210 9824002 | 6977 000 500 | Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.   |

Αρθρα - Απόψεις

Άρθρα - Απόψεις

Η εφαρμογή των Ν. 489/1976 και ΑσφΝ 
στην υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης 
από Ατυχήματα Αυτοκινήτων. 
Η εφαρμογή του ΑσφΝ στην ασφαλιστική κάλυψη 
των προαιρετικών κινδύνων αυτοκινήτου.

Σκέψεις με αφορμή την με αριθμό 16708/ 2008 απόφαση 
του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης
(δημοσιευόμενη κατωτέρω Σελ )
του Χρήστου Σαχπατζίδη Δικηγόρου Γιαννιτσών

Η με αριθμό 16708/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης θίγει μια σειρά από σημαντικά ζητήματα της ασφάλισης αστικής ευθύνης αυτοκινήτου λαμβάνοντας υπόψη της τη νομοθετική ρύθμιση που εισάγει ο Ν. 2496/1997 (ΑσφΝ).

1. Για την εφαρμογή του ΑσφΝ στην υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων.
Κατ αρχήν η απόφαση τάσσεται υπέρ της εφαρμογής του ΑσφΝ στην υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης, στηρίζοντας την (ορθή) αυτή θέση της τόσο στην ΑΠ 779 / 2007 (ΝΟΜΟΣ), όσο και στο εξ αντιδιαστολής επιχείρημα που προσφέρει το άρθρο 26 παρ. 6 του ΑσφΝ το τελευταίο ορίζει ότι «οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται στην υποχρεωτική ασφάλιση ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων». Συνεπώς εάν ο νομοθέτης ήθελε την μη εφαρμογή του ΑσφΝ στην υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης, θα προέβλεπε κάτι τέτοιο ρητά για το σύνολο των διατάξεων του ΑσφΝ και όχι μόνον για το άρθρο 26 αυτού. Υπέρ της εφαρμογής του ΑσφΝ βλ. επίσης ΑΠ 1485 / 2005, ΝοΒ 2006 / 392, ΑΠ 230 / 2008, ΝΟΜΟΣ contra ΑΠ 1491 / 2006.

Αλλά πέραν των παραπάνω, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι με τον ΑσφΝ επιχειρήθηκε να αναμορφωθεί το νομοθετικό πλαίσιο που ρυθμίζει την σύμβαση ασφάλισης στις σχέσεις μεταξύ ασφαλιστή και λήπτη ασφάλισης ασφαλισμένου. Βέβαια ανάλογες ρυθμίσεις προέβλεπε και ο Ν. 489/1976, όπως ισχύει σήμερα, όμως αφορούσε κυρίως τη σχέση ασφαλιστή και ζημιωθέντος τρίτου (βλ. Ράνια Χατζηνικολάου - Αγγελίδου, Ιδιωτικό Ασφαλιστικό Δίκαιο 2008, παρ. 31, σελ. 257). Ορθότερη λοιπόν φαίνεται η θέση ότι «οι συμβατικές σχέσεις ασφαλιστή αστικής ευθύνης αυτοκινήτων και λήπτη της ασφάλισης - ασφαλισμένου διέπονται από τον ασφαλιστικό νόμο στο μέτρο που συμβιβάζονται με τον Ν. 489/1976 για τους ασφαλιστικούς όρους» (βλ. Ι. Ρόκας, Ιδιωτική Ασφάλιση, 11η έκδοση - 2006, σ. 326). Εάν ο νομοθέτης είχε την πρόθεση να αποκλείσει την εφαρμογή του ΑσφΝ από την υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης, θα το είχε κάνει έστω και εκ των υστέρων με το Ν. 3557/2007, με τον οποίο επέφερε τροποποιήσεις στο Ν. 489/1976 και (κυρίως) κατήργησε την Υ.Α. Κ4/585/1978. Τουναντίον σε ορισμένες τροποποιήσεις του (με τον πρόσφατο Ν. 3557/2007) έλαβε υπ\\\' όψιν του τις γενικές αρχές του ΑσφΝ, όπως λ.χ. στο προστεθέν άρθρο 6α (περί σύμβασης προσωρινής κάλυψης και χορήγησης ειδικού σήματος από τον ασφαλιστή), το οποίο «εξειδικεύει», κατά κάποιο τρόπο, την παρ. 2 του άρθρου 2 του ΑσφΝ (περί εγγράφου προσωρινής κάλυψης).

Συμπερασματικά λοιπόν θα λέγαμε ότι «ο ΑσφΝ (Ν. 2496/1997) θα συνεχίζει να εφαρμόζεται συμπληρωματικά για κάθε θέμα που δεν ρυθμίζεται πλέον ειδικά από τον τροποποιημένο Ν. 489/1976» (βλ. Ράνια Χατζηνικολάου - Αγγελίδου, ό.π. , σελ. 257).

2. Ο Ν. 489/1976 και οι εξαιρέσεις υποχρεωτικής ασφάλισης αστικής ευθύνης.
Οι σχέσεις μεταξύ ασφαλιστή και λήπτη ασφάλισης (αντισυμβαλλόμενου) - ασφαλισμένου στην υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης και ειδικότερα οι εξαιρέσεις της ασφάλισης καθορίζονται υποχρεωτικά από τον Ν. 489/1976, όπως ισχύει πλέον μετά τις τροποποιήσεις που ο Ν. 3557/2007 (ΦΕΚ Α’ 100 / 14/5/2007) επέφερε κυρίως με την προσθήκη (άρθρ. 4 Ν. 3557/2007) των παρ. 1 α΄, β΄, γ και 2 του άρθρου 6β και με την κατάργηση (άρθρ. 17 Ν. 3557/2007) της κατ΄ εξουσιοδότηση εκδοθείσας ΥΑ Κ4/585/1978.

«Άρθρο 6β. Εξαιρέσεις της κάλυψης.
§1. Εξαιρούνται από την ασφάλιση ζημίες που προκαλούνται:
α) από οδηγό ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί.
β) από οδηγό, ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Ν. 2696/ 1999, ΦΕΚ 57 Α΄) όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος. Αν το αυτοκίνητο όχημα που εμπλέκεται στο ατύχημα ανήκει κατά κυριότητα σε επιχείρηση εκμίσθωσης επιβατικών αυτοκινήτων οχημάτων, το δικαίωμα αναγωγής του ασφαλιστή ασκείται μόνο κατά του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου οχήματος, εφόσον υφίσταται έγκυρο μισθωτικό έγγραφο.
γ) από αυτοκίνητο όχημα του οποίου γίνεται διαφορετική χρήση από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας, εφόσον η χρήση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος.
§2. Με τη σύμβαση ασφάλισης επιτρέπεται να ορίζονται, πέραν των περιπτώσεων της προηγούμενης παραγράφου, και άλλες περιπτώσεις εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, εφόσον οι περιπτώσεις αυτές, αφορούν μόνο προαιρετική ασφαλιστική κάλυψη. Κάθε άλλη εξαίρεση είναι αυτοδικαίως άκυρη.».
Επίσης με το άρθρο 17 Ν. 3557 / 2007 «από την έναρξη ισχύος του νόμου καταργείται η υπ\\\' αριθμ. Κ4/585/1978 απόφαση του υπουργού εμπορίου (ΦΕΚ 795 ΤΑΕ και ΕΠΕ)». 

Ι. Έτσι το ποίες διατάξεις θα εφαρμοστούν κάθε φορά, εξαρτάται από τον κρίσιμο χρόνο, δηλαδή από το πότε επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος: για τις περιπτώσεις που ο ασφαλιστικός κίνδυνος επήλθε μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 3557/2007 εφαρμόζεται ο Ν. 489/1976 και η προμνησθείσα ΥΑ, ενώ για τις μετέπειτα ο τροποποιηθείς (με το Ν.3557/2007) Ν. 489/1976.

Πάντως θα πρέπει να σημειωθεί ότι φαίνεται να υπάρχει διχογνωμία για το εφαρμοστέο δίκαιο στις περιπτώσεις εκείνες που το ασφαλιστήριο είχε ήδη εκδοθεί πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 3557/2007 και η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε μετά την έναρξη ισχύος. Κατά μία άποψη «θα ισχύουν οι εκ των ως άνω επιτρεπτές εξαιρέσεις της καταργηθείσας και ως συμβατικό κείμενο ισχύουσας Υπ. Απόφασης, διότι η ασφαλιστική επιχείρηση έχει υπολογίσει το ασφάλιστρο με βάση την ισχύ των εξαιρέσεων αυτών, ενώ ο νόμος δεν προβλέπει την αναδρομική ισχύ του& διαφορετική ερμηνεία ανεπίτρεπτα θα προσέβαλε κεκτημένα συμβατικά δικαιώματα» (βλ. Ι. Ρόκας, Ασφαλιστικός Κώδικας, 2η έκδοση 2008, σ. 107, υποσημ. 151). Αντίθετη άποψη υποστηρίζει ότι «προϋφιστάμενες της ενάρξεως ισχύος του Ν. 3557 / 2007 ασφαλιστικές συμβάσεις που περιέχουν λόγο εξαιρέσεως μη διατηρηθέντα ουσιαστικώς από το Ν. 3557 / 2007 μέσω της παρ. 1 του άρθρου 6β Ν. 489/1976 καταλαμβάνονται από το νέο δίκαιο υπό την προϋπόθεση ότι δεν επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση υπό το παλαιό δίκαιο. Στην περίπτωση αυτή ο λόγος εξαιρέσεως που τυπικά υπάρχει στη σύμβαση ασφαλίσεως καθίσταται εφεξής αυτοδικαίως άκυρος και πρέπει να απαλειφθεί και τυπικώς κατά την ανανέωση της ασφαλιστικής συμβάσεως. Επομένως ο ασφαλιστής δεν μπορεί κατά νόμο να επικαλεστεί μετά το Ν. 3557/2007 ένα τέτοιο λόγο αποκλεισμού αν μετά την ισχύ του νόμου αυτού επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση». Η άποψη αυτή βασίζεται στην ρύθμιση της παρ. 4 του άρθρου 33 του Ν. 2496/1997 που ορίζει ότι οι κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου υφιστάμενες ασφαλιστικές συμβάσεις διέπονται εφεξής από τον παρόντα νόμο ρύθμιση που (κατά τη θέση αυτή) «πρέπει να εφαρμοστεί αναλόγως και για την κρίση του ενταύθα θέματος» (Αθ. Κρητικός, Αποζημίωση από Αυτοκινητικά Ατυχήματα, 2008, σελ. 650, παρ. 28, π. 77).

ΙΙ. Προϋσχύσαν καθεστώς εξαιρέσεων με βάση την Κ4/585/1978 (προ της έναρξης ισχύος του Ν. 3557/2007).
Η νομολογία έχει ήδη προ πολλού καταλήξει στην πάγια θέση ότι η Υ.Α είναι αντισυνταγματική, ως κειμένη εκτός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, που παρασχέθηκε στον Υπουργό Ανάπτυξης, και ως εκ τούτου δεν δεσμεύει τα δικαστήριά μας στην εφαρμογή της. Δηλαδή η ΥΑ (ιδίως ως προς τη διάταξη του άρθρ. 25 § 6 & 8) δεν καθορίζει κάποιον γενικό όρο της ασφαλιστικής σύμβασης, σύμφωνα με την εξουσιοδότηση που παρασχέθηκε στον Υπ. Εμπορίου (Ανάπτυξης πλέον) με το άρθρο 6 § 7 του Ν. 489/1976, αλλά επιβάλλει περιορισμό της ευθύνης του ασφαλιστή έναντι του ζημιωθέντος, η οποία προβλέπεται από τον ίδιο νόμο (αρθρ. 6 του ν. 489/76), βλ. Αθ. Κρητικός, ό.π., σ. 551 παρ. 25 π. 24 επ. και ενδεικτικά ΑΠ 1006 / 2005 ΕλλΔνη 2006, 217 & ΑΠ 813/1997 Επιθ.Συγκ.Δικ. 1997, 548 & ΑΠ 106/1987 ΕλλΔ 1988, 293 & ΑΠ 1410/1983 ΝοΒ 32, 1199 & ΕφΑθ 930/1993 Επιθ.Συγκ.Δικ. 1994, 13.

Έτσι η νομολογία έχει πλέον παγιωθεί στην θέση ότι οι εξαιρέσεις της παραπάνω ΥΑ είναι έγκυρες και ισχυρές στις σχέσεις μεταξύ ασφαλιστή και λήπτη ασφάλισης (αντισυμβαλλόμενου) - ασφαλισμένου, εφόσον περιληφθούν στην ασφαλιστική σύμβαση ως συμβατικοί όροι, είτε με την ενσωμάτωσή τους σ αυτήν είτε με παραπομπή στην Υπουργική Απόφαση (Κ4/585/78) ή ακόμα με παραπομπή μόνον στον αριθμό του Φ.Ε.Κ., αφού μέσω της αναφοράς αυτής είναι δυνατή και η γνώση του περιεχομένου της ΑΥΕ (βλ. ενδεικτικά ΑΠ 230/2008, ΝΟΜΟΣ & ΑΠ 1491/2006 ΝΟΜΟΣ & ΑΠ 426/2002 ΧρΙΔ 2002, 413 & ΑΠ 30/2002 ΕλλΔ 2002, 715 & ΑΠ 1022/2001 Επιθ.Συγκ.Δικ. 2002, 24 & ΑΠ 588/2001 ΝΟΜΟΣ & ΑΠ 751/2000, ΕλλΔ 2001, 95 &ΑΠ 639/1994 ΕλλΔ 1995, 333 & ΕφΛαρ 289/2002, ΤΝΠ ΔΣΑ. 

Μάλιστα νομολογιακά γίνεται δεκτό ότι για τη συνομολόγηση του όρου δεν απαιτείται οπωσδήποτε η υπογραφή του ασφαλισμένου, αλλά η καθ\\\' οιονδήποτε τρόπο αποδοχή της σύμβασης, ρητής ή σιωπηρής• αποδοχή η οποία μπορεί να συναχθεί από τις περιστάσεις: επικόλληση του ειδικού σήματος στο παμπρίτζ, καταβολή ασφαλίστρων, υποβολή υπεύθυνης δήλωσης ατυχήματος στον ασφαλιστή, προσκόμιση ασφαλιστηρίου στο Τμήμα Τροχαίας μετά από ατύχημα κ.λπ.: βλ. ΑΠ 1006/2005 ΕλλΔνη 2006, 217 - ΑΠ 826/2005 ΕλλΔνη 2006, 103 - ΑΠ 324/2005 ΕλλΔνη 2006, 1636 - ΑΠ 308/2005 ΕλλΔνη 2006, 1359 - ΑΠ 735/2004, ΕλλΔνη 2006, 1010 - ΑΠ 432/2004 ΕλλΔνη 2006, 1009 – ΕφΙωαν 261/2007 Αρμ 2009, 236.

ΙΙΙ. Ισχύον καθεστώς εξαιρέσεων με βάση το άρθρο 6β § 1 Ν. 489/1976 (μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 3557/2007).
Όπως προαναφέρεται, με το άρθρο 17 παρ. 1 εδ. γ΄ του Ν. 3557 / 2007 καταργήθηκε ολόκληρη η προμνησθείσα ΥΑ και προστέθηκε στο Ν. 489 / 1976 το άρθρο 6β παρ. 1 εδ. α& β& και γ, στο οποίο διατυπώνονται περιοριστικά τρεις μόνον περιπτώσεις εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη (βλ. παραπάνω)& ενώ παράλληλα δεν παρέχεται η δυνατότητα στα συμβαλλόμενα μέρη να συμφωνήσουν οποιαδήποτε επιπλέον εξαίρεση κάλυψης. Κάθε άλλη εξαίρεση είναι αυτοδικαίως άκυρη (βλ. Αθ. Κρητικός, ό.π., σελ. 630, παρ. 10).

Όμως προβληματισμός διατυπώνεται σχετικά με το χαρακτηρισμό της πρώτης περίπτωσης (εξαίρεση λόγω έλλειψης άδειας οδήγησης), για το εάν αφορά γνήσια εξαίρεση ή κεκαλυμμένο ασφαλιστικό βάρος. Να σημειωθεί ότι στην πρώτη περίπτωση, δηλαδή της γνήσιας εξαίρεσης, η απαλλαγή του ασφαλιστή επέρχεται χωρίς άλλο, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που τη συγκροτούν& αντίθετα εάν πρόκειται περί (κεκαλυμμένου) ασφαλιστικού βάρους για την απαλλαγή του ασφαλιστή απαιτείται η συνδρομή υπαιτιότητας, δηλαδή κρίνεται από τη συμπεριφορά του λήπτη ασφάλισης - ασφαλισμένου (βλ. Αθ. Κρητικός, ό.π., σελ. 642, παρ. 43, καθώς και Ράνια Χατζηνικολάου - Αγγελίδου, ό.π. σ. 167). Έτσι μία άποψη τάσσεται υπέρ της θέσης ότι η εν λόγω εξαίρεση αποτελεί κεκαλυμμένο ασφαλιστικό βάρος, γεγονός που, παρά τη μη ρητή διατύπωση του νόμου, απαιτεί την συνδρομή αιτιώδους συνάφειας «μεταξύ της παραβάσεως του ασφαλιστικού βάρους, δηλαδή της ελλείψεως άδειας ικανότητας οδηγού και του ατυχήματος» (βλ. Αθ. Κρητικός ό.π. σ. 641, παράγραφος 37). Αντίθετη άποψη υποστηρίζει ότι η εν λόγω εξαίρεση «δεν αποτελεί κεκαλυμμένο βάρος, αν και έχει και αυτό τη φύση υποχρέωσης (δηλαδή βάρους) που θέτει ο ασφαλιστής στον ασφαλισμένο», (βλ. Ι. Ρόκας, Ασφαλιστικός Κώδικας, 2008, σ. 109, υποσημ. 157) . Ωστόσο κι ο τελευταίος αναγνωρίζει ότι «η κριτική αντιμετώπιση της ομοίου περιεχομένου εξαίρεσης του άρθρου 25 παρ. 6 της ΥΑ Κ4 / 585 / 1978 από τη νομολογία και τη θεωρία, αλλά και η αντίθεσή της προς την υπ\\\' αριθμ. 000306 απόφαση της 24 Γενικής Διεύθυνσης της Ε.Ε. και τη νομολογία του ΔΕΚ, είναι πιθανόν να οδηγήσουν τη νομολογία στο χαρακτηρισμό και αυτής της εξαίρεσης ως καλυμμένο ασφαλιστικό βάρος και να θέσει ως προϋπόθεση για την εφαρμογή τους την ύπαρξη τουλάχιστον αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της μη ύπαρξης της άδειας οδήγησης και της ζημίας, λαμβάνοντας υπόψη και το ότι ο νόμος δεν αναφέρει ρητά ότι δεν απαιτείται αιτιώδης σύνδεσμος, χωρίς ν αλλάζει κάτι αν η έλλειψη αυτή συμπληρωθεί από το ασφαλιστήριο» (βλ. Ι. Ρόκας, ό.π.).

Σε ό,τι αφορά τις υπόλοιπες δύο εξαιρέσεις κάλυψης (οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών και χρήση του αυτοκινήτου διαφορετική από την αναγραφόμενη στην άδεια κυκλοφορίας του αντίστοιχα) η γραμματική διατύπωση του νόμου υποδεικνύει σαφώς ότι πρόκειται περί κεκαλυμμένων ασφαλιστικών βαρών, καθώς απαιτείται συνδρομή αιτιώδους συναφείας μεταξύ της παράβασης της υποχρέωσης (βάρους) από τον ασφαλισμένο και της ζημίας.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει με έμφαση να τονισθεί ότι οι παραπάνω εξαιρέσεις αφορούν στις σχέσεις μεταξύ ασφαλιστή και λήπτη ασφάλισης - ασφαλισμένου και όχι μεταξύ τρίτου - παθόντος και ασφαλιστή• έναντι του παθόντα ο ασφαλιστής δεν μπορεί να προβάλει τις ενστάσεις που αφορούν στη σύμβαση ασφάλισης και τις σχέσεις του με τον αντισυμβαλλόμενο - ασφαλισμένο του.

3. Τέλος σε ό,τι αφορά την ασφάλιση των προαιρετικών κινδύνων αυτοκινήτου το νομοθετικό πλαίσιο καθορίζεται κατά βάση από τον ΑσφΝ, ενώ έχει εφαρμογή και ο ν. 2251/1994 (προστασία καταναλωτών) όπως ισχύει σήμερα. Τόσο η ίδια η ασφάλιση καθ εαυτήν, όσο και οποιαδήποτε εξαίρεση κάλυψης έχουν το χαρακτήρα συμβατικών δεσμεύσεων και ρυθμίζονται από τις παρ. 5 και 6 του άρθρου 2 του ΑσφΝ.
§ 5 Άρθρου 2 ΑσφΝ:
«Αν το περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου παρεκκλίνει από την αίτηση για ασφάλιση, οι παρεκκλίσεις θεωρούνται ότι έχουν εγκριθεί από την αρχή, εφόσον ο λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώνεται γραπτά εντός ενός (1) μηνός από την παραλαβή του ασφαλιστηρίου και εφόσον ο ασφαλιστής τον έχει ενημερώσει για την παρέκκλιση και για το δικαίωμα εναντίωσης γραπτά ή με σημείωση στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου, στοιχειοθετημένη με εντονότερα στοιχεία από τα λοιπά, ώστε να υποπίπτει εύκολα στην αντίληψη και έχει χορηγήσει σε αυτόν σε χωριστό έντυπο υπόδειγμα δήλωσης εναντίωσης. Αν ο ασφαλιστής παρέλειψε να ενημερώσει ως άνω τον λήπτη και να του χορηγήσει το ως άνω υπόδειγμα, τότε οι παρεκκλίσεις δεν δεσμεύουν τον λήπτη της ασφάλισης και θεωρείται ότι έχει συμφωνηθεί το περιεχόμενο της αίτησης για ασφάλιση». 

Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι καθοριστικής σημασίας έγγραφο αποτελεί η αίτηση - πρόταση ασφάλισης, που πρακτικά υπογράφει ο λήπτης ασφάλισης και όπου θα πρέπει να αναγράφονται όλες οι εξαιρέσεις. Έτσι εάν στην αίτησή του ο ασφαλιστής δεν αναφέρει κάποια συγκεκριμένη εξαίρεση (π.χ. σε ασφάλιση Προσ. Ατυχήματος του οδηγού του καλυπτόμενου οχήματος για την περίπτωση θανάτου του κατά την οδήγηση συμφωνείται η καταβολή ασφαλίσματος ύψους 20.000 €, χωρίς να αναφέρεται οποιαδήποτε εξαίρεση) και στη συνέχεια εκδώσει ασφαλιστήριο στους γενικούς ή/και ειδικούς όρους του οποίου περιέχεται ως συμβατικός πλέον όρος κάποια εξαίρεση (λ.χ. στο παραπάνω παράδειγμα ο ασφαλιστής περιλάβει στο ασφαλιστήριο ως εξαίρεση της συγκεκριμένης κάλυψης την περίπτωση κατά την οποία ο ασφαλισμένος - οδηγός είναι ανυπαίτιος του ατυχήματος), τότε αυτός (ασφαλιστής) θα πρέπει:
1. να ενημερώσει τον λήπτη της ασφάλισης για την παρέκκλιση αυτή με εντονότερα στοιχεία και στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου (ή με άλλο ξεχωριστό έγγραφο), 
2. να τον ενημερώσει για το δικαίωμά του να εναντιωθεί στην παρέκκλιση – εξαίρεση αυτή με τον προαναφερθέντα τρόπο και
3. να του χορηγήσει το ειδικό έντυπο εναντίωσης.

Μόνον με τις παραπάνω προϋποθέσεις και μετά την άπρακτη από πλευράς λήπτη της ασφάλισης παρέλευση ενός (1) μήνα από την παραλαβή του ασφαλιστηρίου, είναι έγκυρος ο ασφαλιστικός όρος εξαίρεσης και δεσμεύει το λήπτη ασφάλισης. Σε διαφορετική περίπτωση, δηλαδή σε περίπτωση που ο ασφαλιστής παραλείψει να προβεί σωρευτικά και στις τρεις παραπάνω αναφερόμενες υποχρεώσεις του, ο νομοθέτης είναι εξαιρετικά σαφής: «… τότε οι παρεκκλίσεις δεν δεσμεύουν τον λήπτη της ασφάλισης και θεωρείται ότι έχει συμφωνηθεί το περιεχόμενο της αίτησης για ασφάλιση». Βλ. Ράνια Χατζηνικολάου – Αγγελίδου «Ασφαλιστική Σύμβαση – Προστασία του ασφαλισμένου ως καταναλωτή», έκδοση 2000, σελ. 270: «η ασφαλιστική σύμβαση ισχύει όπως είχε συμφωνηθεί στο προσυμβατικό στάδιο σύμφωνα με την αίτηση του ασφαλισμένου και οι παρεκκλίσεις του ασφαλιστή δεν δεσμεύουν τον ασφαλισμένο» (βλ. AD HOC ΕφΘ 1385 / 2006, ΕπΣυγΔ 2006,369, καθώς και ΠΠΘεσ 16708/2008, που δημοσιεύεται στο παρόν τεύχος).

