετά την 1-6-2012 σύμφωνα με την 2005/14/ΕΚ Κοινοτική Οδηγία, η οποία ενσωματώθηκε στο Ελληνικό δίκαιο με το άρθρο 33 παρ. 2 ν.3746/2009).
Σύμφωνα με το καθεστώς που ισχύει σήμερα με το ν.4092/2012, ο πρώην ασφαλισμένος, παρότι ήταν ασφαλισμένος κατά τον χρόνο του ατυχήματος, παρότι δεν φέρει καμία ευθύνη για ένα εξωτερικό της βούλησης και δράσης του γεγονός, όπως είναι η μεταγενέστερη πτώχευση ή ανάκληση της άδειας της ασφαλιστικής του εταιρίας, παρότι έχει ήδη συμβάλει μέσω των καταβληθέντων ασφαλίστρων στη χρηματοδότηση του Επικουρικού Κεφαλαίου, τιμωρείται να καταβάλει ο ίδιος εξ ιδίων χρημάτων τη διαφορά μεταξύ των 6.000 ευρώ για τη ψυχική οδύνη που καλύπτει ως ανώτατο ποσό το Επικουρικό Κεφάλαιο για τη χήρα και το τέκνο και του ποσού που θα ορίσει το Δικαστήριο ότι πραγματικά αυτοί δικαιούνται. Διευκρινίζεται ότι οι διατάξεις του ν.4092/2012 αφορούν μόνο το Επικουρικό Κεφάλαιο ως εναγόμενο και όχι τους άλλους εις ολόκληρον υπόχρεους, όπως είναι ο οδηγός και ο ιδιοκτήτης του ζημιογόνου αυτοκινήτου.
Η χρηματική αυτή διαφορά που καλείται πλέον να καταβάλει ο ίδιος στη χήρα και το τέκνο, αποτελεί τη χρηματοδότηση του πρώην ασφαλισμένου προς το Επικουρικό Κεφάλαιο για να αντιμετωπίσει τα οικονομικά του προβλήματα.
Βεβαίως, αν ο πρώην ασφαλισμένος είναι οικονομικά αφερέγγυος, τότε η χήρα και το τέκνο θα παραμείνουν χρηματοδότες του Επικουρικού Κεφαλαίου, καθώς από τον πρώην ασφαλισμένο δεν θα μπορούν να λάβουν τίποτα.
1γ Περίπτωση ανασφάλιστου οδηγού
Αν υποθέσουμε ότι στο ανωτέρω παράδειγμα του ποδηλάτη ο υπαίτιος οδηγός ήταν ανασφάλιστος, τότε, σύμφωνα με το ισχύον πλέον καθεστώς, αν μεν είναι αφερέγγυος, η χήρα και το τέκνο της θα απωλέσουν υπέρ του Επικουρικού τη διαφορά μεταξύ των 6.000 ευρώ για ψυχική οδύνη και του ποσού που θα τους επιδικάσει το δικαστήριο. Αν δε είναι οικονομικά φερέγγυος, τότε ναι μεν έχουν τη δυνατότητα να εισπράξουν τη διαφορά αυτή, υποβαλλόμενοι όμως στα αντίστοιχα δικαστικά έξοδα (και την ταλαιπωρία) του δικαστικού αγώνα και της αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του, τα οποία άλλως θα επιβάρυναν το μηχανισμό του Επικουρικού Κεφαλαίου.
2 Περίπτωση τραυματισμού του θύματος
2α Τι ζητήματα γεννώνται για τον ζημιωθέντα
Αν στο παράδειγμα του ποδηλάτη δεν είχαμε θάνατο, αλλά τραυματισμό, και ο υπαίτιος οδηγός παρέμενε άγνωστος ή ήταν ανασφάλιστος, η ευθύνη του Επικουρικού παραμένει ως είχε και πριν το ν.4092/2012, ευθυνόμενο μέχρι τα κατώτερα όρια ασφαλιστικών ποσών που ίσχυαν κατά το χρόνο του ατυχήματος οριζόμενα στο άρθρο 6 παρ.5 π.δ.237/1986, με τον περιορισμό της περίπτωσης του άρθρου 19 παρ.5 π.δ.237/1986.
Αν, όμως, ο υπαίτιος οδηγός ήταν ασφαλισμένος σε εταιρία, της οποίας ανακλήθηκε μεταγενεστέρως η άδειά της, τότε με το νέο ν.4092/2012, το θύμα δικαιούται να λάβει από το Επικουρικό Κεφάλαιο ανώτατο ποσό αποζημίωσης 100.000 ευρώ με σταδιακή ποσόστωση από το πρώτο ευρώ που ξεκινάει από το 90% και μειώνεται ως το 70%, όσο αυξάνει το ποσό της αποζημίωσης.
Κατά συνέπεια, το θύμα χρηματοδοτεί το Επικουρικό Κεφάλαιο, κατά πρώτον, με το 10 ως 30% της αποζημίωσής του και, επιπλέον, με όλο το ποσό που ενδεχομένως δικαιούται άνω των 100.000 ευρώ.
Στο σημείο αυτό, ο νόμος αφήνει ένα περιθώριο ελπίδας να είναι μικρότερη η οικονομική απώλεια του θύματος, εφόσον το θύμα υποστεί αναπηρία και εφόσον εκδοθεί σχετική κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, κατόπιν γνωμοδότησης του ΚΕΠΑ. Τέτοια υπουργική απόφαση δεν έχει ακόμη εκδοθεί και είναι άγνωστο πότε θα εκδοθεί και τι θα προβλέπει και η σχετική διάταξη που προβλέπει καταβολή αποζημίωσης και πέραν των 100.000 ευρώ σε άτομα με αναπηρία παραμένει αδρανής.
2β Τι ζητήματα γεννώνται για τον πρώην ασφαλισμένο
Αν ο υπαίτιος οδηγός είναι ασφαλισμένος σε εταιρία της οποίας ανακλήθηκε η άδεια και είναι ο ίδιος οικονομικά φερέγγυος, θα είναι εκείνος που θα επιβαρυνθεί τα ανωτέρω ποσά υπέρ του Επικουρικού Κεφαλαίου, καθώς, όπως ήδη ειπώθηκε, ο ποσοτικός περιορισμός του Επικουρικού Κεφαλαίου με το ν.4092/2012 δεν καταλαμβάνει και τους άλλους εις ολόκληρον υπόχρεους σε αποζημίωση.
ΙΙΙ ΠΡΟΣΦΟΡΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΛΥΣΗΣ ΠΟΥ ΕΠΕΛΕΞΕ Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ - ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΠΕΡΙ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ
Η λύση αυτή που επέλεξε ο νομοθέτης για να αντιμετωπίσει το οικονομικό πρόβλημα του Επικουρικού Κεφαλαίου δεν ήταν ούτε πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με αυτή ούτε αναγκαία, καθώς ο επιδιωκόμενος σκοπός θα μπορούσε να επιτευχθεί με άλλα πιο ανώδυνα και ηπιότερα μέτρα ούτε εν στενή εννοία αναλογική, καθώς δεν τελεί σε εσωτερική αλληλουχία με τον επιδιωκόμενο σκοπό, όπως επιβάλλει η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας σε περίπτωση περιορισμού ατομικών δικαιωμάτων (ΟλΑΠ 6/2011) .
Το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα θα μπορούσε να επιτευχθεί με άλλα μέτρα , πλην όμως, αντί η Πολιτεία να πατάξει το όλο και ογκούμενο φαινόμενο των ανασφάλιστων οχημάτων και να εισπράξει τα ήδη προβλεπόμενα εκ του νόμου πρόστιμα υπέρ του Επικουρικού Κεφαλαίου (άρθρο 5 παρ.4 γ΄ π.δ.237/1986) και αντί να αυξήσει την εποπτεία στην ασφαλιστική αγορά ώστε να μην υποχρεώνεται εκ των υστέρων, ως ομολογία ανικανότητας των οργάνων του, να ανακαλέσει άδειες ασφαλιστικών εταιριών, επέλεξε την ανωτέρω λύση.
Αντί η Πολιτεία να παρέμβει νομοθετικά στις υπό εκκαθάριση ασφαλιστικές εταιρίες για τη μεταβίβαση μέρους του ενεργητικού τους στο Επικουρικό Κεφάλαιο και για την επίσπευση της διαδικασίας εκκαθάρισης, παρενέβη νομοθετικά καταργώντας δικαιώματα των θυμάτων και των ασφαλισμένων .
Αντί το ίδιο το Επικουρικό να βελτιώσει το μηχανισμό είσπραξης των καταβαλλόμενων αποζημιώσεων από τα ανασφάλιστα οχήματα καθώς υπάρχει ο θεσμός της υποκατάστασης του 19 παρ. 4 ΚΠολΔ μετακυλύεται το βάρος αυτό στα ίδια τα θύματα.
Αντί το ίδιο το Επικουρικό να διεκδικήσει το ίδιο το ποσό της αποζημίωσης που καταβάλει σε περίπτωση ανάκλησης άδειας από την κοινή εκκαθάριση στην οποία τίθεται η ασφαλιστική επιχείρηση, μετακυλύεται το βάρος αυτό στα θύματα.
Σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από την όποια, θετική ή αρνητική, αντιμετώπιση των συγκεκριμένων ρυθμίσεων, δεν πρέπει να κλείνουμε τα μάτια στην πραγματικότητα ή να την ωραιοποιούμε, καθώς η αλήθεια είναι ότι με τη λύση που επέλεξε ο νομοθέτης, τα θύματα και οι πρώην ασφαλισμένοι καθίστανται έμμεσοι χρηματοδότες του Επικουρικού Κεφαλαίου για να μπορέσει αυτό να επιλύσει τα οικονομικά του προβλήματα.
Κατά συνέπεια, η όποια συζήτηση περί εξυπηρέτησης ή μη του δημοσίου συμφέροντος με τον περιορισμό των δικαιωμάτων που επέβαλαν οι ρυθμίσεις του ν.4092/2012, δεν μπορεί να παραβλέπει την ανωτέρω πραγματικότητα.
Παρατηρείται, πράγματι, ομοφωνία στη διαπίστωση ότι το Επικουρικό Κεφάλαιο επιτελεί δημόσια λειτουργία ως οιονεί φορέας κοινωνικής ασφάλισης που εξασφαλίζει την αποζημίωση παθόντων από τροχαία ατυχήματα σε περιπτώσεις που δεν υπάρχει κάλυψη από άλλο φορέα ασφάλισης .
Παρουσιάζεται, όμως το οξύμωρο σχήμα, να γίνεται επίκληση της δημόσιας λειτουργίας και των δικαιωμάτων που παρέχει το Επικουρικό Κεφάλαιο στους παθόντες προς το σκοπό του περιορισμού και κατάργησης των δικαιωμάτων αυτών. Τα ταμειακά προβλήματα δεν μπορεί να αποτελέσουν λόγο δημοσίου συμφέροντος ώστε να αναιρεθεί ο ίδιος ο σκοπός και η λειτουργία του Επικουρικού Κεφαλαίου.
Επιπλέον, η έννοια της επικουρικότητας της λειτουργίας του Επικουρικού Κεφαλαίου, η οποία αναφέρεται με τρόπο παντελώς εσφαλμένο και διαστρεβλωμένο στην αιτιολογική έκθεση επί του νομοσχεδίου επιχειρώντας να αιτιολογήσει τις διατάξεις αυτές, προϋποθέτει την αποζημίωση του παθόντα από άλλον φορέα, όπως στην περίπτωση καταβολής αποζημίωσης από ιδιωτική ασφαλιστική εταιρία ή ασφαλιστικό οργανισμό. Με τις ψηφισθείσες διατάξεις καταργείται η υποχρέωση της αποζημίωσης του Επικουρικού Κεφαλαίου σε περιπτώσεις που δεν υπάρχει κανένα άλλο νομικό πρόσωπο υπόχρεο προς αποζημίωση, με αποτέλεσμα ο παθών να παραμένει παντελώς ακάλυπτος και ουσιαστικά το Επικουρικό Κεφάλαιο να χάνει τον επικουρικό του χαρακτήρα , .
IV Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 4 Ν.4092/2012
Α Τα δικαστήρια είναι κατά το Σύνταγμα και το νόμο μόνα αρμόδια να εφαρμόσουν ή να μην εφαρμόσουν τις διατάξεις και όχι το Επικουρικό Κεφάλαιο
Η ανάγκη αυτής της διευκρίνισης οφείλεται σε πρόσφατα δημοσιευθέν άρθρο, γραμμένο από έγκριτο συγγραφέα, σύμφωνα με το οποίο στην περίπτωση κλιμακώσεως των ποσών, «ο περιορισμός του νόμου απευθύνεται όχι στο δικαστήριο, αλλά στον καταδικασθέντα εναγόμενο (Ε.Κ.). Το Επικουρικό Κεφάλαιο όταν καλείται από τον ενάγοντα να εκτελέσει την απόφαση, θα αξιοποιήσει τη δυνατότητα που του παρέχει η διάταξη, δηλαδή να περιορίσει το ποσό της καταβολής» .
