210 9824002 | 6977 000 500 | Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.   |

Αρθρα - Απόψεις

I. Εισαγωγή

Σκοπός της παρούσας εισήγησης δεν είναι η πλήρης και εξαντλητική παράθεση και ανάλυση των παραγραφών όλων εκείνων των αξιώσεων που συνάπτονται με το τροχαίο ατύχημα, αλλά η επισήμανση εκείνων των παραγραφών και ως προς αυτές, εκείνων των σημείων τους, που η πρακτική αναδεικνύει, τουλάχιστον κατά την εκτίμηση του γράφοντος, σε ζέοντα ζητήματα που απασχολούν τους εμπλεκόμενους στο σχετικό κλάδο δικαίου, επισήμανση προς περαιτέρω γόνιμο επιστημονικό προβληματισμό.


ΙΙ. Η παραγραφή της αξίωσης αποζημίωσης που θεμελιώνεται
στο Ν. ΓπΝ/1911 (άρθρ. 7)


α. Αντικειμενική ευθύνη και χρόνος παραγραφής Συρροή νόμιμων λόγων ευθύνης


Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Ν. ΓπΝ/1911, η αγωγή αποζημιώσεως για τη ζημία που προκλήθηκε σε τρίτο από τη λειτουργία του αυτοκινήτου, παραγράφεται σε δύο έτη. 
Φαίνεται καταρχήν, ότι κάθε «υπαίτια συμπεριφορά» που συνάπτεται με το τροχαίο ατύχημα και το προκαλεί, θεμελιώνει ταυτόχρονα αξίωση αποζημίωσης και κατά τις διατάξεις του Ν. ΓπΝ/1911 και κατά τις αδικοπραξίες (άρθρ. 914 Α.Κ.). Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για συρροή νόμιμων βάσεων ως προς τις οποίες προβλέπεται διαφορετικός χρόνος παραγραφής. Η απάντηση στο ποια παραγραφή θα τύχει εφαρμογής στις αξιώσεις του ζημιωθέντος – η διετής του άρθρ. 7 του Ν. ΓπΝ/1911 ή η πενταετής του άρθρ. 937 του Α.Κ., θα δοθεί «με βάση την συστηματική τελολογική ερμηνεία των συγκρουόμενων διατάξεων που καθιστά αναγκαία την αξιολογική ιεράρχηση των σκοπών τους, έτσι ώστε να μην ματαιωθεί ο σκοπός της διατάξεως, εις την οποίαν τελολογικώς ανήκει το προβάδισμα». 

Βλ. σχετικό σχόλιο του Φ. Δωρή «Νομικές Μελέτες», 1993, σελ. 91, όπου και αναλυτικός σχολιασμός 
στην Α.Π. 1416/1985 ΝοΒ 34.1228 
Φ. Δωρή, σελ. 92, όπ. παρ. με αναφορά σε ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ-ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΥ ΕρμΑΚ υπ άρθρ. 247 παρ. 
29 και σε Γεωργιάδη, Δ 6.43.

υπαίτια και παράνομη κατά την έννοια της διάταξης του άρθρ. 914 Α.Κ., οι σχετικές αξιώσεις, θεμελιούμενες στην ίδια διάταξη, θα υπόκεινται σε 5ετή παραγραφή κατά το άρθρ. 937 Α.Κ. Έτσι, η εισβολή λ.χ. του οδηγού στο αντίθετο ρεύμα πορείας λόγω της αυξημένης ταχύτητάς του και η πρόκληση μετωπικής θανατηφόρας σύγκρουσης, ανεξάρτητα από το εάν γεννά ευθύνη κατά το Ν. ΓπΝ/1911, συνιστά βεβαίως υπαίτια και παράνομη πράξη κατά το άρθρ. 914 Α.Κ., οπότε οι αξιώσεις που θεμελιώνονται στη συγκεκριμένη διάταξη υπόκεινται στην 5ετή παραγραφή, η οποία βεβαίως δεν ξεκινά από την ημέρα του ατυχήματος αλλά από τη γνώση της ζημίας και του υπόχρεου προς αποζημίωση. 
Όμως, κάθε ζημιογόνο αποτέλεσμα που επέρχεται στον ανθρώπινο βίο δε συνδέεται κατ ανάγκη με υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά κατά την έννοια του άρθρ. 914 Α.Κ. (ψυχικός δεσμός του δράστη με το αποτέλεσμα υπό τη μορφή του δόλου ή της αμέλειας). Υπάρχει πλήθος άλλως περιστατικών που κείνται εκτός του ρυθμιστικού πεδίου του άρθρ. 914 Α.Κ. και είναι περιστατικά τα οποία χαρακτηρίζονται ως «τυχηρά», από τα οποία εκείνα που δε συνιστούν «ανωτέρα βία», είναι τα «τυχηρά με στενή έννοια» ή 
Α. Γεωργιάδη «Ενοχικό Δίκαιο Γενικό Μέρος», 1999, σελ. 246
Αθ. Κρητικού «Αποζημίωση από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα», 1998, σελ. 1381 επόμ

«συνήθη τυχηρά» .Ο Ν. ΓπΝ/1911 με την καθιέρωση της αντικειμενικής ευθύνης, προβλέπει στο άρθ. 5 απαλλαγή μόνο για περιστατικά ανωτέρας βίας, με αποτέλεσμα τα «τυχηρά με στενή έννοια» ή «συνήθη τυχηρά» που κατά το σύστημα της αστικής ευθύνης του Α.Κ. δεν μπορούν να γεννήσουν ευθύνη, κατά το σύστημα της ευθύνης από διακινδύνευση του Ν. ΓπΝ/1911 να γεννούν ευθύνη του οδηγού.
Εάν επομένως η είσοδος του οδηγού αυτοκινήτου που κινείται με κανονική ταχύτητα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας προκλήθηκε διότι ο οδηγός λ.χ. δέχτηκε το τσίμπημα μίας σφήκας που αιφνιδιαστικά εισέβαλε στο αυτοκίνητο , τότε το αποτέλεσμα θα γεννήσει ευθύνη για τον οδηγό, όχι κατά τις διατάξεις περί αδικοπρακτικής ευθύνης, αλλά κατά τις διατάξεις του Ν. ΓπΝ/1911. Μάλιστα, η ΕφΘεσσ 99/1982 (Αρμ 1982.803) έκρινε, ότι καταρχήν, ναι μεν ο εκκαλών-ενάγων επλήγη από τον εφεσίβλητο-εναγόμενο κατά την οδήγηση του επιβατικού του αυτοκινήτου και υπέστη σωματική βλάβη, όμως αυτή (η βλάβη) δεν αποδείχθηκε ότι οφείλεται σε υπαιτιότητα του εφεσίβλητου-εναγόμενου, όπως αξιώνει η 914 Α.Κ. Και συνέχεια η ίδια απόφαση έκρινε ότι ο εφεσίβλητος-εναγόμενος ευθύνεται ως οδηγός, κάτοχος και ιδιοκτήτης του ζημιογόνου αυτοκινήτου κατά τα άρθρ. 1-4 Ν. ΓπΝ/1911. Το αποτέλεσμα ήταν να κριθεί η αξίωση 
Βλ. ΕφΛαρ 247/1991 ΕΣυγκΔ 1991.367
οδηγός, κάτοχος και ιδιοκτήτης του ζημιογόνου αυτοκινήτου κατά τα άρθρ. 1-4 Ν. ΓπΝ/1911. Το αποτέλεσμα ήταν να κριθεί η αξίωση του ενάγοντος παραγγεγραμμένη, αφού εκ του Ν. ΓπΝ/1911, παρεγράφη κατά το άρθρ. 7. 
Έτσι ενώ κάθε άδικη και παράνομη πράξη σύμφωνα με το άρθρ. 914 Α.Κ. κατά την οδήγηση οχήματος μπορεί να γεννήσει ευθύνη και κατά τις διατάξεις του Ν. ΓπΝ/1911, ωστόσο κάθε συμπεριφορά που μπορεί να υπαχθεί στο Ν. ΓπΝ/1911 και να ιδρύει σύμφωνα με αυτόν ευθύνη, δεν είναι κατ’ ανάγκη άδικη και παράνομη σύμφωνα με το άρθρ. 914 , με ανάλογες βέβαια συνέπειες ως προς την παραγραφή.
Όσες φορές λοιπόν αξιολογείται η συμπεριφορά του οδηγού θα πρέπει τελικώς να εκτιμάται εάν αυτή μπορεί μπορεί να θεμελιώσει και αδικοπρακτική ευθύνη. Εάν η απάντηση είναι αρνητική, τότε κατ΄ανάγκη η αντίστοιχες αξιώσεις υπάγονται αναγκαστικά μόνον στη διετή παραγραφή του άρθρ. 7. Θα πρέπει έτσι να γίνει συσταλτική ερμηνεία του γράμματος του άρθρ. 937 Α.Κ., ώστε να μην κα-ταλαμβάνει τις περιπτώσεις εκείνες που μόνο κατά το Ν. ΓπΝ/1911 μπορεί να γεννήσουν ευθύνη.Διότι σκοπός της βραχύχρονης 
Βλ. Αθ. Κρητικού όπ. παρ. σελ. 485-487, όπου παρατίθενται περιστατικά αντλούμενα 
από τη νομολογία και την ξένη βιβλιογραφία που τελικώς δε συνιστούν ανωτέρα βία.

παραγραφής είναι ακριβώς η ευνοϊκότερη μεταχείριση του οφειλέτη, όταν ο ίδιος ευθύνεται «αντικειμενικώς» και όχι διότι επέδειξε δόλο ή έστω αμέλεια.
Η διετής παραγραφή του Ν. ΓπΝ/1911, θα ισχύσει και για τον ιδιοκτήτη που δεν ήταν οδηγός, εφόσον κριθεί ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπάρχει μόνο ευθύνη κατά τον ίδιο νόμο. Εάν όμως η παράνομη συμπεριφορά χαρακτηρισθεί αδικοπραξία και ο ιδιοκτήτης θεωρηθεί ότι «προέστησε» τον οδηγό στην οδήγηση του οχήματος κατά το άρθρ. 922 Α.Κ., τότε και οι κατά του τελευταίου αξιώσεις θα υπαχθούν στην πενταετή παραγραφή του άρθρ. 937 Α.Κ. 



β. Έναρξης παραγραφής


Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρ. 7 η έναρξη του χρόνου παραγραφής της «αγωγής» συμπίπτει με το χρόνο του ατυχήματος, οπότε, κατ άρθρ. 241 Α.Κ. χρόνος έναρξης της παραγραφής είναι η 

Βλ. ενδεικτικώς ΕφΑθ 6032/1994 ΕΣυγκΔ 1999.113, η οποία έκρινε ότι η ιδιοκτήτρια εταιρία του 
ζημιώσαντος αυτοκινήτου, ως προστήσασα τον οδηγό ευθύνεται κατά διατάξεις περί προστήσεως 
(άρθρ. 922 Α.Κ.) και ως εκ τούτου οι έναντι αυτής αξιώσεις δεν υπόκεινται στη διετή παραγραφή, 
αλλά στην πενταετή κατ άρθρ. 937 Α.Κ. και Α.Π. 160/2001 Τμ. ΕλλΔνη 2001.1541.

επομένη του ατυχήματος και χρόνος συμπλήρωσής της είναι η ημέρα του δεύτερου έτους μετά από το ατύχημα, η οποία συμπίπτει ημερολογιακά με αυτή του ατυχήματος. 



ΙΙΙ. Οι παραγραφές των αξιώσεων που θεμελιώνονται
στον Αστικό Κώδικα (άρθρ. 937 Α.Κ.)

α. Έναρξη της παραγραφής


Με βάση τα όσα προαναφέρθηκαν σε σχέση με τη νομική βάση της αξίωσης προς αποζημίωση, για τη θεμελίωση της αξίωσης προς αποζημίωση στο άρθρ. 914 απαιτείται η συμπεριφορά του οδηγού να είναι υπαίτια και παράνομη κατά το άρθρ. 914 Α.Κ. και όχι απλώς να συνδέεται με συνθήκες που μόνο υπό το πρίσμα της αντικειμενικής ευθύνης μπορούν να γεννήσουν αξίωση προς αποζημίωση. 
Εφόσον λοιπόν η συμπεριφορά του οδηγού είναι υπαίτια και παράνομη κατ’ άρθρ. 914 Α.Κ. η αντίστοιχη αξίωση παραγράφεται σε πέντε έτη (άρθρ. 937 Α.Κ.). Η παραγραφή αυτή της αξίωσης του 
Βλ. και Α. Κρητικό όπ. παρ. σελ. 529, παρ. 1503 
ζημιωθέντος αρχίζει από την γνώση της ζημίας και του υπόχρεου προς αποζημίωση. Για την έναρξη του χρόνου παραγραφής «δεν είναι αναγκαία η πλήρης γνώση όλων των λεπτομερειών του ζημιογόνου γεγονότος και του ποσού της έκτασης της ζημίας» , αλλά «εκείνων των πραγματικών περιστατικών που παρέχουν σε αυτόν τη δυνατότητα να ασκήσει ορισμένη αγωγή εναντίον συγκεκριμένου προσώπου» και μάλιστα «με πιθανότητα επιτυχίας» . Αλλά και δεν αρκούν «απλές εικασίες, υποψίες ή εξ αμελείας άγνοια». Έτσι αν μπορούν να διαπιστωθούν το όνομα και η διεύθυνση του υπόχρεου σε αποζημίωση προσώπου, τότε ο παθών θεωρείται ότι γνωρίζει το πρόσωπο του υπόχρεου κατά το χρόνο που ερευνώντας θα μπορούσε να πληροφορηθεί τα στοιχεία αυτά. 
Εάν δε «ένα από τα στοιχεία αυτά δεν είναι γνωστό, η αξίωση παραγράφεται μετά είκοσι έτη από την τέλεση της αδικοπραξίας». 


β. Παραγραφή σε περίπτωση εξακολουθητικής ζημίας

Ολ Α.Π. 40/1996 ΕλλΔνη 37.1534, ΕφΑθ 2871/1994 ΕλλΔνη 36.703
Α.Π. 807/1997 Δ’ Τμ. ΕλλΔνη 39.88
ΕφΑθ 673/1992 ΕλλΔνη 37.105 και ΕφΑθ 2871/1994 όπ. παρ
Α.Π. 374/20001 Δ' Τμ. ΧρΙΔ 2001.417
Α.Π. 807/1997 Δ Τμ. ό. παρ. υποσ. 6