Αντίθετα, εάν παραδοθεί το ασφαλιστήριο αλλά όχι και οι ασφαλιστικοί όροι με τα χωριστά έντυπα εναντίωσης, τότε οι συνέπειες διαφέρουν και καθορίζονται από την επόμενη παράγραφο, την § 6 του άρθρου 2 του ν. 2496/1997:

«Αν ο ασφαλιστής δεν παρέδωσε στον λήπτη της ασφάλισης κάποια από τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 4 παρ. 2 περίπτωση Η και παρ. 3 περίπτωση Δ του ν.δ/τος 400/1970, όπως ισχύει, (πληροφορίες άσχετες του ερευνώμενου ζητήματος) κατά το χρόνο της υποβολής της αίτησης για ασφάλιση ή αν δεν παρέδωσε τους ασφαλιστικούς όρους σύμφωνα με την παρ. 4 του παρόντος άρθρου, τότε η σύμβαση θεωρείται ότι έχει συναφθεί με βάση το ασφαλιστήριο, τους ασφαλιστικούς όρους, καθώς και τις τυχόν επιπλέον πληροφορίες που προσδιορίζουν γενικά τη συγκεκριμένη σύμβαση, εφόσον ο λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώνεται γραπτά εντός δεκατεσσάρων (14) ημερών από την παράδοση του ασφαλιστηρίου. Αν παρέλθει αυτή η προθεσμία άπρακτη, η σύμβαση ισχύει αναδρομικά, από το χρόνο της σύναψής της. Η ως άνω προθεσμία δεν αρχίζει, αν ο ασφαλιστής δεν έχει ενημερώσει σχετικά με το δικαίωμα εναντίωσης τον λήπτη της ασφάλισης γραπτά ή με ευκρινή σημείωση στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου και δεν έχει χορηγήσει σε αυτόν σε χωριστό έντυπο υπόδειγμα δήλωσης εναντίωσης. Το δικαίωμα εναντίωσης αποσβέννυται μετά πάροδο δέκα (10) μηνών από την πληρωμή του πρώτου ασφαλίστρου. Σε περίπτωση εναντίωσης, ματαιούται η σύναψη της σύμβασης. Το βάρος της απόδειξης της παράδοσης των εγγράφων φέρει ο ασφαλιστής. Οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου αυτού δεν θίγονται».
Ενώ στην § 8: «Όλοι οι όροι του ασφαλιστηρίου πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα εύλογα συμφέροντα του λήπτη της ασφάλισης και του ασφαλισμένου και να γράφονται με σαφήνεια και με ευδιάκριτα στοιχεία».

Με την παραπάνω διάταξη της παρ. 6 ο νομοθέτης επιθυμεί διακαώς, θα λέγαμε, να πάψει κάθε αβεβαιότητα ή αμφισβήτηση γύρω από τους ασφαλιστικούς όρους. Δημιουργεί τις προϋποθέσεις, ώστε «το ασφαλιστικό προϊόν να αυτοπροσδιορίζεται χωρίς να δημιουργούνται ελλείψεις ουσιωδών στοιχείων» (Ράνια Χατζηνικολάου – Αγγελίδου, ο.π. σελ. 274). Έτσι, κι αν ακόμη δεν παραδοθούν από τον ασφαλιστή οι ασφαλιστικοί όροι, δηλαδή οι γενικοί και ειδικοί όροι της ασφαλιστικής σύμβασης, η ασφάλιση δεν είναι μετέωρη από πλευράς ισχυόντων ασφαλιστικών όρων, αλλά διέπεται από τους ασφαλιστικούς όρους που προσδιορίζουν γενικά το είδος της συγκεκριμένης ασφάλισης. Αντίθετα, αν ο λήπτης της ασφάλισης ασκήσει το δικαίωμα εναντίωσης, που του παρέχει ο νόμος, τότε η σύμβαση ακυρώνεται αναδρομικά από τη σύναψή της. 

Εδώ επανέρχεται η αβεβαιότητα: Ποίοι είναι άραγε οι ασφαλιστικοί όροι, που προσδιορίζουν γενικά το είδος αυτό της ασφάλισης (λ.χ. της ασφάλισης Προσωπικού Ατυχήματος οδηγού); Και άραγε σ’ αυτούς εμπεριέχεται και μια εξαίρεση (του πιο πάνω παραδείγματος) ή όχι; Και με βάση τα προεκτεθέντα, θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ως «εύλογο» το συμφέρον του λήπτη (παρ.8 του άρθρου 2 ΑσφΝ), ώστε να μην εξαιρείται από την ασφάλισή του η εν λόγω περίπτωση; 

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονισθεί ότι υφίστανται ουσιώδεις διαφορές μεταξύ των ρυθμίσεων των παρ. 5 και 6 του άρθρου 2 ΑσφΝ: Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι η πρώτη αφορά στις παρεκκλίσεις μεταξύ του περιεχομένου του ασφαλιστηρίου και εκείνου της αίτησης για ασφάλιση• η δεύτερη (παρ. 6) αφορά στη μη παράδοση των ασφαλιστικών όρων μαζί με το ασφαλιστήριο. Προβλέπεται διαφορετική προθεσμία εναντίωσης κ.λπ.. Και στις δύο περιπτώσεις (παρ. 5 και 6 του άρθρου 2 ΑσφΝ) το βάρος απόδειξης της παράδοση των εγγράφων το φέρει ο ασφαλιστής (βλ. ΕφΘ 1385 / 2006, ΕπΣυγΔ 2006, 369, καθώς και ΠΠΘεσ 16708/2008, που δημοσιεύεται στο παρόν τεύχος).

Να σημειώσουμε βέβαια ότι οι διατάξεις του ΑσφΝ και ιδιαίτερα των §§ 4, 5 και 6 του άρθρου 2, που μόλις προσεγγίσαμε, καθιερώνονται ως κανόνες «ημιαναγκαστικού δικαίου από το άρθρο 33 § 1 αυτού με την έννοια ότι, εάν δεν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στον ΑσφΝ, με την ασφαλιστική σύμβαση δεν μπορούν να περιορισθούν τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, παρά μόνον να διευρυνθούν» (βλ. Ι. Ρόκας, «Ιδιωτική Ασφάλιση», έκδοση 2002, § 112, σελ. 128) .

Σημειωτέον επίσης ότι οι πιο πάνω σκέψεις μπορούν να έχουν ανάλογη εφαρμογή και στην ασφάλιση αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων για τις περιπτώσεις του πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 3557/2007 καθεστώτος, δηλαδή όπου έχει εφαρμογή η ΥΑ Κ4/585/1978 (βλ. ΠΠΘεσ 16708/2008 του παρόντος τεύχους). Και τούτο διότι υπό το προϊσχύσαν αυτό καθεστώς οι εξαιρέσεις ασφάλισης αποτελούν συμβατικούς όρους, σε αντίθεση με το ισχύον καθεστώς (μετά το Ν. 3557/2007), που αποτελούν εκ του νόμου εξαιρέσεις, κατά τα αναφερόμενα παραπάνω• εκτενέστερη αναφορά βλ. στην εισήγηση του γράφοντος στο 1ο Πανελλήνιο Συνέδριο για το ζήτημα της Μέθης, «Το Τροχαίο Ατύχημα – Βέροια 2003», Πρακτικά Συνεδρίου, έκδοση ΕπΣυγΔ 2004, σ. 317 επ.). 
Μέχρι σήμερα φοβούμαι πως δεν έχει αποδοθεί από τους συμμετέχοντες στην απονομή της δικαιοσύνης (και κυρίως από εμάς τους δικηγόρους) η πρέπουσα σημασία που έχει ο ΑσφΝ για την κατανόηση της λειτουργίας της ασφαλιστικής σύμβασης, όπως την προσεγγίσαμε παραπάνω. 

Τέλος με το σημείωμα αυτό είναι αυτονόητο πως δεν μπορούμε να προσεγγίσουμε τα θιγόμενα ζητήματα σε όλες τις πτυχές τους. Φιλοδοξία του γράφοντος είναι να θίξει τις σημαντικότερες πλευρές τους και να προκαλέσει ανάλογες συζητήσεις γύρω από αυτά. Ειδικότερα το ζήτημα των προαιρετικών καλύψεων αυτοκινήτου υπό το πρίσμα του ΑσφΝ και του Ν. 2251 / 1994 (προστασία καταναλωτών, όπως ισχύει σήμερα) αποτελεί ένα ευρύτατο πεδίο ανάλογων προβληματισμών, επί των οποίων όμως θα επανέλθουμε με ειδικότερη αναφορά.
-----------------------

ΟΙ ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΙ ΧΡΗΜΑΤΙΚΗΣ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗΣ ΛΟΓΩ ΨΥΧΙΚΗΣ ΟΔΥΝΗΣ ΕΠΙ ΤΡΟΧΑΙΩΝ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ ΜΕ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΛΛΟΔΑΠΟΤΗΤΑΣ

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΤΗΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ 
ΚΑΙ Η ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ 864/2007 
(ΡΩΜΗ ΙΙ)

Β΄ ΜΕΡΟΣ
Υπό Γεωργίου Αμπατζή 
Δικηγόρου Πατρών

ΣΣ (Δημοσιεύεται στην Επ.Συγκ.Δικ. 2009/482 & Τεύχος Οκτώβριος 2009)

ΟΙ ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΙ ΧΡΗΜΑΤΙΚΗΣ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗΣ ΛΟΓΩ ΨΥΧΙΚΗΣ ΟΔΥΝΗΣ ΕΠΙ ΤΡΟΧΑΙΩΝ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ ΜΕ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΛΛΟΔΑΠΟΤΗΤΑΣ

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΤΗΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ 
ΚΑΙ Η ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ 864/2007 
(ΡΩΜΗ ΙΙ)

Β΄ ΜΕΡΟΣ
Υπό Γεωργίου Αμπατζή 
Δικηγόρου Πατρών

ΣΣ (Δημοσιεύεται στην Επ.Συγκ.Δικ. 2009/482 & Τεύχος Οκτώβριος 2009)

Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Το ζήτημα που αποτελεί το αντικείμενο της μελέτης αυτής της εργασίας, μας απασχόλησε και πάλι εντελώς πρόσφατα. Ειδικότερα στο τεύχος του μηνός Φεβρουαρίου του έτους 2009 (σελ. 66 έως 77) δημοσιεύτηκε σχετική εργασία μας, στην οποία παρουσιάστηκαν οι θέσεις της νομολογίας των δικαστηρίων της χώρας μας επί του ζητήματος αυτού, αναφέρθηκαν οι αποφάσεις που εκδόθηκαν γι΄αυτό το θέμα σε περιληπτική απόδοσή τους και έγινε κριτική των θέσεων αυτών, ενώ παράλληλα έγινε μνεία και των διατάξεων του Κανονισμού 864/2007, γνωστού ως «ΡΩΜΗ ΙΙ» (εφεξής «Κανονισμός») και η επίδραση των διατάξεών του στην ελληνική έννομη τάξη.
Η ανάγκη η οποία επέβαλε την εκ νέου ενασχόλησή μας με το προαναφερόμενο θέμα είναι ότι από την δημοσίευση της πρώτης εργασίας μέχρι σήμερα υπήρξε μια σημαντική εξέλιξη στην νομολογία τόσο του Αρείου Πάγου όσο και των δικαστηρίων της ουσίας, ως προς την ερμηνεία των άρθρων 26 και 932 του ΑΚ. Η παρούσα μελέτη αποτελεί ακριβώς τη συνέχεια και συμπλήρωση της πρώτης πάρα πάνω εργασίας μας. 


ΙΙ. Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Κατ’αρχήν η υπ αριθ. 798/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου (αδημ.), η οποία ασχολήθηκε με τον θάνατο αλβανού υπηκόου σε τροχαίο ατύχημα το οποίο συνέβη στην Ελλάδα, έκρινε ότι το ζήτημα αν είναι κάποιος ή όχι μέλος της ίδιας οικογένειας με το θύμα ενός τροχαίου ατυχήματος δεν κρίνεται κατά το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο (άρθρο 932 Α.Κ.), αλλά κατά τις διατάξεις των άρθρων 14, 17, 22 και 23 του Α.Κ., ανάλογα με το αν πρόκειται για σύζυγο ή τέκνα, οι οποίες διατάξεις οδηγούν στην εφαρμογή του αλβανικού δικαίου. Την ίδια ακριβώς θέση και με παρόμοια διατύπωση υιοθέτησε και η υπ΄αριθ. 799/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου (αδημ.), η οποία αντιμετώπισε επίσης θάνατο αλβανού υπηκόου και η οποία δέχθηκε ότι για την κρίση αν είναι ή όχι κάποιος μέλος της ίδιας οικογένειας με το θύμα εφαρμόζονται οι πάρα πάνω διατάξεις του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου οι οποίες στη συγκεκριμένη περίπτωση παραπέμπουν, κατά την απόφαση, στην εφαρμογή του αλβανικού δικαίου.
Έτσι φάνηκε να παγιώνεται πλέον στη νομολογία του Αρείου Πάγου, μετά και την υπ΄αριθ. 3/20071 απόφαση αυτού του δικαστηρίου η οποία είχε υιοθετήσει την ίδια ακριβώς θέση, η άποψη ότι η έννοια του όρου «οικογένεια» του άρθρου 932 εδάφ. γ του Α.Κ. δεν ρυθμίζεται από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, αλλά από τις προαναφερόμενες διατάξεις του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, οι οποίες και παραπέμπουν στην εφαρμογή διατάξεων αλλοδαπού ουσιαστικού δικαίου. 
Στην προαναφερόμενη σταθερή νομολογία του Αρείου Πάγου ως προς το ζήτημα του προσδιορισμού του κύκλου των προσώπων τα οποία απαρτίζουν την «οικογένεια» του άρθρου 932 εδ. γ, επέφερε το πρώτο ρήγμα η υπ΄αριθ. 1847/2009 απόφαση αυτού του δικαστηρίου2. Το Δ΄ Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου το οποίο εξέδωσε την πάρα πάνω απόφαση, αντιμετώπισε τροχαίο ατύχημα αλβανού υπηκόου κατά το οποίο αυτός θανατώθηκε και οι συγγενείς του, σύζυγος και τέκνα του θανόντος, είχαν εγείρει αξιώσεις ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης. Τρία από τα μέλη της σύνθεσης αυτού του δικαστηρίου τάχθηκαν υπέρ της άποψης ότι ο καθορισμός των μελών της «οικογένειας» του θύματος, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη, γίνεται με βάση τις διατάξεις των άρθρων 13, 14, 17, 22 και 23 του Α.Κ., οι οποίες στη συγκεκριμένη περίπτωση παραπέμπουν στην εφαρμογή του αλλοδαπού δικαίου. Δύο από τα μέλη του εν λόγω δικαστηρίου υποστήριξαν την άποψη ότι ο κύκλος των προσώπων που ανήκουν στην «οικογένεια» καθορίζεται από το ελληνικό δίκαιο και συγκεκριμένα από τις διατάξεις των άρθρων 26 και 932 του ΑΚ, με βάση την ερμηνεία της αόριστης νομικής έννοιας της «οικογένειας», όπως αυτή έχει προσδιορισθεί από τη νομολογία των δικαστηρίων της χώρας μας. Στην περίπτωση αυτή, όπως δέχεται η μειοψηφούσα γνώμη, εφαρμόζονται ασφαλώς και οι πάρα πάνω διατάξεις του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, όχι όμως για να καθοριστεί με βάση αυτές ο κύκλος των προσώπων που ανήκουν στην «οικογένεια», αλλά προκειμένου να ερευνηθεί στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση η συνδρομή των προϋποθέσεων που θέτει το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο για να υπάρξει η συγγενική σχέση. Δεδομένου ότι η πάρα πάνω απόφαση ελήφθη με διαφορά μιάς ψήφου, η έρευνα του σχετικού λόγου αναιρέσεως που αφορούσε το πάρα πάνω ζήτημα παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 563 παρ. 2 εδ. β του Κ.Πολ.Δικ. Έτσι το πρόβλημα που αντιμετώπισε πρόσφατα η νομολογία των δικαστηρίων της ουσίας ως προς το εφαρμοστέο δίκαιο για τον καθορισμό της έννοιας της «οικογένειας» του άρθρου 932 εδ. γ του Κ.Πολ.Δικ. επανήλθε στο προσκήνιο και η διχογνωμία που είχε ανακύψει μεταφέρθηκε και στο ανώτατο δικαστήριο της χώρας μας. Αναμένεται πλέον από την Ολομέλεια του ανώτατου δικαστηρίου να δώσει την λύση στο λεπτό αυτό νομικό ζήτημα, το οποίο εξακολουθεί να απασχολεί συχνά τα δικαστήρια της ουσίας.


ΙΙΙ. Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ 

Τα δικαστήρια της ουσίας απασχόλησαν πολλές φορές τροχαία ατυχήματα που συνέβησαν επί ελληνικού εδάφους και στα οποία θανατώθηκαν αλλοδαποί, γεγονός το οποίο επέβαλε την εκ μέρους τους ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 26 και 932 του ΑΚ. Και αυτό γιατί στις πάρα πάνω περιπτώσεις είχαν εγερθεί αξιώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης των συγγενών των θυμάτων. Μερικές από τις αποφάσεις αυτές που εκδόθηκαν επί του ζητήματος αυτού, και οι οποίες είναι ενδεικτικές των αντίστοιχων λύσεων τις οποίες επεδίωξε να δώσει η ελληνική νομολογία, είναι οι ακόλουθες: 1) Η υπ αριθ. 5158/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (αδημ.), η οποία είχε να αντιμετωπίσει το πραγματικό γεγονός της διεκδίκησης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης των αλβανών υπηκόων, συγγενών θανατωθέντος σε τροχαίο ατύχημα, αλβανού επίσης υπηκόου. Η απόφαση αυτή ακολούθησε πιστά τις θέσεις και τη συλλογιστική της υπ αριθ. 3/2007 απόφασης του Αρείου Πάγου και εφάρμοσε αλβανικό δίκαιο και συγκεκριμένα το άρθρο 643 του αλβανικού ΑΚ. Ακολούθως επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης μόνο στην ανήλικη θυγατέρα του θανατωθέντος, ενώ απέρριψε το σχετικό αίτημα των γονέων και των αδελφών του θανατωθέντος. 
2) Η υπ αριθ. 4998/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (αδημ.) εφαρμόζει επίσης αλβανικό δίκαιο για τον προσδιορισμό των προσώπων που δικαιούνται να λάβουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης για το θάνατο του συγγενούς τους αλβανού επίσης υπηκόου, διευρύνει όμως την έννοια της οικογένειας στην οποία συμπεριλαμβάνει, εκτός από τα τέκνα του θανατωθέντος, ανήλικα και ενήλικα, τα εγγόνια του, τον σύζυγο, τους γονείς, τους αδελφούς και τις αδελφές, τα τέκνα των προαποβιωσάντων αδελφών, όπως επίσης και τους παππούδες και τις γιαγιάδες. 
3) Η υπ αριθ. 2265/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (αδημ.) δέχθηκε την άποψη ότι το ζήτημα αν ανήκει κάποιος στην οικογένεια του θύματος και έχει ως εκ τούτου απαίτηση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 26 του ΑΚ η οποία παραπέμπει σε εφαρμογή του ελληνικού δικαίου. Με βάση αυτή την παραδοχή της η εν λόγω απόφαση, εφαρμόζοντας το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στους αδελφούς του θανατωθέντος σε τροχαίο ατύχημα αλβανού υπηκόου, αλβανούς επίσης υπηκόους και κατοίκους Αλβανίας, ως ανήκοντες στην οικογένεια του θύματος. (Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε από την προαναφερόμενη υπ αριθ. 798/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου). 
4) Η υπ αριθ. 8626/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (αδημ.) εφάρμοσε επίσης το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο (αρθ. 932 ΑΚ) και επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στους γονείς και τους αδελφούς αλβανίδας υπηκόου η οποία θανατώθηκε σε τροχαίο ατύχημα που συνέβη στην Ελλάδα, αλβανούς επίσης υπηκόους. (Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε με την προαναφερόμενη 799/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου). 
5) Η υπ αριθ. 4734/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών3 έκρινε ότι το αν ανήκει ή όχι κάποιος στην οικογένεια του θύματος είναι ζήτημα το οποίο κρίνεται από το αλλοδαπό ουσιαστικό δίκαιο, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν το αλβανικό, στο οποίο παραπέμπουν οι διατάξεις των άρθρων 13,14,17 και 18 του ΑΚ. 
6) Η υπ αριθ. 6680/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών4 εφαρμόζει επίσης το αλβανικό δίκαιο, αλλά, αφού διαπιστώνει ότι από τα στοιχεία που της προσκομίσθηκαν δεν κατέστη δυνατό να προσδιορισθεί η έννοια της οικογένειας, σύμφωνα με το αλβανικό δίκαιο, θεωρεί ότι το αλβανικό δίκαιο ταυτίζεται ως προς το ζήτημα αυτό με το ελληνικό δίκαιο και ακολούθως προσδιορίζει τα μέλη της οικογένειας του θανόντος με βάση τις διατάξεις του ελληνικού ουσιαστικού δικαίου και συμπεριέλαβε σε αυτήν τη σύζυγο του θανόντος, το τέκνο του, τη μητέρα του, τους αδελφούς του και τον πεθερό και την πεθερά του. 
7) Συναφή προς την πάρα πάνω θέση ακολουθεί και η υπ αριθ. 397/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ΕΣυγκΔ 2009/515), η οποία δέχεται ότι για τον προσδιορισμό της έννοιας της οικογένειας εφαρμοστέο είναι το αλλοδαπό δίκαιο που ορίζουν οι σχετικές διατάξεις του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Επειδή όμως το πακιστανικό δίκαιο, το οποίο ήταν εφαρμοστέο κατά την άποψη του δικαστηρίου αυτού λόγω της ιθαγένειας του θανόντος, δεν προβλέπει το θεσμό της ψυχικής οδύνης και επομένως δεν προσδιορίζει και τα πρόσωπα τα οποία δικαιούνται να ζητήσουν το αντίστοιχο χρηματικό ποσό ως συγκροτούντα την οικογένεια του θύματος, τότε, αποφαίνεται η εν λόγω απόφαση, ότι τα σχετικά ζητήματα θα κριθούν από τις διατάξεις του ημεδαπού δικαίου και μάλιστα από το άρθρο 932 του ΑΚ. Την ίδια ακριβώς συλλογιστική ακολουθεί και η υπ αριθ. 928/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών5, η οποία είχε να αντιμετωπίσει θανάσιμο τραυματισμό ινδού υπηκόου. 
8) Η υπ αριθ. 1159/2009 του Εφετείου Αθηνών6 η οποία εκδίκασε αγωγή των αλβανικής ιθαγένειας συγγενών του θανατωθέντος σε τροχαίο ατύχημα, επίσης αλβανού υπηκόου, δέχθηκε ότι για τον προσδιορισμό του κύκλου των προσώπων που ανήκουν στην οικογένεια του θανόντος και επομένως δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, εφαρμοστέο είναι το ελληνικό δίκαιο και ειδικώτερα η διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ. 
Η παράθεση των πάρα πάνω αποφάσεων, μερικές από τις οποίες αναφέρονται και στην πρώτη πάρα πάνω εργασία μας (ΕπΣυγκΔ 2009 σελ. 66-77) πλην όμως κρίθηκε σκόπιμο για την πληρότητα της ανάλυσης να αναφερθούν και πάλι, έγινε για να καταδειχθεί η σύγχυση που επικρατεί στην ελληνική νομολογία ως προς την ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 26 και 932 του ΑΚ. 
Η έλλειψη λοιπόν ενιαίας αντιμετώπισης του ζητήματος αυτού από τη νομολογία καθιστά αναγκαία την εγγύτερη ανάλυση των πάρα πάνω κρίσιμων διατάξεων και ιδιαίτερα του άρθρου 26 του ΑΚ. Η ανάλυση αυτή επιτυγχάνεται με την ορθή ερμηνευτική προσέγγιση αυτής της διάταξης, η οποία περιλαμβάνει τις βασικές ερμηνευτικές κατευθύνσεις των κανόνων του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου και κυρίως αυτές που υιοθετούνται από τον κοινοτικό νομοθέτη. Ακολούθως πρέπει να ενταχθεί η ερμηνεία του άρθρου 26 του ΑΚ σε αυτό το ερμηνευτικό πλαίσιο, αλλά και να αναλυθεί η έννοια του «προκρίματος». 