Με άλλα λόγια, σύμφωνα με την άποψη αυτή, την ποσόστωση που προβλέπει ο νόμος θα την κάνει το Επικουρικό Κεφάλαιο και όχι οι δικαστές με τις αποφάσεις τους.
Η θέση αυτή είναι όλως προβληματική, αντιβαίνει στις βασικές συνταγματικές αρχές του φυσικού δικαστή, της παροχής εννόμου προστασίας από τα δικαστήρια, της διάκρισης των εξουσιών και στην απονεμητική και δικαιοδοτική φύση της δικαιοσύνης και προσβάλλει γενικές αρχές της πολιτικής δικονομίας, όπως την αρχή της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης και την αρχή περί δεδικασμένου .
Τα δικαστήρια και μόνο είναι αρμόδια να κρίνουν αν θα εφαρμοστεί ή δεν θα εφαρμοστεί ο νόμος και ακόμη και η σιωπηρή απόρριψή του δεν παρέχει σε κανένα άλλο πρόσωπο το δικαίωμα να τον εφαρμόσει εκ των υστέρων. Υποκατάσταση του φυσικού δικαστή δεν νοείται σε καμία περίπτωση.
Το πόσο προβληματική είναι αυτή η άποψη μπορεί κανείς να το κατανοήσει αν συνδυαστεί με το προνόμιο που ο ν.4092/2012 απέδωσε στο Επικουρικό Κεφάλαιο για αναστολή των εις βάρος του αναγκαστικών εκτελέσεων μέχρι 31-12-2016, γεγονός που καθιστά αδύνατη κάθε προσπάθεια αντιμετώπισης αυθαίρετης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου από το Επικουρικό Κεφάλαιο.
Β Ο ισχυρισμός περί περιορισμού της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου αποτελεί ένσταση και δεν λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο
Σύμφωνα με δημοσιευθείσα άποψη, δεν απαιτείται προβολή σχετικού ισχυρισμού περί περιορισμού της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου, το δε δικαστήριο οφείλει να τον λάβει αυτεπαγγέλτως υπόψη γιατί ο περιορισμός της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου ισχύει ex lege .
Η ερμηνεία αυτή είναι αντίθετη με τη νομολογία για τα ισχύοντα στην περίπτωση περιορισμού της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου είτε με το 19 παρ.2 ως ίσχυε είτε με το 19 παρ.5 π.δ.237/1986 .
Ειδικά στην περίπτωση του 19 παρ.2 π.δ.237/1986 για τον περιορισμό της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου ως τα κατώτερα εκ του νόμου ασφαλιστικά όρια και εδώ έχουμε ex lege περιορισμό ευθύνης, ο οποίος, όμως, πρέπει να υποβληθεί ως ένσταση και δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο .
Σημειώνεται, επίσης, ότι και στην περίπτωση περιορισμού της ευθύνης του εναγόμενου ασφαλιστή στα κατώτερα όρια ασφαλιστικής κάλυψης, η νομολογία του Αρείου Πάγου δέχεται ότι ο περιορισμός της ευθύνης του εναγόμενου ασφαλιστή δεν λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από σχετική ένσταση του εναγόμενου ασφαλιστή .
Γ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΚΑΙ ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΤΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΕΣΔΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
1 Η ΕΠΙΒΟΛΗ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΟΡΙΟΥ 6.000 ΕΥΡΩ ΣΤΗΝ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΓΙΑ ΧΡΗΜΑΤΙΚΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΛΟΓΩ ΨΥΧΙΚΗΣ ΟΔΥΝΗΣ είναι αντισυνταγματική, αντίθετη στην ΕΣΔΑ και το Κοινοτικό Δίκαιο.
(1α) Στην αρχική του διατύπωση το νομοσχέδιο προέβλεπε πλήρη κατάργηση της υποχρέωσης του Επικουρικού Κεφαλαίου να καταβάλει χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής για όλες τις περιπτώσεις ευθύνης του.
Στην πρώτη τροποποίηση του σχεδίου νόμου προβλέφθηκε το ποσό των 10.000 ευρώ ως ανώτατο όριο για «χρηματικές ικανοποιήσεις λόγω ψυχικής οδύνης για το σύνολο των δικαιούχων».
Τελικώς, στο ψηφισθέν κείμενο προβλέπεται επιβολή ανώτατου ορίου 6.000 ευρώ ανά δικαιούχο για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.
Το ποσό αυτό είναι εντελώς συμβολικό και εξευτελιστικό για το έννομο αγαθό της προσωπικότητας, το οποίο ο συγκεκριμένος θεσμός προστατεύει. Με τον τρόπο αυτό, μειώνεται δραματικά και στην ουσία καταργείται η προστασία που παρέχεται από την κοινή νομοθεσία στην οικογένεια του θύματος σε περίπτωση θανάτωσής του (άρθρο 932 ΑΚ).
(1β) Σύμφωνα με την νομολογία του Αρείου Πάγου, η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και η ψυχική οδύνη, επιτελεί αποκαταστατική λειτουργία για την τρωθείσα προσωπικότητα του παθόντα και συναρτάται με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αξία του ανθρώπου που προστατεύεται με το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο αποτελεί θεμελιώδη αρχή του νομικού μας συστήματος, καθώς δεν μπορεί να αναθεωρηθεί (άρθρο 110 παρ. 1 του Συντάγματος). Είναι χαρακτηριστικό ότι η διάταξη για την προστασία της αξίας του ανθρώπου περιλαμβάνεται στο τμήμα Α΄ του Συντάγματος που αφορά τη μορφή του πολιτεύματος, θέλοντας να καταδείξει ότι το δημοκρατικό μας πολίτευμα είναι ανθρωποκεντρικό με θεμέλιο την αξία του ανθρώπου. Κατά συνέπεια, κάθε διάταξη η οποία καταργεί ή μειώνει την προστασία της αξίας του ανθρώπου, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι ευθέως αντισυνταγματική.