σε περίπτωση εξακολουθητικής ζημίας δεν αναγεννάται και η αξίωση αποζημιώσεως εξακολουθητικώς, αλλά γενικά η αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης που είναι μέλλουσα και μπορεί κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να προβλεφθεί, γεννάται αφότου η πράξη άρχισε να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες. Έτσι η άσκηση αγωγής «για μέρος μόνο της αξιώσεως διακόπτει την παραγραφή μόνο ως προς το μέρος αυτό». Όταν η σχετική αξίωση βεβαιωθεί τελεσιδίκως (άρθρ. 268 εδ. α΄Α.Κ.), τότε επέρχεται επιμήκυνση της πενταετούς παραγραφής του άρθρ. 937 Α.Κ. σε 20ετή αρχόμενη από την τελεσιδικία και προς το μέρος της όλης αξιώσεως για αποθετική ζημία, της αναγόμενης δηλαδή και σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση (Ολ. Α.Π. 23/1994 όπ. παρ.) . 
Αξιομνημόνευτος είναι ο νομοθετικός λόγος της θεσμοθέτησης της διάταξης του άρθρ. 268 Α.Κ. σύμφωνα με την Α.Π. 89/2002 Γ΄Τμ. 
Ολ. Α.Π. 40/1996., όπ. παρ. υποσ.5Α.Π. 1021/2001 Τμ. ΧρΙΔ 2001. 915, Ολ. Α.Π. 23/1994 ΕλλΔνη 36.577 
Ολ. Α.Π. 23/1994 όπ. παρ. υποσ. 11 ΧρΙΔ 2002.213
τελεσίδικη απόφαση δεν υφίσταται ούτε δυνατότητα αμφισβήτησής της ούτε δυσχέρεια στην απόδειξή της». Με την πάροδο του χρόνου και την εξασθένηση εξ αυτής των αποδεικτικών μέσων, δημιουργείται αβεβαιότητα, «η οποία με τη σειρά της καθιστά την απονομή δικαιοσύνης προβληματική και επισφαλή». Κατά την ίδια απόφαση, μετά τη δικαστική βεβαίωση της αξίωσης με τελεσίδικη απόφαση παύει πια να υπάρχει ανάγκη για την αποτροπή τέτοιων δυσμενών συνεπειών, η οποία αποτέλεί και το λόγο για τον οποίο καθιερώθηκαν οι διάφορες βραχυχρόνιες παραγραφές. 
Όμως, και εδώ είναι το κρίσιμο σημείο, η επιμήκυνση του χρόνου παραγραφής - αναφέρεται στις Ολ. Α.Π. 23/1994 και Ολ. Α.Π. 38/1996 - προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη αξιώσεως που δεν έχει υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχύχρονη παραγραφή, δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξίωσης, δεν επιφέρει αναβίωση της αξιώσεως και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεσθεί, λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε, χωρίς διακοπή κατ άρθρ. 261 Α.Κ.
Παράδειγμα: Την 1-1-2003 ατύχημα και τραυματισμός προσώπου με απώλεια ικανότητας για εργασία. 
Την 1-1-2004 επίδοση αγωγής αποζημίωσης με βάση το Ν.ΓϠΝ/για αποθετική ζημία λόγω ανικανότητας προς εργασία του ενάγοντος κατά το χρονικό διάστημα από το χρόνο του ατυχήματος (1-1-2003) μέχρι την 31-12-2004.
Τηνν 31-1-2006 έκδοση τελεσίδικης απόφασης με την οποία βεβαιώθηκαν (τελεσιδίκως) οι διωκόμενες με την αγωγή αξιώσεις.
Την (επομένη της έκδοσης της τελεσίδικης απόφασης) 1-2-2006 επίδοση Β αγωγής αποζημίωσης για το περαιτέρω χρονικό διάστημα ανικανότητας προς εργασία (από 1-1-2006), λόγω διαπιστούμενης στο μεταξύ αναπηρίας.
Εδώ η τελεσίδικη απόφαση εξεδόθη, αφού προηγουμένως είχαν υποπέσει στη διετή παραγραφή (του άρθρ. 7 Ν. ΓπΝ/1911) οι αξιώσεις που διώκονται με τη Β΄αγωγή και επομένως δεν υπάρχει γι αυτές επιμήκυνση της διετούς παραγραφής σε εικοσαετή (κατά τοάρθρ. 268 Α.Κ.), με αποτέλεσμα οι αξιώσεις αυτές να είναι παραγγεγραμμένες. Εάν όμως η Β αγωγή είχε ασκηθεί λ.χ. την 31-12-2004, δηλ. πριν τη συμπλήρωση διετίας από το χρόνο του ατυχήματος, τότε μετά την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης επί της Α αγωγής, οι αξιώσεις που θα διώκονταν με τη Β΄αγωγή θα υπάγονταν στην 20ετή παραγραφή. Σε αυτή την περίπτωση, μετά την άσκηση της Β αγωγής, ακόμα και αν ο χρόνος που θα μεσολαβούσε για την διενέργεια κάθε επόμενης διαδικαστικής πράξης ήταν δύο έτη, δεν 
θα μπορούσε να επέλθει εν επιδικία παραγραφή (βλ. άρθρ. 261 Α.Κ.), αφού η αξίωση που διώκεται με τη Β αγωγή έχει υπαχθεί πλέον στην 20ετή παραγραφή.
Διάφορο είναι το ζήτημα εάν στην ανωτέρω περίπτωση ο ενάγων, στη Β αγωγή επικαλείται και αποδεικνύει, ότι οι απώλεια του εισοδήματος κατά το περαιτέρω χρονικό διάστημα οφείλεται σε απρόβλεπτη επιπλοκή και επιδείνωση της υγείας του και όχι απόκλιση από την ομαλή εξέλιξη των συνεπειών που αναμένονταν από τον τραυματισμό του, που δεν έλαβαν υπόψη οι δικαστές για την έκδοση των αποφάσεων επί της προηγούμενης αγωγής, όπως προκυπτει από την ερμηνεία τους, καθόσον δεν αναμενόταν κατά το χρόνο εκείνο η επέλευσή τους, ούτε συνεκτιμήθηκαν στα πλαίσια της μελλοντικής εξέλιξης της υγείας του. 
Πάντως έχει κριθεί, ότι για την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρ. 268 Α.Κ. αρκεί η απαίτηση να έχει βεβαιωθεί δικαστικώς «και δεν απαιτείται να έχει επιδικασθεί καθ΄ορισμένο ποσό» .Ετσι η τελεσίδικη απόφαση και επί της αναγνωριστικής αγωγής με αίτημα την αναγνώριση της σχετικής αξίωσης υπαγάγει την τελευταία στην αναγνώριση της σχετικής αξίωσης υπαγάγει την τελευταία στην 20ετή παραγραφή. 
Βλ. ΕφΠειρ 340/1994 ΕΣυγκΔ 1995.514 ΜΠρΑθ 78/2003, αδημοσίευτη
Α.Π. 89/2002 ΓΤμ., ήδη αναφερθείσα στο κυρίως κείμενο και οπ. παρ. υποσ. 15 


γ. Έναρξη νέας παραγραφής 


Η αξίωση αποζημίωσης γεννάται για όλη τη ζημία παρούσα και μέλλουσα «εάν αυτή είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων». Διότι «οι επιβλαβείς συνέπειες που στηρίζονται σε μία βλαπτική πράξη ή παράλειψη παριστούν μία ενότητα έστω και αν επέρχονται με σημαντική καθυστέρηση». 
Ωστόσο αναφορικά με τις μεταγενέστερες δυσμενείς συνέπειες «οι οποίες δεν μπορούσαν από την αρχή να προβλεφθούν κατά τους κοινούς κανόνες, τότε γι αυτές ισχύει χωριστή ιδιαίτερη παραγραφή που αρχίζει από τότε που ο παθών έλαβε γνώση των νέων δυσμενών συνεπειών και της αιτιώδους συνάφειας με την αδικοπραξία». 

Ολ. Α.Π. 23/1994 υποσ. 11, ΕφΑθ 10476/1998 ΕλλΔνη 40/1620, Ολ. Α.Π. 38/1996 ΕλλΔνη 38.41
ΜπρΑθ 1096/2002 αδημοσίευτη, με παραπομπές σε ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΥ ΕρμΑΚ υπ αρθρ. 937 
αρ. 18, ΑΘ. ΚΡΗΤΙΚΟΥ «Αποζημίωση» 1992, αρ. 1114, 1119-1120 και σε ΑΠ 123/1999 αδημοσίευτη
Ολ.Α.Π. 23/1994 ΝοΒ 1996.41, Ολ. Α.Π. 40/1996 όπ. παρ. υποσ. 5, Α.Π. 38/1996 

Η πενταετής επομένως παραγραφή καταλαμβάνει τις αξιώσεις για εκείνες τις ζημίες «που μπορούν κατά την αντίληψη των συναλλαγών να προβλεφθούν το χρόνο που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας γενικά ως δυνατή συνέπεια της άδικης πράξης» .Αν όμως μεταγενέστερα «γεννήθηκαν ή έγιναν αντιληπτές επιζήμιες συνέπειες, οι οποίες προηγουμένως ήταν απρόβλεπτες και απροσδόκητες», γι΄αυτές αρχίζει νέα αυτοτελής παραγραφή, αφότου ο παθών έλαβε γνώση αυτών και της αιτιώδους συναφείας τους με την αδικοπραξία. Επομένως για την έναρξη νέας παραγραφής δεν αρκεί «απλή απόκλιση από την ομαλή εξέλιξη των συνεπειών που αναμένονταν από το ζημιογόνο γεγονός» , αλλά εξέλιξη, η οποία ήταν απρόβλεπτη κατά την αντίληψη των συναλλαγών και απροσδόκητη. 


δ. Η παραγραφή κατά τη διάταξη του εδαφίου β' του άρθρ. 937 Α.Κ. (οκταετής )



ΕλλΔνη 38.41, Α.Π. 123/1999 ΕΕΝ 2000.404, ΕφΑθ 10476/1998 όπ. παρ., 
αλλά και και Ολ. Α.Π. 23/1994 όπ. παρ. υποσ. 11 
Α.Π. 940/2001 ΔΤμ. ΕλλΔνη 42.940
Α.Π. 940/2001 ΔΤμ. όπ. παρ.
ΜΠρΑθ 78/2003 όπ. παρ.
ΕφΘεσσ 3598/1997 ΕΣυγκΔ 1998.204
Εχει κριθεί ότι όταν η πρόκληση της αδικοπραξίας είναι και ποινικώς κολάσιμη πράξη, όπως είναι τα πλημμελήματα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια ή η πρόκληση σωματικής βλάβης, τότε οι σχετικές αξιώσεις υπόκεινται στη μακρότερη παραγραφή που είναι οκταετής, συνυπολογιζομένης και της τριετούς αναστολής λόγω κύριας διαδικασίας (άρθρ. 111 παρ. 2 Π.Κ.). Ωστόσο κατά την αντίθετη νομολογία, μακρότερη δεν θεωρείται η ποινική πραγραφή επί πλημμελήματος σε σύγκριση με τη διάταξη του άρθρ. 937 Α.Κ. από το λόγο, ότι εφόσον συντρέχουν οι όροι του νόμου, με την αναστολή επί πλημμελήματος των τριών ετών του άρθρ. 113 § 3 Π.Κ. καθίσταται οκταετής, διότι το αν η ποινική παραγραφή είναι μακρότερη, προκύπτει μόνο από το άρθρ. 111 Π.Κ. και όχι από άλλες διατάξεις του Π.Κ. 
Σε σχόλιο του αρεοπαγίτη Α. Κρητικού προκρίνεται, ότι η παραγραφή της αστικής αξίωσης είναι οκταετής, όταν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει λόγος αναστολής γιατί έχει ήδη ασκηθεί ποινική διώξη και έχει επιδοθεί στο δράστη κλήση ή κλητήριο θέσπισμα. Όταν όμως δεν έχει γίνει κάτι τέτοιο, τότε η ποινική παραγραφή είναι πέντε έτη κατ΄άρθρ. 111 Π.Κ. και δεν αυξάνεται σε οκτώ. 
Η άποψη αυτή φαίνεται να είναι και η ορθότερη, αφού οδηγεί σε αποτέλεσμα σύστοιχο καταρχήν προς το σκοπό της ίδιας της παραγραφής, ως θεσμού που επιβάλλεται από το συμφέρον της 

Α.Π. 779/2002 ΔΤμ. ΕλλΔνη 2002.1687 Υπό την ΕφΘεσσ 3598/1997 ΕλλΔνη 2001.168

έννομης τάξης, η οποία απαιτεί εκκαθάριση των σχέσεων του παρελθόντος για το λόγο ότι εξασθενούν τα μέσα απόδειξης και η απονομή του δικαίου γίνεται προβληματική και επισφαλής. Για όσο λοιπόν χρονικό διάστημα ο δράστης υπόκειται στην ποινική διαδικασία και στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής εξακολουθεί να ενεργοποιείται σε βάρος του το σχετικό αποδεικτικό υλικό, θα πρέπει και ο ζημιωθείς να έχει τη δυνατότητα να ασκήσει κατ αυτού τις αστικές αξιώσεις του. 
Όμως η ίδια άποψη του έγκριτου Δικαστή και συγγραφέα δεν είναι άμοιρη προβληματισμού, αφού καταλήγει στο ότι, εάν μέσα στην πενταετία από την τέλεση του ποινικού αδικήματος ασκηθεί ποινική δίωξη και καταστεί δυνατή η έκδοση αμετάκλητης ποινικής καταδικαστικής απόφασης σε βάρος του δράστη, τότε καταλήγει ο ίδιος η ποινική παραγραφή έχει καταστεί οκταετής συνυπολογιζομένου και του χρόνου της αναστολής κατά το άρθρποινικώς κολάσιμη πράξη, όπως είναι τα πλημμελήματα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια ή η πρόκληση σωματικής βλάβης, τότε οι σχετικές αξιώσεις υπόκεινται στη μακρότερη παραγραφή που είναι οκταετής, συνυπολογιζομένης και της τριετούς αναστολής λόγω κύριας διαδικασίας (άρθρ. 111 παρ. 2 Π.Κ.). Ωστόσο κατά την αντίθετη νομολογία, μακρότερη δεν θεωρείται η ποινική πραγραφή επί πλημμελήματος σε σύγκριση με τη διάταξη του άρθρ. 937 Α.Κ. από το λόγο, ότι εφόσον συντρέχουν οι όροι του νόμου, με την αναστολή επί πλημμελήματος των τριών ετών του άρθρ. 113 § 3 Π.Κ. καθίσταται οκταετής, διότι το αν η ποινική παραγραφή είναι μακρότερη, προκύπτει μόνο από το άρθρ. 111 Π.Κ. και όχι από άλλες διατάξεις του Π.Κ. 
Σε σχόλιο του αρεοπαγίτη Α. Κρητικού προκρίνεται, ότι η παραγραφή της αστικής αξίωσης είναι οκταετής, όταν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει λόγος αναστολής γιατί έχει ήδη ασκηθεί ποινική διώξη και έχει επιδοθεί στο δράστη κλήση ή κλητήριο θέσπισμα. Όταν όμως δεν έχει γίνει κάτι τέτοιο, τότε η ποινική παραγραφή είναι πέντε έτη κατ΄άρθρ. 111 Π.Κ. και δεν αυξάνεται σε οκτώ. 
Η άποψη αυτή φαίνεται να είναι και η ορθότερη, αφού οδηγεί σε αποτέλεσμα σύστοιχο καταρχήν προς το σκοπό της ίδιας της παραγραφής, ως θεσμού που επιβάλλεται από το συμφέρον της 

Α.Π. 779/2002 ΔΤμ. ΕλλΔνη 2002.1687 .Υπό την ΕφΘεσσ 3598/1997 ΕλλΔνη 2001.168

τάξης, η οποία απαιτεί εκκαθάριση των σχέσεων του παρελθόντος για το λόγο ότι εξασθενούν τα μέσα απόδειξης και η απονομή του δικαίου γίνεται προβληματική και επισφαλής. Για όσο λοιπόν χρονικό διάστημα ο δράστης υπόκειται στην ποινική διαδικασία και στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής εξακολουθεί να ενεργοποιείται σε βάρος του το σχετικό αποδεικτικό υλικό, θα πρέπει και ο ζημιωθείς να έχει τη δυνατότητα να ασκήσει κατ αυτού τις αστικές αξιώσεις του. 
Όμως η ίδια άποψη του έγκριτου Δικαστή και συγγραφέα δεν είναι άμοιρη προβληματισμού, αφού καταλήγει στο ότι, εάν μέσα στην πενταετία από την τέλεση του ποινικού αδικήματος ασκηθεί ποινική δίωξη και καταστεί δυνατή η έκδοση αμετάκλητης ποινικής καταδικαστικής απόφασης σε βάρος του δράστη, τότε καταλήγει ο ίδιος η ποινική παραγραφή έχει καταστεί οκταετής συνυπολογιζομένου και του χρόνου της αναστολής κατά το άρθρ. 113§3 του Π.Κ. Ακόμα δηλ. και αν έχει περαιωθεί η ποινική διαδικασία με έκδοση αμετάκλητης

Α.Π. 89/2002 ΓΤμ., όπ. παρ. υποσ. 15 και 18, Φ. Τσετσέκου «Η παραγραφή και η αποσβεστική 
προθεσμία», 1991, σελ. 52, όπου και παραπομή σε Δημοσθένη «Υπέρ Φορμίωνος» 27 :«Δοκεί μοι και 
ο Σόλων ουδενός άλλου ένεκα θείναι αυτόν (ταύτης προθεσμίας νόμου) ή του μη συκοφαντείσθαι υμάς 
τοις μεν γαρ αδικουμένοις του χρόνου ενόμισε σαφέστατον έλεγχον έσεσθαι.

