210 9824002 | 6977 000 500 | Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.   |

Αρθρα - Απόψεις

Αμφισβήτηση οφειλών προς το Δήμο Πατρέων
από κλήσεις για παράνομη στάθμευση

Γενικές Προτάσεις 
της Ανεξάρτητης Αρχής Συνήγορος του Πολίτη 
Σελ. 322

Αμφισβήτηση οφειλών προς το Δήμο Πατρέων
από κλήσεις για παράνομη στάθμευση

Γενικές Προτάσεις 
της Ανεξάρτητης Αρχής Συνήγορος του Πολίτη 
Σελ. 322

Άρθρα & Απόψεις

Η εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη της οδήγησης
υπό την επίδραση οινοπνεύματος.
Δογματικά και δικαιοπολιτικά προβλήματα αιτιώδους συνδέσμου

Γεώργιος Δ.Τριανταφυλλάκης
Καθηγητής Νομικής Σχολής Δ.Π.Θ 


Άρθρα& Απόψεις

Η εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη της οδήγησης
υπό την επίδραση οινοπνεύματος.
Δογματικά και δικαιοπολιτικά προβλήματα αιτιώδους συνδέσμου

Γεώργιος Δ.Τριανταφυλλάκης
Αναπληρωτής Καθηγητής Νομικής Σχολής Δ.Π.Θ 


Α. Το δικαιοπολιτικό πλαίσιο

Αλλάζει άρδην το ισχύον καθεστώς όσον αφορά την πρόκληση τροχαίου ατυχήματος υπό την επήρεια αλκοόλ. Οδηγοί που έχουν καταναλώσει ακόμη και σχετικώς μικρή ποσότητα οινοπνεύματος με αποτέλεσμα να μην επηρεάζεται η οδηγητική τους ικανότητα, κινδυνεύουν να στερηθούν του δικαιώματος της ασφαλιστικής καλύψεως, ανεξάρτητα μάλιστα από το εάν η κατανάλωση του οινοπνεύματος συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος. Τούτο προβλέπεται σε Σχ.Νόμου τροποποίησης του Ν. 489/76 για τις αποζημιώσεις από τροχαία ατυχήματα (άρθρο 6 παρ. 1γ, σύμφωνα με το οποίο:
«Εξαιρούνται από την ασφαλιστική κάλυψη ζημίες που προκαλούνται:
γ)Από οδηγό που κατά το ατύχημα βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, ως αυτές ορίζονται στον ΚΟΚ και ανεξαρτήτως εάν η παράβαση αυτή συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος» ).
Η διάταξη αυτή θα μπορούσε από μια πρώτη οπτική να θεωρηθεί ότι προσφέρει κοινωνική υπηρεσία στον αγώνα κατά της οδήγησης σε κατάσταση μέθης, ενός φαινομένου που αποτελεί χωρίς αμφιβολία κοινωνική μάστιγα και πρέπει να αντιμετωπισθεί δραστικά, μια και σχεδόν το 28 % των θανατηφόρων τροχαίων ατυχημάτων στη χώρα μας οφείλονται σ αυτό (βλ. Καθημερινή της 31/3/2006). Από το σημείο όμως αυτό, μέχρι τη νομοθέτηση μιας τέτοιας διάταξης, η απόσταση είναι τεράστια. Η προσεκτική εξέτασή της καταδεικνύει ανεξάρτητα μάλιστα από τον τρόπο νομοθετικής «παραγωγής» της και τα πραγματικά κίνητρα υιοθέτησής της ότι είναι όχι μόνον απρόσφορη να συμβάλλει στην επιδίωξη του στόχου αυτού, αλλά ότι είναι και ασύμβατη με το νομικό μας σύστημα, ειδικά κατά τη διατύπωσή της εκείνη, που φαίνεται να επιτρέπει τη συναγωγή αμάχητου τεκμηρίου αιτιώδους συνάφειας, μεταξύ της κατανάλωσης οινοπνεύματος και της προκληθείσας ζημίας, αποκλείοντας έτσι εκ των προτέρων κάθε δυνατότητα απόδειξης του αντιθέτου.
Το βέβαιο είναι ότι το επιλεγόμενο μέσο νομοθετικής πολιτικής, μακράν του να προσφέρει οποιαδήποτε συνδρομή στην αντιμετώπιση του κοινωνικού αυτού φαινομένου, επιτρέπει στις ασφαλιστικές εταιρίες να επικαλεστούν παράβαση του ασφαλιστικού βάρους εκ μέρους σημαντικού μέρους των πελατών τους και έτσι να μετακυλίσουν σ αυτούς τη ζημία οπό την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως, δηλ. την πρόκληση ατυχήματος, πλουτίζοντας έτσι αναίτια σε βάρος των ασφαλισμένων (ΕφΚρ.267/99 ΑρχΝ. 99, 212).
Η πολιτεία & αντί να ρίξει το βάρος στη λήψη μιας σειράς μέτρων, από τη διαπαιδαγώγηση μέχρι την επιβολή ακόμη πιο αυστηρών ποινικών και διοικητικών κυρώσεων, εντατικοποιώντας παράλληλα το διευρυμένο έλεγχο, έτσι ώστε όλοι οι οδηγοί να περάσουν εντός π.χ. μιας 3ετίας από αλκοτέστ, διαμορφώνοντας έτσι συνείδηση της κοινωνικής απαξίας και του εγκληματικώς ανεύθυνου χαρακτήρα της πράξης - επιλέγει να επέμβει λαμβάνοντας μέτρα σε ένα χώρο ιδιωτικού δικαίου, που αφορά στην αστική αποκατάσταση ζημιών. Είναι όμως προφανές ότι ο χώρος αυτός ήκιστα προσφέρεται για τη λήψη μέτρων γενικής πρόληψης. Άλλοι είναι οι προνομιακοί χώροι που προσφέρονται θεσμικά για την πρόληψη και καταστολή του φαινομένου. Άλλωστε, ποιος μπορεί σοβαρά να ισχυριστεί, ότι ο ασυνείδητος οδηγός που δεν αποτρέπεται από τον κίνδυνο σοβαρού ατυχήματος και τις επαπειλούμενες ποινικές και διοικητικές κυρώσεις, θα συμμορφωθεί σταθμίζοντας τον κίνδυνο να εξαιρεθεί από την ασφαλιστική κάλυψη;
Ενόψει των ανωτέρω διερωτάται κανείς, ποιος ο λόγος της σπουδής για κανονιστική ρύθμιση ενός ασφαλιστικού βάρους που ούτως ή άλλως αποτελεί από χρόνια γενικό όρο ασφάλισης (γοασφ);



Β. Ο ρόλος των γοασφ

Είναι σαφές ότι οι γοασφ & παρά το συνήθως προβαλλόμενο ιδεολογικό περικάλυμμά τους ως δικαιοπρακτικών εργαλείων τυποποίησης και επομένως εξορθολογισμού των συναλλακτικών σχέσεων & λειτουργούν στην πραγματικότητα, ως μέσα υπαγόρευσης στους ασφαλισμένους των όρων της σύμβασης (lex contractus) που επιθυμεί η ασφαλιστική εταιρία, παραμερίζοντας έτσι συχνά τις ενδοτικού δικαίου ρυθμίσεις του ΑΚ, του οποίου η σημασία μειώνεται, υπέρ ενός (αναδειχθέντος) αυτόνομου κλάδου δικαίου. 
Ο κλάδος αυτός, που τείνει να εξυπηρετεί τα συμφέροντα των εταιριών, άρχισε να σχηματίζεται στο πρώτο στάδιο της δημιουργίας του ως ένα συμπίλημα της προσπάθειας αυτορρύθμισης του ασφαλιστικού κλάδου. Το ότι στα πλαίσια της αυτορρύθμισης αυτής εναρμονίστηκε η ανταγωνιστική συμπεριφορά των ασφαλιστικών εταιριών σε μια κρίσιμη παράμετρό της, της επιδίωξης δηλ. προσέλκυσης πελατών με την προσφορά ελκυστικότερων συναλλακτικών όρων, φαίνεται ότι διέφυγε της προσοχής των ιθυνόντων. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι περισσότεροι κρίσιμοι όροι συναλλαγών είναι απολύτως εναρμονισμένοι έως ταυτόσημοι ακόμη και στη γενική διατύπωσή τους, έτσι ώστε να διαμορφωθεί ένας αυτόνομος κλάδος δικαίου που συμπυκνώνει και την εμπειρία (νομολογιακή κλπ) από την εφαρμογή των συναλλακτικών όρων, και επιχειρεί την περαιτέρω τυποποίηση και παγίωσή τους. Το τελευταίο επιτυγχάνεται και με την κανονιστική de lege lata κατοχύρωσή τους έτσι ώστε να καταστούν απρόσβλητοι, αρχικά από την επίκληση των γενικών ρητρών 200, 288, 281 ΑΚ, στη συνέχεια από το νόμο για την προστασία του καταναλωτή (Ν. 2251/94). 
Οι ασφαλιστικές εταιρίες δεν αρκέστηκαν στην θεσμική τους υπεροπλία με τη θέση γενικών όρων συναλλαγών των συμβαλλόμενων μαζί τους, αλλά προχώρησαν στην περαιτέρω θωράκισή των συμφερόντων τους, ωθώντας την Πολιτεία να περιβάλλει το lex contractus τους με κανονιστική ισχύ. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο όμως σ έναν κατ εξοχήν χώρο του ιδιωτικού δικαίου εισέβαλλε άκρατος «κρατικισμός» προστασίας του ενός μέρους (κατά σύμπτωση του ισχυρότερου), σε βάρος όχι μόνο του αδύνατου μέρους, αλλά και της ίδιας της βασικής αρχής του δικαίου των συμβάσεών μας, που είναι η αρχή της αυτονομίας και της ελεύθερης διαπραγμάτευσης. Η αρχή αυτή ετέθη πλήρως εκποδών, τόσο λόγω της «καρτελλικού» χαρακτήρα ομοιομορφίας των ασφαλιστικών όρων, όσο και λόγω της κανονιστικής εν τέλει επιβολής τους.
Έτσι λοιπόν συναντά κανείς ευρύτατα όρους σε ασφαλιστικές συμβάσεις με τους οποίους εξαιρούνται π.χ. από την ασφαλιστική κάλυψη ζημίες που προξενούνται καθ&ον χρόνο ο οδηγός του αυτοκινήτου ετέλει υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή χρησιμοποιούσε το αυτοκίνητο για άλλο σκοπό από αυτόν που καθορίζετο στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Όροι τέτοιας μορφής υφίστανται στα ασφαλιστήρια ήδη προ πολλού, η δε νομολογία, παρά την ενίοτε κυμαινόμενη στάση της, δεν έχει κατορθώσει να υπερβεί την τυπολογική προδιάθεσή της, να θεωρεί ότι όλοι οι περιεχόμενοι στο ασφαλιστήριο γενικοί και ειδικοί όροι δεσμεύουν τους ασφαλισμένους, ως έχοντες συμβατικό υπόβαθρο , και όταν ακόμη δεν τους επισημάνθηκαν (τα περίφημα μικρά γράμματα στην οπίσθια σελίδα της σύμβασης) ή ακόμη και αν δεν υπέγραψαν το ασφαλιστήριο. Αρκεί ότι προκύπτει ότι «τους αποδέχθηκαν», πράγμα που «τεκμηριώνεται», κατά τη νομολογιακή αυτή άποψη από το γεγονός της παραλαβής του ασφαλιστηρίου και της επίκλησής του γενικώς, οπότε θεωρείται ότι αποδέχθηκαν σιωπηρώς όλους τους όρους, και αυτούς ακόμη της εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη (βλ. ΑΠ 826/2005 ΧρΙΔ 2005, 1001 επ.).
Εν όψει όμως των ανωτέρω τίθεται σοβαρό ζήτημα τόσο νόμιμης ένταξης των ρητρών εξαίρεσης στην ασφαλιστική σύμβαση (άρθρο 2 §1 και 5 Ν. 2251/1994), κυρίως για τους ασφαλισμένους εκείνους που δεν είναι επαγγελματίες, όσο και καταχρηστικότητας, ενόψει της ανατροπής της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ των συμβαλλομένων σε βάρος του ασφαλισμένου - καταναλωτή (παρ. 6 και 7 άρθρου 2 Ν. 215/94). Η δικαιοπολιτική αυτή παράμετρος δεν φαίνεται να έχει απασχολήσει το ανώτατο δικαστήριό μας, σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα (βλ. όμως ήδη την ΑΠ 11/2006 που περιορίζει την ευχέρεια των ασφαλιστικών εταιριών να επιβάλλουν καταχρηστικούς όρους στα ασφαλιστήρια συμβόλαια, απλώνοντας έτσι δίχτυ προστασίας στους ασφαλισμένους που πληρώνουν σημαντικά ποσά για την κάλυψη κινδύνων. Η συγκεκριμένη απόφαση αφορούσε ασφάλιση κινδύνου πυρκαγιάς, Καθημερινή της 17.8.2006).
Επισημαίνεται ότι ο Ν. 2251/1994, τόσο ως ειδικός νόμος που αφορά τον καταναλωτή , όσο και ως μεταφορά της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ επικρατεί κάθε αντίθετης εθνικής διάταξης (εν προκειμένω είτε του Ν. 489/76, είτε του ΑσφΝ 2496/77). 
Πιο συγκεκριμένα κατά το άρθρο 3 παρ. 1 της ανωτέρω Οδηγίας θεωρείται καταχρηστικός όρος σύμβασης που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης , όταν παρά την απαίτηση της καλής πίστης, δημιουργεί εις βάρος των καταναλωτών σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, κατά δε την §2 του ίδιου άρθρου θεωρείται πάντοτε ότι μία ρήτρα δεν αποτελεί αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, όταν έχει συνταχθεί εκ των προτέρων και ο καταναλωτής εκ των πραγμάτων δεν μπορούσε να επηρεάσει το περιεχόμενό της (τούτο συμβαίνει ιδίως στα πλαίσια μιας συμβάσεως προσχώρησης, όπως είναι η σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης. Το να γίνεται λόγος περί δυνατότητας διαπραγμάτευσης σε τέτοιες περιπτώσεις είναι κωμικό, μια και ο ασφαλισμένος ούτε το περιεχόμενο τεχνικών όρων κατανοεί, που μπορεί να κρύβουν παγίδες ούτε από την άλλη πλευρά έχει καμιά δυνατότητα να επέμβει στο περιεχόμενό τους, μια και επικρατεί η αρχή take it or leave it. Το όλο περιβάλλον συσκότισης επιτείνεται μάλιστα από την παρέμβαση ασφαλιστικών πρακτόρων κλπ, οι οποίοι προκειμένου να πετύχουν τη σύναψη μεγάλου αριθμού συμβολαίων, εξωραϊζουν την κατάσταση, αποσιωπώντας κρίσιμους όρους με επικίνδυνα για τα δικαιώματα των πελατών τους χαρακτήρα, προκειμένου έτσι να κάμψουν ενδεχομένως τις αναστολές των τελευταίων. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να παρακολουθήσει κανείς την νομολογιακή στάση, αν εγένετο τεκμηριωμένη επίκλησή των ανωτέρω διατάξεων.
Σε κάθε όμως περίπτωση επισημαίνεται ότι πρέπει να μπει φραγμός στην τάση των ασφαλιστικών εταιριών να «βαπτίζουν» παραβάσεις του ΚΟΚ, που έχουν καθαρό ποινικό ή διοικητικό χαρακτήρα, σε όρους εξαίρεσης και απαλλαγής από την ασφαλιστική κάλυψη. Με την τακτική αυτή, όχι μόνο η οδήγηση υπό την επίδραση αλκοόλ, αλλά και η χρήση κινητού (που κατά τα τελευταία στοιχεία ευθύνεται κατά 50% στην πρόκληση ατυχημάτων, βλ. Καθημερινή της 17.8.2006), η υπέρβαση ταχύτητας, δεύτερη βασική αιτία πρόκλησης θανατηφόρων ατυχημάτων, η παραβίαση του ερυθρού σηματοδότη, ή του STOP, θα μπορούσαν να αποτελέσουν λόγο εξαίρεσης. Λίγο πολύ ό,τι είναι παράνομο κατά τον ΚΟΚ, θα μπορούσε να αποτελεί λόγο απαλλαγής. 
Έτσι όμως τι θα απέμενε τελικώς από την ασφαλιστική κάλυψη; Δεν θα ματαιούτο ο σκοπός της ασφάλισης;


