210 9824002 | 6977 000 500 | Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.   |

Κυριακή, 10 Μαΐου 2020 22:47

Η ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ ΣΤΑ ΤΡΟΧΑΙΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ Yπό Νικολάου Αποστολίδη Διδάκτωρ Νομικής – Ειδικός Επιστημονικός Συνεργάτης Ποινικής Δικονομίας Νομικής Σχολής ΔΠΘ ΝΕΟ

Γράφτηκε από τον 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Άρθρα - Απόψεις

Η ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ ΣΤΑ ΤΡΟΧΑΙΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ Yπό Νικολάου Αποστολίδη

Διδάκτωρ Νομικής – Ειδικός Επιστημονικός Συνεργάτης Ποινικής Δικονομίας Νομικής Σχολής ΔΠΘ

(Το παρών άρθρο αποτέλεσε Εισήγηση στο Πανελλήνιο Συνέδριο της Επιθεώρησης Συγκοινωνιακού Δικαίου «ΤΟ ΤΡΟΧΑΙΟ ΑΤΥΧΗΜΑ – ΠΟΙΝΙΚΗ ΚΑΙ ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΤΩΝ ΕΜΠΕΛΚΟΜΕΝΩΝ», υπό την αιγίδα και συνδιοργάνωση της Νομικής Σχολής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης και του Δικηγορικού Συλλόγου Ροδόπης 20-21 Σεπτεμβρίου 2019)

 

Ι. Εισαγωγικές σκέψεις

Η ψήφιση και ακολούθως (από την 01.07.2019) η έναρξη ισχύος του νέου ΚΠΔ (ν. 4620/2019) σηματοδότησαν την ενεργοποίηση νέων ρυθμίσεων και στο πεδίο της δικονομικής θέσης και των δικαιωμάτων του θύματος του εγκλήματος. Οι επελθούσες τροποποιήσεις δεν μεταλλάσσουν, βέβαια, το οικείο κανονιστικό πλαίσιο στο βαθμό που ενδεχομένως προϊδεάζει η μετεξέλιξη της παραδοσιακής «πολιτικής αγωγής» στη νυν «υποστήριξη της κατηγορίας», καθόσον τον προκείμενο θεσμό, παρά τη συντελεσθείσα σε λεκτικό επίπεδο απεξάρτηση, εξακολουθούν να διέπουν ουσιωδώς οι συναφείς διατάξεις του αστικού δικαίου[1]. Από το άλλο μέρος, ωστόσο, θα ήταν σφάλμα να παροραθεί ότι επί κρίσιμων παραμέτρων τα νομοθετικά δεδομένα έχουν διαφοροποιηθεί αισθητά, ανατρέποντας παγιωμένες δικονομικές πρακτικές και αξιώνοντας ιδιαίτερη επιμέλεια για την ασφαλή προσαρμογή στις σύγχρονες συνθήκες. Έτσι, με σημείο αναφοράς την ποινική διάσταση των τροχαίων ατυχημάτων, την εκδίκαση, δηλαδή, κατά βάση υποθέσεων εξ αμελείας ανθρωποκτονίας (άρ. 302 ΠΚ) και σωματικής βλάβης (άρ. 314 § 1 ΠΚ)[2], εστιάζεται το ενδιαφέρον σε μια σειρά από εμβληματικές πτυχές της ιδιωτικής υποστήριξης, πλέον, της κατηγορίας.

ΙΙ. Ουσιαστική νομιμοποίηση του υποστηρίζοντος την κατηγορία επί ποινικών αδικημάτων τελούμενων στο πλαίσιο τροχαίου ατυχήματος

  1. Το τοπίο που διαμόρφωσε ο νέος ΚΠΔ

Η κατάφαση της ενεργητικής νομιμοποίησης του θύματος εξακολουθεί να διέρχεται από διττό έλεγχο, τόσο, δηλαδή, αστικής, όσο και ποινικής φύσεως[3]. Ειδικότερα :

Παρότι υπό το ισχύον άρθρο 63 εδ. α΄ ΚΠΔ οι εδραζόμενες στο έγκλημα ιδιωτικές απαιτήσεις δεν εισάγονται εφεξής στην ποινική δίκη, όχι μόνο προς επιδίκαση, αλλά ούτε καν προς αναγνώριση[4], εξ ου και ο θεσμός της πολιτικής αγωγής εκ των πραγμάτων μετονομάζεται[5], εντούτοις, είναι την ίδια στιγμή σαφές ότι κατά την ενταξιακή δήλωση του αδικηθέντος απαιτείται η συνδρομή και η αξιολόγηση τούτων ως νόμω βασίμων[6], καθώς επίσης και ως ενεργών[7]. Έτσι, ναι μεν εγκαταλείπεται ex lege οριστικά η σχεδόν αυτοματοποιημένη πρακτική της κατά κανόνα παράστασης για το συμβολικό κονδύλιο των 44,00 € με επιφύλαξη για το υπόλοιπο[8], ταυτόχρονα, όμως, συνεχίζουν να αναζητούνται και να αξιολογούνται οι παραγόμενες από την αστική αδικοπραξία – αξιόποινη συμπεριφορά απαιτήσεις.

Στο μέτρο, εξάλλου, που η υιοθετούμενη αποκλειστική υποστήριξη της κατηγορίας επιχειρεί σήμερα να αποδώσει τον προεχόντως ποινικό χαρακτήρα της μέχρι πρότινος «πολιτικής αγωγής»[9], προβάλλει πια και κατά μείζονα λόγο ως επιτακτική η ανάγκη συνεπούς ανταπόκρισης της εκάστοτε επικαλούμενης ζημίας στα κριτήρια αμεσότητας[10] αυτής, όπως τα τελευταία έχουν καθιερωθεί και ήδη παγιωθεί[11] υπό την προοπτική διεκδίκησης ενός δικονομικού ρόλου που κατατείνει στη μονομερή επιδίωξη της ενοχής του κατηγορουμένου κατά την εκδίκαση του εγκλήματος που του αποδίδεται[12]. Και υπό το ισχύον, επομένως, δίκαιο απαιτείται, αφενός μεν επίκληση ζημίας αφορώσας προσωπικώς στον παριστάμενο προς υποστήριξη της κατηγορίας και απορρέουσας ευθέως εκ της εις βάρος του αδικοπραξίας[13], αφετέρου, δε, ένταξη τούτου στο προστατευτικό εύρος του εκάστοτε εφαρμοζόμενου κανόνα δικαίου[14].

Υπό τα πιο πάνω δεδομένα καθίσταται φανερό ότι στις ποινικές δίκες των τροχαίων ατυχημάτων η ενεργητική νομιμοποίηση του παρισταμένου πλέον για την υποστήριξη της κατηγορίας οφείλει να εναρμονίζεται με προδιαγραφές «κεκτημένες» από τη μακρά περίοδο ισχύος του καταργηθέντος ΚΠΔ. Διατηρείται, συνακόλουθα, αναλλοίωτη η αξία των -επί τη βάσει τούτων- θεωρητικών και νομολογικών προσεγγίσεων του προκείμενου ζητήματος ενόψει της διατύπωσης ορισμένων σκέψεων απτομένων των κύριων εκφάνσεών του.

 

  1. Η αμεσότητα της ζημίας ως σταθερό νομιμοποιητικό κριτήριο και η εφαρμογή της σε ποινικές δίκες τροχαίων ατυχημάτων                                    

Εν είδει γενικών παρατηρήσεων, αφορωσών δηλαδή στις επίμαχες δίκες αδιακρίτως εγκλήματος, θα μπορούσαν να επισημανθούν τα ακόλουθα :

α) Ότι η αμεσότητα υπό την εκδοχή της προσωπικής ζημίας αποκλείει, για παράδειγμα, από την υποστήριξη της κατηγορίας την ασφαλιστική εταιρία που οφείλει μεν να αποζημιώσει το θύμα του τροχαίου ατυχήματος, πλην όμως διατηρεί και αναγωγικό δικαίωμα εναντίον του ασφαλισμένου, ήτοι του κατηγορουμένου της ποινικής δίκης, επειδή στην υπό κρίσιν υπόθεση συντρέχει λόγος εξαίρεσης από την ασφάλιση λόγω της οδήγησης, για παράδειγμα, από αυτόν οχήματος δίχως την προβλεπόμενη εκ του νόμου άδεια[15] ή υπό την επίδραση οινοπνεύματος[16] (άρ. 6β § 1 περ. α΄ και -αντιστοίχως- περ. β΄ εδ. α΄ ΠΔ 237/86)[17]. Είναι προφανές ότι εν προκειμένω η ασφαλιστική εταιρία αντανακλαστικά και μόνον υφίσταται στην περιουσία της τις επιπτώσεις από την αδικοπραξία και συνάμα αξιόποινη πράξη[18], ακολούθως, δε, αποκτά αστική αξίωση εναντίον του κατηγορουμένου κατά παράγωγο τρόπο[19].