απόφασης σε χρόνο λ.χ. τριών ετών, τότε οι αστικές αξιώσεις πάγονται στην παραγραφή των οκτώ ετών. Η θέση αυτή αν και είναι σύμφωνη με την γραμματική διατύπωση της σχετικής διάταξης του Α.Κ. απομακρύνεται κατ’ αποτέλεσμα από τη σκέψη που οδήγησε στη θέσπισή της κατά την οποία θα ήταν παράλογο να αποκλείεται η αστική ευθύνη του δράστη, ενώ εξακολουθεί να υπάρχει η ποινική αξίωση της Πολιτείας. Διότι ενώ ο δράστης παύει πλέον να είναι εκτεθειμένος στην ποινική διαδικασία με την αμετάκλητη καταδίκη του, εξακολουθεί να είναι εκτεθειμένος στις αστικές αξιώσεις που θα παραγραφούν μετά την παρέλευση οκταετίας. Από την άλλη ενδεχόμενη τελολογική-συσταλτική ερμηνεία της ίδιας διάταξης, ώστε να καταλαμβάνει μόνο τις περιπτώσεις που οι αστικές αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν και μετά το πέρας της πενταετίας και μέχρις ότου εκδοθεί η αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση και όχι τις περιπτώσεις που η αμετάκλητη καταδίκη έχει ήδη επέλθει εντός της πενταετίας, θα προσκρούει ευθέως στην ίδια τη γραμματική διατύπωση της διάταξης κατά την οποία για την αστική αξίωση θα ισχύσει η «μακρότερη παραγραφή» του ποινικού νόμου.
ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ-ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΥ ΕρμΑΚ υπ άρθρ. 937 παρ. 44.



ΙV. Η παραγραφή της αξίωσης του τρίτου-ζημιωθέντος κατά του ασφαλιστή


α. Διετής παραγραφή κατ άρθρο 10 παρ. 2 Ν. 489/1976



Σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 489/1976, η από την ασφαλιστική σύμβαση ιδιαίτερη αξίωση του ζημιωθέντος προσώπου κατά του ασφαλιστή παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος. Αναφορικά με το χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής ισχύουν και εδώ τα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω για το χρόνο της παραγραφής της παραγραφής που προβλέπεται από το άρθρ. 7 του Ν. ΓπΝ/1911. Επομένως ούτε και εδώ έχει σημασία εάν και πότε λαμβάνει γνώση της ζημίας ο ζημιωθείς, αφού εναρκτήριο σημείο της παραγραφής είναι η ημέρα του ατυχήματος. 
Ωστόσο επειδή ο νομοθέτης στο σχετικό άρθρο έχει διατυπώσει την επιφύλαξη των περί αναστολής και διακοπής της παραγραφής κειμένων διατάξεων, η διετής παραγραφή ως προς την έναρξή της καλύπτει την περίπτωση της προβλεπτής από την αρχή ζημίας του παθόντος. Δεν εφαρμόζεται «αν η ζημία είναι από την αρχή απρόβλεπτη, όπως τούτο δύναται να συμβεί επί απρόβλεπτης, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδεινώσεως της υγείας του παθόντος». Επομένως η παραγραφή της αξίωσης «κατά της ασφαλιστικής εταιρίας ή του Επικουρικού Κεφαλαίου τρέχει από το χρόνο του ατυχήματος για όλες τις επελθούσες και μέλλουσες ζημίες εκτός εκείνων των οποίων δεν είναι δυνατή η πρόβλεψη κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων», και για τις οποίες ξεκινά νέος χρόνος παραγραφής αφότου ο παθών έλαβε γνώση αυτών και της αιτιώδους συναφείας τους με την αδικοπραξία του ασφαλισμένου. Ισχύουν δηλ. και εδώ όσα έχουν αναφερθεί υπό ΙΙΙ.γ.




β. Παραγραφή πενταετής θεμελιούμενη στη σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους


Α.Π. 1021/2001 ΔΤμ. ΧρΙΔ 2001. 915. ΕφΑθ 10476/1998 όπ. παρ., ΜπρΑθ 1096/2002 αδημοσίευτη

Κατά το άρθρο 43 παρ. 6 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), το αυτοκίνητο που προκάλεσε το ατύχημα δεν κρατείται από την Αστυνομική Αρχή (άρθρ. 11 Ν. ΓπΝ/1911), αν ο οδηγός του καταθέσει αποδεικτικό ασφάλισης της αστικής του ευθύνης, το οποίο συνιστά δήλωση του ασφαλιστή ότι αναδέχεται να καταβάλει στον παθόντα αποζημίωση. 
Έχει λοιπόν νομολογηθεί ότι η κατάθεση βεβαίωσης ασφάλισης από αναγνωρισμένη στην Ελλάδα ασφαλιστική εταιρία αποτελεί κατά πλάσμα του νόμου πρόταση της ασφαλιστικής εταιρίας που εξέδωσε τη βεβαίωση, σύμφωνα προς την οποία, απευθυνόμενη αορίστως προς τους δικαιούχους αποζημιώσεως τρίτους σε περίπτωση πραγματώσεως ασφαλιστικού κινδύνου, ο προτείνων ασφαλιστής προσφέρεται να ικανοποιήσει» τις αξιώσεις των τρίτων. Με την αποδοχή της πρότασης αυτής, που μπορεί να γίνει και με την έγερση αγωγής κατά του ασφαλιστή, καταρτίζεται σύμβαση σωρρευτικής αναδοχής, η οποία ιδρύει, σύμφωνα με τα άρθρ. 361 και 477 Α.Κ. άμεση ευθύνη του αναδεχόμενου απέναντι στο πρόσωπο που ζημιώθηκε.
Α.Π. 934/1993 ΕλλΔνη 35.1504, ΕφΠειρ 1070/1995 ΕσυγκΔ 1996.490 και πιο πρόσφατες οι
ΕφΠατρ/2000 ΕπισκΕΔ 2000. 708 και η ΕφΠατρ 309/2000 ΕπισκΕΔ 2000.713, με παρατηρήσεις της Θ.Ν. 
Νικάκη και παραπομπή σε σχετική νομολογία και αρθρογραφία.

Η θέση αυτή επιμηκύνει χρονικά την ευθύνη του ασφαλιστή έναντι του τρίτου, του οποίου η αξίωση έναντι του ασφαλιστή δεν υπόκειται σε διετή παραγραφή, αλλά υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις και εφόσον βέβαια ο ζημιώσας – ασφαλισμένος βαρύνεται με αδικοπρακτική ευθύνη, σε πενταετή . 
Επειδή αφετηρία της σχετικής θέσης είναι η διάταξη του άρθρ. 43 παρ. 6 του Ν. 2696/1999 που υπάρχει στο κείμενο του Κ.Ο.Κ. ήδη από το Ν. 614/1977, έχει επιχειρηθεί η συστηματική ιστορική της ερμηνεία σε σχέση με αυτή του άρθρ. 10 § 2 του Ν. 489/1976. 

Η παραδοχή ότι σε κάθε περίπτωση με την κατάθεση του αποδεικτικού ασφάλισης δημιουργείται σωρευτική αναδοχή χρέους και επομένως η παραγραφή των αξιώσεων κατά του ασφαλιστή μπορεί να μετατοπιστεί από τη διετία στην πενταετία, δημιουργεί τελικώς ανασφάλεια δικαιίου, αφού έρχεται σε αντίθεση με τη διάταξη του άρθρ. 10 § 2 του Ν. 489/1976, με αποτέλεσμα ο ασφαλιστής να μην γνωρίζει το χρόνο παραγραφής των αξιώσεων των τρίτων σε βάρος του. Για όσο χρόνο οι επίμαχες διατάξεις θα εξακολουθούν να ισχύουν παράλληλα, προκριτέα είναι η θέση ότι επίκληση της σωρευτικής αναδοχής εκ μέρους του ασφαλιστή μπορεί να γίνει μόνον στην περίπτωση κατά την οποία αν και προ του ατυχήματος δεν υπήρχε ενεργός ασφάλιση, ωστόσο εκ των υστέρων εμφανίζεται ασφαλιστής, ο οποίος τελικά δια της προμήθειας του ασφαλισμένου του με αποδεικτικό ασφάλισης, αναδέχεται σωρευτικά το χρέος. 



V. Η παραγραφή της αξίωσης του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή (άρθρ. 10 ΑσφΝ 2496/1997)
α. Χρόνος έναρξης παραγραφής




Κατά το άρθρ. 10 του ΑσφΝ 2496/1997 οι αξιώσεις που πηγάζουν από την ασφαλιστική σύμβαση παραγράφονται στις ασφαλίσεις ζημιών μετά από τέσσερα έτη και στις ασφαλίσεις προσώπων μετά από πέντε έτη από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν.
Η διάταξη αυτή αφορά στις σχέσεις ασφαλισμένου και ασφαλιστή 
Βλ. Αθ. Κρητικό, όπ. παρ., σελ. 724 παρ. 2143 με αναφορά στην ΕφΝαυπλ 134/1990 ΕσυγκΔ 1992,245

Η διάταξη αυτή αφορά στις σχέσεις ασφαλισμένου και ασφαλιστή και συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, στην αξίωση καταβολής της ασφαλιστικής αποζημίωσης.
Η έναρξη παραγραφής είναι το τέλος του έτους στο οποίο γεννήθηκε η ασφαλιστική αξίωση. Έτσι εάν ο ασφαλιστικός κίνδυνος επήλθε την 1η Απριλίου του έτους 2003, ο χρόνος έναρξης της παραγραφής είναι η 1η Ιανουαρίου του έτους 2004 και ο χρόνος συμπλήρωσής της η 31η Δεκεμβρίου του έτους 2007 εάν πρόκειται για ασφάλιση ζημιών ή του έτους 2008 εάν πρόκειται για ασφάλιση προσώπων. 
Ειδικότερα ως προς το χρόνο έναρξης παραγραφής της αξίωσης του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή στην περίπτωση της ασφάλισης αστικής ευθύνης, δεν υπάρχει ομοφωνία. Κατά μία άποψη ως πραγματοποίηση του ασφαλιστικού κινδύνου που ενεργοποιεί την αξίωσην του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή είναι η επίδοση στον ασφαλισμένο από τον ζημιωθέντα τρίτο της αγωγής αποζημίωσης,
διότι έκτοτε καθίσταται δυνατή η δικαστική επιδίωξη της αξιώσεως του ασφαλισμένου έναντι του ασφαλιστή, έστω και αν δεν έχει προσδιορισθεί με δικαστική απόφαση το μέγεθος της αξιώσεως του τρίτου. 
Η άλλη άποψη υποστηρίζει ότι η παραγραφή της αξίωσης του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή του δεν αρχίζει από τότε που ασκήθηκε η αγωγή του τρίτου, αλλά αφότου κατέστη τελεσίδικη η σε βάρος του ασφαλισμένου απόφαση που έκανε δεκτή την αγωγή του τρίτου. Κατά τη δεύτερη άποψη «η εκδοχή ότι η παραγραφή υπέρ 
Βλ. Αθ. Κρητικό «Αποζημίωση» Γ’ έκδ., αρ. 1879 επ., ΕφΑθ 6132/1982 ΝοΒ 1983.65, όπου και περαιτέρω παραπομπή σε σχετική νομολογία, Α.Π. 728/1985 ΝοΒ 34.563, ΕφΑθ 4387/1993 Τρ. 
Νομ. Πλ. «Νόμος», Α.Π. 1596/1995 Δ’ Τμ. ΕλλΔνη 38.1060, ΕφΑθ 1962/1995 ΕΣυγκΔ 1997.45, 
ΕφΑθ81/1995 ΕΣυγκΔ 1996.501, Α.Π. 277/1999 ΕΕμπΔ 1999.546, ΕφΠειρ 258/2001 ΕΕμπΔ 
2001.523, ΕφΑθ 7854/2001 ΕλλΔνη 43.171
ΕφΘεσσ 2284/1998 ΕλλΔνη 39.1651, όπου και παραπομπές στις ΕφΑθ 7178/1978 ΕΣυγκΔ 15.231 
και ΕφΑθ 7197/1974 ΕΣυγκΔ Γ/1989

του ασφαλιστή αρχίζει από τότε που ασκήθηκε η αγωγή του τρίτου, οδηγεί στο άτοπο αποτέλεσμα να αρχίζει παραγραφή άγνωστης και μη άμεσης δικαστικά επιδιώξιμης απαίτησης».



β. Η πλαγιαστική αγωγή του ζημιωθέντος τρίτου κατά του ασφαλιστή του ζημιώσαντος



Η άσκηση πλαγιαστικής αγωγής στον κλάδο του δικαίου των αποζημιώσεων λόγω ατυχημάτων, εμφανίζεται όταν έχει υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρ. 10 Ν. 489/1976 η κατά του ασφαλιστή αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου, όμως - και τονίζεται αυτό - δεν έχει ακόμα συμπληρωθεί η πενταετής κατ’ άρθρ. 937 Α.Κ. παραγραφή της αξίωσης κατά του ζημιώσαντος. 
Η αναφορά της νομολογίας - κατά το χρόνο ισχύος του ΕμπΝ (κατά τον οποίο ο χρόνος παραγραφής της αξίωσης του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή ήταν τριετής) - στο ότι η πλαγιαστική αγωγή μπορεί να ασκηθεί όταν έχει υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 10 του Ν. 489/1976 η κατά του ασφαλιστή αξίωση του παθόντος τρίτου, "όμως δεν έχει ακόμα συμπληρωθεί η τριετής", κατ' άρθρ. 195 ΕμπΝ παραγραφή (αντίστοιχη ήδη η διάταξη του άρθρ. 10 Ν. 2496/1997)", γινόταν για τον εξής λόγο: εάν είχε 
ΕφΑθ 8038/1981 Αρμ 36.307, ΕφΑθ 1065/1974
ευθεία αγωγή κατά του ασφαλισμένου και μόνο, τότε μετά το πέρας τριετίας από την άσκησή της, δεν υπήρχε δυνατότητα άσκησης της πλαγιαστικής, αφού η ασφαλιστική αξίωση του ασφαλισμένου - που γεννήθηκε με την επίδοση σε αυτόν της αγωγής του τρίτου - είχε πλέον παραγραφεί. Είναι αυτονόητο ότι η παραγραφή της πλαγιαστικής αγωγής κατά τα ανωτέρω προϋποθέτει την παραδοχή ότι η παραγραφή της ασφαλιστικής αξίωσης του ασφαλισμένου αρχίζει όχι με την τελεσίδικη απόφαση με την οποία καταδικάζεται να καταβάλει στον τρίτο, αλλά ήδη από την επίδοση σε αυτόν της αγωγής του τρίτου (κατά την πρώτη προεκτεθείσα άποψη).
Όμως στην πράξη, όταν δεν έχει ασκηθεί αγωγή κατά της ασφαλιστικής εταιρίας δεν έχει συνήθως ασκηθεί αγωγή ούτε κατά του ζημιώσαντος ασφαλισμένου, οπότε, στην περίπτωση αυτή έχει ξεκινήσει μεν ο χρόνος παραγραφής για την αξίωση του τρίτου κατά του ζημιώσαντος - ασφαλισμένου από το χρόνο του ατυχήματος (είτε κατ’ άρθρ. 7 του Ν. ΓπΝ/1911, είτε κατά το άρθρ. 937 του Α.Κ.), όμως δεν έχει ξεκινήσει ο χρόνος παραγραφής του ζημιώσαντος ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή του, αφού δεν έχει επιδοθεί ακόμα σε αυτόν η αγωγή του τρίτου. 
Όταν λοιπόν δεν έχει ακόμα παραγραφεί κατά το άρθρο 937 Α.Κ. η αξίωση του ζημιωθέντος κατά του ζημιώσαντος (και εφόσον βέβαια ο τελευταίος μπορεί να θεωρηθεί ότι ευθύνεται και κατά τις 
βλ. ανωτέρω υπό ΙΙ.α.), είναι δυνατή η άσκηση της πλαγιαστικής αγωγής.