Γ. Ο εξοβελισμός του αιτιώδους συνδέσμου

Ως γνωστόν προϋπόθεση (τρίτη κατά σειρά) για τη γένεση αστικής ευθύνης στο σύστημα δικαίου μας είναι η αιτιώδης συνάφεια (ή σύνδεσμος) μεταξύ του νόμιμου λόγου ευθύνης (εν προκειμένω παραβίασης ΚΟΚ κλπ) και της επελθούσης ζημίας. Η αιτιώδης συνάφεια έχει την έννοια της σχέσης αιτίου και αιτιατού μεταξύ του νόμιμου λόγου ευθύνης και του αποτελέσματος (ζημίας). Η αναγκαιότητα ύπαρξης αυτής της προϋπόθεσης είναι αυτονόητη, αποτελεί Δε ένα από τα θεμέλια του αστικού μας δικαίου.
Η σχεδιαζόμενη εισαγωγή της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1γ, με την οποία αποσυνδέεται το ζήτημα της υπαιτιότητας από τον καταλογισμό της ζημίας, και δεν εξετάζεται («ανεξαρτήτως») η συνδρομή ή μη της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του ασφαλισμένου και της επέλευσης της ζημίας, είναι σαφές ότι ανατρέπει όλη τη λογική της αστικής ευθύνης και καταφέρει καίριο πλήγμα στη δομή του αστικού δόγματός μας.
Και τούτο διότι, η συναγωγή ενός τεκμηρίου στο δίκαιό μας είναι ζήτημα οντολογικής φύσης. Η υπαγωγή ενός οντολογικού γεγονότος (οδήγηση σε κατάσταση μέθης) σε μια αξιολογική έννοια, δηλ. το αν και κατά πόσο το γεγονός αυτό συνετέλεσε στο ατύχημα, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συναγωγής τεκμηρίου, αλλά μόνο υπαγωγικής συλλογιστικής, δηλ. αξιολόγησης πραγματικών γεγονότων σε σχέση με την προσφορότητά τους να συμβάλλουν αιτιωδώς στο ζημιογόνο αποτέλεσμα. 
Αντίθετα λοιπόν προς την επιδίωξή του νομοσχεδίου, το δόγμα του δικαίου μας δεν επιτρέπει τη συναγωγή τέτοιων αμάχητων τεκμηρίων. 


Η νομολογία κράτησε στο συγκεκριμένο ζήτημα επαμφοτερίζουσα στάση. Ενώ μέχρι το 2000 περίπου φαίνεται να απέδιδε σημασία στο ποσοστό του ανιχνευόμενου αλκοόλ στο αίμα του οδηγού, και αναζητούσε τη συνδρομή αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της επίδρασης της αλκόολης, έκτοτε φαίνεται να έχει αποκρυσταλλώσει τη θέση ότι για τον αποκλεισμό της ευθύνης του ασφαλιστή δεν απαιτείται η συνδρομή αιτιώδους συνάφειας με το αποτέλεσμα (ακόμη και αν το ευρεθέν ποσοστό είναι λίγο πάνω από το όριο που ορίζει ο ΚΟΚ, βλ. άρθρο 42).
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ΑΠ (1234/2005, ΝοΒ 2006, σ. 211 επ., προς την κατεύθυνση αυτή, και 354/2005) αποφάνθηκε ότι «η ανίχνευση στον οργανισμό του οδηγού οινοπνεύματος σε ποσοστό που υπερβαίνει τα 0,5ν γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν 0,59) αποτελεί …….πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη, ότι ο οδηγός αυτός βρίσκεται σε κατάσταση μέθης και είναι απολύτως ανίκανος προς οδήγηση» και επομένως η κατάστασή του αυτή τελούσε σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα (βλ. όμως εξέταση του αιτιώδους συνδέσμου και άρνηση της στοιχειοθέτησης του στις αποφάσεις ανωτέρων δικαστηρίων ουσίας. Ενδεικτικά ΕφΘεσ 824/2006). Σημειώνεται ότι στη Γερμανία (βλ. κατωτέρω) το όριο είναι 1,1 ο/οο. 
Η αυστηροποίηση αυτή είναι αποτέλεσμα αφενός μεν του διάχυτου φόβου ότι η εξέταση της συνδρομής αιτιώδους συνδέσμου θα οδηγούσε σε ατέρμονες δικαστικούς αγώνες και ανασφάλεια δικαίου, αφετέρου δε της πεποίθησης ότι η οδήγηση υπό την επίδραση οινοπνεύματος περικλείει από τη φύση του τον κίνδυνο πρόκλησης ατυχήματος.
Στη διαμόρφωση της νομολογιακής αυτής γραμμής συνέτεινε και η ισχυρή νομική επιχειρηματολογία επιφανούς εκπροσώπου της τρίτης εξουσίας, ο οποίος ερμηνεύοντας τις περιπτώσεις ασφαλιστικών βαρών που περιλαμβάνονται στις ασφαλιστικές συμβάσεις δυνάμει του άρθρου 25 Υπ.Αποφ Κ4, καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι μόνο σε μία περίπτωση (αυτής της περίπτωσης 11 του άρθρου 25 της ΥΑ Κ4, της μεταφοράς δηλ. φορτίων ή επιβατών πέρα από το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο), εξάρτησε ο νομοθέτης ρητά τον αποκλεισμό ευθύνης του ασφαλιστή από τη συνδρομή ή μη της αιτιώδους συνάφειας. Το γεγονός δε ότι, σε όλες τις άλλες περιπτώσεις ασφαλιστικών βαρών (συμπεριλαμβανομένου και αυτής της μέθης), δεν περιέχει ο νόμος αναφορά στην αιτιώδη συνάφεια, αποτελεί στοιχείο για την αναγωγή επιχειρήματος a contrario, ότι σ αυτές τις περιπτώσεις δεν πρέπει να ερευνάται ο αιτιώδης σύνδεσμος, γιατί ενέχουν τον τυπικό κίνδυνο προκλήσεως ατυχήματος σε τρίτο πρόσωπο (Κρητικός, Αποζημίωση από Τροχαία Αυτοκινητικά Ατυχήματα, 1998, σ. 1835, βλ. ακόμη αναλυτικά με κριτική της θέσης αυτής Μ.Καράση, ΧρΙΔ 2004, σ. 851 επ.).
Η άποψη αυτή έχει ως αφετηρία ένα καθαρώς γραμματικής ερμηνείας επιχείρημα και επιπλέον ένα επιχείρημα λογικής τάξης, ειδικά για την περίπτωση της μέθης, ότι η εμπλοκή σε τροχαίο ατύχημα υπό την επήρεια οινοπνεύματος δημιουργεί την κατ αρχήν εντύπωση της λίγο ως πολύ υπαιτιότητας. Όμως τόσο το εμπειρικό αυτό επιχείρημα, όσο και το άλλο καθαρώς γραμματικής ερμηνείας (επιχείρημα εξ αντιδιαστολής προς την περίπ11 άρθρου 25 της ΥΑ Κ4), δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να οδηγήσουν στην κατάλυση ενός εκ των πυλώνων της αστικής ευθύνης στο δίκαιό μας. 
Εξάλλου δεν είναι καθόλου δύσκολο να σκεφθεί κανείς περιπτώσεις στις οποίες για το ατύχημα δεν είναι υπεύθυνη η κατανάλωση αλκοόλ, αλλά άλλοι παράγοντες, κατά κύριο δε λόγο είτε η αμελής οδήγηση (εν μέρει ή πλήρως) του(ων) άλλου(ων) εμπλεκόμενων οδηγών, ή εξωγενείς προς τους οδηγούς παράγοντες (π.χ. κατάσταση οδοστρώματος, μηχανικής βλάβης). Σ αυτές τις περιπτώσεις, που δεν είναι δυνητικά λίγες ούτε οριακές (αρκεί να σκεφθεί κανείς την πληθώρα ατυχημάτων που οφείλονται στην υπερβολική ταχύτητα, ή της λόγω χρήσης κινητού τηλεφώνου εκ μέρους του «νηφάλιου» οδηγού, ή που συμβαίνουν σε διασταυρώσεις, με παραβίαση του ερυθρού σηματοδότη κλπ) αποτελεί αφόρητη διακριτική μεταχείριση για τον οδηγό που επέδειξε επιμελέστερη (ή την ίδια) συμπεριφορά σε σχέση με τους άλλους εμπλεκόμενους στο ατύχημα να αντιμετωπίζει την αναγωγική αξίωση του ασφαλιστή του, επειδή διαπιστώθηκε π.χ. ότι είχε υπερβεί το όριο του 0,50 ο/οο, παρότι μάλιστα η υπ αυτού χρήση οινοπνεύματος δεν αποδείχτηκε ότι επέδρασε στην οδηγητική του ικανότητα και άρα ούτε στην πρόκληση του ατυχήματος. 
Η μετακύλιση της ζημίας σ αυτήν είναι όχι μόνο δογματικά & λόγω του εξοβελισμού της αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα στην παράβαση του ασφαλιστηρίου βάρους της μη χρήσης οινοπνεύματος και της ζημίας & αλλά και δικαιοπολιτικά απαράδεκτη.
Η εμμονή στην ισχύ του απαλλακτικού αυτού όρου στις ασφαλιστικές συμβάσεις, τον καθιστά χωρίς άλλο καταχρηστικό κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 6 Ν. 2251/94 και επομένως ανίσχυρο , δεδομένου ότι επιρρίπτει τη ζημία αδικαιολόγητα στον καταναλωτή-ασφαλισμένο, διαταράσσοντας έτσι υπερμέτρως την επιβαλλόμενη από το νόμο ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ των συμβαλλομένων. 
Αντίθετα, θα υφίσταται αποχρών λόγος εξαίρεσης μόνο αν η επίδραση του οινοπνεύματος στον οργανισμό του οδηγού, ήταν τέτοια, που να επηρέασε πράγματι την οδηγητική του ικανότητα. Για το πότε συμβαίνει αυτό, έχουν αναπτυχθεί τυπολογικά κριτήρια σε άλλες έννομες τάξεις (βλ. κατωτέρω) που συνδράμουν αποτελεσματικά και με σχετική ευχέρεια στην κρίση αυτή. Σε κάθε όμως περίπτωση δεν αποτελεί η δυσχέρεια απόδειξης δικαιοπολιτικά παραδεκτή δικαιολογία, προκειμένου να απεμποληθεί η αρχή της αιτιώδους συνάφειας και να επιβληθούν οι ενίοτε εξαντλητικές οικονομικές συνέπειες σε βάρος του οδηγού, που προέβη σε ήπια χρήση οινοπνευματωδών ποτών χωρίς όμως να απολέσει την οδηγητική του ικανότητα, και ενεπλάκη στη συνέχεια σε ατύχημα οφειλόμενο σε άλλους παράγοντες (και όχι αναγκαία στη χρήση οινοπνεύματος).
Από τα ανωτέρω συνάγεται το συμπέρασμα ότι ο παραμερισμός ουσιωδών δικαιωμάτων του καταναλωτή-ασφαλισμένου που είναι συνυφασμένα με τη φύση της συγκεκριμένης σύμβασης, θέτει σε κίνδυνο την πραγμάτωση του σκοπού της ίδιας της ασφαλιστικής σύμβασης, της οποίας ο σκοπός τελικά ματαιούται, όταν εισάγονται ρυθμίσεις που διευρύνουν την ευθύνη του καταναλωτή-ασφαλισμένου κατά τρόπο που αποκλίνει από τους κανόνες του ενδοτικού δικαίου (άρθρο 2§6 Ν. 2251/94).
Η προφανής επομένως καταχρηστικότητα ενός τέτοιου όρου στην ασφάλιση, είναι βέβαιο ότι δεν θα αφήνει αλώβητη και την νομοθετική διάταξη που επιχειρεί να επικυρώσει κανονιστικά την συναγωγή αμάχητου τεκμηρίου αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της χρήσης οινοπνεύματος και της ζημίας, αποκλείοντας έτσι κάθε δυνατότητα απόδειξης του αντιθέτου.
Πιο συγκεκριμένα, η διάταξη αυτή θα αντιβαίνει όχι μόνο προς τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 §1 Σ), αλλά και προς τις αρχές και τις διατάξεις της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ (βλ. ανωτέρω) που αποτελεί κοινοτικό κανόνα υπερισχύοντα οποιασδήποτε εθνικής διάταξης. Εξάλλου είναι χαρακτηριστικό ότι η χρήση ενός τέτοιου είδους αμάχητου ή μη τεκμηρίου δεν προβλέπεται ούτε στις Οδηγίες 72/166/ΕΟΚ, 72/430/ΕΟΚ και 84/15/ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σε σχέση με την ασφάλιση αστικής ευθύνης, που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων. Ειδικώς μάλιστα στην τελευταία Οδηγία (84/115/ΕΟΚ), δεν αναφέρεται καν η χρήση οινοπνεύματος ως όρος αποκλεισμού ασφάλισης για τις μεταξύ των μερών σχέσεις (περιεχόμενος, είτε σε σύμβαση είτε σε διάταξη νόμου).


