Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Δευτέρα, 18 Μαΐου 2020 18:49

Τα εγκλήματα της διατάραξης της συγκοινωνίας - Συγκριτική επισκόπηση με τις προϊσχύσασες διατάξεις και τα βασικά στοιχεία των άρθρων 290, 290Α, 291 και 298 του νέου Π.Κ, υπό Αναστασίας Καρατζά - Δικηγόρου Χίου - ΜΔΕ Ποινικών και Εγκληματολογικών Επισ ΝΕΟ

Γράφτηκε από τον 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Άρθρα – Απόψεις

Τα εγκλήματα της διατάραξης της συγκοινωνίας

Συγκριτική επισκόπηση με τις προϊσχύσασες διατάξεις και τα βασικά στοιχεία των άρθρων 290, 290Α, 291 και 298 του νέου Π.Κ

υπό Αναστασίας Καρατζά

Δικηγόρου Χίου

ΜΔΕ Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών ΑΠΘ

 

(Δημοσιεύεται στην ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ, Φεβρουάριος – Μάρτιος 2020)

 

Ο ελληνικός Ποινικός Κώδικας στο 14ο κεφάλαιό του τυποποιεί τα εγκλήματα κατά των συγκοινωνιών, των τηλεπικοινωνιών και άλλων κοινωφελών εγκαταστάσεων. Το παρόν άρθρο αναφέρεται στα εγκλήματα κατά των συγκοινωνιών, τις δυσχέρειες στην πρακτική εφαρμογή των σχετικών άρθρων 290 επ. υπό την προγενέστερή τους μορφή και τα νέα άρθρα 290, 290Α, 291 και 298 Π.Κ.

Παρατηρώντας την Αντικειμενική Υπόσταση των εγκλημάτων κατά της ασφάλειας των συγκοινωνιών κατά τον προγενέστερο Ποινικό Κώδικα, είναι σαφές ότι πρωταγωνιστής της Αντικειμενικής τους Υπόστασης είναι η έννοια της διατάραξης της ασφάλειας της συγκοινωνίας. Η βασική κοινή πράξη όλων των σχετικών άρθρων είναι η διατάραξη της ασφάλειας της συγκοινωνίας και στη συνέχεια αυτά διαφοροποιούνται ως προς την ποινική κύρωση ανάλογα με τη βαρύτητα του περαιτέρω αποτελέσματος, αν προκλήθηκε από τη διατάραξη κοινός κίνδυνος[1] για πράγματα ή για άνθρωπο ή πολύ χειρότερα αν προκλήθηκε απώλεια ανθρώπινης ζωής[2].

Την περίοδο 2000 - 2010, η κοινή γνώμη συγκλονίστηκε από τα δυστυχήματα που προκάλεσαν την απώλεια πολλών ανθρώπινων ζωών (τροχαίο στα Τέμπη, ναυτικό δυστύχημα Σάμινα κ.ά.) και η ελληνική δικαιοσύνη δοκιμάστηκε πραγματικά. Τότε παρατηρήθηκε το φαινόμενο, στα πολύνεκρα δυστυχήματα η νομολογία να παρακάμπτει τα άρθρα 290 και 291 Π.Κ., τα οποία στην πραγματικότητα κάλυπταν ακριβώς αυτές τις περιπτώσεις, δηλαδή την πρόκληση δυνατότητας κοινού κινδύνου με τελικό αποτέλεσμα τη βλάβη μεγάλου αριθμού εννόμων αγαθών και να προσφεύγει απευθείας στα εγκλήματα βλάβης των ατομικών αγαθών, δηλαδή την ανθρωποκτονία κατά συρροή και μάλιστα με την αναγνώριση ενδεχόμενου δόλου ως προς την υπαιτιότητα[3] με προδήλως διασταλτική ερμηνεία της έννοιας του δόλου.

Ένας παράγοντας που ώθησε τη νομολογία προς αυτή την κατεύθυνση, ήταν το γεγονός ότι είχε προσανατολισμό στο αποτέλεσμα της βλάβης των αγαθών[4]. Το πόσοι πέθαναν ήταν ένα απτό αποτέλεσμα αντιληπτό με τις αισθήσεις, ενώ η έννοια του κοινού κινδύνου που προκλήθηκε για αόριστο αριθμό ανθρώπων, ήταν ένα άυλο αποτέλεσμα. Έτσι, με δεδομένο ότι η πράξη την οποία κλήθηκε να τιμωρήσει ήταν η θανάτωση μεγάλου αριθμού ανθρώπων, έπρεπε περαιτέρω να αξιολογήσει, εάν η πράξη είχε τελεστεί από αμέλεια ή ενδεχόμενο δόλο, εάν έπρεπε να υπαχθεί με άλλα λόγια στο άρθρο 302 ή στο άρθρο 299 Π.Κ.. Σε μια τέτοια περίπτωση, η νομολογία προκειμένου να αποφευχθεί ο χαρακτηρισμός της πράξης ως πλημμέλημα, κατ΄ άρθρον 302 Π.Κ. προέβαινε σε διασταλτική ερμηνεία[5] της έννοιας του ενδεχόμενου δόλου ώστε να υπαγάγει στο αρ. 299 Π.Κ. Η διεύρυνση αυτή της έννοιας του δόλου σε βάρος του κατηγορουμένου, η οποία κατέληγε να αλλοιώνει το αληθές του νόημα, δέχθηκε τότε συστηματική κριτική από την ελληνική θεωρία[6].