IV. Η ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ 864/2007 («ΡΩΜΗ ΙΙ»)
Ο ερμηνευτής του κανόνα του άρθρου 26 του ΑΚ πρέπει να τον αντιμετωπίζει κατ αρχήν ως κανόνα του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Αυτό σημαίνει ότι, ακολουθώντας την τελολογική μέθοδο, πρέπει να στρέφει «ερευνητικό το βλέμμα περί τον διεθνή ορίζοντα» σύμφωνα με την εύστοχη διατύπωση του καθηγητή Ηλία Κρίσπη7, δηλαδή να προσπαθεί να προσεγγίσει ερμηνευτικά τη συγκεκριμένη διάταξη λαμβάνοντας υπόψη και τα συμφέροντα των λοιπών εμπλεκομένων στην ρυθμιστέα σχέση πολιτειών8 και ιδιαίτερα των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οποία ανήκει και η χώρα μας, όπως τα συμφέροντα αυτά προσδιορίζονται από τον κοινοτικό νομοθέτη. 
Είναι κατ΄αρχήν δεδομένο ότι η διχογνωμία που παρουσιάζεται στη νομολογία των δικαστηρίων της χώρας μας έχει περιορισμένο χρονικό ορίζοντα, αφού αυτή συνδέεται άμεσα με την ερμηνεία, κυριολεκτικά με τον προσδιορισμό του πλάτους της έννοιας, του άρθρου 26 του Α.Κ., το οποίο αντικαταστάθηκε στο σύνολό του από τις διατάξεις του κανονισμού 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Ιουλίου 2007 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές, γνωστού ως «ΡΩΜΗ ΙΙ», ο οποίος άρχισε να ισχύει από τις 11 Ιανουαρίου 2009, σύμφωνα με το άρθρο 32 αυτού9. Επομένως η πάρα πάνω ερμηνευτική διχογνωμία δεν γεννάται για τα τροχαία εκείνα ατυχήματα τα οποία εμπίπτουν στην ρύθμιση του κανονισμού από την άποψη των χρονικών ορίων ισχύος αυτού. Κι αυτό γιατί ο εν λόγω κανονισμός περιλαμβάνει λεπτομερείς διατάξεις, οι οποίες ρυθμίζουν το ζήτημα του εφαρμοστέου δικαίου κατά τρόπο ο οποίος διαφέρει ριζικά από τη ρύθμιση του άρθρου 26 του Α.Κ. και στο πλάτος της έννοιας των διατάξεων αυτών εμπεριέχεται και ο προσδιορισμός του κύκλου των προσώπων τα οποία δικαιούνται να λάβουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, όπως θα φανεί από την ανάπτυξη που ακολουθεί.
Ειδικότερα ο κανονισμός εισάγει ως συνδετικά στοιχεία του εφαρμοστέου δικαίου την «άμεση ζημία» (lex loci damni) (άρθρο 4 παρ. 1) αντί εκείνου της πολιτείας όπου διαπράχθηκε το αδίκημα του άρθρου 26 του Α.Κ. (lex loci delicti commissi), την κοινή συνήθη διαμονή των εμπλακέντων στο ατύχημα προσώπων (άρθρο 4 παρ. 2) ως παρέκκλιση του πάρα πάνω κανόνα και τον προδήλως στενότερο δεσμό του τροχαίου ατυχήματος με κάποια άλλη χώρα (άρθρο 4 παρ. 3) ως ρήτρα διαφυγής. Με το άρθρο 14 εξάλλου του Κανονισμού προβλέπεται η δυνατότητα υπαγωγής του ατυχήματος (της αδικοπραξίας γενικότερα) στο δίκαιο που επιλέγουν τα μέρη. 
Εκτεταμένη ανάπτυξη των διατάξεων του κανονισμού έχει δημοσιευτεί σε προηγούμενα τεύχη του περιοδικού10 και για το λόγο αυτό δεν θεωρείται σκόπιμη η επανάληψή τους. Για τις ανάγκες αυτής της εργασία θα επισημανθούν μόνο τα ακόλουθα ζητήματα:

1) Οι διατάξεις του Κανονισμού αντικαθιστούν πλήρως το άρθρο 26 του Α.Κ. και ρυθμίζουν αυτές πλέον και μόνο το εφαρμοστέο δίκαιο επί των εξωσυμβατικών ενοχών. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται ανεξάρτητα από την ιθαγένεια των εμπλακέντων στο ατύχημα προσώπων, δηλαδή τόσο για τους ημεδαπούς όσο και για τους αλλοδαπούς11. Επομένως η άποψη που υποστηρίχθηκε πρόσφατα, ότι οι διατάξεις του Κανονισμού καταλαμβάνουν μόνο τα πρόσωπα εκείνα που ανήκουν σε κράτη-μέλη δεσμευόμενα από αυτές τις ρυθμίσεις και όχι επί ζημιωθέντων οι οποίοι έχουν την ιθαγένεια κράτους-μέλους μη δεσμευόμενου από την κοινοτική ρύθμιση12, δεν φαίνεται να ευσταθεί. Η άποψη αυτή παραγνωρίζει την έννοια και τη λειτουργία του άρθρου 4 του ΑΚ, που αποτελεί κανόνα αναγκαστικού δικαίου, αλλά και τη νομική φύση της νομοθετικής παραγωγής του κοινοτικού νομοθέτη που εκφράζεται με τους κανονισμούς. Ειδικώτερα με το άρθρο 4 του ΑΚ εισάγεται η θεμελιώδης αρχή της εξομοίωσης του αλλοδαπού προς τον ημεδαπό από την άποψη του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Αυτό σημαίνει ότι το δίκαιο που διέπει κάθε σχέση ευρίσκεται με βάση τους ίδιους κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου και για τον αλλοδαπό και για τον ημεδαπό12α. Ο κανονισμός εξάλλου συνιστά την κατ εξοχήν πράξη του κοινοτικού νομοθέτη που διαθέτει αμεσότητα, με την έννοια ότι οι διατάξεις του εφαρμόζονται στην εθνική έννομη τάξη ως εσωτερικό δίκαιο, χωρίς να χρειάζεται να παρεμβληθεί οποιαδήποτε ενέργεια εκ μέρους του εθνικού νομοθέτη είτε με τη μορφή της μετατροπής είτε με εκείνη της αναπαραγωγής του μέσω της δημοσίευσης σε εθνικό επίπεδο, όπως ρητά αναγνωρίζεται από το άρθρο 189 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης12β. Περιθώριο εφαρμογής στις περιπτώσεις αυτές του άρθρου 26 του Α.Κ., όπως υποστηρίζει η πάρα πάνω άποψη, δεν υφίσταται, αφού το εν λόγω άρθρο έχει καταργηθεί και έχει αντικατασταθεί πλήρως από τις διατάξεις του Κανονισμού. 
2) Από τις προαναφερόμενες διατάξεις του κανονισμού, οι οποίες ορίζουν το εφαρμοστέο δίκαιο επί των τροχαίων ατυχημάτων (άρθρο 4 παρ. 1, 2 και 3 και άρθρο 14) προσδιορίζεται αυτοτελώς και το δίκαιο το οποίο διέπει τον καθορισμό των προσώπων τα οποία δικαιούνται να λάβουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης σε περίπτωση θανάτου συγγενούς τους. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι ο καθορισμός του κύκλου των προσώπων τα οποία ανήκουν στην οικογένεια του θύματος κατά το άρθρο 932 εδ. γ του Α.Κ. γίνεται με βάση το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο του κράτους, του οποίου το δίκαιο αυτό είναι εφαρμοστέο, σύμφωνα με τις πάρα πάνω διατάξεις του κανονισμού, και όχι με βάση το ουσιαστικό δίκαιο κάποιου άλλου κράτους. Αν λοιπόν σε όλα τα πάρα πάνω παραδείγματα που απασχόλησαν τη Νομολογία εφαρμόζονταν οι διατάξεις του κανονισμού και ειδικότερα εκείνη του άρθρου 4 παρ. 1 αυτού, τότε ο προσδιορισμός των προσώπων που δικαιούνται να λάβουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης θα έπρεπε να γίνει με βάση το δίκαιο του τόπου στον οποίο επήλθε η άμεση ζημία, δηλαδή από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, εφόσον η άμεση αυτή ζημία, δηλαδή ο θάνατος, επήλθε μέσα στην ελληνική επικράτεια. Η θέση αυτή του κοινοτικού νομοθέτη προκύπτει με σαφήνεια από τα ακόλουθα στοιχεία: α) Από την διάταξη του άρθρου 15 εδ. 1 και περ. στ΄, όπου ορίζεται ότι « το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές δυνάμει του παρόντος κανονισμού διέπει ιδίως & τα πρόσωπα που δικαιούνται αποκατάστασης της προσωπικής ζημίας που υπέστησαν». β) Από την πρόταση της Επιτροπής13, στην οποία, κατά την ανάλυση της προαναφερόμενης διάταξης, αναφέρονται τα εξής: « Η πάρα πάνω έννοια ρυθμίζει ιδίως το θέμα αν κάποιο πρόσωπο πέραν του «αμέσως ζημιωθέντος» μπορεί να επιτύχει αποκατάσταση της βλάβης την οποία υπέστη και αυτό «εξ ανακλάσεως» ως συνέπεια της βλάβης που έπληξε το θύμα. Η βλάβη αυτή μπορεί να είναι ηθική, για παράδειγμα η οδύνη που προκαλείται από το θάνατο οικείου ή περιουσιακή, για παράδειγμα η ζημία των παιδιών ή του συζύγου του θανόντος & ». Στη διεθνή βιβλιογραφία αναφέρεται ότι ως προς το ζήτημα του προσδιορισμού του εφαρμοστέου δικαίου επί των αξιώσεων χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης ο κοινοτικός νομοθέτης είχε να επιλέξει μεταξύ των ακόλουθων δύο λύσεων: Ή να θεσπίσει ως εφαρμοστέο δίκαιο το δίκαιο της πολιτείας όπου ο αξιών την ψυχική οδύνη συγγενής έχει το κέντρο των βιοτικών του σχέσεων, και η οποία είναι συνήθως ο τόπος της συνήθους διαμονής του ή το δίκαιο της πολιτείας στην οποία επήλθε η άμεση ζημία. Η αδιάστικτη διατύπωση του άρθρου 4 παρ. 1 του Κανονισμού, κατά το οποίο « το εφαρμοστέο δίκαιο επί εξωσυμβατικής ενοχής η οποία απορρέει από αδικοπραξία είναι το δίκαιο της χώρας στην οποία επέρχεται η ζημία, ανεξαρτήτως της χώρας στην οποία έλαβε χώρα το ζημιογόνο γεγονός καθώς και της χώρας ή των χωρών στις οποίες το εν λόγω γεγονός παράγει έμμεσα αποτελέσματα &», οδηγεί στο βέβαιο συμπέρασμα ότι ο κοινοτικός νομοθέτης επέλεξε την δεύτερη από τις πάρα πάνω λύσεις14. Εξαίρεση βέβαια από αυτόν τον κανόνα υπάρχει στην σπάνια εμφανιζόμενη στην πράξη περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 4 παρ. 2 του Κανονισμού (παρέκκλιση από τον πάρα πάνω γενικό κανόνα) οπότε εφαρμόζεται το δίκαιο της κοινής συνήθους διαμονής των εμπλακέντων στο ατύχημα προσώπων. Αυτό θα συμβεί αν π.χ. δύο Έλληνες με τόπο συνήθους διαμονής τους στην Ελλάδα εμπλέκονται σε τροχαίο ατύχημα το οποίο συμβαίνει σε γερμανικό έδαφος. Στην περίπτωση αυτή θα εφαρμοστεί το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 του Κανονισμού.
3) Εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία για το ζήτημα που απασχολεί την παρούσα εργασία είναι η ερμηνευτική προσέγγιση των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, από την σκοπιά του κοινοτικού νομοθέτη. Η προσέγγιση αυτή μπορεί να αποτελέσει και τον αποφασιστικό ερμηνευτικό «μίτο» για την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 26, το οποίο εφαρμόζεται για τα τροχαία ατυχήματα τα οποία συνέβησαν πριν από την έναρξη του Κανονισμού, και 932 εδ.γ του Α.Κ. Ήδη πριν αρχίσει οποιαδήποτε προετοιμασία των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την θέσπιση ενιαίων κανόνων που θα ορίζουν το εφαρμοστέο δίκαιο επί των εξωσυμβατικών ενοχών, κυκλοφορούσε ευρέως η άποψη ότι ο στόχος τον οποίο θα πρέπει να υπηρετούν οι κανόνες του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου είναι η εξυπηρέτηση των συμφερόντων των μερών τα οποία εμπλέκονται σε ένα τροχαίο ατύχημα. Ως τέτοια εξυπηρέτηση δεν θεωρείται βέβαια η ευνοϊκή μεταχείριση του ενός ή του άλλου μέρους, αλλά η διασφάλιση ότι το δίκαιο το οποίο θα ρυθμίσει τις σχέσεις τους θα είναι προβλεπτό από αυτούς15. Την βασική αυτή αρχή ενσωμάτωσε και ο κοινοτικός νομοθέτης στις διατάξεις του Κανονισμού, όπως προκύπτει από το προοίμιο εκτιμήσεων, το οποίο προτάσσεται των διατάξεων αυτών. Στο προοίμιο αυτό τονίζεται ότι η ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς προϋποθέτει την δυνατότητα πρόβλεψης του εφαρμοστέου δικαίου σε μια συγκεκριμένη σχέση, γεγονός το οποίο εγγυάται και την ασφάλεια του δικαίου. Ο στόχος αυτός επιτυγχάνεται όταν οι κανόνες σύγκρουσης δικαίων που ισχύουν στα κράτη-μέλη ορίζουν ως εφαρμοστέο το αυτό εθνικό (εσωτερικό) δίκαιο, ανεξάρτητα από το κράτος ενώπιον των δικαστηρίων του οποίου ασκείται η αγωγή16. Η ύπαρξη των ενιαίων αυτών κανόνων δημιουργεί στον κοινοτικό νομοθέτη την προσδοκία της βελτίωσης της προβλεψιμότητας των δικαστικών αποφάσεων και της εξασφάλισης με τον τρόπο αυτό εύλογης ισορροπίας μεταξύ των συμφερόντων του φερομένου ως υπαίτιου και του ζημιωθέντος. Αντίθετα η διασπορά των στοιχείων της υπόθεσης σε περισσότερες χώρες αποτελεί πηγή αβεβαιότητας για το εφαρμοστέο δίκαιο και για το λόγο αυτό πρέπει να αποφεύγεται17. Αλλά και στην πρόταση της επιτροπής είναι διάχυτο αυτό το πνεύμα της επιδίωξης της ασφάλειας του δικαίου κατά την θέσπιση, ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που εισάγει ο Κανονισμός. Εδώ τονίζεται ότι μεταξύ των κρατών-μελών υπήρχαν σημαντικές διαφορές σε διάφορα ζητήματα, μεταξύ των οποίων βασικό είναι το ζήτημα της αποζημίωσης λόγω ηθικής βλάβης, συμπεριλαμβανομένης της αποζημίωσης τρίτων. Έχοντας λοιπόν ο κοινοτικός νομοθέτης επίγνωση ότι η εναρμόνιση του ουσιαστικού δικαίου των κρατών-μελών δεν μπορεί να πραγματωθεί στο άμεσο μέλλον, η ενοποίηση των κανόνων του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου είναι εκείνη που θα οδηγήσει άμεσα στον επιθυμητό στόχο. Ο στόχος αυτός είναι η προβλεψιμότητα από τα μέρη του εφαρμοστέου δικαίου, μέσω της οποίας επιτυγχάνεται και η ασφάλεια του δικαίου, και η αποφυγή της διασποράς μεταξύ διαφόρων κρατών όχι μόνο του γενεσιουργού της ευθύνης γενονότος, αλλά και της ίδιας της ζημίας18. Είναι ενδεικτικό, από την άποψη της νομοθετικής πολιτικής του κοινοτικού νομοθέτη, ότι αυτός δεν επέλεξε ως βασικό κανόνα εφαρμοστέου δικαίου την αρχή της εύνοιας προς τον ζημιωθέντα, όπως είχε προτείνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η οποία συνίσταται στην δυνατότητα που προσφέρεται στον τελευταίο να επιλέξει το ευνοϊκότερο γι΄αυτόν δίκαιο (forum shopping). Η πρόταση αυτή του Κοινοβουλίου απορρίφθηκε με τη σκέψη ότι ενδεχόμενη υιοθέτησή της θα οδηγούσε σε πολυδιάσπαση του εφαρμοστέου δικαίου και σε συνακόλουθη επανεισαγωγή του στοιχείου της νομικής αβεβαιότητας, το οποίο είναι αντίθετο προς το γενικό στόχο του Κανονισμού19. Η πάρα πάνω λύση που επελέγη από τον κοινοτικό νομοθέτη, ανεξάρτητα από τις δικαιοπολιτικές αντιρρήσεις που μπορεί να έχει κάποιος ιδιαίτερα ως προς την ανάγκη προστασίας του αδύνατου μέρους που κατά κανόνα είναι ο ζημιωθείς έναντι του ζημιώσαντος και του ασφαλιστή του, αποτελεί το τεθειμένο και ισχύον σήμερα δίκαιο στην χώρα μας, οι ρυθμίσεις του οποίου διέπουν τα τροχαία ατυχήματα τα οποία συμβαίνουν πλέον εντός των χρονικών πλαισίων ισχύος του Κανονισμού και διέπονται από τις διατάξεις του. Μάλιστα η λύση που επιλέχθηκε από τον κοινοτικό νομοθέτη χαρακτηρίστηκε ως επιτυχής από τους ευρωπαίους θεωρητικούς ερευνητές, κυρίως διότι κατά την άποψή τους, επιφέρει εξισορρόπηση των εκατέρωθεν συμφερόντων και απομακρύνει τον κίνδυνο να εφαρμοστεί μη προβλεπτό εκ των προτέρων δίκαιο, πράγμα το οποίο θα οδηγούσε σε ανασφάλεια ως προς το εφαρμοστέο δίκαιο20


V. Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 26 του Α.Κ. ΚΑΙ Ο ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΛΑΤΟΥΣ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ ΤΟΥ

Η ανάπτυξη της θέσης του κοινοτικού νομοθέτη που έγινε αμέσως πάρα πάνω είχε σαν στόχο την υποβοήθηση της ερμηνείας του άρθρου 26 του Α.Κ. ως κανόνα του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου και κυρίως του προσδιορισμού του πλάτους της έννοιας αυτού. Κι αυτό γιατί η ερμηνεία του άρθρου 932 εδ. γ και ειδικότερα ο προσδιορισμός της έννοιας της «οικογένειας» αυτής της διάταξης συνδέεται άμεσα με το καθορισμό του πλάτους της έννοιας του άρθρου 26 του Α.Κ. Εφόσον ο σκοπός των διατάξεων του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου που αφορά τις εξωσυμβατικές ενοχές, όπως οι διατάξεις αυτές διαμορφώνονται σήμερα από την κοινοτική νομοθεσία και ιδιαίτερα από τον Κανονισμό, είναι η ασφάλεια του δικαίου η οποία επιτυγχάνεται με την προβλεψιμότητα του εφαρμοστέου δικαίου και επί της ίδιας της ζημίας, όπως αναφέρεται πάρα πάνω, η ερμηνεία των διατάξεων αυτού οφείλει να εξυπηρετεί αυτό το σκοπό. Πώς προσεγγίζεται αυτός ο σκοπός από τον ερμηνευτή και τον εφαρμοστή του δικαίου; Με την αποφυγή της διασποράς των στοιχείων της υπόθεσης σε περισσότερες χώρες, η οποία διασπορά προκαλεί ανασφάλεια και κατά συνέπεια και ανισορροπία μεταξύ των συμφερόντων του φερόμενου ως υπαιτίου και του ζημιωθέντος, όπως δέχεται και ο κοινοτικός νομοθέτης, κατά την ανάπτυξη που προηγήθηκε. Την θέση αυτή του νομοθέτη δεν θα πρέπει να αγνοήσει ο έλληνας εφαρμοστής του δικαίου, αλλά να την εφαρμόσει ως ερμηνευτικό οδηγό και για τα τροχαία ατυχήματα που έχουν συμβεί πριν από την έναρξη ισχύος του Κανονισμού, δηλαδή πριν από την 11-1-2009 και δεν καταλαμβάνονται από τις διατάξεις αυτού, όπως έχουμε αναφέρει σε άλλη θέση21. 
Στην ελληνική νομική επιστήμη και την νομολογία έχουν πρυτανεύσει οι πάρα πάνω αρχές κατά την ερμηνεία του άρθρου 26 του Α.Κ. Έτσι τόσο οι συγγραφείς όσο και η νομολογία δέχονται ότι ο καθορισμός των προσώπων που δικαιούνται αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, γίνεται από το δίκαιο που υποδεικνύει το άρθρο 26 του Α.Κ. Επομένως στο πλάτος της έννοιας αυτής της διάταξης εμπεριέχεται και ο κύκλος των προσώπων τα οποία απαρτίζουν την οικογένεια του θύματος ενός τροχαίου ατυχήματος. Σε όλες λοιπόν τις περιπτώσεις κατά τις οποίες συμβαίνει θάνατος αλλοδαπού, ο οποίος εμπλέκεται σε τροχαίο ατύχημα επί ελληνικού εδάφους, ο καθορισμός του κύκλου των προσώπων τα οποία απαρτίζουν την «οικογένειά» του και δικαιούνται επομένως να λάβουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης θα γίνει από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, δηλαδή από την διάταξη του άρθρου 932 εδ. γ του Α.Κ. . Κι αυτό γιατί, όταν οι σχετικές αξιώσεις υποβάλλονται ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων, τότε τόσο η lex loci delicti commisi όσο και η lex causae, δηλαδή η πολιτεία στην οποία διαπράχθηκε το αδίκημα, συμπίπτουν και υποδεικνύουν ως εφαρμοστέο το ελληνικό δίκαιο.
Από την νομολογία αναφέρουμε ενδεικτικά τις ακόλουθες αποφάσεις, οι οποίες έχουν υιοθετήσει την πάρα πάνω υποστηριζόμενη άποψη: Πρωτ. Αθ. 705/1974 (ΝΟΒ 23 σελ. 527), Εφ.Αθ. 2027/1986 (Ελλ.Δ/νη 27 σελ 1133), Εφ.Θεσ. 1308/1987 (Αρμ 1988 σελ. 889), Εφ.Λαρ.119/2001 (Δικογρ. 2001 σελ. 222), Εφ.Δωδ. 16/2005 (δημοσίευση σε ΝΟΜΟΣ), Εφ.Αθ. 4451/2007 (Επ.Συγκ.Δικ. 2007 σελ. 287 κ.επ.), Εφ.Αθ. 1159/2009 (Επ.Συγκ.Δικ. 2009 σελ. 79). 
Πρέπει να σημειωθεί ότι ορισμένες από τις πάρα πάνω αναφερόμενες αποφάσεις δεν κάνουν ευθέως λόγο για τους «δικαιούχους» της αποζημίωσης, αλλά για την «έκταση» αυτής. Όπως όμως ορθά έχει παρατηρηθεί22 το ζήτημα του προσδιορισμού των «ιδίω δικαίω» δικαιουμένων σε αποζημίωση προσώπων συνδέεται άμεσα με το ζήτημα της έκτασης της αποζημίωσης, αφού η έκταση αυτής συναρτάται προς τον αριθμό των δικαιούχων της. Όμως όλες ανεξαιρέτως οι πάρα πάνω αποφάσεις δέχονται ότι η έκταση της αποζημίωσης είναι ζήτημα το οποίο κρίνεται από το δίκαιο που υποδεικνύει το άρθρο 26 του Α.Κ., δηλαδή σε όλες τις πάρα πάνω περιπτώσεις από το ελληνικό δίκαιο.
Επίσης και στην νομική βιβλιογραφία οι συγγραφείς ομόφωνα δέχονται ότι από το άρθρο 26 του Α.Κ. ρυθμίζεται ο κύκλος των δικαιούχων σε αποζημίωση προσώπων (Α.Κρητικός «Αποζημίωση από Τροχαία Αυτοκινητικά Ατυχήματα» εκδ. 1987, σελ. 218 αριθ. 487, Γ. Μαριδάκης, Ελληνικό Διεθνές Δίκαιο, τόμος Α, παρ. 31, σελ. 421, Α. Γραμματικάκη-Αλεξίου, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, εκδ. Β, (1998), σελ. 303, Αικ. Τενεκίδου-Φραγκοπούλου «Η Αδικοπραξία κατά το Ιδ.Διεθνές Δίκαιο» σελ. 46, 122 και 125, Β. Παπαδήμας «Το Προδικαστικόν Ζήτημα εις το Ιδ.Διεθνές Δίκαιον», σελ. 109, Β.Βαθρακοκοίλης, «ΕΡΝΟΜΑΚ», άρθρο 26, σελ. 187, Πολυζωγόπουλος, Εισήγηση στο 21ο Συνέδριο της Ένωσης Ελλήνων Δικονομολόγων, σελ. 255).
Στις προαναφερόμενες πάγιες θέσεις της νομολογίας και της επιστήμης υπήρξε πρόσφατα διαφοροποίηση, η οποία στον χώρο της θεωρίας εκφράστηκε από τον συγγραφέα και επίτιμο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου Αθανάσιο Κρητικό23 και στον χώρο της νομολογίας από τις αποφάσεις που αναφέρονται πάρα πάνω. Ο εν λόγω συγγραφέας υποστηρίζει ότι ο καθορισμός των προσώπων που δικαιούνται να αξιώσουν την χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης δεν γίνεται από το άρθρο 26 του Α.Κ., αλλά αποτελεί πρόκριμα ρυθμιζόμενο από τον οικείο κανόνα του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου και ειδικότερα από τις διατάξεις των άρθρων 14, 18 και 28 του Α.Κ.24. 


