210 9824002 | 6977 000 500 | Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.   |

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ-ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ένας Κοινωνικός Θεσμός στο Στόχαστρο του Εθνικού Νομοθέτη



Πρέπει κατ'αρχήν να τονιστεί ότι η βασική ερμηνευτική μέθοδος

η οποία ακολουθείται για την ανεύρεση του αληθούς νοήματος των διατάξεων του κοινοτι-
κού δικαίου, επομένως και των οδηγιών, είναι η τελολογική ερμηνεία, η οποία έχει σαν στόχο
να αναδείξει τον σκοπό (τέλος) της κοινοτικής διάταξης. Εξάλλου το κοινοτικό δίκαιο είναι
νομολογιακό δίκαιο και η νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης είναι εκείνη που
σε μεγάλο βαθμό δημιουργεί το δίκαιο της Ένωσης. Όπως με επιτυχία έχει γραφτεί χαρα-
κτηριστικά η νομολογία αποτελεί πηγή του κοινοτικού δικαίου και έχει «κανονιστικό» χαρα-
κτήρα. Μάλιστα τέτοιους κανόνες κοινοτικού δικαίου θέτει όχι μόνο ο κοινοτικός νομοθέτης
αλλά και ο κοινοτικός δικαστής, διότι στη Ευρωπαϊκή Ένωση υπάρχει αναπότρεπτη ανάγκη
δικαιοπαραγωγής20.
Οι κατευθύνσεις που χάραξε το ΔΕΚ ως προς την ερμηνεία των οδηγιών είναι οι ακό-
λουθες: 1) Ότι τα κράτη μέλη οφείλουν, προκειμένου να διασφαλιστεί η πλήρης εφαρμογή
των Οδηγιών, όχι μόνο στην πράξη αλλά και νομικώς να προβλέπουν την ύπαρξη σαφούς
νομικού πλαισίου στον συγκεκριμένο τομέα. Και αυτό πρέπει να επιτυγχάνεται μέσα από
τη θέσπιση νομικών διατάξεων ικανών να δημιουργήσουν μία αρκούντως ακριβή, σαφή και
διάφανη κατάσταση, ώστε να καθίσταται δυνατό στους ιδιώτες να γνωρίζουν τα δικαιώ-
ματά τους και να τα προβάλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων21. 2) Ότι ο εθνικός δι-
καστής, εφαρμόζοντας το εθνικό δίκαιο και ιδιαίτερα τις διατάξεις του εθνικού νόμου
που έχουν θεσπιστεί ειδικά για την εκτέλεση της οδηγίας, οφείλει να ερμηνεύει το εθνικό
του δίκαιο υπό το φως των διατάξεων και του στόχου της οδηγίας, προκειμένου να επι-
τευχθεί το αποτέλεσμα που επιδιώκεται με αυτήν. Το εθνικό δικαστήριο, εξαντλώντας τα
περιθώρια που του παρέχει το εθνικό δίκαιο, οφείλει να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει το
νόμο που έχει εκδοθεί σε εκτέλεση της οδηγίας σύμφωνα με τις επιταγές του κοινοτικού
δικαίου22. 3) Ότι η υποχρέωση των κρατών μελών η οποία απορρέει από την οδηγία, να επι-
τύχουν δηλαδή το αποτέλεσμα που αυτή επιδιώκει, καθώς και η υποχρέωσή τους να λαμ-
βάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση της
υποχρέωσης αυτής, επιβάλλεται σε όλες τις αρχές των κρατών μελών συμπεριλαμβανο-
μένων των δικαστηρίων στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους23. 4) Ότι όλες οι πάρα πάνω
αρχές αποτελούν την συνέπεια της ιεραρχικής σχέσης μεταξύ του κοινοτικού και του εθνι-
κού δικαίου και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις επιβάλλονται στα εθνικά όργανα, συμπερι-
λαμβανομένων και των εθνικών δικαστηρίων, με βάση τις αρχές της υπεροχής του
κοινοτικού έναντι του εθνικού δικαίου και του άμεσου αποτελέσματός του24.
―――――――――――
20. Β.Χριστιανός «Εισαγωγή στο Δίκαιο της ΕΕ» σελ. 15-17
21. ΔΕΚ C-361/88 της 30-5-1991, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλ. 1991 σελ. 1-2567, σκέψη 24
22. ΔΕΚ 14/83 της 10-4-1984, υπόθεση Von Colson κατά Kamann, Συλ. 1981, σκέψεις 26 και 28
23. ΔΕΚ C-106/89 της 13-11-1990 υπόθεση Marleasing S.A., Συλ. 1990, σελ. 1-4135, σκέψη 9, ΔΕΚ C- 334/92 της 16-12-1993
υπόθεση Wagner κατά Miret, Συλ. 1993 σελ. 1-6911.