            Και πράγματι, το ένστικτο του ελληνικού λαού δεν είχε καθόλου άδικο, που επιζητούσε την επιβολή ποινών ανάλογων με τη βαρύτητα των πράξεων των υπαιτίων και των αποτελεσμάτων τους. Αυτό όμως, κάλλιστα μπορούσε και άρμοζε να πραγματοποιηθεί, με την εφαρμογή των ήδη υπάρχοντων άρθρων 290 Π.Κ. και επ. και όχι με την διασταλτική ερμηνεία του ενδεχόμενου δόλου. Μάλιστα, το 2005 τροποποιήθηκε ο ποινικός κώδικας και ο κώδικας ποινικής δικονομίας, ώστε αφενός να μπορεί να επιβληθεί προσωρινή κράτηση, αφετέρου να μπορεί να επιβληθεί συνολική ποινή έως 10 ετών, στην περίπτωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή.

Αυτή όμως η παράκαμψη των άρθρων 290 επ. Π.Κ. είχε ως αποτέλεσμα δύο πολύ σοβαρά προβλήματα: α) Τιμωρούνταν μόνο η βλάβη της ζωής όσων θανατώθηκαν και αγνοούνταν πλήρως η διακινδύνευση του αορίστου αριθμού ζωών που κινδύνευσαν[7] αλλά δεν θανατώθηκαν, έμενε δηλαδή ακάλυπτη η απαξία της επικίνδυνης συμπεριφοράς για αόριστο αριθμό εννόμων αγαθών. β) Σε επίπεδο υποκειμενικής υπόστασης, ήμασταν εγκλωβισμένοι στο δίπολο, δόλος ή αμέλεια για βλάβη του αγαθού, χωρίς πια να υπάρχει η επιλογή του δόλου διακινδύνευσης αορίστου αριθμού εννόμων αγαθών, αφού στην Αντικειμενική Υπόσταση η διακινδύνευση είχε αγνοηθεί παντελώς.

Είχαμε δηλαδή μια ιδιόρρυθμη κατάσταση, που κατά την ποινική αξιολόγηση των πολύνεκρων δυστυχημάτων αποδιδόταν λιγότερο άδικο από αυτό που αντιστοιχούσε στην πράξη και περισσότερη ενοχή από αυτή που αντιστοιχούσε στην υπαιτιότητα των κατηγορουμένων, προκειμένου το τελικό αποτέλεσμα της ποινικής διαδικασίας να αντιστοιχεί στη βαρύτητα του συμβάντος[8].

Περαιτέρω, ένας σημαντικός παράγοντας που συνετέλεσε στην αδράνεια των εν λόγω διατάξεων, πέρα από τον προσανατολισμό της νομολογίας στα εγκλήματα βλάβης, ήταν και το γεγονός ότι η Αντικειμενική τους Υπόσταση εμπεριείχε ως βασικό πυρήνα τη διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών, χωρίς περαιτέρω να προσδιορίζει στο γράμμα του νόμου τι σημαίνει διατάραξη[9]. Επρόκειτο δηλαδή για ποινικές διατάξεις που η Αντικειμενική τους Υπόσταση έχρηζε ερμηνείας από τον εφαρμοστή του δικαίου, αφού η έννοια της διατάραξης της ασφάλειας της συγκοινωνίας από μόνη της δεν έχει εμπειρικό περιεχόμενο, αλλά αντιθέτως ενέχει υποκειμενικότητα και επιτρέπει να παρεισφρύσουν κατά την υπαγωγή οι υποκειμενικές αξιολογήσεις του εφαρμοστή του δικαίου. Μια τέτοια Αντικειμενική Υπόσταση δεν συμβιβάζεται με βασικές αρχές του ποινικού μας δικαίου, όπως ότι απαγορεύονται οι αόριστες ποινικές διατάξεις και ότι ποινή δεν επιβάλλεται και έγκλημα δεν υπάρχει χωρίς προηγούμενο γραπτό νόμο που να ορίζει με ακρίβεια τα στοιχεία της πράξης (nullum crimen nula poena sine lege certa), όπως αποτυπώνεται στο άρθρο 7 του Συντάγματος[10].