Δ. Η εμπειρία από μια συγγενή έννομη τάξη

Η γνωστή για την εμβρίθεια και δογματική της αρτιότητα γερμανική έννομη τάξη, η οποία αποτέλεσε τη «μήτρα» του αστικού μας δικαίου, μπορεί να προσφέρει πολύτιμη βοήθεια, από την άποψη συγκριτικών παρατηρήσεων, σε σχέση με την ακολουθητέα de lege ferenda νομοθετική πολιτική, αλλά και την εφαρμοστέα de lege lata ερμηνεία των υφιστάμενων ρυθμίσεων.
Κατ’ αρχήν αποτελεί βασικό αξίωμα του ασφαλιστικού δικαίου της χώρας αυτής, ότι η παράβαση εκ μέρους του ασφαλισμένου ενός ασφαλιστικού «βάρους» - που έχει τεθεί από την ασφαλιστική προς το σκοπό της μείωσης του ασφαλιστικού κινδύνου ή της προφύλαξης από την αύξησή του – δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο επικλήσεως από τον ασφαλιστή προκειμένου αυτός να απαλλαγεί, αν η παράβαση αυτή δεν άσκησε επιρροή στην επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως ή στην έκταση της οφειλόμενης απ’ αυτόν παροχής (βλ. §6 του VVG ekd. 2.12.2004 «Ist eine Obliegenheit verletzt, die von dem Versicherungsnehmer zum Zwec der Verminderung der Gefahr oder der Verhuetung einer Gefahrerhoehung dem Versicherer gegenueber zu erfuellen ist, so kann sich der Versicherer auf die vereinbarte Leistungsfreiheit nicht berufen, wenn die Verletzung keinen Einfluss auf den Eintritt des Versicherungsfalls oder den Umfang der ihm obliegenden Leistung gehabt hat»).
Η ανωτέρω θεμελιώδης αρχή βρίσκει πεδίο εφαρμογής κυρίως στις περιπτώσεις οδήγησης σε κατάσταση μέθης, συμπεριφορά που μπορεί να χαρακτηρισθεί ως βαριά αμελής (ρήτρα μέθης - (Trunkenheitsklausel) και να οδηγήσει σε απαλλαγή του ασφαλιστή (§12 AKB, ΓΟΣ δηλ. για την ασφάλιση αυτοκινήτων).
Αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ρήτρας μέθης, είναι η απόδειξη της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της επίδρασης του οινοπνεύματος και της ασφαλούς οδήγησης. Τούτο μάλιστα προβλέπεται ρητά, « συνεπεία κατανάλωσης αλκοολούχων ποτών ή άλλων ναρκωτικών μέσων δεν είναι σε θέση να οδηγήσει με ασφάλεια το αυτοκίνητο» («infolge Genusses alkoholischer Getraenke oder anderer berauscheuder Mittel nicht in der Lage ist, das Fahrzeug sicher zu fahren», §5Abs1 Nr 5 KfzPflW).
Ο οδηγός θεωρείται ότι δεν είναι σε θέση να οδηγήσει με ασφάλεια όταν παρατηρείται έκπτωση της ψυχικής και σωματικής ικανότητας σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην μπορεί να αντιδράσει με ασφάλεια σε περίπτωση αιφνίδιας εμφάνισης δυσχερών καταστάσεων (bei ploetzlichen Auftreten schwieriger Verkehrslagen, βλ. StGB §316 και τις νομολογιακές παραπομπές στην Jagusch/Hentschel, Strassenverkehrsrecht).
Το κρίσιμο ερώτημα για το πώς διαπιστώνεται η επίδραση του οινοπνεύματος στην επικίνδυνη οδήγηση η γερμανική νομολογία έχει επεξεργαστεί κριτήρια (ιδίως κατά την εφαρμογή της ποινικής διατάξεως §316 StGB) τα οποία εφαρμόζονται στο ασφαλιστικό δίκαιο της χώρας αυτής με μεγάλη επιτυχία.
Έτσι λοιπόν διακρίνεται (βλ. σχετικά τις εξαιρετικά σημαντικές αποφάσεις BGH της 28.6.1990, NJW 1990, σ. 2393 επ., της 9.10.1991 VersR 1991, σ. 1367 επ. και της 7.4.1994, 4 Str 130/94) :
1. Η σχετική ανικανότητα προς οδήγηση , η οποία υφίσταται όταν το ποσοστό του οινοπνεύματος είναι κάτω από 1,1%ο. Για την απόδειξη της αιτιώδους συνάφειας επικίνδυνης οδήγησης και λήψης οινοπνεύματος απαιτείται η συνδρομή περαιτέρω ενδείξεων (όπως ανάπτυξη μεγάλης ταχύτητας σε συνθήκες σκότους και κακών καιρικών συνθηκών, βλ. LG Kiel VersR 1983, σ. 123), εκτροπή αυτοκινήτου σε γνωστή στον οδηγό στροφή (OLG Celle VersR 1989, σ. 179), πρόσκρουση επί σταθμευμένων αυτοκινήτων ή επί αυτοκινήτων σταθμευμένων στο φανάρι, ανάπτυξη μεγάλης ταχύτητας σε διαδρομή γεμάτη στροφές, παράτολμα και επικίνδυνα προσπεράσματα, αναστροφή επί της οδού, παραβίαση προτεραιότητας κλπ. Είναι σαφές λοιπόν ότι για την κατάφαση του αιτιώδους συνδέσμου απαιτείται στην κατηγορία αυτή η συνδρομή και άλλων ενδείξεων που να πείθουν ότι η αλκοόλη είχε επίδραση στην οδηγητική ικανότητα του ασφαλισμένου οδηγού και επομένως περαιτέρω στην πρόκληση του ατυχήματος (βλ. χαρακτηριστικά την παγιωμένη πλέον κρίση των δικαστηρίων, ενδεικτικά OLG Koblenz της 20.4.2001, «Bei einem Alkoholgehalt von weniger als 1,1 promille entfaellt der Versicherungsschutz nur dann, wenn weiter Anzeichen fuer eine alkoholbedingte Fahruntuechtigkeit vorliegen. Ergeben sich diese nicht aus sonstigen Ausfallerscheinungen, muessen Fahrfehler festgestellt werden, die typischerweise auf Alkoholgenuss zurueckzufahren sind. Ein typisch alkoholbedingter Fahrfehler kann angenommen werden, wenn der Fahrer in einer einfachen Verkehrssituation von der Fahrbahn abkommt, ohne dass eine Behinderung durch Gegenverkehr oder sonstige Umstaende ernsthaft in Frage kommt»).


2. Η απόλυτη ανικανότητα προς οδήγηση , που υφίσταται όταν ο οδηγός έχει υπερβεί το ανώτατο όριο του 1,1 %ο (βλ. ανωτέρω από 28.6.1990 απόφαση του BGH). Η γερμανική νομολογία, κάνοντας χρήση των πορισμάτων της ιατρικής επιστήμης, αποφαίνεται ότι άνω του ορίου αυτού οι επιπτώσεις της αλκοόλης στον οργανισμό κάθε οδηγού, είναι τόσο σοβαρές (σύγχυση, διαταραχές στην ομιλία και το βάδισμα), ώστε δεν υπάρχει χρεία άλλων ενδείξεων. Ο οδηγός δεν θα μπορεί να επικαλεστεί ούτε τη αυξημένη αντοχή του στο ποτό, ούτε τη δεξιοτεχνία του στην οδήγηση, προκειμένου να αποφύγει τη λειτουργία του τεκμηρίου σε βάρος του.
Με βάση την ανωτέρω διάκριση ο ασφαλιστής, όταν στρέφεται κατά του ασφαλισμένου του επικαλούμενος παράβαση του ασφαλιστικού βάρους της μέθης, είναι σε θέση να αποδείξει με ευχέρεια την ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου, όταν το ποσοστό της ανιχνευθείσας αλκοόλης υπερβαίνει το όριο του 1,1 ο/οο που έχει καθορισθεί όπως προαναφέρθηκε νομολογιακά. Κάτω του ορίου αυτού (σχετική ανικανότητα), σημαντική βοήθεια προσφέρει η περιπτωσιολογική τυποποίηση (βλ. ανωτέρω) που έχει και αυτή διαπλασθεί νομολογιακά.