β) Ότι, κατ’ απόκλιση από τις υπαγορεύσεις της εν θέματι εκδοχής αμεσότητας, ο κληρονόμος του τραυματισθέντος ή -επί θανάτωσης- του μέλους της οικογένειας του θύματος (άρ. 932 εδ. γ΄ ΑΚ)[20] δικαιούται να υπεισέλθει στη δικονομική θέση του ως διάδικος της ποινικής δίκης, αρκεί να έχει προηγηθεί νόμιμη δήλωση για την υποστήριξη της κατηγορίας από τον κληρονομούμενο πριν από το θάνατό του. Η ενσωμάτωση στο κεφάλαιο περί ενεργητικής νομιμοποίησης της ρητής και συνάμα αρκούντως διαφωτιστικής διάταξης του άρ. 64 ΚΠΔ αποβαίνει ιδιαίτερα χρήσιμη, στο μέτρο που: Πρώτον, ρυθμίζει κατά τρόπο ενιαίο το προϋποθετικό πλαίσιο για την παράσταση των κληρονόμων, αποσυνδέοντας αυτό από το είδος της επικληθείσας από τον κληρονομούμενο ζημίας[21]. Δεύτερον, αίρει οριστικά τις εν πολλοίς εύλογες επιφυλάξεις ή και αντιρρήσεις που είχαν κατά το παρελθόν διατυπωθεί σε σχέση με τη νομιμότητα της προκείμενης παράστασης[22], καθόσον το οικείο δικαίωμα χορηγείται ευθέως πλέον ex lege. Τρίτον, αποκαθιστά την άνιση δικονομική μεταχείριση και τα επερχόμενα εξ αυτής ανεπιεική αποτελέσματα στο πρόσωπο του κληρονόμου που δεν μπορούσε να συνεχίσει την -κατ’ εξαίρεσιν τότε- παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας επί τη βάσει του άρ. 64 § 2 πρΚΠΔ, αφού η ενδεχόμενη προηγηθείσα δήλωση του κληρονομουμένου δεν περιλάμβανε εκ του νόμου οποιαδήποτε αστική αξίωση και έτσι δεν ισοδυναμούσε με επίδοση αγωγής κατ’ άρθρον 933 ΑΚ[23], το, δε, αντίστοιχο δικαίωμα ήταν, σε κάθε περίπτωση, ανεπίδεκτο κληρονομικής διαδοχής[24]∙ τούτο σημαίνει ότι, επί προκλήσεως σωματικής βλάβης ή θανάτου υπό περιστάσεις νομοθετικού περιορισμού της αστικής ευθύνης σε τρίτο πρόσωπο, είτε τα αποτελέσματα αυτά οφείλονται σε ενέργεια, όπως συμβαίνει με τον αμελή οδηγό του κρατικού οχήματος κατά την εκτέλεση δημόσιας υπηρεσίας[25], είτε σε παράλειψη, όπως, όταν το ατύχημα οφείλεται στην ολισθηρότητα της δημοτικής οδού, την οποία τα αρμόδια όργανα του δήμου δεν είχαν καθαρίσει από τα λάδια[26], η εκ του δικαιούμενου προσώπου τότε δήλωση κατ’ άρ. 82 § 1 ΚΠΔ, καίτοι εξαντλείται στην υποστήριξη της κατηγορίας -κατά προορισμό μάλιστα (άρ. 63 § 1 εδ. α΄ ΚΠΔ) κι όχι πια δυνάμει εξαιρετικής πρόβλεψης (64 § 2 πρΚΠΔ)- διασφαλίζει, παρά ταύτα, το δίχως άλλο, την τυχόν συμμετοχή και των κληρονόμων στην ποινική δίκη χάρη ακριβώς στη ρύθμιση του νυν άρθρου 64 ΚΠΔ.

γ) Ότι η αμεσότητα υπό την εκδοχή της ευθείας ζημίας αποκλείει από την υποστήριξη της κατηγορίας σε δίκες ανθρωποκτονίας και σωματικής βλάβης εξ αμέλειας πρόσωπα δικαιούμενα σε αποζημίωση έναντι του κατηγορουμένου επί τη βάσει ειδικών εξαιρέσεων του κεφαλαίου περί αδικοπραξιών και συγκεκριμένα, κατ’ αντιστοιχία, των άρθρων 928 εδ. β΄ και 929 εδ. β΄ ΑΚ[27]. Στην προκειμένη περίπτωση επέρχεται μεν εξ αντανακλάσεως ζημία στις οικείες περιουσίες, αλλά οι ερειδόμενες σε αυτήν αστικές αξιώσεις δεν διαμορφώνονται κατά τρόπο παράγωγο[28], αντιθέτως συρρέουν με εκείνες του μέλους της οικογένειας (επί θανάτωσης) ή του παθόντος (επί τραυματισμού). Στο βαθμό, ωστόσο, που το αστικό δίκαιο εφοδιάζει, έστω και κατ’ απόκλιση από τον κανόνα της αμεσότητας, τα τρίτα αυτά πρόσωπα με αγώγιμες αξιώσεις αποζημίωσης και ενόψει της σχετικής παραπομπής του άρ. 63 εδ. α΄ ΚΠΔ, τον εξοβελισμό τούτων από την ποινική δίκη υποδεικνύει πειστικότερα η προφανής εδώ «μεσολάβηση» του θανόντος ή του τραυματία, ενός στενότερα, δηλαδή συνδεόμενου με το αδίκημα προσώπου[29], στο οποίο οι συνέπειες από την τέλεση του εγκλήματος εκδηλώνονται πρωτογενώς, προτού, δηλαδή, επηρεάσουν και όσους έλκουν από το θύμα περιουσιακά συμφέροντα[30]. Έτσι, ο σύζυγος του θύματος τροχαίου ατυχήματος, καίτοι δικαιούχος αποζημίωσης κατά τις προειρημένες διατάξεις και εκείνη του άρθρου 1389 ΑΚ περί υποχρεώσεως συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες[31], δεν δύναται, εντούτοις να προσλάβει την ιδιότητα του υποστηρίζοντος την κατηγορία στην αντίστοιχη ποινική δίκη.

  1. Η υποστήριξη της κατηγορίας στο αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (άρ. 302 ΠΚ)

Ειδικά για την υποστήριξη της κατηγορίας στο αδίκημα της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας (άρ. 302 ΠΚ) θα μπορούσαν να διατυπωθούν οι ακόλουθες παρατηρήσεις :

α) Όπως είναι γνωστό, ως δικαιούμενα σε παράσταση πολιτικής αγωγής και πλέον υποστήριξης της κατηγορίας αναγνωρίζονται εδώ τα μέλη της οικογένειας του θύματος, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των άρθρων 63 εδ. α΄ ΚΠΔ και 932 εδ. γ΄ ΑΚ. Η ενεργητική νομιμοποίηση τούτων συνιστά, βέβαια, εμφανή απόκλιση από τον κανόνα της άμεσης ζημίας υπό την εκδοχή της δυνατότητας ένταξης της τελευταίας στο προστατευτικό πεδίο του εφαρμοστέου ποινικού κανόνα[32]. Είναι, ωστόσο, πρόδηλο ότι η εν τοις πράγμασι αποδοχή του αστικού αμιγώς κριτηρίου συμμετοχής αποτελεί νομοθετική επιλογή, αφενός μεν ευχερώς διαγνώσιμη και απολύτως συνειδητή[33], αφετέρου δικαιοπολιτικά εύστοχη ενόψει της βαρύτητας της αξιόποινης πράξης[34].

β) Ελλείψει αυθεντικού ορισμού της «οικογένειας»[35] και με δεδομένο ότι η εξάντληση του εννοιολογικού περιεχόμενου της στο σύζυγο και τα τέκνα του θανόντος θα συνιστούσε μάλλον ασφυκτική και ενίοτε -αμφίπλευρα- άδικη οριοθέτηση[36], ανακύπτουν εύλογα ερμηνευτικά ζητήματα, ιδίως σε σχέση με το εντάξιμον των άλλων συγγενικών ή και απλώς οικείων προς το θύμα προσώπων[37]. Σε επίπεδο ποινικής δίκης ο προβληματισμός[38] προσλαμβάνει, βέβαια, ιδιαίτερη πρακτική σημασία, όταν τέτοιου είδους οριακές εκδοχές συνυφαίνονται -ελλείψει εγγύτερων προς το θανόντα και εξ αυτού του λόγου αναμφισβήτητων δικαιούχων- με την παρουσία καθαυτή υποστήριξης της κατηγορίας ή όχι ενάντια στον κατηγορούμενο[39]. Επειδή, εξάλλου, δεν πρέπει να λησμονείται ότι αποδοχή της ιδιότητας του μέλους της οικογένειας σημαίνει αυτόματα και μετεξέλιξη σε διάδικο που θα επιδιώκει μονοδιάστατα και αποκλειστικά την ενοχή του κατηγορουμένου, όπως πλέον επιτάσσει και το γράμμα του άρ. 63 εδ. α ΚΠΔ, καθώς και ότι η σχετική δικαστική αξιολόγηση δέον να λαμβάνει χώρα προ της έναρξης της αποδεικτικής διαδικασίας, οι συναφείς αστικού δικαίου προσεγγίσεις αποβαίνουν μεν εδώ αφετηριακά χρήσιμες, περαιτέρω, όμως, επιβάλλεται η προσαρμογή τούτων στις ιδιαιτερότητες που προαναφέρθηκαν και συνεπώς ο προσανατολισμός προς αυστηρότερες συγκριτικά ερμηνευτικές κατευθύνσεις[40]