Η σημαντικότερη τροποποίηση των άρθρων που αφορούν στη διατάραξη της ασφάλειας της συγκοινωνίας, είναι ότι πλέον στο γράμμα του νόμου εξειδικεύεται η έννοια της διατάραξης. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 290 Π.Κ., « Επικίνδυνες παρεμβάσεις στην οδική συγκοινωνία «1. Όποιος διαταράσσει την ασφάλεια της συγκοινωνίας στους δρόμους: α) με καταστροφή, βλάβη ή μετακίνηση εγκαταστάσεων ή οχημάτων, β) με τοποθέτηση ή διατήρηση εμποδίων, γ) με αλλοίωση σημείων ή σημάτων ή με τοποθέτηση ή διατήρηση εσφαλμένων σημείων ή σημάτων, ή δ) με άλλες, εξίσου επικίνδυνες για την ασφάλεια της συγκοινωνίας πράξεις, τιμωρείται: αα) με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή αν από την πράξη προέκυψε κοινός κίνδυνος για ξένα πράγματα, ββ) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους αν από την πράξη προέκυψε κίνδυνος για άνθρωπο, γγ) με κάθειρξη έως δέκα έτη αν η πράξη είχε ως αποτέλεσμα τη βαριά σωματική βλάβη άλλου ή προκάλεσε βλάβη σε κοινωφελείς εγκαταστάσεις, δδ) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών αν η πράξη είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο άλλου. Αν προκλήθηκε ο θάνατος μεγάλου αριθμού ανθρώπων, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει ισόβια κάθειρξη.» ενώ σύμφωνα με το άρθρο Άρθρο 290Α Επικίνδυνη οδήγηση«1. Όποιος κατά τη συγκοινωνία στους δρόμους ή στις πλατείες: α) οδηγεί όχημα μολονότι δεν είναι σε θέση να το πράξει με ασφάλεια εξαιτίας της κατανάλωσης οινοπνεύματος ή χρήσης ναρκωτικών ουσιών ή λόγω σωματικής ή πνευματικής εξάντλησης, ή β) οδηγεί όχημα σε εθνικές ή περιφερειακές οδούς αντίστροφα στο ρεύμα της εκάστοτε κατεύθυνσης ή σε πεζοδρόμους, πεζοδρόμια ή πλατείες, ή οδηγεί όχημα που είναι τεχνικά ανασφαλές ή με ανασφαλή τρόπο φορτωμένο ή προβαίνει κατά την οδήγηση σε επικίνδυνους ελιγμούς ή μετέχει σε αυτοσχέδιους αγώνες, τιμωρείται, αν δεν προβλέπονται βαρύτερες κυρώσεις σε άλλες διατάξεις: αα) με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή αν από την πράξη προέκυψε κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα, ββ) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους αν από την πράξη προέκυψε κίνδυνος για άνθρωπο, γγ) με κάθειρξη έως δέκα έτη αν η πράξη είχε ως αποτέλεσμα τη βαριά σωματική βλάβη ή προκάλεσε βλάβη σε κοινωφελείς εγκαταστάσεις, δδ) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών αν η πράξη είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο άλλου. Αν προκλήθηκε ο θάνατος μεγάλου αριθμού ανθρώπων, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει ισόβια κάθειρξη.»Θα πρέπει να παρατηρηθεί, ότι στη μεγάλη τους πλειονότητα οι συμπεριφορές που ορίζεται ότι διαταράσσουν την ασφάλεια της συγκοινωνίας είναι αυτές που πράγματι και η νομολογία κατά τα παρελθόντα έτη έχει αξιολογήσει ότι συνιστούν διατάραξη. Θα μπορούσε δηλαδή κανείς να θεωρήσει ότι ο νομοθέτης αποκρυστάλλωσε στο γράμμα του νόμου την έννοια της διατάραξης, όπως έχει κριθεί νομολογιακά μέχρι σήμερα. Για παράδειγμα, είχε κριθεί ότι προκαλείται διατάραξη της συγκοινωνίας με δυνατότητα κινδύνου για άνθρωπο, όταν τοποθετούνται εμπόδια στο οδόστρωμα ή επηρεάζεται η ασφάλεια αυτού πχ. με τη ρίψη υγρών, ή όταν ο οδηγός κάνει απερίσκεπτη οδήγηση, πχ με πολύ μεγάλη ταχύτητα[11]. Επίσης είχε κριθεί ότι εμπίπτει στην έννοια της διατάραξης η επικίνδυνη οδήγηση[12], Η κακή φόρτωση ενός οχήματος[13], η μη διενέργεια ναυτικών γυμνασίων[14] και οι ελλείψεις στα σωστικά μέσα του πλοίου[15], η παραβίαση των κανονισμών ναυσιπλοΐας[16] κ. ά. Κατά τον τρόπο αυτό, όλα τα άρθρα που τυποποιούν τη διατάραξη της ασφάλειας της συγκοινωνίας έχουν πλέον ορισμένη Αντικειμενική Υπόσταση, με ικανοποιητική περιγραφή των συμπεριφορών που υπό περιστάσεις μπορεί να θεωρηθούν ποινικά κολάσιμες.

Και στα τρία άρθρα 290, 290Α και 291 Π.Κ. βέβαια, προβλέπεται η τέλεση και με άλλες, εξίσου επικίνδυνες για την ασφάλεια της συγκοινωνίας πράξεις κι αυτή είναι η μοναδική ρωγμή στην απόλυτα ικανοποιητική εξειδίκευση των διατάξεων, είναι όμως θεμιτή και απαραίτητη, αφού δυστυχώς δεν μπορεί κανένας νομοθέτης να προβλέψει περιοριστικά τους τρόπους με τους οποίους στην πράξη μπορεί ένας άνθρωπος να προκαλέσει κίνδυνο στο πλαίσιο της συγκοινωνίας. Ρητά όμως διευκρινίζεται ότι οι άλλες πράξεις πρέπει να είναι και εκείνες ουσιωδώς επικίνδυνες πράξεις και να ενέχουν µια αµεσότητα κινδύνου για την ασφάλεια της συγκοινωνίας όπως οι ήδη τυποποιούμενες.