VΙ. Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΤΑΞΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 932 εδαφ. γ του Α.Κ. ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΚΟΠΙΑ ΤΟΥ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
Η «ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ» ΩΣ ΠΡΟΚΡΙΜΑ

Η ορθότητα ή μη της πάρα πάνω άποψης που υιοθετείται από τον συγγραφέα Α. Κρητικό και τις αποφάσεις του Αρείου Πάγου που προαναφέρθηκαν, εξαρτάται από το εάν ο προσδιορισμός του κύκλου των προσώπων τα οποία αποτελούν την οικογένεια του θύματος κατά το άρθρο 932 εδ. γ΄του Α.Κ. αποτελεί πρόκριμα ή όχι. Αν κανείς υιοθετήσει την καταφατική θέση, τότε μοιραία οδηγείται στην εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13, 14, 17 22 και 23 του Α.Κ. Αν όμως ακολουθήσει την αντίθετη άποψη τότε καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο προσδιορισμός του κύκλου αυτών των προσώπων εμπίπτει στην ρύθμιση του ελληνικού ουσιαστικού δικαίου. Είναι λοιπόν αναγκαίο να ερευνηθεί η ακριβής νομική φύση της διάταξης του άρθρου 932 εδ. γ του Α.Κ. και το εάν και κατά πόσο ο όρος «οικογένεια» που περιέχεται σε αυτήν την διάταξη αποτελεί «πρόκριμα» του κυρίου ζητήματος που είναι η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης.
Για τη διευκρίνιση αυτού του ζητήματος πρέπει να τονισθούν τα ακόλουθα:
1) Όπως έχει γίνει δεκτό στη νομική βιβλιογραφία πρόκριμα ή προδικαστικό ζήτημα είναι μια σχέση, από την ύπαρξη ή την ανυπαρξία της οποίας εξαρτάται η ύπαρξη ή ανυπαρξία, το κύρος ή το ελάττωμα μιας άλλης σχέσης που ονομάζεται «κύρια σχέση»25. Τα προκρίματα εμφανίζονται όχι μόνο στο ιδιωτικό διεθνές δίκαιο μιας χώρας αλλά και στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου αυτής26. 
Στην περίπτωση κατά την οποία ο έλληνας δικαστής έχει να αντιμετωπίσει την αξίωση χρηματικής ικανοποίησης των αλλοδαπών συγγενών του επίσης αλλοδαπού ο οποίος θανατώθηκε σε τροχαίο ατύχημα που συνέβη στην Ελλάδα, τότε ο εφαρμοστέος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, που είναι η διάταξη του άρθρου 932 εδαφ. γ του Α.Κ., σύμφωνα με το άρθρο 26 του ίδιου κώδικα, θα πρέπει να αντιμετωπισθεί ως κανόνας του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, αφού στοιχεία του τελευταίου «υφέρπουν» στην πάρα πάνω διάταξη, λόγω των στοιχείων αλλοδαπότητας που έχει η ρυθμιστέα σχέση. Στην περίπτωση αυτή το κύριο ζήτημα είναι η αξίωση της χρηματικής ικανοποίησης των συγγενών του θανόντος λόγω ακριβώς ψυχικής οδύνης. Εκείνο το οποίο πρέπει να χαρακτηρισθεί ως προς την ακριβή νομική του φύση είναι ο όρος «οικογένεια». Αν δηλαδή η τελευταία αποτελεί έννομη σχέση ή κάποιο άλλο νομικό μόρφωμα. Και αυτό γιατί, όπως παρατηρεί ο καθηγητής Ηλίας Κρίσπης, ως πρόκριμα της κύριας σχέσης μπορεί να χαρακτηρισθεί μόνο η έννομη σχέση, δηλαδή η βιοτική σχέση μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων που ρυθμίζεται από το δίκαιο. Αν αντίθετα το ερευνητέο στοιχείο του κανόνα δικαίου δεν αποτελεί έννομη σχέση, αλλά συνιστά είτε νομικό είτε πραγματικό περιστατικό είτε και κατ’επέκταση «θεσμό δικαίου», σύμφωνα με τη βούληση του νομοθέτη του forum, τότε «δεν γεννάται ζήτημα προσφυγής στο ελληνικό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, προκειμένου αυτό να ορίσει εφαρμοστέο δίκαιο, αλλά αναζητείται αυτάρκως το πνεύμα του έλληνα νομοθέτη στα πλαίσια και στην όλη οικονομία του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου»27 και 27α. Η άποψη αυτή του πάρα πάνω καθηγητή αποτελεί και το «κλειδί» κυριολεκτικά για την επίλυση του ζητήματος αν για τον προσδιορισμό του κύκλου των προσώπων που ανήκουν στην οικογένεια του θύματος κατά το άρθρο 932 εδαφ. γ΄του ΑΚ, θα εφαρμοστεί ελληνικό δίκαιο ή πρέπει να γίνει προσφυγή στους κανόνες του ελληνικού διεθνούς δικαίου, προκειμένου αυτοί να καθορίζουν το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο. 
2) Εκείνο λοιπόν που έχει σημασία είναι να προσδιορισθεί ποια είναι, κατά το πνεύμα του έλληνα νομοθέτη, η ακριβής φύση του όρου οικογένεια στην πάρα πάνω διάταξη. 
Πρέπει κατ΄αρχήν να τονισθεί ότι η έννοια της «οικογένειας» όπως αυτή ορίζεται στην διάταξη αυτή, αποτελεί «έννοια πλάτους», δηλαδή προσδιορίζει τον αριθμό των προσώπων που περιλαμβάνονται στην τάξη της28. Ποιος είναι ο ακριβής αριθμός αυτών των προσώπων δεν καθορίζεται από αυτήν την διάταξη, αλλά ούτε και από καμιά άλλη διάταξη του Α.Κ.29. Παράλληλα δεν υπάρχει και διάταξη του ελληνικού διεθνούς δικαίου η οποία να επιτάσσει την εφαρμογή άλλου δικαίου πλην του ελληνικού διεθνούς δικαίου, για τον καθορισμό της έννοιας του όρου οικογένεια30. Έτσι το γεγονός του προσδιορισμού των μελών της οικογένειας του θύματος ο νομοθέτης το άφησε σκόπιμα αρρύθμιστο «προφανώς διότι δεν ηθέλησε να διαγράψει δεσμευτικά τα όρια ενός θεσμού ο οποίος ως εκ της φύσεώς του, υφίσταται αναγκαίως τις επιδράσεις εκ των κοινωνικών διαφοροποιήσεων κατά την διαδρομή του χρόνου»31 . 
Ποια λοιπόν πρόσωπα θα θεωρηθούν σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ότι είναι φορείς της αξίωσης, ως μέλη της οικογένειας του θύματος, αποτελεί ζήτημα πραγματικό, το οποίο κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από τον δικαστή. Το ότι εξάλλου ο νομοθέτης δεν θέλησε με τον όρο «οικογένεια» να δημιουργήσει ιδιαίτερο πρόσωπο, το οποίο θα δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη, αλλά υποδήλωσε περιληπτικά τα φυσικά πρόσωπα που το κάθε ένα από αυτά έχει αξίωση, δεν σημαίνει ότι η σχέση αφέθηκε αρρύθμιστη στο σύνολό της. Αντίθετα, αναγκαία προϋπόθεση για να περιληφθεί κάποιος στην έννοια της οικογένειας είναι η ύπαρξη του στοιχείου της συγγένειας. Έτσι ο πάρα πάνω όρος έχει διαπλαστεί από τον έλληνα νομοθέτη ως «αόριστη νομική έννοια» του ελληνικού ουσιαστικού δικαίου, η εξειδίκευση της οποίας επαφίεται στα ελληνικά δικαστήρια32.
3) Από την ίδια τη φύση του όρου οικογένεια απορρέει και ο νομικός χαρακτήρας της ως θεσμού, από τον οποίο απορρέουν περισσότερες από μία έννομες σχέσεις οι οποίες, με βάση ορισμένα χαρακτηριστικά, συγκροτούν μία έννοια με ιδιαίτερη κοινωνική ή οικονομική σημασία. Ο θεσμός της οικογένειας ως σύνολο δεν μπορεί να αποτελέσει «πρόκριμα», κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά μόνο τα επί μέρους στοιχεία της που συγκροτούν την αντίστοιχη έννομη σχέση. Θεμέλιο αυτής της έννομης σχέσης είναι οι επί μέρους συγγενικές σχέσεις, οι οποίες συνδέουν τον φερόμενο ως δικαιούχο με το θύμα. Η εγκυρότητα και οι προϋποθέσεις για τη συγκρότηση κατά το νόμο της αντίστοιχης συγγενικής σχέσης, αποτελεί ακριβώς και το πρόκριμα, το οποίο ρυθμίζεται από τις σχετικές διατάξεις του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Έτσι π.χ. η ύπαρξη ή όχι συζυγικής σχέσης με το θύμα, δηλ. η ύπαρξη έγκυρου γάμου με αυτό, θα κριθεί από το δίκαιο στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 13 του Α.Κ., η ύπαρξη της σχέσης γονέως και τέκνου θα κριθεί από το δίκαιο στο οποίο παραπέμπουν τα άρθρα 18 και 19 του Α.Κ. κλπ. Οι συγγενικές αυτές σχέσεις αποτελούν και την έννοια του βάθους του όρου «οικογένεια», δηλαδή εμπεριέχουν το σύνολο των γνωρισμάτων που χαρακτηρίζουν τα πρόσωπα τα οποία περιλαμβάνονται στην αντίστοιχη συγγενική σχέση33. Αφού λοιπόν γίνεται συγκεκριμένος προσδιορισμός των ποιοτικών στοιχείων τα οποία συγκροτούν την έννοια της συγγένειας μέσω του αλλοδαπού δικαίου στο οποίο παραπέμπουν οι πάρα πάνω διατάξεις του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, είναι δεδομένο ότι οι συγγενικές αυτές σχέσεις αποτελούν «έννομες» σχέσεις κατά την έννοια που αναφέρεται πάρα πάνω και συγκροτούν παράλληλα αυτές και μόνο τις προκριματικές σχέσεις, τις οποίες οφείλει να αξιολογήσει ο δικαστής και να οδηγηθεί στην εφαρμογή του δικαίου το οποίο ορίζει ως εφαρμοστέο το ελληνικό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο για τις προκριματικές αυτές σχέσεις.


VΙ. ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Από την ανάπτυξη που προηγήθηκε καθίσταται σαφές ότι η άποψη που θεωρεί ότι ο προσδιορισμός του κύκλου των προσώπων τα οποία συγκροτούν την έννοια της οικογένειας του άρθρου 932 εδαφ. γ΄ του ΑΚ ρυθμίζεται από το δίκαιο στο οποίο παραπέμπουν οι διατάξεις του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, παρουσιάζει τα ακόλουθα μειονεκτήματα: 
1) Επιφέρει διασπορά μεταξύ διαφόρων κρατών των στοιχείων της υπόθεσης με αποτέλεσμα να υπάρχει νομική αβεβαιότητα ως προς το εφαρμοστέο δίκαιο, αφού αυτό δεν είναι δυνατό να προβλεφθεί από τα εμπλεκόμενα μέρη και συνακόλουθη ανασφάλεια δικαίου. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις των πάρα πάνω αποφάσεων οι οποίες εφάρμοσαν το αλβανικό δίκαιο για την αντιμετώπιση του ζητήματος της ψυχικής οδύνης των συγγενών του θανόντος και μάλιστα διαφορετικές διατάξεις του ίδιου αυτού δικαίου. Έτσι με την άποψη αυτή δεν εξυπηρετείται ούτε ο σκοπός της θέσπισης των κανόνων του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, αλλά ούτε και η βούληση του κοινοτικού νομοθέτη, όπως αναπτύσσεται στο κεφάλαιο V αυτής της μελέτης. 
2) Οι πάρα πάνω αποφάσεις που εφαρμόζουν αλλοδαπό ουσιαστικό δίκαιο, στο οποίο παραπέμπουν οι σχετικές διατάξεις του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, στηρίζονται σε διατάξεις αυτού του δικαίου οι οποίες έχουν θεσπισθεί για να εξυπηρετούν εντελώς διαφορετικούς σκοπούς και δεν προσδιορίζουν ούτε παρέχουν ερμηνευτικό βοήθημα για τον προσδιορισμό του όρου «οικογένεια» του άρθρου 932 εδαφ. γ΄του ΑΚ. Πλην όμως η αναλογική αυτή εφαρμογή δεν γίνεται δεκτή από τους συγγραφείς ούτε για το ελληνικό δίκαιο. Πώς θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή τέτοια αναλογία για το αλλοδαπό δίκαιο; Το πάρα πάνω πρόβλημα είναι φυσικό να υπάρχει, αφού οι αλλοδαπές αυτές έννομες τάξεις, όπως π.χ. είναι το αλβανικό ή το πακιστανικό ή το ινδικό δίκαιο αγνοούν εντελώς τον θεσμό της ψυχικής οδύνης. 
3) Η θέση αυτή είναι κατά την άποψή μας λανθασμένη και από καθαρά δογματική άποψη. Και αυτό γιατί η έννοια της «οικογένειας», όπως αυτή διαμορφώθηκε από τον έλληνα νομοθέτη, δεν συγκεντρώνει τα στοιχεία της «έννομης σχέσης», η οποία και μόνο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «πρόκριμα» και να εφαρμοσθεί επ΄αυτού το αλλοδαπό ουσιαστικό δίκαιο, στο οποίο παραπέμπουν οι σχετικές διατάξεις του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Η οικογένεια αποτελεί θεσμό του δικαίου, ο οποίος περιλαμβάνει στο πλάτος του ένα σύνολο εννόμων σχέσεων και έχει χαρακτηρισθεί ως αόριστη νομική έννοια. Έννομες σχέσεις αποτελούν μόνο οι επί μέρους συγγενικές σχέσεις, οι οποίες συναθροιζόμενες συγκροτούν την έννοια της οικογένειας και αποτελούν αυτές και μόνο «προκρίματα», αφού συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις χαρακτηρισμού τους ως «προκριμάτων». Τα στοιχεία της υπόστασης και της εγκυρότητας της αντίστοιχης συγγενικής σχέσης είναι αυτά τα οποία ελέγχονται από το, ενδεχομένως εφαρμοστέο, αλλοδαπό ουσιαστικό δίκαιο στο οποίο παραπέμπει το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο. 
4) Η άποψη αυτή οδηγεί σε αντιφάσεις ως προς το πλάτος της έννοιας του άρθρου 26 του Α.Κ., το οποίο παραπέμπει στην εφαρμογή του ελληνικού ουσιαστικού δικαίου ως προς την έκταση της ζημίας, όπως δέχεται πάγια η νομολογία, ακόμα και η απόφαση 3/2007 του Αρείου Πάγου, αλλά και η νομική βιβλιογραφία. Αν ο κύκλος των προσώπων που δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης άλλοτε διευρύνεται και άλλοτε συστέλλεται, ανάλογα με τις προβλέψεις του εφαρμοστέου αλλοδαπού δικαίου, αυτό επηρεάζει άμεσα και την έκταση της ζημίας, η οποία πλέον τίθεται εκτός της ρυθμίσεως του ελληνικού δικαίου και υπέρ των ρυθμίσεων που προβλέπουν τα εφαρμοστέα εκάστοτε αλλοδαπά δίκαια. Δηλαδή το αλλοδαπό δίκαιο καλείται πλέον να προσδιορίσει με τρόπο έμμεσο και την έκταση της αποζημίωσης. Έτσι οδηγούμεθα σε εντελώς εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 26 του ΑΚ, η οποία δεν έχει γίνει αποδεκτή από καμία απολύτως θεωρητική η νομολογιακή θέση. 
Αντίθετα η άποψη η οποία δέχεται ότι ο προσδιορισμός του κύκλου των προσώπων τα οποία ανήκουν στην οικογένεια γίνεται από το ελληνικό δίκαιο, είναι κατά τη γνώμη μας ορθότερη, αφού συγκεντρώνει τα ακόλουθα πλεονεκτήματα: 
1) Απομακρύνει τον κίνδυνο διασποράς των στοιχείων της υπόθεσης σε διάφορες έννομες τάξεις και εξυπηρετεί έτσι το πνεύμα των κανόνων του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου αλλά και τη βούληση του κοινοτικού νομοθέτη, αφού διασφαλίζει την προβλεψιμότητα του εφαρμοστέου δικαίου και κατά συνέπεια και την ασφάλεια γενικά του δικαίου. 
2) Η άποψη αυτή εμφανίζει δογματική συνέπεια, αφού αντιμετωπίζει το πλάτος της εννοίας του όρου οικογένεια, δηλαδή των αριθμό των μελών που ανήκουν σε αυτήν, όχι ως πρόκριμα αλλά με βάση το ελληνικό δίκαιο, ως αόριστη νομική έννοια, όπως αυτή έχει διαπλασθεί νομολογιακά. 
3) Η εν λόγω θέση εναρμονίζεται πλήρως με την πάγια άποψη της νομολογίας και τη θεωρίας ως προς τον προσδιορισμό του πλάτους της εννοίας του άρθρου 26 του ΑΚ, στο οποίο περιλαμβάνει και την έκταση της ζημίας, η οποία είναι συνάρτηση του αριθμού των προσώπων τα οποία δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, ως ανήκοντα στην οικογένεια του θύματος. 
Από την πάρα πάνω ανάλυση συνάγεται, κατά τη γνώμη μας, ότι η προκριτέα και ενδεδειγμένη λύση είναι αυτή που προτείνεται από τη δεύτερη από τις πάρα πάνω εκτιθέμενες απόψεις και σύμφωνα με την οποία ο προσδιορισμός του αριθμού των προσώπων που ανήκουν στην οικογένεια του θύματος, είτε αυτό είναι ημεδαπός είτε αλλοδαπός, πρέπει να γίνεται από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο. 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
1. Επ.Συγκ.Δ. 2007, σελ. 272-273, με εκτενή κριτική και σχόλια της σύνταξης του περιοδικού.
2. ΕπΣυγκΔ 2009, σελ. 448 κ.επ.
3. Επ.Συγκ.Δ. 2009, σελ. 504 επ.
4. ΕπΣυγκΔ 2009 σελ. 461 κ.επ.
5. ΕπΣυγκΔ 2009 σελ. 531 επ.
6. ΕπΣυγκΔ 2009 σελ. 79 κ.επ.
7. Ηλίας Κρίσπης «Ιδιωτικόν Διεθνές Δίκαιον», Γεν. Μέρος, έκδ. 1970 σελ. 238
8. Ευτυχία Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη «Η Αδικοπρακτική Ευθύνη εξ Αυτοκινητικού Ατυχήματος» εκδ. 1974 σελ. 45 και 99.
9. Ε.Ε.L 199 της 31-7-2007, σελ. 40 κ.επ.
10. Επ.Συγκ.Δ. 2008 σελ. 354-368, 418-424 και 482-491
11. Α. Κρητικός «Αξιώσεις Αποζημιώσεως Ενώπιον Ελληνικών Δικαστηρίων Αλλοδαπών.», σελ. 19-20.
12. Α.Κρητικός «Αποζημίωση από Τροχαία Αυτοκινητικά Ατυχήματα», εκδ. 2008 σελ. 542
12α. Ηλίας Κρίσπης, οπ.παρ. Ειδ. Μέρος εκδ. 1967 σελ. 87
12β. Ν.Σκανδάμης «Ευρωπαϊκό Δίκαιο» εκδ. 1994 σελ. 444 κ.επ.
13. Πρόταση Επιτροπής COM (2003) 427 τελικό, εφεξής Πρόταση της Επιτροπής, σελ. 28 του ελληνικού κειμένου. Για την έννοια της & άμεσης ζημίας; βλέπετε Γ.Αμπατζή, Επ.Συγκ.Δ. 2008 σελ. 354 κ.επ. και ιδιαίτερα σελ. 360-363
14. Th. Graziano/C. Rabels Z. 73 (2009) σελ. 31 κ.επ. και ιδιαίτερα σελ. 32
15. Ευτυχία Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, οπ.παρ. σελ. 101-102
16. Προοίμιο εκτιμήσεων αριθ. 6
17. Προοίμιο εκτιμήσεων αριθ. 16 και 35
18. Πρόταση Επιτροπής σελ. 5 και 6
19. Πρόταση Επιτροπής σελ. 13, Α. Staudinger σε SVR 2005, σελ. 1
20. Th. Graziano, οπ.παρ. σελ. 33, Wagner σε IPR 2008, σελ. 20
21. Επ.Συγκ.Δ. 2009 σελ. 66 και ιδιαίτερα σελ. 73
22. Ευτυχία Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, οπ.παρ. σελ. 166
23. Α.Κρητικός, «Αποζημίωση από Τροχαία Αυτοκινητικά Ατυχήματα», εκδ. 2008 σελ. 540
24. Α. Κρητικός, οπ.παρ. σελ. 540, ο ίδιος «Αξιώσεις Αποζημιώσεως Ενώπιον Ελληνικών Δικαστηρίων Αλλοδαπών.», σελ. 55 κ.επ.
25. Σ. Βρέλλης «Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο» εκδ. Γ σελ. 107
26. Β. Παπαδήμας «Το προδικαστικό Ζήτημα εις το Ιδιωτικός Διεθνές Δίκαιον» σελ. 15 και 24
27. Η. Κρίσπης, όπ.παρ. Γεν.Μέρος σελ. 186-187
27α. Για τη διάκριση μεταξύ έννομης σχέσης και θεσμού βλέπετε Κ.Σημαντήρα ΓενΑρχαί του Αστικού Δικαίου εκδ. 1976 σελ. 116-117, Π.Λαδάς ΓενΑρχές Αστικού Δικαίου εκδ. 2007 σελ. 178 κ.επ. και ιδιαίτερα σελ. 187-188
28. Ε. Π. Παπανούτσος, «Λογική», Β έκδοση, σελ. 34
29. Σ. Πατεράκης «Η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης» εκδ. β (2001) σελ. 304
30. Εφ.Αθ. 445/2007 Επ.Συγκ.Δ. 2007, σελ. 287 κ.επ.
31. Α.Π. (Ολομέλεια) 762/1992 Ποιν.Χρον. ΜΒ σελ. 665 κ.επ.
32. Γεωργιάδης σε Γεωργιάδη-Σταθόπουλου Ειδ.Ενοχ. τόμος δ, άρθρο 932 σελ. 818, Μιχ. Μαργαρίτης σε ΝΟΒ 55 σελ. 1240 κ.επ., Ι. Σπυριδάκης «Το Αδίκημα κατά Α.Κ. 914» σελ. 186
33. Ε.Π.Παπανούτσος, όπ.παρ. σελ. 34

Ατυχήματα σε διαβάσεις πεζών ή πλησίον αυτών με θύματα πεζούς

 

Άρθρα-Απόψεις

Ατυχήματα σε διαβάσεις πεζών
ή πλησίον αυτών με θύματα πεζούς
Κατανομή υπαιτιότητας & Νομολογιακές εφαρμογές

Υπό Αθανασίου Γ. Κρητικού,
Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου ε.τ., Δ.Ν.


Ι. Το πρόβλημα
ΙΙ. Νομοθετική ρύθμιση
ΙΙΙ. Σημασία της ρυθμίσεως
IV. Κατηγορίες περιπτώσεων
Α. Ατύχημα με θύμα πεζό που επιχειρεί να διασχίσει το οδόστρωμα σε σημείο
όπου λείπει διάβαση πεζών
1. Αποκλειστική υπαιτιότητα οδηγού
2. Συρρέουσα υπαιτιότητα οδηγού και πεζού
Περιπτώσεις από τη νομολογία
Β. Ατυχήματα σε διαβάσεις πεζών ή εγγύς διαβάσεων
Ι. Ατυχήματα μέσα σε σηματοδοτούμενη διάβαση πεζών
1. Με πράσινο σήμα για πεζούς
2. Με ερυθρό σήμα για πεζούς
α) Αποκλειστική υπαιτιότητα πεζού
β) Συρρέουσα ευθύνη πεζού και οδηγού ατυχήματος
II. Ατυχήματα σε διάβαση μη σηματοδοτούμενη
1. Αποκλειστική υπαιτιότητα οδηγού
2. Συρρέουσα υπαιτιότητα οδηγού και πεζού.
ΙΙΙ. Ατύχημα εκτός διαβάσεως και σε απόσταση απ’ αυτή.
1. Παράσυρση πεζού εκτός διαβάσεως (σηματοδοτούμενης ή μη) που βρίσκεται 
σε μικρή απόσταση η εγγύς αυτής
2. Παράσυρση πεζού εκτός διαβάσεως που βρίσκεται σε απόσταση από το σημείο 
του ατυχήματος από 7,80 μ. μέχρι 11,50 μ.
3. Παράσυρση πεζού εκτός διαβάσεως που βρίσκεται σε απόσταση από το σημείο 
του ατυχήματος 30 μ. και περισσότερο


Άρθρα-Απόψεις

Ατυχήματα σε διαβάσεις πεζών
ή πλησίον αυτών με θύματα πεζούς
Κατανομή υπαιτιότητας & Νομολογιακές εφαρμογές

Υπό Αθανασίου Γ. Κρητικού,
Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου ε.τ., Δ.Ν.


Ι. Το πρόβλημα
ΙΙ. Νομοθετική ρύθμιση
ΙΙΙ. Σημασία της ρυθμίσεως
IV. Κατηγορίες περιπτώσεων
Α. Ατύχημα με θύμα πεζό που επιχειρεί να διασχίσει το οδόστρωμα σε σημείο
όπου λείπει διάβαση πεζών
1. Αποκλειστική υπαιτιότητα οδηγού
2. Συρρέουσα υπαιτιότητα οδηγού και πεζού
Περιπτώσεις από τη νομολογία
Β. Ατυχήματα σε διαβάσεις πεζών ή εγγύς διαβάσεων
Ι. Ατυχήματα μέσα σε σηματοδοτούμενη διάβαση πεζών
1. Με πράσινο σήμα για πεζούς
2. Με ερυθρό σήμα για πεζούς
α) Αποκλειστική υπαιτιότητα πεζού
β) Συρρέουσα ευθύνη πεζού και οδηγού ατυχήματος
II. Ατυχήματα σε διάβαση μη σηματοδοτούμενη
1. Αποκλειστική υπαιτιότητα οδηγού
2. Συρρέουσα υπαιτιότητα οδηγού και πεζού.
ΙΙΙ. Ατύχημα εκτός διαβάσεως και σε απόσταση απ’ αυτή.
1. Παράσυρση πεζού εκτός διαβάσεως (σηματοδοτούμενης ή μη) που βρίσκεται 
σε μικρή απόσταση η εγγύς αυτής
2. Παράσυρση πεζού εκτός διαβάσεως που βρίσκεται σε απόσταση από το σημείο 
του ατυχήματος από 7,80 μ. μέχρι 11,50 μ.
3. Παράσυρση πεζού εκτός διαβάσεως που βρίσκεται σε απόσταση από το σημείο 
του ατυχήματος 30 μ. και περισσότερο


Ι. Το πρόβλημα
Η δημόσια κυκλοφορία σε οδούς γίνεται από οχήματα, πεζούς και ζώα. Μεταξύ τους δημιουργείται σχέση εντάσεως, όταν πεζοί ή ζώα πρόκειται να διασχίσουν ή κινηθούν σε οδόστρωμα χρησιμοποιούμενο για την οδική κυκλοφορία. Όλοι επιθυμούν χάριν της ταχύτητας να έχουν προτεραιότητα έναντι των άλλων. Τα οχήματα έναντι των πεζών και οι τελευταίοι έναντι των οχημάτων. Η ανάγκη ανακύπτει, όταν πρέπει να διακοπεί η κυκλοφορία των οχημάτων προκειμένου πεζός ή πεζοί να διασχίσουν συγκεκριμένο οδόστρωμα για να περαιωθούν είτε σε νησίδα ασφαλείας είτε στο έναντι πεζοδρόμιο. Η σύγκρουση αυτή μεταξύ των χρηστών της κυκλοφορίας επιχειρείται να λυθεί με τη ρυθμιστική παρέμβαση του νομοθέτη σε σύμπραξη με την αρμόδια διοικητική υπηρεσία. Ειδικότερα τούτο επιδιώκεται να γίνει με τη δημιουργία διαβάσεων πεζών με σηματοδότηση ή όχι για πεζούς και οχήματα.

Η κίνηση πεζού μέσα σε σηματοδοτούμενη διάβαση πεζών θεωρητικώς κατά κανόνα προσφέρει μείζονα ασφάλεια των πεζών που χρησιμοποιούν τη διάβαση έναντι των οχημάτων που χρησιμοποιούν το οδόστρωμα στο οποίο υπάρχει η σηματοδοτούμενη διάβαση πεζών. Μικρότερη ασφάλεια προσφέρει σε πεζούς η κίνηση αυτών απλώς μέσα σε διάβαση πεζών. Δεν ισχύει όμως το ίδιο για πεζούς που πρόκειται να διασχίσουν οδόστρωμα χωρίς σ’ αυτό να υπάρχουν διαβάσεις πεζών. Οι σχετικές ρυθμίσεις γίνονται συνήθως με κριτήριο κυρίως την πυκνότητα της κυκλοφορίας οχημάτων και πεζών.


ΙΙ. Νομοθετική ρύθμιση

Η σχετική νομοθετική ρύθμιση περιέχεται στα άρθρα 6 και 7 του ΚΟΚ όπως προσθέτως και στα άρθρα 38 &4 και 39 & 1 στοιχεία α΄ και β΄, 42 και παρ.4 του ΚΟΚ.