γ) Κατά την κρατούσα ερμηνευτική αντίληψη στο πεδίο του αστικού δικαίου η κατάφαση της ιδιότητας του μέλους της οικογένειας του θύματος διέρχεται, όπως είναι γνωστό, από διττό έλεγχο: Αφενός, μεν, αναζητούνται περιοριστικά, είτε ο συζυγικός, είτε ο -κατά τεκμήριο αλληλένδετος με την εκδήλωση ψυχικής οδύνης- στενός συγγενικός δεσμός[41]∙ αφετέρου, ακόμη και τότε, ελέγχεται από το δικαστή αν -in concreto πια[42]- είχαν αναπτυχθεί μεταξύ των προσώπων αυτών και του θανόντος, ενόσω αυτός ζούσε, αισθήματα αγάπης και στοργής[43], αφού επί αποφατικής κρίσεως, δύναται υποκειμενικώς να αποκλειστεί εν μέρει ή και εν όλω η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης παρά την κατ’ αρχήν θεμελίωση σχετικού δικαιώματος[44].

Μεταβαίνοντας στο περιβάλλον της ποινικής δίκης, θα μπορούσε, αντιστοίχως, να ειπωθεί ότι ο εντοπισμός της τυπικής στενής διασύνδεσης με το θύμα ευθυγραμμίζεται ασφαλώς με τις προϋποθέσεις παράστασης για την υποστήριξη της κατηγορίας, στο βαθμό που οδηγεί στον αποκλεισμό απώτερων συγγενών, όπως ακριβώς επιτάσσει το κριτήριο της άμεσης ζημίας[45]∙ στον αντίποδα, η ουσιαστική εγγύτητα προς το θανόντα με βάση τα εκατέρωθεν συναισθήματα κατά τη διάρκεια του βίου αυτού δύναται εκ των πραγμάτων να διαγνωστεί μόνο μέσα από την αποδεικτική διαδικασία και κατά τούτο δεν καθίσταται συνήθως πρόσφορη να εξυπηρετήσει τον διενεργούμενο πριν από την έναρξη αυτής (ενόψει της επαπειλούμενης από το άρ. 171 αρ. 3 ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας) νομιμοποιητικό έλεγχο εκ του άρθρου 63 εδ. α΄ ΚΠΔ, δίχως, επιπλέον να υποτιμώνται και οι εγγενείς δυσχέρειες ανίχνευσης και επαλήθευσης τέτοιων δεσμών, που παραπέμπουν εντεύθεν σε χαμηλές, ούτως ή άλλως, προσδοκίες ανασχετικής λειτουργίας[46].

Ενόψει τούτων, λοιπόν, γίνεται δεκτή η ένταξη στην οικογένεια του θύματος -πέρα, βέβαια, από τις αυτονόητες καταφατικές τοποθετήσεις για τους συζύγους[47], τα τέκνα[48], τα εγγόνια[49], τους γονείς[50], τους απώτερους ανιόντες[51], τα αδέλφια[52]- αα) του ετέρου μέρους, ετερόφυλου ή ομόφυλου, στο πλαίσιο συμφώνου συμβίωσης[53], το οποίο, ιδίως μετά την ψήφιση του ν. 4356/15, επάγεται ισοδύναμα περίπου έννομα αποτελέσματα με τα αντίστοιχα του γάμου[54]∙ ββ) του μνηστήρα ή της μνηστής[55], οι οποίοι δεν έχουν μεν ακόμη, φυσικά, προσλάβει τη συζυγική ιδιότητα, πλην όμως έχουν διαμορφώσει τη νομική υποδομή για το σκοπό αυτό[56]∙ γγ) του βρέφους και του νηπίου, με αναγωγή στην έννοια της μέλλουσας ψυχικής οδύνης και παρά την εκ της ηλικίας τούτων εγγενή αδυναμία να αισθανθούν συναισθηματικό πόνο από την απώλεια του θύματος[57], όπως, επίσης -υπό ανάλογο σκεπτικό- ακόμη και του κυοφορούμενου[58]∙ δδ) των πρώτου βαθμού συγγενών εξ αγχιστείας, όπως των τέκνων του συζύγου από άλλο γάμο[59] ή σύμφωνο συμβίωσης[60] του πεθερού και της πεθεράς[61] και αντιστρόφως του γαμπρού ή της νύφης[62]

Αντιθέτως, δεν συμπεριλαμβάνονται στην οικογένεια του θύματος, ακόμη και επί ελλείψεως εγγυτέρων συγγενών του[63]: αα) όσα πρόσωπα τελούσαν με αυτό σε κατάσταση ελεύθερης ένωσης, χωρίς να έχουν καταρτίσει σύμφωνο συμβίωσης[64] και χωρίς, πολλώ δε μάλλον, οποιαδήποτε προδιάθεση για μελλοντική σύναψη γάμου[65]∙ ββ) ο μήπω συνειλημμένος[66] γγ) οι συγγενείς εξ αίματος σε πλάγια γραμμή από τον τρίτο βαθμό και άνω[67] και οι αντίστοιχοι εξ αγχιστείας από το δεύτερο βαθμό και άνω[68].

δ) Εάν το θύμα του εγκλήματος είναι αλλοδαπός και συνάμα φέρει την ιθαγένεια κράτους-μέλους της ΕΕ, τότε το ζήτημα της ενεργητικής νομιμοποίησης, τόσο στην πολιτική, όσο και στην ποινική δίκη (άρ. 63 εδ. α΄ ΚΠΔ)[69], ρυθμίζεται πλέον, ήτοι για τα μεταγενέστερα της 11.01.2009 τροχαία ατυχήματα και επί τούτων ως επί το πλείστον[70], από τον Κανονισμό Ρώμη ΙΙ[71], που υποδεικνύει ως κατ’ αρχήν εφαρμοστέο δίκαιο (άρ. 4 § 1)[72] εκείνο της χώρας επέλευσης της άμεσης ζημίας (lex loci damni)[73], δίχως να ενδιαφέρει η χώρα τέλεσης του ζημιογόνου γεγονότος[74]. Κατά την έκταση, βέβαια, που ο πιο πάνω Κανονισμός δεν τυγχάνει εφαρμοστέος[75], το θιγόμενο ζήτημα εξακολουθεί να κρίνεται, ως επιμέρους θεματική της οικείας ενοχής από αδίκημα (άρ. 26 ΑΚ)[76], από το δίκαιο της πολιτείας τέλεσης του τελευταίου[77]. Στην πράξη, πάντως, επί θανατηφόρου τροχαίου συμβάντος οι δύο σύνδεσμοι για τον καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου κατά κανόνα θα ταυτίζονται[78], όπερ σημαίνει ότι εν τέλει η κοινοτική ρύθμιση σε αυτή την εκδοχή αδικοπραξίας οδηγεί, συνήθως, στο ίδιο αποτέλεσμα με το άρ. 26 ΑΚ[79].

Συνακόλουθα, αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης δύνανται να επικαλεστούν, προκειμένου να καταστούν διάδικοι κατά την εκδίκαση της αμελούς ανθρωποκτονίας όσοι ανήκουν στην οικογένεια του θύματος κατ’ άρθρον 932 εδ. γ΄ ΑΚ, όπως ο κύκλος των δικαιούμενων αυτών προσώπων διαγράφεται από την ημεδαπή επιστήμη και νομολογία σύμφωνα με τα ήδη εκτεθέντα[80], εφόσον, βέβαια, το προκείμενο έγκλημα έχει διαπραχθεί επί ελληνικού εδάφους[81]. Από το άλλο μέρος, ωστόσο, εφόσον διατυπωθεί σχετική αμφισβήτηση, είναι σαφές ότι η ιδιότητα του γονέα ή του αδελφού ή του τέκνου, ως μελών της οικογένειας, όπως αυτή εννοιολογικά οριοθετήθηκε, επειδή ακριβώς συναρτάται με τη νομιμότητα του γάμου που καθιδρύει την επικαλούμενη συγγενική σχέση, καθώς επίσης και με άλλους συναφείς γενεσιουργούς παράγοντες και άρα συνάπτεται με διακριτές και αυτοτελώς ρυθμιζόμενες συνδετέες έννοιες, διέπεται για τους λόγους αυτούς από τις οικείες ειδικότερες διατάξεις του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου[82], ήτοι τα άρθρα 13, 14, 17, 22 και 23 ΑΚ, τα οποία, εάν υπό τις εκτεθείσες συνθήκες ενεργοποιηθούν, προκρίνουν κατά βάση ως εφαρμοστέο το αλλοδαπό δίκαιο[83]  

ε) Καθένα εκ των μελών της οικογένειας του θύματος, όπως αυτή προσδιορίστηκε, ασκεί το δικαίωμα παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας ιδίω δικαιώματι[84] και αυτοτελώς. Τούτο σημαίνει, αντιστοίχως, ότι οι εδώ υποστηρικτές της κατηγορίας, ανεξάρτητα από την -πιθανότατα παράλληλη- κληρονομική τους ιδιότητα, αποτελούν οι ίδιοι φορείς του κατ’ άρ. 63 εδ. α΄ ΚΠΔ δικαιώματος, συνακόλουθα, στο δικό τους πρόσωπο διερευνάται η νομιμότητα συμμετοχής στην ποινική δίκη ως διαδίκων της[85], καθώς και ότι επί πλειόνων δικαιούμενων η εκπλήρωση των ουσιαστικών και τυπικών προϋποθέσεων νομιμοποίησης αξιολογείται με σημείο αναφοράς εκάστη δήλωση υποστήριξης της κατηγορίας κατ’ άρ. 82 § 1 ΚΠΔ, ενδεχόμενη, δε αποφατική κρίση για κάποια εξ αυτών δεν επηρεάζει την δικονομική πορεία των λοιπών.