24. ΔΕΚ C- 201/2002 της 17-1-2004
18 ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ - 2013
VIΙ. Η αντιμετώπιση των κοινοτικών οδηγιών
από την ελληνική νομολογία
Η «ατέλεια» των κοινοτικών οδηγιών που αναφέρθηκε πάρα πάνω, ότι δηλαδή η ισχύς
τους εξαρτάται από την ορθή και εμπρόθεσμη μεταφορά τους στο εσωτερικό δίκαιο από τον
εθνικό νομοθέτη, με έναν μόνο τρόπο μπορεί να αντιμετωπιστεί. Με την άρνηση δηλαδή του
εθνικού δικαστή να εφαρμόσει το νόμο ο οποίος έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις των
οδηγιών. Προς αυτή την κατεύθυνση κινείται η πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου, η
οποία υιοθετεί πλήρως τις θέσεις και τις απόψεις που αναφέρθηκαν πάρα πάνω ως προς την
ερμηνεία και εφαρμογή στο εσωτερικό δίκαιο των κοινοτικών οδηγιών, όπως οι θέσεις αυτές
έχουν διατυπωθεί στη νομολογία του ΔΕΚ.
Συγκεκριμένα το Α-1 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου διακηρύσσει ότι: Ο εθνικός νο-
μοθέτης αλλά και ο εθνικός δικαστής των κρατών μελών της Ε.Ε. δεν έχουν την εξουσία να
μεταβάλουν ούτε να παρερμηνεύουν τις διατάξεις της οδηγίας, διότι τότε παραβιάζεται το
κοινοτικό δίκαιο το οποίο υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης του εσωτερικού δι-
καίου, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος. Καθοριστικής δε σημασίας για την ερμη-
νεία του εθνικού δικαίου είναι οι ρυθμίσεις που προβλέπονται στο κοινοτικό δίκαιο και
ιδιαίτερα στις οδηγίες, όπως αυτές αυθεντικά ερμηνεύονται από το ΔΕΚ. Ο εθνικός δικα-
στής καλείται να ερμηνεύσει αυτό το δίκαιο υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της
οδηγίας, ώστε να επιτευχθεί το αποτέλεσμα που αυτή επιδιώκει και απόκειται στο εθνικό
δικαστήριο να μην εφαρμόζει οποιοδήποτε μέτρο εθνικού δικαίου που εμποδίζει την απο-
τελεσματικότητα των κοινοτικών κανόνων είτε το μέτρο αυτό είναι προγενέστερο είτε με-
ταγενέστερο της οδηγίας. Η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται σε όλες τις αρχές του κράτους
μέλους συμπεριλαμβανομένων και των δικαστηρίων25. Βέβαια το δρόμο για την υιοθέτηση
των πάρα πάνω θέσεων είχε ανοίξει η υπ'αριθ. 23/1998 απόφαση της Ολομέλειας του πάρα
πάνω δικαστηρίου, η οποία είχε δεχτεί, ενσωματώνοντας τις θέσεις των αποφάσεων του
ΔΕΚ, ότι «αν η Οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους δεκτικούς απευθείας εφαρ-
μογής, δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής, η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη να
την εκτελέσει εμπρόθεσμα συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη
του κράτους μέλους, που είναι ο παραλήπτης αυτής».
Η πάρα πάνω νομολογία του Αρείου Πάγου παρέχει και τη σταθερή βάση πάνω στην
οποία μπορεί να στηριχτεί ο έλληνας δικαστής, ώστε η ερμηνεία και η εφαρμογή του εθνικού
δικαίου να εναρμονίζεται με τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου. Καρπός ακριβώς αυτών των
κατευθυντηρίων γραμμών που χάραξε το ανώτατο δικαστήριο της χώρας μας αποτελούν και
οι προαναφερόμενες αποφάσεις των Πρωτοδικείων, οι οποίες αρνήθηκαν να εφαρμόσουν τις
διατάξεις του άρθρου 4 του Νόμου 4092/2012 που αφορούν το ΕΚ, αφού έκριναν ότι οι δια-
τάξεις αυτές έρχονται σε ευθεία αντίθεση προς τις σχετικές οδηγίες, δηλαδή τη Δεύτερη
(84/5 ΕΟΚ) και την Πρώτη (72/166) αλλά και τις αντίστοιχες διατάξεις της Κωδ.Οδηγίας.