Αξίζει φυσικά να σημειωθεί, ότι και από τις συμπεριφορές που ορίζει το γράμμα του νόμου ότι συνιστούν διατάραξη της συγκοινωνίας, ποινικά κολάσιμες είναι μόνο εκείνες που επιφέρουν και το περαιτέρω αποτέλεσμα του κοινού κινδύνου, είτε για πράγματα, είτε για άνθρωπο. Το γεγονός αυτό μας υποδεικνύει και το προστατευόμενο έννομο αγαθό των εν λόγω διατάξεων, αφού από μόνη της η διατάραξη της συγκοινωνίας είναι ποινικά αδιάφορη, συνεπώς εδώ προστατεύεται κατά περίπτωση η ιδιοκτησία, η ζωή και η σωματική ακεραιότητα αορίστου αριθμού ατόμων στα πλαίσια της συγκοινωνίας.

Επίσης, κοινό χαρακτηριστικό των νέων διατάξεων είναι ότι πλέον το αξιόποινο τίθεται στο στάδιο της πρόκλησης κινδύνου και όχι στη δυνατότητα κινδύνου, όπως τυποποιούνταν στον παλιό ποινικό κώδικα. Δεν τιμωρείται πλέον η δυνατότητα κινδύνου αλλά πρέπει ο κίνδυνος για πράγματα ή άνθρωπο να είναι υπαρκτός. Ενδεχομένως για το λόγο αυτό και οι ποινές που προβλέπονται όταν το αποτέλεσμα της διατάραξης είναι η πρόκληση κινδύνου είναι αυξημένες σε σχέση με τον παλιό ποινικό κώδικα.

Περαιτέρω, παρατηρείται πιο αναλυτική διαβάθμιση στις απειλούμενες ποινές, ανάλογα με τη βαρύτητα του αποτελέσματος που προκλήθηκε και συγκεκριμένα, η προβλεπόμενη ποινή διαβαθμίζεται, ανάλογα με το αν προκλήθηκε: α) κοινός κίνδυνος για ξένα πράγματα β) κίνδυνος για άνθρωπο γ) βαριά σωματική βλάβη ή βλάβη σε κοινωφελείς εγκαταστάσεις δ) θάνατος ε) θάνατος μεγάλου αριθμού ανθρώπων. Σε γενικές γραμμές, όπου το περαιτέρω αποτέλεσμα εξαντλείται στη διακινδύνευση και δεν προκαλείται βλάβη αγαθών απειλείται ποινή φυλάκισης, ενώ όταν προκαλείται βλάβη απειλείται ποινή κάθειρξης, με εξαίρεση την συγκοινωνία σταθερής τροχιάς, πλοίων ή αεροσκαφών που τιμωρείται ως κακούργημα και η πρόκληση κινδύνου για άνθρωπο. Η δυνατότητα επιβολής ισόβιας κάθειρξης προβλέπεται μόνο στην περίπτωση των πολύνεκρων δυστυχημάτων.

Προβλέπεται και η από αμέλεια διατάραξη της ασφάλειας της συγκοινωνίας (290 παρ. 2, 290Α παρ. 2 και 291 παρ. 3 Π.Κ.), η οποία τυποποιείται ως πλημμέλημα, εφόσον όμως προκαλείται κοινός κίνδυνος για ξένα πράγματα ή για άνθρωπο και όχι στην περίπτωση που προκαλείται βλάβη των αγαθών.

Ως προς την οδική συγκοινωνία συγκεκριμένα, παρατηρείται ότι η διατάραξη της οδικής κυκλοφορίας τυποποιείται κατηγοριοποιημένα πλέον σε δύο διατάξεις. Στο μεν άρθρο 290 Π.Κ. τυποποιούνται συμπεριφορές που αφορούν στις «εξωγενείς» επικίνδυνες παρεµβάσεις στις συγκοινωνίες (π.χ. /µε καταστροφή ή βλάβη εγκαταστάσεων κ.λπ.) δηλαδή σε επικίνδυνες συµπεριφορές πέρα από την οδήγηση ενός συγκοινωνιακού µέσου ενώ στο 290Α Π.Κ. συμπεριφορές που αφορούν στην επικίνδυνη οδήγηση του δράστη. Περαιτέρω στο αρ. 290Α η επικίνδυνη συμπεριφορά διακρίνεται αφενός σε αυτή που οφείλεται στην κατάσταση του ίδιου του οδηγού και αφετέρου στον τρόπο οδήγησής του. Αξιοσημείωτο είναι ότι εδώ ο νομοθέτης αξιολογεί ποιες είναι οι πιο σοβαρές και επικίνδυνες παραβάσεις ΚΟΚ και εφόσον προκαλέσουν τουλάχιστον κοινό κίνδυνο τις αναγάγει σε ποινικό αδίκημα. Οι ποινικές κυρώσεις είναι οι ίδιες και στα δύο άρθρα. Στον παλιό ποινικό κώδικα, σύμφωνα με το τότε άρθρο 290 δεν τιμωρούνταν η διατάραξη που προκαλούσε κοινό κίνδυνο για ξένα πράγματα στην οδική συγκοινωνία, ενώ στα νέα άρθρα 290 και 290Α Π.Κ. προβλέπεται ποινή φυλάκισης έως 3 ετών ή χρηματική ποινή για την περίπτωση αυτή.

Η διατάραξη της ασφάλειας της συγκοινωνίας μέσων με σταθερή τροχιά, πλοίων ή αεροσκαφών, τυποποιήθηκε αυτοτελώς στο αρ......