Πρώτη λοιπόν και βασική προϋπόθεση για την ευδοκίμηση της πλαγιαστικής αγωγής είναι να μην έχει παραγραφεί η αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου κατά του αδικοπραγήσαντος. Μετά επομένως την παρέλευση διετίας (άρθρ. 10 Ν. 489/1976) και πριν από τη παρέλευση πενταετίας (άρθρ. 937 Α.Κ.), είναι δυνατή από το ζημιωθέντα η άσκηση καταρχήν της ευθείας αγωγής κατά του αδικοπραγήσαντος, με την κοινοποίση της οποίας ξεκινά - κατά την προεκτεθείσα πρώτη άποψη - και ο χρόνος παραγραφής της αξίωσης του τελευταίου κατά του ασφαλιστή του και στη συνέχεια η άσκηση από το ζημιωθέντα της πλαγιαστικής αγωγής κατά του ασφαλιστή.
Ωστόσο είναι δυνατή η σώρευση στο ίδιο δικόγραφο της ευθείας και της πλαγιαστικής αγωγής, όμως το δικόγραφο της αγωγής αυτής πρέπει να επιδοθεί προηγουμένως στον «δανειστή» του ασφαλιστή, δηλ. στον ασφαλισμένο, προκειμένου να θεωρηθεί ότι έτσι επήλθε ο 

Α.Π. 1656/2002 ΔΤμ. Τρ. Νομ. Πλ. «Νόμος», ΕφΑθ 2876/1988 ΕΣυγκΔ 1993.162, ΕφΑθ4293/1992
ΕσυγκΔ1993.159, ΕφΑθ 7774/1993 ΕλλΔνη 36.1592, ΕφΑθ 1962/1995 ΕσυγκΔ 1997.45, 
ΕφΑθ 8981/2001 ΕλλΔνη 2001.750, ΕφΠειρ 258/2001 ΕΕμπΔ 2001.523 

ασφαλιστικός κίνδυνος ως προς αυτόν, ώστε να γεννάται αξίωσή του για σφαλιστική κάλυψη, την οποία εν συνεχεία με το ίδιο δικόγραφο ασκεί πλαγιαστικώς κατά της ασφαλιστικής εταιρίας ο ζημιωθείς τρίτος. Γίνεται λοιπόν δεκτό, ότι εφόσον το δικόγραφο στο οποίο σωρεύεται η ευθεία αγωγή και η πλαγιαστική επιδίδεται πρώτα στον ασφαλισμένο και έπειτα στον ασφαλιστή του, τότε αφενός μεν επέρχεται η ασφαλιστική περίπτωση και γεννιέται η αξίωση ελευθερώσεως του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή και αφετέρου συντρέχουν με αυτόν τον τρόπο οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρ. 72 ΚΠολΔ, οπότε η σχετική πλαγιαστική αγωγή είναι παραδεκτή. 

Η contra νομολογία απορρίπτει τη σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο πλαγιαστική αγωγή με την αιτιολογία ότι έχει ασκηθεί προώρως, διότι δεν πρόλαβε ακόμα να εκδηλωθεί η - κατ' άρθρ. 72 ΚΠολΔ - αδράνεια του ασφαλισμένου ως προς την άσκηση των αξιώσεών του κατά του ασφαλιστή, αφού ταυτόχρονα με τον ασφαλιστικό κίνδυνο (κοινοποίηση της ευθείας αγωγής στον τρίτο) ασκείται πλαγιαστικώς και το δικαίωμα του τρίτου (κατά του ασφαλιστή του). Κατά την άποψη αυτή η αδράνεια του ασφαλισμένου, που μπορεί να δικαιολογήσει 
Α.Π. 1656/2002 ΔΤμ. Τρ. Νομ. Πληρ. «Νόμος»
ΕφΑθ 9395/2000 ΕλλΔνη 2001.447 και ΕφΑθ 7854/2001 ΕλλΔνη 2002.171
δικαιολογήσει άσκηση πλαγιαστικής αγωγής, θα εκδηλωθεί, μόνο όταν ο παθών τρίτος περιοριστεί στην άσκηση ευθείας μόνον αξιώσεως κατά του ασφαλισμένου μετά από την οποία δύναται να νοηθεί αδράνεια του δικαιούχου. 
Η προσφυγή στην "αρχή της οικονομίας της δίκης" που διέπει το δικονομικό μας σύστημα (βλ. άρθρ. 246 ΚπολΔ, αλλά και άρθρ. 31), μπορεί να δικαιολογήσει την στο ίδιο δικόγραφο σώρευση της ευθείας αγωγής (κατά του ασφαλισμένου) και της πλαγιαστικής αγωγής, αφού και αν ασκηθεί μόνον η ευθεία αγωγή, θα ενωθεί προς συνεκδίκαση κατά το άρθρ. 246 ΚΠολΔ, είτε με τη μεταγενέστερη πλαγιαστική αγωγή που θα ασκήσει ο τρίτος, είτε με τη μεταγενέστερη παρεμπίπτουσα αγωγή του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή του.




VI. Η παραγραφή των αξιώσεων κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου




Σύμφωνα με το άρθρ. 19 § 2 Ν. 489/1976, η αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου (ε.κ.) είναι διετής με αφετηρία το χρόνο του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των διατάξεων περί αναστολής και διακοπής της παραγραφής. Καταρχήν λοιπόν, mutatis mutandis ισχύουν και εδώ όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί σχετικά με την έναρξη της παραγραφής (υπό ΙΙΙ.α.), την πα-ραγραφή σε περίπτωση εξακολουθητικής ζημίας (υπό ΙΙΙ.β.) και την έναρξη νέας παραγραφής (υπό ΙΙΙ.γ.). Τα προβλήματα που προκύπτουν στην πρακτική αφορούν στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες το ε.κ. ενάγεται για το λόγο ότι το ζημιογόνο όχημα ήταν ανασφάλιστο. Ο ενάγων δεν έχει τη δυνατότητα πρόσβασης στην ασφαλιστική εταιρία, ώστε να διαπιστώσει εάν πράγματι υπήρχε κατά το χρόνο του ατυχήματος έγκυρη σύμβαση ασφάλισης ή ακόμα, εάν είχαν τηρηθεί οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις σε περίπτωση λύσης της. Όταν λοιπόν μετά το πέρας τουλάχιστον δύο ετών από το ατύχημα θα εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση με την οποία θα απρρίπτεται η αγωγή κατά της ασφαλιστικής εταιρίας που κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος ασφάλιζε το ζημιογόνο όχημα, τότε θα έχει παραγραφεί και η αξίωσή του κατά του ε.κ., μόνη διέξοδος στην περίπτωση αυτή, και εφόσον δεν θα έχει παρέλθει πενταετία από το χρόνο του ατυχήματος, είναι η άσκηση πλαγιαστικής αγωγής.
Ορθά λοιπόν έχει διατυπωθεί η άποψη ότι ως προς την παραγραφή της αξίωσης κατά του ε.κ. πρέπει να θεσπισθεί ως χρόνος ενάρξεώς της αυτός κατά τον οποίο διαπιστώνεται κατά τρόπο βέβαιο ότι το όχημα είναι ανασφάλιστο.Ωστόσο μέχρι τότε και προς αποφυγή του σχετικού αδιεξόδου, δεν φαίνεται να προκαλεί προβλήματα η ταυτόχρονο άσκηση δύο αγωγών: μία κατά του ε.κ. και δεύτερη κατά της ασφαλιστικής εταιρίας , και περαιτέρω η ένωση και συνεκδίκασή τους, αφού η άσκηση μίας αγωγής κατά των δύο δημιουργεί προβληματα αντιφατικότητας των βάσεων της αγωγής.
Αθ. Κρητικό όπ. παρ. σελ. 778, παρ. 2317
Έτσι η ΜπρΑθ 796/2000 (αδημοσίευτη) ένωσε και συνεκδίκασε τις δύο αγωγές και στη συνέχεια 
απέρριψε την αγωγή κατά του ε.κ. και έκανε δεκτή κατ ουσίαν αυτή που στρεφόταν κατά της 
ασφαλιστικής εταιρίας, διότι αποδείχτηκε τελικώς, ότι η ασφαλιστική σύμβαση δεν είχε λυθεί 
σύμφωνα με τις διατυπώσεις της Κ4/585/1978 ΑΥΕ.
Αθ. Κρητικό όπ. παρ. σελ., παρ. 2329

Η ΠΛΑΝΗ ΣΤΗΝ ΕΚΘΕΣΗ ΑΥΤΟΨΙΑΣ ΤΡΟΧΑΙΟΥ ΑΤΥΧΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΤΡΟΧΑΙΑΣ
ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΚΟΣΤΟΣ ΤΡΟΧΑΙΩΝ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ ΥΠΟ ΤΟΥ Κου Χρήστου Γκλαβόπουλου Μηχανολόγου-Ηλεκτολόγου-Μηχανικού BSc,MSc,Mέλος το0υ Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος-Αγγλίας-Δικαστικός Πραγματογνώμονας

Τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα από Τροχαία ατυχήματα (εκτός από τους 32,000 τραυματίες και 2,000 θανόντες) κατά μέσο όρο έχουμε ετήσιο κοινωνικοοικονομικό κόστος 115 δις δραχμές (βλ.Κ.Μαρκάκης, ενημερωτικό δελτίο ΤΕΕ τεύχος 1926/7). Το κόστος αυτό ορίζεται σαν το κόστος αποζημιώσεων θετικών ζημιών (υλικές ζημίες, σωματικές βλάβες) και αποθετικών ζημιών (απώλεια εισοδήματος, ηθική βλάβη κλπ). Ο κοινωνικός αντίκτυπος μιας ζημίας προκύπτει από την απώλεια ανθρώπινου δυναμικού και από το αυξημένο κόστος ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Στα ανωτέρω ποσά δεν συνυπολογίζεται η απώλεια ανθρώπινης ζωής, η οποία σαν αγαθό έχει ανεκτίμητη αξία. Το υλικό κόστος : 

- είτε αποζημιώνεται από Ασφαλιστική Εταιρεία οπότε αυτή για να καλύψει την αποζημίωση θα πρέπει μακροπρόθεσμα να αυξήσει τα ασφάλιστρα που σημαίνει επιβάρυνση του τελικού καταναλωτή 

- είτε το επιβαρύνονται τα Ασφαλιστικά Ταμεία τα οποία και για να επιβιώσουν θα πρέπει μακροπρόθεσμα να αυξήσουν τις εισφορές προς αυτά που και πάλι σημαίνει επιβάρυνση του τελικού καταναλωτή 

Η κάθε πρόσθετη επιβάρυνση του τελικού καταναλωτή επηρεάζει δυσμενώς την Εθνική Οικονομία. Ο περιορισμός των Τροχαίων Ατυχημάτων εκτός από τον περιορισμό στην απώλεια ανθρώπινης ζωής έχει και μακροπρόθεσμη Εθνική σημασία. 

Η απόδοση ευθύνης σε εκείνον που πραγματικά την φέρει : 

- κατανέμει το κόστος στους πραγματικά υπευθύνους 

- παραδειγματίζει και νουθετεί 

- συμβάλλει στην δημιουργία ενός κράτους δικαίου και δημοκρατικού 

ΕΝΑΣ ΑΚΟΜΗ ΤΡΟΠΟΣ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ 

Μετά από έκκληση της Τροχαίας και της Ελληνικής Αστυνομίας για μια ειλικρινή συνεργασία με πολίτες και φορείς αλλά και λόγω της μακράς μας εμπειρίας στις έρευνες Τροχαίων Ατυχημάτων, αποφασίσαμε ότι έπρεπε να παρέμβουμε με το παρόν άρθρο για να αναδείξουμε έναν ακόμη καθοριστικό παράγοντα που εάν ελεγχθεί σωστά και σε βάθος θα συντελέσει στο να αποδίδονται "τα του Καίσαρος τω Καίσαρι" με μακροπρόθεσμο στόχο την μείωση των Τροχαίων ατυχημάτων. Ο παράγοντας αυτός είναι η ορθή σύνταξη του εντύπου ΕΚΘΕΣΗ ΑΥΤΟΨΙΑΣ ΤΡΟΧΑΙΟΥ ΑΤΥΧΗΜΑΤΟΣ (υπόδειγμα ΤΡ14 τυπογραφείου της Αστυνομίας). 

Το έντυπο ΤΡ14 συμπληρώνεται σήμερα από αρμόδιο βαθμοφόρο της Τροχαίας μετά συνήθως από ένα τροχαίο ατύχημα στο οποίο υπάρχουν τραυματισμοί ή θάνατοι. Δεν είναι ωστόσο βέβαιο ότι ο προανακριτικός υπάλληλος έχει τις απαραίτητες γνώσεις ώστε να είναι ακριβής η αυτοψία, δεδομένου ότι η εκπαίδευση με το αντικείμενο είναι ελλιπής έως ανύπαρκτη. 

Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα πολλές φορές τα Ελληνικά Δικαστήρια να εκδίδουν εσφαλμένη απόφαση αφού η κρίση τους είναι στηριγμένη σε ελλιπή στοιχεία. Εκ των πραγμάτων βεβαίως είναι υποχρεωμένα να δεχθούν ως γνήσια την έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας η οποία φέρει τον χαρακτηρισμό του Δημοσίου εγγράφου και μόνο ως πλαστή προσβάλλεται. Υπάρχουν όμως φωτεινά παραδείγματα Δικαστών οι οποίοι δέχονται (με τεκμηριωμένη τεχνική αντέκθεση) ότι η έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας δεν αποδίδει τα πραγματικά δεδομένα του συμβάντος. 

Κάθε φορά όμως που αμφισβητείται και δεν λαμβάνεται υπ'όψη η έκθεση αυτοψίας και σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, δίδεται ένα ακόμη σοβαρό πλήγμα στην αξιοπιστία της Τροχαίας και των θεσμών. 

Οι καταθέσεις των αυτόπτων μαρτύρων και των άμεσα εμπλεκομένων σε κάποιο τροχαίο ατύχημα δεν πρέπει να είναι οι μοναδικές αποδείξεις που θα χρησιμοποιούνται για την σύνταξη της έκθεσης αυτοψίας της Τροχαίας. Αντίθετα κάθε κατάθεση εμπλεκόμενου ή όχι σε Τροχαίο ατύχημα πρέπει να ελέγχεται με βάση τα ακλόνητα τεχνικά στοιχεία της επιτόπιας αυτοψίας. 

Σύμφωνα με τον κο Σπ.Γεωργούση συνταγματάρχη χωροφυλακής εα : "Κάποιος Βέλγος ο οποίος εξέτασε 455 περιπτώσεις ανακρίσεως τροχαίων ατυχημάτων διαπίστωσε ότι στις 92% των περιπτώσεων, οι μάρτυρες που ήταν κάτοχοι και οδηγοί αυτοκινήτων έδωσαν δίκαιο στον οδηγό του εμπλακέντος οχήματος ενώ 99% των μαρτύρων που δεν ήταν κάτοχοι και οδηγοί αυτοκινήτων, τάχθηκαν με το μέρος του πεζού. Η αστυνομία των Βρυξελλών οργάνωσε εικονικό τροχαίο ατύχημα σε μία κεντρική πλατεία το οποίο και φωτογράφησαν αστυνομικά όργανα που ευρίσκοντο σε γύρω στέγες οικιών. Αποτέλεσμα : 26 άτομα που είχαν στραμμένα τα νώτα τους στο σημείο όπου έγινε η σύγκρουση δήλωσαν ότι είχαν παραστεί μάρτυρες σε όλες τις φάσεις του. Από αυτούς 20 ήταν πεζοί και κατέθεσαν υπέρ του κατηγορούμενου πεζού οι δε άλλοι ήταν κάτοχοι και οδηγοί οχήματος και κατέθεσαν υπέρ του οδηγού. Που μπορεί να βρει κανείς τέτοια αλληλεγγύη τάξεων ?" 

Η σύνταξη της έκθεσης και του σχεδιαγράμματος αυτοψίας καθώς και τα κάθε είδους συμπεράσματα πρέπει να βασίζονται σε πραγματικά τεχνικά και αδιαμφισβήτητα δεδομένα. Η μελέτη των τεχνικών καταγραφών και ο συνδυασμός αυτών αποτελεί εργασία επιστημονικού κύρους αφού βασίζεται και σε βαθιά γνώση των νόμων της φυσικής και της μηχανικής. 

Υπάρχουν αποφασιστικά ερωτηματικά τεχνικής φύσεως τα οποία τίθενται σε κάθε έρευνα τροχαίου ατυχήματος. Οι απαντήσεις σήμερα δίδονται από τον αρμόδιο βαθμοφόρο της Τροχαίας που έχει αναλάβει την σύνταξη της έκθεσης ΑΥΤΟΨΙΑΣ ΤΡΟΧΑΙΟΥ ΑΤΥΧΗΜΑΤΟΣ. Μερικά από τα ερωτηματικά είναι : 

- Γιατί να προκύπτει η ταχύτητα οχήματος πριν και κατά την σύγκρουση μόνο από τα ίχνη πεδήσεως επί του οδοστρώματος ? Και εάν το όχημα είχε ABS τι γίνεται? 