―――――――――――
25. ΑΠ 926/2011 δημοσιευμένη σε Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «Νόμος», ΑΠ 631/2011 ΔΕΕ 2011 σελ. 1258, ΑΠ 534/2011
Χριδ 2012 σελ. 205
ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ - 2013 19
VIIΙ. Οι κοινοτικές οδηγίες που ρυθμίζουν την υποχρεωτική ασφάλιση
της αστικής ευθύνης και η ερμηνεία τους από το ΔΕΚ
Η ασφαλιστική προστασία των παθόντων σε τροχαίο ατύχημα ρυθμίζεται από τον κοι-
νοτικό νομοθέτη με τις οδηγίες. Οι οδηγίες αυτές ήταν α) η οδηγία 72/166/ΕΟΚ του Συμβου-
λίου της 24-4-1972, η αποκαλούμενη Πρώτη Οδηγία, β) η 84/5/ΕΟΚ του Συμβουλίου της
30-12-1983, η οποία αναφέρεται ως Δεύτερη Οδηγία και γ) η 90/232/ΕΟΚ του Συμβουλίου
της 14-5-1990 που αποκαλείται και Τρίτη Οδηγία. Κρίσιμες διατάξεις αυτών των οδηγιών για
το ζήτημα που μας ενδιαφέρει είναι εκείνες των άρθρων 3 παρ. 1 της Πρώτης Οδηγίας και 1
παρ. 4 της Δεύτερης Οδηγίας. Οι οδηγίες αυτές, όπως και οι υπόλοιπες οδηγίες που αφορούν
την υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων, κωδικο-
ποιήθηκαν με την υπ'αριθ. 2009/103/ΕΚ Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμ-
βουλίου (εφεξής Κωδ. Οδηγία) και επομένως δεν ισχύουν πλέον. Έτσι η προαναφερόμενη
διάταξη της Πρώτης Οδηγίας μεταφέρθηκε σχεδόν αυτολεξεί ως άρθρο 3 παρ. 1 της
Κωδ.Οδηγίας και εκείνη της Δεύτερης Οδηγίας μεταφέρθηκε, επίσης αυτολεξεί, ως άρθρο 10
παρ. 1 αυτής της οδηγίας. Σύμφωνα με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές που φέρει τον
τίτλο «Υποχρέωση ασφάλισης των οχημάτων», «....κάθε κράτος μέλος λαμβάνει, υπό την
επιφύλαξη εφαρμογής του άρθρου 5, όλα τα κατάλληλα μέτρα ώστε η αστική ευθύνη, η σχε-
τική με την κυκλοφορία οχημάτων με συνήθη στάθμευση στο έδαφός του να καλύπτεται
από ασφάλιση. Η έκταση της καλυπτόμενης ευθύνης και οι όροι και συνθήκες της καλύ-
ψεως καθορίζονται με βάση τα μέτρα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο....». (Η επιφύ-
λαξη του άρθρου 5 που αναφέρεται στη διάταξη αυτή αφορά ορισμένες κατηγορίες φυσικών
ή νομικών προσώπων, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, και έχει υπόψη της κυρίως τα αυτοκί-
νητα που ανήκουν στο Δημόσιο ή σε νομικά πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου). Η δεύτερη εξάλ-
λου από τις προαναφερόμενες διατάξεις που έχει τον τίτλο «Οργανισμός Υπεύθυνος για την
καταβολή αποζημίωσης» και αναφέρεται στην ίδρυση και λειτουργία του ΕΚ, ορίζει ότι «......
κάθε κράτος μέλος ιδρύει ή εγκρίνει οργανισμό, αποστολή του οποίου είναι να αποζημιώ-
νει, τουλάχιστον εντός των ορίων της υποχρεωτικής ασφάλισης, τις υλικές ζημίες ή τις σω-
ματικές βλάβες που προκαλούνται από οχήματα αγνώστων στοιχείων ή για τα οποία δεν
έχει εκπληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης που προβλέπεται στο άρθρο 3».
Πρέπει να τονισθεί ότι η κωδικοποίηση των οδηγιών που έγινε με την οδηγία
2009/103/ΕΚ, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι Πρώτη και Δεύτερη Οδηγίες, δεν επηρεά-
ζει την έναρξη ισχύος αυτών στο εσωτερικό δίκαιο. Και αυτό διότι σύμφωνα με το άρθρο 29
αυτής της Κωδ. οδηγίας, καταργήθηκαν όλες οι προηγούμενες οδηγίες οι οποίες περιέχον-
ται σε αυτήν, εκτός από τις διατάξεις τους που προβλέπουν τις προθεσμίες ενσωμάτωσής
τους στο εθνικό δίκαιο. Οι Οδηγίες αυτές έχουν ενσωματωθεί στο ελληνικό δίκαιο με το ΠΔ
1019/1981 η Πρώτη και με το ΠΔ 264/1991 η Δεύτερη.
