210 9824002 | 6977 000 500 | Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.   |

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2020 18:49

Η συμβολή των διδαγμάτων της εμπειρίας στην θεμελίωση των όρων της αστικής ευθύνη - Θεμελίωση της αιτιότητας σε περίπτωση Μέθης Οδηγού υπό Παναγή Α. Χριστοδούλου, Δρ. Αστικού Δικονομικού Δικαίου Δ.Π.Θ. - Δικηγόρου ΝΕΟ

Γράφτηκε από τον 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

Η συμβολή των διδαγμάτων της εμπειρίας στην θεμελίωση των όρων της αστικής ευθύνης

Θεμελίωση της αιτιότητας σε περίπτωση Μέθης Οδηγού

(με αφορμή την υπ’ αριθμ. 1790/2015 αποφ. ΜΠρΑθ[1])

 

Υπό Παναγή Α. Χριστοδούλου,

Δρ. Αστικού Δικονομικού Δικαίου Δ.Π.Θ. - Δικηγόρου

 

…..//….

 

  1. Εισαγωγή στον προβληματισμό

 

            Την σχολιαζόμενη απόφαση απασχόλησε το ζήτημα της διαπιστώσεως της συνδρομής των όρων της υπαιτιότητας (υποκειμενικές προϋποθέσεις του καταλογισμού), της παρανομίας (διαχείριση των πηγών κινδύνου) και της αιτιότητας (ζημιογόνος αιτία) για την θεμελίωση της αστικής ευθύνης σε μια περίπτωση τροχαίου αυτοκινητικού ατυχήματος. Καθόσον η διαπίστωση των ζημιογόνων αιτιών, δηλαδή του αιτιώδους συνδέσμου, είναι ιδιαίτερα δυσχερής στην περίπτωση της διαχείρισης των πηγών κινδύνου (κατάσταση μέθης του οδηγού του μοτοποδηλάτου και επικίνδυνη οδήγηση στο υπό κρίση συμβάν), απαραίτητη κρίνεται η κατανόηση της συμβολής των διδαγμάτων της εμπειρίας στην θεμελίωση των όρων της αιτιότητας, της παρανομίας και της υπαιτιότητας[2].    

 

  1. Ανάλυση των όρων θεμελιώσεως της αστικής ευθύνης

 

            Από την εξέταση των πραγματικών γεγονότων που έλαβαν χώρα στο υπό κρίση βιοτικό συμβάν αποδείχθηκε, ότι ο εναγόμενος και οδηγός ενός Ι.Χ. επιβατικού αυτοκινήτου οδηγώντας χωρίς σύνεση και μην έχοντας συνεχώς τεταμένη την προσοχή του, εξαιτίας δε της αυξημένης ταχύτητας που είχε αναπτύξει, δεν πρόλαβε να ακινητοποιήσει το όχημά του, το οποίο, όπως αποδείχθηκε από τα διδάγματα της κοινής πείρας, εξετράπη της πορείας του συνεπεία της φυγόκεντρης δύναμης που αναπτύχθηκε και συγκρούσθηκε, αφού εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας, με μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο Π1, ο οποίος, ελλείψει δυνατότητας πραγματοποιήσεως αποφευκτικού ελιγμού, κατέπεσε με σφοδρότητα στο έδαφος και τραυματίσθηκε θανάσιμα. Το δικαστήριο, ανάμεσα στα άλλα, έκρινε επίσης, ότι ενώ αποδείχθηκε πως ο Π1, οδηγός του μοτοποδηλάτου, 200 περίπου μέτρα πριν από το σημείο της σύγκρουσης επιχειρούσε «σούζες» με την μηχανή του και ενώ, ακόμη, αποδείχθηκε ότι ο ίδιος οδηγός είχε καταναλώσει και ποσότητα αλκοόλης πέραν του επιτρεπόμενου ορίου, οι δύο αυτοί όροι δεν συνδέονται αιτιωδώς με το ζημιογόνο γεγονός και κατ’ επέκταση με την θεμελίωση αστικής εκ μέρους του ευθύνης, όπως ισχυρίστηκε ο αντίδικος.