ΙΙΙ. Σημασία της ρυθμίσεως

Η ρύθμιση στοχεύει προεχόντως σε διευκόλυνση της κυκλοφορίας οχημάτων και πεζών. Συγχρόνως όμως αξιοποιείται, όταν συμβαίνει ατύχημα με θύμα συνήθως πεζό. Ένα από τα κρίσιμα ζητήματα που γεννώνται σε τέτοιου είδους περιπτώσεις είναι ποίο από τα συμπλεκόμενα πρόσωπα (οδηγός οχήματος ή πεζός) έχει προτεραιότητα διελεύσεως και αν και υπό ποίες προϋποθέσεις θα μπορούσε να αποφευχθεί το ατύχημα. Δηλαδή αν ο οδηγός οχήματος επιχείρησε κάποια ενέργεια ή παρέλειψε να πράξει κάτι με αποτέλεσμα η πράξη ή παράλειψη και συμβάλει αιτιωδώς στην πρόκληση και στην έκταση του ατυχήματος. Το ίδιο ισχύει όταν το ζήτημα εξετάζεται από την πλευρά του πεζού. Όλα τα σκεπτικά ζητήματα συνήθως περιστρέφονται στο ζήτημα του προσδιορισμού της υπαιτιότητας στο επελθόν ατύχημα. Δηλαδή ποίο πρόσωπο από τα εμπλεκόμενα σε ατύχημα βαρύνει η υπαιτιότητα (αποκλειστική ή συρρέουσα, εφόσον, ως συνήθως, προβληθεί σύσταση συνυπαιτιότητας κατά την ΑΚ 300). Η νομολογία έχει την ευκαιρία να αντιμετωπίσει σχετικά ζητήματα. Η έρευνα της νομολογίας από τις αποφάσεις των δικαστηρίων που δημοσιεύθηκαν σε νομικά περιοδικά την τελευταία τριακονταετία παρέχει την ακόλουθη εικόνα. Για διευκόλυνση της έρευνας επιχειρείται κατά το δυνατό κατηγοριοποίηση των περιπτώσεων.


IV. Κατηγορίες περιπτώσεων

Α. Ατύχημα με θύμα πεζό που επιχειρεί να διασχίσει το οδόστρωμα σε σημεία όπου λείπει διάβαση πεζών.
Η βασική νομοθετική ρύθμιση περιέχεται στην παρ. ε΄ της παρ.4 του άρθ. 38 ΚΟΚ που ορίζει ότι: Οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα υποχρεούνται: α) &.....ε)Αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ’ αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεα δε θα διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του.

1. Αποκλειστική υπαιτιότητα οδηγού 
Εφόσον πεζός επιχειρήσει να διασχίσει οδόστρωμα σύμφωνα με τη μνημονευόμενη παραπάνω ρύθμιση, τότε κατά κανόνα σε περίπτωση ατυχήματος με θύμα του πεζό, η αποκλειστική υπαιτιότητα θα βαρύνει τον οδηγό του οχήματος. Συνήθως η αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού θα προκύπτει από την υψηλή ταχύτητα πέρα του επιτρεπόμενου ορίου στο σημείο του ατυχήματος, και την επιδεικνυόμενη αμέλεια του οδηγού ο οποίος ενώ θα έπρεπε και θα μπορούσε δεν αντιλαμβάνεται τον πεζό διασχίζοντα το οδόστρωμα. Σε πολλές τέτοιες περιπτώσεις ο πεζός θα έχει διανύσει το μείζον τμήμα του οδοστρώματος όταν παρασύρεται από το όχημα και θα υπολείπεται μόνο μικρό τμήμα αυτού. Μεγάλη σημασία εμφανίζει το ζήτημα όταν το ατύχημα γίνεται νύκτα με ανεπαρκή τεχνητό φωτισμό ή όταν επικρατούν άσχημες καιρικές συνθήκες, παρακωλύουσες την ορατότητα (π.χ. δυνατή βροχή, καπνός, ομίχλη, χιονόπτωση κ.λ.π)
Από τη νομολογία αξίζει ν’ αναφερθούν οι παρακάτω αποφάσεις που δέχθηκαν αποκλειστική υπαιτιότητα οδηγού παρασύροντος με το όχημα πεζό διασχίζοντα το οδόστρωμα εκτός διαβάσεως που τέτοιες δεν υπήρχαν πλησίον του τόπου του ατυχήματος:
ΕφΑθ. 8443/1996 ΕπΣυγκΔ 1997,33 - ΕφΑθ 8615/1996 ΕπΣυγκΔ 1997,202 - ΕφΑθ 205/1995 ΕπΣυγκΔ 1998,552 - ΕφΑθ 12362/1988 ΕπΣυγκΔ 1990,90 - ΕφΑθ 12243/1988 ΕπΣυγκΔ 1990,428 - ΕφΑθ 2941/1981 ΕπΣυγκΔ 1983/504 - ΜπρΑθ 6168/2001 ΕπΣυγκΔ 2002,53 - ΜπρΘεσ 19275/1997 ΕπΣυγκΔ 1998,496 - ΜπρΘεσ 3054/1988 ΕπΣυγκΔ 1989,252 - ΜπρΑθ 19275/1997 ΕπΣυγκΔ 1998,554 - ΜπρΑθ 4921/1986 ΕπΣυγκΔ 1988,250 - ΜπρΑθ 947/1981 ΕπΣυγκ Δ 1981,238.
Από τις μνημονευόμενες παραπάνω αποφάσεις αξίζει να επισημανθεί η ΜπρΑθ 19275/1997 ΕπΣυγκΔ 1998,554 η οποία με βάση την παραδοχή ότι ο πεζός την 9-5-1995 και ώρα 04.30 (πρωινή) είχε διανύσει από το πλάτους 16μ. οδόστρωμα απόσταση 14,5μ. δέχθηκε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού κρίνοντας συγχρόνως ότι η ανίχνευση στο αίμα του πεζού οινοπνεύματος σε ποσοστό 1,04%ο, δεν τελούσε σε αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ότι ο πεζός ενόψει της ανιχνευθείσης ποσότητας οινοπνεύματος τελούσε σε κατάσταση πλήρους μέθης η οποία κατά τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης επηρεάζει την ικανότητα του προσώπου να προβαίνει σε ακριβείς κατά προσέγγιση εκτιμήσεις των αποστάσεων, δηλαδή να εκτιμήσει ο εν μέθη πεζός σε ποία απόσταση βρισκόταν το όχημα όταν ξεκινούσε να διασχίσει το οδόστρωμα και να βεβαιωθεί ότι θα μπορούσε να ολοκληρώσει το πέρασμα δεδομένου του πλάτους του οδοστρώματος. Τα πράγματα καθίστανται περισσότερο δυσχερή όταν το ατύχημα υπήρξε θανατηφόρο για τον πεζό γιατί δεν μπορεί, τότε, να διευκρινισθεί το άνω ζήτημα.

2. Συρρέουσα υπαιτιότητα οδηγού και πεζού
Στις περισσότερες περιπτώσεις ατυχημάτων εκτός διαβάσεως πεζών με θύματα τους τελευταίους συναντάται συρρέουσα υπαιτιότητα των οδηγών οχημάτων και των πεζών. Εναπόκειται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας να προσδιορίσει ειδικότερα την αμέλεια κάθε εμπλεκόμενου προσώπου και καθορίσει το ποσοστό υπαιτιότητας πράγμα που έχει σημασία στον τελικό καθορισμό της αποζημιώσεως για τη, ζημία που υφίσταται ο παθών- πεζός και λαμβάνεται υπόψη στον καθορισμό της ηθικής βλάβης και σε περίπτωση θανατώσεως του θύματος της ψυχικής οδύνης των μελών της οικογενείας του (ΑΚ 932)
Από το μεγάλο αριθμό των αποφάσεων που δημοσιεύονται σε νομικά περιοδικά αναφέρονται ενδεικτικώς και κατά κατηγορίες οι παρακάτω ομάδες περιπτώσεις:

1. Περιπτώσεις με προέχουσα αμέλεια του οδηγού οχήματος. Σ’ αυτές ο οδηγός βαρύνεται είτε γιατί δεν αντιλήφθηκε από ικανή απόσταση τον διασχίζοντα το οδόστρωμα είτε γιατί εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα την οποία δεν φρόντισε να μειώσει είτε γιατί δεν προέβη σε αποφευκτικό ελιγμό. Αντιστρόφως ο πεζός βαρύνεται με αμέλεια γιατί ανελέγκτως εισήλθε στο οδόστρωμα, το οποίο επιχείρησε να διασχίσει χωρίς να συμμορφωθεί προς τις επιταγές του εδαφίου ε’ της παρ. 4 του άρθ. 38 Κ.Ο.Κ.

α. Αμέλεια του οδηγού σε ποσοστό 80% και αμέλεια του πεζού σε ποσοστό 20%. Τέτοιες χαρακτηριστικές περιπτώσεις από τη νομολογία είναι οι παρακάτω: ΕφΛαρ 919/2005 ΕπΣυγκΔ 2006,285 ΕφΑθ 3653/1999 ΕπΣυγκΔ 2001,279 ΕφΠειρ 622/1995 ΕπΣυγκΔ 1995,527 ΕφΑθ 5212/1993 ΕπΣυγκΔ 1994,537

β. Αμέλεια του οδηγού σε ποσοστό 70% και αμέλεια του πεζού σε ποσοστό 30%. Τέτοιες ενδεικτικές περιπτώσεις από τη νομολογία είναι οι παρακάτω: ΕφΠατρ 768/2006 ΑχΝομ 2007,642 - ΕφΛαρ 454/2006 ΕπΣυγκΔ 206,433 - ΕφΝαυπλ 12/1999 ΕπΣυγκΔ 1999,246 - ΕφΘεσ 35781997 ΕπΣυγκΔ 1998,204 - ΕφΠειρ 829/1993 ΕπΣυγκΔ 1995,57 - ΕφΚερκ 79/1992 ΕπΣυγκΔ 1992,462 - ΕφΑθ 1924/1992 και ΜΠρΑθ 822/1995 ΕπΣυγκΔ 1999,445 - ΕφΑθ 8914/1990 ΕπΣυγκΔ 1992,195 - ΕφΑθ 10933/1990 ΕπΣυγκΔ 1992,517 - ΕφΘεσ 2409/1990 ΕπΣυγκΔ 1992,188 - ΕφΑθ 7024/1986 ΕπΣυγκΔ 1988,178 - ΕφΑθ 11062/1981 ΕπΣυγκΔ 1982,28 επ - ΜΠρΘεσ 14887/2001 ΕπΣυγκΔ 2002,155 - ΤριμΔιοικΠρΑθ 4113/1995 ΕπΣυγκΔ 1995,362 - ΜΠρΑθ 1442/1994 ΕπΣυγκΔ 1994.464 - ΜΠρΑρτ 134/1993 ΕπΣκγΔ 1995,246 - ΜΠρΦλωρ 252/1987 ΕπΣυγκΔ 1989,376 επ - ΜΠρΑθ 1678/1980 ΕπΣυγκΔ 1982,179

γ. Αμέλεια του οδηγού σε ποσοστό 60% και αμέλεια του πεζού σε ποσοστό 40%. 
Τέτοιες ενδεικτικές περιπτώσεις από τη νομολογία είναι οι παρακάτω: ΕφΑθ 4279/1994 ΕπΣυγκΔ 1197,15 επ - ΕφΑθ 162/1979 (εσφαλμένως αναγράφεται ως έτος αποφάσεως 1989) ΕπΣυγκΔ 1981,233 και 1992,157 - ΕφΑθ 784/1989 ΕπΣυγκΔ 1990,316 επ και 1991,369 - ΕφΑθ 13274/1988 ΕπΣυγκΔ 1992,48 - ΜΠρΞάνθ 13/1993 ΕπΣυγκΔ 1994,541.

δ. Ίση υπαιτιότητα οδηγού οχήματος και πεζού (50%-50%). Τέτοιες ενδεικτικά περιπτώσεις είναι οι παρακάτω: ΕφΚρ 238/2000 ΕπΣυγκΔ 2000,364 - ΕφΘεσ 117/1988 ΕπΣυγκΔ 1989, 194 - ΕφΑθ 10933/1986 ΕπΣυγκΔ 1991,520 - ΜΠρΕδεσ 332/1980 ΕπΣυγκΔ 1981,240.


Περιπτώσεις από τη νομολογία με προέχουσα υπαιτιότητα πεζού έναντι του οδηγού οχήματος:
Σ’ αυτές τις περιπτώσεις ο πεζός επιχειρεί να διασχίσει το οδόστρωμα συνήθως ανέλεγκτα δηλαδή δεν λαμβάνει υπόψη την απόσταση του ερχόμενου οχήματος και δεν εκτιμά ορθώς την ταχύτητα με την οποία το τελευταίο κινείται. Από την άλλη πλευρά ο οδηγός ενός τέτοιου οχήματος συνήθως αιφνιδιάζεται και δεν επιχειρεί την δυνατή αποφευκτική ενέργεια, η οποία θα μπορούσε να έχει θετικά αποτελέσματα. Όταν μάλιστα η είσοδος του πεζού στο οδόστρωμα γίνεται κατά τρόπο που δεν επιτρέπει στον οδηγό οποιαδήποτε αποφευκτική ενέργεια, τότε συνήθως ο πεζός θα κρίνεται αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος. Τέτοιες ενδεικτικές περιπτώσεις από τη νομολογία μπορούν να’ αναφερθούν οι παρακάτω:
1. Αμέλεια του πεζού σε ποσοστό 80% και του οδηγού οχήματος σε ποσοστό 20%: ΕφΑθ 5436/1986 ΕπΣυγκΔ 1987,12 - ΜΠρΘεσ 6212/1987 ΕπΣυγκΔ 1988,511 - ΜπρΘεσ 4013/1987 ΕπΣυγκΔ 1988,509 επ.

2. Αμέλεια του πεζού σε ποσοστό 70% και του οδηγού οχήματος σε ποσοστό 30%: ΕφΑθ 3886/1994 ΕπΣυγκΔ 1995,253 - ΕφΠατρ 327/2006 ΑχΝομ 2004,625 

3. Αμέλεια του πεζού σε ποσοστό 60% και του οδηγού οχήματος σε ποσοστό 40%: ΕφΑθ 5358/2004 ΕπΣυγκΔ 2005,144


Β. Ατυχήματα μέσα σε διαβάσεις πεζών ή εγγύς διαβάσεων.

Ένας ικανός αριθμός ατυχημάτων με θύματα πεζούς γίνεται είτε μέσα σε διαβάσεις πεζών (σηματοδοτούμενες ή όχι) είτε εγγύς τέτοιων διαβάσεων. Ανάλογα με το σημείο στο οποίο γίνεται το ατύχημα και σε συνδυασμό με άλλες περιστάσεις εκτιμάται η υπαιτιότητα στο ατύχημα και προσδιορίζεται το ποσοστό της, αν η υπαιτιότητα βαρύνει αμφότερα τα εμπλεκόμενα πρόσωπα.

Ι. Ατυχήματα μέσα σε σηματοδοτούμενη διάβαση πεζών 

1. Με πράσινο σήμα για τους πεζούς
Σύμφωνα με το εδάφιο (α) της παρ.1 του άρθ. 7 Κ.Ο.Κ οι πεζοί μπορούν να διασχίζουν το οδόστρωμα όταν βλέπουν για την πορεία τους πράσινο σταθερό φως με σύμβολο άτομο που βαδίζει. Αντιστοίχως οι οδηγοί οχημάτων όταν έχουν για την πορεία τους ερυθρό σταθερό φως κυκλικής μορφής υποχρεούνται να σταματήσουν προς της ειδικής γραμμής διακοπής (βλ. εδάφιο β΄ της παρ.1 του άρθρ. 6 του ΚΟΚ). Και τούτο οφείλουν να πράττουν ανεξαρτήτως αν διέρχονται ή όχι πεζοί από τη διάβαση. Αν οι χρήστες της οδού συμμορφώνονται προς τις άνω ρυθμίσεις είναι φανερό ότι κατά κανόνα δεν θα συμβαίνουν ατυχήματα. Παρόλα αυτά δεν γίνεται πάντοτε έτσι. Ειδικότερα συμβαίνουν ατυχήματα με θύματα πεζούς οι οποίοι διέρχονται τη σηματοδοτούμενη διάβαση που έχει πράσινο φως. Συνιστάται επομένως στους πεζούς και όταν ακόμη διασχίζουν σηματοδοτούμενη διάβαση με πράσινο φως να προσέχουν ιδιαίτερα αν τα οχήματα σταματούν προ του ερυθρού γι’ αυτά σηματοδότη προκειμένου να τους παραχωρήσουν προτεραιότητα.
Κατά κανόνα σε τέτοιες περιπτώσεις η αποκλειστική ευθύνη για ατύχημα που συμβαίνει θα καταλογίζεται στον οδηγό του οδικού οχήματος που συνήθως θα παραβιάζει τον ερυθρό γι’ αυτό φως του σηματοδότη. Τέτοιες ενδεικτικές περιπτώσεις από τη νομολογία αντιμετωπίσθηκαν από τις παρακάτω αποφάσεις: ΕφΑθ 705/2003 ΕπΣυγκΔ 2003,435 - ΕφΑθ 6872/1997 ΕπΣυγκΔ 2000,636 - ΕφΑθ 5088/1993 ΕπΣυγκΔ 1994,535 - ΕφΑθ 10753/1990 ΕπΣυγκΔ 1990,51 - ΕφΑθ 12362/1988 ΕπΣυγκΔ 1990,92 - ΕφΘεσ 1420/1987 ΕπΣυγκΔ 1987,365 - ΜΠρΑθ 5165,2007 ΕπΣυγκΔ 2008,404 - ΜΠρΑθ 4840/1991 ΕπΣυγκΔ 1992,75

2. Με ερυθρό σήμα για τους πεζούς
α. Αποκλειστική υπαιτιότητα πεζού
Κρίθηκε ο πεζός αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος όταν εισέρχεται στη διάβαση για να τη διασχίσει τη στιγμή που ο σηματοδότης δείχνει για την πορεία του ερυθρό (απαγορευτικό) σήμα. Βλ. έτσι ΕφΑθ 2214/1978 ΕπΣυγκΔ 1981,246 - ΜπρΘεσ 20222/2001 αναφερόμενη από τον Νικ. Σιαπέρα στη μελέτη του δημοσιευμένη στην ΕπΣυγκΔ 2005,194 (198) - ΜΠρΑθ 4631/1987 ΕπΣυγκΔ 1987,419 επ.

β. Συρρέουσα ευθύνη πεζού και οδηγού οδικού οχήματος
Τέτοια συρρέουσα ευθύνη δέχονται ενδεικτικώς οι παρακάτω αποφάσεις: ΕφΑθ 288/1989 ΕπΣυγκΔ 1989,369 (πεζός: 70% - οδηγός 30%). Η υπαιτιότητα σε βάρος του οδηγού στηρίχθηκε κυρίως, στο γεγονός, ότι εκινείτο με ταχύτητα μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης. Ομοίως τα ίδια ποσοστά δέχθηκε και η ΕφΑθ 1425/1999 ΕπΣυγκΔ 2001,284. Η υπαιτιότητα σε βάρος του οδηγού του οχήματος στηρίχθηκε στο γεγονός ότι αυτός καίτοι αντιλήφθηκε, άλλως όφειλε ν’ αντιληφθεί τον πεζό να διασχίζει κάθετα το οδόστρωμα εντός διαβάσεως εντούτοις δεν ανέκοψε ταχύτητα.
Η απόφαση του ΕφΑθ 4392/1990 ΕπΣυγκΔ 1993,39 καταλόγισε στον μεν πεζό υπαιτιότητα σε ποσοστό 20%, στον δε οδηγό του οχήματος υπαιτιότητα σε ποσοστό 80%. Το μεγάλο ποσοστό σε βάρος του οδηγού δικαιολογείται κατά την απόφαση γιατί ο οδηγός δεν διέκοψε την πορεία του ενόψει κιτρίνου σταθερού φωτός του σηματοδότη και ενώ στην πορεία του βρισκόταν η πεζή που διέσχιζε κάθετα το οδόστρωμα, ενώ για την πεζή η συνυπαιτιότητα στηρίχθηκε στο ότι επιχείρησε κάθετη διέλευση του οδοστρώματος πριν ανάψει ο πράσινος γι’ αυτή σηματοδότης και σταματήσουν όλα τα οχήματα.

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ο οδηγός οχήματος καίτοι έχει για την πορεία του πράσινο φως και αντιστοίχως ερυθρό φως ο διερχόμενος τη διάβαση πεζός δεν σημαίνει ότι απαλλάσσεται από την υποχρέωση να επιχειρήσει κάθε δυνατό ελιγμό προς αποφυγή του ατυχήματος. Επομένως συνυπαιτιότητά του δύναται να στηριχθεί στο ότι εκινείτο με ταχύτητα μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης, εφόσον αυτή συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα, ή παρέλειψε κάποιο δυνατό αποφευκτικό ελιγμό που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μείωση των συνεπειών του ατυχήματος.


ΙΙ. Ατύχημα σε διάβαση μη σηματοδοτούμενη

Οι βασικές νομοθετικές ρυθμίσεις περιέχονται στο άρθ 38 §4 εδ δ΄και άρθ. 39§§1,2 και 4 του ΚΟΚ. Από τις διατάξεις αυτές και ιδίως από την πρώτη τούτων προκύπτει ότι ο πεζός δεν έχει τη δυνατότητα κατά πάντα χρόνο να κατέρχεται στο οδόστρωμα προκειμένου να διασχίσει μη σηματοδοτούμενη διάβαση. Οφείλει προηγουμένως να λάβει υπόψη και να εκτιμήσει ορθά την απόσταση και την ταχύτητα των οχημάτων που πλησιάζουν. Μόνο εφόσον κατ’ αντικειμενική κρίση μπορεί να ολοκληρώσει τέτοια προσπάθεια, επιτρέπεται τότε να διασχίσει τη διάβαση. Τότε και οι οδηγοί οχημάτων, υποχρεούνται να πλησιάζουν τη διάβαση με ταχύτητα τόσο μικρή ώστε να μην εκθέτουν σε κίνδυνο τους πεζούς που τη χρησιμοποιούν ή εισέρχονται σ’ αυτή παραχωρώντας έτσι υπό τις άνω προϋποθέσεις προτεραιότητα διελεύσεως στους πεζούς. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο πεζός δεν αποκτά προτεραιότητα έναντι των οχημάτων από τη στιγμή που θελήσει να διασχίσει διάβαση πεζών εφόσον δεν ακολουθεί την επιταγή που διατυπώνεται στο εδάφιο (ε΄) της παρ. 4 του άρθρ. 38 ΚΟΚ.

1. Αποκλειστική υπαιτιότητα οδηγού
Σε ικανό αριθμό περιπτώσεων έχει καταλογισθεί αποκλειστική υπαιτιότητα για ατύχημα (παράσυρση πεζού μέσα σε μη σηματοδοτούμενη διάβαση) στον οδηγό. Η υπαιτιότητα αυτή στηρίζεται στο γεγονός ότι ο οδηγός κινείται με υπερβολική ταχύτητα και δεν αντιλαμβάνεται την ύπαρξη διαβάσεως πεζών και τη διέλευση από αυτές πεζών, ιδιαίτερα μάλιστα όταν οι τελευταίοι έχουν διασχίσει το μείζον τμήμα της διαβάσεως που σημαίνει ότι όταν εισήλθαν στη διάβαση τα ζημιογόνα αυτοκίνητα ήσαν σε απόσταση τέτοια ώστε λαμβανομένης υπόψη και της επιτρεπόμενης ταχύτητας μπορούσαν να υπολογίζουν οι πεζοί την ακίνδυνη διέλευση της διαβάσεως. Αν αντιθέτως η παράσυρση του πεζού γίνεται στην αρχή της διαβάσεως, συνάγεται εντεύθεν ότι οι πεζοί δεν συμμορφώθηκαν με τη ρύθμιση του εδαφίου (δ) της παρ. 4 του άρθ. 38 ΚΟΚ.
Η νομολογία είχε την ευκαιρία να ασχοληθεί με τέτοιες υποθέσεις στις οποίες δέχθηκε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος. Ενδεικτικώς μπορούν ν’ αναφερθούν οι παρακάτω αποφάσεις: ΕφΑθ 8878/1995 ΕπΣυγκΔ 1997,11 - ΕφΠειρ 1152/1991 ΕπΣυγκΔ 1991, 542 - ΕφΑθ 11184/1988 ΕπΣυγκΔ 1990,126 - ΕφΑθ 13714/1988 ΕπΣυγκΔ 1992,46 (αφορά περίπτωση παρασύρσεως δύο ηλικιωμένων πεζών ηλικίας 88 και 79 ετών που διέσχιζαν το οδόστρωμα μέσα σε διαβάσεις πεζών που ήσαν εμφανείς) ΜΠρΗρακλείου 60/2006 ΕπΣυγκΔ 2007,512 (αφορά περίπτωση οδηγού ΙΧΕ ο οποίος κινούμενος με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα και υπό την επήρεια οινοπνεύματος παρέσυρε 6 χρονο που διέσχιζε με τους γονείς του το οδόστρωμα ΕΝΤΟΣ ΔΙΑΒΑΣΕΩΝ) ΜΠρΑθ 5793/1989 ΕπΣυγκΔ 1990, 313 (αφορά περίπτωση παρασύρσεως πεζών από όχημα που διέσχιζαν το οδόστρωμα εντός διαβάσεων και είχαν διέλθει το μείζον τμήμα του εκ τριών λωρίδων οδοστρώματος και υπολείπονταν ακόμη διάστημα 1,5μ.)

2. Συρρέουσα υπαιτιότητα οδηγού οχήματος και πεζού.
Σε ορισμένες περιπτώσεις έχει διαγνωσθεί με απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας συρρέουσα υπαιτιότητα του εμπλακέντος στο ατύχημα οδηγού οχήματος και του εντός των διαβάσεων παρασυρθέντος πεζού βλ. σχετικώς την απόφαση του ΕφΛαρ 179/19980 ΕπΣυγκΔ 1983,304 που δέχθηκε υπαιτιότητα του εμπλακέντος οδηγού σε ποσοστό 70% και του παρασυρθέντος εντός διαβάσεων πεζού σε ποσοστό 30%. Την αμέλεια του οδηγού στήριξε στο γεγονός εκινείτο με ταχύτητα υπερβαίνουσα την οριζόμενη βάσει πινακίδας σε 40 Χ/Ω, την οποία δεν ανέκοψε μολονότι αντιλήφθηκε τον παθόντα από ικανή απόσταση. Την συντρέχουσα αμέλεια του πεζού στήριξε στην παραδοχή ότι αυτός επιχείρησε να διέλθει την διάβαση παρά το γεγονός ότι αντιλήφθηκε την επικίνδυνη οδήγηση του οχήματος και περαιτέρω γιατί στάθμευσε αποτόμως μέσα στη διάβαση, την οποία δεν μπορούσε να προβλέψει ο οδηγός υπολαμβάνοντας ότι μέχρι να πλησιάσει τη διάβαση, ο πεζός θα είχε διέλθει.