  1. Η υποστήριξη της κατηγορίας στο αδίκημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια (άρ. 314 § 1 ΠΚ)

Ειδικά για την υποστήριξη της κατηγορίας στο αδίκημα της σωματικής βλάβης εξ αμελείας κρίνεται σκόπιμο να επισημανθούν τα εξής:

α) Εν προκειμένω, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των άρθρων 63 εδ. α΄ ΚΠΔ, 932 εδ. α΄ και β΄ ΑΚ και 314 § 1 ΠΚ, ελέγχεται η δυνατότητα θεμελίωσης ηθικής βλάβης από τη σωματική κάκωση ή τη βλάβη της υγείας που υπέστη το θύμα του τροχαίου ατυχήματος. Κατά συνέπεια, δεν δύναται να παράσχει εισιτήριο δικονομικής ένταξης στην ποινική δίκη από τη θέση του διαδίκου της η στεναχώρια που υφίσταται, για παράδειγμα, ο τρίτος ιδιοκτήτης του οχήματος, στο οποίο επέβαινε ο τραυματισθείς οδηγός[86] και τούτο, όχι επειδή ηθική βλάβη δεν μπορεί να επέλθει από την προσβολή περιουσιακών εννόμων αγαθών[87], αλλά επειδή τέτοια αγαθά δεν εμπίπτουν στο εύρος προστασίας του άρ. 314 ΠΚ[88].

β) Αναφορικά με τους δικαιούμενους σε παράσταση εκείνο που πρέπει να τονιστεί είναι ότι ενεργητική νομιμοποίηση συντρέχει στο πρόσωπο του παθόντος από το τροχαίο ατύχημα[89] και μόνον. Τούτο σημαίνει ότι αποκλείονται από την υποστήριξη της κατηγορίας οι οικείοι του θύματος ακόμη και σε οριακές περιπτώσεις τραυματισμών, των οποίων οι συνθήκες πρόκλησης και -κυρίως- οι βαρύτατες επιπτώσεις προκαλούν ταυτόχρονα και απολύτως εύλογα ισχυρότατο κλονισμό στη δίκη τους υγεία, τόσο την ψυχική[90], όσο ενίοτε και τη σωματική[91], αφού ακόμη και τότε η επελθούσα σε αυτούς ζημία δεν έχει προκληθεί από την αμελή -οδηγητική εδώ- συμπεριφορά του κατηγορουμένου, αλλά είναι απότοκος της σωματικής βλάβης που αυτή προκάλεσε. Τόσο, δηλαδή, το κριτήριο της ένταξης στο εύρος προστασίας του άρ. 314 ΠΚ, όσο και εκείνο της προσωπικής ζημίας υπό την έκφανση της απουσίας μεσολαβήσεως άλλου-εγγύτερου προς το έγκλημα ζημιωθέντος[92] επενεργούν καταλυτικά, υπαγορεύοντας εδώ τον αποκλεισμό του οικείου[93].

γ) Εφόσον ο παθών από την εξ αμελείας σωματική βλάβη είναι ανήλικος, ενόψει και των προηγούμενων παρατηρήσεων, ως υποστηρίζων την κατηγορία δικαιούται να παραστεί αποκλειστικά ο ίδιος, πλην όμως οφείλει να εκπροσωπείται από τους νόμιμους αντιπροσώπους του σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 82 § 2 ΚΠΔ, το γράμμα και το νόημα του οποίου διατηρούνται αναλλοίωτα. Η εν λόγω προϋπόθεση πρέπει να πληρούται αδιακρίτως, τόσο στην προδικασία, όσο και στο ακροατήριο[94], καθότι συναρθρώνεται με την έλλειψη ικανότητας προς δικαιοπραξία και εντεύθεν προς δικαστική παράσταση[95] και όχι με τις διατυπώσεις της δήλωσης υποστήριξης της κατηγορίας[96], από τις οποίες το ενεργητικό υποκείμενο αυτής απαλλάσσεται πλήρως (άρ 67 § 1 ΚΠΔ) εν απουσία πλέον εισαγωγής οποιασδήποτε μορφής αστικών αξιώσεων[97]. Μόλις, βέβαια, χρειάζεται να σημειωθεί ότι οι νόμιμοι αντιπρόσωποι οφείλουν να αποσαφηνίζουν την εν λόγω ιδιότητά τους στη δήλωση του άρ. 82 § 1 ΚΠΔ[98] και ότι τυχόν παράσταση στο δικό τους όνομα τους εκθέτει ως ουσιαστικά ανομιμοποίητους[99].

Έτσι, ως νόμιμοι αντιπρόσωποι του ανηλίκου ενεργούν κατά κανόνα οι γονείς του και μάλιστα από κοινού, ασκώντας τη γονική μέριμνα, στην οποία περιλαμβάνεται ως επιμέρους έκφανση η δικαστική εκπροσώπηση του τέκνου, άρα και η για λογαριασμό του δήλωση υποστήριξης της κατηγορίας (άρ. 1510 § 1 ΑΚ)[100]. Εφόσον το τροχαίο συμβάν, πέρα από τον τραυματισμό του ανηλίκου, έχει επιφέρει και το θάνατο του ενός γονέα του, τότε για την υποστήριξη της κατηγορίας στη δίκη της σωματικής βλάβης, το τέκνο το εκπροσωπεί νομίμως ο έτερος-επιζών (άρ. 1510 § 2 ΑΚ)[101]. Εξάλλου, εάν αναφύεται διαφωνία μεταξύ των γονέων[102], τότε επί μεν επείγουσας περίπτωσης, όπως, για παράδειγμα, αν η υπόθεση δικάζεται με την αυτόφωρη διαδικασία (άρ 417 επ. ΚΠΔ)[103], η δήλωση μπορεί να υποβληθεί και από τον ένα μόνο γονέα με ανάλογη εφαρμογή του άρ. 1516 § 1 αρ. 1 ΑΚ[104], διαφορετικά θα χρειαστεί δικαστική απόφαση για την επίλυση του ζητήματος (άρ. 1512 ΑΚ). Δεν πρέπει, ακόμη, να διαλανθάνει την προσοχή ότι σε περίπτωση διαζυγίου των γονέων και διατήρησης αμφοτέρων ως φορέων της γονικής μέριμνας κατά το συνήθως συμβαίνον (άρ. 1513 § 1 εδ. β΄ ΑΚ), η εκ των πραγμάτων ανάθεση της επιμέλειας του προσώπου του τέκνου (άρ. 1518 ΑΚ) στον έναν μόνον εξ αυτών δεν τον νομιμοποιεί και σε μονομερή εκπροσώπηση κατά την παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας, αφού η επελθούσα διαφοροποίηση δεν καταλαμβάνει και την κρίσιμη εδώ διεξαγωγή των δικών για τον ανήλικο, που εξακολουθεί να απαιτεί σύμπραξη[105]. Τέλος, είναι πρόδηλο ότι, εφόσον η γονική μέριμνα αμφίπλευρα ελλείπει[106] ή παύει[107], προβάλλει πια ως μονόδρομος ο διορισμός επιτρόπου (άρ. 1589 ΑΚ) για τη δικαστική εκπροσώπηση του παθόντος από το τροχαίο τέκνου (άρ. 1603 ΑΚ) και κατ’ ακολουθία και για την εκ μέρους του δήλωση υποστήριξης της κατηγορίας[108]

ΙΙΙ Η διαδικασία και οι διατυπώσεις της παράστασης για υποστήριξη της κατηγορίας - κρίσιμες αλλαγές και εφαρμογές στις ποινικές δίκες τροχαίων ατυχημάτων

Για περισσότερα πατήστε κάτω από την εικόνα στην φράση μέσα στο γκρι πλαίσιο με την ένδειξη <<Για περισσότερα πατήστε εδώ>>

ΓΙΑ ΔΩΡΕΑΝ ΔΟΚΙΜΑΣΤΙΚΗ ΕΓΓΡΑΦΗ ΜΕ ΣΧΟΛΙΑΣΜΕΝΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 5

...