Με την ερμηνεία των πάρα πάνω διατάξεων, πριν από την κωδικοποίησή τους με την τε-
λευταία κοινοτική οδηγία, έχει ασχοληθεί το ΔΕΚ μετά από σχετικά προδικαστικά ερωτήματα
των Εθνικών Δικαστηρίων. Οι διατάξεις αυτές έχουν ερμηνευθεί με τρόπο αυθεντικό και δε-
σμευτικό για τα ελληνικά δικαστήρια από τις ακόλουθες αποφάσεις του ΔΕΚ: 1) Από την από-
φαση C- 356/05 της 19-4-2007 (υπόθεση Farrel), μετά από προδικαστικό ερώτημα το οποίο
20 ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ - 2013
τέθηκε από το High Court της Ιρλανδίας. 2) Από την απόφαση 537/03 της 30-6-2005 (υπό-
θεση Gandolin). 3) Από την υπ'αριθ. C-348/98 απόφαση της 14-9-2000 (υπόθεση Ferreira). 4)
Από την υπ'αριθ. C-129/94 απόφαση της 28-3-1996 (υπόθεση Bernaldez). 5) Η πιο σημαντική
όμως απόφαση για το ζήτημα που μας απασχολεί είναι η υπ'αριθ. C-63/2001 απόφαση της 4-
12-2003 (υπόθεση Evans), την οποία απασχόλησε ακριβώς το ζήτημα της έκτασης της ευθύ-
νης του ΕΚ στις περιπτώσεις που η ευθύνη του αυτή γεννάται με βάση τις κείμενες διατάξεις.
Οι θέσεις που υιοθετήθηκαν από το ΔΕΚ με τις αποφάσεις του αυτές ως προς την ερμηνεία
των πάρα πάνω διατάξεων, είναι οι ακόλουθες: α) Ότι η επιλογή του καθεστώτος της αστι-
κής ευθύνης που εφαρμόζεται στα αυτοκινητικά ατυχήματα εμπίπτει στην αρμοδιότητα των
κρατών μελών. Έτσι τα τελευταία είναι ελεύθερα να καθορίσουν με τις διατάξεις του εθνικού
δικαίου τους το καθεστώς της αστικής ευθύνης. Στην αρμοδιότητα αυτή του εθνικού νομοθέτη
περιλαμβάνεται ο καθορισμός του περιεχομένου, της έκτασης και των προϋποθέσεων της
αποζημίωσης, αν δηλαδή η υποχρέωση αυτή πρέπει να στηρίζεται στην υπαιτιότητα ή αν
μπορεί να έχει σαν θεμέλιο και την ευθύνη από διακινδύνευση, π.χ. την καθιέρωση της αντι-
κειμενικής ευθύνης όπως συμβαίνει στο ελληνικό δίκαιο με το νόμο ΓπΝ./1911, τη ρύθμιση της
ευθύνης του ανηλίκου από αδικοπραξία κλπ. Όμως τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να δια-
σφαλίζουν ότι η αστική ευθύνη που προβλέπεται από το εθνικό τους δίκαιο καλύπτεται από
ασφάλιση, η οποία είναι σύμφωνη με τις διατάξεις των δύο πάρα πάνω κοινοτικών οδηγιών.