- Γιατί δεν χρησιμοποιήθηκαν ειδικά προγράμματα ηλεκτρονικού υπολογιστή για τον προσδιορισμό της ταχύτητας των οχημάτων που ενεπλάκησαν με βάση την παραμόρφωση του αμαξώματος ? 

- Ελέγχθηκε η απότομη ρήξη ελαστικού τροχού, έγινε έλεγχος και μέτρηση του πάχους πέλματος όλων των ελαστικών των οχημάτων ? Συντάχθηκε σχετικός πίνακας ευρημάτων μετά από έλεγχο των ελαστικών του οχήματος ? 

- Το 90% περίπου των εκθέσεων αυτοψίας της Τροχαίας αναγράφει ως συντελεστή τριβής τον 0.70 για όλους τους Ελληνικού δρόμους. Γιατί δεν ανεγράφη 0.6 ή 0.5 ? Γιατί δεν συντάχθηκε το Δελτίο Ιχνών Τροχοπεδήσεως Οδικού Τροχαίου Ατυχήματος όπου προβλέπεται δοκιμαστική τροχοπέδηση ? 

- Ελήφθησαν φωτογραφίες αμέσως μετά το συμβάν ? 

- Εγινε έλεγχος του οδοστρώματος για την πρόσφυση του οχήματος ? 

- Εγινε έλεγχος του συστήματος ενεργοποίησης του αερόσακου ? Μήπως δεν λειτούργησε η θρυαλίτιδα ενεργοποίησης αφού ήταν ελαττωματική ? 

- Εγινε έλεγχος εάν τα φώτα του οχήματος/φλας ήταν αναμμένα πριν το συμβάν ? Συντάχθηκε σχετικός πίνακας ευρημάτων μετά από έλεγχο των λαμπτήρων του οχήματος ? 

- Καταγράφηκε ο τύπος των λαμπτήρων των οχημάτων ώστε να διαπιστωθεί η απόσταση που φωτίζουν τα φώτα πορείας και οι προβολείς ? 

- Εγινε έλεγχος του καθαρού και του μεταφερόμενου (μικτού) βάρους του φορτηγού και διασταύρωση με τα επιτρεπόμενα βάρη σύμφωνα με την άδεια κυκλοφορίας ? 

- Εγινε έλεγχος της άδειας ρυμούλκησης και διασταύρωση με τα τεχνικά στοιχεία του ρυμουλκούμενου (βάρος, άξονες, διαστάσεις κλπ) ? 

- Εγινε σωστά ο έλεγχος του δίσκου ταχογράφου και του ιδίου του ταχογράφου ? 

- Εγινε έλεγχος της καταλληλότητας πρόσδεσης του φορτίου στην πλατφόρμα του φορτηγού ? 

- Εγινε έλεγχος του φορτίου και διασταύρωση με τις απαιτούμενες άδειες βάσει σύμβασης ADR για επικίνδυνα φορτία ? 

- Εγινε συνταύτιση των σημείων τραυματισμού των επιβαινόντων με την υποτιθέμενη κίνηση του οχήματος κατά την σύγκρουση ? (τραυματισμοί δεξιά, σημείο σύγκρουσης οχήματος αριστερά). 

- Ελέγχθηκε βάσει ταχύτητας, χρόνου αντίδρασης και χρόνου απόκρισης φρένων η μη τήρηση αποστάσεως ασφαλείας ? 

- Ελέγχθηκε η επικίνδυνη στάθμευση τρίτων ή τα κλαδιά δένδρων που απέκρυπταν την ορατότητα ή τον φωτεινό σηματοδότη ή την πινακίδα STOP ? 

- Ελέγχθηκε εάν το παρμπρίζ ήταν βρώμικο ή δεν υπήρχαν καθρέπτες για οπίσθιο έλεγχο ? 

- Ελέγχθηκε η ορθή αποφευκτική ενέργεια δηλ. το φρενάρισμα, η επιτάχυνση, η στροφή τιμονιού, ο υποβιβασμός ταχύτητας, η κίνηση προς το άκρο της οδού ή η χρήση ηχητικών οργάνων ? Αναγράφηκε ποια έπρεπε να είναι η ορθή αποφευκτική ενέργεια και γιατί ? 

- Ελέγχθηκε η εσφαλμένη αποφευκτική ενέργεια δηλ. η πίεση πεντάλ γκαζιού αντί του φρένου από σύγχυση ή από αυτοπεποίθηση, το γλίστρημα του ποδιού από το πεντάλ φρένου εξαιτίας ύπαρξης ολισθηράς ουσίας (λάδια κλπ) ? 

- Ελέγχθηκε η όραση του οδηγού, η ακοή, η αρτιμέλεια, η λειτουργικότητα των άκρων του, η εξάντληση, η νοητική κατάστασή του, η υπερκόπωση ή κάποια κρίση του (πχ επιληψία, κατάθλιψη, έμφραγμα κλπ) ? 

- Ελέγχθηκε η απότομη ρήξη τροχού, η παράλειψη καλής επισκευής ή εξοπλισμού του αυτοκινήτου με όργανα ασφάλειας, η καλή λειτουργία του συστήματος διεύθυνσης και των φρένων ? 

- Ελέγχθηκε εάν είναι σωστά κατασκευασμένο το οδόστρωμα ? Ελέγχθηκε η ποιότητα του οδοστρώματος και η κλίση του ? 

- Κατεγράφησαν οι τοπικές λακκούβες ή οι λάθος διαγραμμίσεις του οδοστρώματος, η κατάσταση των ερεισμάτων της οδού (έλλειψη ή διάβρωση από βροχή), οι εδαφικές εξάρσεις που περιορίζουν την ορατότητα ειδικά μετά από στροφή, οι εγκάρσιες τομές, οι κοιλότητες, οι ανωμαλίες επιφανείας οδού (σαμαράκια), οι πέτρες, τα οικοδομικά υλικά, άλλα εμπόδια ή οι στενώσεις της οδού ? 

- Σημειώθηκαν οι απότομες στροφές που δεν είχαν προειδοποιητική πινακίδα, η γέφυρα χωρίς οριοδείκτες, η βλάβη φωτεινών σηματοδοτών προ ατυχήματος, η έλλειψη φωτισμού οδών, η έλλειψη προειδοποιητικών πινακίδων για επικίνδυνες θέσεις, το σκότος, η ομίχλη ή η κονιορτός ? 

- Σημειώθηκε η ολισθηρότητα του οδοστρώματος συνεπεία βροχής, χιόνος, πάγου, λάσπης, στρώματος χαλικιών, υγράς ασβέστου, μούστου, ελαίων, χημικών κλπ ? 

Σύμφωνα με τα παραπάνω, καθίσταται σαφές ότι η καταγραφή των στοιχείων στο έντυπο ΤΡ14 όπως γίνεται σήμερα δεν αποδίδει απόλυτα την πραγματικότητα. 

Η έκθεση αυτοψίας μαζί με τις καταθέσεις εμπλεκομένων και μαρτύρων, μετά την περαίωσή της από το τοπικό τμήμα Τροχαίας και χωρίς άλλη επεξεργασία/έλεγχο των τεχνικών δεδομένων και παραδοχών, διαβιβάζεται στην Εισαγγελία για περαιτέρω ενέργειες. Λείπει από την διαδικασία ένα ακόμη στάδιο μεταξύ Τροχαίας και Εισαγγελίας κατά το οποίο θα εξετάζεται η έκθεση από άτομα που έχουν την ειδική τεχνογνωσία, θα εξάγονται συμπεράσματα και μετά ο φάκελος θα διαβιβάζεται στην Εισαγγελία. 

Αναρωτιόμαστε με ποιό σκεπτικό η Εισαγγελία δέχεται επίσημα έγγραφα που περιέχουν καταγραφές τεχνικών δεδομένων (όπως αυτά της Τροχαίας), τα οποία λήφθηκαν από άτομα χωρίς επιστημονική Τεχνική κατάρτιση. Θα δεχόταν η Εισαγγελία το ίδιο εύκολα και μία Ιατροδικαστική έκθεση που συντάχθηκε από άτομο που δεν είναι Ιατροδικαστής ? 

Γιατί το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος σιωπά και δέχεται αυτή την υποβάθμιση και μηδενισμό του ρόλου του και των μελών του ? Μήπως και εδώ υπάρχει ο προσφιλής δάκτυλος των "διαπλεκομένων" ? 

Γιατί το Υπουργείο Δικαιοσύνης και οι Δικηγορικοί Σύλλογοι σιωπούν διαιωνίζοντας έτσι τον παραλογισμό ? Μήπως και εδώ υπάρχει ο προσφιλής δάκτυλος των "διαπλεκομένων" ? 

ΛΥΣΕΙΣ ME ΑΜΕΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ

Οι λύσεις που προτείνουμε και που μπορούν άμεσα να έχουν εφαρμογή είναι : 

- η εντολή από το Υπουργείο Δημοσίας Τάξης προς όλα τα Αστυνομικά τμήματα να μην ενεργούν "συναισθηματικά" αλλά να εφαρμόζουν τον νόμο προς κάθε κατεύθυνση. 

- η διαρκής εκπαίδευση των βαθμοφόρων της Τροχαίας που αναλαμβάνουν έρευνες Τροχαίων ατυχημάτων 

- η δημιουργία στην Τροχαία ενός τμήματος αξιολόγησης της αυτοψίας Τροχαίου ατυχήματος πριν την υποβολή του φακέλου στην Εισαγγελία 

- η πρόσληψη μονίμων διπλωματούχων Μηχανικών στην Τροχαία 

- η εξέταση του θέματος από την Ενωση Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος, το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος και τους Δικηγορικούς Συλλόγους 

Μεσοπρόθεσμα (χωρίς να εξαντλούμε το θέμα) είναι αναγκαία : 

- η δημιουργία ανεξάρτητης και αξιόπιστης Τεχνικής Υπηρεσίας Ελέγχου της Τροχαίας η οποία θα μπορεί να ελέγχει και να αποφαίνεται για Τεχνικά θέματα της αρμοδιότητός της. 

- η εκπαίδευση/πρόσληψη ειδικευμένων Δικαστών στα Τροχαία ατυχήματα 

- η χρήση διπλωματούχων Μηχανικών στην έδρα των δικαστηρίων 

- η δημιουργία Σώματος Ειδικών Πραγματογνωμόνων Τροχαίων Ατυχημάτων 

- η δημιουργία επίσημου φορέα πιστοποίησης ανεξάρτητων πραγματογνωμόνων 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ 

Για την λύση των υπαρκτών προβλημάτων που τίθενται με το παρόν άρθρο το μόνο που χρειάζεται είναι βούληση αφού "όταν υπάρχει η βούληση υπάρχει και ο τρόπος" ή πολύ απλά "δεν υπάρχει δεν μπορώ, υπάρχει δεν θέλω". 

Η οργάνωση της αυτοψίας Τροχαίου ατυχήματος έχει εξελιχθεί σε επιστημονικό επίπεδο εδώ και πολλά χρόνια στις ΗΠΑ και σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες. Η μετάδοση του φωτός της οργάνωσης από τις χώρες αυτές προς την δικιά μας είναι ανάγκη ζωής για την Τροχαία της χώρας μας. Στις χώρες αυτές πρέπει άμεσα να εκπαιδευτεί μια επιτελική ομάδα επίλεκτων βαθμοφόρων της Τροχαίας οι οποίοι θα μεταλαμπαδεύσουν την γνώση τους στα υπόλοιπα στελέχη της Τροχαίας. Αφού η γνώση και η οργάνωσή της υπάρχει, το μόνο που χρειάζεται είναι να απλώσει κανείς το χέρι για να την πάρει. 

Η διάσπαση των κλάδων ασφαλίσεως μεταξύ
διαφορετικών ασφαλιστικών οργανισμών
και η αυτόματη μεταβίβαση του Ι.Κ.Α.
της αξιώσεως αποζημιώσεως του παθόντος
Πεδίο εντάσεως μεταξύ του Ι.Κ.Α. και του Τ.Σ.Α.
(Με αφορμή την ΕφΑθ 953/2005 ΕπΣυγκΔ 2005, 375 επ.)
Αθαν. Κρητικού
Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου

Η διάσπαση των κλάδων ασφαλίσεως μεταξύ
διαφορετικών ασφαλιστικών οργανισμών
και η αυτόματη μεταβίβαση του Ι.Κ.Α.
της αξιώσεως αποζημιώσεως του παθόντος
Πεδίο εντάσεως μεταξύ του Ι.Κ.Α. και του Τ.Σ.Α.
(Με αφορμή την ΕφΑθ 953/2005 ΕπΣυγκΔ 2005, 375 επ.)
Αθαν. Κρητικού
Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου
Το ταμείο Συντάξεως Αυτοκινητιστών (εφεξής χάριν συντομίας: ΤΣΑ) ασφάλιζε για τον κλάδο συντάξεων τόσο τους οδηγούς αυτοκινήτων που παρείχαν εξαρτημένη εργασία (μισθωτούς) όσο και τους ιδιοκτήτες, χρήστες κλπ. Αυτοκινητιστές. Για τους κλάδους παροχών ασθένειας οι μισθωτοί οδηγοί ασφαλίζονταν ανέκαθεν στο ΙΚΑ, ενώ οι ιδιοκτήτες κλπ. Αυτοκινητιστές δεν είχαν αντίστοιχη ασφαλιστική κάλυψη. Μεταγενέστερα με το Ν. 984/1979 οι μισθωτοί οδηγοί από Ι.11.1979 ασφαλίσθηκαν και για τον κλάδο συντάξεως από το ΙΚΑ (βλ. Χατζηδημητρίου Ι Ψηλού, Ασφαλιστική νομοθεσία, β έκδ. 1991 παρ. 39 σ. 147 επ). Με το ΠΔ 434/1980 υπήχθησαν από Ι.6.1980 στην ασφάλιση του κλάδου παροχών ασθενείας και μητρότητας σε είδος οι αυτοκινητιστές που μέχρι την 31.5.19809 ασφαλίζονταν στον κλάδο ασθενείας του ΤΣΑ. Με το άρθ. 391 του τελευταίου άνω Π.Δ. ορ[ζονται τα ακόλουθα: «Από της ενάρξεως ισχύος του παρόντος οι κατά τα ανωτέρω ασφαλιζόμενοι εις τον κλάδο παροχών ασθενείς εις είδος του ΙΚΑ ασφαλισμένοι του ΤΣΑ υποχρεούνται εις καταβολήν μηνιαίας εισφοράς ίσης προς την εκάστοτε προβλεπομένην υπό του αρθρ. 25 του Α. Ν. 1846/1951 δια τον σσφσλισμένον και εργοδότην, υπολογιζομένης επί του τεκμαρτού ημερομισθίου της ασφαλιστικής κλάσεως του ΙΚΑ, ήτις θα ορίζεται εκάστοτε δι αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών υπηρεσιών μετά γνώμην του Δ.Σ. του ΙΚΑ. 2. Αι κατά την προηγουμένη παράγραφον εισφοραί συνεισπράττονται υπό του ΤΣΑ μετά της εισφοράς του κλάδου συντάξεως αυτού και αποδίδονται εις το ΙΚΑ μέχρι του τέλους του εποομενους εκείνου της εισρπάξεώς του μηνός». Περαιτέρω από την παρ. Ι του επόμενου αρθρ. 4 του ίδιου άνω Π.Δ. ορίζονται τα ακόλουθα: «Από της ενάρξεως ισχύος του παρόντος κοτοργείται ο υπό τον Ν. 286/1976 συσταθείς κλάδος παροχών ασθενείας του ΤΣΑ, διακοπτομένης από το ΤΣΑ πάσης παροχής του κλάδου τούτου από της ημερομηνίας Περί ης η παράγρ. 2 του αρθρ. Ι του παρόντος».
Επομένως καθόσον αφορά τους ιδιοκτήτες αυτοκινήτων, σημαντική κατηγορία
των οποίων αποτελούν τα Δημοσίας χρήσεως επιβατηγά και φορτηγά αυτοκίνητα, η εκμετάλλευση των οποίων γίνεται από τους ίδιους τους ιδιοκτήτες τους, η ασφαλιστική τους κάλυψη εμφανίζει την ακόλουθη εικόνα: καθόσον αφορά τον κλάδο συντάξεων η ασφαλιστική τους κάλυψη γίνεται από το ΠΑ, ενώ καθόσον αφορά τον κλάδο ασθενείας σε είδος η ασφαλιστική τους κάλυψη γίνεται από το ΙΚΑ. Δηλαδή παρατηρε[ται διάσπαση των ασφαλιστικών φορέων ανάλογα με τον ασφαλιζόμενο κλάδο. Ασφαλιστικός φορέας για τον κλάδο συντάξεων είναι το ΠΑ και ασφαλιστικός φορέας για τον κλάδο παροχών ασθενείας σε είδος είναι το ΙΚΑ. Αξίζει πάντως να τονισθε[ και τούτο: το γεγονός ότι οι οφειλόμενες εκάστοτε από τον ασφαλισμένο εισφορές γα τον κλάδο παροχών ασθενε[ας σε εδος συνεισπράττονται από το ΤΣΑ με την εισφορά του κλάδου συντάξεων δεν καθιστά ασφαλιστικό φορέα για τον κλάδο παροχών ασθενείας σε είδος το ΤΣΑ. Τούτο γίνεται για λόγους πρακτικούς. Το ΤΣΑ εισπράττει και τις δύο εισφορές που αντιστοιχούν σε διαφορετικούς κλάδους ασφαλίσεως και κατακρατεί τις εισφορές που του αντιστοιχούν. ενώ αποδίδει στο ΙΚΑ τις εισφορές που αφορούν τον κλάδο παροχών ασθενείας σε είδος.
Ο προσδιορισμός κάθε φορά του αρμόζοντος ασφαλιστικού φορέα έχει και πρακτική σημασία ενόψει των διατάξεων του άρθ 10 παρ. 5 ΝΔ 4104/1960, αρθ. Ι 8 Ν. 4476/1965 και αρθ. 18 Ν. 1654/1986. Τούτο γιατί οι τελευταίες αυτές διατάξεις που προβλέπουν την αυτόματη μεταβίβαση στο ΙΚΑ της αξιώσεως αποζημιώσεως του παθόντος και ασφαλισμένου του κατά τρίτου υπόχρεου στο μέτρο, που το ΙΚΑ οφείλει παροχές στον ασφαλισμένο του προύποθέτουν για την εφαρμογή του ασφαλιστική σχέση μεταξύ του παθόντος και του ΙΚΑ. Τέτοια σχέση υπάρχει πράγματι καθόσον αφορά τον κλάδο παροχών ασθένειας σε είδος, όπως προηγουμένως εκτέθηκε. Είναι, βέβαια, γνωστό ότι για την υπαγωγή στην ασφάλιση του ΙΚΑ προϋποτίθεται κατ αρχήν η κατά κύριο επάγγελμα παροχής εξαρτημένης εργασίας (βλ. αρθ. 241 Ν. 1846/1951). Εντεύθεν όμως δεν ακολουθεί ότι αποκλείεται δυνάμει διατάξεως νόμου υπαγωγή στην ασφάλιση του ΙΚΑ για τον κλάδο παροχών ασθενείας σε είδος και προσώπων τα οποία για τον κλάδο συντάξεως είναι ασφαλισμένα σε άλλο ασφαλιστικό φορέα όπως εν προκειμένω στο ΠΑ.
Στον κλάδο παροχών ασθένειας σε είδος βασικώς περιλαμβάνονται: η ιατρική περίθαλψη, η φαρμακευτική περίθαλψη και η νοσοκομειακή περίθαλψη (βλ. σχετικώς Λαναρό, Η ασφάλιση στο ΙΚΑ, έκδ. 2002 σ. 343 επ). Επομένως όταν το ΙΚΑ καταβάλλει νοσήλια σε τραυματισθέντα ιδιοκτήτη αυτοκινήτου του ΕΔΧ (ταξί) λόγω ατυχήματος στο οποίο αυτός ενεπλάκη από υπαιτιότητα τρίτου, υποκαθίσταται
στην αξίωση του παθόντος κατά του υπόχρεου τρίτου βάσει του αρθ. Ι Ο παρ.5 ΝΔ 4104/1960, αρθ. 18 Ν. 4476/1965 και αρθ. 18 Ν. 1654/1986. Τούτο γιατί τα ποσά αυτά καταβάλλονται από το ΙΚΑ με την ιδιότητα φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως όπως πράγματι είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση. Επομένως αποκλείεται η εφαρμογή υπέρ του παθόντος του αρθ. 930 παρ. 3 ΑΚ για αθροιστική απ αυτόν απάλειψη των νοσηλίων τόσο από το ΙΚΑ όσο και από τον υπόχρεο τρίτο.
Αντιθέτως αν ο παθών περιέρχεται σε ανικανότητα για εργασία συνεπεία της οποίας ζημιώνεται γιατί χάνει εισοδήματα από την εργασία του την οποία αδυνατεί πλέον να ασκεί, μονίμως ή προσκαίρως, τότε δεν τίθεται ζήτημα υποκαταστάσεως του ΙΚΑ Τούτο γιατί στην περίπτωση αυτή τυχόν καταβαλλόμενη παροχή αποτελεί παροχή του κλάδου ασθένειας σε χρήμα, την οποία όμως, όπως εκτέθηκε, δεν καλύπτει το ΙΚΑ. Τέτοια παροχή (π.χ. επίδομα ασθενείας, σύνταξη λόγω αναπηρίας) ενδεχομένως να οφείλεται από το ΤΣΑ ως ασφαλιστικό φορέα.Ομως για τη περίπτωση αυτή δεν εφαρμόζεται το σχήμα των άνευ περί ΙΚΑ (υποκατάσταση ex lege) διατάξεων.
Οι διατάξεις αυτές, όπως παγίως γίνεται δεκτό από τη νομολογία, εφαρμόζονται μόνο υπέρ, του ΙΚΑ και όχι υπέρ άλλου ασφαλιστικού φορέα. Επομένως εφαρμόζεται η ΑΚ 930 παρ. 3 και ο παθών δικαιούται σωρευτικά τις σχετικές παροχές του ΤΣΑ διατηρώντας παράλληλα την αξίωση αποζημιώσεως από την ΑΚ 929 κατά του υπόχρεου τρίτου.
Σημ ΣΕΣυγκΔ
Συμφωνούμε απόλυτα με τις ανωτέρω θέσεις του συγγραφέως του άρθρου, που διασαφηνίζει ότι ο ασφαλισμένος σε άλλο ασφαλιστικό φορέα πλην ΙΚΑ, δικαιούται να διεκδικήσει ως αποζημίωσή του τις καταβληθείσες σ αυτόν παροχές όταν αυτές προέρχονται από τον κλάδο ασθενείας, σε αντίθεση με τις τυχόν παροχές που έλαβε από το ΙΚΑ αν είναι ασφαλισμένος ταυτόχρονα σ αυτό για τον κάδο ασθενείας.
Για το φλέγον θέμα της υποκατάστασης του ΙΚΑ έχουμε αναφερθεί πλειστάκις και στο παρελθόν. Βλ. σχετικώς άρθρο μας υπό τον τίτλο «Υποκατάσταση ΙΚΑ στα δικαιώματα του ασφαλισμένου του - Η αντίθεση των σχετικών διατάξεων του ν.1654/1986 προς την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου» ΣΕ- ΣυγκΔ 2004/530.

Αμφισβήτηση οφειλών προς το Δήμο Πατρέων
από κλήσεις για παράνομη στάθμευση

Γενικές Προτάσεις 
της Ανεξάρτητης Αρχής Συνήγορος του Πολίτη 
Σελ. 322

Αμφισβήτηση οφειλών προς το Δήμο Πατρέων
από κλήσεις για παράνομη στάθμευση

Γενικές Προτάσεις 
της Ανεξάρτητης Αρχής Συνήγορος του Πολίτη 
Σελ. 322

Άρθρα & Απόψεις

Η εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη της οδήγησης
υπό την επίδραση οινοπνεύματος.
Δογματικά και δικαιοπολιτικά προβλήματα αιτιώδους συνδέσμου

Γεώργιος Δ.Τριανταφυλλάκης
Καθηγητής Νομικής Σχολής Δ.Π.Θ 


Άρθρα& Απόψεις

Η εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη της οδήγησης
υπό την επίδραση οινοπνεύματος.
Δογματικά και δικαιοπολιτικά προβλήματα αιτιώδους συνδέσμου

Γεώργιος Δ.Τριανταφυλλάκης
Αναπληρωτής Καθηγητής Νομικής Σχολής Δ.Π.Θ 


Α. Το δικαιοπολιτικό πλαίσιο

Αλλάζει άρδην το ισχύον καθεστώς όσον αφορά την πρόκληση τροχαίου ατυχήματος υπό την επήρεια αλκοόλ. Οδηγοί που έχουν καταναλώσει ακόμη και σχετικώς μικρή ποσότητα οινοπνεύματος με αποτέλεσμα να μην επηρεάζεται η οδηγητική τους ικανότητα, κινδυνεύουν να στερηθούν του δικαιώματος της ασφαλιστικής καλύψεως, ανεξάρτητα μάλιστα από το εάν η κατανάλωση του οινοπνεύματος συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος. Τούτο προβλέπεται σε Σχ.Νόμου τροποποίησης του Ν. 489/76 για τις αποζημιώσεις από τροχαία ατυχήματα (άρθρο 6 παρ. 1γ, σύμφωνα με το οποίο:
«Εξαιρούνται από την ασφαλιστική κάλυψη ζημίες που προκαλούνται:
γ)Από οδηγό που κατά το ατύχημα βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, ως αυτές ορίζονται στον ΚΟΚ και ανεξαρτήτως εάν η παράβαση αυτή συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος» ).
Η διάταξη αυτή θα μπορούσε από μια πρώτη οπτική να θεωρηθεί ότι προσφέρει κοινωνική υπηρεσία στον αγώνα κατά της οδήγησης σε κατάσταση μέθης, ενός φαινομένου που αποτελεί χωρίς αμφιβολία κοινωνική μάστιγα και πρέπει να αντιμετωπισθεί δραστικά, μια και σχεδόν το 28 % των θανατηφόρων τροχαίων ατυχημάτων στη χώρα μας οφείλονται σ αυτό (βλ. Καθημερινή της 31/3/2006). Από το σημείο όμως αυτό, μέχρι τη νομοθέτηση μιας τέτοιας διάταξης, η απόσταση είναι τεράστια. Η προσεκτική εξέτασή της καταδεικνύει ανεξάρτητα μάλιστα από τον τρόπο νομοθετικής «παραγωγής» της και τα πραγματικά κίνητρα υιοθέτησής της ότι είναι όχι μόνον απρόσφορη να συμβάλλει στην επιδίωξη του στόχου αυτού, αλλά ότι είναι και ασύμβατη με το νομικό μας σύστημα, ειδικά κατά τη διατύπωσή της εκείνη, που φαίνεται να επιτρέπει τη συναγωγή αμάχητου τεκμηρίου αιτιώδους συνάφειας, μεταξύ της κατανάλωσης οινοπνεύματος και της προκληθείσας ζημίας, αποκλείοντας έτσι εκ των προτέρων κάθε δυνατότητα απόδειξης του αντιθέτου.
Το βέβαιο είναι ότι το επιλεγόμενο μέσο νομοθετικής πολιτικής, μακράν του να προσφέρει οποιαδήποτε συνδρομή στην αντιμετώπιση του κοινωνικού αυτού φαινομένου, επιτρέπει στις ασφαλιστικές εταιρίες να επικαλεστούν παράβαση του ασφαλιστικού βάρους εκ μέρους σημαντικού μέρους των πελατών τους και έτσι να μετακυλίσουν σ αυτούς τη ζημία οπό την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως, δηλ. την πρόκληση ατυχήματος, πλουτίζοντας έτσι αναίτια σε βάρος των ασφαλισμένων (ΕφΚρ.267/99 ΑρχΝ. 99, 212).
Η πολιτεία & αντί να ρίξει το βάρος στη λήψη μιας σειράς μέτρων, από τη διαπαιδαγώγηση μέχρι την επιβολή ακόμη πιο αυστηρών ποινικών και διοικητικών κυρώσεων, εντατικοποιώντας παράλληλα το διευρυμένο έλεγχο, έτσι ώστε όλοι οι οδηγοί να περάσουν εντός π.χ. μιας 3ετίας από αλκοτέστ, διαμορφώνοντας έτσι συνείδηση της κοινωνικής απαξίας και του εγκληματικώς ανεύθυνου χαρακτήρα της πράξης - επιλέγει να επέμβει λαμβάνοντας μέτρα σε ένα χώρο ιδιωτικού δικαίου, που αφορά στην αστική αποκατάσταση ζημιών. Είναι όμως προφανές ότι ο χώρος αυτός ήκιστα προσφέρεται για τη λήψη μέτρων γενικής πρόληψης. Άλλοι είναι οι προνομιακοί χώροι που προσφέρονται θεσμικά για την πρόληψη και καταστολή του φαινομένου. Άλλωστε, ποιος μπορεί σοβαρά να ισχυριστεί, ότι ο ασυνείδητος οδηγός που δεν αποτρέπεται από τον κίνδυνο σοβαρού ατυχήματος και τις επαπειλούμενες ποινικές και διοικητικές κυρώσεις, θα συμμορφωθεί σταθμίζοντας τον κίνδυνο να εξαιρεθεί από την ασφαλιστική κάλυψη;
Ενόψει των ανωτέρω διερωτάται κανείς, ποιος ο λόγος της σπουδής για κανονιστική ρύθμιση ενός ασφαλιστικού βάρους που ούτως ή άλλως αποτελεί από χρόνια γενικό όρο ασφάλισης (γοασφ);