Διαβάστηκε 622 φορές

Τελευταία άρθρα από τον/την ΟΝΟΥΦΡΙΑΔΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ

Πολυμέσα

Άρθρα - Απόψεις

Η ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ ΣΤΑ ΤΡΟΧΑΙΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ Yπό Νικολάου Αποστολίδη

Διδάκτωρ Νομικής – Ειδικός Επιστημονικός Συνεργάτης Ποινικής Δικονομίας Νομικής Σχολής ΔΠΘ

(Το παρών άρθρο αποτέλεσε Εισήγηση στο Πανελλήνιο Συνέδριο της Επιθεώρησης Συγκοινωνιακού Δικαίου «ΤΟ ΤΡΟΧΑΙΟ ΑΤΥΧΗΜΑ – ΠΟΙΝΙΚΗ ΚΑΙ ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΤΩΝ ΕΜΠΕΛΚΟΜΕΝΩΝ», υπό την αιγίδα και συνδιοργάνωση της Νομικής Σχολής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης και του Δικηγορικού Συλλόγου Ροδόπης 20-21 Σεπτεμβρίου 2019)

 

Ι. Εισαγωγικές σκέψεις

Η ψήφιση και ακολούθως (από την 01.07.2019) η έναρξη ισχύος του νέου ΚΠΔ (ν. 4620/2019) σηματοδότησαν την ενεργοποίηση νέων ρυθμίσεων και στο πεδίο της δικονομικής θέσης και των δικαιωμάτων του θύματος του εγκλήματος. Οι επελθούσες τροποποιήσεις δεν μεταλλάσσουν, βέβαια, το οικείο κανονιστικό πλαίσιο στο βαθμό που ενδεχομένως προϊδεάζει η μετεξέλιξη της παραδοσιακής «πολιτικής αγωγής» στη νυν «υποστήριξη της κατηγορίας», καθόσον τον προκείμενο θεσμό, παρά τη συντελεσθείσα σε λεκτικό επίπεδο απεξάρτηση, εξακολουθούν να διέπουν ουσιωδώς οι συναφείς διατάξεις του αστικού δικαίου[1]. Από το άλλο μέρος, ωστόσο, θα ήταν σφάλμα να παροραθεί ότι επί κρίσιμων παραμέτρων τα νομοθετικά δεδομένα έχουν διαφοροποιηθεί αισθητά, ανατρέποντας παγιωμένες δικονομικές πρακτικές και αξιώνοντας ιδιαίτερη επιμέλεια για την ασφαλή προσαρμογή στις σύγχρονες συνθήκες. Έτσι, με σημείο αναφοράς την ποινική διάσταση των τροχαίων ατυχημάτων, την εκδίκαση, δηλαδή, κατά βάση υποθέσεων εξ αμελείας ανθρωποκτονίας (άρ. 302 ΠΚ) και σωματικής βλάβης (άρ. 314 § 1 ΠΚ)[2], εστιάζεται το ενδιαφέρον σε μια σειρά από εμβληματικές πτυχές της ιδιωτικής υποστήριξης, πλέον, της κατηγορίας.

ΙΙ. Ουσιαστική νομιμοποίηση του υποστηρίζοντος την κατηγορία επί ποινικών αδικημάτων τελούμενων στο πλαίσιο τροχαίου ατυχήματος

  1. Το τοπίο που διαμόρφωσε ο νέος ΚΠΔ

Η κατάφαση της ενεργητικής νομιμοποίησης του θύματος εξακολουθεί να διέρχεται από διττό έλεγχο, τόσο, δηλαδή, αστικής, όσο και ποινικής φύσεως[3]. Ειδικότερα :

Παρότι υπό το ισχύον άρθρο 63 εδ. α΄ ΚΠΔ οι εδραζόμενες στο έγκλημα ιδιωτικές απαιτήσεις δεν εισάγονται εφεξής στην ποινική δίκη, όχι μόνο προς επιδίκαση, αλλά ούτε καν προς αναγνώριση[4], εξ ου και ο θεσμός της πολιτικής αγωγής εκ των πραγμάτων μετονομάζεται[5], εντούτοις, είναι την ίδια στιγμή σαφές ότι κατά την ενταξιακή δήλωση του αδικηθέντος απαιτείται η συνδρομή και η αξιολόγηση τούτων ως νόμω βασίμων[6], καθώς επίσης και ως ενεργών[7]. Έτσι, ναι μεν εγκαταλείπεται ex lege οριστικά η σχεδόν αυτοματοποιημένη πρακτική της κατά κανόνα παράστασης για το συμβολικό κονδύλιο των 44,00 € με επιφύλαξη για το υπόλοιπο[8], ταυτόχρονα, όμως, συνεχίζουν να αναζητούνται και να αξιολογούνται οι παραγόμενες από την αστική αδικοπραξία – αξιόποινη συμπεριφορά απαιτήσεις.

Στο μέτρο, εξάλλου, που η υιοθετούμενη αποκλειστική υποστήριξη της κατηγορίας επιχειρεί σήμερα να αποδώσει τον προεχόντως ποινικό χαρακτήρα της μέχρι πρότινος «πολιτικής αγωγής»[9], προβάλλει πια και κατά μείζονα λόγο ως επιτακτική η ανάγκη συνεπούς ανταπόκρισης της εκάστοτε επικαλούμενης ζημίας στα κριτήρια αμεσότητας[10] αυτής, όπως τα τελευταία έχουν καθιερωθεί και ήδη παγιωθεί[11] υπό την προοπτική διεκδίκησης ενός δικονομικού ρόλου που κατατείνει στη μονομερή επιδίωξη της ενοχής του κατηγορουμένου κατά την εκδίκαση του εγκλήματος που του αποδίδεται[12]. Και υπό το ισχύον, επομένως, δίκαιο απαιτείται, αφενός μεν επίκληση ζημίας αφορώσας προσωπικώς στον παριστάμενο προς υποστήριξη της κατηγορίας και απορρέουσας ευθέως εκ της εις βάρος του αδικοπραξίας[13], αφετέρου, δε, ένταξη τούτου στο προστατευτικό εύρος του εκάστοτε εφαρμοζόμενου κανόνα δικαίου[14].

Υπό τα πιο πάνω δεδομένα καθίσταται φανερό ότι στις ποινικές δίκες των τροχαίων ατυχημάτων η ενεργητική νομιμοποίηση του παρισταμένου πλέον για την υποστήριξη της κατηγορίας οφείλει να εναρμονίζεται με προδιαγραφές «κεκτημένες» από τη μακρά περίοδο ισχύος του καταργηθέντος ΚΠΔ. Διατηρείται, συνακόλουθα, αναλλοίωτη η αξία των -επί τη βάσει τούτων- θεωρητικών και νομολογικών προσεγγίσεων του προκείμενου ζητήματος ενόψει της διατύπωσης ορισμένων σκέψεων απτομένων των κύριων εκφάνσεών του.

 

  1. Η αμεσότητα της ζημίας ως σταθερό νομιμοποιητικό κριτήριο και η εφαρμογή της σε ποινικές δίκες τροχαίων ατυχημάτων                                    

Εν είδει γενικών παρατηρήσεων, αφορωσών δηλαδή στις επίμαχες δίκες αδιακρίτως εγκλήματος, θα μπορούσαν να επισημανθούν τα ακόλουθα :

α) Ότι η αμεσότητα υπό την εκδοχή της προσωπικής ζημίας αποκλείει, για παράδειγμα, από την υποστήριξη της κατηγορίας την ασφαλιστική εταιρία που οφείλει μεν να αποζημιώσει το θύμα του τροχαίου ατυχήματος, πλην όμως διατηρεί και αναγωγικό δικαίωμα εναντίον του ασφαλισμένου, ήτοι του κατηγορουμένου της ποινικής δίκης, επειδή στην υπό κρίσιν υπόθεση συντρέχει λόγος εξαίρεσης από την ασφάλιση λόγω της οδήγησης, για παράδειγμα, από αυτόν οχήματος δίχως την προβλεπόμενη εκ του νόμου άδεια[15] ή υπό την επίδραση οινοπνεύματος[16] (άρ. 6β § 1 περ. α΄ και -αντιστοίχως- περ. β΄ εδ. α΄ ΠΔ 237/86)[17]. Είναι προφανές ότι εν προκειμένω η ασφαλιστική εταιρία αντανακλαστικά και μόνον υφίσταται στην περιουσία της τις επιπτώσεις από την αδικοπραξία και συνάμα αξιόποινη πράξη[18], ακολούθως, δε, αποκτά αστική αξίωση εναντίον του κατηγορουμένου κατά παράγωγο τρόπο[19].