Ε. Συμπέρασμα

Είναι ευκταίο παρόμοια διαβάθμιση παρόμοια με αυτή που έχει αποκρυσταλλωθεί στο γερμανικό δίκαιο, να ισχύσει και στη δική μας έννομη τάξη (διαπλαθόμενη κατά προτίμηση νομολογιακά) στα όρια που ήδη κινείται η νομολογία 0-50 ο/οο, 0,50-0,80, και 0,80 και άνω, έτσι ώστε να μην καταλυθεί η θεμελιώδης αρχή του Δικαίου μας περί αιτιώδους συνάφειας, ως προσδιοριστικού παράγοντα ευθύνης, και ταυτόχρονα να ικανοποιηθεί η ανάγκη απόδοσης ουσιαστικής δικαιοσύνης, σ έναν τομέα όπου από τη μια στιγμή στην άλλη επαπειλείται η οικονομική καταστροφή των εμπλεκόμενων οδηγών.
Είναι εξαιρετικά ελπιδοφόρο ότι προς την κατεύθυνση αυτή, έστω και όχι κατ& απολύτως ευθύγραμμο τρόπο ως προς κάποιες επιμέρους παραδοχές της, φαίνεται να κινείται εκ νέου η νομολογία μας (βλ. ΑΠ 567/2006, Πρόεδρος Αθ.Κρητικός, ΕπΣυγκΔ 2006, σ. 332 επ.) κρίνοντας γενικά ότι «μόνη η παραβίαση των διατάξεων τούτου (ενν. ΚΟΚ) από τους οδηγούς δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικών ατυχημάτων. Αποτελεί απλώς στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του επελθόντος αποτελέσματος» (με παραπομπή και στην ΑΠ 464/2003).
Ειδικώς ως προς την απαλλακτική ρήτρα της μέθης, η ανωτέρω απόφαση κρίνει μεν ότι θεωρείται ως επαρκής η παραπομπή και απλή αναφορά του ΦΕΚ, από το οποίο μπορεί να γνωρίσει το περιεχόμενό της ο ασφαλισμένος…., ο οποίος δεν είναι απαραίτητο να έχει υπογράψει το ασφαλιστήριο…., στη συνέχεια όμως δέχεται η ανωτέρω απόφαση ότι η τοξικολογική έκθεση για τη διαπίστωση μέθης εκτιμάται στην αστική δίκη ως δικαστικό τεκμήριο και ακολούθως επικυρώνει την αναιρεσιβαλλόμενη εφετειακή απόφαση η οποία με παραπομπή στη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 5 ΚΟΚ, (όπως τροποποιήθηκε με την 1330φ 705.11/4ξθ της 15-2/1-4-1985), δέχτηκε ότι «η μέγιστη επιτρεπόμενη συγκέντρωση οινοπνεύματος στο αίμα πέραν της οποίας το άτομο υπέχει ευθύνη, είναι το 0,50 ο/οο και ότι μέχρι 0,80 ο/οο απαγγέλλεται κατηγορία, εφόσον και από άλλες συμπτώσεις (κατάστασης και τρόπος οδήγησης κλπ), εξάγονται συμπεράσματα υπάρξεως πλήρους μέθης, από δε του 0,80 ο/οο, και άνω υφίσταται πλήρης απόδειξη».

Ξένη Επιστημονική Κίνηση
Συμπόσιο για την Οδική Ασφάλεια στην Ευρώπη

Συμπόσιο ADAC στο BADEN BADEN της Γερμανίας

13 Οκτωβρίου 2006
Ο ΜΟΛΩΧ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΤΟΥ
Δρ. Βλάσης Μουχτάρης Δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω

Ξένη Επιστημονική Κίνηση
Συμπόσιο για την Οδική Ασφάλεια στην Ευρώπη

Συμπόσιο ADAC στο BADEN BADEN της Γερμανίας

13 Οκτωβρίου 2006
Ο ΜΟΛΩΧ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΤΟΥ
Δρ. Βλάσης Μουχτάρης Δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω

1. 41.600 πολίτες των Μελών Κρατών της Ε.Ε. έπεσαν νεκροί στις ασφάλτους της Ε.Ε. κατά το 2005! Το 2001 ήσαν οι νεκροί 8.000 περισσότεροι. Επιτεύχθηκε δηλαδή μία μείωση 17,5%. Μικρή η μείωση αλλά μία αρχή, η οποία ενεθάρρυνε την Ε.Ε. να στοχεύει ως το 2010 σε 25.000 Θύματα των τροχών.

2. Νεκροί στους δρόμους της Ευρώπης κατά το έτος 2005 ανά 1 εκατομμύριο κατοίκους:
Ολλανδία 50 Γαλλία 92
Σουηδία 54 Ιταλία 97
Μεγάλη Βρετανία 55 Αυστρία 1.07
Γερμανία 65 Ισπανία 110
Δανία 68 Λουξεμβούργου 111
Φινλανδία 72 Βέλγιο 112
Μέση τιμή στην Ευρώπη 82 Πορτογαλία 123
Ιρλανδία 92 Ελλάδα 151
Τα παρ' ημίν προκύπτουν από τον ως άνω πίνακα, όπου οι «έσχατοι» στα πινάκια γίνονται «πρώτοι» σε αριθμό θυμάτων στην Ε.Ε.! Θλιβερό και επαίσχυντο ρεκόρ! Έτσι κατά το έτος 2005 είχαμε 151 νεκρούς στην άσφαλτό μας ανά 1 εκατομμύριο κατοίκους, δηλαδή (151 Χ 11 εκατομμύρια) 1661 νεκρούς!

Τα ως άνω στοιχεία εγνωστοποιήθησαν στο «Συμπόσιο», που οργάνωσαν η ADAC, ας πούμε η ΕΛ.Π.Α. Γερμανίας και το Ομοσπονδιακό 'Ίδρυμα Οδικών Θεμάτων
(Bundesanstalt fuer Strassenιwesen, σύντμηση - BASt), (ένα αυτόνομο Νομικό Πρό-
σωπο Δ.Δ. επιδοτούμενο από το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Συγκοινωνιών) στις 13.10.2006 στην πόλη Baden - Baden Γερμανίας. Παρέστησαν 216 «συμποσιακόμενοι» από 8 Χώρες. Δυστυχώς ήμουν ο μόνος Έλληνας εκεί.
3. Όλοι οι ομιλητές εξέφρασαν τη βεβαιότητα, ότι ο στόχος της Ε.Ε. προς μείωση των θανάτων στις ευρωπαϊκές ασφάλτους σε 25.000 μέχρι το 2010 είναι εφικτός.

Κύριος υποστηρικτής της ως άνω απόψεως ήτο ο κ. Wolfgang TIEFENSEE, Υπουργός Συγκοινωνιών της Γερμανίας. Στην χαιρετιστήρια εισήγησή του σημείωσε, ότι ο αριθμός των νεκρών μειώνεται ικανοποιητικά στην Γερμανία. Κατά το έτος 2005 σημειώθησαν 5.361 θάνατοι από οδικά ατυχήματα. Ο αριθμός αυτός υπολείπεται κατά 480 σε σχέση με τους νεκρούς κατά το 2004. Τούτο οφείλεται ίσως κυρίως στην Εκπαίδευση Συγκοινωνιακής Συμπεριφοράς του πληθυσμού. Ε, ADAC π.χ. διοργάνωσε, κατά το 2005, 42.000 εκπαιδευτικές συνάξεις - σεμινάρια, στις οποίες έλαβαν μέρος 1.180.000 πολίτες. Η εκπαίδευση παίρνει ήδη εθνικές διαστάσεις, βοηθούντων βέβαια και πολλών «τηλεμαραθωνίων» από τα κανάλια του τόπου.
Στο ίδιο περίπου μήκος κύματος μίλησε και ο Dr. Stefan TOSTMANN, Προϊστάμενος του Τμήματος: Συγκοινωνιακή Ασφάλεια της Γενικής Διευθύνσεως Ενέργειας και Μεταφορών του Συμβουλίου της Ε.Ε..

Ο ομιλητής ετόνισε, ότι στους στόχους της Ιδρυτικής Συμβάσεως της Ε.Ε. διαλαμβάνεται και η κινητικότητα των Ευρωπαίων πολιτών και ως εκ τούτου οφείλει η Ε.Ε., να ενδιαφέρεται για την συγκοινωνιακή ασφάλεια στο όλο δίκτυο της Ενώσεως.
Επιδιώκει λοιπόν η Ε.Ε., να βελτιώσει τα Standard των στην Επικράτειά της παραγομένων και κυκλοφορούντων αυτοκινήτων και προπαντός μοτοσικλετών.

Έτσι η σχετική Κοινοτική Νομοθεσία καλύπτει και τους τρεις τομείς της ασφάλειας των Ευρωπαϊκών Συγκοινωνιών, δηλαδή συνεχή βελτίωση των: Όχημα, Ανθρωπίνης Συμπεριφοράς και των Συγκοινωνιακών Υποδομών (Fahrzeug, Verhalten, Infrastructur).
Ι
4. Εν συνεχεία οι εργασίες του Συμποσίου κατετάχθησαν σε τρεις κατηγορίες: 1. Οι πρώτες διαπιστώσεις περισσότερης ασφάλειας στις Συγκοινωνίες. 2. Βελτίωση της ασφαλείας των Μέσων Συγκοινωνίας καθ' εαυτών και 3. Ιδιαίτερες κατηγορίες Οδηγών. Με κάθε κατηγορία ασχολήθησαν ειδικευμένοι Επιστήμονες / Συγκοινωνιολόγοι, Στελέχη Βιομηχανιών Αυτοκινήτων, Οργανώσεις ως ADAC, Στελέχη της Τροχαίας Αστυνομίας, ειδικευμένοι Δικαστές και Εισαγγελείς, Νομικοί του Υπουργείου Συγκοινωνιών και του της Δικαιοσύνης κ.λ.π..
πρακτέον!

Οι διευθύνοντες των Επιτροπών κατέγραψαν τα συμπεράσματα και τις Προτάσεις εκάστης των τριών ως άνω ομάδων, τα οποία ετέθησαν προς συζήτηση κατά το τέλος του Συμποσίου. Τα τελικά πορίσματα Θα δημοσιευτούν με την έκδοση ειδικού τόμου, ο οποίος και Θα διανεμηθεί στους μετάσχοντες στο Συμπόσιο και σε άλλους ειδικούς και ασχολούμενους με την πράξη των Συγκοινωνιών. Επ' αυτού λοιπόν Θα επανέλθουμε, οπότε θα εξετάσουμε και την κρατούσα στην Χώρα μας κατάσταση.

Από τώρα όμως Θα μπορούσε κανείς να σημειώσει, ότι εντυπωσίασαν τα μέτρα και τα αποτελέσματα αυτών στην Γαλλία και την Ιρλανδία.

Ο κος Jean CHAPELON, Διυπουργικός Συντονιστής για την ασcράλεια στις οδούς της Χώρας ετόνισε, ότι το καλοκαίρι του 2002 εγκατεστάθησαν στους αυτοκινητόδρομους της Γαλλίας συσκευές καταγραφής υπερβάσεως της εκάστοτε επιτρεπομένης ταχύτητας των οχημάτων. Εγκατεστάθησαν σε σταθερή δομή 700 συσκευές και 300 κινητές. Στα τρία χρόνια που επηκολούθησαν εμειώθησαν οι νεκροί των οδικών τροχών από κατά μέσον όρον στο παρελθόν 8.000 σε 5.300 κατά το 2005, δηλαδή μείωση κατά 34%. Τα πρόστιμα στους παραβάτες ήσαν και είναι τσουχτερά και έχουν επακόλουθο για τον δράστη μία ευρεία κοινωνική αποδοκιμασία.