Β. Ο ρόλος των γοασφ

Είναι σαφές ότι οι γοασφ & παρά το συνήθως προβαλλόμενο ιδεολογικό περικάλυμμά τους ως δικαιοπρακτικών εργαλείων τυποποίησης και επομένως εξορθολογισμού των συναλλακτικών σχέσεων & λειτουργούν στην πραγματικότητα, ως μέσα υπαγόρευσης στους ασφαλισμένους των όρων της σύμβασης (lex contractus) που επιθυμεί η ασφαλιστική εταιρία, παραμερίζοντας έτσι συχνά τις ενδοτικού δικαίου ρυθμίσεις του ΑΚ, του οποίου η σημασία μειώνεται, υπέρ ενός (αναδειχθέντος) αυτόνομου κλάδου δικαίου. 
Ο κλάδος αυτός, που τείνει να εξυπηρετεί τα συμφέροντα των εταιριών, άρχισε να σχηματίζεται στο πρώτο στάδιο της δημιουργίας του ως ένα συμπίλημα της προσπάθειας αυτορρύθμισης του ασφαλιστικού κλάδου. Το ότι στα πλαίσια της αυτορρύθμισης αυτής εναρμονίστηκε η ανταγωνιστική συμπεριφορά των ασφαλιστικών εταιριών σε μια κρίσιμη παράμετρό της, της επιδίωξης δηλ. προσέλκυσης πελατών με την προσφορά ελκυστικότερων συναλλακτικών όρων, φαίνεται ότι διέφυγε της προσοχής των ιθυνόντων. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι περισσότεροι κρίσιμοι όροι συναλλαγών είναι απολύτως εναρμονισμένοι έως ταυτόσημοι ακόμη και στη γενική διατύπωσή τους, έτσι ώστε να διαμορφωθεί ένας αυτόνομος κλάδος δικαίου που συμπυκνώνει και την εμπειρία (νομολογιακή κλπ) από την εφαρμογή των συναλλακτικών όρων, και επιχειρεί την περαιτέρω τυποποίηση και παγίωσή τους. Το τελευταίο επιτυγχάνεται και με την κανονιστική de lege lata κατοχύρωσή τους έτσι ώστε να καταστούν απρόσβλητοι, αρχικά από την επίκληση των γενικών ρητρών 200, 288, 281 ΑΚ, στη συνέχεια από το νόμο για την προστασία του καταναλωτή (Ν. 2251/94). 
Οι ασφαλιστικές εταιρίες δεν αρκέστηκαν στην θεσμική τους υπεροπλία με τη θέση γενικών όρων συναλλαγών των συμβαλλόμενων μαζί τους, αλλά προχώρησαν στην περαιτέρω θωράκισή των συμφερόντων τους, ωθώντας την Πολιτεία να περιβάλλει το lex contractus τους με κανονιστική ισχύ. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο όμως σ έναν κατ εξοχήν χώρο του ιδιωτικού δικαίου εισέβαλλε άκρατος «κρατικισμός» προστασίας του ενός μέρους (κατά σύμπτωση του ισχυρότερου), σε βάρος όχι μόνο του αδύνατου μέρους, αλλά και της ίδιας της βασικής αρχής του δικαίου των συμβάσεών μας, που είναι η αρχή της αυτονομίας και της ελεύθερης διαπραγμάτευσης. Η αρχή αυτή ετέθη πλήρως εκποδών, τόσο λόγω της «καρτελλικού» χαρακτήρα ομοιομορφίας των ασφαλιστικών όρων, όσο και λόγω της κανονιστικής εν τέλει επιβολής τους.
Έτσι λοιπόν συναντά κανείς ευρύτατα όρους σε ασφαλιστικές συμβάσεις με τους οποίους εξαιρούνται π.χ. από την ασφαλιστική κάλυψη ζημίες που προξενούνται καθ&ον χρόνο ο οδηγός του αυτοκινήτου ετέλει υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή χρησιμοποιούσε το αυτοκίνητο για άλλο σκοπό από αυτόν που καθορίζετο στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Όροι τέτοιας μορφής υφίστανται στα ασφαλιστήρια ήδη προ πολλού, η δε νομολογία, παρά την ενίοτε κυμαινόμενη στάση της, δεν έχει κατορθώσει να υπερβεί την τυπολογική προδιάθεσή της, να θεωρεί ότι όλοι οι περιεχόμενοι στο ασφαλιστήριο γενικοί και ειδικοί όροι δεσμεύουν τους ασφαλισμένους, ως έχοντες συμβατικό υπόβαθρο , και όταν ακόμη δεν τους επισημάνθηκαν (τα περίφημα μικρά γράμματα στην οπίσθια σελίδα της σύμβασης) ή ακόμη και αν δεν υπέγραψαν το ασφαλιστήριο. Αρκεί ότι προκύπτει ότι «τους αποδέχθηκαν», πράγμα που «τεκμηριώνεται», κατά τη νομολογιακή αυτή άποψη από το γεγονός της παραλαβής του ασφαλιστηρίου και της επίκλησής του γενικώς, οπότε θεωρείται ότι αποδέχθηκαν σιωπηρώς όλους τους όρους, και αυτούς ακόμη της εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη (βλ. ΑΠ 826/2005 ΧρΙΔ 2005, 1001 επ.).
Εν όψει όμως των ανωτέρω τίθεται σοβαρό ζήτημα τόσο νόμιμης ένταξης των ρητρών εξαίρεσης στην ασφαλιστική σύμβαση (άρθρο 2 §1 και 5 Ν. 2251/1994), κυρίως για τους ασφαλισμένους εκείνους που δεν είναι επαγγελματίες, όσο και καταχρηστικότητας, ενόψει της ανατροπής της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ των συμβαλλομένων σε βάρος του ασφαλισμένου - καταναλωτή (παρ. 6 και 7 άρθρου 2 Ν. 215/94). Η δικαιοπολιτική αυτή παράμετρος δεν φαίνεται να έχει απασχολήσει το ανώτατο δικαστήριό μας, σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα (βλ. όμως ήδη την ΑΠ 11/2006 που περιορίζει την ευχέρεια των ασφαλιστικών εταιριών να επιβάλλουν καταχρηστικούς όρους στα ασφαλιστήρια συμβόλαια, απλώνοντας έτσι δίχτυ προστασίας στους ασφαλισμένους που πληρώνουν σημαντικά ποσά για την κάλυψη κινδύνων. Η συγκεκριμένη απόφαση αφορούσε ασφάλιση κινδύνου πυρκαγιάς, Καθημερινή της 17.8.2006).
Επισημαίνεται ότι ο Ν. 2251/1994, τόσο ως ειδικός νόμος που αφορά τον καταναλωτή , όσο και ως μεταφορά της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ επικρατεί κάθε αντίθετης εθνικής διάταξης (εν προκειμένω είτε του Ν. 489/76, είτε του ΑσφΝ 2496/77). 
Πιο συγκεκριμένα κατά το άρθρο 3 παρ. 1 της ανωτέρω Οδηγίας θεωρείται καταχρηστικός όρος σύμβασης που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης , όταν παρά την απαίτηση της καλής πίστης, δημιουργεί εις βάρος των καταναλωτών σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, κατά δε την §2 του ίδιου άρθρου θεωρείται πάντοτε ότι μία ρήτρα δεν αποτελεί αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, όταν έχει συνταχθεί εκ των προτέρων και ο καταναλωτής εκ των πραγμάτων δεν μπορούσε να επηρεάσει το περιεχόμενό της (τούτο συμβαίνει ιδίως στα πλαίσια μιας συμβάσεως προσχώρησης, όπως είναι η σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης. Το να γίνεται λόγος περί δυνατότητας διαπραγμάτευσης σε τέτοιες περιπτώσεις είναι κωμικό, μια και ο ασφαλισμένος ούτε το περιεχόμενο τεχνικών όρων κατανοεί, που μπορεί να κρύβουν παγίδες ούτε από την άλλη πλευρά έχει καμιά δυνατότητα να επέμβει στο περιεχόμενό τους, μια και επικρατεί η αρχή take it or leave it. Το όλο περιβάλλον συσκότισης επιτείνεται μάλιστα από την παρέμβαση ασφαλιστικών πρακτόρων κλπ, οι οποίοι προκειμένου να πετύχουν τη σύναψη μεγάλου αριθμού συμβολαίων, εξωραϊζουν την κατάσταση, αποσιωπώντας κρίσιμους όρους με επικίνδυνα για τα δικαιώματα των πελατών τους χαρακτήρα, προκειμένου έτσι να κάμψουν ενδεχομένως τις αναστολές των τελευταίων. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να παρακολουθήσει κανείς την νομολογιακή στάση, αν εγένετο τεκμηριωμένη επίκλησή των ανωτέρω διατάξεων.
Σε κάθε όμως περίπτωση επισημαίνεται ότι πρέπει να μπει φραγμός στην τάση των ασφαλιστικών εταιριών να «βαπτίζουν» παραβάσεις του ΚΟΚ, που έχουν καθαρό ποινικό ή διοικητικό χαρακτήρα, σε όρους εξαίρεσης και απαλλαγής από την ασφαλιστική κάλυψη. Με την τακτική αυτή, όχι μόνο η οδήγηση υπό την επίδραση αλκοόλ, αλλά και η χρήση κινητού (που κατά τα τελευταία στοιχεία ευθύνεται κατά 50% στην πρόκληση ατυχημάτων, βλ. Καθημερινή της 17.8.2006), η υπέρβαση ταχύτητας, δεύτερη βασική αιτία πρόκλησης θανατηφόρων ατυχημάτων, η παραβίαση του ερυθρού σηματοδότη, ή του STOP, θα μπορούσαν να αποτελέσουν λόγο εξαίρεσης. Λίγο πολύ ό,τι είναι παράνομο κατά τον ΚΟΚ, θα μπορούσε να αποτελεί λόγο απαλλαγής. 
Έτσι όμως τι θα απέμενε τελικώς από την ασφαλιστική κάλυψη; Δεν θα ματαιούτο ο σκοπός της ασφάλισης;


Γ. Ο εξοβελισμός του αιτιώδους συνδέσμου

Ως γνωστόν προϋπόθεση (τρίτη κατά σειρά) για τη γένεση αστικής ευθύνης στο σύστημα δικαίου μας είναι η αιτιώδης συνάφεια (ή σύνδεσμος) μεταξύ του νόμιμου λόγου ευθύνης (εν προκειμένω παραβίασης ΚΟΚ κλπ) και της επελθούσης ζημίας. Η αιτιώδης συνάφεια έχει την έννοια της σχέσης αιτίου και αιτιατού μεταξύ του νόμιμου λόγου ευθύνης και του αποτελέσματος (ζημίας). Η αναγκαιότητα ύπαρξης αυτής της προϋπόθεσης είναι αυτονόητη, αποτελεί Δε ένα από τα θεμέλια του αστικού μας δικαίου.
Η σχεδιαζόμενη εισαγωγή της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1γ, με την οποία αποσυνδέεται το ζήτημα της υπαιτιότητας από τον καταλογισμό της ζημίας, και δεν εξετάζεται («ανεξαρτήτως») η συνδρομή ή μη της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του ασφαλισμένου και της επέλευσης της ζημίας, είναι σαφές ότι ανατρέπει όλη τη λογική της αστικής ευθύνης και καταφέρει καίριο πλήγμα στη δομή του αστικού δόγματός μας.
Και τούτο διότι, η συναγωγή ενός τεκμηρίου στο δίκαιό μας είναι ζήτημα οντολογικής φύσης. Η υπαγωγή ενός οντολογικού γεγονότος (οδήγηση σε κατάσταση μέθης) σε μια αξιολογική έννοια, δηλ. το αν και κατά πόσο το γεγονός αυτό συνετέλεσε στο ατύχημα, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συναγωγής τεκμηρίου, αλλά μόνο υπαγωγικής συλλογιστικής, δηλ. αξιολόγησης πραγματικών γεγονότων σε σχέση με την προσφορότητά τους να συμβάλλουν αιτιωδώς στο ζημιογόνο αποτέλεσμα. 
Αντίθετα λοιπόν προς την επιδίωξή του νομοσχεδίου, το δόγμα του δικαίου μας δεν επιτρέπει τη συναγωγή τέτοιων αμάχητων τεκμηρίων. 


Η νομολογία κράτησε στο συγκεκριμένο ζήτημα επαμφοτερίζουσα στάση. Ενώ μέχρι το 2000 περίπου φαίνεται να απέδιδε σημασία στο ποσοστό του ανιχνευόμενου αλκοόλ στο αίμα του οδηγού, και αναζητούσε τη συνδρομή αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της επίδρασης της αλκόολης, έκτοτε φαίνεται να έχει αποκρυσταλλώσει τη θέση ότι για τον αποκλεισμό της ευθύνης του ασφαλιστή δεν απαιτείται η συνδρομή αιτιώδους συνάφειας με το αποτέλεσμα (ακόμη και αν το ευρεθέν ποσοστό είναι λίγο πάνω από το όριο που ορίζει ο ΚΟΚ, βλ. άρθρο 42).
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ΑΠ (1234/2005, ΝοΒ 2006, σ. 211 επ., προς την κατεύθυνση αυτή, και 354/2005) αποφάνθηκε ότι «η ανίχνευση στον οργανισμό του οδηγού οινοπνεύματος σε ποσοστό που υπερβαίνει τα 0,5ν γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν 0,59) αποτελεί …….πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη, ότι ο οδηγός αυτός βρίσκεται σε κατάσταση μέθης και είναι απολύτως ανίκανος προς οδήγηση» και επομένως η κατάστασή του αυτή τελούσε σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα (βλ. όμως εξέταση του αιτιώδους συνδέσμου και άρνηση της στοιχειοθέτησης του στις αποφάσεις ανωτέρων δικαστηρίων ουσίας. Ενδεικτικά ΕφΘεσ 824/2006). Σημειώνεται ότι στη Γερμανία (βλ. κατωτέρω) το όριο είναι 1,1 ο/οο. 
Η αυστηροποίηση αυτή είναι αποτέλεσμα αφενός μεν του διάχυτου φόβου ότι η εξέταση της συνδρομής αιτιώδους συνδέσμου θα οδηγούσε σε ατέρμονες δικαστικούς αγώνες και ανασφάλεια δικαίου, αφετέρου δε της πεποίθησης ότι η οδήγηση υπό την επίδραση οινοπνεύματος περικλείει από τη φύση του τον κίνδυνο πρόκλησης ατυχήματος.
Στη διαμόρφωση της νομολογιακής αυτής γραμμής συνέτεινε και η ισχυρή νομική επιχειρηματολογία επιφανούς εκπροσώπου της τρίτης εξουσίας, ο οποίος ερμηνεύοντας τις περιπτώσεις ασφαλιστικών βαρών που περιλαμβάνονται στις ασφαλιστικές συμβάσεις δυνάμει του άρθρου 25 Υπ.Αποφ Κ4, καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι μόνο σε μία περίπτωση (αυτής της περίπτωσης 11 του άρθρου 25 της ΥΑ Κ4, της μεταφοράς δηλ. φορτίων ή επιβατών πέρα από το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο), εξάρτησε ο νομοθέτης ρητά τον αποκλεισμό ευθύνης του ασφαλιστή από τη συνδρομή ή μη της αιτιώδους συνάφειας. Το γεγονός δε ότι, σε όλες τις άλλες περιπτώσεις ασφαλιστικών βαρών (συμπεριλαμβανομένου και αυτής της μέθης), δεν περιέχει ο νόμος αναφορά στην αιτιώδη συνάφεια, αποτελεί στοιχείο για την αναγωγή επιχειρήματος a contrario, ότι σ αυτές τις περιπτώσεις δεν πρέπει να ερευνάται ο αιτιώδης σύνδεσμος, γιατί ενέχουν τον τυπικό κίνδυνο προκλήσεως ατυχήματος σε τρίτο πρόσωπο (Κρητικός, Αποζημίωση από Τροχαία Αυτοκινητικά Ατυχήματα, 1998, σ. 1835, βλ. ακόμη αναλυτικά με κριτική της θέσης αυτής Μ.Καράση, ΧρΙΔ 2004, σ. 851 επ.).
Η άποψη αυτή έχει ως αφετηρία ένα καθαρώς γραμματικής ερμηνείας επιχείρημα και επιπλέον ένα επιχείρημα λογικής τάξης, ειδικά για την περίπτωση της μέθης, ότι η εμπλοκή σε τροχαίο ατύχημα υπό την επήρεια οινοπνεύματος δημιουργεί την κατ αρχήν εντύπωση της λίγο ως πολύ υπαιτιότητας. Όμως τόσο το εμπειρικό αυτό επιχείρημα, όσο και το άλλο καθαρώς γραμματικής ερμηνείας (επιχείρημα εξ αντιδιαστολής προς την περίπ11 άρθρου 25 της ΥΑ Κ4), δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να οδηγήσουν στην κατάλυση ενός εκ των πυλώνων της αστικής ευθύνης στο δίκαιό μας. 
Εξάλλου δεν είναι καθόλου δύσκολο να σκεφθεί κανείς περιπτώσεις στις οποίες για το ατύχημα δεν είναι υπεύθυνη η κατανάλωση αλκοόλ, αλλά άλλοι παράγοντες, κατά κύριο δε λόγο είτε η αμελής οδήγηση (εν μέρει ή πλήρως) του(ων) άλλου(ων) εμπλεκόμενων οδηγών, ή εξωγενείς προς τους οδηγούς παράγοντες (π.χ. κατάσταση οδοστρώματος, μηχανικής βλάβης). Σ αυτές τις περιπτώσεις, που δεν είναι δυνητικά λίγες ούτε οριακές (αρκεί να σκεφθεί κανείς την πληθώρα ατυχημάτων που οφείλονται στην υπερβολική ταχύτητα, ή της λόγω χρήσης κινητού τηλεφώνου εκ μέρους του «νηφάλιου» οδηγού, ή που συμβαίνουν σε διασταυρώσεις, με παραβίαση του ερυθρού σηματοδότη κλπ) αποτελεί αφόρητη διακριτική μεταχείριση για τον οδηγό που επέδειξε επιμελέστερη (ή την ίδια) συμπεριφορά σε σχέση με τους άλλους εμπλεκόμενους στο ατύχημα να αντιμετωπίζει την αναγωγική αξίωση του ασφαλιστή του, επειδή διαπιστώθηκε π.χ. ότι είχε υπερβεί το όριο του 0,50 ο/οο, παρότι μάλιστα η υπ αυτού χρήση οινοπνεύματος δεν αποδείχτηκε ότι επέδρασε στην οδηγητική του ικανότητα και άρα ούτε στην πρόκληση του ατυχήματος. 
Η μετακύλιση της ζημίας σ αυτήν είναι όχι μόνο δογματικά & λόγω του εξοβελισμού της αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα στην παράβαση του ασφαλιστηρίου βάρους της μη χρήσης οινοπνεύματος και της ζημίας & αλλά και δικαιοπολιτικά απαράδεκτη.
Η εμμονή στην ισχύ του απαλλακτικού αυτού όρου στις ασφαλιστικές συμβάσεις, τον καθιστά χωρίς άλλο καταχρηστικό κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 6 Ν. 2251/94 και επομένως ανίσχυρο , δεδομένου ότι επιρρίπτει τη ζημία αδικαιολόγητα στον καταναλωτή-ασφαλισμένο, διαταράσσοντας έτσι υπερμέτρως την επιβαλλόμενη από το νόμο ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ των συμβαλλομένων. 
Αντίθετα, θα υφίσταται αποχρών λόγος εξαίρεσης μόνο αν η επίδραση του οινοπνεύματος στον οργανισμό του οδηγού, ήταν τέτοια, που να επηρέασε πράγματι την οδηγητική του ικανότητα. Για το πότε συμβαίνει αυτό, έχουν αναπτυχθεί τυπολογικά κριτήρια σε άλλες έννομες τάξεις (βλ. κατωτέρω) που συνδράμουν αποτελεσματικά και με σχετική ευχέρεια στην κρίση αυτή. Σε κάθε όμως περίπτωση δεν αποτελεί η δυσχέρεια απόδειξης δικαιοπολιτικά παραδεκτή δικαιολογία, προκειμένου να απεμποληθεί η αρχή της αιτιώδους συνάφειας και να επιβληθούν οι ενίοτε εξαντλητικές οικονομικές συνέπειες σε βάρος του οδηγού, που προέβη σε ήπια χρήση οινοπνευματωδών ποτών χωρίς όμως να απολέσει την οδηγητική του ικανότητα, και ενεπλάκη στη συνέχεια σε ατύχημα οφειλόμενο σε άλλους παράγοντες (και όχι αναγκαία στη χρήση οινοπνεύματος).
Από τα ανωτέρω συνάγεται το συμπέρασμα ότι ο παραμερισμός ουσιωδών δικαιωμάτων του καταναλωτή-ασφαλισμένου που είναι συνυφασμένα με τη φύση της συγκεκριμένης σύμβασης, θέτει σε κίνδυνο την πραγμάτωση του σκοπού της ίδιας της ασφαλιστικής σύμβασης, της οποίας ο σκοπός τελικά ματαιούται, όταν εισάγονται ρυθμίσεις που διευρύνουν την ευθύνη του καταναλωτή-ασφαλισμένου κατά τρόπο που αποκλίνει από τους κανόνες του ενδοτικού δικαίου (άρθρο 2§6 Ν. 2251/94).
Η προφανής επομένως καταχρηστικότητα ενός τέτοιου όρου στην ασφάλιση, είναι βέβαιο ότι δεν θα αφήνει αλώβητη και την νομοθετική διάταξη που επιχειρεί να επικυρώσει κανονιστικά την συναγωγή αμάχητου τεκμηρίου αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της χρήσης οινοπνεύματος και της ζημίας, αποκλείοντας έτσι κάθε δυνατότητα απόδειξης του αντιθέτου.
Πιο συγκεκριμένα, η διάταξη αυτή θα αντιβαίνει όχι μόνο προς τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 §1 Σ), αλλά και προς τις αρχές και τις διατάξεις της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ (βλ. ανωτέρω) που αποτελεί κοινοτικό κανόνα υπερισχύοντα οποιασδήποτε εθνικής διάταξης. Εξάλλου είναι χαρακτηριστικό ότι η χρήση ενός τέτοιου είδους αμάχητου ή μη τεκμηρίου δεν προβλέπεται ούτε στις Οδηγίες 72/166/ΕΟΚ, 72/430/ΕΟΚ και 84/15/ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σε σχέση με την ασφάλιση αστικής ευθύνης, που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων. Ειδικώς μάλιστα στην τελευταία Οδηγία (84/115/ΕΟΚ), δεν αναφέρεται καν η χρήση οινοπνεύματος ως όρος αποκλεισμού ασφάλισης για τις μεταξύ των μερών σχέσεις (περιεχόμενος, είτε σε σύμβαση είτε σε διάταξη νόμου).


Δ. Η εμπειρία από μια συγγενή έννομη τάξη

Η γνωστή για την εμβρίθεια και δογματική της αρτιότητα γερμανική έννομη τάξη, η οποία αποτέλεσε τη «μήτρα» του αστικού μας δικαίου, μπορεί να προσφέρει πολύτιμη βοήθεια, από την άποψη συγκριτικών παρατηρήσεων, σε σχέση με την ακολουθητέα de lege ferenda νομοθετική πολιτική, αλλά και την εφαρμοστέα de lege lata ερμηνεία των υφιστάμενων ρυθμίσεων.
Κατ’ αρχήν αποτελεί βασικό αξίωμα του ασφαλιστικού δικαίου της χώρας αυτής, ότι η παράβαση εκ μέρους του ασφαλισμένου ενός ασφαλιστικού «βάρους» - που έχει τεθεί από την ασφαλιστική προς το σκοπό της μείωσης του ασφαλιστικού κινδύνου ή της προφύλαξης από την αύξησή του – δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο επικλήσεως από τον ασφαλιστή προκειμένου αυτός να απαλλαγεί, αν η παράβαση αυτή δεν άσκησε επιρροή στην επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως ή στην έκταση της οφειλόμενης απ’ αυτόν παροχής (βλ. §6 του VVG ekd. 2.12.2004 «Ist eine Obliegenheit verletzt, die von dem Versicherungsnehmer zum Zwec der Verminderung der Gefahr oder der Verhuetung einer Gefahrerhoehung dem Versicherer gegenueber zu erfuellen ist, so kann sich der Versicherer auf die vereinbarte Leistungsfreiheit nicht berufen, wenn die Verletzung keinen Einfluss auf den Eintritt des Versicherungsfalls oder den Umfang der ihm obliegenden Leistung gehabt hat»).
Η ανωτέρω θεμελιώδης αρχή βρίσκει πεδίο εφαρμογής κυρίως στις περιπτώσεις οδήγησης σε κατάσταση μέθης, συμπεριφορά που μπορεί να χαρακτηρισθεί ως βαριά αμελής (ρήτρα μέθης - (Trunkenheitsklausel) και να οδηγήσει σε απαλλαγή του ασφαλιστή (§12 AKB, ΓΟΣ δηλ. για την ασφάλιση αυτοκινήτων).
Αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ρήτρας μέθης, είναι η απόδειξη της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της επίδρασης του οινοπνεύματος και της ασφαλούς οδήγησης. Τούτο μάλιστα προβλέπεται ρητά, « συνεπεία κατανάλωσης αλκοολούχων ποτών ή άλλων ναρκωτικών μέσων δεν είναι σε θέση να οδηγήσει με ασφάλεια το αυτοκίνητο» («infolge Genusses alkoholischer Getraenke oder anderer berauscheuder Mittel nicht in der Lage ist, das Fahrzeug sicher zu fahren», §5Abs1 Nr 5 KfzPflW).
Ο οδηγός θεωρείται ότι δεν είναι σε θέση να οδηγήσει με ασφάλεια όταν παρατηρείται έκπτωση της ψυχικής και σωματικής ικανότητας σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην μπορεί να αντιδράσει με ασφάλεια σε περίπτωση αιφνίδιας εμφάνισης δυσχερών καταστάσεων (bei ploetzlichen Auftreten schwieriger Verkehrslagen, βλ. StGB §316 και τις νομολογιακές παραπομπές στην Jagusch/Hentschel, Strassenverkehrsrecht).
Το κρίσιμο ερώτημα για το πώς διαπιστώνεται η επίδραση του οινοπνεύματος στην επικίνδυνη οδήγηση η γερμανική νομολογία έχει επεξεργαστεί κριτήρια (ιδίως κατά την εφαρμογή της ποινικής διατάξεως §316 StGB) τα οποία εφαρμόζονται στο ασφαλιστικό δίκαιο της χώρας αυτής με μεγάλη επιτυχία.
Έτσι λοιπόν διακρίνεται (βλ. σχετικά τις εξαιρετικά σημαντικές αποφάσεις BGH της 28.6.1990, NJW 1990, σ. 2393 επ., της 9.10.1991 VersR 1991, σ. 1367 επ. και της 7.4.1994, 4 Str 130/94) :
1. Η σχετική ανικανότητα προς οδήγηση , η οποία υφίσταται όταν το ποσοστό του οινοπνεύματος είναι κάτω από 1,1%ο. Για την απόδειξη της αιτιώδους συνάφειας επικίνδυνης οδήγησης και λήψης οινοπνεύματος απαιτείται η συνδρομή περαιτέρω ενδείξεων (όπως ανάπτυξη μεγάλης ταχύτητας σε συνθήκες σκότους και κακών καιρικών συνθηκών, βλ. LG Kiel VersR 1983, σ. 123), εκτροπή αυτοκινήτου σε γνωστή στον οδηγό στροφή (OLG Celle VersR 1989, σ. 179), πρόσκρουση επί σταθμευμένων αυτοκινήτων ή επί αυτοκινήτων σταθμευμένων στο φανάρι, ανάπτυξη μεγάλης ταχύτητας σε διαδρομή γεμάτη στροφές, παράτολμα και επικίνδυνα προσπεράσματα, αναστροφή επί της οδού, παραβίαση προτεραιότητας κλπ. Είναι σαφές λοιπόν ότι για την κατάφαση του αιτιώδους συνδέσμου απαιτείται στην κατηγορία αυτή η συνδρομή και άλλων ενδείξεων που να πείθουν ότι η αλκοόλη είχε επίδραση στην οδηγητική ικανότητα του ασφαλισμένου οδηγού και επομένως περαιτέρω στην πρόκληση του ατυχήματος (βλ. χαρακτηριστικά την παγιωμένη πλέον κρίση των δικαστηρίων, ενδεικτικά OLG Koblenz της 20.4.2001, «Bei einem Alkoholgehalt von weniger als 1,1 promille entfaellt der Versicherungsschutz nur dann, wenn weiter Anzeichen fuer eine alkoholbedingte Fahruntuechtigkeit vorliegen. Ergeben sich diese nicht aus sonstigen Ausfallerscheinungen, muessen Fahrfehler festgestellt werden, die typischerweise auf Alkoholgenuss zurueckzufahren sind. Ein typisch alkoholbedingter Fahrfehler kann angenommen werden, wenn der Fahrer in einer einfachen Verkehrssituation von der Fahrbahn abkommt, ohne dass eine Behinderung durch Gegenverkehr oder sonstige Umstaende ernsthaft in Frage kommt»).


2. Η απόλυτη ανικανότητα προς οδήγηση , που υφίσταται όταν ο οδηγός έχει υπερβεί το ανώτατο όριο του 1,1 %ο (βλ. ανωτέρω από 28.6.1990 απόφαση του BGH). Η γερμανική νομολογία, κάνοντας χρήση των πορισμάτων της ιατρικής επιστήμης, αποφαίνεται ότι άνω του ορίου αυτού οι επιπτώσεις της αλκοόλης στον οργανισμό κάθε οδηγού, είναι τόσο σοβαρές (σύγχυση, διαταραχές στην ομιλία και το βάδισμα), ώστε δεν υπάρχει χρεία άλλων ενδείξεων. Ο οδηγός δεν θα μπορεί να επικαλεστεί ούτε τη αυξημένη αντοχή του στο ποτό, ούτε τη δεξιοτεχνία του στην οδήγηση, προκειμένου να αποφύγει τη λειτουργία του τεκμηρίου σε βάρος του.
Με βάση την ανωτέρω διάκριση ο ασφαλιστής, όταν στρέφεται κατά του ασφαλισμένου του επικαλούμενος παράβαση του ασφαλιστικού βάρους της μέθης, είναι σε θέση να αποδείξει με ευχέρεια την ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου, όταν το ποσοστό της ανιχνευθείσας αλκοόλης υπερβαίνει το όριο του 1,1 ο/οο που έχει καθορισθεί όπως προαναφέρθηκε νομολογιακά. Κάτω του ορίου αυτού (σχετική ανικανότητα), σημαντική βοήθεια προσφέρει η περιπτωσιολογική τυποποίηση (βλ. ανωτέρω) που έχει και αυτή διαπλασθεί νομολογιακά.


Ε. Συμπέρασμα

Είναι ευκταίο παρόμοια διαβάθμιση παρόμοια με αυτή που έχει αποκρυσταλλωθεί στο γερμανικό δίκαιο, να ισχύσει και στη δική μας έννομη τάξη (διαπλαθόμενη κατά προτίμηση νομολογιακά) στα όρια που ήδη κινείται η νομολογία 0-50 ο/οο, 0,50-0,80, και 0,80 και άνω, έτσι ώστε να μην καταλυθεί η θεμελιώδης αρχή του Δικαίου μας περί αιτιώδους συνάφειας, ως προσδιοριστικού παράγοντα ευθύνης, και ταυτόχρονα να ικανοποιηθεί η ανάγκη απόδοσης ουσιαστικής δικαιοσύνης, σ έναν τομέα όπου από τη μια στιγμή στην άλλη επαπειλείται η οικονομική καταστροφή των εμπλεκόμενων οδηγών.
Είναι εξαιρετικά ελπιδοφόρο ότι προς την κατεύθυνση αυτή, έστω και όχι κατ& απολύτως ευθύγραμμο τρόπο ως προς κάποιες επιμέρους παραδοχές της, φαίνεται να κινείται εκ νέου η νομολογία μας (βλ. ΑΠ 567/2006, Πρόεδρος Αθ.Κρητικός, ΕπΣυγκΔ 2006, σ. 332 επ.) κρίνοντας γενικά ότι «μόνη η παραβίαση των διατάξεων τούτου (ενν. ΚΟΚ) από τους οδηγούς δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικών ατυχημάτων. Αποτελεί απλώς στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του επελθόντος αποτελέσματος» (με παραπομπή και στην ΑΠ 464/2003).
Ειδικώς ως προς την απαλλακτική ρήτρα της μέθης, η ανωτέρω απόφαση κρίνει μεν ότι θεωρείται ως επαρκής η παραπομπή και απλή αναφορά του ΦΕΚ, από το οποίο μπορεί να γνωρίσει το περιεχόμενό της ο ασφαλισμένος…., ο οποίος δεν είναι απαραίτητο να έχει υπογράψει το ασφαλιστήριο…., στη συνέχεια όμως δέχεται η ανωτέρω απόφαση ότι η τοξικολογική έκθεση για τη διαπίστωση μέθης εκτιμάται στην αστική δίκη ως δικαστικό τεκμήριο και ακολούθως επικυρώνει την αναιρεσιβαλλόμενη εφετειακή απόφαση η οποία με παραπομπή στη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 5 ΚΟΚ, (όπως τροποποιήθηκε με την 1330φ 705.11/4ξθ της 15-2/1-4-1985), δέχτηκε ότι «η μέγιστη επιτρεπόμενη συγκέντρωση οινοπνεύματος στο αίμα πέραν της οποίας το άτομο υπέχει ευθύνη, είναι το 0,50 ο/οο και ότι μέχρι 0,80 ο/οο απαγγέλλεται κατηγορία, εφόσον και από άλλες συμπτώσεις (κατάστασης και τρόπος οδήγησης κλπ), εξάγονται συμπεράσματα υπάρξεως πλήρους μέθης, από δε του 0,80 ο/οο, και άνω υφίσταται πλήρης απόδειξη».

Ξένη Επιστημονική Κίνηση
Συμπόσιο για την Οδική Ασφάλεια στην Ευρώπη

Συμπόσιο ADAC στο BADEN BADEN της Γερμανίας

13 Οκτωβρίου 2006
Ο ΜΟΛΩΧ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΤΟΥ
Δρ. Βλάσης Μουχτάρης Δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω

ΕΛΕΝΗ ΜΕ ΠΛΑΓΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ newsletters prev1

legal bank

Newsletter

ΚΑΛΑΘΙ ΑΓΟΡΩΝ

Το καλάθι σας είναι άδειο.