β) Ότι, κατ’ απόκλιση από τις υπαγορεύσεις της εν θέματι εκδοχής αμεσότητας, ο κληρονόμος του τραυματισθέντος ή -επί θανάτωσης- του μέλους της οικογένειας του θύματος (άρ. 932 εδ. γ΄ ΑΚ)[20] δικαιούται να υπεισέλθει στη δικονομική θέση του ως διάδικος της ποινικής δίκης, αρκεί να έχει προηγηθεί νόμιμη δήλωση για την υποστήριξη της κατηγορίας από τον κληρονομούμενο πριν από το θάνατό του. Η ενσωμάτωση στο κεφάλαιο περί ενεργητικής νομιμοποίησης της ρητής και συνάμα αρκούντως διαφωτιστικής διάταξης του άρ. 64 ΚΠΔ αποβαίνει ιδιαίτερα χρήσιμη, στο μέτρο που: Πρώτον, ρυθμίζει κατά τρόπο ενιαίο το προϋποθετικό πλαίσιο για την παράσταση των κληρονόμων, αποσυνδέοντας αυτό από το είδος της επικληθείσας από τον κληρονομούμενο ζημίας[21]. Δεύτερον, αίρει οριστικά τις εν πολλοίς εύλογες επιφυλάξεις ή και αντιρρήσεις που είχαν κατά το παρελθόν διατυπωθεί σε σχέση με τη νομιμότητα της προκείμενης παράστασης[22], καθόσον το οικείο δικαίωμα χορηγείται ευθέως πλέον ex lege. Τρίτον, αποκαθιστά την άνιση δικονομική μεταχείριση και τα επερχόμενα εξ αυτής ανεπιεική αποτελέσματα στο πρόσωπο του κληρονόμου που δεν μπορούσε να συνεχίσει την -κατ’ εξαίρεσιν τότε- παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας επί τη βάσει του άρ. 64 § 2 πρΚΠΔ, αφού η ενδεχόμενη προηγηθείσα δήλωση του κληρονομουμένου δεν περιλάμβανε εκ του νόμου οποιαδήποτε αστική αξίωση και έτσι δεν ισοδυναμούσε με επίδοση αγωγής κατ’ άρθρον 933 ΑΚ[23], το, δε, αντίστοιχο δικαίωμα ήταν, σε κάθε περίπτωση, ανεπίδεκτο κληρονομικής διαδοχής[24]∙ τούτο σημαίνει ότι, επί προκλήσεως σωματικής βλάβης ή θανάτου υπό περιστάσεις νομοθετικού περιορισμού της αστικής ευθύνης σε τρίτο πρόσωπο, είτε τα αποτελέσματα αυτά οφείλονται σε ενέργεια, όπως συμβαίνει με τον αμελή οδηγό του κρατικού οχήματος κατά την εκτέλεση δημόσιας υπηρεσίας[25], είτε σε παράλειψη, όπως, όταν το ατύχημα οφείλεται στην ολισθηρότητα της δημοτικής οδού, την οποία τα αρμόδια όργανα του δήμου δεν είχαν καθαρίσει από τα λάδια[26], η εκ του δικαιούμενου προσώπου τότε δήλωση κατ’ άρ. 82 § 1 ΚΠΔ, καίτοι εξαντλείται στην υποστήριξη της κατηγορίας -κατά προορισμό μάλιστα (άρ. 63 § 1 εδ. α΄ ΚΠΔ) κι όχι πια δυνάμει εξαιρετικής πρόβλεψης (64 § 2 πρΚΠΔ)- διασφαλίζει, παρά ταύτα, το δίχως άλλο, την τυχόν συμμετοχή και των κληρονόμων στην ποινική δίκη χάρη ακριβώς στη ρύθμιση του νυν άρθρου 64 ΚΠΔ.

γ) Ότι η αμεσότητα υπό την εκδοχή της ευθείας ζημίας αποκλείει από την υποστήριξη της κατηγορίας σε δίκες ανθρωποκτονίας και σωματικής βλάβης εξ αμέλειας πρόσωπα δικαιούμενα σε αποζημίωση έναντι του κατηγορουμένου επί τη βάσει ειδικών εξαιρέσεων του κεφαλαίου περί αδικοπραξιών και συγκεκριμένα, κατ’ αντιστοιχία, των άρθρων 928 εδ. β΄ και 929 εδ. β΄ ΑΚ[27]. Στην προκειμένη περίπτωση επέρχεται μεν εξ αντανακλάσεως ζημία στις οικείες περιουσίες, αλλά οι ερειδόμενες σε αυτήν αστικές αξιώσεις δεν διαμορφώνονται κατά τρόπο παράγωγο[28], αντιθέτως συρρέουν με εκείνες του μέλους της οικογένειας (επί θανάτωσης) ή του παθόντος (επί τραυματισμού). Στο βαθμό, ωστόσο, που το αστικό δίκαιο εφοδιάζει, έστω και κατ’ απόκλιση από τον κανόνα της αμεσότητας, τα τρίτα αυτά πρόσωπα με αγώγιμες αξιώσεις αποζημίωσης και ενόψει της σχετικής παραπομπής του άρ. 63 εδ. α΄ ΚΠΔ, τον εξοβελισμό τούτων από την ποινική δίκη υποδεικνύει πειστικότερα η προφανής εδώ «μεσολάβηση» του θανόντος ή του τραυματία, ενός στενότερα, δηλαδή συνδεόμενου με το αδίκημα προσώπου[29], στο οποίο οι συνέπειες από την τέλεση του εγκλήματος εκδηλώνονται πρωτογενώς, προτού, δηλαδή, επηρεάσουν και όσους έλκουν από το θύμα περιουσιακά συμφέροντα[30]. Έτσι, ο σύζυγος του θύματος τροχαίου ατυχήματος, καίτοι δικαιούχος αποζημίωσης κατά τις προειρημένες διατάξεις και εκείνη του άρθρου 1389 ΑΚ περί υποχρεώσεως συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες[31], δεν δύναται, εντούτοις να προσλάβει την ιδιότητα του υποστηρίζοντος την κατηγορία στην αντίστοιχη ποινική δίκη.

  1. Η υποστήριξη της κατηγορίας στο αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (άρ. 302 ΠΚ)

Ειδικά για την υποστήριξη της κατηγορίας στο αδίκημα της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας (άρ. 302 ΠΚ) θα μπορούσαν να διατυπωθούν οι ακόλουθες παρατηρήσεις :

α) Όπως είναι γνωστό, ως δικαιούμενα σε παράσταση πολιτικής αγωγής και πλέον υποστήριξης της κατηγορίας αναγνωρίζονται εδώ τα μέλη της οικογένειας του θύματος, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των άρθρων 63 εδ. α΄ ΚΠΔ και 932 εδ. γ΄ ΑΚ. Η ενεργητική νομιμοποίηση τούτων συνιστά, βέβαια, εμφανή απόκλιση από τον κανόνα της άμεσης ζημίας υπό την εκδοχή της δυνατότητας ένταξης της τελευταίας στο προστατευτικό πεδίο του εφαρμοστέου ποινικού κανόνα[32]. Είναι, ωστόσο, πρόδηλο ότι η εν τοις πράγμασι αποδοχή του αστικού αμιγώς κριτηρίου συμμετοχής αποτελεί νομοθετική επιλογή, αφενός μεν ευχερώς διαγνώσιμη και απολύτως συνειδητή[33], αφετέρου δικαιοπολιτικά εύστοχη ενόψει της βαρύτητας της αξιόποινης πράξης[34].

β) Ελλείψει αυθεντικού ορισμού της «οικογένειας»[35] και με δεδομένο ότι η εξάντληση του εννοιολογικού περιεχόμενου της στο σύζυγο και τα τέκνα του θανόντος θα συνιστούσε μάλλον ασφυκτική και ενίοτε -αμφίπλευρα- άδικη οριοθέτηση[36], ανακύπτουν εύλογα ερμηνευτικά ζητήματα, ιδίως σε σχέση με το εντάξιμον των άλλων συγγενικών ή και απλώς οικείων προς το θύμα προσώπων[37]. Σε επίπεδο ποινικής δίκης ο προβληματισμός[38] προσλαμβάνει, βέβαια, ιδιαίτερη πρακτική σημασία, όταν τέτοιου είδους οριακές εκδοχές συνυφαίνονται -ελλείψει εγγύτερων προς το θανόντα και εξ αυτού του λόγου αναμφισβήτητων δικαιούχων- με την παρουσία καθαυτή υποστήριξης της κατηγορίας ή όχι ενάντια στον κατηγορούμενο[39]. Επειδή, εξάλλου, δεν πρέπει να λησμονείται ότι αποδοχή της ιδιότητας του μέλους της οικογένειας σημαίνει αυτόματα και μετεξέλιξη σε διάδικο που θα επιδιώκει μονοδιάστατα και αποκλειστικά την ενοχή του κατηγορουμένου, όπως πλέον επιτάσσει και το γράμμα του άρ. 63 εδ. α ΚΠΔ, καθώς και ότι η σχετική δικαστική αξιολόγηση δέον να λαμβάνει χώρα προ της έναρξης της αποδεικτικής διαδικασίας, οι συναφείς αστικού δικαίου προσεγγίσεις αποβαίνουν μεν εδώ αφετηριακά χρήσιμες, περαιτέρω, όμως, επιβάλλεται η προσαρμογή τούτων στις ιδιαιτερότητες που προαναφέρθηκαν και συνεπώς ο προσανατολισμός προς αυστηρότερες συγκριτικά ερμηνευτικές κατευθύνσεις[40]

γ) Κατά την κρατούσα ερμηνευτική αντίληψη στο πεδίο του αστικού δικαίου η κατάφαση της ιδιότητας του μέλους της οικογένειας του θύματος διέρχεται, όπως είναι γνωστό, από διττό έλεγχο: Αφενός, μεν, αναζητούνται περιοριστικά, είτε ο συζυγικός, είτε ο -κατά τεκμήριο αλληλένδετος με την εκδήλωση ψυχικής οδύνης- στενός συγγενικός δεσμός[41]∙ αφετέρου, ακόμη και τότε, ελέγχεται από το δικαστή αν -in concreto πια[42]- είχαν αναπτυχθεί μεταξύ των προσώπων αυτών και του θανόντος, ενόσω αυτός ζούσε, αισθήματα αγάπης και στοργής[43], αφού επί αποφατικής κρίσεως, δύναται υποκειμενικώς να αποκλειστεί εν μέρει ή και εν όλω η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης παρά την κατ’ αρχήν θεμελίωση σχετικού δικαιώματος[44].