Επομένως η ασφαλιστική κάλυψη της αστικής ευθύνης δεν ρυθμίζεται από τους κανόνες
του εθνικού δικαίου, αλλά από την κανονιστική ρύθμιση της Ένωσης και τους αντίστοιχους
κοινοτικούς κανόνες, τους οποίους και υποχρεούται να ενσωματώνει ο εθνικός νομοθέτης
στο εσωτερικό δίκαιο της χώρας του (υποθέσεις Farrell, σκέψεις 32 και 33, Gandolin σκέψη
24 , Ferreira σκέψεις 27, 28 και 29. Βλέπετε επίσης και τις προτάσεις της ΓενΕισαγγελέως του
ΔΕΚ στην υπόθεση Vitor Almeida C-300/10 της 5-7-2012, σκέψεις 41 και 42). β) Οι πάρα πάνω
οδηγίες έχουν σαν σκοπό, όπως προκύπτει από τα προοίμια αυτών, να διασφαλίσουν αφενός
μεν την ελεύθερη κυκλοφορία τόσο των οχημάτων που σταθμεύουν συνήθως εντός του εδά-
φους της Ένωσης όσο και των προσώπων που επιβαίνουν σε αυτά και αφετέρου σε περί-
πτωση πρόκλησης ατυχήματος με εμπλοκή αυτών των οχημάτων να εγγυηθούν την παρόμοια
μεταχείριση του παθόντος, ανεξάρτητα από τον τόπο που επήλθε το ατύχημα στο εσωτε-
ρικό της κοινότητας. (υποθέσεις Bernaldez, σκέψη 13, η οποία επικαλείται ειδικά την 5η αι-
τιολογική σκέψη της Δεύτερης οδηγίας, Gandolin σκέψη 17 και 27 και Evans σκέψη 35 εν
τέλει). γ) Ότι τα κράτη μέλη δεν επιτρέπεται να περιορίζουν το δικαίωμα των παθόντων σε
τροχαίο ατύχημα να αποζημιωθούν με βάση τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου, οι οποίοι
θεσπίζουν την υποχρεωτική ασφάλιση της ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα. Οι εθνικοί
κανόνες που τυχόν περιέχουν τέτοια ρύθμιση έρχονται σε άμεση αντίθεση με το δίκαιο της
Ένωσης, αφού στερούν τις σχετικές κοινοτικές οδηγίες από την πρακτική τους αποτελε-
σματικότητα. (υπόθεση Gandolin σκέψεις 27 και 28). δ) Ότι τα ελάχιστα ποσά ασφαλιστικής
κάλυψης που καθορίζονται από το κοινοτικό δίκαιο (αρθ. 1 παρ. 2 της Δεύτερης Οδηγίας)
πρέπει να τηρούνται, ανεξαρτήτως του είδους του ισχύοντος καθεστώτος ευθύνης (υπό-
θεση Ferreira, σκέψη 38). ε) Ότι για τον καθορισμό των ποσών που δικαιούται να λάβει ο
παθών δεν έχει καμία απολύτως σημασία αν η πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος προξε-
νήθηκε από γνωστών στοιχείων ή επαρκώς ασφαλισμένο όχημα ή αν αυτή οφείλεται σε
ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ - 2013 21
αγνώστων στοιχείων ή ανεπαρκώς ασφαλισμένο όχημα. Και στις δύο περιπτώσεις είτε κα-
λείται να αποζημιώσει τον παθόντα ο ασφαλιστής του ζημιογόνου αυτοκινήτου, όπως συμ-
βαίνει στην πρώτη περίπτωση, είτε ο οργανισμός δηλ. το ΕΚ, όπως συμβαίνει στη δεύτερη
περίπτωση, το ύψος των ποσών τα οποία αυτοί υποχρεώνονται να πληρώσουν είναι τα ελά-
χιστα ποσά που προβλέπονται από το άρθρο 1 παρ. 2 της Δεύτερης Οδηγίας, δηλαδή από
το άρθρο 9 παρ. 1 της Κωδ. Οδηγίας. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει το ΔΕΚ στην πάρα
πάνω αναφερόμενη υπόθεση Evans, αφού ακολούθησε έναν πειστικό και τεκμηριωμένο ερ-
μηνευτικό συλλογισμό, ο οποίος περιελάμβανε τις ακόλουθες σκέψεις: i) Ότι η αποκατά-
σταση της ζημίας σκοπεί στην κατά το μέτρο του δυνατού επανασύσταση της περιουσίας
του θύματος του τροχαίου ατυχήματος (σκέψη 67). ii) Ότι ο παθών ο οποίος εμπλέκεται σε
τροχαίο ατύχημα κατά το οποίο το ζημιογόνο όχημα είναι αγνώστων στοιχείων ή ανεπαρκώς
ασφαλισμένο βρίσκεται σε δυσχερέστερη θέση έναντι εκείνου ο οποίος ζημιώθηκε από γνω-