ΙΙΙ. Ατύχημα εκτός διαβάσεως και σε απόσταση από αυτή.

Η διάταξη του εδαφίου (δ) της §4 του άρθρ. 38 ΚΟΚ με την προαναφερθείσα παραπάνω διατύπωση δεν καθιερώνει δικαίωμα προτεραιότητας υπέρ των πεζών υπό την έννοια ότι ο πεζός δύναται να κατέρχεται στο οδόστρωμα προκειμένου να διασχίσει μη σηματοδοτούμενη διάβαση πεζών και να υποχρεώνει έτσι τα διερχόμενα οχήματα να διακόπτουν υποχρεωτικά την πορεία τους προκειμένου να του παραχωρήσουν προτεραιότητα. Κάτι τέτοιο άλλωστε θα ήταν άκρως επικίνδυνο και θα προκαλούσε κινδύνους ατυχημάτων ιδιαίτερα μεταξύ των οχημάτων.
Σύμφωνα με την άνω διάταξη ο πεζός δικαιούται να διασχίσει διάβαση λαμβάνοντας υπόψη την απόσταση και την ταχύτητα των οχημάτων, τα οποία από την πλευρά τους πρέπει, εφόσον τούτο δεν συνδέεται με κινδύνους, να μειώνουν ταχύτητα για να διευκολύνουν τον πεζό μέχρι να ολοκληρώσει ο τελευταίος τη διέλευση της διαβάσεως παραχωρώντας έτσι με τον τρόπο αυτό προτεραιότητα στον πεζό σύμφωνα με το τελευταίο υποεδάφιο του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2 του άρθ. 39 ΚΟΚ.
Η καθημερινή πρακτική δείχνει ότι πολλές φορές πεζοί προσπαθούν να διασχίσουν οδόστρωμα όχι ακριβώς μέσα από τις υπάρχουσες διαβάσεις πεζών (σηματοδοτούμενες ή μη) αλλά από σημείο που βρίσκονται πλησίον αυτών. Γεννάται τότε ζήτημα πως πρέπει να αντιμετωπίζονται τέτοιοι πεζοί. Κατά μία επιεική άποψη τέτοιοι πεζοί εφόσον το σημείο διελεύσεώς τους από απόσταση περίπου 10 μ. από τις ευδιάκριτες διαβάσεις πεζών πρέπει να αντιμετωπίζονται ως διερχόμενοι από διάβαση πεζών πράγμα που έχει σημασία στο θέμα της υπαιτιότητας. Πάντως όσο απομακρύνεται το σημείο ενός ατυχήματος από τις ευδιάκριτες διαβάσεις πεζών, τόσο περισσότερο πρέπει να αυξάνει η προσοχή επιμέρους του πεζού και η υπαιτιότητα να βαρύνει περισσότερο τον πεζό. Βέβαια στην τελική κρίση βαρύνουν όλες οι συνοδεύουσες ένα ατύχημα περιστάσεις που δεν είναι τις περισσότερες φορές γνωστές εκ των προτέρων.
Παρακάτω θα παρατεθούν ορισμένες ενδεικτικές περιπτώσεις από τη νομολογία και θα καταβληθεί προσπάθεια μήπως είναι δυνατό να διατυπωθούν κατευθυντήριες σκέψεις. Η παράθεση της νομολογίας θα γίνει με βάση το κριτήριο της αποστάσεως του σημείου του ατυχήματος από τις υπάρχουσες διαβάσεις πεζών.

1. Παράσυρση πεζού εκτός διαβάσεως (σηματοδοτούμενη ή μη) που βρίσκεται σε μικρή απόσταση ή εγγύς αυτής.
Σε μια τέτοια περίπτωση η νομολογία δέχθηκε με κάποια θα μπορούσε να ισχυρισθεί κανείς, αυστηρότητα έναντι του πεζού προέχουσα μεν υπαιτιότητα του οδηγού οχήματος, αλλά παράλληλα και σε σημαντικό βαθμό υπαιτιότητα του πεζού. Εν προκειμένω μπορούν να αναφερθούν από τις δημοσιευθείσες αποφάσεις η ΕφΘεσ 1387/2004 ΕπΣυγκΔ 2004, 342 που δέχθηκε επί παρασύρσεως πεζού εκτός σηματοδοτούμενης διαβάσεως πεζών που βρισκόταν σε μικρή, αλλά μη καθοριζόμενη στην απόφαση, απόσταση από το σημείο του ατυχήματος, συμβολή στο ατύχημα του μεν οδηγού σε ποσοστό 60% του δε πεζού σε ποσοστό 40%, ενώ το ΕφΑθ 2051/1978 ΕπΣυγκΔ 1981,247 δέχθηκε σε ατύχημα που έγινε εγγύς των διαβάσεων με θύμα πεζό υπαιτιότητα του μεν οδηγού σε ποσοστό 70%, του δε πεζού σε ποσοστό 30%

2. Παράσυρση πεζού εκτός διαβάσεως που βρίσκεται σε απόσταση από το σημείο του ατυχήματος από 7,80μ. μέχρι 11,5μ.
α. Η απόφαση του ΕφΑθ 15357/1988 ΕπΣυγκΔ 1990,106 είχε να κρίνει περίπτωση παρασύρσεως πεζής που βαδίζει με τη φίλη της σε απόσταση 7,80μ. από σηματοδοτούμενη διάβαση πεζών που έδειχνε πράσινο φως για τους πεζούς γιατί αυτή (διάβαση) ήταν κατειλημμένη από σταθμεύοντα οχήματα προ του ερυθρού γι’ αυτά σηματοδότη. Ενώ η άνω πεζή πλησίαζε στο πεζοδρόμιο ο ερυθρός για τα οχήματα σηματοδότης έγινε πράσινος, οπότε και ξεκίνησε το ζημιογόνο όχημα και παρέσυρε την πεζή. Το Εφετείο τελικώς δέχθηκε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού χωρίς καμία συνυπαιτιότητα να βαρύνει την πεζή. Κατά την απόφαση μόνη η εκτός διαβάσεων κίνηση της πεζής δεν συντέλεσε στο ατύχημα, το οποίο θα αποφευγόταν αν ο οδηγός κατέβαλε την επιβαλλόμενη προσοχή.
β. Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του ΜΠρΑθ 1275/2005 ΕπΣυγκΔ 2005, 568 ο ηλικίας 72 ετών πεζός επιχείρησε να διασχίσει καθέτως το οδόστρωμα της οδού Φιλολάου σε σημείο απέχων απόσταση μικρότερη των 8μ. από την υπάρχουσα διάβαση πεζών οπότε και παρασύρθηκε από διερχόμενη μοτοσικλέτα που εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα πέρα του επιτρεπόμενου ορίου των 50χ/ω. Με την άνω απόφαση ο οδηγός της μοτοσικλέτας κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος χωρίς καμία συνυπαιτιότητα να βαρύνει τον πεζό δεδομένου ότι και αν επιχειρούσε τη διάσχιση του οδοστρώματος από την εγγύς υπάρχουσα διάβαση και πάλι θα παρασυρόταν από την ιλιγγιωδώς κινούμενη μοτοσικλέτα, δηλαδή η κίνηση του πεζού εκτός διαβάσεως δεν συνδέεται αιτιωδώς με την παράσυρση.
γ. Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του ΕφΑθ 1324/1989 ΕπΣυγκΔ 1989,335 πεζός παρασύρθηκε όταν ανέλεγκτα επιχείρησε να διασχίσει το οδόστρωμα από σημείο που βρισκόταν σε απόσταση μη υπερβαίνουσα τα 10μ. από σηματοδοτούμενη διάβαση πεζών. Με την άνω απόφαση το μείζον ποσοστό υπαιτιότητας, ήτοι 85% καταλογίσθηκε στον οδηγό του ζημιογόνου οχήματος και μόλις ποσοστό 15% στον παρασυρθέντα πεζό γιατί ανέλεγκτα προσπάθησε να διασχίσει το οδόστρωμα.
δ. Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του ΕφΑθ 15125/1988 ΕπΣυγκΔ1990,371 ο πεζός παρασύρθηκε από δίκυκλο μοτοποδήλατο τη στιγμή που ανέλεγκτα επιχειρούσε την 09:00 ώρα να διασχίσει καθέτως το προς Αμπελοκήπους ρεύμα της λεωφόρου Κηφισίας εκτός διαβάσεως πεζών που βρίσκονταν σε απόσταση 11.30μ. από το σημείο του ατυχήματος. Με την άνω απόφαση καταλογίσθηκε σε καθένα από τους εμπλακέντες (οδηγός – πεζός) ίσος βαθμός υπαιτιότητας (50%). Ειδικότερα στον οδηγό καταλογίσθηκε ότι παρόλο που αντιλήφθηκε τον πεζό από απόσταση 30μ. να διασχίζει καθέτως τη λεωφόρο, εντούτοις δεν ανέκοψε την υπερβολική ταχύτητα των 60 χ/ω με την οποία εκινείτο. Στον πεζό καταλογίσθηκε το ίδιο ποσοστό υπαιτιότητας γιατί αυτός αποπειράθηκε να διασχίσει καθέτως την άνω λεωφόρο που εμφανίζει μεγάλη κυκλοφοριακή κίνηση εκτός διαβάσεων βιαστικά και ανέλεγκτα.
ε. Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του ΕφΑθ 6460/1987 ΕπΣυγκΔ 1989,371 το ατύχημα έγινε όταν η παθούσα επιχειρούσε να διασχίσει καθέτως την οδό Πατησίων των Αθηνών εκτός σηματοδοτούμενης διαβάσεως πεζών που απείχε από το σημείο της παρασύρσεως (17) μέτρα και έδειχνε πράσινο για τα αυτοκίνητα και ερυθρό για πεζούς. Η πεζή στην άνω βιαστική της προσπάθεια γλίστρησε και έπεσε στο οδόστρωμα και ο οδηγός του οχήματος λόγω της μεγάλης ταχύτητας, του ανεπαρκούς φωτισμού γιατί ήταν νύκτα και γιατί δεν φορούσε όπως έπρεπε τα γυαλιά μυωπίας του, την εξέλαβε ως «μαύρη σακούλα σκουπιδιών» και για το λόγο αυτό πέρασε με το οδηγούμενο απ’ αυτόν αυτοκίνητο πάνω από το σώμα της τραυματίζοντάς την θανάσιμα. Με την άνω απόφαση υπαιτιότητα σε ποσοστό 50% καταλογίσθηκε σον οδηγό του οχήματος. Το ίδιο αυτό ποσοστό καταλογίσθηκε και στην πεζή η οποία βιαστικά και απρόσεκτα κινούμενη προσπάθησε να διασχίσει το οδόστρωμα εκτός των πλησίον σηματοδοτούμενης διαβάσεως πεζών.
στ. Κατά τις παραδοχές του ΕφΑθ 6325/2000 ΕπΣυγκΔ 2005,209 η πεζή την 23:50 ώρα της 19-9-1997 επιχείρησε να διασχίσει τη λεωφόρο Μεσογείων των Αθηνών πλησίον διαβάσεως σηματοδοτούμενης που έδειχνε κόκκινο φως για τους πεζούς και πράσινο φως για τα οχήματα οπότε και παρασύρθηκε από διερχόμενο όχημα, ο οδηγός του οποίου παρά την τροχοπέδηση που ενήργησε δεν μπόρεσε ν’ αποφύγει την πεζή, η οποία και με την παλινδρόμηση επί του οδοστρώματος παραπλάνησε τον οδηγό ώστε αυτός να προβεί στους ορθούς αποφευκτικούς ελιγμούς. Με την προαναφερόμενη απόφαση η αποκλειστική υπαιτιότητα για το ατύχημα καταλογίσθηκε στην ίδια την πεζή χωρίς καμία συνυπαιτιότητα να βαρύνει τον οδηγό ο οποίος υπό τις άνω συνθήκες δεν μπορούσε ν’ αποφύγει το ατύχημα.
ζ. Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του ΕφΑθ 333/1999 ΕπΣυγκΔ 2000,42 επ. το ατύχημα έγινε την 04:15 (πρωινή) ώρα της 28-11-1996. Τότε ο εναγόμενος οδηγώντας το μοτοποδήλατό του εκινείτο επί της οδού Θηβών στο Αιγάλεω με κατεύθυνση προς Περιστέρι. Το μοτοποδήλατο διήλθε τη διασταύρωση της άνω οδού με την οδό Βορείου Ηπείρου τη στιγμή που οι φωτεινοί σηματοδότες έδειχναν για τα οχήματα πράσινο φως. Σε απόσταση (15) μέτρων από την άνω διασταύρωση παρέσυρε τον πεζό ο οποίος προσπαθούσε κάθετα να διασχίσει την οδό Θηβών από αριστερά προς τα δεξιά και τότε είχε διανύσει το μισό του πλάτους 9μ. οδοστρώματος. Με την άνω απόφαση το μείζον ποσοστό υπαιτιότητας (80%) καταλογίσθηκε στον πεζό, ενώ ποσοστό 20% καταλογίσθηκε στον οδηγό γιατί αυτός εκινείτο με ανεπαρκή φωτισμό παρόλο ότι ήταν νύκτα με αυξημένη ταχύτητα και δεν είχε τεταμένη την προσοχή του ώστε εν περιπτώσει ανάγκης να προβεί στον κατάλληλο αποφευκτικό ελιγμό βλ. ακόμη και ΕφΑθ 8615/1996 ΕπΣυγκΔ 1997,202


3. Παράσυρση πεζού εκτός διαβάσεως που βρίσκεται σε απόσταση από το σημείο του ατυχήματος 30μ. και περισσότερο.

Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του ΜΠρΑθ 1719/1989 ΕπΣυγκΔ 1990,420 πεζή που είχε διασχίσει τα 3/4 του οδοστρώματος εκτός διαβάσεως παρασύρθηκε από αυτοκίνητο που εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα και σταμάτησε μετά την παράσυρση σε απόσταση 80μ. Με την άνω απόφαση η αποκλειστική υπαιτιότητα για το ατύχημα καταλογίσθηκε στον οδηγό χωρίς καμία συνυπαιτιότητα να βαρύνει τον ενάγουσα – πεζή, η οποία μετά από έλεγχο κατήλθε στο οδόστρωμα και εύλογα πίστευε ότι μπορούσε να το διασχίσει χωρίς κίνδυνο για την ίδια και τους τρίτους. Προστίθεται περαιτέρω στην απόφαση ότι η παράλειψη της πεζής να χρησιμοποιήσει τις αποχρωματισμένες και ευρισκόμενες σε απόσταση 30μ. διαβάσεις δεν τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα.
Αντιθέτως με τη απόφαση του ΜπρΘεσ 29816/2002 (αναφέρεται στη μελέτη Νικ. Σιαπέρα ΕπΣυγκΔ 2005,194 (198) καταλογίσθηκε υπαιτιότητα για το ατύχημα σε πεζό και σε ποσοστό 60% ο οποίος επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα από σημείο που δεν υπήρχαν διαβάσεις πεζών (τέτοιες υπήρχαν σε απόσταση από το εν λόγω σημείο) και επιχείρησε να εξέλθει στο απέναντι πεζοδρόμιο διερχόμενος ανάμεσα από σταματημένα λόγω φωτεινού σηματοδότη οχήματα χωρίς προηγουμένως να ελέγξει και να βεβαιωθεί ότι δεν παρεμποδίζει την κυκλοφορία. Αντιθέτως στον οδηγό του ζημιογόνου οχήματος καταλογίσθηκε μικρότερο ποσοστό υπαιτιότητας (40%).
Κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου το ατύχημα έγινε την 05:11 (πρωινή) ώρα της 25-11-1995 στην παραλιακή λεωφόρο Θεσ/νίκης πλησίον του ξενοδοχείου «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΠΑΛΛΑΣ». Τότε η οδηγός του οχήματος κινούμενη με υπερβολική ταχύτητα πέρα της επιτρεπόμενης των 50χ/ω δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως δύο νεαρούς πεζούς οι οποίοι προσπαθούσαν εκτός διαβάσεως να διασχίσουν καθέτως το οδόστρωμα πιασμένοι χέρι & χέρι με αποτέλεσμα να τους παρασύρει. Με την απόφαση του ΕφΘεσ 215/2000 ΕπΣυγκΔ 2000,408 καταλογίσθηκε για το ατύχημα υπαιτιότητα στην μεν οδηγό 70% στους δε πεζούς 30%. Η συνυπαιτιότητα των πεζών στηρίχθηκε στη διαπίστωση ότι οι πεζοί δεν χρησιμοποίησαν τη διάβαση πεζών που υπήρχε σε απόσταση 40μ. ούτε την υπάρχουσα σε μικρότερη απόσταση αερογέφυρα χωρίς προηγουμένως να κοιτάξουν αν κινούνται οχήματα στο οδόστρωμα της λεωφόρου.
Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του ΜΠρΑθ 5887/1990 ΕπΣυγκΔ 1992,310 το ατύχημα συνέβη όταν ο πεζός προσπαθώντας να διασχίσει κάθετα τη λεωφόρο είχε διανύσει τις δύο από τις τρεις λωρίδες κυκλοφορίας και ενόσω βρισκόταν στην τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας. Στον οδηγό καταλογίσθηκε υπαιτιότητα σε ποσοστό 20% γιατί δεν ανέκοψε ταχύτητα, αλλά συνέχισε την πορεία του με την ίδια ταχύτητα και δεν ενήργησε αποφευκτικό ελιγμό. Στον παθόντα πεζό καταλογίσθηκε υπαιτιότητα ποσοστό 80% γιατί επιχείρησε ανέλεγκτα και βιαστικά να διασχίσει το οδόστρωμα με πυκνή κυκλοφοριακή κίνηση και εκτός υπόγειας διαβάσεως πεζών που βρίσκονταν σε απόσταση (54μ) από το σημείο του ατυχήματος.
Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του ΜΠρΗρακλείου 465/1997 ΕπΣυγκΔ 1998,228 το ατύχημα συνέβη γιατί ο οδηγός παρέσυρε τον πεζό που επιχειρούσε να διασχίσει το οδόστρωμα παρόλη τη δυνατότητα που είχε ο οδηγός να αντιληφθεί τον πεζό και παρά την προσπάθειά του να ειδοποιήσει τον πεζό με ηχητικό σήμα. Με την απόφαση καταλογίσθηκε στον οδηγό υπαιτιότητα σε ποσοστό 70%. Στον παθόντα πεζό καταλογίσθηκε υπαιτιότητα σε ποσοστό 30% γιατί προσπάθησε βραδυπορώντας να διασχίσει καθέτως το οδόστρωμα εθνικής οδού στην οποία κινούνται οχήματα με αυξημένη ταχύτητα και δεν χρησιμοποίησε τη διάβαση πεζών που βρισκόταν σε απόσταση 60-70μ από το σημείο του ατυχήματος.
Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του ΕφΑθ 12123/1979 ΕπΣυγκΔ 1983,507 σε χρόνο που οι δύο γυναίκες επιχείρησαν πεζές να διασχίσουν το οδόστρωμα της εθνικής οδού (περιοχή Κάτω Πατησίων & Αθηνών) και σε χρόνο που αυτές είχαν διανύσει τις δύο από τις τρεις λωρίδες κυκλοφορίας. Στον οδηγό καταλογίσθηκε υπαιτιότητα σε ποσοστό 60% γιατί καίτοι η οδός ήταν ευθεία σε απόσταση 1000μ. αυτός κινούμενος με ταχύτητα 70χ/ω καθυστερημένα τις αντιλήφθηκε από απόσταση μόλις 15μ., ενώ έπρεπε νωρίτερα. Στην παθούσα πεζή καταλογίσθηκε υπαιτιότητα σε ποσοστό 40% γιατί δεν ήλεγξε προηγουμένως την κίνηση των οχημάτων και δεν χρησιμοποίησε την εναέρια διάβαση πεζών, που υπήρχαν σε απόσταση 200μ.
Σχολιάζοντας την αιτιολογία της άνω αποφάσεως σχετικώς με το ορισθέν ποσοστό συνυπαιτιότητας της αιτούσας πεζής θα μπορούσε να διατυπώσει την άποψη ότι φαίνεται μάλλον υπερβολική η αξίωση που κατευθύνεται στο βάρος του πεζού να χρησιμοποιήσει διάβαση πεζών που βρίσκεται σε τόσο μεγάλη απόσταση (βλ. σχ. Αρθ. 190 παρ.2 του ιταλικού Codice della Strada που ορίζει την απόσταση αυτή σε 100μ.). Επομένως μάλλον δεν επιτρέπεται να καταλογίζεται στον πεζό ότι δεν χρησιμοποίησε διάβαση ευρισκόμενη σε τόσο μακρινή απόσταση. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ελαφρύνει τη θέση του πεζού. Ο τελευταίος προτιθέμενος να διασχίσει καθέτως εθνική οδό με πυκνή κυκλοφορία οχημάτων που αναπτύσσουν υψηλές ταχύτητες και οι οδηγοί των οποίων συνήθως δεν αναμένουν διάβαση πεζών, όταν λείπουν διαβάσεις, έχει την υποχρέωση να επιδείξει ιδιαίτερη προσοχή και να συμμορφωθεί προς τις επιταγές του εδαφίου (ε) της παρ. 4 του άρθρ. 38 ΚΟΚ, δηλαδή να διέλθει το οδόστρωμα κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μη παρεμποδιστεί η κυκλοφορία των οχημάτων, ώστε τα τελευταία να μην αναγκασθούν σε αιφνίδια τροχοπέδηση που θα προκαλέσει κινδύνους γενικώς στην κυκλοφορία.
Κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου ΕφΑθ 2209/1999 ΕπΣυγκΔ 2005,206 το ατύχημα έγινε την 04:50 πρωινή ώρα της 24-12-1993. Τότε ο ηλικίας 18 ετών που βρισκόταν υπό την επήρεια μέθης γιατί στο αίμα του ανιχνεύθηκε οινόπνευμα σε ποσοστό 1,55 %ο επιχείρησε να διασχίσει το πλάτος 15,80μ. και αποτελούμενο από (5) λωρίδες κυκλοφορίας οδόστρωμα της λεωφόρου Συγγρού. Κατά την απόφαση στον οδηγό δεν καταλογίσθηκε καμία υπαιτιότητα γιατί έβαινε κανονικά στη λωρίδα κυκλοφορίας του και δεν είχε τη δυνατότητα αποφευκτικού ελιγμού γιατί αντιλήφθηκε τον πεζό μόλις στα 5μ. όταν ο πεζός αιφνιδίως παρεμβλήθηκε στην πορεία του. Η αποκλειστική υπαιτιότητα για το ατύχημα ενόψει των άνω παραδοχών καταλογίσθηκε στον πεζό, ο οποίος μάλιστα και δεν χρησιμοποίησε τις πλησίον του ατυχήματος υπόγειες για πεζούς διαβάσεις.
Κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου ΜΠρΑθ 3524 ΕπΣυγκΔ 1988,173 επ. ο πεζός επιχείρησε εκτός διαβάσεων (υπόγειες υπήρχαν λίγο πιο κάτω από το σημείο του ατυχήματος) να διασχίσει το οδόστρωμα της λεωφόρου Συγγρού πλάτους 13,50μ. Ο πεζός παρασύρθηκε από το όχημα όταν είχε διανύσει απόσταση 12.50μ. και υπολειπόταν ακόμη διάστημα 1μ. για να ανέλθει στο κράσπεδο της κλεισμένης με κιγκλιδώματα νησίδας ασφαλείας. Με την απόφαση στον οδηγό καταλογίσθηκε υπαιτιότητα σε ποσοστό 70% γιατί εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα και έπρεπε να είχε αντιληφθεί τον πεζό αφού ο τελευταίος κατά την παράσυρση είχε διανύσει τόση απόσταση. Στον πεζό καταλογίσθηκε υπαιτιότητα σε ποσοστό 30% γιατί ανέλεγκτα επιχείρησε να διασχίσει το οδόστρωμα εκτός διαβάσεων που υπήρχαν σε μικρή απόσταση.

Η αντινομία των προβλεπόμενων στο άρθρο
7 του
Ν.489/1976 εξαιρέσεων -από την έννοια του «τρίτου»-
σε αντιδιαστολή με την
υποχρεωτικότητα της ασφαλιστικής σύμβασης και την έκτασή της

 

Απόφαση του
Αρείου Πάγου αφήνει ακάλυπτους ασφαλιστικά τους ιδιοκτήτες των ασφαλισμένων
οχημάτων

 

Υπό Αγαθονίνης Τεμπονέρα
Δικηγόρου Αθηνών


 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Πρόσφατα, με την υπ αριθμόν 637/2010 απόφαση του ο Άρειος Πάγος εξαίρεσε σχεδόν το σύνολο του κυκλοφορούντος νόμιμα Ελληνικού πληθυσμού από την προβλεπόμενη ασφαλιστική προστασία και κατέστησε την εκ του Νόμου υποχρεωτική ασφάλιση των οχημάτων έναντι τρίτων κενή περιεχομένου. 