Μεταβαίνοντας στο περιβάλλον της ποινικής δίκης, θα μπορούσε, αντιστοίχως, να ειπωθεί ότι ο εντοπισμός της τυπικής στενής διασύνδεσης με το θύμα ευθυγραμμίζεται ασφαλώς με τις προϋποθέσεις παράστασης για την υποστήριξη της κατηγορίας, στο βαθμό που οδηγεί στον αποκλεισμό απώτερων συγγενών, όπως ακριβώς επιτάσσει το κριτήριο της άμεσης ζημίας[45]∙ στον αντίποδα, η ουσιαστική εγγύτητα προς το θανόντα με βάση τα εκατέρωθεν συναισθήματα κατά τη διάρκεια του βίου αυτού δύναται εκ των πραγμάτων να διαγνωστεί μόνο μέσα από την αποδεικτική διαδικασία και κατά τούτο δεν καθίσταται συνήθως πρόσφορη να εξυπηρετήσει τον διενεργούμενο πριν από την έναρξη αυτής (ενόψει της επαπειλούμενης από το άρ. 171 αρ. 3 ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας) νομιμοποιητικό έλεγχο εκ του άρθρου 63 εδ. α΄ ΚΠΔ, δίχως, επιπλέον να υποτιμώνται και οι εγγενείς δυσχέρειες ανίχνευσης και επαλήθευσης τέτοιων δεσμών, που παραπέμπουν εντεύθεν σε χαμηλές, ούτως ή άλλως, προσδοκίες ανασχετικής λειτουργίας[46].

Ενόψει τούτων, λοιπόν, γίνεται δεκτή η ένταξη στην οικογένεια του θύματος -πέρα, βέβαια, από τις αυτονόητες καταφατικές τοποθετήσεις για τους συζύγους[47], τα τέκνα[48], τα εγγόνια[49], τους γονείς[50], τους απώτερους ανιόντες[51], τα αδέλφια[52]- αα) του ετέρου μέρους, ετερόφυλου ή ομόφυλου, στο πλαίσιο συμφώνου συμβίωσης[53], το οποίο, ιδίως μετά την ψήφιση του ν. 4356/15, επάγεται ισοδύναμα περίπου έννομα αποτελέσματα με τα αντίστοιχα του γάμου[54]∙ ββ) του μνηστήρα ή της μνηστής[55], οι οποίοι δεν έχουν μεν ακόμη, φυσικά, προσλάβει τη συζυγική ιδιότητα, πλην όμως έχουν διαμορφώσει τη νομική υποδομή για το σκοπό αυτό[56]∙ γγ) του βρέφους και του νηπίου, με αναγωγή στην έννοια της μέλλουσας ψυχικής οδύνης και παρά την εκ της ηλικίας τούτων εγγενή αδυναμία να αισθανθούν συναισθηματικό πόνο από την απώλεια του θύματος[57], όπως, επίσης -υπό ανάλογο σκεπτικό- ακόμη και του κυοφορούμενου[58]∙ δδ) των πρώτου βαθμού συγγενών εξ αγχιστείας, όπως των τέκνων του συζύγου από άλλο γάμο[59] ή σύμφωνο συμβίωσης[60] του πεθερού και της πεθεράς[61] και αντιστρόφως του γαμπρού ή της νύφης[62]

Αντιθέτως, δεν συμπεριλαμβάνονται στην οικογένεια του θύματος, ακόμη και επί ελλείψεως εγγυτέρων συγγενών του[63]: αα) όσα πρόσωπα τελούσαν με αυτό σε κατάσταση ελεύθερης ένωσης, χωρίς να έχουν καταρτίσει σύμφωνο συμβίωσης[64] και χωρίς, πολλώ δε μάλλον, οποιαδήποτε προδιάθεση για μελλοντική σύναψη γάμου[65]∙ ββ) ο μήπω συνειλημμένος[66] γγ) οι συγγενείς εξ αίματος σε πλάγια γραμμή από τον τρίτο βαθμό και άνω[67] και οι αντίστοιχοι εξ αγχιστείας από το δεύτερο βαθμό και άνω[68].

δ) Εάν το θύμα του εγκλήματος είναι αλλοδαπός και συνάμα φέρει την ιθαγένεια κράτους-μέλους της ΕΕ, τότε το ζήτημα της ενεργητικής νομιμοποίησης, τόσο στην πολιτική, όσο και στην ποινική δίκη (άρ. 63 εδ. α΄ ΚΠΔ)[69], ρυθμίζεται πλέον, ήτοι για τα μεταγενέστερα της 11.01.2009 τροχαία ατυχήματα και επί τούτων ως επί το πλείστον[70], από τον Κανονισμό Ρώμη ΙΙ[71], που υποδεικνύει ως κατ’ αρχήν εφαρμοστέο δίκαιο (άρ. 4 § 1)[72] εκείνο της χώρας επέλευσης της άμεσης ζημίας (lex loci damni)[73], δίχως να ενδιαφέρει η χώρα τέλεσης του ζημιογόνου γεγονότος[74]. Κατά την έκταση, βέβαια, που ο πιο πάνω Κανονισμός δεν τυγχάνει εφαρμοστέος[75], το θιγόμενο ζήτημα εξακολουθεί να κρίνεται, ως επιμέρους θεματική της οικείας ενοχής από αδίκημα (άρ. 26 ΑΚ)[76], από το δίκαιο της πολιτείας τέλεσης του τελευταίου[77]. Στην πράξη, πάντως, επί θανατηφόρου τροχαίου συμβάντος οι δύο σύνδεσμοι για τον καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου κατά κανόνα θα ταυτίζονται[78], όπερ σημαίνει ότι εν τέλει η κοινοτική ρύθμιση σε αυτή την εκδοχή αδικοπραξίας οδηγεί, συνήθως, στο ίδιο αποτέλεσμα με το άρ. 26 ΑΚ[79].

Συνακόλουθα, αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης δύνανται να επικαλεστούν, προκειμένου να καταστούν διάδικοι κατά την εκδίκαση της αμελούς ανθρωποκτονίας όσοι ανήκουν στην οικογένεια του θύματος κατ’ άρθρον 932 εδ. γ΄ ΑΚ, όπως ο κύκλος των δικαιούμενων αυτών προσώπων διαγράφεται από την ημεδαπή επιστήμη και νομολογία σύμφωνα με τα ήδη εκτεθέντα[80], εφόσον, βέβαια, το προκείμενο έγκλημα έχει διαπραχθεί επί ελληνικού εδάφους[81]. Από το άλλο μέρος, ωστόσο, εφόσον διατυπωθεί σχετική αμφισβήτηση, είναι σαφές ότι η ιδιότητα του γονέα ή του αδελφού ή του τέκνου, ως μελών της οικογένειας, όπως αυτή εννοιολογικά οριοθετήθηκε, επειδή ακριβώς συναρτάται με τη νομιμότητα του γάμου που καθιδρύει την επικαλούμενη συγγενική σχέση, καθώς επίσης και με άλλους συναφείς γενεσιουργούς παράγοντες και άρα συνάπτεται με διακριτές και αυτοτελώς ρυθμιζόμενες συνδετέες έννοιες, διέπεται για τους λόγους αυτούς από τις οικείες ειδικότερες διατάξεις του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου[82], ήτοι τα άρθρα 13, 14, 17, 22 και 23 ΑΚ, τα οποία, εάν υπό τις εκτεθείσες συνθήκες ενεργοποιηθούν, προκρίνουν κατά βάση ως εφαρμοστέο το αλλοδαπό δίκαιο[83]  

ε) Καθένα εκ των μελών της οικογένειας του θύματος, όπως αυτή προσδιορίστηκε, ασκεί το δικαίωμα παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας ιδίω δικαιώματι[84] και αυτοτελώς. Τούτο σημαίνει, αντιστοίχως, ότι οι εδώ υποστηρικτές της κατηγορίας, ανεξάρτητα από την -πιθανότατα παράλληλη- κληρονομική τους ιδιότητα, αποτελούν οι ίδιοι φορείς του κατ’ άρ. 63 εδ. α΄ ΚΠΔ δικαιώματος, συνακόλουθα, στο δικό τους πρόσωπο διερευνάται η νομιμότητα συμμετοχής στην ποινική δίκη ως διαδίκων της[85], καθώς και ότι επί πλειόνων δικαιούμενων η εκπλήρωση των ουσιαστικών και τυπικών προϋποθέσεων νομιμοποίησης αξιολογείται με σημείο αναφοράς εκάστη δήλωση υποστήριξης της κατηγορίας κατ’ άρ. 82 § 1 ΚΠΔ, ενδεχόμενη, δε αποφατική κρίση για κάποια εξ αυτών δεν επηρεάζει την δικονομική πορεία των λοιπών.