Η κα Lucy CURTIS, Μηχανικός Ασφαλείας στην Ιρλανδία κατέθεσε: ο πληθυσμός στην Ιρλανδία πολλαπλασιάσθηκε κατά τα 10 τελευταία χρόνια από 3,5 σε 4 εκατομμύρια και ο αριθμός των τροχαίων οχημάτων έφθασαν τα 2 εκατομμύρια με 2,2 εκατομμύρια οδηγούς.

Κατά το 2002 σημειώθησαν 84 Θάνατοι σε τροχαία ατυχήματα ανά 1 εκατομμύριο κατοίκους.

Ελήφθησαν μέτρα ευρείας επανακατασκευής των αυτοκινητόδρομων και έγιναν και αρκετοί καινούργιοι. Οι νεκροί τώρα εμειώθησαν κατά το ήμισυ.

Διαπιστώθηκε, ότι σε όλες τις Χώρες δύο είδη Οδηγών χειρίζονται τα οχήματά τους επικινδυνότερα από τους άλλους. Οι πιο επικίνδυνοι είναι νεοκάτοχοι Αδείας Οδηγήσεως Τροχαίων Οχημάτων και έπονται οι μεγάλης ηλικίας οδηγοί. Στατιστικά στοιχεία και προτάσεις Θα γνωστοποιηθούν.

ΟΙ ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΙΣΗ
ΑΣΤΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΤΡΟΧΑΙΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ

Κριτικές παρατηρήσεις στο νέο σχέδιο νόμου
υπό Δημητρίου Σπυράκου Δ.Ν. - Δικηγόρου