Για περισσότερα πατήστε κάτω από την εικόνα στην φράση μέσα στο γκρι πλαίσιο με την ένδειξη  <<Για περισσότερα πατήστε εδώ>>

AAA ΕΛΕΝΗΣ COPY VARIS ΚΟΡΥΦΑΙΑΟ BANNER ΓΙΑ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ ΣΥΛΛΟΓΩΝ .jpg 2

...

Διαβάστηκε 477 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 26 Μαΐου 2020 18:34

Πολυμέσα

Άρθρα – Απόψεις

Τα εγκλήματα της διατάραξης της συγκοινωνίας

Συγκριτική επισκόπηση με τις προϊσχύσασες διατάξεις και τα βασικά στοιχεία των άρθρων 290, 290Α, 291 και 298 του νέου Π.Κ

υπό Αναστασίας Καρατζά

Δικηγόρου Χίου

ΜΔΕ Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών ΑΠΘ

 

(Δημοσιεύεται στην ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ, Φεβρουάριος – Μάρτιος 2020)

 

Ο ελληνικός Ποινικός Κώδικας στο 14ο κεφάλαιό του τυποποιεί τα εγκλήματα κατά των συγκοινωνιών, των τηλεπικοινωνιών και άλλων κοινωφελών εγκαταστάσεων. Το παρόν άρθρο αναφέρεται στα εγκλήματα κατά των συγκοινωνιών, τις δυσχέρειες στην πρακτική εφαρμογή των σχετικών άρθρων 290 επ. υπό την προγενέστερή τους μορφή και τα νέα άρθρα 290, 290Α, 291 και 298 Π.Κ.

Παρατηρώντας την Αντικειμενική Υπόσταση των εγκλημάτων κατά της ασφάλειας των συγκοινωνιών κατά τον προγενέστερο Ποινικό Κώδικα, είναι σαφές ότι πρωταγωνιστής της Αντικειμενικής τους Υπόστασης είναι η έννοια της διατάραξης της ασφάλειας της συγκοινωνίας. Η βασική κοινή πράξη όλων των σχετικών άρθρων είναι η διατάραξη της ασφάλειας της συγκοινωνίας και στη συνέχεια αυτά διαφοροποιούνται ως προς την ποινική κύρωση ανάλογα με τη βαρύτητα του περαιτέρω αποτελέσματος, αν προκλήθηκε από τη διατάραξη κοινός κίνδυνος[1] για πράγματα ή για άνθρωπο ή πολύ χειρότερα αν προκλήθηκε απώλεια ανθρώπινης ζωής[2].

Την περίοδο 2000 - 2010, η κοινή γνώμη συγκλονίστηκε από τα δυστυχήματα που προκάλεσαν την απώλεια πολλών ανθρώπινων ζωών (τροχαίο στα Τέμπη, ναυτικό δυστύχημα Σάμινα κ.ά.) και η ελληνική δικαιοσύνη δοκιμάστηκε πραγματικά. Τότε παρατηρήθηκε το φαινόμενο, στα πολύνεκρα δυστυχήματα η νομολογία να παρακάμπτει τα άρθρα 290 και 291 Π.Κ., τα οποία στην πραγματικότητα κάλυπταν ακριβώς αυτές τις περιπτώσεις, δηλαδή την πρόκληση δυνατότητας κοινού κινδύνου με τελικό αποτέλεσμα τη βλάβη μεγάλου αριθμού εννόμων αγαθών και να προσφεύγει απευθείας στα εγκλήματα βλάβης των ατομικών αγαθών, δηλαδή την ανθρωποκτονία κατά συρροή και μάλιστα με την αναγνώριση ενδεχόμενου δόλου ως προς την υπαιτιότητα[3] με προδήλως διασταλτική ερμηνεία της έννοιας του δόλου.

Ένας παράγοντας που ώθησε τη νομολογία προς αυτή την κατεύθυνση, ήταν το γεγονός ότι είχε προσανατολισμό στο αποτέλεσμα της βλάβης των αγαθών[4]. Το πόσοι πέθαναν ήταν ένα απτό αποτέλεσμα αντιληπτό με τις αισθήσεις, ενώ η έννοια του κοινού κινδύνου που προκλήθηκε για αόριστο αριθμό ανθρώπων, ήταν ένα άυλο αποτέλεσμα. Έτσι, με δεδομένο ότι η πράξη την οποία κλήθηκε να τιμωρήσει ήταν η θανάτωση μεγάλου αριθμού ανθρώπων, έπρεπε περαιτέρω να αξιολογήσει, εάν η πράξη είχε τελεστεί από αμέλεια ή ενδεχόμενο δόλο, εάν έπρεπε να υπαχθεί με άλλα λόγια στο άρθρο 302 ή στο άρθρο 299 Π.Κ.. Σε μια τέτοια περίπτωση, η νομολογία προκειμένου να αποφευχθεί ο χαρακτηρισμός της πράξης ως πλημμέλημα, κατ΄ άρθρον 302 Π.Κ. προέβαινε σε διασταλτική ερμηνεία[5] της έννοιας του ενδεχόμενου δόλου ώστε να υπαγάγει στο αρ. 299 Π.Κ. Η διεύρυνση αυτή της έννοιας του δόλου σε βάρος του κατηγορουμένου, η οποία κατέληγε να αλλοιώνει το αληθές του νόημα, δέχθηκε τότε συστηματική κριτική από την ελληνική θεωρία[6].