στών στοιχείων ή επαρκώς ασφαλισμένο όχημα (σκέψεις 21-23). iii) Ότι η πρόθεση του κοι-
νοτικού νομοθέτη ήταν να παράσχει στον παθόντα της πρώτης κατηγορίας ισοδύναμη και
εξίσου αποτελεσματική προστασία με εκείνη του παθόντος της δεύτερης κατηγορίας (σκέψη
27). iv) Ότι επομένως όταν ο κοινοτικός νομοθέτης ορίζει την υποχρέωση του οργανισμού,
δηλαδή του ΕΚ να αποζημιώσει τον παθόντα για υλικές ζημίες ή σωματικές βλάβες που προ-
κλήθηκαν από αγνώστων στοιχείων ή από ανεπαρκώς ασφαλισμένο όχημα «εντός των ορίων
της υποχρέωσης ασφάλισης» (αρθ. 1 παρ. 4 της Δεύτερης οδηγίας και αρθ. 10 παρ. 1 της
Κωδ. οδηγίας) εννοεί ότι το ύψος της υποχρέωσης αυτής καλύπτει τουλάχιστον τα όρια των
κατωτάτων εγγυημένων ποσών που ορίζονται από τον κοινοτικό νομοθέτη (σκέψεις 24-27
και σκέψη 1 του διατακτικού). Αυτό ακριβώς είναι και το ελάχιστο όριο της «ικανοποιητικής
αποζημίωσης» που αξιώνει ο κοινοτικός νομοθέτης με την πέμπτη αιτιολογική σκέψη της
Δεύτερης οδηγίας. Άλλωστε και η αντίστοιχη δωδέκατη σκέψη της Κωδ. οδηγίας κινείται στο
ίδιο αυτό πνεύμα και κάνει λόγο για «πλήρη και δίκαιη αποζημίωση όλων των θυμάτων»,
δηλαδή ανεξάρτητα από το αν η ζημία τους προκλήθηκε από ασφαλισμένο ή ανασφάλιστο ή
από γνωστών ή αγνώστων στοιχείων όχημα. Για να καταλήξει στα πάρα πάνω ερμηνευτικά
συμπεράσματα το ΔΕΚ στηρίχθηκε στην συγκριτική αντιπαραβολή και στη διάγνωση της εσω-
τερικής αλληλουχίας και αλληλεξάρτησης των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 4 της Δεύτερης
οδηγίας και 3 παρ. 1 της Πρώτης οδηγίας.
ΙΧ. Οι αντίθετες απόψεις και η κριτική τους
Τόσο στη νομολογία όσο και στη νομική βιβλιογραφία υποστηρίχθηκε η άποψη ότι οι
πάρα πάνω ποσοτικοί περιορισμοί των αποζημιώσεων που οφείλει το ΕΚ στους παθόντες δεν
είναι αντίθετοι προς το ενωσιακό δίκαιο και προς τις διατάξεις της Κωδ.οδηγίας. Η επιχειρη-
ματολογία την οποία επικαλούνται οι υποστηρικτές αυτών των απόψεων είναι η ακόλουθη:
Α) Ότι η κρίσιμη διάταξη της Κωδ.Οδηγίας που είναι το άρθρο 10 παρ. 1 αυτής, αντί-
στοιχο προς το άρθρο 1 παρ. 4 της Δεύτερης Οδηγίας, με την οποία και θεσπίζεται η υπο-
χρέωση των κρατών μελών προς ίδρυση οργανισμού αποζημίωσης (Επικουρικό Κεφάλαιο)
έχει την ακόλουθη έννοια: 1) Η ευθύνη προς αποζημίωση του ΕΚ περιλαμβάνει μόνο την κά-
λυψη των υλικών ζημιών και των σωματικών βλαβών που προκαλούνται από τροχαία ατυχή-
22 ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ - 2013
ματα και όχι και κάθε είδους ζημία που προκαλείται από αυτά τα ατυχήματα. Έτσι η υποχρέ-
ωση του ΕΚ η οποία θεσπίζεται με την πάρα πάνω διάταξη δεν περιλαμβάνει και την ηθική
βλάβη ή την ψυχική οδύνη, αφού η γραμματική ερμηνεία αυτής της διάταξης δεν επιτρέπει
την επέκταση της αποζημίωσης και στα κεφάλαια αυτά. Και καταλήγει η άποψη αυτή με τη
σκέψη ότι «......η χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης της οικογένειας του θύμα-
τος δεν προβλέφθηκε στο εθνικό δίκαιο σε εκπλήρωση υποχρέωσης που απορρέει από το
κοινοτικό δίκαιο, αλλά αυτοτελώς από τον εθνικό νομοθέτη στο πλαίσιο της διαπλαστικής
εξουσίας που διαθέτει.......»26. Η επιχειρηματολογία αυτή την οποία επικαλείται η εν λόγω
άποψη δεν είναι ορθή, διότι θέτει ως βάση του συλλογισμού της μία λανθασμένη προϋπό-