            Οι πηγές κινδύνου, όπως η επικίνδυνη οδήγηση και η κατανάλωση αλκοολούχου ποτού πέραν του επιτρεπόμενου ορίου, καθώς και οι υποκειμενικές προϋποθέσεις του καταλογισμού δημιουργούν συχνά δυσχέρειες περί της αποδείξεως των όρων θεμελιώσεως της ευθύνης[3]. Προς άρση των αποδεικτικών δυσχερειών, η εδώ σχολιαζόμενη απόφαση – και προς τούτο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον – αξιοποίησε την συμβολή της έμμεσης μεθόδου γνώσεως των πραγμάτων στην διαδικασία αξιολόγησης από τον δικαστή ορισμένων περιστατικών αντιληπτών με τις αισθήσεις, όπως της επιμελούς ή μη συμπεριφοράς των διαδίκων για την θεμελίωση της αστικής ευθύνης.

 

  1. i. Θεμελίωση της υπαιτιότητας και της παρανομίας: η διπλή λειτουργία της επιμέλειας

 

            Η αμέλεια, ως ψυχική διάθεση του υπεύθυνου προς αποζημίωση θεμελιώνεται κατεξοχήν με την έμμεση δια τεκμηρίων απόδειξη[4]. Τούτο σημαίνει ότι ο δικαστής θα διαμορφώσει άποψη περί της υπαιτιότητας του οδηγού (και στο υπό κρίση συμβάν) με αφετηρία την διατύπωση έμμεσου συλλογισμού για την θεμελίωση της αμέλειας (επέλευση ζημιογόνου γεγονότος), το οποίο με την βοήθεια των διδαγμάτων της κοινής πείρας και της επιστήμης θεμελιώνει την τελικώς αμελή συμπεριφορά[5].

            Συγκεκριμένα το δικαστήριο δέχθηκε, ότι ο οδηγός του μοτοποδηλάτου κατά τον χρόνο του ατυχήματος, αν και είχε καταναλώσει ποσότητα αλκοόλ πέραν του επιτρεπόμενου ορίου, ήταν νηφάλιος και οδηγούσε με τεταμένη την προσοχή του και η ικανότητά του προς οδήγηση δεν είχε επηρεαστεί καθόλου από την προηγούμενη κατανάλωση οινοπνεύματος εκ μέρους του. Η ανεύρεση, λοιπόν, στο αίμα του οδηγού του μοτοποδηλάτου παράνομα μεγάλης ποσότητας αλκοόλης αποδεικνύεται άμεσα, όπως και έγινε εν προκειμένω, με την μέθοδο της αιμοληψίας. Με αφετηρία αυτό το στοιχείο ο δικαστής, μέσω μιας αλληλουχίας συλλογισμών, καλείται να κρίνει περί της υπαιτιότητας (και πιο συγκεκριμένα της συντρέχουσας υπαιτιότητας) του οδηγού του μοτοποδηλάτου στην περίπτωση πρόκλησης ατυχήματος εις βάρος του αντιδίκου του.