Είναι αξιομνημόνευτη η απόφαση 40/1998 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (Πρόεδρος Σ.Ματθίας, Εισηγητής Γ.Μπούτσικος), η οποία ρητά αναφέρει ότι
«Ο σεβασμός της (αξίας του ανθρώπου) αναγορεύεται σε ύπατο κριτήριο της έκφρασης και δράσης των οργάνων της πολιτείας. Στην αξία του ανθρώπου περιλαμβάνεται πρωτίστως η ανθρώπινη προσωπικότητα ως εσωτερικό συναίσθημα τιμής και ως κοινωνική αναγνώριση υπόληψης. Με βάση τη διάταξη αυτή του άρθρου 2, που δεν αποτελεί απλή διακήρυξη, αλλά κανόνα δικαίου συνταγματικού επιπέδου, η πολιτεία, δηλαδή όλα τα πολιτειακά όργανα, οφείλουν όχι μόνο να «σέβονται» αλλά και να «προστατεύουν» την αξία αυτή από προσβολές προερχόμενες από τρίτους. Όταν ορισμένη πολιτειακή πράξη μειώνει ή καταργεί σε συγκεκριμένη περίπτωση την προστασία που παρέχεται από την κοινή νομοθεσία (άρθρα 34, 57, 59, 932 ΑΚ), αίροντας έτσι στην περίπτωση αυτή τη γενικώς αναγνωρισμένη διασφάλιση της προσωπικότητας έναντι προσβολών κατ' αυτής, η πράξη αυτή αντιβαίνει στο άρθρο 2 παρ.1 του Συντάγματος και είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Τα πράγματα δεν μεταβάλλονται και αν ακόμη θεωρηθεί ότι το άρθρο 2 παρ.1 ιδρύει ατομικό δικαίωμα, δεδομένου ότι στο ατομικό αυτό δικαίωμα περιλαμβάνεται όχι μόνο η άμυνα κατά επεμβάσεων της πολιτειακής εξουσίας, αλλά και η αξίωση κατά της πολιτείας για θετική ενέργεια προς αποτροπή προσβολών της αξίας του ανθρώπου από τρίτους, εις τρόπον ώστε το περιεχόμενο του συγκεκριμένου ατομικού δικαιώματος εμποδίζει το νομοθέτη να υποβιβάσει σε συγκεκριμένη περίπτωση το υφιστάμενο επίπεδο προστασίας».
Με την ανωτέρω απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, κρίθηκε ότι η απόσβεση αστικών απαιτήσεων, μεταξύ άλλων, χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, που απορρέουν από αδικήματα του τύπου ή δια του τύπου, είναι αντισυνταγματική, καθώς αναιρείται η συνταγματική προστασία της αξίας του ανθρώπου.
(1γ) Ανεξαρτήτως των ανωτέρω, η επιβολή ανώτατου ορίου χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης στο όλως ασήμαντο ποσό των 6.000 ευρώ με μόνο δικαιολογητικό σκοπό την εξοικονόμηση πόρων για το Επικουρικό Κεφάλαιο και την αντιμετώπιση των προβλημάτων ρευστότητάς του, αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 δ΄ του Συντ/τος και τη θεσμοθετούμενη με αυτήν αρχή της αναλογικότητας.
Ειδικότερα, η καθιέρωση αυτού του ανώτατου ορίου με κριτήριο μόνο τις οικονομικές ανάγκες του υπόχρεου Επικουρικού Κεφαλαίου, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, εκτός του ότι δεν είναι πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με αυτήν ούτε αναγκαία, καθώς μπορεί να επιτευχθεί με άλλο πιο ανώδυνο και ηπιότερο μέσο, δεν είναι ούτε εν στενή εννοία αναλογική, καθώς η βλάβη που προκαλείται στο δικαιούχο, ο οποίος χάνει υπέρ του Επικουρικού Κεφαλαίου το επιπλέον ποσό που δικαιούται, είναι δυσανάλογα επαχθέστερη από την επιδιωκόμενη ωφέλεια της ταμειακής εξυπηρέτησης του Επικουρικού Κεφαλαίου .
(1δ) Εκτός των ζητημάτων αντισυνταγματικότητας, γεννάται ζήτημα συμβατότητας του περιορισμού της ψυχικής οδύνης μέχρι 6.000 ευρώ, με τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (ΠΠΠ) της ΕΣΔΑ (που κυρώθηκε μαζί με την ΕΣΔΑ με το ν.δ. 54/1974)
Με τη νέα ρύθμιση, οι δικαιούχοι ψυχικής οδύνης αποστερούνται αδικαιολογήτως των προστατευόμενων από την ανωτέρω διάταξη περιουσιακών τους αξιώσεων για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης άνω του ποσού των 6.000 ευρώ, χωρίς να συντρέχουν λόγοι δημόσιας ωφέλειας.
Η αδικαιολόγητη αποστέρηση περιουσιακού στοιχείου των ως άνω προσώπων είναι αντίθετη προς την υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρο 28 παρ.1 Συν/τος) διάταξη του άρθρου 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ και για το λόγο αυτό ανίσχυρη.
(1ε) Η επιβολή ανώτατου ορίου στην υποχρέωση αποζημίωσης του Επικουρικού Κεφαλαίου για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης είναι ΑΝΤΙΘΕΤΗ ΜΕ ΤΟ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ .
Το άρθρο 1 παρ.4 εδ.α' της 84/5/ΕΟΚ Κοινοτικής Οδηγίας η οποία ρυθμίζει το καθεστώς του Επικουρικού Κεφαλαίου και η οποία ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο με το Π.Δ. 264/91, προβλέπει ρητά την υποχρέωση του Επικουρικού Κεφαλαίου να αποζημιώνει πλήρως τα θύματα τουλάχιστον «εντός των ορίων της υποχρέωσης ασφάλισης». Η διατύπωση αυτή έχει διατηρηθεί και στην Κωδικοποιητική Οδηγία 2009/103/ΕΚ (άρθρο 10 παρ.1).
Ειδικά όσον αφορά στο όριο της υποχρέωσης αποζημίωσης του Επικουρικού Κεφαλαίου, η διατύπωση στο αγγλικό κείμενο της Οδηγίας είναι «compensation,
at least up to the limits of the insurance obligation» . Είναι προφανές ότι η διατύπωση στα ελληνικά «να αποζημιώνει εντός των ορίων της υποχρέωσης ασφάλισης» δεν σημαίνει δυνατότητα να οριστεί αποζημίωση μικρότερη από τα ελάχιστα όρια ασφάλισης, αλλά σημαίνει υποχρέωση αποζημίωσης τουλάχιστον ως τα κατώτερα όρια ασφαλιστικής αποζημίωσης όπως άλλωστε επισημαίνεται και στην Έκθεση της Επιστημονικής Επιτροπής της Βουλής επί του νομοσχεδίου και όπως έχει γίνει δεκτό από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου .
Συνεπώς, η ερμηνεία ότι «η έννοια της φράσης αυτής είναι ότι καταβάλλει αποζημιώσεις κατά το άρθρο 3 της Οδηγίας που αναφέρεται στην υποχρέωση ασφάλισης στην έκτασή της και όχι βάσει των ελαχίστων ποσών του άρθρου 9» είναι αντίθετη με τη γραμματική ερμηνεία της διάταξης.
Ταυτόχρονα, η ανωτέρω άποψη είναι αντίθετη και με την τελολογική ερμηνεία της συγκεκριμένης διάταξης. Ο σκοπός του κοινοτικού νομοθέτη, όπως αποτυπώνεται και στις αιτιολογικές σκέψεις της Οδηγίας 84/5/ΕΟΚ όσο και της Κωδικοποιητικής 2009/103/ΕΚ , είναι να ιδρυθεί και να υπάρχει ένας οργανισμός στα κράτη-μέλη που θα εξασφαλίζει πραγματική και όχι συμβολική αποζημίωση στο θύμα και για το λόγο αυτό ο κοινοτικός νομοθέτης ορίζει κατά τρόπο απολύτως περιοριστικό και όχι ενδεικτικό τις περιπτώσεις περιορισμού ή αποκλεισμού της παρέμβασης του οργανισμού (άρθρο 10 παρ.2 εδ. β΄ και παρ.3 εδ. α΄ Οδηγία 2009/103/ΕΚ) και επιλύει υπέρ του θύματος κάθε αμφισβήτηση περί της αποζημίωσής του (άρθρο 11 της Οδηγίας 2009/103/ΕΚ). Άλλωστε, αν το κράτος μέλος διατηρούσε την εξουσία να ορίσει ελευθέρως το ύψος της ελάχιστης αποζημίωσης του θύματος από τον οργανισμό αυτό κάτω από τα ελάχιστα όρια της ασφαλιστικής αποζημίωσης, τότε δεν θα είχε νόημα να προβλέψει περιοριστικά ο κοινοτικός νομοθέτης τις περιπτώσεις περιορισμού ή αποκλεισμού της παρέμβασης του οργανισμού αυτού.
Κατά συνέπεια, εφόσον, όπως γίνεται παγίως δεκτό από τη νομολογία, η υποχρέωση ασφάλισης καλύπτει και τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης (βλ. ΟλΑΠ 9/1993 ΕλλΔνη 1994.332) , δεν μπορεί η συγκεκριμένη αξίωση ούτε να εξαιρεθεί της υποχρέωσης αποζημίωσης του Επικουρικού Κεφαλαίου ούτε να τεθεί ανώτατο όριο, το οποίο δεν προβλέπεται με τις κοινοτικές οδηγίες για τα κατώτερα όρια ασφαλιστικής αποζημίωσης.
(1στ) Η άποψη ότι οι Κοινοτικές Οδηγίες δεν καλύπτουν τη ψυχική οδύνη της οικογένειας του θύματος σε περίπτωση θανάτωσης με το σκεπτικό ότι καλύπτουν μόνο την αποζημίωση του θύματος , υπονοώντας κατά τον τρόπο αυτό ότι ο δικαιούχος ψυχικής οδύνης δεν είναι ο ίδιος ζημιωθείς, δεν είναι ορθή και δείχνει να παραγνωρίζει τα ισχύοντα στο νόμο, τη νομολογία και τη θεωρία.
Ο δικαιούχος χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης αναγνωρίζεται από τη νομοθεσία (932 εδ. γ΄ ΑΚ) όσο και την πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου αλλά και τη θεωρία, ο ίδιος ως ζημιωθείς, καθώς έχει προσβληθεί δικό του έννομο αγαθό και, συγκεκριμένα, έχει προσβληθεί ο ψυχικός και συναισθηματικός του κόσμος από παράνομη πράξη στρεφόμενη, αρχικά, κατά άλλου προσώπου - του θανατωθέντα - με τον οποίο συνδέεται στενώς και εξ αυτού του λόγου έχει ίδιο δικαίωμα, αυτοτελές σε σχέση με την ηθική βλάβη του θύματος, αναγνωριζόμενο ευθέως από το νόμο , να απαιτήσει αποζημίωση λόγω ψυχικής οδύνης προς το σκοπό της ανακούφισης του ψυχικού άλγους που ο ίδιος βίωσε και βιώνει .
2 Η ΕΠΙΒΟΛΗ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΟΡΙΟΥ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΤΩΝ ΖΗΜΙΩΘΕΝΤΩΝ και ΚΛΙΜΑΚΩΤΗΣ ΜΕΙΩΣΗΣ της δικαιούμενης αποζημίωσης, ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΠΤΩΧΕΥΣΗΣ Ή ΑΝΑΚΛΗΣΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗ
(2α) Οι περιορισμοί αυτοί είναι αντισυνταγματικοί και αντίθετοι με την ΕΣΔΑ, καθώς απαλλοτριώνονται μερικώς τα περιουσιακά δικαιώματα που ενσωματώνονται στην ασφάλιση, στα οποία περιλαμβάνονται και τα ενοχικά δικαιώματα και οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, έστω και οι απλώς γεννημένες, κατά παράβαση του άρθρου 17 του Συντάγματος, το οποίο προστατεύει και τα ενοχικά δικαιώματα, και του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ .
(2β) Επίσης, η επιβολή ανωτάτου ορίου αποζημίωσης του Επικουρικού Κεφαλαίου είναι αντίθετη με το Κοινοτικό Δίκαιο (βλ. Κοινοτικές Οδηγίες 84/5/ΕΟΚ και 2009/103/ΕΚ) και δεν συμβαδίζει με τις πρόνοιές του για ύπαρξη οργανισμού σε κάθε κράτος που θα αποζημιώνει τα θύματα στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει ασφάλιση ή που αυτή δεν είναι ενεργή, εντός των ορίων της υποχρεωτικής ασφάλισης, (όπως ήδη αναφέρθηκε αναλυτικά ανωτέρω κατά την κριτική θεώρηση της διάταξης που καθιερώνει ανώτατο όριο για τη ψυχική οδύνη ανά δικαιούχο) και, κατά συνέπεια, ο εθνικός νομοθέτης δεν μπορεί, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, να περιορίσει το ύψος της αποζημίωσης κάτω από τα ελάχιστα ασφαλιστικά όρια
(2γ) Σημειώνεται ότι η αποζημίωση των ζημιών σε περίπτωση πτώχευσης του ασφαλιστή ή ανάκλησης της αδείας του από το Επικουρικό Κεφάλαιο καλύπτεται από τις κοινοτικές οδηγίες, καθώς σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.1 της Οδηγίας 2009/103/ΕΚ (άρθρο 4 παρ.1 της Οδηγίας 84/5/ΕΟΚ) αποστολή του Οργανισμού αυτού είναι να αποζημιώνει τις ζημίες που προκαλούνται «από οχήματα αγνώστων στοιχείων ή για τα οποία δεν έχει εκπληρωθεί (satisfied=ικανοποιηθεί στο αγγλικό κείμενο ) η υποχρέωση ασφάλισης που προβλέπεται στο άρθρο 3 (της Οδηγίας)». Οι περιπτώσεις όπου δεν έχει ικανοποιηθεί η υποχρέωση ασφάλισης δεν είναι μόνο αυτές των εξαρχής ανασφαλίστων οχημάτων, αλλά και αυτών που έμειναν ανασφάλιστα για οποιονδήποτε λόγο μετά την έναρξη της ασφάλισης (όπως στην περίπτωση πτώχευσης ή ανάκλησης της άδειας του ασφαλιστή).
Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουμε αναγιγνώσκοντας το άρθρο 10 παρ.1 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 στο οποίο αυτό παραπέμπει. Ειδικότερα, το άρθρο 3 της Κωδ. Οδηγίας προβλέπει ότι «Κάθε κράτος λαμβάνει, (...) όλα τα κατάλληλα μέτρα ώστε η αστική ευθύνη η σχετική με την κυκλοφορία οχημάτων με συνήθη στάθμευση στο έδαφός του να καλύπτεται από ασφάλιση». Είναι προφανές, τόσο από το λεκτικό της διάταξης και τον ενεστωτικό χρόνο που χρησιμοποιείται όσο και από το νομοθετικό σκοπό, ότι ο κοινοτικός νομοθέτης αποβλέπει στη διαρκή κάλυψη της αστικής ευθύνης από ασφάλιση καθόλο το χρόνο κυκλοφορίας του οχήματος και το ενδιαφέρον του δεν εξαντλείται στην αρχική σύναψη ασφαλιστικής σύμβασης.
Άρα, το άρθρο 10 παρ.1 της Οδηγίας όταν ομιλεί για οχήματα για τα οποία δεν έχει εκπληρωθεί (ικανοποιηθεί) η υποχρέωση ασφάλισης του άρθρου 3, αναφέρεται, σύμφωνα και με την ακριβή διατύπωση του άρθρου 3, στα οχήματα εκείνα των οποίων η αστική ευθύνη δεν καλύπτεται από ασφάλιση, στα οποία περιλαμβάνονται τόσο τα εξαρχής ανασφάλιστα, όσο και αυτά που παρέμειναν για οποιοδήποτε λόγο χωρίς ασφαλιστική κάλυψη σε μεταγενέστερο χρόνο (όπως στην περίπτωση πτώχευσης ή ανάκλησης της άδειας του ασφαλιστή).
Διαφορετική ερμηνεία προσκρούει όχι μόνο στο κοινοτικό δίκαιο, αλλά και γεννά ζητήματα συμβατότητας με τη συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ.1 Συντ/τος), καθώς, ενόψει των ουσιωδώς όμοιων προς ρύθμιση εννόμων καταστάσεων, δεν υφίσταται λόγος που να δικαιολογεί δυσμενέστερη νομοθετική μεταχείριση του θύματος από όχημα αρχικά ασφαλισμένο, το οποίο παρέμεινε μεταγενεστέρως χωρίς ασφαλιστική κάλυψη λόγω ανάκλησης της αδείας του ασφαλιστή, σε σχέση με το θύμα από όχημα εξαρχής ανασφάλιστο .
(2δ) Με τις νέες ρυθμίσεις, με τις οποίες επιβάλλεται ανώτατο όριο αποζημίωσης και κλιμακωτή μείωση της αποζημίωσης σε περίπτωση ανάκλησης αδείας του ασφαλιστή, προσβάλλεται, όπως έχει ήδη και ανωτέρω αναφερθεί, η προβλεπόμενη στο κοινοτικό δίκαιο έννοια της επικουρικότητας της λειτουργίας του Επικουρικού Κεφαλαίου. Όπως ορθά επισήμανε και η Επιστημονική Επιτροπή της Βουλής στην έκθεσή της , περιορίζεται η ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου χωρίς αυτό να συνδέεται με υποχρέωση του ασφαλιστή ή άλλου νομικού προσώπου που επιτελεί την ίδια λειτουργία με το Επικουρικό Κεφάλαιο, με αποτέλεσμα, αντίθετα με το σκοπό του κοινοτικού νομοθέτη, ο παθών να παραμένει ακάλυπτος.
(2ε) Πλέον των ανωτέρω, επισημαίνεται ότι με το άρθρο 4 του ν.4092/2012 δεν τροποποιήθηκε η διάταξη του άρθρου 25 παρ.4 του π.δ.237/1986, η οποία παραμένει ως έχει και ρητά προβλέπει ότι σε περίπτωση πτώχευσης ή ανάκλησης της άδειας του ασφαλιστή, το Επικουρικό Κεφάλαιο υπεισέρχεται όχι σε μέρος, αλλά στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του ασφαλιστή που πηγάζουν από την ασφαλιστική σύμβαση. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η υποχρέωση του Επικουρικού Κεφαλαίου, σε περίπτωση πτώχευσης ή ανάκλησης της αδείας του ασφαλιστή, να αποζημιώσει τους ζημιωθέντες στην ίδια έκταση που θα τους αποζημίωνε ο ασφαλιστής βάσει της ασφαλιστικής σύμβασης.
Η διατήρηση της διάταξης του άρθρου 25 παρ.4 πδ 237/1986 παρά τις τροποποιήσεις που επέφερε το άρθρο 4 του ν.4092/2012 και την εισαγωγή περιορισμού της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου στις περιπτώσεις πτώχευσης ή ανάκλησης της άδειας του ασφαλιστή, δημιουργεί ζητήματα σύγκρουσης διατάξεων του αυτού, μάλιστα, νόμου που περιέχουν τελείως αντίθετες ρυθμίσεις για τις αυτές έννομες σχέσεις.