Η ασφάλιση αστικής ευθύνης από τροχαία ατυχήματα αποτελεί αναγκαιότητα θεμελιωμένη στην κοινωνική προσφορότητα των κινδύνων που συνδέονται από τη χρήση των οχημάτων, στη διασφάλιση των αξιώσεων αποζημίωσης των θυμάτων, στην προστασία των περιουσιακών στοιχείων των ασφαλισμένων και στην εν γένει άμβλυνση των συγκρούσεων που προκαλούνται από τα ατυχήματα. Ήδη, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση του Στρασβούργου από το 1959 για την υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης για τα αυτοκίνητα οχήματα, που κυρώθηκε με το Ν. 4147/1961, δέσμευε τα συμβαλλόμενα μέρη στην εισαγωγή της υποχρεωτικής ασφάλισης αυτοκινήτων, ενώ στη χώρα μας η υποχρέωση αυτή εκπληρώθηκε κατά ικανοποιητικό καταρχήν τρόπο με το Ν. 489/1976.
Η υποχρεωτικότητα της ασφάλισης αστικής ευθύνης από τροχαία δεν οδήγησε και στη συρρίκνωση του φαινομένου των εξαιρέσεων κάλυψης που εισάγονταν στη σύμβαση με τους γενικούς όρους ασφαλίσεως και διακινδύνευαν τον σκοπό της ασφαλιστικής κάλυψης. Στην περίπτωση του Ν. 489/76 το καθεστώς αυτό έμελλε να εκλογικευτεί και επιβιώσει δια μέσου της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 7, σύμφωνα με την οποία οι γενικοί όροι του ασφαλιστηρίου συμβολαίου καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου. Τούτο δε, καθώς η εν συνεχεία εκδοθείσα Υπουργική Απόφαση Κ4/585/1978 «περί γενικών όρων ασφαλίσεως που ισχύουν ενιαία για όλες τις ασφαλιστικές εταιρείες», δεν περιορίστηκε, όπως θα προσδοκούσε κανείς, στη ρύθμιση των πολλών - λόγω και της έλλειψης διατάξεων για την ασφαλιστική σύμβαση - διαδικαστικών ζητημάτων της ασφαλιστικής κάλυψης αλλά με μία πληθώρα εξαιρέσεων διαμόρφωνε (μείωνε) το εύρος της ασφαλιστικής κάλυψης. Στο άρθρο 25 της παραπάνω απόφασης εμπεριέχεται ένας κατάλογος 17 γενικών εξαιρέσεων (και στο άρθρο 26 πέντε ειδικών εξαιρέσεων ζημιών ως προς το είδος τους) κάλυψης ζημιών που προκαλούνται από αυτοκίνητα, δίχως κατά βάση πάντως οι εξαιρέσεις αυτές να επιτρέπεται να προβληθούν απέναντι στον ζημιωθέντα τρίτο.
Πέραν των εξαιρέσεων εκείνων που θα μπορούσαν να θεωρηθούν εύλογες από τη φύση της ασφαλιστικής κάλυψης (αποκλεισμός της εκ προθέσεως πρόκλησης ζημίας) ή γεγονότων που μπορούν να απειλήσουν την ασφαλιστική κοινωνία κινδύνου (εξαιρετικές καταστάσεις), στην υπουργική απόφαση εμπεριέχονται εξαιρέσεις, οι οποίες αποτυπώνουν στη βάση διαφόρων κριτηρίων (χωροταξικών, προσωπικών, λειτουργικών, κ.ά.) καταστάσεις οδήγησης αυξημένης στατιστικά επικινδυνότητας
για την πρόκληση ατυχημάτων.
Στη νομολογία αναδείχθηκε, στα χρόνια που ακολούθησαν, σε βασικό ζήτημα αν οι όροι της υπουργικής απόφασης έχουν συμβατικό χαρακτήρα, οπότε για να ενσωματωθούν στη σύμβαση θα έπρεπε να γίνεται τουλάχιστον παραπομπή στο ΦΕΚ όπου είναι οι όροι δημοσιευμένοι, ή έχουν αντιθέτως κανονιστικό χαρακτήρα οπότε και ισχύουν ανεξάρτητα αν τους αποδέχθηκε ο ασφαλισμένος. Η επικράτηση της πρώτης θέσης, έχει ως αποτέλεσμα η ισχύς των εξαιρέσεων της Υ.Α. Κ4/585/1978, μετά την εισαγωγή του Ν. 2496/97 για την ασφαλιστική σύμβαση να δοκιμάζεται και να αμφισβητείται από μία διπλή οπτική. Αφενός μεν ως προς τον τρόπο ένταξης τους στη σύμβαση αφετέρου ως προς τη νομιμότητα τους.
Σύμφωνα με το Ν. 2496/97 οι εξαιρέσεις θα πρέπει να ενσωματώνονται στην ασφαλιστική σύμβαση μέσα από το ασφαλιστήριο και όχι πλέον με τους γενικούς όρους ασφαλίσεως. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2496/97 το ασφαλιστήριο πρέπει να περιέχει τουλάχιστον τα στοιχεία της ασφαλιστικής σύμβασης και τον τόπο και χρόνο έκδοσης τους, ενώ ρητά το άρθρο 1 παρ. 2 του ίδιου νόμου περιλαμβάνει στα στοιχεία της ασφαλιστικής σύμβασης οπωσδήποτε και τις «τυχόν εξαιρέσεις κάλυψης». Συνεπώς, για να ενσωματώνονται στη σύμβαση οι εξαιρέσεις θα πρέπει να εμπεριέχονται σε κάθε περίπτωση στο ασφαλιστήριο. Η αυξημένη επιταγή διαφάνειας που αξιώνει ο Ν. 2496/97 δεν μπορεί να ικανοποιηθεί με την παραπομπή στους γενικούς όρους ασφαλίσεως, πολύ περισσότερο καθώς σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 4 και 6 Ν. 2496/97 δεν διασφαλίζεται η παράδοση των όρων αυτών στον ασφαλισμένο. Το ίδιο ισχύει και για την παραπάνω υπουργική απόφαση. Εφόσον αυτή επέχει αξία γενικών όρων συναλλαγών δεν μπορεί να κατευθύνει την ενσωμάτωση των εξαιρέσεων στη σύμβαση.
Ο δεύτερος περιορισμός προκύπτει από το άρθρο 13 Ν. 2496/97, το οποίο επιτρέπει τη διεύρυνση των λιγοστών σε αυτό εξαιρέσεων μόνον «εφόσον αυτή υπαγορεύεται από δικαιολογημένες τεχνικές ανάγκες του ασφαλιστή». Μολονότι το περιεχόμενο των «τεχνικών αναγκών του ασφαλιστή» παραμένει ασαφές, εισάγει ωστόσο ένα τόπο επιχειρηματολογίας για τον έλεγχο και περιορισμό των εξαιρέσεων. Σε συνδυασμό με το γεγονός ότι από το αρχικό σχέδιο νόμου που ψηφίστηκε ως νόμος 2496/97 απαλείφθηκαν οι «δικαιολογημένες εμπορικές ανάγκες του ασφαλιστή» ως επιτρεπτός λόγος για τη διεύρυνση των εξαιρέσεων, καθίσταται ακόμη πιο περιοριστικό το πλαίσιο επιτρεπτών εξαιρέσεων.
Τέλος, ένα πρόσθετο πεδίο ελέγχου των γενικών όρων ασφαλίσεως του παραπάνω νόμου αποτελεί και το άρθρο 2 παρ. 6 Ν. 2251/94, σύμφωνα με το οποίο ελέγχεται ως καταχρηστικός κάθε όρος που δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης με τον καταναλωτή, όταν διαταράσσει την ισορροπία υποχρεώσεων και δι¬καιωμάτων σε βάρος του καταναλωτή, εν προκειμένω ιδίως όταν ο όρος της εξαί¬ρεσης διακινδυνεύει ή υποσκάπτει τον σκοπό ασφαλίσεως.
Η ασφάλιση αστικής ευθύνης αυτοκινήτων έχει εδραιώσει την κοινωνική της αποδοχή και αναγκαιότητα σε διττή κατεύθυνση. Στη διακινδύνευση που συνεπάγονται οι συγκοινωνίες η Πολιτεία οφείλει να μεριμνά όχι μόνο για την πρόληψη των τροχαίων αλλά και για την οργάνωση και παροχή πλήρους και αποτελεσματικής προστασίας στα θύματα. Ο πολίτης έχει ως ειδικότερη έκφανση των συνταγματικά προστατευομένων δικαιωμάτων της υγείας και της περιουσίας την αξίωση, να μεριμνήσει η Πολιτεία ώστε ο κάτοχος και ο οδηγός του αυτοκινήτου να έχουν τη δυνατότητα να ανταποκριθούν πράγματι στην υποχρέωση προς αποκατάσταση των συνεπειών του ατυχήματος και καταβολή της αποζημίωσης. Με την υποχρεωτικότητα της ασφάλισης αστικής ευθύνης η Πολιτεία οργανώνει και πραγματώνει στον εν λόγω τομέα το δικαίωμα του πολίτη για αποτελεσματική προστασία στη δυσχερή κατάσταση που χωρίς δική του υπαιτιότητα και ως θύμα τροχαίου περιήλθε.
Από την άλλη, στη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα της κυκλοφορίας των οχημάτων οι προοπτικές κινδύνου αίτιου και θύματος αυτοκινητιστικού ατυχήματος εναλλάσσονται. Μόνη η θέση σε κυκλοφορία αυτοκινήτου λογίζεται ως πηγή κινδύνου, καρπός της οποίας άλλωστε υπήρξε η καθιέρωση της λεγόμενης αντικειμενικής ευθύνης. Η εναλλαγή των προοπτικών συμβάλλει, σε συνάρτηση με την κοινωνική προσφορότητα της εν λόγω διακινδύνευσης, στην αμοιβαία αναγνώριση ρόλων και συμφερόντων. Απέναντι και δίπλα στο δικαίωμα του πολίτη για αποτελεσματική αρωγή και προστασία ως θύματος τροχαίου, που ικανοποιείται με την υποχρεωτικότητα της ασφαλιστικής κάλυψης, αναπτύσσεται το δικαίωμα του πολίτη, ως κατόχου και οδηγού αυτοκινήτου, για πρόσβαση στην ασφαλιστική κάλυψη της αστικής του ευθύνης.
Η αναγνώριση της αμοιβαιότητας των παραπάνω προοπτικών και η προαγωγή τους στην αξιολογική τάξη οδηγεί σε δύο παραδοχές. Κατά πρώτον, ενισχύει και εδραιώνει την απόλυτη προστασία του θύματος κάθε τροχαίου ατυχήματος με την παροχή της ασφαλιστικής αποζημίωσης, ακόμη και όταν ο οδηγός έχει παραβιάσει την υποχρέωση του για ασφάλιση της αστικής του ευθύνης (βλ. Επικουρικό Κεφάλαιο Αστικής Ευθύνης Αυτοκινήτων). Κατά δεύτερον, θεμελιώνει την αξίωση του κατόχου και οδηγού αυτοκινήτου για υποχώρηση των δικαιωμάτων αναγωγής του ασφαλιστή και την κατά το δυνατόν πλήρη ασφαλιστική κάλυψη των εξ αμελείας του προκαλούμενων ζημιών.
Υπό το παραπάνω πρίσμα η διαμόρφωση του περιεχομένου των περιπτώσεων εξαίρεσης της ασφαλιστικής κάλυψης της αστικής ευθύνης δεν μπορεί να επαφίεται στην ελευθερία των συμβαλλομένων. Είναι πρωτίστως ζήτημα ευρύτερου κοινωνικού και εντέλει δημοσίου ενδιαφέροντος. Οφείλει γι' αυτό να είναι μέριμνα του νομοθέτη να διαφυλαχθεί το δικαίωμα του κατόχου και οδηγού αυτοκινήτου για (πρόσβαση σε) ασφάλιση της αστικής του ευθύνης, που αφορά σχεδόν το σύνολο του καταναλωτικού κοινού. Η πρόσβαση στην ασφάλιση αυτή τίθεται σε δοκιμασία όταν το εύρος της κάλυψης επαφίεται στις δυνατότητες και επιδόσεις διαπραγμάτευσης του λήπτη της ασφάλισης απέναντι στις διαπραγματευτικά ισχυρότερες από αυτόν ασφαλιστικές επιχειρήσεις ή και ακόμη όταν δεν μπορεί να την πετύχει στο πλαίσιο μίας ευρείας σε συμμετοχή ασφαλιστικής κοινωνίας κινδύνου. Για τους παραπάνω λόγους φρονούμε ότι το πρόσφατο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Ανάπτυξης που τροποποιεί τον Ν. 489/76 για την υποχρεωτική ασφάλιση της έναντι τρίτων αστικής ευθύνης από τα ατυχήματα αυτοκινήτων βρίσκεται σε εσφαλμένη κατεύθυνση. Με το σχέδιο νόμου εισάγεται στον παραπάνω νόμο νέο «άρθρο 6β» που έχει ως ακολούθως:
«1. Εξαιρούνται της ασφαλιστικής κάλυψης ζημιές που προκαλούνται: α) Από πρόθεση του λήπτη της ασφάλισης ή των ασφαλισμένων, β) Από οδηγό που δεν έχει την προβλεπόμενη στο νόμο και για την κατηγορία
του οχήματος που οδηγεί άδεια οδήγησης, γ) Από οδηγό που κατά το ατύχημα βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών και ανεξαρτήτως εάν η παράβαση αυτή συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος, δ) Όταν το όχημα χρησιμοποιείται για άλλη χρήση από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και την άδεια κυκλοφορίας.
2.Με το ασφαλιστήριο μπορεί να συμφωνηθεί η διεύρυνση των εξαιρέσεων κάλυψης.
3.Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να προβάλλει έναντι των τρίτων ζημιωθέντων τις εξαιρέσεις του παρόντος άρθρου καθώς και τις εξαιρέσεις του ασφαλιστηρίου που ισχύουν μόνον για τις μετά του ασφαλισμένου σχέσεις».
Κύριο χαρακτηριστικό της παραπάνω διάταξης είναι η διάρρηξη και αποξένωση των παραπάνω προοπτικών αίτιου και δράστη του ατυχήματος. Ο ασφαλιστής αναλαμβάνει την ευθύνη του απέναντι στα θύματα των τροχαίων, ο λήπτης της ασφάλισης θα υποστεί όμως τις ορέξεις του ασφαλιστή. Ο τελευταίος μπορεί να προσφέρει και να επιβάλει κάλυψη της αστικής ευθύνης με όσες εξαιρέσεις επιθυμεί. Μάλιστα, η διάταξη της παραγράφου 2 του προτεινόμενου άρθρου οδηγεί σε μία προφανή επιδείνωση της θέσης του ασφαλισμένου σε σχέση και με τις προαιρετικές καλύψεις καθώς δεν τίθεται κανένας απολύτως περιορισμός στη δυνατότητα διεύρυνσης των εξαιρέσεων. Μοναδική διέξοδος αντίστασης για τον λήπτη της ασφάλισης θα είναι πλέον το άρθρο 2 Ν. 2251/94 με αμφίβολη όμως αποτελεσματικότητα.
Η πλήρης απαλλαγή του ασφαλιστή στην κάλυψη ζημιών που προκαλούνται από οδηγό που βρισκόταν υπό την επίδραση αλκοόλ (ανεξαρτήτως της επιρροής του αλκοόλ στην οδηγική του ικανότητα και στην πρόκληση του ατυχήματος) δεν είναι επίσης δικαιολογημένη. Η διάταξη θεωρεί προφανώς αντιπαραγωγική για την πρόληψη των τροχαίων ατυχημάτων που οφείλονται στη χρήση του αλκοόλ την παροχή ασφαλιστικής κάλυψης. Ωστόσο, το έργο της πρόληψης προφανώς ανήκει σε άλλους κλάδους του δικαίου και σε μηχανισμούς λήψης μέτρων για την αποτροπή του κινδύνου, όπως άλλωστε και το έργο της καταστολής. Η ιδιωτική ασφάλιση δεν είναι εργαλείο άσκησης κοινωνικού ελέγχου. Είναι μέσο εξάλειψης των συνεπειών από την επέλευση του κινδύνου. Αντίθετη προσέγγιση θα ανέτρεπε στα θεμέλια του το θεσμό της ασφάλισης αστικής ευθύνης καθώς την αντιμετωπίζει ωσάν αυτή να είναι βλαπτική για το κοινωνικό σύνολο υπηρεσία. Η ασφάλιση της αστικής ευθύνης προστατεύει και το θύμα και τον αίτιο-λήπτη της Γι αυτό και η υποχώρηση ση των συμφερόντων του τελευταίου θα πρέπει τουλάχιστον να μένει σε ανεκτό επίπεδο. Η όποια συμβολή μπορεί να έχει το δικαίωμα αναγωγής του ασφαλιστή στην πρόληψη της οδήγησης με αλκοόλ επιτυγχάνεται σε κάθε περίπτωση και όταν αυτό έχει οριοθετηθεί σε ένα εύλογο ανώτατο ποσόν. Πέραν του ύψους αυτού ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αναζητά από τον ασφαλισμένο την αποζημίωση που κατέβαλε στο θύμα.
Αξίζει να επισημάνει κανείς εν προκειμένω τις αντίστοιχες διατάξεις της γερμανικής νομοθεσίας. Σε αυτή οι εξαιρέσεις που επιτρέπεται να συμφωνήσει ο ασφαλιστής με τον λήπτη της ασφάλισης (καθώς δεν ισχύουν αυτομάτως εκ του νόμου) είναι περιορισμένες και απαριθμούνται στην από 29.7.1994 (τροποποιηθείσα την 10.7.2002) υπουργική απόφαση για την ασφάλιση της αστικής ευθύνης οχημάτων που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του νόμου για την ασφάλιση της αστικής ευθύνης αυτοκινήτων (Ρroels/Martin,Versicherungsvertraggesetz 27η έκδ., 1655 επ.). Η απαλλαγή του ασφαλιστή απέναντι στον λήπτη της ασφάλισης, τον κάτοχο και ιδιοκτήτη προκύπτει κατά βάση ως αποτέλεσμα υπαίτιας παραβίασης αντίστοιχων υποχρεώσεων των προσώπων αυτών. Δεν είναι όμως πλήρης καθώς σε όλες τις παρακάτω η απαλλαγή του ασφαλιστή δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσόν των 5.000 ευρώ. Οι πέντε εξαιρέσεις που περιλαμβάνονται στην υπουργική απόφαση είναι συνοπτικά οι ακόλουθες: α) η χρήση του οχήματος για άλλον σκοπό από αυτόν που δηλώνεται στην ασφαλιστική σύμβαση, β) η έκθεση του οχήματος σε μη εγκεκριμένους αγώνες ταχύτητας, γ) η οδήγηση χωρίς άδεια κυκλοφορίας δ) η οδήγηση χωρίς την αντίστοιχη άδεια για τον οδηγό, ε) η μη ασφαλής εξαιτίας της κατανάλωσης αλκοόλ ή τοξικών ουσιών οδήγηση του οχήματος. Σε αντίστοιχη κατεύθυνση βρίσκονται και οι λοιπές ευρωπαϊκές νομοθεσίες.
Την παραπάνω προσέγγιση είχε ακολουθήσει και το σχέδιο νόμου που συντά¬χθηκε το 2001 από νομοπαρασκευαστική επιτροπή που συγκροτήθηκε με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης με Πρόεδρο τον Ι. Ρόκα και με τη συμμετοχή και εκπροσώπων των ασφαλιστικών εταιρειών και των καταναλωτών (βλ. Ι. Ρόκα, Τροποποιήσεις και συμπληρώσεις του Κ.Ν. 489/76, ΕΕμπΔ 2004, 647 επ.). Το σχέδιο νόμου πα-ρέπεμπε για τον καθορισμό των εξαιρέσεων και τις προϋποθέσεις άσκησης του δικαιώματος αναγωγής σε Προεδρικό Διάταγμα που θα εκδιδόταν με πρόταση του Υπουργού Ανάπτυξης, σχέδιο του οποίου επίσης παρέδωσε η Επιτροπή. Με το Προεδρικό Διάταγμα δεν επιτρεπόταν η εισαγωγή άλλων εξαιρέσεων πέραν αυτών που το ίδιο προέβλεπε, και οι οποίες ήταν σημαντικά λιγότερες. Το πλέον αξιοσημείωτο, ωστόσο, ήταν ότι και εν προκειμένω για την περίπτωση των εξαιρέσεων της ασφαλιστικής κάλυψης το αναγωγικό δικαίωμα του ασφαλιστή περιοριζόταν μέχρι ένα ορισμένο ποσόν (5.000 ευρώ).
Είναι προφανές ότι το προγενέστερο σχέδιο νόμου εναρμονιζόταν στο προκείμενο θέμα τόσο με τις σύγχρονες αντιλήψεις όσο και με τις άλλες ευρωπαϊκές νομοθεσίες. Το γεγονός, ωστόσο, ότι δεν συγκέντρωσε στη χώρα μας την αποδοχή των ασφαλιστικών επιχειρήσεων είναι ο προφανής λόγος που οδήγησε σε ένα αντίθετης προσέγγισης στα παραπάνω ζητήματα πρόσφατο σχέδιο νόμου. Τούτη η προσέγγιση, πάντως, μειώνει και αδικεί την αξία του αγαθού της ασφάλισης. Είναι παράδοξο τα πλεονεκτήματα της ασφάλισης να τα απολαμβάνει ο τρίτος, και όχι ο λήπτης της.
Με τη δυνατότητα του ασφαλιστή να διευρύνει το αναγωγικό του δικαίωμα για τις αποζημιώσεις που καταβάλει, διαμορφώνεται μία ασυμμετρία που δεν μπορεί να αποκαταστήσει ο ανταγωνισμός της αγοράς. Η υποχρεωτικότητα της ασφάλισης αποδυναμώνει τους όρους ανταγωνισμού, καθώς εξασφαλίζει εκ των προτέρων την αγορά στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, και συμπιέζει περαιτέρω τις διαπραγματευτικές δυνατότητες του καταναλωτή. Η υποχρεωτικότητα της ασφάλισης παράγει αντιθέτως την ιδιαίτερη υποχρέωση του νομοθέτη να μεριμνήσει εν προκειμένω ακόμη περισσότερο για την προστασία των συμφερόντων του λήπτη της ασφάλισης. Σε συνάρτηση με τα παραπάνω, απαλείφοντας οριστικά τη δυνατότητα διεύρυνσης εξαιρέσεων και οριοθετώντας κατά τα πρότυπα των άλλων ευρωπαϊκών χωρών το αναγωγικό δικαίωμα του ασφαλιστή.

 

ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΑΦΟΙ ΟΝΟΥΦΡΙΑΔΗ Ο.Ε. ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΤΗΣ GOOGLE : Άρθρα & Απόψεις ΔΙΑΤΑΡΑΧΗ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΤΡΑΥΜΑΤΙΚΟ ΣΤΡΕΣ Ο ρόλος του μετατραυματικού στρες στους παθόντες σε τροχαία ατυχήματα Υπό Ασπασ. Ε. Καρακώστα Υποψήφια Διδάκτωρ Συμβουλευτικής Ψυχολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών , Γεώρ. Θ. Στεφανόπουλου Κλινικός Ψυχολόγος, Ταξίαρχος Υγειονομικού ΕΛ.ΑΣ.