Κατά τον ισχυρισμό του τελευταίου, ότι δηλαδή ο οδηγός του μοτοποδηλάτου Π1 δεν χειρίσθηκε με επιμέλεια την πηγή κινδύνου, διότι κατανάλωσε πέραν του επιτρεπόμενου ορίου αλκοόλη αδιαφορώντας για το δίδαγμα της κοινής πείρας, ότι δηλαδή η κατανάλωση οινοπνεύματος μειώνει την ικανότητα και την αντίληψη περί του επιμελούς χειρισμού ενός οχήματος κατά την οδήγηση, ο οδηγός του μοτοποδηλάτου θα μπορούσε ανταποδεικτικά να ισχυρισθεί, ότι το ως άνω δίδαγμα αποδίδει το συνήθως συμβαίνον και ότι αυτός, αντίθετα, εμπίπτει στο πεδίο των εξαιρέσεων του διδάγματος, δοθέντος ότι η κατανάλωση της συγκεκριμένης, πέραν του επιτρεπόμενου ορίου, ποσότητας αλκοόλης δεν επιδρά κατ’ ελάχιστο στον οργανισμό του και κατ’ επέκταση στην επιμελή οδηγική συμπεριφορά του[6]. Την εξαίρεση αυτή από το δίδαγμα της κοινής πείρας δέχθηκε και το δικαστήριο, καθόσον έκρινε ότι: «η ικανότητά του να αντιλαμβάνεται και να ενεργεί τους αναγκαίους χειρισμούς κατά την οδήγηση (ενν. ο οδηγός του μοτοποδηλάτου), δεν είχε επηρεαστεί από την προηγούμενη κατανάλωση οινοπνεύματος εκ μέρους του […] το ένδικο ατύχημα θα είχε οπωσδήποτε επέλθει και αν ο οδηγός της μοτοσυκλέτας δεν είχε καταναλώσει καθόλου αλκοόλ».                      

Κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, ο συγκεκριμένος χειρισμός των πηγών κινδύνου (κατανάλωση παράνομα μεγάλης ποσότητας αλκοόλης και επικίνδυνη οδήγηση της μοτοσυκλέτας) δεν οδήγησε, κατά την κρίση του δικαστηρίου, και στην θεμελίωση πταίσματος εκ μέρους του Π1. Αντιθέτως, το δικαστήριο εκτίμησε διαφορετικά περί την θεμελίωση πταίσματος εκ μέρους του οδηγού του αυτοκινήτου που παρέσυρε τον μοτοποδηλάτη Π1, θεμελιώνοντάς το με την διπλή λειτουργία της επιμέλειας. Ειδικότερα, η αμέλεια, εκτός από ψυχική στάση προς ορισμένο γεγονός, δημιουργεί θεμέλιο αποδοχής και της παρανομίας[7], διότι υποδηλώνει συμπεριφορά αντίθετη με τους κανόνες επιμελούς διαχείρισης μιας (ή και περισσότερων) πηγών κινδύνου[8]. Με άλλα λόγια, η πιστοποίηση της μη επιμελούς και συγχρόνως αντίθετης προς τις απαιτήσεις καλόπιστης συμπεριφοράς και διαχείρισης των πηγών κινδύνου στις συναλλαγές θεμελιώνει την υπαίτια συμπεριφορά εκπληρώνοντας με τον τρόπο αυτό διπλή λειτουργία[9]. Έτσι, στην υπό εξέταση περίπτωση το δικαστήριο έκρινε ως αποκλειστική αιτία του ενδίκου ατυχήματος την μη επιμελή διαχείριση της πηγής κινδύνου εκ μέρους του οδηγού του αυτοκινήτου, ο οποίος, αδιαφόρησε για το δίδαγμα της κοινής πείρας, σύμφωνα με το οποίο η είσοδος με όχημα που έχει αναπτύξει παράνομα μεγάλη ταχύτητα σε κλειστή στροφή μειώνει την ικανότητα επιμελούς οδηγήσεώς του και άμεσης ανταπόκρισης στον χειρισμό του με πιθανότητα ανάπτυξης φυγόκεντρης δύναμης κατά τους κανόνες της φυσικής επιστήμης και τελικώς την εκτροπή της πορείας του οχήματος στο αντίθετο ρεύμα πορείας. Με βάση, λοιπόν, την ως άνω αλληλουχία συλλογισμών που εκκίνησε από την διαπίστωση της αμελούς συμπεριφοράς του οδηγού του αυτοκινήτου, το δικαστήριο θεμελίωσε την παρανομία δια της αποδείξεως της μη ύπαρξης επιμέλειας εκ μέρους του.

 

 

 

  1. ii. Θεμελίωση της αιτιότητας                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                     
...