θεση: Θεωρεί δηλαδή ότι το περιεχόμενο της αστικής ευθύνης που περιλαμβάνει, εκτός των
άλλων, και την έκταση και το εύρος της αποζημίωσης, εμπίπτει στην αρμοδιότητα του κοινο-
τικού νομοθέτη. Όμως η παραδοχή αυτή έρχεται σε άμεση αντίθεση με τις βασικές ερμη-
νευτικές αρχές που με τρόπο αυθεντικό και δεσμευτικό έχει υιοθετήσει το ΔΕΚ με τις
αποφάσεις του στις υποθέσεις Farrel, Gandolin, Ferreira και Vitor Almeida (προτάσεις της
ΓενΕισαγγελέως)27. Με τις αποφάσεις του αυτές το ΔΕΚ προσδιόρισε με σαφήνεια τις νο-
μοθετικές αρμοδιότητες του εθνικού και του κοινοτικού νομοθέτη και έθεσε ένα σαφές δια-
χωριστικό όριο μεταξύ αυτών. Αποφάνθηκε δηλαδή ότι το περιεχόμενο της αστικής ευθύνης
ανήκει στην αρμοδιότητα του εθνικού νομοθέτη, ενώ η υποχρέωση κάλυψης αυτής της ευ-
θύνης με υποχρεωτική ασφάλιση είναι έργο αποκλειστικά του κοινοτικού νομοθέτη. Και το-
νίζουμε και πάλι αυτό που αναφέρεται πάρα πάνω, ότι δηλαδή τα κράτη μέλη είναι
υποχρεωμένα να διασφαλίζουν ότι η αστική ευθύνη του προβλέπεται από το εθνικό τους
δίκαιο καλύπτεται από ασφάλιση η οποία είναι σύμφωνη με τις διατάξεις των δύο πρώτων
κοινοτικών οδηγιών. Εφόσον λοιπόν η εσωτερική μας νομοθεσία προβλέπει ότι η χρημα-
τική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης αποτελεί αναπόσπαστο συστατικό
στοιχείο της υποχρέωσης αποζημίωσης από αδικοπραξία, περιλαμβάνεται αναγκαστικά και
αυτή η μη περιουσιακή βλάβη στην υποχρέωση της ασφαλιστικής κάλυψης, όπως επιτάσσει
η πάρα πάνω κοινοτική οδηγία. Έτσι η επιχειρηματολογία αυτή θα μπορούσε να ευσταθήσει
μόνο αν ο θεσμός της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης
εξαλειφόταν εντελώς από το δίκαιο της αποζημίωσης που προβλέπει ο ελληνικός Αστικός
Κώδικας, οπότε και δεν θα υπήρχε υποχρέωση του έλληνα νομοθέτη να προβλέπει την υπο-
χρεωτική ασφαλιστική κάλυψη αυτών των μορφών της μη περιουσιακής ζημίας. Εφόσον
όμως το εθνικό μας δίκαιο προβλέπει την υποχρέωση επιδίκασης αποζημίωσης αυτής της
χρηματικής ικανοποίησης είτε με τη μορφή της ηθικής βλάβης στον ίδιο τον παθόντα είτε ως
ψυχική οδύνη στην οικογένεια του θανόντος, πράγμα το οποίο δεν αμφισβητείται από τους
πάρα πάνω υποστηρικτές αυτής της άποψης αλλά και έχει παγιωθεί με τρόπο απαρέγκλιτο
τόσο στη νομολογία28 όσο και στη νομική βιβλιογραφία, είναι δεδομένο ότι η μη περιου-
σιακή αυτή ζημία πρέπει να καλύπτεται από ασφάλιση στο μέτρο και την έκταση που η
ζημία αυτή προβλέπεται από την εθνική μας νομοθεσία και ανεξάρτητα αν ο υπόχρεος προς
―――――――――――
26. ΜονΠρωτΑμαλ 108/2012, Γνωμοδότηση Ε.Κοντιάδη-Α.Καϊδατζή σελ. 15-17.
27. Βλέπετε αναλυτικά πάρα πάνω παρ. VIII υπό στοιχ. α΄
28. Βλέπετε ενδεικτικά ΑΠ (Ολομ) 9/1993 ΕπΣυγκΔικ 1994 σελ. 16
ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ - 2013 23
αποζημίωση είναι ο ασφαλιστής ή το ΕΚ (υπόθεση Εvans αριθ. 1 διατακτικού).
Η εμπλοκή επομένως του ενωσιακού δικαίου στον προσδιορισμό του μεγέθους και της
έκτασης της μη περιουσιακής ζημίας που προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία του κράτους
μέλους, όπως επιχειρείται από τους υποστηρικτές αυτής της άποψης, δεν μπορεί να γίνει
αποδεκτή, διότι έρχεται σε άμεση αντίθεση προς την πάγια ερμηνεία των κρίσιμων διατά-
ξεων (άρθρο 1 παρ. 4 της Δεύτερης οδηγίας και άρθρο 10 παρ. 1 της κωδ. οδηγίας) από το
ΔΕΚ.