3 ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΕΞΩΔΙΚΗ ΠΡΟΔΙΚΑΣΙΑ
Η σχετική ρύθμιση της νέας παραγράφου 8 του άρθρου 19 π.δ.237/1986, με την οποία καθιερώνεται υποχρεωτική προδικασία για την άσκηση αγωγής κατά του Επικουρικού, θέτει αδικαιολόγητα εμπόδια στην άσκηση του συνταγματικού δικαιώματος των παθόντων για έννομη προστασία και παραβιάζει τη θεμελιώδη στην πολιτική δικονομία ισότητα των όπλων των διαδίκων με την υποχρεωτική κατάθεση, μαζί με την αίτηση, των εγγράφων του ενάγοντα στο Επικουρικό Κεφάλαιο. Πλέον αυτών, η διάταξη είναι νομικά κακότεχνη και διατυπωμένη κατά τρόπο ελλειπτικό και γεννά πολλά και δυσεπίλυτα δικονομικά προβλήματα και, μάλιστα, δεν προβλέπει ρητά διακοπή της παραγραφής με την υποβολή της αίτησης προς το Επικουρικό Κεφάλαιο.
Αν κριθεί ότι η υποβολή της έγγραφης αίτησης αποζημίωσης στο Επικουρικό Κεφάλαιο δεν διακόπτει την παραγραφή , τότε η διάταξη του άρθρου 4 εδ. δ΄ ν.4092/2012 οδηγεί εμμέσως σε σύντμηση της παραγραφής κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου σε 4 χρόνια και 9 μήνες και προσκρούει στην ειδική διάταξη του άρθρου 19 παρ.2 π.δ.237/1986, σύμφωνα με την οποία οι αξιώσεις αποζημίωσης κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή της παραγράφου 2 του άρθρου 10 π.δ.237/1986.
Αν σκοπός της διάταξης αυτής είναι η διευκόλυνση της εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών και όχι η όρθωση αδικαιολόγητων εμποδίων στην πρόσβαση των παθόντων στη δικαιοσύνη, θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι σε περίπτωση μη-κατάθεσης της αίτησης είναι απαράδεκτη η συζήτηση της αγωγής και όχι η ίδια η αγωγή, ώστε να είναι δυνατή η εκ νέου συζήτησή της μετά την αναπλήρωση της ελλείπουσας πράξης.
Σε κάθε περίπτωση, προκειμένου να παρακαμφθούν τα αδικαιολόγητα εμπόδια που βάζει η διάταξη αυτή και να αποφευχθεί επικείμενος κίνδυνος παραγραφής αν μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο του τριμήνου μέχρι την πάροδο της πενταετίας, εξετάζεται η χρήση των δικονομικών δυνατοτήτων που προσφέρει το άρθρο 263 ΑΚ .
4 ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ σε βάρος του Επικουρικού Κεφαλαίου
Ο προγραμματισμός πληρωμών ενός ΝΠΙΔ όπως το Επικουρικό Κεφάλαιο, δεν είναι ούτε ανεξέλεγκτος ούτε υπεράνω των νομικών υποχρεώσεών του.
Η αναστολή εκτέλεσης σε βάρος του Επικουρικού Κεφαλαίου ως 31-12-2016 στερεί από τη δικαστική απόφαση την εκτελεστότητα και αντίκειται στα άρθρα 20 παρ.1 και 4 παρ.1 του Συντ/τος και στις διατάξεις της ΕΣΔΑ 6 παρ.1, καθώς η εκτελεστότητα της δικαστικής απόφασης είναι βασική προϋπόθεση ώστε η συνταγματική πρόβλεψη περί παροχής έννομης προστασίας να είναι πλήρης, ουσιαστική και αποτελεσματική .
Πρέπει να σημειωθεί ότι η διάταξη περί αναστολής αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του Επικουρικού Κεφαλαίου συνυπάρχει με τη διάταξη του άρθρου 12 α΄ του ν.δ.400/1970, σύμφωνα με την οποία αναστέλλεται κάθε αναγκαστική εκτέλεση κατά ασφαλιστικής επιχείρησης που βρίσκεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση και των ασφαλισμένων της εκ της ασφαλίσεως αστικής ευθύνης.
Κατά συνέπεια, ο ζημιωθείς δεν δύναται πλέον να εκτελέσει αναγκαστικά τις επιδικασθείσες αξιώσεις του ούτε κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου ούτε κατά των λοιπών υπόχρεων προς αποζημίωσή του, γεγονός το οποίο καθιστά την παροχή έννομης προστασίας του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος κενό γράμμα .
5 Περί της ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ των διατάξεων του άρθρου 4 ν.4092/2012
(5α) Από την αναδρομικότητα της διάταξης καταλαμβάνονται ατυχήματα τα οποία έχουν συμβεί μέχρι τη δημοσίευση της σχετικής ρύθμισης ακόμη και αν έχει ασκηθεί αγωγή, ακόμη και αν έχει συζητηθεί σε πρώτο βαθμό και δεν έχει εκδοθεί οριστική απόφαση.
(5β) Η αναδρομική εφαρμογή που προβλέπει η συγκεκριμένη διάταξη είναι αντισυνταγματική και δεν μπορεί να εφαρμοσθεί από τα Δικαστήρια καθώς με την αναδρομικότητα ο νομοθέτης παρεμβαίνει στην απονομή της δικαιοσύνης, προσκρούει δε στην πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου η οποία προβλέπει ότι απαγορεύεται η αναδρομικότητα του νόμου όταν προσβάλλει κεκτημένα δικαιώματα κατά το άρθρο 17 του Συντάγματος, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα ενοχικά δικαιώματα όπως είναι οι αξιώσεις του παθόντα από τροχαίο ατύχημα (ΟλΑΠ 6/2007, ΑΠ 1939/2009, ΟλΑΠ 4/1990).
Η αναδρομική εφαρμογή που προβλέπει η συγκεκριμένη διάταξη είναι αντίθετη με την αρχή του Κράτους δικαίου και το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, καθώς είναι ανεπίτρεπτη κάθε παρέμβαση της νομοθετικής εξουσίας στην απονομή της δικαιοσύνης, άρα και κάθε νομοθετική ρύθμιση με την οποία επιδιώκεται να επηρεαστεί το αποτέλεσμα σε εκκρεμείς δίκες (από 22-10-1997 απόφαση ΕΔΔΑ στην υπόθεση Παπαγεωργίου κατά Ελλάδας, από 7-11-2000 απόφαση ΕΔΔΑ στην υπόθεση Αναγνωστόπουλος κ.λ.π. κατά Ελλάδας. Επίσης, ΣτΕ 6/2010, ΑΠ 1277/2008).