 

Πρόδηλος καθίσταται η επίπτωση του μετατραυματικού στρες στους παθόντες σε τροχαία ατυχήματα, ιδιαίτερα σ΄αυτούς που αντιμετωπίζουν έστω και μερική αναπηρία εξαιτίας του τραυματισμού τους. Αναγκαία συνεπώς προβάλει η ενημέρωση όλων των εμπλεκομένων στο σύστημα της απονομής της δικαιοσύνης, ιδιαίτερα στις αστικές υποθέσεις εκδίκασης αποζημιώσεων των παθόντων σε τροχαία ατυχήματα.
Δυστυχώς τελευταία στην νομολογιακή μας πρακτική όλο και περισσότερο αποδεικνύεται ότι, τα συνοδά προβλήματα του μετατραυματικού στρες δεν είναι και στοιχειωδώς έστω γνωστά στον δικαστικό χώρο, με αποτέλεσμα να μην λαμβάνονται υπόψη ιδιαίτερα κατά την επιδίκαση της ιεράς αξιώσεως της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης ή ηθικής βλάβης. 
Εάν δεν κατανοηθούν πλήρως οι δυσμενείς επιπτώσεις του μετατραυματικού στρες στην κοινωνική, οικονομική, οικογενειακή ζωή των θυμάτων αλλά και των μελών των οικογενειών τους, όπως παρατίθενται και στο κατωτέρω άρθρο των ειδικών, δεν θα είναι δυνατή η ορθή απονομή δικαιοσύνης.
Δημοσιεύουμε κατωτέρω το σχετικό με το θέμα άρθρο, ώστε να δοθεί η δυνατότητα μιας αρχικής προσέγγισης του προβλήματος και των επιδράσεων στην μελλοντική ζωή όλων των εμπλεκόμενων σε ένα τροχαίο ατύχημα, είτε αυτοί είναι οι άμεσα εμπλεκόμενοι παθόντες, είτε οι εμμέσως εμπλεκόμενοι - μέλη των οικογενειών τους που βιώνουν τα δυσμενή προβλήματα και οι οποίοι δεν δικαιούνται αποζημίωσης (κατά την κρατούσα άποψη της νομολογίας μας)
Εξαίρεση και φωτεινό παράδειγμα αποτελούν ορισμένες αποφάσεις των δικαστηρίων μας (πολιτικών και διοικητικών), όπου επιδίκασαν ηθική βλάβη στους εμμέσως ζημιωθέντες συγγενείς (γονείς) του θύματος (παραπληγικού), ή με απώλεια σημαντικών σωματικών λειτουργιών (φυτό). Τα άτομα αυτά στο πλαίσιο της συμβίωσης με το θύμα του τροχαίου ατυχήματος αλλά και των υποστηρικτικών υπηρεσιών που προσφέρουν σ΄αυτό, είναι αναγκασμένα να βιώνουν καθημερινά στρεσογόνες καταστάσεις, λύπη και στεναχώρια, με αποτέλεσμα να χρειάζονται και αυτά υποστηρικτική θεραπεία. Στην χώρα μας, σύμφωνα με τους άγραφους νόμους της οικογενειακής μας παράδοσης, αναπτύσσεται ιδιαίτερος σύνδεσμος μεταξύ των μελών μιας οικογένειας, ακόμη και όταν αυτά δεν εγκαταβιώνουν στον ίδιο χώρο. Παρόλα ταύτα αναγκάζονται να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στον πάσχοντα συνάνθρωπο και συγγενή τους αγόγγιστα. Πρέπει συνεπώς, εφόσον αποδεικνύεται ότι το συναισθηματικό αποτέλεσμα (ψυχική οδύνη) τελεί σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με την αδικοπραξία, να αναγνωρίζεται και στους οικείους του θύματος από τροχαίο ατύχημα η αξίωση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. 
Αναμένομε λοιπόν να εγκαταλειφθεί η άκαμπτη και φαινομενικά συνεπής προς τον νόμο θέση που απορρίπτει την επιδίκαση της ηθικής βλάβης στους εμμέσως ζημιωθέντες, μιας και η εξελικτική αυτή τάση της νομικής φιλολογίας και νομολογίας κερδίζει συνεχώς έδαφος και στον χώρο του ευρωπαϊκού δικαίου. (πρβλ ΣΠατεράκης Αντιπρόεδρος ΑΠ ε« Η Χρηματική Ικανοποίηση λόγω Ηθικής Βλάβης» Β Έκδοση Σελ. 242 επ και αυτόθι παραπομπή σε σχετική Νομολογία).

Στο πλαίσιο της ενημέρωσης των συνδρομητών μας και της νομικής κοινότητας δημοσιεύουμε το κατωτέρω άρθρο που σκιαγραφεί το πρόβλημα της επίδρασης του μετατραυματικού στρες στους παθόντες από τροχαία ατυχήματα, με την ελπίδα ότι, η συνεισφορά των ειδικών επιστημόνων στο θέμα - κλινικών ψυχολόγων - , «ως πρόσωπα με ειδικές γνώσεις», όπως ορίζεται και στις σχετικές με την πραγματογνωμοσύνη διατάξεις του ΚΠολΔ, θα διευρύνει τον ορίζοντα των απαραίτητων γνώσεων που απαιτούνται να έχουν οι εμπελκόμενοι με την απονομή της δικαιοσύνης, δικαστές και δικηγόροι.


Εισαγωγή 

Η διαταραχή μετά από τραυματικό στρες ή διαφορετικά μετατραυματικό στρες αποτελεί ψυχική διαταραχή η οποία εξ ορισμού αναπτύσσεται όταν το άτομο βιώνει συναισθηματικό στρες τέτοιας έντασης , ώστε να είναι τραυματικό για τον εαυτό του. Έπειτα από τέτοιου είδους καταστάσεις είναι δυνατόν να αναπτυχθούν στο άτομο, έντονος τρόμος και απόγνωση και σε ορισμένες περιπτώσεις (όχι λίγες) να αναπτυχθεί σε βάθος χρόνου συγκεκριμένη ψυχοπαθολογία , με προεξάρχοντα συμπτώματα, την αναβίωση του τραυματικού γεγονότος , παθολογική αποφυγή ερεθισμάτων ανάκλησης, ευερεθιστότητα, άγχος και κατάθλιψη . 



Η Ιστορία του Συνδρόμου 

Κατά την διάρκεια του Αμερικανικού Εμφυλίου πολέμου (18ος αιώνας) περιγράφηκε από τον στρατιωτικό ιατρό Jacob DaCosta το σύνδρομο «η καρδιά του στρατιώτη» ή «ευερέθιστη καρδιά» και αναφερόταν στα συμπτώματα διαταραχής του αυτόνομου νευρικού συστήματος (ταχυκαρδία, εφίδρωση, θωρακικά άλγη, αίσθημα παλμών στο στήθος , νευρικότητα, ανεξήγητο άγχος, διαταραχές του ύπνου ) σε στρατιώτες που μετείχαν στις πολεμικές επιχειρήσεις . Αργότερα κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το ίδιο σύνδρομο αναφέρθηκε ως « σοκ των οβίδων», και αποδόθηκε σε πιθανές εγκεφαλικές βλάβες από τις εκρήξεις των οβίδων κοντά στους στρατιώτες. Στις αρχές του 20ου αιώνα , κάτω από την έντονη επίδραση της ψυχανάλυσης στις ΗΠΑ , το σύνδρομο ονομάστηκε «τραυματική νεύρωση», ενώ η ανάλογη συμπτωματολογία που αναπτύχθηκε σε βετεράνους του Β’ Παγκοσμίου πολέμου , σε επιζήσαντες από τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και από τις ατομικές βόμβες στην Ιαπωνία ονομάστηκε «επιχειρησιακή κόπωση» ή «νεύρωση της μάχης». Το μετατραυματικό σύνδρομο καθορίστηκε με τη σημερινή έννοια έπειτα από τη μεγάλη νοσηρότητα που παρατηρήθηκε στους βετεράνους του Βιετνάμ. 


Διαγνωστικά κριτήρια της διαταραχής μετά από τραυματικό στρες 

Έκθεση σε τραυματικό γεγονός 
Ανακλήσεις του γεγονότος 
Αποφυγή ερεθισμάτων ανάκλησης 
Ευερεθιστότητα 
Διάρκεια άνω του 1 μηνός 
Έκπτωση λειτουργικότητας 



Το σύνδρομο (κλινική εικόνα & μορφές) 

Το πρώτο κριτήριο για να τεθεί η υπόνοια της διαταραχής μετά από τραυματικό στρες είναι εξ ορισμού η ύπαρξη του τραυματικού γεγονότος, δηλαδή το άτομο να βίωσε ή να βρέθηκε αντιμέτωπο με πραγματικό ή απειλούμενο θάνατο, ή σοβαρό βίαιο τραυματισμό ή απειλή της σωματικής του ακεραιότητας ή των άλλων, και επιπλέον η απάντηση του ατόμου να περιλαμβάνει υπέρμετρο φόβο, αίσθημα απόγνωσης και τρόμο. 

Το δεύτερο κριτήριο προϋποθέτει την επίμονη επαναβίωση του τραυματικού γεγονότος , ως αλγεινές ανακλήσεις, εφιαλτικά όνειρα ή το άτομο να ενεργεί σαν να επαναλαμβάνεται το τραυματικό γεγονός με ψευδαισθήσεις ή παραισθήσεις. 
Επιπλέον παρατηρείται έντονη σωματική και ψυχική αντίδραση σε οποιαδήποτε υπενθύμιση του γεγονότος. Ως επακόλουθο, σύμφωνα με το τρίτο κριτήριο, το άτομο αναπτύσσει μια επίμονη και παθολογική αποφυγή ,των συνδεόμενων με το τραύμα , ερεθισμάτων, ενώ σταδιακά εγκαθίστανται αισθήματα αποξένωσης και απόσυρσης από τον περίγυρο, κατάχρηση οινοπνεύματος ή ψυχοδραστικών ουσιών, συναισθηματική άμβλυνση (ενδεχόμενη αδυναμία να βιώσει αγάπη) και αίσθηση σμίκρυνσης του μέλλοντος (δεν σχεδιάζει για το μέλλον). Στα ανωτέρω προστίθεται σύμφωνα με το τέταρτο κριτήριο, η ευερεθιστότητα, διαταραχές του ύπνου, διαταραχές της μνήμης και της συγκέντρωσης και εκρήξεις οργής. 

Για να τεθεί η διάγνωση της διαταραχής θα πρέπει τα ανωτέρω συμπτώματα να είναι παρόντα για περισσότερο από ένα μήνα (πέμπτο κριτήριο) και να προκαλούν κλινικά σημαντική διαταραχή στην κοινωνική, οικογενειακή και επαγγελματική δραστηριότητα του ατόμου (έκτο κριτήριο). Η διαταραχή μπορεί να είναι οξεία (διάρκεια συμπτωμάτων μικρότερη από τρεις μήνες) , χρόνια (διάρκεια άνω των 3 μηνών) ή καθυστερημένης έναρξης ( όταν εγκαθίσταται τουλάχιστον μετά από 6 μήνες από την έκθεση στο στρεσσογόνο παράγοντα.). 

Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι πριν καταλήξει ο κλινικός στη διάγνωση του συνδρόμου, πρέπει να αποκλειστούν οργανικά αίτια (τραυματικές εγκεφαλικές βλάβες, όγκοι του εγκεφάλου, επιληψία, κατάχρηση οινοπνεύματος και ψυχοδραστικών ουσιών) καθώς και ψυχικές διαταραχές που υποδύονται ανάλογη κλινική εικόνα. 