2) Επίσης, κατά τους υποστηρικτές αυτής της άποψης, από τη διατύπωση της πάρα πάνω
διάταξης αλλά και από το πνεύμα της οδηγίας συνάγεται ότι αυτή επιτάσσει την αποζημίωση
μόνο των θυμάτων τροχαίων ατυχημάτων και όχι και της οικογένειάς τους.
Είναι σαφές, κατά την άποψή μας, ότι η επιχειρηματολογία που αναφέρεται πάρα πάνω
αποδυναμώνει πλήρως και τον δεύτερο αυτό ισχυρισμό των υποστηρικτών της αντίθετης άπο-
ψης. Δεν πρέπει όμως να παραγνωρίζεται ότι η υιοθέτηση αυτής της θέσης οδηγεί σε πολύ
επικίνδυνα μονοπάτια. Ειδικώτερα, αν ακολουθήσει κανείς αυτή την άποψη τότε οδηγείται σε
λύσεις οι οποίες δυναμιτίζουν κυριολεκτικά τις ίδιες τις βάσεις του εθνικού μας δικαίου της
αποζημίωσης από τροχαίο ατύχημα και της ασφαλιστικής κάλυψης αυτής της ζημίας από το
ΕΚ. Και αυτό διότι θα πρέπει να εξαιρεθούν από την κάλυψη αυτή τόσο οι διατροφικές απο-
ζημιώσεις της συζύγου και των τέκνων του θανόντος όσο και το δικαίωμα της αποζημίω-
σης του συζύγου για στέρηση παροχής υπηρεσιών από τον θανόντα σε τροχαίο ατύχημα
σύζυγό του. Επομένως θα πρέπει τα ορφανά και ανήλικα τέκνα του θανόντος γονέα να μεί-
νουν χωρίς καμία οικονομική υποστήριξη από το υπόχρεο ΕΚ, αλλά το ίδιο θα συμβεί και για
τον ενδεχομένως ανήμπορο και άπορο σύζυγο, ο οποίος είχε την ατυχία να μην εργάζεται και
να συντηρείται από τον εργαζόμενο και θανόντα σύζυγό του. Σε αυτές τις εξόφθαλμα άδικες
και ανεπιεικείς λύσεις οδηγεί η υιοθέτηση αυτής της άποψης, οι οποίες λύσεις δεν αρμόζουν
σε ένα σύγχρονο κοινωνικό κράτος προστασίας των αδυνάτων όπως επιτάσσει το Σύνταγμα.
Β) Η δεύτερη κατηγορία των συλλογισμών αυτής της αντίθετης άποψης στηρίζεται στην
ακόλουθη επιχειρηματολογία: Όταν η κωδ.οδηγία προσδιορίζει με το άρθρο 10 παρ. 1 αυτής
την ευθύνη αποζημίωσης του ΕΚ «εντός των ορίων της υποχρέωσης ασφάλισης» δεν ανα-
φέρεται δήθεν στα ελάχιστα όρια που προβλέπονται στο άρθρο 9 αυτής της οδηγίας, με βάση
το οποίο το ελάχιστο ποσό κάλυψης ορίζεται σε 1.000.000 ευρώ για κάθε παθόντα ή σε
5.000.000 ευρώ σε περίπτωση περισσοτέρων παθόντων στο ίδιο ατύχημα και σε 1.000.000
ευρώ για υλικές ζημίες, αλλά στο άρθρο 3 αυτής, που «αναφέρεται στην υποχρέωση ασφά-
λισης και στην έκτασή της»29. Για να στηρίξουν μάλιστα την άποψή τους όσοι δέχονται τη
θέση αυτή, επικαλούνται τη δυνατότητα περιορισμού ή και αποκλεισμού της αποζημίωσης
του οφείλει το ΕΚ σε περίπτωση υλικών ζημιών που προκλήθηκαν από όχημα αγνώστων στοι-
χείων (άρθρο 10 παρ.3) όπως επίσης και τις υπ'αριθ. 14 και 16 αιτιολογικές σκέψεις της Κωδ.
Οδηγίας.
Η επιχειρηματολογία που αναφέρεται πάρα πάνω δεν μπορεί να ευσταθήσει, αφού αυτή
έρχεται σε ευθεία αντίθεση προς την ερμηνεία των σχετικών διατάξεων από το ΔΕΚ. Συγκε-
―――――――――――
29. Γνωμοδότηση Φ.Σπυρόπουλου σελ. 2 αριθ.3

ΤΕΛΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΜΕΡΟΥΣ
ΓΙΑ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ

ΕΛΕΝΗ ΜΕ ΠΛΑΓΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ newsletters prev1

legal bank

Newsletter

ΚΑΛΑΘΙ ΑΓΟΡΩΝ

Το καλάθι σας είναι άδειο.