Συγκεκριμένα, επί αγωγής αποζημίωσης συγγενών ανυπαίτιας συνεπιβαίνουσας σε ασφαλισμένο δίκυκλο μοτοποδήλατο, λόγω του θανάσιμου τραυματισμού της από αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του δικύκλου, έκρινε ο Άρειος Πάγος, ότι επειδή η συνεπιβαίνουσα ήταν ιδιοκτήτρια του οχήματος και λήπτρια της ασφάλισης, οι συγγενείς της δεν έχουν αξίωση αποζημίωσης κατά της ασφαλιστικής εταιρίας, διότι δεν θεωρείτο η θανούσα τρίτη. 
Επισημαίνεται ότι επί της υποθέσεως αυτής το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και το Εφετείο Αθηνών είχαν κρίνει ότι οι συγγενείς της θανατωθείσας συνεπιβαίνουσας τυγχάνουν τρίτοι και επεδίκασαν σε αυτούς αποζημίωση για ψυχική οδύνη.
Η απόφαση αυτή προκαλεί διττό πρόβλημα στο σύγχρονο ασφαλιστικό δίκαιο της χώρας μας, έχει τεράστιες κοινωνικές επικίνδυνες προεκτάσεις και γεννά πολλά ειδικότερα σοβαρότατα ζητήματα, τα οποία αφορούν άμεσα το σύνολο της Ελληνικής κοινωνίας και πρέπει να τύχουν μελέτης και άμεσης επίλυσης.
Στο παρόν άρθρο, εκτός από την ανάλυση της προφανούς κοινωνικής διασάλευσης, που προκαλούν οι παραδοχές της ανωτέρω απόφασης, γίνεται προσπάθεια προσέγγισης και των νομικών θεμάτων που ανακύπτουν, λόγω των νομοθετικών κενών και αντιφάσεων που ενυπάρχουν στις σχετικές νομοθετικές διατάξεις.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΠΡΟΕΚΤΑΣΕΙΣ

- Γνωρίζουμε όταν είμαστε επιβάτες ασφαλισμένων οχημάτων για πόσους από εμάς δεν καλύπτονται οι ζημίες που υφιστάμεθα;

- Πόσοι από εμάς οδηγούμε ασφαλισμένα οχήματα χωρίς να γνωρίζουμε ότι η αστική μας ευθύνη δεν καλύπτεται από την ασφαλιστική εταιρία, ενώ εμείς ευθυνόμαστε με την προσωπική μας περιουσία;

Καθημερινά, κανείς μας δεν περιορίζεται στην οδήγηση οχημάτων ιδιοκτησίας του και μόνον.
Οδηγούμε και οχήματα συγγενικών και φιλικών μας προσώπων, προσώπων του ευρύτερου κοινωνικού και επαγγελματικού μας κύκλου, με συνεπιβαίνοντες τους ίδιους τους ιδιοκτήτες τους, αλλά και εμείς οι ίδιοι, είμαστε συνεπιβάτες σε οχήματα ιδιοκτησίας μας, τα οποία παραχωρούμε οικειοθελώς και οδηγούν οδηγοί των παραπάνω κατηγοριών. 
Η καθημερινή αυτή πρακτική, σύμφωνα με την πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου, κρύβει καλά στημένες παγίδες και εμπίπτει σε μία νέα άγνωστη εξαίρεση από την ασφαλιστική σύμβαση, η οποία σε ουδέν ασφαλιστήριο συμβόλαιο αναγράφεται, την οποία σχεδόν ουδείς από εμάς γνωρίζει.
Ποίος από εμάς δηλαδή γνωρίζει ότι όταν οδηγεί όχημα, το οποίο είναι ιδιοκτησίας του/της συζύγου μας, των τέκνων μας, των γονέων μας, των αδερφών μας, των συγγενών μας, του εργοδότη μας, των φίλων μας ή οποιοδήποτε όχημα του οποίου δεν είμαστε εμείς οι ιδιοκτήτες ή οι αποκλειστικοί ιδιοκτήτες, με συνεπιβαίνοντα τον εκάστοτε ιδιοκτήτη ή συνιδιοκτήτη του ή τον λήπτη της ασφάλισης του και προκαλέσουμε εξ αμελείας μας ατύχημα, κατά το οποίο τραυματίζεται ή θανατώνεται αυτός ο συνεπιβαίνων, τότε κατά την άνω απόφαση τόσον εμείς που οδηγούμε όσον και οι συνεπιβαίνοντες βρισκόμαστε εν αγνοία μας σε ανασφάλιστο όχημα, που ουδείς το καλύπτει ασφαλιστικά και ο συνεπιβαίνων ζημιωθείς δεν αποζημιώνεται από ασφαλιστική εταιρία; 

Είμαστε επομένως αντιμέτωποι με μία πραγματικότητα, η οποία καταργεί την ασφαλιστική κάλυψη ως εξής:
Πρώτον: Εξαιρεί από την ασφαλιστική κάλυψη οποιονδήποτε οδηγό επιληφθεί νόμιμα ξένου οχήματος με συνεπιβαίνοντα τον ιδιοκτήτη ή συνιδιοκτήτη αυτού ή τον λήπτη της ασφάλισης αυτού, με αποτέλεσμα σε περίπτωση που από υπαιτιότητα του οδηγού αυτού τραυματιστεί ή θανατωθεί ο συνεπιβάτης αυτός – ιδιοκτήτης κλπ. - , να υποχρεούται προσωπικά ο ίδιος ο οδηγός να καταβάλει οιαδήποτε ζημία του τραυματισθέντα ή θανατωθέντα εξ ιδίων χρημάτων, χωρίς να καλύπτεται από την ασφαλιστική σύμβαση. 

Δεύτερον: Εξαιρεί από την ασφαλιστική κάλυψη τον ιδιοκτήτη ή συνιδιοκτήτη του οχήματος και τον λήπτη της ασφάλισης και τον νόμιμο εκπρόσωπο του ιδιοκτήτη του οχήματος νομικού προσώπου, εάν, συνεπιβαίνων στο όχημα ιδιοκτησίας του, τραυματισθεί ή θανατωθεί από αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού, στον οποίο νόμιμα παραχώρησε την οδήγηση του ασφαλισμένου οχήματος του, και στερεί πλήρως στον ίδιο και την οικογένεια του τη δυνατότητα αποζημίωσης του από ασφαλιστικό οργανισμό.
Όλοι γνωρίζουμε ότι δεν απαγορεύεται είτε να είμαστε συνεπιβάτες μέσα στα οχήματα μας είτε να παραχωρούμε νόμιμα την οδήγηση του οχήματος μας σε άλλα πρόσωπα.
Πως όμως θα προστατευθούμε στις περιπτώσεις που επιβάλλεται η παραχώρηση της οδήγησης του οχήματος, είτε για λόγους αδυναμίας μας να οδηγήσουμε λόγω κατανάλωσης αλκοόλ είτε για άλλους αντικειμενικούς λόγους υγείας, ηλικίας, εργασίας, προσωπικού οδηγού;
Τι θα γίνει στην περίπτωση του προσωπικού οδηγού;
Ποίος ο λόγος να συνάπτουμε ασφαλιστικές συμβάσεις και να καταβάλουμε ασφάλιστρα, όταν καλύπτουμε όλα τα άλλα πρόσωπα εκτός ημών των ιδίων, των οικείων μας και των εργαζομένων μας; 
Η μόνη λύση φαίνεται να βρίσκεται στο εξής παράλογο: στην εκ των προτέρων πρόβλεψη των θεμάτων αυτών, ώστε να προηγείται της νόμιμης παραχώρησης της οδήγησης, η μεταβίβαση του οχήματος στο όνομα του εκάστοτε οδηγού. Μόνο έτσι θα απαλλαγούμε από την ιδιότητα του ασφαλισμένου και τις εξαιρέσεις που μας επιφυλάσσει αυτή.

Ο ΝΟΜΙΚΟΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΣ

Πλην της διαταραχής και του αδιεξόδου που προκαλεί στο κοινωνικό σύνολο η υπ αριθμόν 637/2010 ΑΠ, αποκαλύπτει και το εύρος των νομοθετικών ατελειών και προβλημάτων του Νόμου 489/1976 και εν γένει του ασφαλιστικού δικαίου, τα οποία αποτελούν αντικείμενο της παρούσας.
Στη συγκεκριμένη απόφαση έκρινε ο Άρειος Πάγος κατ εφαρμογή του άρθρου 7 Ν. 489/1976, ότι δεν θεωρούνται τρίτοι κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1 και του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 489/1976 ο κύριος του αυτοκινήτου και ο λήπτης της ασφάλισης, όταν, συνεπιβαίνοντες στο όχημα τους, από πταίσμα του οδηγού του οχήματος τραυματιστούν ή θανατωθούν.
Το άρθρο 7 του ν. 489/1976, που εφάρμοσε η άνω απόφαση, όπως ισχύει σήμερα προβλέπει ότι «Δεν θεωρούνται τρίτοι, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 2 παράγραφος 1 και του άρθρου 6 παράγραφος 2: α) Ο οδηγός του αυτοκινήτου που προξένησε τη ζημιά. β) Κάθε πρόσωπο του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με την σύμβαση ασφάλισης. γ) Εκείνος ο οποίος έχει καταρτίσει μετά του ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση. δ) Οι νόμιμοι εκπρόσωποι νομικού προσώπου που είναι ασφαλισμένο ή εταιρίας που δεν έχει αποκτήσει νομική προσωπικότητα..».

ΤΟ ΑΡΘΡΟ 7 ΚΑΙ Η ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗ ΤΟΥ
Και ναι μεν εκ πρώτης το άρθρο 7, ως διατυπώνεται, φαίνεται ως η εφαρμοστέα διάταξη, μία προσεκτικότερη όμως προσέγγιση και μελέτη του Ν. 489/1976 καταδεικνύει ότι το άρθρο αυτό εμφανίζει πασιφανή αξιολογική αντινομία με το σύνολο των διατάξεων του Νόμου 489/1976 και ιδίως αυτών που επιβάλλουν την υποχρεωτική ασφάλιση.
Συγκεκριμένα, τις διατάξεις αυτές των άρθρων 2 παρ. 1 του ιδίου Νόμου « Ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα επί οδού, υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση, την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος» και 6 παρ. 1, 2 του ιδίου Νόμου « Η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή υπεύθυνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου. Εξαιρείται η αστική ευθύνη των προσώπων που επελήφθησαν του αυτοκινήτου με κλοπή ή βία και αυτών που προκάλεσαν το ατύχημα εκ προθέσεως Η ασφαλιστική κάλυψη πρέπει να περιλαμβάνει την έναντι τρίτων αστική ευθύνη εξαιτίας θανάτωσης ή σωματικής βλάβης ή ζημιών σε πράγματα, στην οποία περιλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη ή ηθική βλάβη, καθώς και την αστική ευθύνη λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών έναντι των μελών της οικογένειας του ασφαλισμένου, οδηγού ή κάθε άλλου προσώπου του οποίου η αστική ευθύνη καλύπτεται σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο, ανεξάρτητα από δεσμό συγγενείας&». 
Δηλαδή, ο ίδιος ο νόμος που εισάγει και επιβάλλει την υποχρεωτική ασφάλιση για τις έναντι τρίτων προκαλούμενες ζημίες από την κυκλοφορία οχημάτων, παράβαση για την οποία προβλέπονται αυστηρότατες ποινικές και διοικητικές κυρώσεις, και την υποχρεωτική κάλυψη της ευθύνης οιουδήποτε προσώπου συνδέεται με το ζημιογόνο όχημα, καθώς και την κάλυψη της αστικής ευθύνης έναντι όλων των επιβαινόντων, ο ίδιος νόμος με μία γενικόλογη και ασαφή διατύπωση του εισάγει με το άρθρο 7 τέτοιο αριθμό εξαιρέσεων, που καθιστούν πλήρως ανενεργή την ασφαλιστική σύμβαση σε τεράστιο αριθμό τροχαίων ατυχημάτων για ολόκληρο τον πληθυσμό της Ελλάδας. 
Το ακριβές νόημα και ο σκοπός του νομοθέτη στο σύνολο του ελληνικού ασφαλιστικού δικαίου και στο νόμο 489/1976 είναι να καλυφθεί η αστική ευθύνη του κάθε οδηγού ασφαλισμένου οχήματος και να καλυφθεί η ζημία κάθε ανυπαίτιου ζημιωθέντος προσώπου από την κυκλοφορία του οχήματος αυτού. 
Τρεις είναι οι λόγοι της σύναψης σύμβασης ασφαλίσεως, κατ αρχήν η συχνότητα των προκαλούμενων εξ αμελείας ζημιών από την κυκλοφορία των οχημάτων, κατά δεύτερον οι ιδιομορφίες που εμφανίζει η απαίτηση του θύματος και κατά τρίτον και σημαντικότερον ο κίνδυνος θεμελιώσεως υποχρεώσεως έναντι των προσώπων που συνδέονται με το αυτοκίνητο για την αποζημίωση των προσώπων που ζημιώθηκαν από αυτοκινητικό ατύχημα, τους οποίους στοχεύει να καλύψει ο ασφαλιστικός νόμος.
Κύριος σκοπός της σύναψης ασφαλιστικής συμβάσεως ήταν εξ αρχής και είναι η έναντι ανταλλάγματος μετάθεση στον ασφαλιστή των περιουσιακής φύσεως δυσμενών συνεπειών της πρόκλησης ατυχήματος. Αρχικά, η σύμβαση ασφαλίσεως ήταν προαιρετική και από 1-1-1976 που άρχισε να ισχύει ο Ν. 489/1976 υποχρεωτική λόγω και της ραγδαίας αύξησης των κυκλοφορούντων οχημάτων. 
Η υποχρεωτικότητα επί ποινή αυστηρότατων κυρώσεων της ασφαλιστικής σύμβασης περιέχεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 του Ν. 489/1976, διάταξη αναγκαστικού δικαίου, που από την εισαγωγή της στην Ελληνική νομοθεσία την 1-1-1976 μέχρι και σήμερα, παρά τις αλλεπάλληλες τροποποιήσεις του νόμου δεν έχει τροποποιηθεί. 
Διάταξη αναγκαστικού δικαίου, όπως προκύπτει από την επιτακτικότητα της διατύπωσης του κανόνα, είναι επίσης και η διάταξη του άρθρου 6 του Ν. 489/1976, η οποία προβλέπει τα πρόσωπα των οποίων η αστική ευθύνη καλύπτεται.
Αρχικά με την εισαγωγή του Ν. 489/1976 το άρθρο 6 παρ. 1, 2 είχε ως εξής: « Η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπευθύνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου. Εξαιρείται η ασφαλιστική ευθύνη των προσώπων που επελήφθησαν του αυτοκινήτου με κλοπή ή βία και αυτών που προκάλεσαν το ατύχημα εκ προθέσεως. Η ασφαλιστική κάλυψη πρέπει να περιλαμβάνει την έναντι τρίτων αστική ευθύνη εξ αιτίας θανάτωσης ή σωματικής βλάβης ή ζημιών σε πράγματα στην οποία περιλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη ή ηθική βλάβη. Αυτή πρέπει επίσης να περιλαμβάνει την αστική ευθύνη έναντι των επιβαινόντων του αυτοκινήτου προσώπων (γενική κάλυψη) » και προέβλεπε και τις κατηγορίες των προσώπων των οποίων η αστική ευθύνη καλύπτετο υποχρεωτικά από τη σύμβαση ασφαλίσεως, χωρίς να μπορεί να υπάρξει απαλλακτική συμφωνία ασφαλισμένου & ασφαλιστή για οιοδήποτε από τα πρόσωπα αυτά, ήτοι τον κύριο, τον κάτοχο και κάθε οδηγό ή προστηθέντα για την οδήγηση ή υπεύθυνο του ασφαλισμένου αυτοκινήτου αλλά και κυρίως επέβαλε την υποχρεωτική κάλυψη όλων των ζημιών για όλους τους επιβάτες του οχήματος. 
Μετά και την Οδηγία 84/5 ΕΟΚ, « Τα μέλη της οικογένειας του ασφαλισμένου, του οδηγού ή κάθε άλλου προσώπου το οποίο φέρει σε περίπτωση ατυχήματος την αστική ευθύνη η οποία καλύπτεται από την ασφάλιση του άρθρου 1 παράγραφος 1, δεν μπορούν να αποκλειστούν, λόγω του δεσμού συγγένειας, από το δικαίωμα ασφάλισης για τις σωματικές βλάβες τους» το άρθρο τροποποιήθηκε, όπως πάντα καθυστερημένα, με το άρθρο 2 του Π.Δ. 237/1986 και εν συνεχεία με το άρθρο 2 του ΠΔ 264/1991, ως έχει σήμερα « η ασφαλιστική κάλυψη πρέπει να περιλαμβάνει την έναντι τρίτων αστική ευθύνη εξαιτίας θανάτωσης ή σωματικής βλάβης ή ζημιών σε πράγματα, στην οποία περιλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη ή ηθική βλάβη καθώς και την αστική ευθύνη λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών έναντι των μελών της οικογενείας του ασφαλισμένου, οδηγού ή κάθε άλλου προσώπου του οποίου η αστική ευθύνη καλύπτεται σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο, ανεξάρτητα από δεσμό συγγενείας ».
Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται δηλαδή τόσο στον κύριο ή κάτοχο όσο και στον ασφαλιστή η αποδοχή της σχετικής προτάσεως προς κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, η οποία είναι σύμβαση αναγκαστική που επιβάλει υποχρέωση ασφάλισης στα πρόσωπα που συνδέονται με το αυτοκίνητο. Παρά δε την εισβολή της άνω διάταξης στη συμβατική ελευθερία του ατόμου είναι Συνταγματική η διάταξη ενόψει του μείζονος σημασίας κοινωνικού σκοπού που επιδιώκει. 
Για την επίτευξη του επιδιωκόμενου κοινωνικού σκοπού εξειδικεύει ο Νόμος ότι υποχρεωτικά την ιδιότητα του ασφαλισμένου του άρθρου 1 του Ν. 489/1976 έχουν ο κύριος, ο κάτοχος, κάθε οδηγός προστηθείς για την οδήγηση και ο υπεύθυνος του ασφαλισμένου αυτοκινήτου, ακριβώς για να διευρύνει τον κύκλο των προστατευόμενων προσώπων ένθεν και ένθεν και από την πλευρά του ζημιώσαντος και από την πλευρά του ζημιωθέντος, διότι η σύμβαση ασφαλίσεως δεν ασφαλίζει πρόσωπα αλλά ασφαλίζει το όχημα για οποιαδήποτε ζημία προκληθεί από την κυκλοφορία του. 
Και ενώ σύμφωνα με το άρθρο 6 η ασφαλιστική σύμβαση αδιαστίκτως καλύπτει υποχρεωτικά όλα ανεξαιρέτως τα πρόσωπα, ανεξαρτήτως της οιασδήποτε σχέσης τους με το αυτοκίνητο, τον ΚΑΘΕ οδηγό, παρά ταύτα έρχεται η κρίσιμη διάταξη του άρθρου 7 του Ν. 489/1976 και εισάγει εξαιρέσεις από την ανωτέρω υποχρεωτική διάταξη. Αρχικά την 1-1-1976 το άρθρο 7 είχε ως εξής: « Δεν θεωρούνται τρίτοι κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 2 παράγραφος 1 και του άρθρου 6 παράγραφος 2: α) Ο οδηγός του αυτοκινήτου που προξένησε τη ζημία β) Κάθε πρόσωπο του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με σύμβαση ασφάλισης γ) Εκείνος ο οποίος έχει καταρτίσει μετά του ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση. δ) Οι σύζυγοι των προσώπων τα οποία αναφέρονται στις προηγούμενες περιπτώσεις ως και οι συγγενείς αυτών είτε εξ αίματος, είτε εξ αγχιστείας, εφόσον κατοικούν στην αυτή στέγη ή διατρέφονται, από αυτούς ή εφόσον μεταφέρονται με το αυτοκίνητο το οποίο προξένησε τη ζημία ε) Οι νόμιμοι εκπρόσωποι νομικού προσώπου που είναι ασφαλισμένο ή εμπορικής εταιρίας που δεν έχει αποκτήσει νομική προσωπικότητα, ως και οι σύζυγοι αυτών». 
Σε συμμόρφωση με την Οδηγία 84/5 ΕΟΚ, με την τροποποίηση του άρθρου 7 του Νόμου 489/1976 με το άρθρο 4 του π.δ. 264/1991, καταργήθηκαν πλήρως οι εξαιρέσεις λόγω συγγένειας της περίπτωσης (δ) του άρθρου 7 και διατηρήθηκαν οι λοιπές εξαιρέσεις αδιακρίτως.
Οι προβλεπόμενες όμως στο άρθρο 7 του νόμου εξαιρέσεις είναι ασαφείς, έρχονται σε αντίφαση με τις εκπεφρασμένες αξιολογήσεις των ανωτέρω άρθρων 2 παρ. 1 και 6 παρ. 1, 2 και πρέπει να ερμηνευτούν.
Διότι, πως είναι δυνατόν να εξαιρούνται πλήρως όλες οι περιπτώσεις τραυματισμού ή θανάτωσης του καταρτίσαντος την ασφαλιστική σύμβαση, του ιδιοκτήτη, του κατόχου του αυτοκινήτου κλπ, όταν είναι ανυπαίτιοι επιβάτες και ουδεμία σχέση έχουν με την πρόκληση του ατυχήματος; 
Η σύμβαση ασφαλίσεως, ασφαλίζουσα το όχημα για οποιαδήποτε ζημία προκληθεί από την κυκλοφορία του, προεβλέπετο ήδη από τον πρώτο νόμο περί ασφάλισης των εξ αυτοκινήτου ζημιών Νόμο ΓΠν της 4/5/1911 με τίτλο «περί της εκ των αυτοκινήτων ποινικής και αστικής ευθύνης».
Και ναι μεν περιελάμβανε στο άρθρο 12 αυτού την έως τότε, πριν την εισαγωγή της υποχρεωτικής ασφάλισης αυτοκινήτου, σύμφωνη με τις κρατούσες τότε κοινωνικές αντιλήψεις διάταξη « ο νόμος δεν έχει εφαρμογή υπέρ των επιβαινόντων του ζημιώσαντος αυτοκινήτου, ως επίσης υπέρ των δι αυτού μεταφερόμενων πραγμάτων » και εξαιρούσε τους επιβαίνοντες του οχήματος, διότι μέχρι το 1911, που ελάχιστα οχήματα κυκλοφορούσαν στην χώρα μας και ουδείς γνώριζε την ασφαλιστική κάλυψη η ευθύνη του οδηγού, αστική και ποινική, για τα μεταφερόμενα υπ αυτόν πρόσωπα και πράγματα φάνταζε εκτός κοινωνικής πραγματικότητας.
Η εν συνεχεία εισαγωγή με τον Νόμο 489/1976 των εξαιρέσεων του άρθρου 7 αποτέλεσε κατάλοιπο της ανωτέρω διάταξης του νόμου του 1911 για τους επιβάτες παράλληλα με την προσπάθεια να προστατευτούν οι νέες για την Ελληνική νομική και κοινωνική πραγματικότητα ασφαλιστικές εταιρίες από ενδεχόμενες περιπτώσεις συμπαικτικών ατυχημάτων και μόνον. 
Τούτο διαφαίνεται άλλωστε και από την τύχη των περιπτώσεων των εξαιρέσεων του άρθρου 7, οι οποίες αρχικά ήταν πέντε (5), από τις οποίες η μεν πρώτη περίπτωση «Ο οδηγός του αυτοκινήτου που προξένησε τη ζημία», μολονότι δεν έχει καταργηθεί μέχρι σήμερα, είναι κατά κοινή ομολογία διάταξη πλεονασματική, που έπρεπε να έχει προ πολλού καταργηθεί, διότι στην περίπτωση αυτή το πρόσωπο του ζημιωθέντος συμπίπτει με το πρόσωπο του υπαιτίου και δεν πληρούται καν το πραγματικό της αδικοπραξίας, η δε τέταρτη περίπτωση, η σχετική με τους συγγενείς των ασφαλισμένων προσώπων έχει προ πολλού ήδη καταργηθεί.
Το άρθρο 7 είναι ασαφές, χρήζει τροποποίησης και πρέπει να ερμηνεύεται πάντα, εναρμονιζόμενο με το άρθρο 6 του ιδίου Νόμου, που ρυθμίζει αφενός την υποχρεωτική κάλυψη της αστικής ευθύνης οιουδήποτε, κάθε οδηγού και κάθε προσώπου, που συνδέεται με το αυτοκίνητο και αφετέρου την υποχρεωτική κάλυψη των ζημιών των επιβαινόντων του οχήματος, αλλά και σύμφωνα με τις επιταγές του Συντάγματος και τις αρχές για την προστασία της προσωπικότητας και της περιουσίας όλων ανεξαιρέτως των ανυπαίτιων θυμάτων των τροχαίων ατυχημάτων και του Κοινοτικού Δικαίου, και να συνάδει με τη βασική λειτουργία του ν. 489/1976, που συνίσταται στο ότι αφού το ίδιο το κράτος δεν μπορεί μόνο του να αναλάβει την προστασία των ζημιούμενων σε αυτοκινητικά ατυχήματα, η ασφάλιση της αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα επιτελεί κοινωνική λειτουργία και αποτελεί συγκεκριμενοποίηση της αρχής του κοινωνικού κράτους δικαίου. 
Αλλά και από την επισκόπηση της νομοθεσίας των υπολοίπων Ευρωπαϊκών Κρατών για το θέμα αυτό, οδηγούμαστε στην ίδια ερμηνευτική προσέγγιση, ότι δηλαδή δεν εξαιρούνται της ασφαλιστικής κάλυψης οι επιβάτες του ασφαλισμένου οχήματος, οιαδήποτε σχέση και αν έχουν με το ζημιογόνο όχημα. 
Ενδεικτικά, στο χώρο του Γερμανικού Δικαίου (ΑΚΒ) στις διατάξεις που περιλαμβάνονται στους γενικούς όρους για την ασφάλεια της αστικής ευθύνης των αυτοκινήτων προβλέπεται ότι: «Α.1.5.6. Το δικαίωμα αποζημίωσης έναντι ενός συνασφαλισμένου προσώπου.
Δεν υφίσταται ασφαλιστική κάλυψη για ζημιές υλικές ή περιουσίας που προκλήθηκαν σε εσάς (ασφαλισμένος), τον κάτοχο ή τον ιδιοκτήτη του οχήματος κατά την χρήση του οχήματος από ένα συνασφαλισμένο πρόσωπο. Όμως για προσωπικές βλάβες υφίσταται ασφαλιστική κάλυψη, όταν π.χ. εσείς ως επιβάτης του οχήματος σας τραυματιστείτε ».
Άλλωστε, το περιεχόμενο αυτό της διάταξης του άρθρου 7 ουδείς ασφαλιζόμενος γνωρίζει, μη νομίμως δεν αναγράφεται στα ασφαλιστήρια συμβόλαια και αντίκειται και στους γενικούς όρους των συναλλαγών. 
Επιπλέον, το σοβαρότερο επιχείρημα της ανωτέρω ερμηνευτικής προσέγγισης του άρθρου 7 πηγάζει από το γεγονός ότι δεν προβλέπεται τέτοιου είδους ασφάλιση, που να καλύπτει δηλαδή τις μη νόμιμες και ασαφείς αυτές εξαιρέσεις του άρθρου 7, ώστε να δύνανται να τύχουν οι ασφαλισμένοι αυτής της ασφάλισης.
Η δε ανυπαρξία αυτού του είδους της ασφάλισης δεν καλύπτεται και δεν πρέπει να συγχέεται με την ασφάλιση ιδίων ζημιών ως και την ασφάλιση προσωπικών ατυχημάτων, διότι αφορούν σε διαφορετικές κατηγορίες ζημιών, η μεν πρώτη σε υλικές ζημίες η δε δεύτερη δεν αφορά στον κίνδυνο που προέρχεται από την κυκλοφορία του αυτοκινήτου και δεν προϋποθέτει την τέλεση αδικοπραξίας, αλλά αφορά σε οποιοδήποτε ατύχημα ανεξαρτήτως υπαιτιότητας. 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Η αξίωση του ασφαλισμένου, όταν είναι επιβάτης εδράζεται κατευθείαν στη διάταξη του άρθρου 6 του ν. 489/1976 και δε διέρχεται μέσα από το αόριστο και ασαφές άρθρο 7 του ν. 489/1976, ώστε να εξαιρείται για τις ζημίες, τις οποίες υφίσταται ως συνεπιβάτης λόγω της ιδιότητας του ως ασφαλισμένου και μόνον, δεδομένου μάλιστα ότι σε κάθε περίπτωση ο προκαλέσας το ατύχημα ευθύνεται έναντι του ζημιωθέντος και η ιδιότητα του, ως ασφαλισμένου, δεν αίρει την υποχρέωση της ασφαλιστικής εταιρίας για ασφαλιστική κάλυψη του υπαιτίου οδηγού. Κάτι τέτοιο άλλωστε θα ήταν αντίθετο και με την προβλεπόμενη υποχρεωτική πλέον ασφάλιση των επιβαινόντων του άρθρου 6 του Ν. 489/1976, όπως ισχύει σήμερα μετά την τροποποίηση του με τον Ν. 3746/2009, που κατάργησε πλήρως όλες τις προισχύσασες περιπτώσεις εξαιρέσεων επιβαινόντων ή μη.
-------------------------------