Επιδημιολογία & Συχνότητα 

Υπολογίζεται ότι ο μισός πληθυσμός έχει υποστεί τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του έντονο ψυχολογικό στρες (απειλή κατά της ζωής ή ανάλογης βαρύτητας συμβάντα) και ότι περισσότερο από το ¼ αυτών αναπτύσσουν τη διαταραχή, με αποτέλεσμα η νόσος να αφορά το 5-15% του γενικού πληθυσμού. Ορισμένες ομάδες ατόμων (βετεράνοι πολέμων, επιζήσαντες από στρατόπεδα συγκέντρωσης ) εμφανίζουν πολύ μεγαλύτερη επίπτωση της νόσου ενώ άλλες ομάδες (σώματα ασφαλείας, διασώστες ) εκτίθενται σε έντονα στρεσσογόνους παράγοντες (π.χ. απειλές κατά της ζωής) με μεγάλη συχνότητα και συχνά για μεγάλα χρονικά διαστήματα , γεγονός που τους καθιστά πολύ πιο ευάλωτους στην ανάπτυξη του μετατραυματικού συνδρόμου. 


Αιτιολογία & Παθογένεια 

Με την ανάπτυξη του συνδρόμου σχετίζονται τόσο βιολογικοί όσο και ψυχολογικοί παράγοντες . Εξ ορισμού βέβαια ο στρεσσογόνος παράγοντας (τραυματικό γεγονός) ενέχεται πρωταγωνιστικά στην ανάπτυξη της διαταραχής. Εντούτοις το γεγονός ότι ο ίδιος ο τραυματικός παράγοντας δεν προκαλεί σε όλα τα άτομα μετατραυματικό σύνδρομο, καταδεικνύει (σύμφωνα με την πρόσφατη έρευνα) ότι η διαταραχή σχετίζεται με το υποκειμενικό για το άτομο νόημα του γεγονότος, δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο το άτομο αντιλαμβάνεται και προβάλλει το τραυματικό γεγονός. 

Προδιαθεσικοί παράγοντες για την ανάπτυξη της διαταραχής αποτελούν, το τραύμα στην παιδική ηλικία, διαταραχές της προσωπικότητας (οριακή, παρανοειδής, εξαρτητική, αντικοινωνική), ιδιοσυστασιακή ευπάθεια σε ψυχιατρική νόσο, ανεπαρκές υποστηρικτικό σύστημα, πρόσφατη περίοδος κατάχρησης αλκοόλ. 

Η γνωσιακή θεωρία υποστηρίζει εκτός των άλλων, ότι τα προσβεβλημένα άτομα αδυνατούν να κάνουν εκλογικεύσεις και να επεξεργαστούν το τραυματικό γεγονός καταφεύγοντας σε στρατηγικές αποφυγής των εκλυτικών παραγόντων προκειμένου να χειριστούν τα αλγεινά βιώματα (άγχος). Το συμπεριφορικό μοντέλο υποδεικνύει ότι το τραύμα (μη εξαρτημένο ερέθισμα) συνδέεται με ένα εξαρτημένο (σωματική ή ψυχική υπενθύμιση του τραύματος) και το άτομο μαθαίνει να αποφεύγει τόσο το εξαρτημένο όσο και το μη εξαρτημένο ερέθισμα , αναπτύσσοντας κατά συνέπεια το σύνδρομο. Τέλος, το ψυχαναλυτικό μοντέλο προτείνει ότι το τραυματικό γεγονός ενεργοποιεί πιθανή παλιά, σιωπηλή αλλά άλυτη ενδοψυχική σύγκρουση, η επαναβίωση της οποίας οδηγεί σε παλινδρόμηση και ανάπτυξη της κλινικής εικόνας του μετατραυματικού συνδρόμου. 

Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζουν οι βιολογικές θεωρίες, σύμφωνα με τις οποίες στην ανάπτυξη του συνδρόμου ενέχονται υπερδραστηριότητα του συστήματος της νοραδρεναλίνης, των ενδογενών οπιοειδών, του άξονα υποθάλαμος-υπόφυση-επινεφρίδια και του αυτόνομου νευρικού συστήματος. 


Πρόγνωση 


Η διαταραχή μετά από τραυματικό στρες μπορεί να εμφανιστεί σε διάστημα μιας εβδομάδας έως και 30 χρόνων μετά το τραυματικό γεγονός, ενώ τα συμπτώματα παρουσιάζουν διακύμανση, με έξαρση σε περιόδους άγχους. Περίπου το 30% των ασθενών ιάται πλήρως, 40% διατηρεί ήπιας βαρύτητας συμπτώματα ενώ ένα ποσοστό 10% εμφανίζει επιδείνωση. 





Επιπτώσεις της Μετατραυματικής Διαταραχής 
στο άτομο και στην οικογένεια

Οι επιπτώσεις του τραυματικού γεγονότος σε όλες τις εκφράσεις της ζωής των θυμάτων και των οικογενειών τους είναι καταλυτικές. 
Η οικογενειακή ζωή συχνά διαλύεται είτε γιατί ο/η σύζυγος δεν μπορεί να αντέξει τα ξεσπάσματα θυμού του θύματος, είτε γιατί αυτό αποσύρεται και αναζητά την μοναξιά ή μια άλλη σχέση. Αντίστοιχα διαταράσσεται και η σχέση με τα παιδιά καθώς η συμπεριφορά του θύματος γίνεται είτε υπερβολικά απαιτητική ή πιο αδιάφορη με τελική συνέπεια την αμοιβαία απομάκρυνση. Θα πρέπει επίσης να επισημανθεί το τεράστιο ψυχικό και οικονομικό κόστος για την οικογένεια στις περιπτώσεις που υπάρχουν σημαντικά λειτουργικά προβλήματα στην υγεία του θύματος που απαιτούν καθημερινή φροντίδα. 
Η κοινωνική ζωή συρρικνώνεται τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά, καθώς το θύμα αποφεύγει να συμμετέχει σε εκδηλώσεις και παρέες, θεωρώντας ότι όταν οι άλλοι τον προσκαλούν το κάνουν από οίκτο. Το ίδιο το θύμα αποφεύγει την επικοινωνία με τους φίλους θεωρώντας ότι είναι πια βάρος για αυτούς με τελική κατάληξη την απομόνωση όταν κάποια στιγμή και εκείνοι αποθαρρυμένοι, σταματούν να επικοινωνούν. 
Ανάλογες είναι οι επιπτώσεις και στην επαγγελματική ζωή του θύματος καθώς χάνει την εμπιστοσύνη στον εαυτό του και είτε γίνεται υπερβολικά εύθικτο στην κριτική ή αποφεύγει την έκθεση σε επαγγελματικές καταστάσεις με τελική έκβαση σημαντικές δυσλειτουργίες τόσο στη σχέση του με τους συναδέλφους του, όσο και τους πελάτες. 

Θα αναφερθούμε σε δυο χαρακτηριστικές περιπτώσεις θυμάτων τροχαίων ατυχημάτων που αναδεικνύουν τα όσα αναφέραμε παραπάνω: 
Η πρώτη περίπτωση αφορά άντρα 50 ετών οικονομικά ανεξάρτητο, που υπέστη ακρωτηριασμό του αριστερού ποδιού στο ύψος του γονάτου όταν παρασύρθηκε πεζός από διερχόμενο όχημα. Η συμπεριφορά του μετά το τροχαίο έγινε υπερβολικά επιθετική προς τη σύζυγό και τα δυο του παιδιά με συχνούς καυγάδες και κατηγορίες ότι δεν τον «φροντίζουν» και δεν τον «καταλαβαίνουν», με τελική κατάληξη να συνάψει δεσμό με την κατά 30 χρόνια νεότερη γραμματέα του και να φύγει μαζί της εγκαταλείποντας την οικογένειά του. Η σύζυγος έπαθε κατάθλιψη και βρίσκεται σε φαρμακευτική αγωγή και θεραπεία, ενώ τα παιδιά παρουσιάζουν ένα πλήθος προβλημάτων συμπεριφοράς στο σχολείο και στις κοινωνικές τους συναναστροφές. 

Η δεύτερη περίπτωση αφορά άντρα 32 ετών άγαμο, ελεύθερο επαγγελματία , που μετά από σύγκρουση του δικύκλου του με αυτοκίνητο που παραβίασε τον ερυθρό σηματοδότη, υπέστη τραυματισμό στο δεξιό γόνατο που του προκαλεί μετρίου βαθμού λειτουργικές ενοχλήσεις στο πόδι (κάποιους περιστασιακούς πόνους και μια ελαφρά χωλότητα στο περπάτημα). Το θύμα μετά το ατύχημα απομονώθηκε κοινωνικά θεωρώντας ότι προκαλεί πλέον τον οίκτο των άλλων κι τον προσκαλούν στις παρέες από λύπη. Ο ίδιος σταμάτησε να επικοινωνεί με τους φίλους του και απέφευγε τις δικές τους προσπάθειες μέχρι που τελικά διέκοψε κάθε επαφή. Η επαγγελματική του ζωή είχε αντίστοιχη πορεία. Άρχισε να θεωρεί ότι οι άλλοι τον σχολιάζουν ειρωνικά όταν τον έβλεπαν να περπατά, ενώ όταν του φέρονταν φιλικά το έκαναν επειδή τον λυπούνται. Προοδευτικά άρχισε να αποφεύγει να αναλαμβάνει καινούργιες δουλειές με κατάληξη οι πελάτες να αναζητήσουν άλλη επαγγελματική συνεργασία και ο ίδιος να είναι πλέον ουσιαστικά άνεργος. 


Θα πρέπει να σημειωθεί ότι σύμφωνα τόσο με τις υπάρχουσες έρευνες, όσο και με την κλινική μας εμπειρία τα συμπτώματα και οι επιπτώσεις της Μετατραυματικής διαταραχής συνήθως, δεν παρουσιάζουν σημαντική βελτίωση με την πάροδο του χρόνου.



Θεραπευτική Αντιμετώπιση 


Η θεραπευτική αντιμετώπιση θα εξαρτηθεί από το στάδιο κατά το οποίο θα γίνει αντιληπτή ή θα εγκατασταθεί η διαταραχή, καθώς και από τη βαρύτητα αυτής. Η αντιμετώπιση του ατόμου που πρόσφατα βίωσε ένα τραυματικό γεγονός και εγκαθιστά την συμπτωματολογία του συνδρόμου , συνίσταται σε ψυχολογική υποστήριξη και ενθάρρυνση να συζητά τα συναισθήματά του, ενώ είναι αναγκαία η εκπαίδευση σε τεχνικές χαλάρωσης για το χειρισμό του άγχους. Η χορήγηση της φαρμακευτικής αγωγής τις περισσότερες φορές καθίσταται αναγκαία. 

Στις περιπτώσεις που έχει εγκατασταθεί πλέον η διαταραχή, ή στη χρόνια και καθυστερημένης έναρξης μορφή της νόσου, χρησιμοποιείται συνδυασμός φαρμακευτικής αγωγής και ψυχοθεραπείας. Όσον αφορά την ψυχοθεραπεία αυτή πρέπει να ακολουθήσει ένα μοντέλο παρέμβασης στην κρίση, με παράλληλη ψυχοεκπαίδευση και υποστήριξη στην αποδοχή του γεγονότος και στην ανάπτυξη μηχανισμών αντιμετώπισης . Οι κύριοι άξονες μπορεί να είναι η απευαισθητοποίηση με έκθεση στο τραυματικό γεγονός (σταδιακή ή κατακλυσμιαία), είτε με εκμάθηση τεχνικών χειρισμού του στρες. Σημαντική Βοήθεια μπορεί να αποτελέσει η δημιουργία θεραπευτικών ομάδων ασθενών, μέσα από τις οποίες μοιράζονται τις εμπειρίες τους, ενώ καταλυτικός είναι και ο ρόλος του οικογενειακού και ευρύτερου περιβάλλοντος του ασθενούς στην αποτελεσματική αντιμετώπιση της διαταραχής. 


Βιβλιογραφία 

ΧΑΡΤΟΚΟΛΛΗΣ, Π., Εισαγωγή στην Ψυχιατρική, Αθήνα, Εκδόσεις Θεμέλιο, 1986. 

JONES, J. C., BARLOW, D. H., The etiology of posttraumatic stress disorder, in: Clin. Psychol. Rev. , 10: 299, 1990. 

KAPLAN, H. I. , SADDOCK, B. J., Comprehensive Textbook of Psychiatry, 6th ed., 
Williams & Wilkins, Baltimore, 1995

MC FARLANE, A. C., The etiology of posttraumatic morbidity: Predisposing, 
Precipitating and perpetuating factors, in: Brit. J. Psychiatry, 154: 221, 1989.
----------------

ΕΛΕΝΗ ΜΕ ΠΛΑΓΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ newsletters prev1

legal bank

Newsletter

ΚΑΛΑΘΙ ΑΓΟΡΩΝ

Το καλάθι σας είναι άδειο.