            Και πράγματι, το ένστικτο του ελληνικού λαού δεν είχε καθόλου άδικο, που επιζητούσε την επιβολή ποινών ανάλογων με τη βαρύτητα των πράξεων των υπαιτίων και των αποτελεσμάτων τους. Αυτό όμως, κάλλιστα μπορούσε και άρμοζε να πραγματοποιηθεί, με την εφαρμογή των ήδη υπάρχοντων άρθρων 290 Π.Κ. και επ. και όχι με την διασταλτική ερμηνεία του ενδεχόμενου δόλου. Μάλιστα, το 2005 τροποποιήθηκε ο ποινικός κώδικας και ο κώδικας ποινικής δικονομίας, ώστε αφενός να μπορεί να επιβληθεί προσωρινή κράτηση, αφετέρου να μπορεί να επιβληθεί συνολική ποινή έως 10 ετών, στην περίπτωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή.

Αυτή όμως η παράκαμψη των άρθρων 290 επ. Π.Κ. είχε ως αποτέλεσμα δύο πολύ σοβαρά προβλήματα: α) Τιμωρούνταν μόνο η βλάβη της ζωής όσων θανατώθηκαν και αγνοούνταν πλήρως η διακινδύνευση του αορίστου αριθμού ζωών που κινδύνευσαν[7] αλλά δεν θανατώθηκαν, έμενε δηλαδή ακάλυπτη η απαξία της επικίνδυνης συμπεριφοράς για αόριστο αριθμό εννόμων αγαθών. β) Σε επίπεδο υποκειμενικής υπόστασης, ήμασταν εγκλωβισμένοι στο δίπολο, δόλος ή αμέλεια για βλάβη του αγαθού, χωρίς πια να υπάρχει η επιλογή του δόλου διακινδύνευσης αορίστου αριθμού εννόμων αγαθών, αφού στην Αντικειμενική Υπόσταση η διακινδύνευση είχε αγνοηθεί παντελώς.

Είχαμε δηλαδή μια ιδιόρρυθμη κατάσταση, που κατά την ποινική αξιολόγηση των πολύνεκρων δυστυχημάτων αποδιδόταν λιγότερο άδικο από αυτό που αντιστοιχούσε στην πράξη και περισσότερη ενοχή από αυτή που αντιστοιχούσε στην υπαιτιότητα των κατηγορουμένων, προκειμένου το τελικό αποτέλεσμα της ποινικής διαδικασίας να αντιστοιχεί στη βαρύτητα του συμβάντος[8].

Περαιτέρω, ένας σημαντικός παράγοντας που συνετέλεσε στην αδράνεια των εν λόγω διατάξεων, πέρα από τον προσανατολισμό της νομολογίας στα εγκλήματα βλάβης, ήταν και το γεγονός ότι η Αντικειμενική τους Υπόσταση εμπεριείχε ως βασικό πυρήνα τη διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών, χωρίς περαιτέρω να προσδιορίζει στο γράμμα του νόμου τι σημαίνει διατάραξη[9]. Επρόκειτο δηλαδή για ποινικές διατάξεις που η Αντικειμενική τους Υπόσταση έχρηζε ερμηνείας από τον εφαρμοστή του δικαίου, αφού η έννοια της διατάραξης της ασφάλειας της συγκοινωνίας από μόνη της δεν έχει εμπειρικό περιεχόμενο, αλλά αντιθέτως ενέχει υποκειμενικότητα και επιτρέπει να παρεισφρύσουν κατά την υπαγωγή οι υποκειμενικές αξιολογήσεις του εφαρμοστή του δικαίου. Μια τέτοια Αντικειμενική Υπόσταση δεν συμβιβάζεται με βασικές αρχές του ποινικού μας δικαίου, όπως ότι απαγορεύονται οι αόριστες ποινικές διατάξεις και ότι ποινή δεν επιβάλλεται και έγκλημα δεν υπάρχει χωρίς προηγούμενο γραπτό νόμο που να ορίζει με ακρίβεια τα στοιχεία της πράξης (nullum crimen nula poena sine lege certa), όπως αποτυπώνεται στο άρθρο 7 του Συντάγματος[10].