Όπως έχει κρίνει ο Άρειος Πάγος (ΑΠ 1938/2008 ΕλλΔνη 2009.167), οι διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα που αποτελούν αντικείμενο εκκρεμών δικών με τη μέθοδο της αναδρομικής παραγραφής αυτών.
Συνεπώς, η διάταξη περί αναδρομικής ισχύος του ν.4092/2012, είναι καταρχήν ανίσχυρη, καθώς αντίκειται στις ανωτέρω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις στο βαθμό που παρεμβαίνει σε εκκρεμείς δίκες.
(5γ) Ωστόσο, η απαγόρευση αναδρομικότητας δεν εκτείνεται μόνο μέχρι του χρόνου της πρώτης συζήτησης της αγωγής ούτε μόνο μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής, οπότε γεννάται εκκρεμοδικία.
Ο κρίσιμος χρόνος είναι ο χρόνος που επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος, δηλαδή ο χρόνος του ατυχήματος. Από τη στιγμή που υπάρχει προσβολή του δικαιώματος, έχουν γεννηθεί οι αστικές απαιτήσεις αποκατάστασης περιουσιακής ζημίας και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και ψυχικής οδύνης, ακόμη και αν δεν έχει γίνει ακόμη προσφυγή στο δικαστήριο, καθώς υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον δίκαιο ικανοποίησής τους.
Οι απαιτήσεις αυτές αποτελούν ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα τα οποία προστατεύονται από το Σύνταγμα (άρθρο 17) και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ περί σεβασμού της περιουσίας.
Όπως έχει κρίνει η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (40/1998) , τέτοιες αξιώσεις είναι κατά το ελληνικό δίκαιο οι απαιτήσεις από αδικοπραξία, η καταβολή αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και ψυχικής οδύνης (άρθρα 297, 298, 299, 932 ΑΚ).
Κατά συνέπεια, καμία διάταξη δεν μπορεί να έχει εφαρμογή για τροχαία ατυχήματα που συνέβησαν προ της δημοσίευσής της στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης και η σχετική διάταξη περί αναδρομικής ισχύος των διατάξεων του ν.4092/2012 είναι ανίσχυρη .
V ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ
Το άρθρο 4 του ν.4092/2012 δεν είναι ένα συνηθισμένο νομοθέτημα στο χώρο της αστικής ευθύνης και του ασφαλιστικού δικαίου. Είναι ένα νομοθέτημα που από δικαιοπολιτικής άποψης επιλύει οικονομικά προβλήματα νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου σε βάρος αυτών που κατά το νομοθετικό σκοπό του θα έπρεπε να προστατεύει και από νομικής άποψης γεννά τεράστια ζητήματα συνταγματικότητας και συμβατότητας με τη διεθνή και κοινοτική έννομη τάξη, αλλά και ζητήματα εφαρμογής του στην πράξη λόγω της ιδιαιτέρως κακότεχνης νομικής διατύπωσής του.
Η προτεινόμενη ρύθμιση είναι αντισυνταγματική, αντίκειται στην ΕΣΔΑ και το Κοινοτικό Δίκαιο και είναι κοινωνικά άδικη, καθώς τιμωρούνται τα θύματα αλλά και οι ασφαλισμένοι τροχαίων ατυχημάτων, υπάρχει δε κίνδυνος να γίνει προπομπός και υπόδειγμα και αντίστοιχων ρυθμίσεων που θα αφορούν, μετά το Επικουρικό Κεφάλαιο, και τις ασφαλιστικές εταιρίες. Το άρθρο 4 του ν.4092/2012 επιφέρει μεγάλη ρωγμή στο σύστημα υποχρεωτικής ασφάλισης της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης που εισήχθη με το ν.489/1976, του οποίου βασικός πυλώνας είναι το Επικουρικό Κεφάλαιο, με εν δυνάμει θύματα όλους τους πολίτες που ενεπλάκησαν ή θα εμπλακούν σε τροχαίο ατύχημα.
Τα υπαρκτά προβλήματα του Επικουρικού Κεφαλαίου δεν επιλύονται μετατρέποντας τα θύματα και τους πρώην ασφαλισμένους σε έμμεσους χρηματοδότες του Επικουρικού Κεφαλαίου, καθώς μάλιστα στην προκειμένη περίπτωση τα θύματα είναι μία ιδιαίτερα αδύναμη κοινωνικά και οικονομικά ομάδα πολιτών που, όπως σωστά παρατηρήθηκε , απαρτίζεται κατά κύριο λόγο από αναπήρους εξ αυτοκινητικών ατυχημάτων και από ορφανά, χήρες και γονείς θυμάτων τροχαίων ατυχημάτων.
Σύμφωνα με τη νομολογία του Αρείου Πάγου «το Επικουρικό Κεφάλαιο αποτελεί οργανισμό που προεχόντως ιδρύθηκε από το νόμο χάριν του ζημιωθέντος τρίτου στις προβλεπόμενες από το νόμο περιπτώσεις, στις οποίες οι αξιώσεις του θανόντος δεν είναι αρκούντως εξασφαλισμένες στην ικανοποίησή τους κατά του υπόχρεου ή υπεύθυνου για το ατύχημα» (ΑΠ 1221/2011).
Δυστυχώς, η νομοθετική επιλογή που έγινε με το άρθρο 4 του ν.4092/2012 καταστρατηγεί το σκοπό ίδρυσης και λειτουργίας του Επικουρικού Κεφαλαίου, καθώς η προστασία του ζημιωθέντος υποβαθμίζεται ποιοτικά και ποσοτικά και μάλιστα σε εποχή οικονομικής κρίσης όταν οι συνέπειες των ατυχημάτων είναι ακόμη πιο οδυνηρές για την οικονομική και κοινωνική επιβίωση των θυμάτων, ενώ ταυτόχρονα παραμένει απροστάτευτος και ο ασφαλισμένος εταιρίας της οποίας ανακαλείται η άδεια μετά το χρόνο του ατυχήματος
Η παροχή έννομης προστασίας δεν μπορεί να είναι ούτε συμβολική ούτε θεωρητική. Ο δικαστικός έλεγχος των νέων διατάξεων πρέπει να γίνεται με παρρησία ώστε να μη θυσιαστούν θεμελιώδεις νομικοί κανόνες και τα δικαιώματα των πολιτών.

...

ΕΛΕΝΗ ΜΕ ΠΛΑΓΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ newsletters prev1

legal bank

Newsletter

ΚΑΛΑΘΙ ΑΓΟΡΩΝ

Το καλάθι σας είναι άδειο.