Αντισυνταγματικότητα διάταξης 
περί περιορισμού της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου 
στις περιπτώσεις πτώχευσης ασφαλιστικής εταιρείας 
ή ανάκλησης της άδειάς της 
και ανάγκη άμεσης νομοθετικής τροποποίησής της

Υπό Ηλία Ι. Κλάππας, Δικηγόρου Πειραιά,
Μέλους Δ.Σ. του Δ.Σ.Πειραιά
ΣΣ Δημοσιεύεται στο τεύχος Αυγούστου της Επιθεώρησης Συγκοινωνιακού Δικαίου

 Αντισυνταγματικότητα διάταξης 
περί περιορισμού της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου 
στις περιπτώσεις πτώχευσης ασφαλιστικής εταιρείας 
ή ανάκλησης της άδειάς της 
και ανάγκη άμεσης νομοθετικής τροποποίησής της

Υπό Ηλία Ι. Κλάππας, Δικηγόρου Πειραιά,
Μέλους Δ.Σ. του Δ.Σ.Πειραιά
ΣΣ Δημοσιεύεται στο τεύχος Αυγούστου της Επιθεώρησης Συγκοινωνιακού Δικαίου

1 Ισχύον νομοθετικό καθεστώς
Το «Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων» με τη μορφή νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, συστάθηκε με το άρθρο 16 ν.489/1976 και ήδη άρθρο 16 του προεδρικού διατάγματος 237/1986, με το οποίο κωδικοποιήθηκε η νομοθεσία «περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης».
Κατά την έννοια του ιδρυτικού νόμου (άρθρο 1 εδ. δ΄ ν.489/1976) το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι ασφαλιστής και σκοπός της σύστασής του είναι «η καταβολή ασφαλιστικής αποζημίωσης για αστική ευθύνη από αυτοκινητικά ατυχήματα κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 19» (άρθρο 17 ν.489/1976).
Με τη σύσταση ενός φερέγγυου νομικού προσώπου, του οποίου η οικονομική επιβίωση στηρίζεται στις εισφορές των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και των ασφαλισμένων στον κλάδο αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα (άρθρο 20 παρ.1 ν.489/1976), καθώς και με τη χορήγηση στον παθόντα ευθείας αγωγικής αξίωσης κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου (άρθρο 19 παρ. 3 εδ. α΄ ν.489/1976), ο νομοθέτης επιδίωξε να συμπληρώσει την προστασία που παρέχει ο θεσμός της υποχρεωτικής ασφάλισης αυτοκινήτων και στις περιπτώσεις που ο θεσμός αυτός δεν μπορεί να λειτουργήσει, ώστε να κατοχυρώνονται τα νόμιμα δικαιώματα των ζημιούμενων προσώπων και όλων των ασφαλισμένων.
Το Επικουρικό Κεφάλαιο υποχρεούται κατά νόμο σε καταβολή αποζημίωσης στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει ή δεν διαπιστώνεται ενεργός ασφάλιση, καθώς και όταν, ενώ προϋπάρχει ασφαλιστική κάλυψη, δεν μπορεί να υλοποιηθεί από τον ασφαλιστή. Οι περιπτώσεις αυτές προβλέπονται περιοριστικά στο άρθρο 19 παρ. 1 π.δ. 237/86 (το οποίο κωδικοποίησε το ν. 489/76), όπως συμπληρώθηκε με το ν. 3746/2009 το οποίο εισήγαγε και πέμπτη περίπτωση ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου (άρθρο 19 παρ. 1 εδ. ε΄ π.δ. 237/86). 
Όσον αφορά στην έκταση ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου, αυτή ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 εδ. α’ π.δ. 237/1986, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 5 παρ. 3 του ΠΔ 264/1991 και προβλέπει ότι «η αποζημίωση του Επικουρικού Κεφαλαίου περιορίζεται στη συμπλήρωση του ποσού που υποχρεούται να καταβάλει το ασφαλιστικό ταμείο ή άλλος οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης για την αυτή αιτία στον ζημιωθέντα».
Κατά συνέπεια, η αποζημίωση του Επικουρικού Κεφαλαίου είναι επικουρική ως προς τις παροχές που υποχρεούται να καταβάλει ο Οργανισμός Κοινωνικής Ασφάλισης, με την έννοια ότι, στο μέτρο που ο ζημιωθείς από την αδικοπραξία δικαιούται να καλύψει την ζημία του από ασφαλιστικό ταμείο ή άλλο Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης, επέρχεται απαλλαγή του Επικουρικού Κεφαλαίου .
Η διάταξη αυτή καθιερώνει εξαίρεση από τον κανόνα του άρθρου 930 εδ. γ΄ ΑΚ που προβλέπει ότι «η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε». Ωστόσο, η εξαίρεση αυτή αφορά στην έκταση της αποζημιωτικής ευθύνης μόνο του Επικουρικού Κεφαλαίου, καθώς προβλέπει ότι, όταν νόμω υπόχρεο προς αποζημίωση είναι το Επικουρικό Κεφάλαιο, ο ζημιωθείς δεν έχει δικαίωμα έναντι του Επικουρικού Κεφαλαίου αθροιστικής απόληψης των ασφαλιστικών παροχών και της αποζημίωσης, ανεξαρτήτως ποιος είναι ο Οργανισμός Κοινωνικής Ασφάλισης και αν προβλέπεται νομοθετικά για αυτόν υποκατάστασή του στα δικαιώματα του ζημιωθέντα.
Ακριβώς επειδή με το άρθρο 19 παρ. 5 εδ. α΄ π.δ. 237/1986 εισάγεται εξαίρεση στη διάταξη του άρθρου 930 εδ. γ΄ ΑΚ ως προς την έκταση της υποχρέωσης αποζημίωσης του Επικουρικού Κεφαλαίου ως νόμω υπόχρεου και όχι ως προς την έκταση της αξίωσης αποζημίωσης του ζημιωθέντα, για το λόγο αυτό, ούτε το ΙΚΑ ούτε οποιοσδήποτε άλλος φορέας κοινωνικής ασφάλισης νομιμοποιούνται, σε περίπτωση υποκατάστασής τους στις αξιώσεις του ζημιωθέντα, να απαιτήσουν από το Επικουρικό Κεφάλαιο όσα κατέβαλαν στο ασφαλιστικά καλυπτόμενο πρόσωπο του ζημιωθέντα. 
Η έκταση των αξιώσεων αποζημίωσης του ζημιωθέντα ποικίλλει ανάλογα αν υφίσταται περίπτωση υποκατάστασης του Οργανισμού Κοινωνικής Ασφάλισης κατά το ποσό των ασφαλιστικών παροχών.
Κατά πρώτον, στις περιπτώσεις που νομοθετικά προβλέπεται υποκατάσταση Οργανισμού Κοινωνικής Ασφάλισης στα δικαιώματα του ζημιωθέντα κατά το ποσό των ασφαλιστικών παροχών, ο ζημιωθείς έχει αποζημιωτική αξίωση τόσο κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου όσο και κατά του ζημιώσαντα για το ποσό πλέον αυτού που υποχρεούται να του καταβάλει ο Οργανισμός Κοινωνικής Ασφάλισης. Ο ζημιώσας, ωστόσο, παραμένει κατά νόμο υπόχρεος έναντι του Οργανισμού Κοινωνικής Ασφάλισης που υποκατέστησε τον ζημιωθέντα, για το ποσό που ο Οργανισμός υποχρεούται να καταβάλει στον ζημιωθέντα.
Κατά δεύτερον, στις περιπτώσεις που δεν προβλέπεται υποκατάσταση του Οργανισμού Κοινωνικής Ασφάλισης, ο ζημιωθείς έχει αποζημιωτική αξίωση κατά μεν του Επικουρικού Κεφαλαίου για το ποσό πλέον αυτού που υποχρεούται να του καταβάλει ο Οργανισμός Κοινωνικής Ασφάλισης, κατά δε του ζημιώσαντα για το σύνολο της αποζημίωσης, δικαιούμενος σε αθροιστική απ’ αυτόν απόληψη και του ποσού που αντιστοιχεί στην παροχή από τον Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης.
Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση, η έκταση της υποχρέωσης αποζημίωσης του ζημιώσαντα έναντι του ζημιωθέντα και, σε περίπτωση υποκατάστασης, έναντι του οργανισμού κοινωνικής ασφάλισης παραμένει ακέραιη, όπως άλλωστε προβλέπει το άρθρο 930 εδ. γ΄ ΑΚ. 
2 Αντισυνταγματική στέρηση περιουσιακών ενοχικών δικαιωμάτων του ασφαλισμένου και παραβίαση της αρχής της ισότητας του νόμου
Η ρύθμιση του άρθρου 19 παρ. 5 εδ. α΄ π.δ. 237/86 εντάσσεται στη νομοθετική πολιτική περί επικουρικότητας της αποζημίωσης του Επικουρικού Κεφαλαίου έναντι των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης .
Έχει κριθεί ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου, δηλαδή όταν το ατύχημα προήλθε από άγνωστο οδηγό, από ανασφάλιστο όχημα ή προκλήθηκε από πρόθεση, αλλά και στην περίπτωση οριστικής ανάκλησης της άδειας λειτουργίας του ασφαλιστή ή πτώχευσής του ή όταν απέβη άκαρπη η σε βάρος του εκτέλεση, χωρίς να έχει σημασία το γεγονός ότι αρχικά είχε εναχθεί ο ασφαλιστής του οποίου μεταγενέστερα ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, διότι, κατά την άποψη της νομολογίας του Ανωτάτου Ακυρωτικού, με την υπεισέλευση στη θέση του ασφαλιστή του Επικουρικού Κεφαλαίου, το τελευταίο αντιμετωπίζεται σαν να εναγόταν από την αρχή και άρα θα είχε τη δυνατότητα προβολής του ισχυρισμού από το άρθρο 19 παρ. 5 του ν. 489/1976. 
Ωστόσο, η ρύθμιση αυτή δεν δικαιολογείται δικαιοπολιτικά στις περιπτώσεις που κατά νόμω ευθύνεται το Επικουρικό Κεφάλαιο επειδή υπεισήλθε στη θέση του ασφαλιστή που πτώχευσε ή η σε βάρος του εκτέλεση απέβη άκαρπη ή ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας του (άρθρο 19 παρ. 1 περ. δ΄ π.δ. 237/1986).
Στις περιπτώσεις αυτές, η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 π.δ. 237/1986 παράγει ιδιαιτέρως ανεπιεική και άδικα αποτελέσματα για τον ασφαλισμένο της εταιρίας η οποία πτωχεύει ή ανακαλείται η άδειά της μετά την ημέρα του ατυχήματος ή κατά της οποίας κατέστη αδύνατη η αναγκαστική εκτέλεση. Ο ασφαλισμένος εταιρείας, ο οποίος έχει τηρήσει πλήρως τη νόμιμη υποχρέωσή του για ασφάλιση του οχήματός του, εμφανίζεται να «τιμωρείται» από το νομοθέτη για την πτώχευση, την αδυναμία σε βάρος της αναγκαστικής εκτέλεσης ή την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της εταιρείας του, δηλαδή για ένα εξωτερικό γεγονός ανεξάρτητο της βούλησής του, για το οποίο δεν έχει καμία υπαιτιότητα, με αποτέλεσμα να μην καλύπτεται ασφαλιστικά από το Επικουρικό Κεφάλαιο και να υποχρεούται, μόνος αυτός, να καταβάλει στον ζημιωθέντα και, σε περίπτωση υποκατάστασης αυτού, στο ασφαλιστικό ταμείο ή οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης που έχει υποκατασταθεί στις αξιώσεις του ζημιωθέντα, ό,τι τυχόν αυτό κατέβαλε στον ασφαλισμένο του.
Παρά, μάλιστα, τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 4 π.δ. 237/1986 που ρητά προβλέπει ότι σε περίπτωση πτώχευσης ή ανάκλησης της άδειας του ασφαλιστή, το Επικουρικό Κεφάλαιο υπεισέρχεται όχι σε μέρος, αλλά στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του ασφαλιστή που πηγάζουν από την ασφαλιστική σύμβαση και παρά το γεγονός ότι η διάταξη αυτή είναι ειδικότερη από τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 π.δ. 237/1986, η νομολογία, επικαλούμενη την περιορισμένη έκταση της αποζημίωσης του Επικουρικού Κεφαλαίου βάσει της διάταξης του άρθρου 19 παρ. 5, δεν αναγνωρίζει δικαίωμα στον (πρώην) ασφαλισμένο- ζημιώσαντα να στραφεί κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου ως ειδικού διαδόχου της ασφαλιστικής του εταιρίας και να ασκήσει την αγωγή αναγωγής που έχει ο ασφαλισμένος κατά της ασφαλιστικής εταιρίας κατ’ άρθρον 10 ν.2496/1997, αιτούμενος να του καταβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιο κάθε ποσό που θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον ζημιωθέντα ή, σε περίπτωση υποκατάστασης, στον ασφαλιστικό οργανισμό που στρέφεται εναντίον του. 
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 π.δ. 237/1986 δημιουργεί διάκριση μεταξύ προσώπων της αυτής κατηγορίας (ασφαλισμένων του κλάδου ασφάλισης αστικής ευθύνης εκ τροχαίων ατυχημάτων) με βάση ένα συγκυριακό και τυχαίο γεγονός, ανεξάρτητο της βούλησης και της συμπεριφοράς των προσώπων αυτών, όπως είναι η μεταγενέστερη πτώχευση ή ανάκληση της άδειας του ασφαλιστή.
Λαμβανομένου υπόψη ότι η εποπτεία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων 
δεν είναι ευθύνη των ασφαλισμένων, αλλά θεσμικών οργάνων, στα οποία η Πολιτεία έχει αναθέσει τη σχετική αρμοδιότητα, η επιλογή του συγκεκριμένου ασφαλιστή που εν συνεχεία πτωχεύει ή ανακαλείται η άδειά του, μεταξύ των κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή υφισταμένων επιχειρήσεων που νομίμως λειτουργούν με άδεια των αρμόδιων εποπτικών αρχών, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ως πλημμελής συμπεριφορά του ασφαλισμένου, για την οποία δικαιολογείται να υποστεί δυσμενείς έννομες συνέπειες.
Κατά συνέπεια, η διάκριση που εισάγει το άρθρο 19 παρ. 5 π.δ. 237/1986 μεταξύ των ασφαλισμένων εντός του υφιστάμενου συστήματος υποχρεωτικής ασφάλισης αστικής ευθύνης εκ τροχαίων ατυχημάτων, με την οποία αυτοί των οποίων η εταιρεία πτωχεύει ή ανακαλείται η άδειά της, καθίστανται ανασφάλιστοι ως προς το ποσό που υποχρεούται να καταβάλει ο οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης του παθόντα, επιβάλλεται με βάση συγκυριακά και τυχαία γεγονότα και δεν προκύπτει από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος. 
Κατά τον τρόπο αυτό, η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 π.δ. 237/1986 εισάγει δυσμενή εξαίρεση και διάκριση, ανεπίδεκτη δικαιολόγησης, σε βάρος των ασφαλισμένων των εταιρειών που πτωχεύουν ή ανακαλείται η άδειά τους, η οποία ανεπίτρεπτα δημιουργεί άνιση μεταχείριση ουσιωδώς όμοιων έννομων σχέσεων και καταστάσεων και περιορίζει αδικαιολόγητα δικαιώματα των ασφαλισμένων αυτών κατ’ εξαίρεση του υφιστάμενου γενικότερου κανόνα του άρθρου 25 παρ.4 π.δ. 237/1986 που προβλέπει την υποκατάσταση του Επικουρικού Κεφαλαίου στο σύνολο των υποχρεώσεων και δικαιωμάτων του ασφαλιστή από την ασφαλιστική σύμβαση. 
Επομένως, η διάταξη αυτή είναι ανίσχυρη και τα δικαστήρια οφείλουν να μην την εφαρμόζουν (άρθρα 87 παρ.2 και 120 του Συντάγματος), καθώς έρχεται σε αντίθεση με τη συνταγματική επιταγή του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος που ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, και από την οποία επιταγή απορρέει όχι μόνο η έναντι του νόμου ισότητα των Ελλήνων, αλλά και η ισότητα του νόμου έναντι αυτών, ήτοι η δέσμευση του νομοθέτη, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει δυσμενείς εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος . 
Πλέον και παράλληλα με τα ανωτέρω, η διάταξη του άρθρου 19 παρ.5 εδ.α΄ π.δ.237/1986, ελέγχεται ως αντισυνταγματική με βάση το άρθρο 17 του Συντάγματος, αντίκειται δε και στο υπερνομοθετικής ισχύος Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ).
Ειδικότερα, το άρθρο 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ το οποίο κυρώθηκε μαζί με την ίδια τη σύμβαση με το ν.δ. 53/1974 (ΦΕΚ Α΄ 256/20-9-1974) και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων, προβλέπει ότι «παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ει μη δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός κράτους, όπως θέση εν ισχύ νόμους, ους ήθελε κρίνη αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών, συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον, ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». 
Κατά συνέπεια, στην έννοια της προστατευόμενης από το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ περιουσίας, περιλαμβάνονται τόσο τα εμπράγματα δικαιώματα όσο και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα. Καλύπτονται, συνεπώς, και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και, ειδικότερα, οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά .
Στην προκειμένη περίπτωση, η ασφάλεια αστικής ευθύνης αποτελεί ένα σημαντικό περιουσιακό ενοχικό δικαίωμα για τον ασφαλισμένο, το οποίο συνίσταται στις περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις που ο ασφαλισμένος έχει έναντι του ασφαλιστή μέχρι του ποσού του ασφαλίσματος, σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού γεγονότος, και εμπίπτει στην έννοια του όρου «περιουσία» του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και στην έννοια του όρου «ιδιοκτησία» του άρθρου 17 του Συντάγματος.
Σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ.4 π.δ. 237/1986, το Επικουρικό Κεφάλαιο αποτελεί ex lege ειδικό διάδοχο της ασφαλιστικής εταιρείας που πτώχευσε ή ανακλήθηκε η άδειά της στο σύνολο των υποχρεώσεων αυτής που απορρέουν από τις συμβάσεις αστικής ευθύνης εκ τροχαίων ατυχημάτων, καθώς όπως ρητώς προβλέπεται «από την ημερομηνία που η ασφαλιστική επιχείρηση κηρύσσεται σε κατάσταση πτώχευσης ή ανακαλείται η άδεια λειτουργίας της για παράβαση νόμου, το Επικουρικό Κεφάλαιο υπεισέρχεται αυτοδίκαια στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της ασφαλιστικής επιχείρησης που πηγάζουν από ασφαλιστικές συμβάσεις του κλάδου αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα».
Συνεπώς, η στέρηση από τον ασφαλισμένο-ζημιώσαντα των περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεών του έναντι του Επικουρικού Κεφαλαίου, ειδικού διαδόχου της ασφαλιστικής του εταιρείας, για το ποσό που υποχρεούται να καταβάλει ο οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης του ζημιωθέντα, εξαιτίας και μόνο του λόγου ότι ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας του ασφαλιστή του ή αυτός πτώχευσε, χωρίς να συντρέχει λόγος δημοσίου συμφέροντος ή ωφέλειας, συνιστά παράνομη στέρηση περιουσιακού δικαιώματος αντικείμενη στο άρθρο 17 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
3 Ανάγκη άμεσης νομοθετικής τροποποίησης της διάταξης 
Ενόψει αυτών, υπάρχει ανάγκη άμεσης νομοθετικής τροποποίησης, προκειμένου να εξαιρεθεί η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 19 παρ. 5 εδ. α΄ π.δ. 237/1986 στις περιπτώσεις ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου κατά το άρθρο 19 παρ. 1 περ. δ’ πδ. 237/1986, δηλαδή στις περιπτώσεις πτώχευσης του ασφαλιστή ή ανάκλησης της άδειας λειτουργίας του μετά την επέλευση του ατυχήματος ή άκαρπης σε βάρος του εκτέλεσης, ώστε στις περιπτώσεις αυτές να εξακολουθεί να ευθύνεται το Επικουρικό Κεφάλαιο και να καλύπτει ασφαλιστικά τους κατά νόμω υπόχρεους για τις σε βάρος τους αξιώσεις εκ του ατυχήματος, για το ποσό που υποχρεούται να καταβάλει ο Οργανισμός Κοινωνικής Ασφάλισης στον ζημιωθέντα. 
Η νομοθετική αυτή τροποποίηση δεν προσκρούει στο Κοινοτικό Δίκαιο, δεδομένου ότι η απόδοση επικουρικού χαρακτήρα στην αποζημίωση του Επικουρικού Κεφαλαίου, καθώς και η έκταση και οι περιπτώσεις εφαρμογής της αρχής της επικουρικότητας της αποζημιωτικής ευθύνης αυτού, είναι αποκλειστικά επιλογή του εθνικού νομοθέτη, όπως αυτή εκφράστηκε με το άρθρο 5 παρ. 3 π.δ. 264/1991. Η κοινοτική οδηγία 84/5/ΕΟΚ, για την ενσωμάτωση της οποίας στο εθνικό δίκαιο εκδόθηκε το π.δ. 264/1991, όχι μόνο δεν υποχρεώνει τον εθνικό νομοθέτη σε συγκεκριμένη νομοθετική ρύθμιση για τις περιπτώσεις ανάκλησης της άδειας ή πτώχευσης του ασφαλιστή ή άκαρπης αναγκαστικής εκτέλεσης κατ’ αυτού, αλλά αρκείται σε κατευθυντήριες οδηγίες (πλαίσιο δικαίου) με δυνατότητα επιλογής, αναφερόμενη, μάλιστα, μόνο σε περιπτώσεις ζημιών και βλαβών από όχημα αγνώστων στοιχείων ή ανασφάλιστο. 
Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 εδ. α΄ της 84/5/ΕΟΚ Κοινοτικής Οδηγίας, στα πλαίσια εφαρμογής της οποίας εισήχθη η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 εδ. α΄ πδ 237/1986 με το άρθρο 5 παρ. 3 του ΠΔ 264/1991, προβλέπει ότι «κάθε κράτος μέρος ιδρύει ή εγκρίνει οργανισμό, αποστολή του οποίου είναι να αποκαθιστά, τουλάχιστον εντός των ορίων της υποχρέωσης ασφάλισης, τις υλικές ζημίες ή τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται από όχημα αγνώστων στοιχείων ή για το οποίο δεν έχει εκπληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης της παραγράφου 1. Η διάταξη αυτή δεν θίγει το δικαίωμα των κρατών μελών να προσδώσουν ή όχι στην παρέμβαση του οργανισμού αυτού επικουρικό χαρακτήρα».
Κατά συνέπεια, η προτεινόμενη νομοθετική τροποποίηση δεν αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο και ο εθνικός νομοθέτης δεν περιορίζεται από αυτό προκειμένου να προχωρήσει στην τροποποίηση της διάταξης του άρθρου 19 παρ. 5 εδ. α΄ πδ 237/1986.
Η νομοθετική αυτή τροποποίηση μπορεί να γίνει με την εισαγωγή ενός νέου εδαφίου, μετά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 εδ. δ’ π.δ. 237/86, το οποίο θα περιέχει διάταξη που θα είναι νομοτεχνικά παρόμοια με αυτή που εισήγαγε το άρθρο 10 παρ. 2 ν.3557/2007 για το Ελληνικό Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης , και προτείνεται να προβλέπει ότι 
«Το προηγούμενο εδάφιο (19 παρ. 5 εδ. α΄ π.δ. 237/1986) δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση δ΄ της παρ. 1 του αυτού άρθρου (19 π.δ. 237/86)».

Η ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ μετά το Ν. 3557/2007
Θέματα Διαχρονικού Δικαίου
Υπό Ευθυμίου Κ. Καραϊσκου
Δικηγόρου Λαμίας

ΣΣ Δημοσιεύεται στην Επιθεώρηση Συγκοινωνιακού Δικαίου Τεύχος Απρίλιος 2010 Σελ. 146

ΣΣ βλ. Ομοίως σχετική Νομολογία στην ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ τεύχος Απρίλιος 2010 Σελ. 189

ΕΛΕΝΗ ΜΕ ΠΛΑΓΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ newsletters prev1

legal bank

Newsletter

ΚΑΛΑΘΙ ΑΓΟΡΩΝ

Το καλάθι σας είναι άδειο.