Η σημαντικότερη τροποποίηση των άρθρων που αφορούν στη διατάραξη της ασφάλειας της συγκοινωνίας, είναι ότι πλέον στο γράμμα του νόμου εξειδικεύεται η έννοια της διατάραξης. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 290 Π.Κ., « Επικίνδυνες παρεμβάσεις στην οδική συγκοινωνία «1. Όποιος διαταράσσει την ασφάλεια της συγκοινωνίας στους δρόμους: α) με καταστροφή, βλάβη ή μετακίνηση εγκαταστάσεων ή οχημάτων, β) με τοποθέτηση ή διατήρηση εμποδίων, γ) με αλλοίωση σημείων ή σημάτων ή με τοποθέτηση ή διατήρηση εσφαλμένων σημείων ή σημάτων, ή δ) με άλλες, εξίσου επικίνδυνες για την ασφάλεια της συγκοινωνίας πράξεις, τιμωρείται: αα) με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή αν από την πράξη προέκυψε κοινός κίνδυνος για ξένα πράγματα, ββ) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους αν από την πράξη προέκυψε κίνδυνος για άνθρωπο, γγ) με κάθειρξη έως δέκα έτη αν η πράξη είχε ως αποτέλεσμα τη βαριά σωματική βλάβη άλλου ή προκάλεσε βλάβη σε κοινωφελείς εγκαταστάσεις, δδ) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών αν η πράξη είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο άλλου. Αν προκλήθηκε ο θάνατος μεγάλου αριθμού ανθρώπων, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει ισόβια κάθειρξη.» ενώ σύμφωνα με το άρθρο Άρθρο 290Α Επικίνδυνη οδήγηση«1. Όποιος κατά τη συγκοινωνία στους δρόμους ή στις πλατείες: α) οδηγεί όχημα μολονότι δεν είναι σε θέση να το πράξει με ασφάλεια εξαιτίας της κατανάλωσης οινοπνεύματος ή χρήσης ναρκωτικών ουσιών ή λόγω σωματικής ή πνευματικής εξάντλησης, ή β) οδηγεί όχημα σε εθνικές ή περιφερειακές οδούς αντίστροφα στο ρεύμα της εκάστοτε κατεύθυνσης ή σε πεζοδρόμους, πεζοδρόμια ή πλατείες, ή οδηγεί όχημα που είναι τεχνικά ανασφαλές ή με ανασφαλή τρόπο φορτωμένο ή προβαίνει κατά την οδήγηση σε επικίνδυνους ελιγμούς ή μετέχει σε αυτοσχέδιους αγώνες, τιμωρείται, αν δεν προβλέπονται βαρύτερες κυρώσεις σε άλλες διατάξεις: αα) με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή αν από την πράξη προέκυψε κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα, ββ) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους αν από την πράξη προέκυψε κίνδυνος για άνθρωπο, γγ) με κάθειρξη έως δέκα έτη αν η πράξη είχε ως αποτέλεσμα τη βαριά σωματική βλάβη ή προκάλεσε βλάβη σε κοινωφελείς εγκαταστάσεις, δδ) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών αν η πράξη είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο άλλου. Αν προκλήθηκε ο θάνατος μεγάλου αριθμού ανθρώπων, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει ισόβια κάθειρξη.»Θα πρέπει να παρατηρηθεί, ότι στη μεγάλη τους πλειονότητα οι συμπεριφορές που ορίζεται ότι διαταράσσουν την ασφάλεια της συγκοινωνίας είναι αυτές που πράγματι και η νομολογία κατά τα παρελθόντα έτη έχει αξιολογήσει ότι συνιστούν διατάραξη. Θα μπορούσε δηλαδή κανείς να θεωρήσει ότι ο νομοθέτης αποκρυστάλλωσε στο γράμμα του νόμου την έννοια της διατάραξης, όπως έχει κριθεί νομολογιακά μέχρι σήμερα. Για παράδειγμα, είχε κριθεί ότι προκαλείται διατάραξη της συγκοινωνίας με δυνατότητα κινδύνου για άνθρωπο, όταν τοποθετούνται εμπόδια στο οδόστρωμα ή επηρεάζεται η ασφάλεια αυτού πχ. με τη ρίψη υγρών, ή όταν ο οδηγός κάνει απερίσκεπτη οδήγηση, πχ με πολύ μεγάλη ταχύτητα[11]. Επίσης είχε κριθεί ότι εμπίπτει στην έννοια της διατάραξης η επικίνδυνη οδήγηση[12], Η κακή φόρτωση ενός οχήματος[13], η μη διενέργεια ναυτικών γυμνασίων[14] και οι ελλείψεις στα σωστικά μέσα του πλοίου[15], η παραβίαση των κανονισμών ναυσιπλοΐας[16] κ. ά. Κατά τον τρόπο αυτό, όλα τα άρθρα που τυποποιούν τη διατάραξη της ασφάλειας της συγκοινωνίας έχουν πλέον ορισμένη Αντικειμενική Υπόσταση, με ικανοποιητική περιγραφή των συμπεριφορών που υπό περιστάσεις μπορεί να θεωρηθούν ποινικά κολάσιμες.

Και στα τρία άρθρα 290, 290Α και 291 Π.Κ. βέβαια, προβλέπεται η τέλεση και με άλλες, εξίσου επικίνδυνες για την ασφάλεια της συγκοινωνίας πράξεις κι αυτή είναι η μοναδική ρωγμή στην απόλυτα ικανοποιητική εξειδίκευση των διατάξεων, είναι όμως θεμιτή και απαραίτητη, αφού δυστυχώς δεν μπορεί κανένας νομοθέτης να προβλέψει περιοριστικά τους τρόπους με τους οποίους στην πράξη μπορεί ένας άνθρωπος να προκαλέσει κίνδυνο στο πλαίσιο της συγκοινωνίας. Ρητά όμως διευκρινίζεται ότι οι άλλες πράξεις πρέπει να είναι και εκείνες ουσιωδώς επικίνδυνες πράξεις και να ενέχουν µια αµεσότητα κινδύνου για την ασφάλεια της συγκοινωνίας όπως οι ήδη τυποποιούμενες.

Αξίζει φυσικά να σημειωθεί, ότι και από τις συμπεριφορές που ορίζει το γράμμα του νόμου ότι συνιστούν διατάραξη της συγκοινωνίας, ποινικά κολάσιμες είναι μόνο εκείνες που επιφέρουν και το περαιτέρω αποτέλεσμα του κοινού κινδύνου, είτε για πράγματα, είτε για άνθρωπο. Το γεγονός αυτό μας υποδεικνύει και το προστατευόμενο έννομο αγαθό των εν λόγω διατάξεων, αφού από μόνη της η διατάραξη της συγκοινωνίας είναι ποινικά αδιάφορη, συνεπώς εδώ προστατεύεται κατά περίπτωση η ιδιοκτησία, η ζωή και η σωματική ακεραιότητα αορίστου αριθμού ατόμων στα πλαίσια της συγκοινωνίας.