  1. Η υποστήριξη της κατηγορίας στο αδίκημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια (άρ. 314 § 1 ΠΚ)

Ειδικά για την υποστήριξη της κατηγορίας στο αδίκημα της σωματικής βλάβης εξ αμελείας κρίνεται σκόπιμο να επισημανθούν τα εξής:

α) Εν προκειμένω, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των άρθρων 63 εδ. α΄ ΚΠΔ, 932 εδ. α΄ και β΄ ΑΚ και 314 § 1 ΠΚ, ελέγχεται η δυνατότητα θεμελίωσης ηθικής βλάβης από τη σωματική κάκωση ή τη βλάβη της υγείας που υπέστη το θύμα του τροχαίου ατυχήματος. Κατά συνέπεια, δεν δύναται να παράσχει εισιτήριο δικονομικής ένταξης στην ποινική δίκη από τη θέση του διαδίκου της η στεναχώρια που υφίσταται, για παράδειγμα, ο τρίτος ιδιοκτήτης του οχήματος, στο οποίο επέβαινε ο τραυματισθείς οδηγός[86] και τούτο, όχι επειδή ηθική βλάβη δεν μπορεί να επέλθει από την προσβολή περιουσιακών εννόμων αγαθών[87], αλλά επειδή τέτοια αγαθά δεν εμπίπτουν στο εύρος προστασίας του άρ. 314 ΠΚ[88].

β) Αναφορικά με τους δικαιούμενους σε παράσταση εκείνο που πρέπει να τονιστεί είναι ότι ενεργητική νομιμοποίηση συντρέχει στο πρόσωπο του παθόντος από το τροχαίο ατύχημα[89] και μόνον. Τούτο σημαίνει ότι αποκλείονται από την υποστήριξη της κατηγορίας οι οικείοι του θύματος ακόμη και σε οριακές περιπτώσεις τραυματισμών, των οποίων οι συνθήκες πρόκλησης και -κυρίως- οι βαρύτατες επιπτώσεις προκαλούν ταυτόχρονα και απολύτως εύλογα ισχυρότατο κλονισμό στη δίκη τους υγεία, τόσο την ψυχική[90], όσο ενίοτε και τη σωματική[91], αφού ακόμη και τότε η επελθούσα σε αυτούς ζημία δεν έχει προκληθεί από την αμελή -οδηγητική εδώ- συμπεριφορά του κατηγορουμένου, αλλά είναι απότοκος της σωματικής βλάβης που αυτή προκάλεσε. Τόσο, δηλαδή, το κριτήριο της ένταξης στο εύρος προστασίας του άρ. 314 ΠΚ, όσο και εκείνο της προσωπικής ζημίας υπό την έκφανση της απουσίας μεσολαβήσεως άλλου-εγγύτερου προς το έγκλημα ζημιωθέντος[92] επενεργούν καταλυτικά, υπαγορεύοντας εδώ τον αποκλεισμό του οικείου[93].

γ) Εφόσον ο παθών από την εξ αμελείας σωματική βλάβη είναι ανήλικος, ενόψει και των προηγούμενων παρατηρήσεων, ως υποστηρίζων την κατηγορία δικαιούται να παραστεί αποκλειστικά ο ίδιος, πλην όμως οφείλει να εκπροσωπείται από τους νόμιμους αντιπροσώπους του σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 82 § 2 ΚΠΔ, το γράμμα και το νόημα του οποίου διατηρούνται αναλλοίωτα. Η εν λόγω προϋπόθεση πρέπει να πληρούται αδιακρίτως, τόσο στην προδικασία, όσο και στο ακροατήριο[94], καθότι συναρθρώνεται με την έλλειψη ικανότητας προς δικαιοπραξία και εντεύθεν προς δικαστική παράσταση[95] και όχι με τις διατυπώσεις της δήλωσης υποστήριξης της κατηγορίας[96], από τις οποίες το ενεργητικό υποκείμενο αυτής απαλλάσσεται πλήρως (άρ 67 § 1 ΚΠΔ) εν απουσία πλέον εισαγωγής οποιασδήποτε μορφής αστικών αξιώσεων[97]. Μόλις, βέβαια, χρειάζεται να σημειωθεί ότι οι νόμιμοι αντιπρόσωποι οφείλουν να αποσαφηνίζουν την εν λόγω ιδιότητά τους στη δήλωση του άρ. 82 § 1 ΚΠΔ[98] και ότι τυχόν παράσταση στο δικό τους όνομα τους εκθέτει ως ουσιαστικά ανομιμοποίητους[99].

Έτσι, ως νόμιμοι αντιπρόσωποι του ανηλίκου ενεργούν κατά κανόνα οι γονείς του και μάλιστα από κοινού, ασκώντας τη γονική μέριμνα, στην οποία περιλαμβάνεται ως επιμέρους έκφανση η δικαστική εκπροσώπηση του τέκνου, άρα και η για λογαριασμό του δήλωση υποστήριξης της κατηγορίας (άρ. 1510 § 1 ΑΚ)[100]. Εφόσον το τροχαίο συμβάν, πέρα από τον τραυματισμό του ανηλίκου, έχει επιφέρει και το θάνατο του ενός γονέα του, τότε για την υποστήριξη της κατηγορίας στη δίκη της σωματικής βλάβης, το τέκνο το εκπροσωπεί νομίμως ο έτερος-επιζών (άρ. 1510 § 2 ΑΚ)[101]. Εξάλλου, εάν αναφύεται διαφωνία μεταξύ των γονέων[102], τότε επί μεν επείγουσας περίπτωσης, όπως, για παράδειγμα, αν η υπόθεση δικάζεται με την αυτόφωρη διαδικασία (άρ 417 επ. ΚΠΔ)[103], η δήλωση μπορεί να υποβληθεί και από τον ένα μόνο γονέα με ανάλογη εφαρμογή του άρ. 1516 § 1 αρ. 1 ΑΚ[104], διαφορετικά θα χρειαστεί δικαστική απόφαση για την επίλυση του ζητήματος (άρ. 1512 ΑΚ). Δεν πρέπει, ακόμη, να διαλανθάνει την προσοχή ότι σε περίπτωση διαζυγίου των γονέων και διατήρησης αμφοτέρων ως φορέων της γονικής μέριμνας κατά το συνήθως συμβαίνον (άρ. 1513 § 1 εδ. β΄ ΑΚ), η εκ των πραγμάτων ανάθεση της επιμέλειας του προσώπου του τέκνου (άρ. 1518 ΑΚ) στον έναν μόνον εξ αυτών δεν τον νομιμοποιεί και σε μονομερή εκπροσώπηση κατά την παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας, αφού η επελθούσα διαφοροποίηση δεν καταλαμβάνει και την κρίσιμη εδώ διεξαγωγή των δικών για τον ανήλικο, που εξακολουθεί να απαιτεί σύμπραξη[105]. Τέλος, είναι πρόδηλο ότι, εφόσον η γονική μέριμνα αμφίπλευρα ελλείπει[106] ή παύει[107], προβάλλει πια ως μονόδρομος ο διορισμός επιτρόπου (άρ. 1589 ΑΚ) για τη δικαστική εκπροσώπηση του παθόντος από το τροχαίο τέκνου (άρ. 1603 ΑΚ) και κατ’ ακολουθία και για την εκ μέρους του δήλωση υποστήριξης της κατηγορίας[108]

ΙΙΙ Η διαδικασία και οι διατυπώσεις της παράστασης για υποστήριξη της κατηγορίας - κρίσιμες αλλαγές και εφαρμογές στις ποινικές δίκες τροχαίων ατυχημάτων

Για περισσότερα πατήστε κάτω από την εικόνα στην φράση μέσα στο γκρι πλαίσιο με την ένδειξη <<Για περισσότερα πατήστε εδώ>>

ΓΙΑ ΔΩΡΕΑΝ ΔΟΚΙΜΑΣΤΙΚΗ ΕΓΓΡΑΦΗ ΜΕ ΣΧΟΛΙΑΣΜΕΝΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 5

...

Συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια

ΕΛΕΝΗ ΜΕ ΠΛΑΓΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ newsletters prev1

legal bank

Newsletter

ΚΑΛΑΘΙ ΑΓΟΡΩΝ

Το καλάθι σας είναι άδειο.