Διαβάστηκε 122 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2020 18:58

Τελευταία άρθρα από τον/την ΟΝΟΥΦΡΙΑΔΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ

Πολυμέσα

Η συμβολή των διδαγμάτων της εμπειρίας στην θεμελίωση των όρων της αστικής ευθύνης

Θεμελίωση της αιτιότητας σε περίπτωση Μέθης Οδηγού

(με αφορμή την υπ’ αριθμ. 1790/2015 αποφ. ΜΠρΑθ[1])

 

Υπό Παναγή Α. Χριστοδούλου,

Δρ. Αστικού Δικονομικού Δικαίου Δ.Π.Θ. - Δικηγόρου

 

…..//….

 

  1. Εισαγωγή στον προβληματισμό

 

            Την σχολιαζόμενη απόφαση απασχόλησε το ζήτημα της διαπιστώσεως της συνδρομής των όρων της υπαιτιότητας (υποκειμενικές προϋποθέσεις του καταλογισμού), της παρανομίας (διαχείριση των πηγών κινδύνου) και της αιτιότητας (ζημιογόνος αιτία) για την θεμελίωση της αστικής ευθύνης σε μια περίπτωση τροχαίου αυτοκινητικού ατυχήματος. Καθόσον η διαπίστωση των ζημιογόνων αιτιών, δηλαδή του αιτιώδους συνδέσμου, είναι ιδιαίτερα δυσχερής στην περίπτωση της διαχείρισης των πηγών κινδύνου (κατάσταση μέθης του οδηγού του μοτοποδηλάτου και επικίνδυνη οδήγηση στο υπό κρίση συμβάν), απαραίτητη κρίνεται η κατανόηση της συμβολής των διδαγμάτων της εμπειρίας στην θεμελίωση των όρων της αιτιότητας, της παρανομίας και της υπαιτιότητας[2].    

 

  1. Ανάλυση των όρων θεμελιώσεως της αστικής ευθύνης

 

            Από την εξέταση των πραγματικών γεγονότων που έλαβαν χώρα στο υπό κρίση βιοτικό συμβάν αποδείχθηκε, ότι ο εναγόμενος και οδηγός ενός Ι.Χ. επιβατικού αυτοκινήτου οδηγώντας χωρίς σύνεση και μην έχοντας συνεχώς τεταμένη την προσοχή του, εξαιτίας δε της αυξημένης ταχύτητας που είχε αναπτύξει, δεν πρόλαβε να ακινητοποιήσει το όχημά του, το οποίο, όπως αποδείχθηκε από τα διδάγματα της κοινής πείρας, εξετράπη της πορείας του συνεπεία της φυγόκεντρης δύναμης που αναπτύχθηκε και συγκρούσθηκε, αφού εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας, με μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο Π1, ο οποίος, ελλείψει δυνατότητας πραγματοποιήσεως αποφευκτικού ελιγμού, κατέπεσε με σφοδρότητα στο έδαφος και τραυματίσθηκε θανάσιμα. Το δικαστήριο, ανάμεσα στα άλλα, έκρινε επίσης, ότι ενώ αποδείχθηκε πως ο Π1, οδηγός του μοτοποδηλάτου, 200 περίπου μέτρα πριν από το σημείο της σύγκρουσης επιχειρούσε «σούζες» με την μηχανή του και ενώ, ακόμη, αποδείχθηκε ότι ο ίδιος οδηγός είχε καταναλώσει και ποσότητα αλκοόλης πέραν του επιτρεπόμενου ορίου, οι δύο αυτοί όροι δεν συνδέονται αιτιωδώς με το ζημιογόνο γεγονός και κατ’ επέκταση με την θεμελίωση αστικής εκ μέρους του ευθύνης, όπως ισχυρίστηκε ο αντίδικος.

            Οι πηγές κινδύνου, όπως η επικίνδυνη οδήγηση και η κατανάλωση αλκοολούχου ποτού πέραν του επιτρεπόμενου ορίου, καθώς και οι υποκειμενικές προϋποθέσεις του καταλογισμού δημιουργούν συχνά δυσχέρειες περί της αποδείξεως των όρων θεμελιώσεως της ευθύνης[3]. Προς άρση των αποδεικτικών δυσχερειών, η εδώ σχολιαζόμενη απόφαση – και προς τούτο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον – αξιοποίησε την συμβολή της έμμεσης μεθόδου γνώσεως των πραγμάτων στην διαδικασία αξιολόγησης από τον δικαστή ορισμένων περιστατικών αντιληπτών με τις αισθήσεις, όπως της επιμελούς ή μη συμπεριφοράς των διαδίκων για την θεμελίωση της αστικής ευθύνης.

 

  1. i. Θεμελίωση της υπαιτιότητας και της παρανομίας: η διπλή λειτουργία της επιμέλειας

 

            Η αμέλεια, ως ψυχική διάθεση του υπεύθυνου προς αποζημίωση θεμελιώνεται κατεξοχήν με την έμμεση δια τεκμηρίων απόδειξη[4]. Τούτο σημαίνει ότι ο δικαστής θα διαμορφώσει άποψη περί της υπαιτιότητας του οδηγού (και στο υπό κρίση συμβάν) με αφετηρία την διατύπωση έμμεσου συλλογισμού για την θεμελίωση της αμέλειας (επέλευση ζημιογόνου γεγονότος), το οποίο με την βοήθεια των διδαγμάτων της κοινής πείρας και της επιστήμης θεμελιώνει την τελικώς αμελή συμπεριφορά[5].

            Συγκεκριμένα το δικαστήριο δέχθηκε, ότι ο οδηγός του μοτοποδηλάτου κατά τον χρόνο του ατυχήματος, αν και είχε καταναλώσει ποσότητα αλκοόλ πέραν του επιτρεπόμενου ορίου, ήταν νηφάλιος και οδηγούσε με τεταμένη την προσοχή του και η ικανότητά του προς οδήγηση δεν είχε επηρεαστεί καθόλου από την προηγούμενη κατανάλωση οινοπνεύματος εκ μέρους του. Η ανεύρεση, λοιπόν, στο αίμα του οδηγού του μοτοποδηλάτου παράνομα μεγάλης ποσότητας αλκοόλης αποδεικνύεται άμεσα, όπως και έγινε εν προκειμένω, με την μέθοδο της αιμοληψίας. Με αφετηρία αυτό το στοιχείο ο δικαστής, μέσω μιας αλληλουχίας συλλογισμών, καλείται να κρίνει περί της υπαιτιότητας (και πιο συγκεκριμένα της συντρέχουσας υπαιτιότητας) του οδηγού του μοτοποδηλάτου στην περίπτωση πρόκλησης ατυχήματος εις βάρος του αντιδίκου του.

Κατά τον ισχυρισμό του τελευταίου, ότι δηλαδή ο οδηγός του μοτοποδηλάτου Π1 δεν χειρίσθηκε με επιμέλεια την πηγή κινδύνου, διότι κατανάλωσε πέραν του επιτρεπόμενου ορίου αλκοόλη αδιαφορώντας για το δίδαγμα της κοινής πείρας, ότι δηλαδή η κατανάλωση οινοπνεύματος μειώνει την ικανότητα και την αντίληψη περί του επιμελούς χειρισμού ενός οχήματος κατά την οδήγηση, ο οδηγός του μοτοποδηλάτου θα μπορούσε ανταποδεικτικά να ισχυρισθεί, ότι το ως άνω δίδαγμα αποδίδει το συνήθως συμβαίνον και ότι αυτός, αντίθετα, εμπίπτει στο πεδίο των εξαιρέσεων του διδάγματος, δοθέντος ότι η κατανάλωση της συγκεκριμένης, πέραν του επιτρεπόμενου ορίου, ποσότητας αλκοόλης δεν επιδρά κατ’ ελάχιστο στον οργανισμό του και κατ’ επέκταση στην επιμελή οδηγική συμπεριφορά του[6]. Την εξαίρεση αυτή από το δίδαγμα της κοινής πείρας δέχθηκε και το δικαστήριο, καθόσον έκρινε ότι: «η ικανότητά του να αντιλαμβάνεται και να ενεργεί τους αναγκαίους χειρισμούς κατά την οδήγηση (ενν. ο οδηγός του μοτοποδηλάτου), δεν είχε επηρεαστεί από την προηγούμενη κατανάλωση οινοπνεύματος εκ μέρους του […] το ένδικο ατύχημα θα είχε οπωσδήποτε επέλθει και αν ο οδηγός της μοτοσυκλέτας δεν είχε καταναλώσει καθόλου αλκοόλ».                      

Κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, ο συγκεκριμένος χειρισμός των πηγών κινδύνου (κατανάλωση παράνομα μεγάλης ποσότητας αλκοόλης και επικίνδυνη οδήγηση της μοτοσυκλέτας) δεν οδήγησε, κατά την κρίση του δικαστηρίου, και στην θεμελίωση πταίσματος εκ μέρους του Π1. Αντιθέτως, το δικαστήριο εκτίμησε διαφορετικά περί την θεμελίωση πταίσματος εκ μέρους του οδηγού του αυτοκινήτου που παρέσυρε τον μοτοποδηλάτη Π1, θεμελιώνοντάς το με την διπλή λειτουργία της επιμέλειας. Ειδικότερα, η αμέλεια, εκτός από ψυχική στάση προς ορισμένο γεγονός, δημιουργεί θεμέλιο αποδοχής και της παρανομίας[7], διότι υποδηλώνει συμπεριφορά αντίθετη με τους κανόνες επιμελούς διαχείρισης μιας (ή και περισσότερων) πηγών κινδύνου[8]. Με άλλα λόγια, η πιστοποίηση της μη επιμελούς και συγχρόνως αντίθετης προς τις απαιτήσεις καλόπιστης συμπεριφοράς και διαχείρισης των πηγών κινδύνου στις συναλλαγές θεμελιώνει την υπαίτια συμπεριφορά εκπληρώνοντας με τον τρόπο αυτό διπλή λειτουργία[9]. Έτσι, στην υπό εξέταση περίπτωση το δικαστήριο έκρινε ως αποκλειστική αιτία του ενδίκου ατυχήματος την μη επιμελή διαχείριση της πηγής κινδύνου εκ μέρους του οδηγού του αυτοκινήτου, ο οποίος, αδιαφόρησε για το δίδαγμα της κοινής πείρας, σύμφωνα με το οποίο η είσοδος με όχημα που έχει αναπτύξει παράνομα μεγάλη ταχύτητα σε κλειστή στροφή μειώνει την ικανότητα επιμελούς οδηγήσεώς του και άμεσης ανταπόκρισης στον χειρισμό του με πιθανότητα ανάπτυξης φυγόκεντρης δύναμης κατά τους κανόνες της φυσικής επιστήμης και τελικώς την εκτροπή της πορείας του οχήματος στο αντίθετο ρεύμα πορείας. Με βάση, λοιπόν, την ως άνω αλληλουχία συλλογισμών που εκκίνησε από την διαπίστωση της αμελούς συμπεριφοράς του οδηγού του αυτοκινήτου, το δικαστήριο θεμελίωσε την παρανομία δια της αποδείξεως της μη ύπαρξης επιμέλειας εκ μέρους του.

 

 

 

  1. ii. Θεμελίωση της αιτιότητας                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                     
...

Συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια

ΕΛΕΝΗ ΜΕ ΠΛΑΓΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ newsletters prev1

legal bank

Newsletter

ΚΑΛΑΘΙ ΑΓΟΡΩΝ

Το καλάθι σας είναι άδειο.