Επίσης, κοινό χαρακτηριστικό των νέων διατάξεων είναι ότι πλέον το αξιόποινο τίθεται στο στάδιο της πρόκλησης κινδύνου και όχι στη δυνατότητα κινδύνου, όπως τυποποιούνταν στον παλιό ποινικό κώδικα. Δεν τιμωρείται πλέον η δυνατότητα κινδύνου αλλά πρέπει ο κίνδυνος για πράγματα ή άνθρωπο να είναι υπαρκτός. Ενδεχομένως για το λόγο αυτό και οι ποινές που προβλέπονται όταν το αποτέλεσμα της διατάραξης είναι η πρόκληση κινδύνου είναι αυξημένες σε σχέση με τον παλιό ποινικό κώδικα.

Περαιτέρω, παρατηρείται πιο αναλυτική διαβάθμιση στις απειλούμενες ποινές, ανάλογα με τη βαρύτητα του αποτελέσματος που προκλήθηκε και συγκεκριμένα, η προβλεπόμενη ποινή διαβαθμίζεται, ανάλογα με το αν προκλήθηκε: α) κοινός κίνδυνος για ξένα πράγματα β) κίνδυνος για άνθρωπο γ) βαριά σωματική βλάβη ή βλάβη σε κοινωφελείς εγκαταστάσεις δ) θάνατος ε) θάνατος μεγάλου αριθμού ανθρώπων. Σε γενικές γραμμές, όπου το περαιτέρω αποτέλεσμα εξαντλείται στη διακινδύνευση και δεν προκαλείται βλάβη αγαθών απειλείται ποινή φυλάκισης, ενώ όταν προκαλείται βλάβη απειλείται ποινή κάθειρξης, με εξαίρεση την συγκοινωνία σταθερής τροχιάς, πλοίων ή αεροσκαφών που τιμωρείται ως κακούργημα και η πρόκληση κινδύνου για άνθρωπο. Η δυνατότητα επιβολής ισόβιας κάθειρξης προβλέπεται μόνο στην περίπτωση των πολύνεκρων δυστυχημάτων.

Προβλέπεται και η από αμέλεια διατάραξη της ασφάλειας της συγκοινωνίας (290 παρ. 2, 290Α παρ. 2 και 291 παρ. 3 Π.Κ.), η οποία τυποποιείται ως πλημμέλημα, εφόσον όμως προκαλείται κοινός κίνδυνος για ξένα πράγματα ή για άνθρωπο και όχι στην περίπτωση που προκαλείται βλάβη των αγαθών.

Ως προς την οδική συγκοινωνία συγκεκριμένα, παρατηρείται ότι η διατάραξη της οδικής κυκλοφορίας τυποποιείται κατηγοριοποιημένα πλέον σε δύο διατάξεις. Στο μεν άρθρο 290 Π.Κ. τυποποιούνται συμπεριφορές που αφορούν στις «εξωγενείς» επικίνδυνες παρεµβάσεις στις συγκοινωνίες (π.χ. /µε καταστροφή ή βλάβη εγκαταστάσεων κ.λπ.) δηλαδή σε επικίνδυνες συµπεριφορές πέρα από την οδήγηση ενός συγκοινωνιακού µέσου ενώ στο 290Α Π.Κ. συμπεριφορές που αφορούν στην επικίνδυνη οδήγηση του δράστη. Περαιτέρω στο αρ. 290Α η επικίνδυνη συμπεριφορά διακρίνεται αφενός σε αυτή που οφείλεται στην κατάσταση του ίδιου του οδηγού και αφετέρου στον τρόπο οδήγησής του. Αξιοσημείωτο είναι ότι εδώ ο νομοθέτης αξιολογεί ποιες είναι οι πιο σοβαρές και επικίνδυνες παραβάσεις ΚΟΚ και εφόσον προκαλέσουν τουλάχιστον κοινό κίνδυνο τις αναγάγει σε ποινικό αδίκημα. Οι ποινικές κυρώσεις είναι οι ίδιες και στα δύο άρθρα. Στον παλιό ποινικό κώδικα, σύμφωνα με το τότε άρθρο 290 δεν τιμωρούνταν η διατάραξη που προκαλούσε κοινό κίνδυνο για ξένα πράγματα στην οδική συγκοινωνία, ενώ στα νέα άρθρα 290 και 290Α Π.Κ. προβλέπεται ποινή φυλάκισης έως 3 ετών ή χρηματική ποινή για την περίπτωση αυτή.

Η διατάραξη της ασφάλειας της συγκοινωνίας μέσων με σταθερή τροχιά, πλοίων ή αεροσκαφών, τυποποιήθηκε αυτοτελώς στο αρ......

Για περισσότερα πατήστε κάτω από την εικόνα στην φράση μέσα στο γκρι πλαίσιο με την ένδειξη  <<Για περισσότερα πατήστε εδώ>>

AAA ΕΛΕΝΗΣ COPY VARIS ΚΟΡΥΦΑΙΑΟ BANNER ΓΙΑ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ ΣΥΛΛΟΓΩΝ .jpg 2

...

Συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια