210 9824002 | 6977 000 500 | Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.   |

Αρθρα - Απόψεις

Άρθρα& Απόψεις

Η εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη της οδήγησης
υπό την επίδραση οινοπνεύματος.
Δογματικά και δικαιοπολιτικά προβλήματα αιτιώδους συνδέσμου

Γεώργιος Δ.Τριανταφυλλάκης
Αναπληρωτής Καθηγητής Νομικής Σχολής Δ.Π.Θ 


Α. Το δικαιοπολιτικό πλαίσιο

Αλλάζει άρδην το ισχύον καθεστώς όσον αφορά την πρόκληση τροχαίου ατυχήματος υπό την επήρεια αλκοόλ. Οδηγοί που έχουν καταναλώσει ακόμη και σχετικώς μικρή ποσότητα οινοπνεύματος με αποτέλεσμα να μην επηρεάζεται η οδηγητική τους ικανότητα, κινδυνεύουν να στερηθούν του δικαιώματος της ασφαλιστικής καλύψεως, ανεξάρτητα μάλιστα από το εάν η κατανάλωση του οινοπνεύματος συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος. Τούτο προβλέπεται σε Σχ.Νόμου τροποποίησης του Ν. 489/76 για τις αποζημιώσεις από τροχαία ατυχήματα (άρθρο 6 παρ. 1γ, σύμφωνα με το οποίο:
«Εξαιρούνται από την ασφαλιστική κάλυψη ζημίες που προκαλούνται:
γ)Από οδηγό που κατά το ατύχημα βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, ως αυτές ορίζονται στον ΚΟΚ και ανεξαρτήτως εάν η παράβαση αυτή συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος» ).
Η διάταξη αυτή θα μπορούσε από μια πρώτη οπτική να θεωρηθεί ότι προσφέρει κοινωνική υπηρεσία στον αγώνα κατά της οδήγησης σε κατάσταση μέθης, ενός φαινομένου που αποτελεί χωρίς αμφιβολία κοινωνική μάστιγα και πρέπει να αντιμετωπισθεί δραστικά, μια και σχεδόν το 28 % των θανατηφόρων τροχαίων ατυχημάτων στη χώρα μας οφείλονται σ αυτό (βλ. Καθημερινή της 31/3/2006). Από το σημείο όμως αυτό, μέχρι τη νομοθέτηση μιας τέτοιας διάταξης, η απόσταση είναι τεράστια. Η προσεκτική εξέτασή της καταδεικνύει ανεξάρτητα μάλιστα από τον τρόπο νομοθετικής «παραγωγής» της και τα πραγματικά κίνητρα υιοθέτησής της ότι είναι όχι μόνον απρόσφορη να συμβάλλει στην επιδίωξη του στόχου αυτού, αλλά ότι είναι και ασύμβατη με το νομικό μας σύστημα, ειδικά κατά τη διατύπωσή της εκείνη, που φαίνεται να επιτρέπει τη συναγωγή αμάχητου τεκμηρίου αιτιώδους συνάφειας, μεταξύ της κατανάλωσης οινοπνεύματος και της προκληθείσας ζημίας, αποκλείοντας έτσι εκ των προτέρων κάθε δυνατότητα απόδειξης του αντιθέτου.
Το βέβαιο είναι ότι το επιλεγόμενο μέσο νομοθετικής πολιτικής, μακράν του να προσφέρει οποιαδήποτε συνδρομή στην αντιμετώπιση του κοινωνικού αυτού φαινομένου, επιτρέπει στις ασφαλιστικές εταιρίες να επικαλεστούν παράβαση του ασφαλιστικού βάρους εκ μέρους σημαντικού μέρους των πελατών τους και έτσι να μετακυλίσουν σ αυτούς τη ζημία οπό την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως, δηλ. την πρόκληση ατυχήματος, πλουτίζοντας έτσι αναίτια σε βάρος των ασφαλισμένων (ΕφΚρ.267/99 ΑρχΝ. 99, 212).
Η πολιτεία & αντί να ρίξει το βάρος στη λήψη μιας σειράς μέτρων, από τη διαπαιδαγώγηση μέχρι την επιβολή ακόμη πιο αυστηρών ποινικών και διοικητικών κυρώσεων, εντατικοποιώντας παράλληλα το διευρυμένο έλεγχο, έτσι ώστε όλοι οι οδηγοί να περάσουν εντός π.χ. μιας 3ετίας από αλκοτέστ, διαμορφώνοντας έτσι συνείδηση της κοινωνικής απαξίας και του εγκληματικώς ανεύθυνου χαρακτήρα της πράξης - επιλέγει να επέμβει λαμβάνοντας μέτρα σε ένα χώρο ιδιωτικού δικαίου, που αφορά στην αστική αποκατάσταση ζημιών. Είναι όμως προφανές ότι ο χώρος αυτός ήκιστα προσφέρεται για τη λήψη μέτρων γενικής πρόληψης. Άλλοι είναι οι προνομιακοί χώροι που προσφέρονται θεσμικά για την πρόληψη και καταστολή του φαινομένου. Άλλωστε, ποιος μπορεί σοβαρά να ισχυριστεί, ότι ο ασυνείδητος οδηγός που δεν αποτρέπεται από τον κίνδυνο σοβαρού ατυχήματος και τις επαπειλούμενες ποινικές και διοικητικές κυρώσεις, θα συμμορφωθεί σταθμίζοντας τον κίνδυνο να εξαιρεθεί από την ασφαλιστική κάλυψη;
Ενόψει των ανωτέρω διερωτάται κανείς, ποιος ο λόγος της σπουδής για κανονιστική ρύθμιση ενός ασφαλιστικού βάρους που ούτως ή άλλως αποτελεί από χρόνια γενικό όρο ασφάλισης (γοασφ);



Β. Ο ρόλος των γοασφ

Είναι σαφές ότι οι γοασφ & παρά το συνήθως προβαλλόμενο ιδεολογικό περικάλυμμά τους ως δικαιοπρακτικών εργαλείων τυποποίησης και επομένως εξορθολογισμού των συναλλακτικών σχέσεων & λειτουργούν στην πραγματικότητα, ως μέσα υπαγόρευσης στους ασφαλισμένους των όρων της σύμβασης (lex contractus) που επιθυμεί η ασφαλιστική εταιρία, παραμερίζοντας έτσι συχνά τις ενδοτικού δικαίου ρυθμίσεις του ΑΚ, του οποίου η σημασία μειώνεται, υπέρ ενός (αναδειχθέντος) αυτόνομου κλάδου δικαίου. 
Ο κλάδος αυτός, που τείνει να εξυπηρετεί τα συμφέροντα των εταιριών, άρχισε να σχηματίζεται στο πρώτο στάδιο της δημιουργίας του ως ένα συμπίλημα της προσπάθειας αυτορρύθμισης του ασφαλιστικού κλάδου. Το ότι στα πλαίσια της αυτορρύθμισης αυτής εναρμονίστηκε η ανταγωνιστική συμπεριφορά των ασφαλιστικών εταιριών σε μια κρίσιμη παράμετρό της, της επιδίωξης δηλ. προσέλκυσης πελατών με την προσφορά ελκυστικότερων συναλλακτικών όρων, φαίνεται ότι διέφυγε της προσοχής των ιθυνόντων. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι περισσότεροι κρίσιμοι όροι συναλλαγών είναι απολύτως εναρμονισμένοι έως ταυτόσημοι ακόμη και στη γενική διατύπωσή τους, έτσι ώστε να διαμορφωθεί ένας αυτόνομος κλάδος δικαίου που συμπυκνώνει και την εμπειρία (νομολογιακή κλπ) από την εφαρμογή των συναλλακτικών όρων, και επιχειρεί την περαιτέρω τυποποίηση και παγίωσή τους. Το τελευταίο επιτυγχάνεται και με την κανονιστική de lege lata κατοχύρωσή τους έτσι ώστε να καταστούν απρόσβλητοι, αρχικά από την επίκληση των γενικών ρητρών 200, 288, 281 ΑΚ, στη συνέχεια από το νόμο για την προστασία του καταναλωτή (Ν. 2251/94). 
Οι ασφαλιστικές εταιρίες δεν αρκέστηκαν στην θεσμική τους υπεροπλία με τη θέση γενικών όρων συναλλαγών των συμβαλλόμενων μαζί τους, αλλά προχώρησαν στην περαιτέρω θωράκισή των συμφερόντων τους, ωθώντας την Πολιτεία να περιβάλλει το lex contractus τους με κανονιστική ισχύ. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο όμως σ έναν κατ εξοχήν χώρο του ιδιωτικού δικαίου εισέβαλλε άκρατος «κρατικισμός» προστασίας του ενός μέρους (κατά σύμπτωση του ισχυρότερου), σε βάρος όχι μόνο του αδύνατου μέρους, αλλά και της ίδιας της βασικής αρχής του δικαίου των συμβάσεών μας, που είναι η αρχή της αυτονομίας και της ελεύθερης διαπραγμάτευσης. Η αρχή αυτή ετέθη πλήρως εκποδών, τόσο λόγω της «καρτελλικού» χαρακτήρα ομοιομορφίας των ασφαλιστικών όρων, όσο και λόγω της κανονιστικής εν τέλει επιβολής τους.
Έτσι λοιπόν συναντά κανείς ευρύτατα όρους σε ασφαλιστικές συμβάσεις με τους οποίους εξαιρούνται π.χ. από την ασφαλιστική κάλυψη ζημίες που προξενούνται καθ&ον χρόνο ο οδηγός του αυτοκινήτου ετέλει υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή χρησιμοποιούσε το αυτοκίνητο για άλλο σκοπό από αυτόν που καθορίζετο στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Όροι τέτοιας μορφής υφίστανται στα ασφαλιστήρια ήδη προ πολλού, η δε νομολογία, παρά την ενίοτε κυμαινόμενη στάση της, δεν έχει κατορθώσει να υπερβεί την τυπολογική προδιάθεσή της, να θεωρεί ότι όλοι οι περιεχόμενοι στο ασφαλιστήριο γενικοί και ειδικοί όροι δεσμεύουν τους ασφαλισμένους, ως έχοντες συμβατικό υπόβαθρο , και όταν ακόμη δεν τους επισημάνθηκαν (τα περίφημα μικρά γράμματα στην οπίσθια σελίδα της σύμβασης) ή ακόμη και αν δεν υπέγραψαν το ασφαλιστήριο. Αρκεί ότι προκύπτει ότι «τους αποδέχθηκαν», πράγμα που «τεκμηριώνεται», κατά τη νομολογιακή αυτή άποψη από το γεγονός της παραλαβής του ασφαλιστηρίου και της επίκλησής του γενικώς, οπότε θεωρείται ότι αποδέχθηκαν σιωπηρώς όλους τους όρους, και αυτούς ακόμη της εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη (βλ. ΑΠ 826/2005 ΧρΙΔ 2005, 1001 επ.).
Εν όψει όμως των ανωτέρω τίθεται σοβαρό ζήτημα τόσο νόμιμης ένταξης των ρητρών εξαίρεσης στην ασφαλιστική σύμβαση (άρθρο 2 §1 και 5 Ν. 2251/1994), κυρίως για τους ασφαλισμένους εκείνους που δεν είναι επαγγελματίες, όσο και καταχρηστικότητας, ενόψει της ανατροπής της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ των συμβαλλομένων σε βάρος του ασφαλισμένου - καταναλωτή (παρ. 6 και 7 άρθρου 2 Ν. 215/94). Η δικαιοπολιτική αυτή παράμετρος δεν φαίνεται να έχει απασχολήσει το ανώτατο δικαστήριό μας, σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα (βλ. όμως ήδη την ΑΠ 11/2006 που περιορίζει την ευχέρεια των ασφαλιστικών εταιριών να επιβάλλουν καταχρηστικούς όρους στα ασφαλιστήρια συμβόλαια, απλώνοντας έτσι δίχτυ προστασίας στους ασφαλισμένους που πληρώνουν σημαντικά ποσά για την κάλυψη κινδύνων. Η συγκεκριμένη απόφαση αφορούσε ασφάλιση κινδύνου πυρκαγιάς, Καθημερινή της 17.8.2006).
Επισημαίνεται ότι ο Ν. 2251/1994, τόσο ως ειδικός νόμος που αφορά τον καταναλωτή , όσο και ως μεταφορά της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ επικρατεί κάθε αντίθετης εθνικής διάταξης (εν προκειμένω είτε του Ν. 489/76, είτε του ΑσφΝ 2496/77). 
Πιο συγκεκριμένα κατά το άρθρο 3 παρ. 1 της ανωτέρω Οδηγίας θεωρείται καταχρηστικός όρος σύμβασης που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης , όταν παρά την απαίτηση της καλής πίστης, δημιουργεί εις βάρος των καταναλωτών σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, κατά δε την §2 του ίδιου άρθρου θεωρείται πάντοτε ότι μία ρήτρα δεν αποτελεί αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, όταν έχει συνταχθεί εκ των προτέρων και ο καταναλωτής εκ των πραγμάτων δεν μπορούσε να επηρεάσει το περιεχόμενό της (τούτο συμβαίνει ιδίως στα πλαίσια μιας συμβάσεως προσχώρησης, όπως είναι η σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης. Το να γίνεται λόγος περί δυνατότητας διαπραγμάτευσης σε τέτοιες περιπτώσεις είναι κωμικό, μια και ο ασφαλισμένος ούτε το περιεχόμενο τεχνικών όρων κατανοεί, που μπορεί να κρύβουν παγίδες ούτε από την άλλη πλευρά έχει καμιά δυνατότητα να επέμβει στο περιεχόμενό τους, μια και επικρατεί η αρχή take it or leave it. Το όλο περιβάλλον συσκότισης επιτείνεται μάλιστα από την παρέμβαση ασφαλιστικών πρακτόρων κλπ, οι οποίοι προκειμένου να πετύχουν τη σύναψη μεγάλου αριθμού συμβολαίων, εξωραϊζουν την κατάσταση, αποσιωπώντας κρίσιμους όρους με επικίνδυνα για τα δικαιώματα των πελατών τους χαρακτήρα, προκειμένου έτσι να κάμψουν ενδεχομένως τις αναστολές των τελευταίων. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να παρακολουθήσει κανείς την νομολογιακή στάση, αν εγένετο τεκμηριωμένη επίκλησή των ανωτέρω διατάξεων.
Σε κάθε όμως περίπτωση επισημαίνεται ότι πρέπει να μπει φραγμός στην τάση των ασφαλιστικών εταιριών να «βαπτίζουν» παραβάσεις του ΚΟΚ, που έχουν καθαρό ποινικό ή διοικητικό χαρακτήρα, σε όρους εξαίρεσης και απαλλαγής από την ασφαλιστική κάλυψη. Με την τακτική αυτή, όχι μόνο η οδήγηση υπό την επίδραση αλκοόλ, αλλά και η χρήση κινητού (που κατά τα τελευταία στοιχεία ευθύνεται κατά 50% στην πρόκληση ατυχημάτων, βλ. Καθημερινή της 17.8.2006), η υπέρβαση ταχύτητας, δεύτερη βασική αιτία πρόκλησης θανατηφόρων ατυχημάτων, η παραβίαση του ερυθρού σηματοδότη, ή του STOP, θα μπορούσαν να αποτελέσουν λόγο εξαίρεσης. Λίγο πολύ ό,τι είναι παράνομο κατά τον ΚΟΚ, θα μπορούσε να αποτελεί λόγο απαλλαγής. 
Έτσι όμως τι θα απέμενε τελικώς από την ασφαλιστική κάλυψη; Δεν θα ματαιούτο ο σκοπός της ασφάλισης;


Γ. Ο εξοβελισμός του αιτιώδους συνδέσμου

Ως γνωστόν προϋπόθεση (τρίτη κατά σειρά) για τη γένεση αστικής ευθύνης στο σύστημα δικαίου μας είναι η αιτιώδης συνάφεια (ή σύνδεσμος) μεταξύ του νόμιμου λόγου ευθύνης (εν προκειμένω παραβίασης ΚΟΚ κλπ) και της επελθούσης ζημίας. Η αιτιώδης συνάφεια έχει την έννοια της σχέσης αιτίου και αιτιατού μεταξύ του νόμιμου λόγου ευθύνης και του αποτελέσματος (ζημίας). Η αναγκαιότητα ύπαρξης αυτής της προϋπόθεσης είναι αυτονόητη, αποτελεί Δε ένα από τα θεμέλια του αστικού μας δικαίου.
Η σχεδιαζόμενη εισαγωγή της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1γ, με την οποία αποσυνδέεται το ζήτημα της υπαιτιότητας από τον καταλογισμό της ζημίας, και δεν εξετάζεται («ανεξαρτήτως») η συνδρομή ή μη της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του ασφαλισμένου και της επέλευσης της ζημίας, είναι σαφές ότι ανατρέπει όλη τη λογική της αστικής ευθύνης και καταφέρει καίριο πλήγμα στη δομή του αστικού δόγματός μας.
Και τούτο διότι, η συναγωγή ενός τεκμηρίου στο δίκαιό μας είναι ζήτημα οντολογικής φύσης. Η υπαγωγή ενός οντολογικού γεγονότος (οδήγηση σε κατάσταση μέθης) σε μια αξιολογική έννοια, δηλ. το αν και κατά πόσο το γεγονός αυτό συνετέλεσε στο ατύχημα, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συναγωγής τεκμηρίου, αλλά μόνο υπαγωγικής συλλογιστικής, δηλ. αξιολόγησης πραγματικών γεγονότων σε σχέση με την προσφορότητά τους να συμβάλλουν αιτιωδώς στο ζημιογόνο αποτέλεσμα. 
Αντίθετα λοιπόν προς την επιδίωξή του νομοσχεδίου, το δόγμα του δικαίου μας δεν επιτρέπει τη συναγωγή τέτοιων αμάχητων τεκμηρίων. 


Η νομολογία κράτησε στο συγκεκριμένο ζήτημα επαμφοτερίζουσα στάση. Ενώ μέχρι το 2000 περίπου φαίνεται να απέδιδε σημασία στο ποσοστό του ανιχνευόμενου αλκοόλ στο αίμα του οδηγού, και αναζητούσε τη συνδρομή αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της επίδρασης της αλκόολης, έκτοτε φαίνεται να έχει αποκρυσταλλώσει τη θέση ότι για τον αποκλεισμό της ευθύνης του ασφαλιστή δεν απαιτείται η συνδρομή αιτιώδους συνάφειας με το αποτέλεσμα (ακόμη και αν το ευρεθέν ποσοστό είναι λίγο πάνω από το όριο που ορίζει ο ΚΟΚ, βλ. άρθρο 42).
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ΑΠ (1234/2005, ΝοΒ 2006, σ. 211 επ., προς την κατεύθυνση αυτή, και 354/2005) αποφάνθηκε ότι «η ανίχνευση στον οργανισμό του οδηγού οινοπνεύματος σε ποσοστό που υπερβαίνει τα 0,5ν γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν 0,59) αποτελεί …….πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη, ότι ο οδηγός αυτός βρίσκεται σε κατάσταση μέθης και είναι απολύτως ανίκανος προς οδήγηση» και επομένως η κατάστασή του αυτή τελούσε σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα (βλ. όμως εξέταση του αιτιώδους συνδέσμου και άρνηση της στοιχειοθέτησης του στις αποφάσεις ανωτέρων δικαστηρίων ουσίας. Ενδεικτικά ΕφΘεσ 824/2006). Σημειώνεται ότι στη Γερμανία (βλ. κατωτέρω) το όριο είναι 1,1 ο/οο. 
Η αυστηροποίηση αυτή είναι αποτέλεσμα αφενός μεν του διάχυτου φόβου ότι η εξέταση της συνδρομής αιτιώδους συνδέσμου θα οδηγούσε σε ατέρμονες δικαστικούς αγώνες και ανασφάλεια δικαίου, αφετέρου δε της πεποίθησης ότι η οδήγηση υπό την επίδραση οινοπνεύματος περικλείει από τη φύση του τον κίνδυνο πρόκλησης ατυχήματος.
Στη διαμόρφωση της νομολογιακής αυτής γραμμής συνέτεινε και η ισχυρή νομική επιχειρηματολογία επιφανούς εκπροσώπου της τρίτης εξουσίας, ο οποίος ερμηνεύοντας τις περιπτώσεις ασφαλιστικών βαρών που περιλαμβάνονται στις ασφαλιστικές συμβάσεις δυνάμει του άρθρου 25 Υπ.Αποφ Κ4, καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι μόνο σε μία περίπτωση (αυτής της περίπτωσης 11 του άρθρου 25 της ΥΑ Κ4, της μεταφοράς δηλ. φορτίων ή επιβατών πέρα από το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο), εξάρτησε ο νομοθέτης ρητά τον αποκλεισμό ευθύνης του ασφαλιστή από τη συνδρομή ή μη της αιτιώδους συνάφειας. Το γεγονός δε ότι, σε όλες τις άλλες περιπτώσεις ασφαλιστικών βαρών (συμπεριλαμβανομένου και αυτής της μέθης), δεν περιέχει ο νόμος αναφορά στην αιτιώδη συνάφεια, αποτελεί στοιχείο για την αναγωγή επιχειρήματος a contrario, ότι σ αυτές τις περιπτώσεις δεν πρέπει να ερευνάται ο αιτιώδης σύνδεσμος, γιατί ενέχουν τον τυπικό κίνδυνο προκλήσεως ατυχήματος σε τρίτο πρόσωπο (Κρητικός, Αποζημίωση από Τροχαία Αυτοκινητικά Ατυχήματα, 1998, σ. 1835, βλ. ακόμη αναλυτικά με κριτική της θέσης αυτής Μ.Καράση, ΧρΙΔ 2004, σ. 851 επ.).
Η άποψη αυτή έχει ως αφετηρία ένα καθαρώς γραμματικής ερμηνείας επιχείρημα και επιπλέον ένα επιχείρημα λογικής τάξης, ειδικά για την περίπτωση της μέθης, ότι η εμπλοκή σε τροχαίο ατύχημα υπό την επήρεια οινοπνεύματος δημιουργεί την κατ αρχήν εντύπωση της λίγο ως πολύ υπαιτιότητας. Όμως τόσο το εμπειρικό αυτό επιχείρημα, όσο και το άλλο καθαρώς γραμματικής ερμηνείας (επιχείρημα εξ αντιδιαστολής προς την περίπ11 άρθρου 25 της ΥΑ Κ4), δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να οδηγήσουν στην κατάλυση ενός εκ των πυλώνων της αστικής ευθύνης στο δίκαιό μας. 
Εξάλλου δεν είναι καθόλου δύσκολο να σκεφθεί κανείς περιπτώσεις στις οποίες για το ατύχημα δεν είναι υπεύθυνη η κατανάλωση αλκοόλ, αλλά άλλοι παράγοντες, κατά κύριο δε λόγο είτε η αμελής οδήγηση (εν μέρει ή πλήρως) του(ων) άλλου(ων) εμπλεκόμενων οδηγών, ή εξωγενείς προς τους οδηγούς παράγοντες (π.χ. κατάσταση οδοστρώματος, μηχανικής βλάβης). Σ αυτές τις περιπτώσεις, που δεν είναι δυνητικά λίγες ούτε οριακές (αρκεί να σκεφθεί κανείς την πληθώρα ατυχημάτων που οφείλονται στην υπερβολική ταχύτητα, ή της λόγω χρήσης κινητού τηλεφώνου εκ μέρους του «νηφάλιου» οδηγού, ή που συμβαίνουν σε διασταυρώσεις, με παραβίαση του ερυθρού σηματοδότη κλπ) αποτελεί αφόρητη διακριτική μεταχείριση για τον οδηγό που επέδειξε επιμελέστερη (ή την ίδια) συμπεριφορά σε σχέση με τους άλλους εμπλεκόμενους στο ατύχημα να αντιμετωπίζει την αναγωγική αξίωση του ασφαλιστή του, επειδή διαπιστώθηκε π.χ. ότι είχε υπερβεί το όριο του 0,50 ο/οο, παρότι μάλιστα η υπ αυτού χρήση οινοπνεύματος δεν αποδείχτηκε ότι επέδρασε στην οδηγητική του ικανότητα και άρα ούτε στην πρόκληση του ατυχήματος. 
Η μετακύλιση της ζημίας σ αυτήν είναι όχι μόνο δογματικά & λόγω του εξοβελισμού της αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα στην παράβαση του ασφαλιστηρίου βάρους της μη χρήσης οινοπνεύματος και της ζημίας & αλλά και δικαιοπολιτικά απαράδεκτη.
Η εμμονή στην ισχύ του απαλλακτικού αυτού όρου στις ασφαλιστικές συμβάσεις, τον καθιστά χωρίς άλλο καταχρηστικό κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 6 Ν. 2251/94 και επομένως ανίσχυρο , δεδομένου ότι επιρρίπτει τη ζημία αδικαιολόγητα στον καταναλωτή-ασφαλισμένο, διαταράσσοντας έτσι υπερμέτρως την επιβαλλόμενη από το νόμο ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ των συμβαλλομένων. 
Αντίθετα, θα υφίσταται αποχρών λόγος εξαίρεσης μόνο αν η επίδραση του οινοπνεύματος στον οργανισμό του οδηγού, ήταν τέτοια, που να επηρέασε πράγματι την οδηγητική του ικανότητα. Για το πότε συμβαίνει αυτό, έχουν αναπτυχθεί τυπολογικά κριτήρια σε άλλες έννομες τάξεις (βλ. κατωτέρω) που συνδράμουν αποτελεσματικά και με σχετική ευχέρεια στην κρίση αυτή. Σε κάθε όμως περίπτωση δεν αποτελεί η δυσχέρεια απόδειξης δικαιοπολιτικά παραδεκτή δικαιολογία, προκειμένου να απεμποληθεί η αρχή της αιτιώδους συνάφειας και να επιβληθούν οι ενίοτε εξαντλητικές οικονομικές συνέπειες σε βάρος του οδηγού, που προέβη σε ήπια χρήση οινοπνευματωδών ποτών χωρίς όμως να απολέσει την οδηγητική του ικανότητα, και ενεπλάκη στη συνέχεια σε ατύχημα οφειλόμενο σε άλλους παράγοντες (και όχι αναγκαία στη χρήση οινοπνεύματος).
Από τα ανωτέρω συνάγεται το συμπέρασμα ότι ο παραμερισμός ουσιωδών δικαιωμάτων του καταναλωτή-ασφαλισμένου που είναι συνυφασμένα με τη φύση της συγκεκριμένης σύμβασης, θέτει σε κίνδυνο την πραγμάτωση του σκοπού της ίδιας της ασφαλιστικής σύμβασης, της οποίας ο σκοπός τελικά ματαιούται, όταν εισάγονται ρυθμίσεις που διευρύνουν την ευθύνη του καταναλωτή-ασφαλισμένου κατά τρόπο που αποκλίνει από τους κανόνες του ενδοτικού δικαίου (άρθρο 2§6 Ν. 2251/94).
Η προφανής επομένως καταχρηστικότητα ενός τέτοιου όρου στην ασφάλιση, είναι βέβαιο ότι δεν θα αφήνει αλώβητη και την νομοθετική διάταξη που επιχειρεί να επικυρώσει κανονιστικά την συναγωγή αμάχητου τεκμηρίου αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της χρήσης οινοπνεύματος και της ζημίας, αποκλείοντας έτσι κάθε δυνατότητα απόδειξης του αντιθέτου.
Πιο συγκεκριμένα, η διάταξη αυτή θα αντιβαίνει όχι μόνο προς τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 §1 Σ), αλλά και προς τις αρχές και τις διατάξεις της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ (βλ. ανωτέρω) που αποτελεί κοινοτικό κανόνα υπερισχύοντα οποιασδήποτε εθνικής διάταξης. Εξάλλου είναι χαρακτηριστικό ότι η χρήση ενός τέτοιου είδους αμάχητου ή μη τεκμηρίου δεν προβλέπεται ούτε στις Οδηγίες 72/166/ΕΟΚ, 72/430/ΕΟΚ και 84/15/ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σε σχέση με την ασφάλιση αστικής ευθύνης, που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων. Ειδικώς μάλιστα στην τελευταία Οδηγία (84/115/ΕΟΚ), δεν αναφέρεται καν η χρήση οινοπνεύματος ως όρος αποκλεισμού ασφάλισης για τις μεταξύ των μερών σχέσεις (περιεχόμενος, είτε σε σύμβαση είτε σε διάταξη νόμου).


Δ. Η εμπειρία από μια συγγενή έννομη τάξη

Η γνωστή για την εμβρίθεια και δογματική της αρτιότητα γερμανική έννομη τάξη, η οποία αποτέλεσε τη «μήτρα» του αστικού μας δικαίου, μπορεί να προσφέρει πολύτιμη βοήθεια, από την άποψη συγκριτικών παρατηρήσεων, σε σχέση με την ακολουθητέα de lege ferenda νομοθετική πολιτική, αλλά και την εφαρμοστέα de lege lata ερμηνεία των υφιστάμενων ρυθμίσεων.
Κατ’ αρχήν αποτελεί βασικό αξίωμα του ασφαλιστικού δικαίου της χώρας αυτής, ότι η παράβαση εκ μέρους του ασφαλισμένου ενός ασφαλιστικού «βάρους» - που έχει τεθεί από την ασφαλιστική προς το σκοπό της μείωσης του ασφαλιστικού κινδύνου ή της προφύλαξης από την αύξησή του – δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο επικλήσεως από τον ασφαλιστή προκειμένου αυτός να απαλλαγεί, αν η παράβαση αυτή δεν άσκησε επιρροή στην επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως ή στην έκταση της οφειλόμενης απ’ αυτόν παροχής (βλ. §6 του VVG ekd. 2.12.2004 «Ist eine Obliegenheit verletzt, die von dem Versicherungsnehmer zum Zwec der Verminderung der Gefahr oder der Verhuetung einer Gefahrerhoehung dem Versicherer gegenueber zu erfuellen ist, so kann sich der Versicherer auf die vereinbarte Leistungsfreiheit nicht berufen, wenn die Verletzung keinen Einfluss auf den Eintritt des Versicherungsfalls oder den Umfang der ihm obliegenden Leistung gehabt hat»).
Η ανωτέρω θεμελιώδης αρχή βρίσκει πεδίο εφαρμογής κυρίως στις περιπτώσεις οδήγησης σε κατάσταση μέθης, συμπεριφορά που μπορεί να χαρακτηρισθεί ως βαριά αμελής (ρήτρα μέθης - (Trunkenheitsklausel) και να οδηγήσει σε απαλλαγή του ασφαλιστή (§12 AKB, ΓΟΣ δηλ. για την ασφάλιση αυτοκινήτων).
Αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ρήτρας μέθης, είναι η απόδειξη της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της επίδρασης του οινοπνεύματος και της ασφαλούς οδήγησης. Τούτο μάλιστα προβλέπεται ρητά, « συνεπεία κατανάλωσης αλκοολούχων ποτών ή άλλων ναρκωτικών μέσων δεν είναι σε θέση να οδηγήσει με ασφάλεια το αυτοκίνητο» («infolge Genusses alkoholischer Getraenke oder anderer berauscheuder Mittel nicht in der Lage ist, das Fahrzeug sicher zu fahren», §5Abs1 Nr 5 KfzPflW).
Ο οδηγός θεωρείται ότι δεν είναι σε θέση να οδηγήσει με ασφάλεια όταν παρατηρείται έκπτωση της ψυχικής και σωματικής ικανότητας σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην μπορεί να αντιδράσει με ασφάλεια σε περίπτωση αιφνίδιας εμφάνισης δυσχερών καταστάσεων (bei ploetzlichen Auftreten schwieriger Verkehrslagen, βλ. StGB §316 και τις νομολογιακές παραπομπές στην Jagusch/Hentschel, Strassenverkehrsrecht).
Το κρίσιμο ερώτημα για το πώς διαπιστώνεται η επίδραση του οινοπνεύματος στην επικίνδυνη οδήγηση η γερμανική νομολογία έχει επεξεργαστεί κριτήρια (ιδίως κατά την εφαρμογή της ποινικής διατάξεως §316 StGB) τα οποία εφαρμόζονται στο ασφαλιστικό δίκαιο της χώρας αυτής με μεγάλη επιτυχία.
Έτσι λοιπόν διακρίνεται (βλ. σχετικά τις εξαιρετικά σημαντικές αποφάσεις BGH της 28.6.1990, NJW 1990, σ. 2393 επ., της 9.10.1991 VersR 1991, σ. 1367 επ. και της 7.4.1994, 4 Str 130/94) :
1. Η σχετική ανικανότητα προς οδήγηση , η οποία υφίσταται όταν το ποσοστό του οινοπνεύματος είναι κάτω από 1,1%ο. Για την απόδειξη της αιτιώδους συνάφειας επικίνδυνης οδήγησης και λήψης οινοπνεύματος απαιτείται η συνδρομή περαιτέρω ενδείξεων (όπως ανάπτυξη μεγάλης ταχύτητας σε συνθήκες σκότους και κακών καιρικών συνθηκών, βλ. LG Kiel VersR 1983, σ. 123), εκτροπή αυτοκινήτου σε γνωστή στον οδηγό στροφή (OLG Celle VersR 1989, σ. 179), πρόσκρουση επί σταθμευμένων αυτοκινήτων ή επί αυτοκινήτων σταθμευμένων στο φανάρι, ανάπτυξη μεγάλης ταχύτητας σε διαδρομή γεμάτη στροφές, παράτολμα και επικίνδυνα προσπεράσματα, αναστροφή επί της οδού, παραβίαση προτεραιότητας κλπ. Είναι σαφές λοιπόν ότι για την κατάφαση του αιτιώδους συνδέσμου απαιτείται στην κατηγορία αυτή η συνδρομή και άλλων ενδείξεων που να πείθουν ότι η αλκοόλη είχε επίδραση στην οδηγητική ικανότητα του ασφαλισμένου οδηγού και επομένως περαιτέρω στην πρόκληση του ατυχήματος (βλ. χαρακτηριστικά την παγιωμένη πλέον κρίση των δικαστηρίων, ενδεικτικά OLG Koblenz της 20.4.2001, «Bei einem Alkoholgehalt von weniger als 1,1 promille entfaellt der Versicherungsschutz nur dann, wenn weiter Anzeichen fuer eine alkoholbedingte Fahruntuechtigkeit vorliegen. Ergeben sich diese nicht aus sonstigen Ausfallerscheinungen, muessen Fahrfehler festgestellt werden, die typischerweise auf Alkoholgenuss zurueckzufahren sind. Ein typisch alkoholbedingter Fahrfehler kann angenommen werden, wenn der Fahrer in einer einfachen Verkehrssituation von der Fahrbahn abkommt, ohne dass eine Behinderung durch Gegenverkehr oder sonstige Umstaende ernsthaft in Frage kommt»).


2. Η απόλυτη ανικανότητα προς οδήγηση , που υφίσταται όταν ο οδηγός έχει υπερβεί το ανώτατο όριο του 1,1 %ο (βλ. ανωτέρω από 28.6.1990 απόφαση του BGH). Η γερμανική νομολογία, κάνοντας χρήση των πορισμάτων της ιατρικής επιστήμης, αποφαίνεται ότι άνω του ορίου αυτού οι επιπτώσεις της αλκοόλης στον οργανισμό κάθε οδηγού, είναι τόσο σοβαρές (σύγχυση, διαταραχές στην ομιλία και το βάδισμα), ώστε δεν υπάρχει χρεία άλλων ενδείξεων. Ο οδηγός δεν θα μπορεί να επικαλεστεί ούτε τη αυξημένη αντοχή του στο ποτό, ούτε τη δεξιοτεχνία του στην οδήγηση, προκειμένου να αποφύγει τη λειτουργία του τεκμηρίου σε βάρος του.
Με βάση την ανωτέρω διάκριση ο ασφαλιστής, όταν στρέφεται κατά του ασφαλισμένου του επικαλούμενος παράβαση του ασφαλιστικού βάρους της μέθης, είναι σε θέση να αποδείξει με ευχέρεια την ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου, όταν το ποσοστό της ανιχνευθείσας αλκοόλης υπερβαίνει το όριο του 1,1 ο/οο που έχει καθορισθεί όπως προαναφέρθηκε νομολογιακά. Κάτω του ορίου αυτού (σχετική ανικανότητα), σημαντική βοήθεια προσφέρει η περιπτωσιολογική τυποποίηση (βλ. ανωτέρω) που έχει και αυτή διαπλασθεί νομολογιακά.


Ε. Συμπέρασμα

Είναι ευκταίο παρόμοια διαβάθμιση παρόμοια με αυτή που έχει αποκρυσταλλωθεί στο γερμανικό δίκαιο, να ισχύσει και στη δική μας έννομη τάξη (διαπλαθόμενη κατά προτίμηση νομολογιακά) στα όρια που ήδη κινείται η νομολογία 0-50 ο/οο, 0,50-0,80, και 0,80 και άνω, έτσι ώστε να μην καταλυθεί η θεμελιώδης αρχή του Δικαίου μας περί αιτιώδους συνάφειας, ως προσδιοριστικού παράγοντα ευθύνης, και ταυτόχρονα να ικανοποιηθεί η ανάγκη απόδοσης ουσιαστικής δικαιοσύνης, σ έναν τομέα όπου από τη μια στιγμή στην άλλη επαπειλείται η οικονομική καταστροφή των εμπλεκόμενων οδηγών.
Είναι εξαιρετικά ελπιδοφόρο ότι προς την κατεύθυνση αυτή, έστω και όχι κατ& απολύτως ευθύγραμμο τρόπο ως προς κάποιες επιμέρους παραδοχές της, φαίνεται να κινείται εκ νέου η νομολογία μας (βλ. ΑΠ 567/2006, Πρόεδρος Αθ.Κρητικός, ΕπΣυγκΔ 2006, σ. 332 επ.) κρίνοντας γενικά ότι «μόνη η παραβίαση των διατάξεων τούτου (ενν. ΚΟΚ) από τους οδηγούς δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικών ατυχημάτων. Αποτελεί απλώς στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του επελθόντος αποτελέσματος» (με παραπομπή και στην ΑΠ 464/2003).
Ειδικώς ως προς την απαλλακτική ρήτρα της μέθης, η ανωτέρω απόφαση κρίνει μεν ότι θεωρείται ως επαρκής η παραπομπή και απλή αναφορά του ΦΕΚ, από το οποίο μπορεί να γνωρίσει το περιεχόμενό της ο ασφαλισμένος…., ο οποίος δεν είναι απαραίτητο να έχει υπογράψει το ασφαλιστήριο…., στη συνέχεια όμως δέχεται η ανωτέρω απόφαση ότι η τοξικολογική έκθεση για τη διαπίστωση μέθης εκτιμάται στην αστική δίκη ως δικαστικό τεκμήριο και ακολούθως επικυρώνει την αναιρεσιβαλλόμενη εφετειακή απόφαση η οποία με παραπομπή στη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 5 ΚΟΚ, (όπως τροποποιήθηκε με την 1330φ 705.11/4ξθ της 15-2/1-4-1985), δέχτηκε ότι «η μέγιστη επιτρεπόμενη συγκέντρωση οινοπνεύματος στο αίμα πέραν της οποίας το άτομο υπέχει ευθύνη, είναι το 0,50 ο/οο και ότι μέχρι 0,80 ο/οο απαγγέλλεται κατηγορία, εφόσον και από άλλες συμπτώσεις (κατάστασης και τρόπος οδήγησης κλπ), εξάγονται συμπεράσματα υπάρξεως πλήρους μέθης, από δε του 0,80 ο/οο, και άνω υφίσταται πλήρης απόδειξη».

Ξένη Επιστημονική Κίνηση
Συμπόσιο για την Οδική Ασφάλεια στην Ευρώπη

Συμπόσιο ADAC στο BADEN BADEN της Γερμανίας

13 Οκτωβρίου 2006
Ο ΜΟΛΩΧ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΤΟΥ
Δρ. Βλάσης Μουχτάρης Δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω

Ξένη Επιστημονική Κίνηση
Συμπόσιο για την Οδική Ασφάλεια στην Ευρώπη

Συμπόσιο ADAC στο BADEN BADEN της Γερμανίας

13 Οκτωβρίου 2006
Ο ΜΟΛΩΧ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΤΟΥ
Δρ. Βλάσης Μουχτάρης Δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω

1. 41.600 πολίτες των Μελών Κρατών της Ε.Ε. έπεσαν νεκροί στις ασφάλτους της Ε.Ε. κατά το 2005! Το 2001 ήσαν οι νεκροί 8.000 περισσότεροι. Επιτεύχθηκε δηλαδή μία μείωση 17,5%. Μικρή η μείωση αλλά μία αρχή, η οποία ενεθάρρυνε την Ε.Ε. να στοχεύει ως το 2010 σε 25.000 Θύματα των τροχών.

2. Νεκροί στους δρόμους της Ευρώπης κατά το έτος 2005 ανά 1 εκατομμύριο κατοίκους:
Ολλανδία 50 Γαλλία 92
Σουηδία 54 Ιταλία 97
Μεγάλη Βρετανία 55 Αυστρία 1.07
Γερμανία 65 Ισπανία 110
Δανία 68 Λουξεμβούργου 111
Φινλανδία 72 Βέλγιο 112
Μέση τιμή στην Ευρώπη 82 Πορτογαλία 123
Ιρλανδία 92 Ελλάδα 151
Τα παρ' ημίν προκύπτουν από τον ως άνω πίνακα, όπου οι «έσχατοι» στα πινάκια γίνονται «πρώτοι» σε αριθμό θυμάτων στην Ε.Ε.! Θλιβερό και επαίσχυντο ρεκόρ! Έτσι κατά το έτος 2005 είχαμε 151 νεκρούς στην άσφαλτό μας ανά 1 εκατομμύριο κατοίκους, δηλαδή (151 Χ 11 εκατομμύρια) 1661 νεκρούς!

Τα ως άνω στοιχεία εγνωστοποιήθησαν στο «Συμπόσιο», που οργάνωσαν η ADAC, ας πούμε η ΕΛ.Π.Α. Γερμανίας και το Ομοσπονδιακό 'Ίδρυμα Οδικών Θεμάτων
(Bundesanstalt fuer Strassenιwesen, σύντμηση - BASt), (ένα αυτόνομο Νομικό Πρό-
σωπο Δ.Δ. επιδοτούμενο από το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Συγκοινωνιών) στις 13.10.2006 στην πόλη Baden - Baden Γερμανίας. Παρέστησαν 216 «συμποσιακόμενοι» από 8 Χώρες. Δυστυχώς ήμουν ο μόνος Έλληνας εκεί.
3. Όλοι οι ομιλητές εξέφρασαν τη βεβαιότητα, ότι ο στόχος της Ε.Ε. προς μείωση των θανάτων στις ευρωπαϊκές ασφάλτους σε 25.000 μέχρι το 2010 είναι εφικτός.

Κύριος υποστηρικτής της ως άνω απόψεως ήτο ο κ. Wolfgang TIEFENSEE, Υπουργός Συγκοινωνιών της Γερμανίας. Στην χαιρετιστήρια εισήγησή του σημείωσε, ότι ο αριθμός των νεκρών μειώνεται ικανοποιητικά στην Γερμανία. Κατά το έτος 2005 σημειώθησαν 5.361 θάνατοι από οδικά ατυχήματα. Ο αριθμός αυτός υπολείπεται κατά 480 σε σχέση με τους νεκρούς κατά το 2004. Τούτο οφείλεται ίσως κυρίως στην Εκπαίδευση Συγκοινωνιακής Συμπεριφοράς του πληθυσμού. Ε, ADAC π.χ. διοργάνωσε, κατά το 2005, 42.000 εκπαιδευτικές συνάξεις - σεμινάρια, στις οποίες έλαβαν μέρος 1.180.000 πολίτες. Η εκπαίδευση παίρνει ήδη εθνικές διαστάσεις, βοηθούντων βέβαια και πολλών «τηλεμαραθωνίων» από τα κανάλια του τόπου.
Στο ίδιο περίπου μήκος κύματος μίλησε και ο Dr. Stefan TOSTMANN, Προϊστάμενος του Τμήματος: Συγκοινωνιακή Ασφάλεια της Γενικής Διευθύνσεως Ενέργειας και Μεταφορών του Συμβουλίου της Ε.Ε..

Ο ομιλητής ετόνισε, ότι στους στόχους της Ιδρυτικής Συμβάσεως της Ε.Ε. διαλαμβάνεται και η κινητικότητα των Ευρωπαίων πολιτών και ως εκ τούτου οφείλει η Ε.Ε., να ενδιαφέρεται για την συγκοινωνιακή ασφάλεια στο όλο δίκτυο της Ενώσεως.
Επιδιώκει λοιπόν η Ε.Ε., να βελτιώσει τα Standard των στην Επικράτειά της παραγομένων και κυκλοφορούντων αυτοκινήτων και προπαντός μοτοσικλετών.

Έτσι η σχετική Κοινοτική Νομοθεσία καλύπτει και τους τρεις τομείς της ασφάλειας των Ευρωπαϊκών Συγκοινωνιών, δηλαδή συνεχή βελτίωση των: Όχημα, Ανθρωπίνης Συμπεριφοράς και των Συγκοινωνιακών Υποδομών (Fahrzeug, Verhalten, Infrastructur).
Ι
4. Εν συνεχεία οι εργασίες του Συμποσίου κατετάχθησαν σε τρεις κατηγορίες: 1. Οι πρώτες διαπιστώσεις περισσότερης ασφάλειας στις Συγκοινωνίες. 2. Βελτίωση της ασφαλείας των Μέσων Συγκοινωνίας καθ' εαυτών και 3. Ιδιαίτερες κατηγορίες Οδηγών. Με κάθε κατηγορία ασχολήθησαν ειδικευμένοι Επιστήμονες / Συγκοινωνιολόγοι, Στελέχη Βιομηχανιών Αυτοκινήτων, Οργανώσεις ως ADAC, Στελέχη της Τροχαίας Αστυνομίας, ειδικευμένοι Δικαστές και Εισαγγελείς, Νομικοί του Υπουργείου Συγκοινωνιών και του της Δικαιοσύνης κ.λ.π..
πρακτέον!

Οι διευθύνοντες των Επιτροπών κατέγραψαν τα συμπεράσματα και τις Προτάσεις εκάστης των τριών ως άνω ομάδων, τα οποία ετέθησαν προς συζήτηση κατά το τέλος του Συμποσίου. Τα τελικά πορίσματα Θα δημοσιευτούν με την έκδοση ειδικού τόμου, ο οποίος και Θα διανεμηθεί στους μετάσχοντες στο Συμπόσιο και σε άλλους ειδικούς και ασχολούμενους με την πράξη των Συγκοινωνιών. Επ' αυτού λοιπόν Θα επανέλθουμε, οπότε θα εξετάσουμε και την κρατούσα στην Χώρα μας κατάσταση.

Από τώρα όμως Θα μπορούσε κανείς να σημειώσει, ότι εντυπωσίασαν τα μέτρα και τα αποτελέσματα αυτών στην Γαλλία και την Ιρλανδία.

Ο κος Jean CHAPELON, Διυπουργικός Συντονιστής για την ασcράλεια στις οδούς της Χώρας ετόνισε, ότι το καλοκαίρι του 2002 εγκατεστάθησαν στους αυτοκινητόδρομους της Γαλλίας συσκευές καταγραφής υπερβάσεως της εκάστοτε επιτρεπομένης ταχύτητας των οχημάτων. Εγκατεστάθησαν σε σταθερή δομή 700 συσκευές και 300 κινητές. Στα τρία χρόνια που επηκολούθησαν εμειώθησαν οι νεκροί των οδικών τροχών από κατά μέσον όρον στο παρελθόν 8.000 σε 5.300 κατά το 2005, δηλαδή μείωση κατά 34%. Τα πρόστιμα στους παραβάτες ήσαν και είναι τσουχτερά και έχουν επακόλουθο για τον δράστη μία ευρεία κοινωνική αποδοκιμασία.


Η κα Lucy CURTIS, Μηχανικός Ασφαλείας στην Ιρλανδία κατέθεσε: ο πληθυσμός στην Ιρλανδία πολλαπλασιάσθηκε κατά τα 10 τελευταία χρόνια από 3,5 σε 4 εκατομμύρια και ο αριθμός των τροχαίων οχημάτων έφθασαν τα 2 εκατομμύρια με 2,2 εκατομμύρια οδηγούς.

Κατά το 2002 σημειώθησαν 84 Θάνατοι σε τροχαία ατυχήματα ανά 1 εκατομμύριο κατοίκους.

Ελήφθησαν μέτρα ευρείας επανακατασκευής των αυτοκινητόδρομων και έγιναν και αρκετοί καινούργιοι. Οι νεκροί τώρα εμειώθησαν κατά το ήμισυ.

Διαπιστώθηκε, ότι σε όλες τις Χώρες δύο είδη Οδηγών χειρίζονται τα οχήματά τους επικινδυνότερα από τους άλλους. Οι πιο επικίνδυνοι είναι νεοκάτοχοι Αδείας Οδηγήσεως Τροχαίων Οχημάτων και έπονται οι μεγάλης ηλικίας οδηγοί. Στατιστικά στοιχεία και προτάσεις Θα γνωστοποιηθούν.

ΟΙ ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΙΣΗ
ΑΣΤΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΤΡΟΧΑΙΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ

Κριτικές παρατηρήσεις στο νέο σχέδιο νόμου
υπό Δημητρίου Σπυράκου Δ.Ν. - Δικηγόρου

Η ασφάλιση αστικής ευθύνης από τροχαία ατυχήματα αποτελεί αναγκαιότητα θεμελιωμένη στην κοινωνική προσφορότητα των κινδύνων που συνδέονται από τη χρήση των οχημάτων, στη διασφάλιση των αξιώσεων αποζημίωσης των θυμάτων, στην προστασία των περιουσιακών στοιχείων των ασφαλισμένων και στην εν γένει άμβλυνση των συγκρούσεων που προκαλούνται από τα ατυχήματα. Ήδη, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση του Στρασβούργου από το 1959 για την υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης για τα αυτοκίνητα οχήματα, που κυρώθηκε με το Ν. 4147/1961, δέσμευε τα συμβαλλόμενα μέρη στην εισαγωγή της υποχρεωτικής ασφάλισης αυτοκινήτων, ενώ στη χώρα μας η υποχρέωση αυτή εκπληρώθηκε κατά ικανοποιητικό καταρχήν τρόπο με το Ν. 489/1976.
Η υποχρεωτικότητα της ασφάλισης αστικής ευθύνης από τροχαία δεν οδήγησε και στη συρρίκνωση του φαινομένου των εξαιρέσεων κάλυψης που εισάγονταν στη σύμβαση με τους γενικούς όρους ασφαλίσεως και διακινδύνευαν τον σκοπό της ασφαλιστικής κάλυψης. Στην περίπτωση του Ν. 489/76 το καθεστώς αυτό έμελλε να εκλογικευτεί και επιβιώσει δια μέσου της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 7, σύμφωνα με την οποία οι γενικοί όροι του ασφαλιστηρίου συμβολαίου καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου. Τούτο δε, καθώς η εν συνεχεία εκδοθείσα Υπουργική Απόφαση Κ4/585/1978 «περί γενικών όρων ασφαλίσεως που ισχύουν ενιαία για όλες τις ασφαλιστικές εταιρείες», δεν περιορίστηκε, όπως θα προσδοκούσε κανείς, στη ρύθμιση των πολλών - λόγω και της έλλειψης διατάξεων για την ασφαλιστική σύμβαση - διαδικαστικών ζητημάτων της ασφαλιστικής κάλυψης αλλά με μία πληθώρα εξαιρέσεων διαμόρφωνε (μείωνε) το εύρος της ασφαλιστικής κάλυψης. Στο άρθρο 25 της παραπάνω απόφασης εμπεριέχεται ένας κατάλογος 17 γενικών εξαιρέσεων (και στο άρθρο 26 πέντε ειδικών εξαιρέσεων ζημιών ως προς το είδος τους) κάλυψης ζημιών που προκαλούνται από αυτοκίνητα, δίχως κατά βάση πάντως οι εξαιρέσεις αυτές να επιτρέπεται να προβληθούν απέναντι στον ζημιωθέντα τρίτο.
Πέραν των εξαιρέσεων εκείνων που θα μπορούσαν να θεωρηθούν εύλογες από τη φύση της ασφαλιστικής κάλυψης (αποκλεισμός της εκ προθέσεως πρόκλησης ζημίας) ή γεγονότων που μπορούν να απειλήσουν την ασφαλιστική κοινωνία κινδύνου (εξαιρετικές καταστάσεις), στην υπουργική απόφαση εμπεριέχονται εξαιρέσεις, οι οποίες αποτυπώνουν στη βάση διαφόρων κριτηρίων (χωροταξικών, προσωπικών, λειτουργικών, κ.ά.) καταστάσεις οδήγησης αυξημένης στατιστικά επικινδυνότητας
για την πρόκληση ατυχημάτων.
Στη νομολογία αναδείχθηκε, στα χρόνια που ακολούθησαν, σε βασικό ζήτημα αν οι όροι της υπουργικής απόφασης έχουν συμβατικό χαρακτήρα, οπότε για να ενσωματωθούν στη σύμβαση θα έπρεπε να γίνεται τουλάχιστον παραπομπή στο ΦΕΚ όπου είναι οι όροι δημοσιευμένοι, ή έχουν αντιθέτως κανονιστικό χαρακτήρα οπότε και ισχύουν ανεξάρτητα αν τους αποδέχθηκε ο ασφαλισμένος. Η επικράτηση της πρώτης θέσης, έχει ως αποτέλεσμα η ισχύς των εξαιρέσεων της Υ.Α. Κ4/585/1978, μετά την εισαγωγή του Ν. 2496/97 για την ασφαλιστική σύμβαση να δοκιμάζεται και να αμφισβητείται από μία διπλή οπτική. Αφενός μεν ως προς τον τρόπο ένταξης τους στη σύμβαση αφετέρου ως προς τη νομιμότητα τους.
Σύμφωνα με το Ν. 2496/97 οι εξαιρέσεις θα πρέπει να ενσωματώνονται στην ασφαλιστική σύμβαση μέσα από το ασφαλιστήριο και όχι πλέον με τους γενικούς όρους ασφαλίσεως. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2496/97 το ασφαλιστήριο πρέπει να περιέχει τουλάχιστον τα στοιχεία της ασφαλιστικής σύμβασης και τον τόπο και χρόνο έκδοσης τους, ενώ ρητά το άρθρο 1 παρ. 2 του ίδιου νόμου περιλαμβάνει στα στοιχεία της ασφαλιστικής σύμβασης οπωσδήποτε και τις «τυχόν εξαιρέσεις κάλυψης». Συνεπώς, για να ενσωματώνονται στη σύμβαση οι εξαιρέσεις θα πρέπει να εμπεριέχονται σε κάθε περίπτωση στο ασφαλιστήριο. Η αυξημένη επιταγή διαφάνειας που αξιώνει ο Ν. 2496/97 δεν μπορεί να ικανοποιηθεί με την παραπομπή στους γενικούς όρους ασφαλίσεως, πολύ περισσότερο καθώς σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 4 και 6 Ν. 2496/97 δεν διασφαλίζεται η παράδοση των όρων αυτών στον ασφαλισμένο. Το ίδιο ισχύει και για την παραπάνω υπουργική απόφαση. Εφόσον αυτή επέχει αξία γενικών όρων συναλλαγών δεν μπορεί να κατευθύνει την ενσωμάτωση των εξαιρέσεων στη σύμβαση.
Ο δεύτερος περιορισμός προκύπτει από το άρθρο 13 Ν. 2496/97, το οποίο επιτρέπει τη διεύρυνση των λιγοστών σε αυτό εξαιρέσεων μόνον «εφόσον αυτή υπαγορεύεται από δικαιολογημένες τεχνικές ανάγκες του ασφαλιστή». Μολονότι το περιεχόμενο των «τεχνικών αναγκών του ασφαλιστή» παραμένει ασαφές, εισάγει ωστόσο ένα τόπο επιχειρηματολογίας για τον έλεγχο και περιορισμό των εξαιρέσεων. Σε συνδυασμό με το γεγονός ότι από το αρχικό σχέδιο νόμου που ψηφίστηκε ως νόμος 2496/97 απαλείφθηκαν οι «δικαιολογημένες εμπορικές ανάγκες του ασφαλιστή» ως επιτρεπτός λόγος για τη διεύρυνση των εξαιρέσεων, καθίσταται ακόμη πιο περιοριστικό το πλαίσιο επιτρεπτών εξαιρέσεων.
Τέλος, ένα πρόσθετο πεδίο ελέγχου των γενικών όρων ασφαλίσεως του παραπάνω νόμου αποτελεί και το άρθρο 2 παρ. 6 Ν. 2251/94, σύμφωνα με το οποίο ελέγχεται ως καταχρηστικός κάθε όρος που δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης με τον καταναλωτή, όταν διαταράσσει την ισορροπία υποχρεώσεων και δι¬καιωμάτων σε βάρος του καταναλωτή, εν προκειμένω ιδίως όταν ο όρος της εξαί¬ρεσης διακινδυνεύει ή υποσκάπτει τον σκοπό ασφαλίσεως.
Η ασφάλιση αστικής ευθύνης αυτοκινήτων έχει εδραιώσει την κοινωνική της αποδοχή και αναγκαιότητα σε διττή κατεύθυνση. Στη διακινδύνευση που συνεπάγονται οι συγκοινωνίες η Πολιτεία οφείλει να μεριμνά όχι μόνο για την πρόληψη των τροχαίων αλλά και για την οργάνωση και παροχή πλήρους και αποτελεσματικής προστασίας στα θύματα. Ο πολίτης έχει ως ειδικότερη έκφανση των συνταγματικά προστατευομένων δικαιωμάτων της υγείας και της περιουσίας την αξίωση, να μεριμνήσει η Πολιτεία ώστε ο κάτοχος και ο οδηγός του αυτοκινήτου να έχουν τη δυνατότητα να ανταποκριθούν πράγματι στην υποχρέωση προς αποκατάσταση των συνεπειών του ατυχήματος και καταβολή της αποζημίωσης. Με την υποχρεωτικότητα της ασφάλισης αστικής ευθύνης η Πολιτεία οργανώνει και πραγματώνει στον εν λόγω τομέα το δικαίωμα του πολίτη για αποτελεσματική προστασία στη δυσχερή κατάσταση που χωρίς δική του υπαιτιότητα και ως θύμα τροχαίου περιήλθε.
Από την άλλη, στη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα της κυκλοφορίας των οχημάτων οι προοπτικές κινδύνου αίτιου και θύματος αυτοκινητιστικού ατυχήματος εναλλάσσονται. Μόνη η θέση σε κυκλοφορία αυτοκινήτου λογίζεται ως πηγή κινδύνου, καρπός της οποίας άλλωστε υπήρξε η καθιέρωση της λεγόμενης αντικειμενικής ευθύνης. Η εναλλαγή των προοπτικών συμβάλλει, σε συνάρτηση με την κοινωνική προσφορότητα της εν λόγω διακινδύνευσης, στην αμοιβαία αναγνώριση ρόλων και συμφερόντων. Απέναντι και δίπλα στο δικαίωμα του πολίτη για αποτελεσματική αρωγή και προστασία ως θύματος τροχαίου, που ικανοποιείται με την υποχρεωτικότητα της ασφαλιστικής κάλυψης, αναπτύσσεται το δικαίωμα του πολίτη, ως κατόχου και οδηγού αυτοκινήτου, για πρόσβαση στην ασφαλιστική κάλυψη της αστικής του ευθύνης.
Η αναγνώριση της αμοιβαιότητας των παραπάνω προοπτικών και η προαγωγή τους στην αξιολογική τάξη οδηγεί σε δύο παραδοχές. Κατά πρώτον, ενισχύει και εδραιώνει την απόλυτη προστασία του θύματος κάθε τροχαίου ατυχήματος με την παροχή της ασφαλιστικής αποζημίωσης, ακόμη και όταν ο οδηγός έχει παραβιάσει την υποχρέωση του για ασφάλιση της αστικής του ευθύνης (βλ. Επικουρικό Κεφάλαιο Αστικής Ευθύνης Αυτοκινήτων). Κατά δεύτερον, θεμελιώνει την αξίωση του κατόχου και οδηγού αυτοκινήτου για υποχώρηση των δικαιωμάτων αναγωγής του ασφαλιστή και την κατά το δυνατόν πλήρη ασφαλιστική κάλυψη των εξ αμελείας του προκαλούμενων ζημιών.
Υπό το παραπάνω πρίσμα η διαμόρφωση του περιεχομένου των περιπτώσεων εξαίρεσης της ασφαλιστικής κάλυψης της αστικής ευθύνης δεν μπορεί να επαφίεται στην ελευθερία των συμβαλλομένων. Είναι πρωτίστως ζήτημα ευρύτερου κοινωνικού και εντέλει δημοσίου ενδιαφέροντος. Οφείλει γι' αυτό να είναι μέριμνα του νομοθέτη να διαφυλαχθεί το δικαίωμα του κατόχου και οδηγού αυτοκινήτου για (πρόσβαση σε) ασφάλιση της αστικής του ευθύνης, που αφορά σχεδόν το σύνολο του καταναλωτικού κοινού. Η πρόσβαση στην ασφάλιση αυτή τίθεται σε δοκιμασία όταν το εύρος της κάλυψης επαφίεται στις δυνατότητες και επιδόσεις διαπραγμάτευσης του λήπτη της ασφάλισης απέναντι στις διαπραγματευτικά ισχυρότερες από αυτόν ασφαλιστικές επιχειρήσεις ή και ακόμη όταν δεν μπορεί να την πετύχει στο πλαίσιο μίας ευρείας σε συμμετοχή ασφαλιστικής κοινωνίας κινδύνου. Για τους παραπάνω λόγους φρονούμε ότι το πρόσφατο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Ανάπτυξης που τροποποιεί τον Ν. 489/76 για την υποχρεωτική ασφάλιση της έναντι τρίτων αστικής ευθύνης από τα ατυχήματα αυτοκινήτων βρίσκεται σε εσφαλμένη κατεύθυνση. Με το σχέδιο νόμου εισάγεται στον παραπάνω νόμο νέο «άρθρο 6β» που έχει ως ακολούθως:
«1. Εξαιρούνται της ασφαλιστικής κάλυψης ζημιές που προκαλούνται: α) Από πρόθεση του λήπτη της ασφάλισης ή των ασφαλισμένων, β) Από οδηγό που δεν έχει την προβλεπόμενη στο νόμο και για την κατηγορία
του οχήματος που οδηγεί άδεια οδήγησης, γ) Από οδηγό που κατά το ατύχημα βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών και ανεξαρτήτως εάν η παράβαση αυτή συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος, δ) Όταν το όχημα χρησιμοποιείται για άλλη χρήση από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και την άδεια κυκλοφορίας.
2.Με το ασφαλιστήριο μπορεί να συμφωνηθεί η διεύρυνση των εξαιρέσεων κάλυψης.
3.Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να προβάλλει έναντι των τρίτων ζημιωθέντων τις εξαιρέσεις του παρόντος άρθρου καθώς και τις εξαιρέσεις του ασφαλιστηρίου που ισχύουν μόνον για τις μετά του ασφαλισμένου σχέσεις».
Κύριο χαρακτηριστικό της παραπάνω διάταξης είναι η διάρρηξη και αποξένωση των παραπάνω προοπτικών αίτιου και δράστη του ατυχήματος. Ο ασφαλιστής αναλαμβάνει την ευθύνη του απέναντι στα θύματα των τροχαίων, ο λήπτης της ασφάλισης θα υποστεί όμως τις ορέξεις του ασφαλιστή. Ο τελευταίος μπορεί να προσφέρει και να επιβάλει κάλυψη της αστικής ευθύνης με όσες εξαιρέσεις επιθυμεί. Μάλιστα, η διάταξη της παραγράφου 2 του προτεινόμενου άρθρου οδηγεί σε μία προφανή επιδείνωση της θέσης του ασφαλισμένου σε σχέση και με τις προαιρετικές καλύψεις καθώς δεν τίθεται κανένας απολύτως περιορισμός στη δυνατότητα διεύρυνσης των εξαιρέσεων. Μοναδική διέξοδος αντίστασης για τον λήπτη της ασφάλισης θα είναι πλέον το άρθρο 2 Ν. 2251/94 με αμφίβολη όμως αποτελεσματικότητα.
Η πλήρης απαλλαγή του ασφαλιστή στην κάλυψη ζημιών που προκαλούνται από οδηγό που βρισκόταν υπό την επίδραση αλκοόλ (ανεξαρτήτως της επιρροής του αλκοόλ στην οδηγική του ικανότητα και στην πρόκληση του ατυχήματος) δεν είναι επίσης δικαιολογημένη. Η διάταξη θεωρεί προφανώς αντιπαραγωγική για την πρόληψη των τροχαίων ατυχημάτων που οφείλονται στη χρήση του αλκοόλ την παροχή ασφαλιστικής κάλυψης. Ωστόσο, το έργο της πρόληψης προφανώς ανήκει σε άλλους κλάδους του δικαίου και σε μηχανισμούς λήψης μέτρων για την αποτροπή του κινδύνου, όπως άλλωστε και το έργο της καταστολής. Η ιδιωτική ασφάλιση δεν είναι εργαλείο άσκησης κοινωνικού ελέγχου. Είναι μέσο εξάλειψης των συνεπειών από την επέλευση του κινδύνου. Αντίθετη προσέγγιση θα ανέτρεπε στα θεμέλια του το θεσμό της ασφάλισης αστικής ευθύνης καθώς την αντιμετωπίζει ωσάν αυτή να είναι βλαπτική για το κοινωνικό σύνολο υπηρεσία. Η ασφάλιση της αστικής ευθύνης προστατεύει και το θύμα και τον αίτιο-λήπτη της Γι αυτό και η υποχώρηση ση των συμφερόντων του τελευταίου θα πρέπει τουλάχιστον να μένει σε ανεκτό επίπεδο. Η όποια συμβολή μπορεί να έχει το δικαίωμα αναγωγής του ασφαλιστή στην πρόληψη της οδήγησης με αλκοόλ επιτυγχάνεται σε κάθε περίπτωση και όταν αυτό έχει οριοθετηθεί σε ένα εύλογο ανώτατο ποσόν. Πέραν του ύψους αυτού ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αναζητά από τον ασφαλισμένο την αποζημίωση που κατέβαλε στο θύμα.
Αξίζει να επισημάνει κανείς εν προκειμένω τις αντίστοιχες διατάξεις της γερμανικής νομοθεσίας. Σε αυτή οι εξαιρέσεις που επιτρέπεται να συμφωνήσει ο ασφαλιστής με τον λήπτη της ασφάλισης (καθώς δεν ισχύουν αυτομάτως εκ του νόμου) είναι περιορισμένες και απαριθμούνται στην από 29.7.1994 (τροποποιηθείσα την 10.7.2002) υπουργική απόφαση για την ασφάλιση της αστικής ευθύνης οχημάτων που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του νόμου για την ασφάλιση της αστικής ευθύνης αυτοκινήτων (Ρroels/Martin,Versicherungsvertraggesetz 27η έκδ., 1655 επ.). Η απαλλαγή του ασφαλιστή απέναντι στον λήπτη της ασφάλισης, τον κάτοχο και ιδιοκτήτη προκύπτει κατά βάση ως αποτέλεσμα υπαίτιας παραβίασης αντίστοιχων υποχρεώσεων των προσώπων αυτών. Δεν είναι όμως πλήρης καθώς σε όλες τις παρακάτω η απαλλαγή του ασφαλιστή δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσόν των 5.000 ευρώ. Οι πέντε εξαιρέσεις που περιλαμβάνονται στην υπουργική απόφαση είναι συνοπτικά οι ακόλουθες: α) η χρήση του οχήματος για άλλον σκοπό από αυτόν που δηλώνεται στην ασφαλιστική σύμβαση, β) η έκθεση του οχήματος σε μη εγκεκριμένους αγώνες ταχύτητας, γ) η οδήγηση χωρίς άδεια κυκλοφορίας δ) η οδήγηση χωρίς την αντίστοιχη άδεια για τον οδηγό, ε) η μη ασφαλής εξαιτίας της κατανάλωσης αλκοόλ ή τοξικών ουσιών οδήγηση του οχήματος. Σε αντίστοιχη κατεύθυνση βρίσκονται και οι λοιπές ευρωπαϊκές νομοθεσίες.
Την παραπάνω προσέγγιση είχε ακολουθήσει και το σχέδιο νόμου που συντά¬χθηκε το 2001 από νομοπαρασκευαστική επιτροπή που συγκροτήθηκε με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης με Πρόεδρο τον Ι. Ρόκα και με τη συμμετοχή και εκπροσώπων των ασφαλιστικών εταιρειών και των καταναλωτών (βλ. Ι. Ρόκα, Τροποποιήσεις και συμπληρώσεις του Κ.Ν. 489/76, ΕΕμπΔ 2004, 647 επ.). Το σχέδιο νόμου πα-ρέπεμπε για τον καθορισμό των εξαιρέσεων και τις προϋποθέσεις άσκησης του δικαιώματος αναγωγής σε Προεδρικό Διάταγμα που θα εκδιδόταν με πρόταση του Υπουργού Ανάπτυξης, σχέδιο του οποίου επίσης παρέδωσε η Επιτροπή. Με το Προεδρικό Διάταγμα δεν επιτρεπόταν η εισαγωγή άλλων εξαιρέσεων πέραν αυτών που το ίδιο προέβλεπε, και οι οποίες ήταν σημαντικά λιγότερες. Το πλέον αξιοσημείωτο, ωστόσο, ήταν ότι και εν προκειμένω για την περίπτωση των εξαιρέσεων της ασφαλιστικής κάλυψης το αναγωγικό δικαίωμα του ασφαλιστή περιοριζόταν μέχρι ένα ορισμένο ποσόν (5.000 ευρώ).
Είναι προφανές ότι το προγενέστερο σχέδιο νόμου εναρμονιζόταν στο προκείμενο θέμα τόσο με τις σύγχρονες αντιλήψεις όσο και με τις άλλες ευρωπαϊκές νομοθεσίες. Το γεγονός, ωστόσο, ότι δεν συγκέντρωσε στη χώρα μας την αποδοχή των ασφαλιστικών επιχειρήσεων είναι ο προφανής λόγος που οδήγησε σε ένα αντίθετης προσέγγισης στα παραπάνω ζητήματα πρόσφατο σχέδιο νόμου. Τούτη η προσέγγιση, πάντως, μειώνει και αδικεί την αξία του αγαθού της ασφάλισης. Είναι παράδοξο τα πλεονεκτήματα της ασφάλισης να τα απολαμβάνει ο τρίτος, και όχι ο λήπτης της.
Με τη δυνατότητα του ασφαλιστή να διευρύνει το αναγωγικό του δικαίωμα για τις αποζημιώσεις που καταβάλει, διαμορφώνεται μία ασυμμετρία που δεν μπορεί να αποκαταστήσει ο ανταγωνισμός της αγοράς. Η υποχρεωτικότητα της ασφάλισης αποδυναμώνει τους όρους ανταγωνισμού, καθώς εξασφαλίζει εκ των προτέρων την αγορά στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, και συμπιέζει περαιτέρω τις διαπραγματευτικές δυνατότητες του καταναλωτή. Η υποχρεωτικότητα της ασφάλισης παράγει αντιθέτως την ιδιαίτερη υποχρέωση του νομοθέτη να μεριμνήσει εν προκειμένω ακόμη περισσότερο για την προστασία των συμφερόντων του λήπτη της ασφάλισης. Σε συνάρτηση με τα παραπάνω, απαλείφοντας οριστικά τη δυνατότητα διεύρυνσης εξαιρέσεων και οριοθετώντας κατά τα πρότυπα των άλλων ευρωπαϊκών χωρών το αναγωγικό δικαίωμα του ασφαλιστή.

 

ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΑΦΟΙ ΟΝΟΥΦΡΙΑΔΗ Ο.Ε. ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΤΗΣ GOOGLE : Άρθρα & Απόψεις ΔΙΑΤΑΡΑΧΗ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΤΡΑΥΜΑΤΙΚΟ ΣΤΡΕΣ Ο ρόλος του μετατραυματικού στρες στους παθόντες σε τροχαία ατυχήματα Υπό Ασπασ. Ε. Καρακώστα Υποψήφια Διδάκτωρ Συμβουλευτικής Ψυχολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών , Γεώρ. Θ. Στεφανόπουλου Κλινικός Ψυχολόγος, Ταξίαρχος Υγειονομικού ΕΛ.ΑΣ.

 

Πρόδηλος καθίσταται η επίπτωση του μετατραυματικού στρες στους παθόντες σε τροχαία ατυχήματα, ιδιαίτερα σ΄αυτούς που αντιμετωπίζουν έστω και μερική αναπηρία εξαιτίας του τραυματισμού τους. Αναγκαία συνεπώς προβάλει η ενημέρωση όλων των εμπλεκομένων στο σύστημα της απονομής της δικαιοσύνης, ιδιαίτερα στις αστικές υποθέσεις εκδίκασης αποζημιώσεων των παθόντων σε τροχαία ατυχήματα.
Δυστυχώς τελευταία στην νομολογιακή μας πρακτική όλο και περισσότερο αποδεικνύεται ότι, τα συνοδά προβλήματα του μετατραυματικού στρες δεν είναι και στοιχειωδώς έστω γνωστά στον δικαστικό χώρο, με αποτέλεσμα να μην λαμβάνονται υπόψη ιδιαίτερα κατά την επιδίκαση της ιεράς αξιώσεως της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης ή ηθικής βλάβης. 
Εάν δεν κατανοηθούν πλήρως οι δυσμενείς επιπτώσεις του μετατραυματικού στρες στην κοινωνική, οικονομική, οικογενειακή ζωή των θυμάτων αλλά και των μελών των οικογενειών τους, όπως παρατίθενται και στο κατωτέρω άρθρο των ειδικών, δεν θα είναι δυνατή η ορθή απονομή δικαιοσύνης.
Δημοσιεύουμε κατωτέρω το σχετικό με το θέμα άρθρο, ώστε να δοθεί η δυνατότητα μιας αρχικής προσέγγισης του προβλήματος και των επιδράσεων στην μελλοντική ζωή όλων των εμπλεκόμενων σε ένα τροχαίο ατύχημα, είτε αυτοί είναι οι άμεσα εμπλεκόμενοι παθόντες, είτε οι εμμέσως εμπλεκόμενοι - μέλη των οικογενειών τους που βιώνουν τα δυσμενή προβλήματα και οι οποίοι δεν δικαιούνται αποζημίωσης (κατά την κρατούσα άποψη της νομολογίας μας)
Εξαίρεση και φωτεινό παράδειγμα αποτελούν ορισμένες αποφάσεις των δικαστηρίων μας (πολιτικών και διοικητικών), όπου επιδίκασαν ηθική βλάβη στους εμμέσως ζημιωθέντες συγγενείς (γονείς) του θύματος (παραπληγικού), ή με απώλεια σημαντικών σωματικών λειτουργιών (φυτό). Τα άτομα αυτά στο πλαίσιο της συμβίωσης με το θύμα του τροχαίου ατυχήματος αλλά και των υποστηρικτικών υπηρεσιών που προσφέρουν σ΄αυτό, είναι αναγκασμένα να βιώνουν καθημερινά στρεσογόνες καταστάσεις, λύπη και στεναχώρια, με αποτέλεσμα να χρειάζονται και αυτά υποστηρικτική θεραπεία. Στην χώρα μας, σύμφωνα με τους άγραφους νόμους της οικογενειακής μας παράδοσης, αναπτύσσεται ιδιαίτερος σύνδεσμος μεταξύ των μελών μιας οικογένειας, ακόμη και όταν αυτά δεν εγκαταβιώνουν στον ίδιο χώρο. Παρόλα ταύτα αναγκάζονται να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στον πάσχοντα συνάνθρωπο και συγγενή τους αγόγγιστα. Πρέπει συνεπώς, εφόσον αποδεικνύεται ότι το συναισθηματικό αποτέλεσμα (ψυχική οδύνη) τελεί σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με την αδικοπραξία, να αναγνωρίζεται και στους οικείους του θύματος από τροχαίο ατύχημα η αξίωση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. 
Αναμένομε λοιπόν να εγκαταλειφθεί η άκαμπτη και φαινομενικά συνεπής προς τον νόμο θέση που απορρίπτει την επιδίκαση της ηθικής βλάβης στους εμμέσως ζημιωθέντες, μιας και η εξελικτική αυτή τάση της νομικής φιλολογίας και νομολογίας κερδίζει συνεχώς έδαφος και στον χώρο του ευρωπαϊκού δικαίου. (πρβλ ΣΠατεράκης Αντιπρόεδρος ΑΠ ε« Η Χρηματική Ικανοποίηση λόγω Ηθικής Βλάβης» Β Έκδοση Σελ. 242 επ και αυτόθι παραπομπή σε σχετική Νομολογία).

Στο πλαίσιο της ενημέρωσης των συνδρομητών μας και της νομικής κοινότητας δημοσιεύουμε το κατωτέρω άρθρο που σκιαγραφεί το πρόβλημα της επίδρασης του μετατραυματικού στρες στους παθόντες από τροχαία ατυχήματα, με την ελπίδα ότι, η συνεισφορά των ειδικών επιστημόνων στο θέμα - κλινικών ψυχολόγων - , «ως πρόσωπα με ειδικές γνώσεις», όπως ορίζεται και στις σχετικές με την πραγματογνωμοσύνη διατάξεις του ΚΠολΔ, θα διευρύνει τον ορίζοντα των απαραίτητων γνώσεων που απαιτούνται να έχουν οι εμπελκόμενοι με την απονομή της δικαιοσύνης, δικαστές και δικηγόροι.


Εισαγωγή 

Η διαταραχή μετά από τραυματικό στρες ή διαφορετικά μετατραυματικό στρες αποτελεί ψυχική διαταραχή η οποία εξ ορισμού αναπτύσσεται όταν το άτομο βιώνει συναισθηματικό στρες τέτοιας έντασης , ώστε να είναι τραυματικό για τον εαυτό του. Έπειτα από τέτοιου είδους καταστάσεις είναι δυνατόν να αναπτυχθούν στο άτομο, έντονος τρόμος και απόγνωση και σε ορισμένες περιπτώσεις (όχι λίγες) να αναπτυχθεί σε βάθος χρόνου συγκεκριμένη ψυχοπαθολογία , με προεξάρχοντα συμπτώματα, την αναβίωση του τραυματικού γεγονότος , παθολογική αποφυγή ερεθισμάτων ανάκλησης, ευερεθιστότητα, άγχος και κατάθλιψη . 



Η Ιστορία του Συνδρόμου 

Κατά την διάρκεια του Αμερικανικού Εμφυλίου πολέμου (18ος αιώνας) περιγράφηκε από τον στρατιωτικό ιατρό Jacob DaCosta το σύνδρομο «η καρδιά του στρατιώτη» ή «ευερέθιστη καρδιά» και αναφερόταν στα συμπτώματα διαταραχής του αυτόνομου νευρικού συστήματος (ταχυκαρδία, εφίδρωση, θωρακικά άλγη, αίσθημα παλμών στο στήθος , νευρικότητα, ανεξήγητο άγχος, διαταραχές του ύπνου ) σε στρατιώτες που μετείχαν στις πολεμικές επιχειρήσεις . Αργότερα κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το ίδιο σύνδρομο αναφέρθηκε ως « σοκ των οβίδων», και αποδόθηκε σε πιθανές εγκεφαλικές βλάβες από τις εκρήξεις των οβίδων κοντά στους στρατιώτες. Στις αρχές του 20ου αιώνα , κάτω από την έντονη επίδραση της ψυχανάλυσης στις ΗΠΑ , το σύνδρομο ονομάστηκε «τραυματική νεύρωση», ενώ η ανάλογη συμπτωματολογία που αναπτύχθηκε σε βετεράνους του Β’ Παγκοσμίου πολέμου , σε επιζήσαντες από τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και από τις ατομικές βόμβες στην Ιαπωνία ονομάστηκε «επιχειρησιακή κόπωση» ή «νεύρωση της μάχης». Το μετατραυματικό σύνδρομο καθορίστηκε με τη σημερινή έννοια έπειτα από τη μεγάλη νοσηρότητα που παρατηρήθηκε στους βετεράνους του Βιετνάμ. 


Διαγνωστικά κριτήρια της διαταραχής μετά από τραυματικό στρες 

Έκθεση σε τραυματικό γεγονός 
Ανακλήσεις του γεγονότος 
Αποφυγή ερεθισμάτων ανάκλησης 
Ευερεθιστότητα 
Διάρκεια άνω του 1 μηνός 
Έκπτωση λειτουργικότητας 



Το σύνδρομο (κλινική εικόνα & μορφές) 

Το πρώτο κριτήριο για να τεθεί η υπόνοια της διαταραχής μετά από τραυματικό στρες είναι εξ ορισμού η ύπαρξη του τραυματικού γεγονότος, δηλαδή το άτομο να βίωσε ή να βρέθηκε αντιμέτωπο με πραγματικό ή απειλούμενο θάνατο, ή σοβαρό βίαιο τραυματισμό ή απειλή της σωματικής του ακεραιότητας ή των άλλων, και επιπλέον η απάντηση του ατόμου να περιλαμβάνει υπέρμετρο φόβο, αίσθημα απόγνωσης και τρόμο. 

Το δεύτερο κριτήριο προϋποθέτει την επίμονη επαναβίωση του τραυματικού γεγονότος , ως αλγεινές ανακλήσεις, εφιαλτικά όνειρα ή το άτομο να ενεργεί σαν να επαναλαμβάνεται το τραυματικό γεγονός με ψευδαισθήσεις ή παραισθήσεις. 
Επιπλέον παρατηρείται έντονη σωματική και ψυχική αντίδραση σε οποιαδήποτε υπενθύμιση του γεγονότος. Ως επακόλουθο, σύμφωνα με το τρίτο κριτήριο, το άτομο αναπτύσσει μια επίμονη και παθολογική αποφυγή ,των συνδεόμενων με το τραύμα , ερεθισμάτων, ενώ σταδιακά εγκαθίστανται αισθήματα αποξένωσης και απόσυρσης από τον περίγυρο, κατάχρηση οινοπνεύματος ή ψυχοδραστικών ουσιών, συναισθηματική άμβλυνση (ενδεχόμενη αδυναμία να βιώσει αγάπη) και αίσθηση σμίκρυνσης του μέλλοντος (δεν σχεδιάζει για το μέλλον). Στα ανωτέρω προστίθεται σύμφωνα με το τέταρτο κριτήριο, η ευερεθιστότητα, διαταραχές του ύπνου, διαταραχές της μνήμης και της συγκέντρωσης και εκρήξεις οργής. 

Για να τεθεί η διάγνωση της διαταραχής θα πρέπει τα ανωτέρω συμπτώματα να είναι παρόντα για περισσότερο από ένα μήνα (πέμπτο κριτήριο) και να προκαλούν κλινικά σημαντική διαταραχή στην κοινωνική, οικογενειακή και επαγγελματική δραστηριότητα του ατόμου (έκτο κριτήριο). Η διαταραχή μπορεί να είναι οξεία (διάρκεια συμπτωμάτων μικρότερη από τρεις μήνες) , χρόνια (διάρκεια άνω των 3 μηνών) ή καθυστερημένης έναρξης ( όταν εγκαθίσταται τουλάχιστον μετά από 6 μήνες από την έκθεση στο στρεσσογόνο παράγοντα.). 

Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι πριν καταλήξει ο κλινικός στη διάγνωση του συνδρόμου, πρέπει να αποκλειστούν οργανικά αίτια (τραυματικές εγκεφαλικές βλάβες, όγκοι του εγκεφάλου, επιληψία, κατάχρηση οινοπνεύματος και ψυχοδραστικών ουσιών) καθώς και ψυχικές διαταραχές που υποδύονται ανάλογη κλινική εικόνα. 



Επιδημιολογία & Συχνότητα 

Υπολογίζεται ότι ο μισός πληθυσμός έχει υποστεί τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του έντονο ψυχολογικό στρες (απειλή κατά της ζωής ή ανάλογης βαρύτητας συμβάντα) και ότι περισσότερο από το ¼ αυτών αναπτύσσουν τη διαταραχή, με αποτέλεσμα η νόσος να αφορά το 5-15% του γενικού πληθυσμού. Ορισμένες ομάδες ατόμων (βετεράνοι πολέμων, επιζήσαντες από στρατόπεδα συγκέντρωσης ) εμφανίζουν πολύ μεγαλύτερη επίπτωση της νόσου ενώ άλλες ομάδες (σώματα ασφαλείας, διασώστες ) εκτίθενται σε έντονα στρεσσογόνους παράγοντες (π.χ. απειλές κατά της ζωής) με μεγάλη συχνότητα και συχνά για μεγάλα χρονικά διαστήματα , γεγονός που τους καθιστά πολύ πιο ευάλωτους στην ανάπτυξη του μετατραυματικού συνδρόμου. 


Αιτιολογία & Παθογένεια 

Με την ανάπτυξη του συνδρόμου σχετίζονται τόσο βιολογικοί όσο και ψυχολογικοί παράγοντες . Εξ ορισμού βέβαια ο στρεσσογόνος παράγοντας (τραυματικό γεγονός) ενέχεται πρωταγωνιστικά στην ανάπτυξη της διαταραχής. Εντούτοις το γεγονός ότι ο ίδιος ο τραυματικός παράγοντας δεν προκαλεί σε όλα τα άτομα μετατραυματικό σύνδρομο, καταδεικνύει (σύμφωνα με την πρόσφατη έρευνα) ότι η διαταραχή σχετίζεται με το υποκειμενικό για το άτομο νόημα του γεγονότος, δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο το άτομο αντιλαμβάνεται και προβάλλει το τραυματικό γεγονός. 

Προδιαθεσικοί παράγοντες για την ανάπτυξη της διαταραχής αποτελούν, το τραύμα στην παιδική ηλικία, διαταραχές της προσωπικότητας (οριακή, παρανοειδής, εξαρτητική, αντικοινωνική), ιδιοσυστασιακή ευπάθεια σε ψυχιατρική νόσο, ανεπαρκές υποστηρικτικό σύστημα, πρόσφατη περίοδος κατάχρησης αλκοόλ. 

Η γνωσιακή θεωρία υποστηρίζει εκτός των άλλων, ότι τα προσβεβλημένα άτομα αδυνατούν να κάνουν εκλογικεύσεις και να επεξεργαστούν το τραυματικό γεγονός καταφεύγοντας σε στρατηγικές αποφυγής των εκλυτικών παραγόντων προκειμένου να χειριστούν τα αλγεινά βιώματα (άγχος). Το συμπεριφορικό μοντέλο υποδεικνύει ότι το τραύμα (μη εξαρτημένο ερέθισμα) συνδέεται με ένα εξαρτημένο (σωματική ή ψυχική υπενθύμιση του τραύματος) και το άτομο μαθαίνει να αποφεύγει τόσο το εξαρτημένο όσο και το μη εξαρτημένο ερέθισμα , αναπτύσσοντας κατά συνέπεια το σύνδρομο. Τέλος, το ψυχαναλυτικό μοντέλο προτείνει ότι το τραυματικό γεγονός ενεργοποιεί πιθανή παλιά, σιωπηλή αλλά άλυτη ενδοψυχική σύγκρουση, η επαναβίωση της οποίας οδηγεί σε παλινδρόμηση και ανάπτυξη της κλινικής εικόνας του μετατραυματικού συνδρόμου. 

Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζουν οι βιολογικές θεωρίες, σύμφωνα με τις οποίες στην ανάπτυξη του συνδρόμου ενέχονται υπερδραστηριότητα του συστήματος της νοραδρεναλίνης, των ενδογενών οπιοειδών, του άξονα υποθάλαμος-υπόφυση-επινεφρίδια και του αυτόνομου νευρικού συστήματος. 


Πρόγνωση 


Η διαταραχή μετά από τραυματικό στρες μπορεί να εμφανιστεί σε διάστημα μιας εβδομάδας έως και 30 χρόνων μετά το τραυματικό γεγονός, ενώ τα συμπτώματα παρουσιάζουν διακύμανση, με έξαρση σε περιόδους άγχους. Περίπου το 30% των ασθενών ιάται πλήρως, 40% διατηρεί ήπιας βαρύτητας συμπτώματα ενώ ένα ποσοστό 10% εμφανίζει επιδείνωση. 





Επιπτώσεις της Μετατραυματικής Διαταραχής 
στο άτομο και στην οικογένεια

Οι επιπτώσεις του τραυματικού γεγονότος σε όλες τις εκφράσεις της ζωής των θυμάτων και των οικογενειών τους είναι καταλυτικές. 
Η οικογενειακή ζωή συχνά διαλύεται είτε γιατί ο/η σύζυγος δεν μπορεί να αντέξει τα ξεσπάσματα θυμού του θύματος, είτε γιατί αυτό αποσύρεται και αναζητά την μοναξιά ή μια άλλη σχέση. Αντίστοιχα διαταράσσεται και η σχέση με τα παιδιά καθώς η συμπεριφορά του θύματος γίνεται είτε υπερβολικά απαιτητική ή πιο αδιάφορη με τελική συνέπεια την αμοιβαία απομάκρυνση. Θα πρέπει επίσης να επισημανθεί το τεράστιο ψυχικό και οικονομικό κόστος για την οικογένεια στις περιπτώσεις που υπάρχουν σημαντικά λειτουργικά προβλήματα στην υγεία του θύματος που απαιτούν καθημερινή φροντίδα. 
Η κοινωνική ζωή συρρικνώνεται τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά, καθώς το θύμα αποφεύγει να συμμετέχει σε εκδηλώσεις και παρέες, θεωρώντας ότι όταν οι άλλοι τον προσκαλούν το κάνουν από οίκτο. Το ίδιο το θύμα αποφεύγει την επικοινωνία με τους φίλους θεωρώντας ότι είναι πια βάρος για αυτούς με τελική κατάληξη την απομόνωση όταν κάποια στιγμή και εκείνοι αποθαρρυμένοι, σταματούν να επικοινωνούν. 
Ανάλογες είναι οι επιπτώσεις και στην επαγγελματική ζωή του θύματος καθώς χάνει την εμπιστοσύνη στον εαυτό του και είτε γίνεται υπερβολικά εύθικτο στην κριτική ή αποφεύγει την έκθεση σε επαγγελματικές καταστάσεις με τελική έκβαση σημαντικές δυσλειτουργίες τόσο στη σχέση του με τους συναδέλφους του, όσο και τους πελάτες. 

Θα αναφερθούμε σε δυο χαρακτηριστικές περιπτώσεις θυμάτων τροχαίων ατυχημάτων που αναδεικνύουν τα όσα αναφέραμε παραπάνω: 
Η πρώτη περίπτωση αφορά άντρα 50 ετών οικονομικά ανεξάρτητο, που υπέστη ακρωτηριασμό του αριστερού ποδιού στο ύψος του γονάτου όταν παρασύρθηκε πεζός από διερχόμενο όχημα. Η συμπεριφορά του μετά το τροχαίο έγινε υπερβολικά επιθετική προς τη σύζυγό και τα δυο του παιδιά με συχνούς καυγάδες και κατηγορίες ότι δεν τον «φροντίζουν» και δεν τον «καταλαβαίνουν», με τελική κατάληξη να συνάψει δεσμό με την κατά 30 χρόνια νεότερη γραμματέα του και να φύγει μαζί της εγκαταλείποντας την οικογένειά του. Η σύζυγος έπαθε κατάθλιψη και βρίσκεται σε φαρμακευτική αγωγή και θεραπεία, ενώ τα παιδιά παρουσιάζουν ένα πλήθος προβλημάτων συμπεριφοράς στο σχολείο και στις κοινωνικές τους συναναστροφές. 

Η δεύτερη περίπτωση αφορά άντρα 32 ετών άγαμο, ελεύθερο επαγγελματία , που μετά από σύγκρουση του δικύκλου του με αυτοκίνητο που παραβίασε τον ερυθρό σηματοδότη, υπέστη τραυματισμό στο δεξιό γόνατο που του προκαλεί μετρίου βαθμού λειτουργικές ενοχλήσεις στο πόδι (κάποιους περιστασιακούς πόνους και μια ελαφρά χωλότητα στο περπάτημα). Το θύμα μετά το ατύχημα απομονώθηκε κοινωνικά θεωρώντας ότι προκαλεί πλέον τον οίκτο των άλλων κι τον προσκαλούν στις παρέες από λύπη. Ο ίδιος σταμάτησε να επικοινωνεί με τους φίλους του και απέφευγε τις δικές τους προσπάθειες μέχρι που τελικά διέκοψε κάθε επαφή. Η επαγγελματική του ζωή είχε αντίστοιχη πορεία. Άρχισε να θεωρεί ότι οι άλλοι τον σχολιάζουν ειρωνικά όταν τον έβλεπαν να περπατά, ενώ όταν του φέρονταν φιλικά το έκαναν επειδή τον λυπούνται. Προοδευτικά άρχισε να αποφεύγει να αναλαμβάνει καινούργιες δουλειές με κατάληξη οι πελάτες να αναζητήσουν άλλη επαγγελματική συνεργασία και ο ίδιος να είναι πλέον ουσιαστικά άνεργος. 


Θα πρέπει να σημειωθεί ότι σύμφωνα τόσο με τις υπάρχουσες έρευνες, όσο και με την κλινική μας εμπειρία τα συμπτώματα και οι επιπτώσεις της Μετατραυματικής διαταραχής συνήθως, δεν παρουσιάζουν σημαντική βελτίωση με την πάροδο του χρόνου.



Θεραπευτική Αντιμετώπιση 


Η θεραπευτική αντιμετώπιση θα εξαρτηθεί από το στάδιο κατά το οποίο θα γίνει αντιληπτή ή θα εγκατασταθεί η διαταραχή, καθώς και από τη βαρύτητα αυτής. Η αντιμετώπιση του ατόμου που πρόσφατα βίωσε ένα τραυματικό γεγονός και εγκαθιστά την συμπτωματολογία του συνδρόμου , συνίσταται σε ψυχολογική υποστήριξη και ενθάρρυνση να συζητά τα συναισθήματά του, ενώ είναι αναγκαία η εκπαίδευση σε τεχνικές χαλάρωσης για το χειρισμό του άγχους. Η χορήγηση της φαρμακευτικής αγωγής τις περισσότερες φορές καθίσταται αναγκαία. 

Στις περιπτώσεις που έχει εγκατασταθεί πλέον η διαταραχή, ή στη χρόνια και καθυστερημένης έναρξης μορφή της νόσου, χρησιμοποιείται συνδυασμός φαρμακευτικής αγωγής και ψυχοθεραπείας. Όσον αφορά την ψυχοθεραπεία αυτή πρέπει να ακολουθήσει ένα μοντέλο παρέμβασης στην κρίση, με παράλληλη ψυχοεκπαίδευση και υποστήριξη στην αποδοχή του γεγονότος και στην ανάπτυξη μηχανισμών αντιμετώπισης . Οι κύριοι άξονες μπορεί να είναι η απευαισθητοποίηση με έκθεση στο τραυματικό γεγονός (σταδιακή ή κατακλυσμιαία), είτε με εκμάθηση τεχνικών χειρισμού του στρες. Σημαντική Βοήθεια μπορεί να αποτελέσει η δημιουργία θεραπευτικών ομάδων ασθενών, μέσα από τις οποίες μοιράζονται τις εμπειρίες τους, ενώ καταλυτικός είναι και ο ρόλος του οικογενειακού και ευρύτερου περιβάλλοντος του ασθενούς στην αποτελεσματική αντιμετώπιση της διαταραχής. 


Βιβλιογραφία 

ΧΑΡΤΟΚΟΛΛΗΣ, Π., Εισαγωγή στην Ψυχιατρική, Αθήνα, Εκδόσεις Θεμέλιο, 1986. 

JONES, J. C., BARLOW, D. H., The etiology of posttraumatic stress disorder, in: Clin. Psychol. Rev. , 10: 299, 1990. 

KAPLAN, H. I. , SADDOCK, B. J., Comprehensive Textbook of Psychiatry, 6th ed., 
Williams & Wilkins, Baltimore, 1995

MC FARLANE, A. C., The etiology of posttraumatic morbidity: Predisposing, 
Precipitating and perpetuating factors, in: Brit. J. Psychiatry, 154: 221, 1989.
----------------

Ελισάβετ Σαατζίδου-Παντελιάδου,
Δρ του Τμήματος Εφαρμοσμένης Πληροφορικής
ΕΕΔΙΠ του Τμήματος Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής
Πανεπιστήμιο Μακεδονίας


Μαθήματα Επιμόρφωσης Εκπαιδευτών Υποψηφίων Οδηγών

Ζητήματα σχετικά με το επάγγελμα του Εκπαιδευτή 
Σύστημα Ελέγχου Συμπεριφοράς Οδηγών (Σ.Ε.Σ.Ο.)

Ελισάβετ Σαατζίδου-Παντελιάδου,
Δρ του Τμήματος Εφαρμοσμένης Πληροφορικής
ΕΕΔΙΠ του Τμήματος Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής
Πανεπιστήμιο Μακεδονίας


Ελισάβετ Σαατζίδου-Παντελιάδου,
Δρ του Τμήματος Εφαρμοσμένης Πληροφορικής
ΕΕΔΙΠ του Τμήματος Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής
Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

Μαθήματα Επιμόρφωσης Εκπαιδευτών Υποψηφίων Οδηγών

Ζητήματα σχετικά με το επάγγελμα του Εκπαιδευτή 
Σύστημα Ελέγχου Συμπεριφοράς Οδηγών (Σ.Ε.Σ.Ο.)

Εισαγωγή
Α΄ Κεφάλαιο: Ζητήματα που σχετίζονται με το επάγγελμα 
του Εκπαιδευτή Υποψηφίων Οδηγών
1. Το επάγγελμα του Εκπαιδευτή Υποψηφίων Οδηγών γενικά
1.1. Ορισμός
1.2. Έργο
1.3. Προϋποθέσεις άσκησης επαγγέλματος
1.4. Χώρος άσκησης επαγγέλματος
2. Εκπαίδευση υποψηφίων εκπαιδευτών ως προϋπόθεση για τη λήψη άδειας άσκησης επαγγέλματος
2.1. Ο Οργανισμός Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης (Ο.Ε.Ε.Κ.)
2.2. Η διδακτέα ύλη 
2.3. Το Δίπλωμα
3. Επιμόρφωση Εκπαιδευτών

Β΄ Κεφάλαιο: Το Σύστημα Ελέγχου Συμπεριφοράς Οδηγών (Σ.Ε.Σ.Ο.)
1. Πεδίο εφαρμογής του Σ.Ε.Σ.Ο.
2. Οι παραβάσεις του Κ.Ο.Κ. που εντάσσονται στο Σ.Ε.Σ.Ο. και οι βαθμοί ποινής
2.1. Βαθμοί ποινής 3
2.2. Βαθμοί ποινής 5
2.3. Βαθμοί ποινής 7
2.4. Βαθμοί ποινής 9
3. Η βεβαίωση των παραβάσεων
3.1. Εκθέσεις βεβαίωσης παράβασης (κλήσεις)
3.1.1. Έκθεση βεβαίωσης παράβασης με γνωστοποίηση στον παραβάτη
3.1.2. Έκθεση βεβαίωσης παράβασης με βάση τον αριθμό κυκλοφορίας
3.2. Καταλογισμός παράβασης με βάση τη συνιδιοκτησία
3.3. Το δικαίωμα αντίρρησης του οδηγού
3.4. Εγγραφή Εκθέσεων βεβαίωσης παράβασης
3.5. Αρμόδια υπηρεσία αποστολής των εγγραφών
3.6. Επεξεργασία εγγραφών. Τήρηση αρχείου
3.7. Χρόνος τήρησης εγγραφών
4. Προειδοποιητικό έγγραφο
4.1. Τρόπος αποστολής
4.2. Περιεχόμενο του εγγράφου
4.3. Μη αποστολή προειδοποιητικού εγγράφου
4.4. Μη παραλαβή προειδοποιητικού εγγράφου
5. Οι κυρώσεις των παραβάσεων
5.1. Συρροή παραβάσεων
5.2. Αφαίρεση άδειας οδήγησης
5.2.1. Αφαίρεση άδειας οδήγησης με τη συμπλήρωση 25 βαθμών ποινής
5.2.1.1. Η σημασία της αφαίρεσης της άδειας
5.2.1.2. Αποστολή του εγγράφου αφαίρεσης άδειας
5.2.1.3. Το περιεχόμενο του εγγράφου
5.2.1.4. Μη συμμόρφωση του παραβάτη-οδηγού με το περιεχόμενο του εγγράφου
5.2.1.5. Δήλωση απώλειας ή κλοπής του παραβάτη-οδηγού
5.2.1.5.1. Ψευδής δήλωση
5.2.1.6. Λοιπή διαδικασία αφαίρεσης άδειας
5.2.2. Αφαίρεση άδειας οδήγησης με την επανάληψη συγκεκριμένης παράβασης εντός έτους
6. Διαγραφή παραβάσεων
7. Επαναχορήγηση της άδειας μετά την αφαίρεση
7.1. Δικαίωμα συμμετοχής στις εξετάσεις
7.1.1. Επανεξέταση μετά 6 μήνες
7.1.2. Επανεξέταση μετά από 1 ή 2 χρόνια
7.1.3. Επανεξέταση προσδιοριζόμενη από ανεκτέλεστα αφαιρετήρια
7.2. Η επανεξέταση των υποψηφίων οδηγών
7.2.1. Επανεξέταση για άδεια οδήγησης αυτοκινήτων ή μοτοσικλετών
7.2.2. Επανεξέταση για άδεια οδήγησης μοτοποδηλάτου
7.2.3. Ανάκληση της αφαιρεθείσας άδειας
7.2.4. Καταχώριση στο μηχανογραφικό αρχείο




1. Εισαγωγή

Όπως είναι γνωστό, με την ψήφιση του ν. 3542/2007 (ΦΕΚ Α΄ 50/2.3.2007) «Τροποποιήσεις διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (κωδ. ν. 2696/1999, ΦΕΚ Α΄ 57/23.3.1999)» επήλθαν τροποποιήσεις στους σχετικούς με την οδική κυκλοφορία κανόνες, αλλά και στο Σύστημα Ελέγχου Συμπεριφοράς Οδηγών (Σ.Ε.Σ.Ο.). Στις τροποποιήσεις αυτές ανήκουν αφενός η νέα διατύπωση του άρθρου 94 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.), και, αφετέρου η έκδοση της νέας ΚΥΑ 21504/2601 για το Σ.Ε.Σ.Ο. – point system.
Με αφορμή την κατά τα παραπάνω πρόσφατη τροποποίηση του Κ.Ο.Κ. – που αποτελεί όχι απλά ένα νομικό κείμενο αλλά έναν κανόνα ζωής - συμμετέχουμε στην επιμόρφωση των Εκπαιδευτών παρουσιάζοντας θέματα από τη Νομοθεσία της Οδικής Κυκλοφορίας.
Στα επόμενα μαθήματα, και, ειδικότερα, στο Α΄ Κεφάλαιο, θα επιχειρήσουμε την παρουσίαση θεμάτων που σχετίζονται με το επάγγελμα του εκπαιδευτή υποψηφίων οδηγών, την εκπαίδευση, το έργο και την επιμόρφωσή του με βάση το π.δ. 208/2002 και σκοπό την παρουσίαση στοιχείων από τη νομική ρύθμιση που αφορά την πρόσβαση και την άσκηση του επαγγέλματος του Εκπαιδευτή Υποψηφίων Οδηγών. Σκοπός μας, επίσης, είναι η καταγραφή των δικών σας απόψεων και παρατηρήσεων ενόψει και της επικείμενης έκδοσης της υπουργικής απόφασης που θα ρυθμίζει εκ νέου ή διαφορετικά τα παραπάνω ζητήματα.
Στη συνέχεια, στο Β΄ Κεφάλαιο των μαθημάτων, θα ασχοληθούμε με το αναθεωρημένο Σύστημα Ελέγχου Συμπεριφοράς Οδηγών (Σ.Ε.Σ.Ο.), όπως καθιερώνεται στο άρθρο 107 του Κ.Ο.Κ. και ρυθμίζεται από την πρόσφατη κοινή υπουργική απόφαση υπ αριθμ. 21504/2601, η οποία, μεταξύ άλλων, αναβαθμολογεί τις παραβιάσεις που επηρεάζουν την οδική ασφάλεια, καθορίζει τον τρόπο συγκέντρωσης και καταχώρισης των στοιχείων για τις παραβάσεις του Κ.Ο.Κ. και θέτει τους όρους επαναχορήγησης της αφαιρεθείσας άδειας οδήγησης.

Α΄ Κεφάλαιο

Ζητήματα που σχετίζονται με το επάγγελμα του Εκπαιδευτή Υποψηφίων Οδηγών

Σύμφωνα με το άρθρο 85 παρ. 2 ν. 3542/2007, η παρ. 6 (Άδειες εκπαιδευτών υποψηφίων οδηγών) του άρθρου 94 ν. 2696/1999 αντικαταστάθηκε ως εξής: «6. Με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών καθορίζονται τα της εκπαίδευσης και κατάρτισης των υποψηφίων εκπαιδευτών των υποψηφίων οδηγών και οδηγών, οι προϋποθέσεις, η διαδικασία, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, η σύνθεση των εξεταστικών επιτροπών και όλα τα θέματα που αφορούν τον τρόπο εξέτασης για τη χορήγηση άδειας εκπαιδευτή υποψηφίων οδηγών αυτοκινήτων και μοτοσικλετών, καθώς και τα των διοικητικών κυρώσεων και κυρώσεων για τους παραβάτες των διατάξεων της απόφασης αυτής.».
Παραπέρα στο άρθρο 94 προστίθεται νέα παράγραφος 7 που ορίζει ότι: «7. Με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών καθορίζονται: α) Οι προϋποθέσεις, η διαδικασία και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για τη χορήγηση άδειας ίδρυσης και λειτουργίας σχολής οδηγών και κέντρων θεωρητικής εκπαίδευσης υποψήφιων οδηγών (ΚΕΘΕΥΟ) αυτοκινήτων, τρίτροχων οχημάτων και μοτοσικλετών. β) τα της άσκησης του επαγγέλματος του εκπαιδευτή υποψήφιων οδηγών αυτοκινήτων και μοτοσικλετών και της λειτουργίας σχολών και κέντρων θεωρητικής εκπαίδευσης υποψήφιων οδηγών (ΚΕΘΕΥΟ) οδηγών αυτοκινήτων και μοτοσικλετών. γ) τα της εκπαίδευσης των εξεταστών και των υποψήφιων οδηγών αυτοκινήτων, μοτοσικλετών, τρίτροχων και τετράτροχων με την καθιέρωση υποχρεωτικών μαθημάτων, πριν από την εξέταση, καθώς και τα της επιμόρφωσης των εξεταστών και των εκπαιδευτών υποψήφιων οδηγών. Στην ίδια απόφαση μπορεί να ορισθεί ότι οι υποδείξεις που δίδονται από τον εξεταστή στον υποψήφιο οδηγό για τις ανάγκες των εξετάσεων και στο πλαίσιο αυτών, για χειρισμούς που αντιβαίνουν στις διατάξεις του παρόντος Κώδικα, είναι υποχρεωτικές για τον υποψήφιο οδηγό. δ) τα των διοικητικών κυρώσεων για τους παραβάτες των διατάξεων της απόφασης αυτής.».
Σύμφωνα με τα παραπάνω καταργείται η ρύθμιση της εκπαίδευσης και εξέτασης υποψήφιων εκπαιδευτών με προεδρικά διατάγματα και καθιερώνεται ότι στο εξής τα ζητήματα αυτά θα ρυθμίζονται με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών. Η ίδια ρύθμιση ισχύει και για τη λειτουργία των Σχολών Οδηγών.
Όμως, εν αναμονή της κατά τα παραπάνω υπουργικής απόφασης, τα εν λόγω ζητήματα ρυθμίζονται σήμερα από τις διατάξεις του π.δ. 208/2002 «Εκπαιδευτές Υποψήφιων Οδηγών, Σχολές Οδηγών, Κέντρα Θεωρητικής Εκπαίδευσης Υποψήφιων Οδηγών και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων», ΦΕΚ Α΄ 194/23.8.2002. 

1. Το επάγγελμα του Εκπαιδευτή Υποψήφιων Οδηγών γενικά

1.1. Ορισμός

Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 εκπαιδευτής υποψήφιων οδηγών αυτοκινήτων και μοτοσικλετών είναι το φυσικό πρόσωπο που κατέχει ισχύουσα άδεια άσκησης επαγγέλματος εκπαιδευτή υποψηφίων οδηγών.

1.2. Έργο

Το έργο του εκπαιδευτή σύμφωνα με το π.δ. είναι να παρέχει θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση σε υποψήφιους οδηγούς αυτοκινήτων, μοτοσικλετών και μοτοποδηλάτων κάθε κατηγορίας και υποκατηγορίας. να παρίσταται με εκπαιδευτικό όχημα κατά την πρακτική εξέταση των υποψήφιων οδηγών που διενεργείται στις κατά τόπους Υπηρεσίες Μεταφορών και Επικοινωνιών των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων. να παρέχει πρακτική εκπαίδευση σε κατόχους άδειας οδήγησης αυτοκινήτων, μοτοσικλετών και μοτοποδηλάτων για τη βελτίωση της ικανότητας οδήγησης (άρθρο 2 παρ. 1).

1.3. Προϋποθέσεις άσκησης επαγγέλματος

Ο ενδιαφερόμενος για την άσκηση του επαγγέλματος του εκπαιδευτή υποψήφιων οδηγών πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 2 παρ. 2. Οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει να συντρέχουν αθροιστικά στο πρόσωπο του ενδιαφερόμενου και είναι οι εξής:
(α) Να έχει ισχύουσα άδεια άσκησης επαγγέλματος εκπαιδευτή.
(β) Να είναι κάτοχος άδειας λειτουργίας Σχολής Οδηγών, ή σχολής ΚΕΘΕΥΟ (Κέντρο Θεωρητικής Εκπαίδευσης Υποψήφιων Οδηγών) που λειτουργεί νόμιμα, ή να είναι εταίρος ή μέτοχος νομικού προσώπου στο όνομα του οποίου έχει εκδοθεί άδεια λειτουργίας Σχολής Οδηγών ή σχολής ΚΕΘΕΥΟ, ή να εργάζεται με οποιαδήποτε σχέση εργασίας σε Σχολή Οδηγών ή σε ΚΕΘΕΥΟ που λειτουργεί νόμιμα.
(γ) Να είναι ασφαλισμένος στον ασφαλιστικό φορέα που προβλέπουν οι κείμενες διατάξεις, με τη συγκεκριμένη, κατά την προηγούμενη περίπτωση (β), ιδιότητα.
Η άδεια άσκησης επαγγέλματος εκπαιδευτή υποψήφιων οδηγών είναι άδεια που χορηγείται από την αρμόδια Υπηρεσία Μεταφορών και Επικοινωνιών σε φυσικό πρόσωπο που πληροί τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την εκπαίδευση υποψήφιων οδηγών (άρθρο 1 παρ. 4). Η παραπάνω άδεια χορηγείται υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 3.
Η Σχολή Οδηγών αυτοκινήτων και μοτοσικλετών είναι ο κατάλληλα διαμορφωμένος και εξοπλισμένος χώρος τον οποίο χρησιμοποιεί ο εκπαιδευτής για τις επαγγελματικές του ανάγκες στα πλαίσια της πρακτικής εκπαίδευσης των υποψήφιων οδηγών οχημάτων (άρθρο 1 παρ. 2). Η άδεια για την ίδρυση και λειτουργία Σχολής Οδηγών χορηγείται σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα από τις κατά τόπους αρμόδιες Υπηρεσίες Μεταφορών και Επικοινωνιών με απόφαση του οικείου Νομάρχη και υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 7.
Τέλος, Κέντρο Θεωρητικής Εκπαίδευσης Υποψήφιων Οδηγών (ΚΕΘΕΥΟ) είναι ο κατάλληλα διαμορφωμένος και εξοπλισμένος χώρος τον οποίο χρησιμοποιεί φυσικό ή νομικό πρόσωπο για τη θεωρητική εκπαίδευση των υποψήφιων οδηγών αυτοκινήτων οχημάτων. Στα ΚΕΘΕΥΟ είναι δυνατό να παρέχονται μαθήματα θεωρητικής εκπαίδευσης και σε κατόχους άδειας οδήγησης ή σε υποψήφιους οδηγούς μοτοποδηλάτων, για τους οποίους η θεωρητική εκπαίδευση δεν είναι υποχρεωτική (άρθρο 1 παρ. 3). Η άδεια ίδρυσης και λειτουργίας του ΚΕΘΕΥΟ χορηγείται σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 8.

1.4. Χώρος άσκησης του επαγγέλματος

Ο εκπαιδευτής ασκεί το επάγγελμά του αποκλειστικά εντός του νομού όπου βρίσκεται η έδρα της Σχολής ή σε νομό που έχει υποκατάστημα η Σχολή Οδηγών. Η Περιφέρεια Αττικής θεωρείται για το σκοπό του παρόντος π.δ. ως ενιαίος νομός. Η παράσταση εκπαιδευτή κατά τις πρακτικές εξετάσεις υποψήφιων εκπαιδευτών υποψήφιων οδηγών είναι ελεύθερη σε όλη τη χώρα (άρθρο 2 παρ. 3).

2. Εκπαίδευση υποψήφιων εκπαιδευτών ως προϋπόθεση για τη λήψη άδειας άσκησης επαγγέλματος

2.1. Ο Οργανισμός Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης (Ο.Ε.Ε.Κ.)

Ο Ο.Ε.Ε.Κ. είναι ο εκπαιδευτικός φορέας για την οργάνωση και λειτουργία προγραμμάτων επαγγελματικής κατάρτισης υποψήφιων εκπαιδευτών προς απόκτηση του Διπλώματος Επαγγελματικής Κατάρτισης Εκπαιδευτή Υποψήφιων Οδηγών . Ο Ο.Ε.Ε.Κ. καθορίζει το ωρολόγιο και αναλυτικό πρόγραμμα καθώς και τις εκπαιδευτικές περιόδους, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις που διέπουν τη λειτουργία των Ινστιτούτων Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ε.Κ.) . διενεργεί σε πανελλαδικό επίπεδο τις εξετάσεις των υποψήφιων εκπαιδευτών που ολοκλήρωσαν τα προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης και χορηγεί το Δίπλωμα.

2.2. Η διδακτέα ύλη

Το υπ αριθμό 5 παράρτημα του π.δ. αναφέρεται στη διδακτέα ύλη θεωρητικής και πρακτικής εκπαίδευσης των υποψήφιων εκπαιδευτών. Μεταξύ των μαθημάτων περιλαμβάνεται και η «Νομοθεσία οδικής κυκλοφορίας» με την οποία θα ασχοληθούμε ειδικότερα παρακάτω ενόψει και της πρόσφατης τροποποίησης των διατάξεων του ΚΟΚ, και κυρίως, της αναθεώρησης του Σ.Ε.Σ.Ο.

2.3. Το Δίπλωμα

Το Δίπλωμα Επαγγελματικής Κατάρτισης Εκπαιδευτή Υποψήφιων Οδηγών είναι δίπλωμα επιπέδου μεταδευτεροβάθμιας επαγγελματικής κατάρτισης και χορηγείται από τον Ο.Ε.Ε.Κ. σε φυσικό πρόσωπο που ολοκλήρωσε επιτυχώς την προβλεπόμενη εκπαίδευση ως εκπαιδευτής υποψήφιων οδηγών .

3. Επιμόρφωση Εκπαιδευτών

Το ζήτημα της επιμόρφωσης των εκπαιδευτών υποψήφιων οδηγών διαλαμβάνει το άρθρο 13 του π.δ. Σύμφωνα με αυτό οι κάτοχοι αδειών εκπαιδευτών υποψήφιων οδηγών που δεν είναι απόφοιτοι του Ο.Ε.Ε.Κ. ή του Εκπαιδευτικού φορέα του άρθρου 5 του π.δ. 404/199611α, οφείλουν να παρακολουθήσουν ταχύρρυθμο πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης επί της ύλης που διδάσκεται στα Ι.Ε.Κ. επί των τεσσάρων εγχειριδίων της θεωρητικής εκπαίδευσης υποψήφιων οδηγών, καθώς και επί του τρόπου εξέτασης των υποψήφιων οδηγών με βάση τις ισχύουσες διατάξεις του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών.
Με βάση το παραπάνω άρθρο 13 για την επιμόρφωση των εκπαιδευτών και δεδομένου ότι «το επάγγελμα του εκπαιδευτή υποψήφιων οδηγών αυτοκινήτων και μοτοσικλετών συνδέεται με την ασφάλεια της οδικής κυκλοφορίας, η οποία, αποβλέποντας κατά κύριο λόγο στην προστασία της ανθρώπινης ζωής, συνιστά λόγο δημοσίου συμφέροντος και δικαιολογεί την επιβολή όρων κατά την επιλογή και άσκηση του συγκεκριμένου επαγγέλματος καθό μέτρο αυτοί είναι αναγκαίοι και πρόσφοροι για την πραγμάτωσή της» θεωρούμε ότι η επιμόρφωση των εκπαιδευτών ως αποβλέπουσα στην προστασία της ανθρώπινης ζωής αποτελεί λόγο δημοσίου συμφέροντος και οφείλει να είναι διαρκής και επίκαιρη.


Β΄ Κεφάλαιο

Το Σύστημα Ελέγχου Συμπεριφοράς Οδηγών

Το άρθρο 107 ΚΟΚ με τίτλο Σύστημα Ελέγχου Συμπεριφοράς Οδηγών ορίζει τα παρακάτω: «1. Με απόφαση των Υπουργών Μεταφορών και Επικοινωνιών και Δημόσιας Τάξης καθιερώνεται Σύστημα Ελέγχου της Συμπεριφοράς των Οδηγών (ΣΕΣΟ) όλων των μηχανοκίνητων οχημάτων ή ορισμένων κατηγοριών εξ αυτών ή και των μοτοποδηλάτων, με τη συγκέντρωση και καταχώριση των στοιχείων για τις διαπραττόμενες από αυτούς παραβάσεις ορισμένων διατάξεων του παρόντος Κώδικα και της κατηγορίας αυτών. 2. Με την αυτή απόφαση καθορίζονται ο τρόπος συγκέντρωσης και καταχώρισης των πιο πάνω στοιχείων, η βαθμολόγηση των παραβάσεων και τα επιβαλλόμενα διοικητικά μέτρα στην περίπτωση συγκέντρωσης ορισμένης βαθμολογίας και μπορεί να ορίζεται ότι άδεια οδήγησης που αφαιρέθηκε, κατ εφαρμογή του συστήματος ελέγχου της συμπεριφοράς των οδηγών (ΣΕΣΟ), επαναχορηγείται μόνο μετά από εκπαίδευση του οδηγού με το ειδικό περιεχόμενο που ορίζει η απόφαση και εξέτασή του. 3. Τα πιο πάνω διοικητικά μέτρα επιβάλλονται και εκτελούνται παράλληλα και ανεξάρτητα με τις ποινικές κυρώσεις. 4. [Η παρ.4 καταργήθηκε με το άρθρο 95 του ν. 3542/2007 (ΦΕΚ Α΄ 50/2.3.2007)].».
Το εν λόγω άρθρο 107 του νέου ΚΟΚ καθιερώνει το Σύστημα Ελέγχου Συμπεριφοράς Οδηγών (Σ.Ε.Σ.Ο. & «point system»), δηλαδή, τη χρέωση των οδηγών με ορισμένους βαθμούς για ορισμένες παραβάσεις του ΚΟΚ που εντάσσονται στο Σύστημα.
Η διάταξη της παρ. 1 του παραπάνω άρθρου παρέχει εξουσιοδότηση στους Υπουργούς Μεταφορών και Επικοινωνιών και Δημόσιας Τάξης να καθορίσουν με κοινή υπουργική απόφαση (ΚΥΑ) το Σύστημα Ελέγχου Συμπεριφοράς Οδηγών (ΣΕΣΟ) όλων των μηχανοκίνητων οχημάτων ή ορισμένων κατηγοριών από αυτά ή ακόμα και των μοτοποδηλάτων.
Σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη αυτή το Σύστημα υλοποιείται με τη συγκέντρωση και καταχώριση των στοιχείων για τις παραβάσεις του ΚΟΚ που διαπράττονται από τους οδηγούς των οχημάτων αυτών.
Παραπέρα, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου με την ίδια Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) καθορίζεται και ο τρόπος συγκέντρωσης και καταχώρισης των παραπάνω στοιχείων, η βαθμολόγηση των παραβάσεων και τα διοικητικά μέτρα που επιβάλλονται στην περίπτωση που συγκεντρώνεται ορισμένη βαθμολογία. Επίσης η κατά τα παραπάνω Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) μπορεί να καθορίσει ότι η άδεια οδήγησης που αφαιρέθηκε κατ εφαρμογή του ΣΕΣΟ επαναχορηγείται μόνο μετά από εκπαίδευση του οδηγού, με το ειδικό περιεχόμενο που ορίζει η απόφαση, και εξέτασή του.
Τέλος, κατά την παρ. 3 του εν λόγω άρθρου τα διοικητικά μέτρα που προβλέπονται στην παρ. 2 επιβάλλονται και εκτελούνται παράλληλα και ανεξάρτητα με τις ποινικές κυρώσεις.
Αξίζει να σημειωθεί ότι για την αύξηση του ελέγχου της συμπεριφοράς των οδηγών καταργήθηκε η διάταξη του άρθρου 107 παρ. 4 που προέβλεπε ότι για όσες παραβάσεις, εντάσσονται στο ΣΕΣΟ «point system» δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του ΚΟΚ που προβλέπουν διοικητικές ποινές, καθώς και οι διατάξεις που προβλέπουν παρεπόμενες ποινές αφαίρεσης άδειας ικανότητας οδηγού.
Κατ εξουσιοδότηση των διατάξεων του άρθρου 107 του ΚΟΚ οι υπουργοί Μεταφορών και Επικοινωνιών και Δημόσιας Τάξης έχοντας υπόψη ότι για ορισμένες παραβάσεις του ΚΟΚ, οι οποίες είναι ενταγμένες στο ΣΕΣΟ, απαιτείται παράλληλα και η επιβολή διοικητικών κυρώσεων, για το λόγο ότι οι παραβάσεις αυτές επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό την οδική ασφάλεια και είναι κύριες αιτίες τροχαίων ατυχημάτων . ότι υπάρχει ανάγκη αναμόρφωσης της απόφασης «Σύστημα Ελέγχου Συμπεριφοράς Οδηγών αυτοκινήτων, μοτοσικλετών και μοτοποδηλάτων» εξέδωσαν τη νέα ΚΥΑ υπ αριθ. 21504/2601 (ΦΕΚ Β΄ 623/25.4.2007) «Σύστημα Ελέγχου Συμπεριφοράς Οδηγών Αυτοκινήτων, Μοτοσικλετών και Μοτοποδηλάτων (ΣΕΣΟ)», που ισχύει από 3.6.2007 . Από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παραπάνω απόφασης, καταργείται η ΚΥΑ υπ αριθ. 67754/8530/2002 (ΦΕΚ Β΄ 1510/2002) .

1. Πεδίο εφαρμογής του ΣΕΣΟ

Κατά το άρθρο 1 της ΚΥΑ στο Σύστημα εντάσσεται, ελέγχεται και παρακολουθείται η οδική συμπεριφορά κατόχων άδειας οδήγησης αυτοκινήτων, μοτοσικλετών και μοτοποδηλάτων, εφόσον η άδεια έχει εκδοθεί από ελληνική ή ξένη αρχή και ισχύει στην Ελλάδα σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις. Ο κατά τα παραπάνω έλεγχος διενεργείται από τα Αστυνομικά όργανα και από οποιαδήποτε άλλη αρχή στην οποία έχει εκχωρηθεί με νόμο η αρμοδιότητα εφαρμογής του ΚΟΚ.

2. Οι παραβάσεις του ΚΟΚ που εντάσσονται στο ΣΕΣΟ 
και οι βαθμοί ποινής

Στο ΣΕΣΟ εντάσσονται 23 παραβάσεις που επισύρουν βαθμούς ποινής από 3 έως 9, ανάλογα με την παράβαση. Στη συνέχεια με γνώμονα το άρθρο 2 της ΚΥΑ θα επιχειρήσουμε να κατατάξουμε τις παραβάσεις του ΚΟΚ (που εντάσσονται στο ΣΕΣΟ) ανάλογα με τη βαρύτητα του βαθμού ποινής τους.

2.1. Βαθμοί ποινής: 3

Άρθρο 3 Παραβίαση υποδείξεων και σημάτων που δίνουν οι τροχονόμοι 
Άρθρο 5 παρ. 8 περ. ε,ζ,ιγ Παραβίαση της οριζόντιας σήμανσης 
Άρθρο 12 παρ. 1 Αντικανονική συμπεριφορά οδηγού προς τους χρήστες της οδού 
Άρθρο 13 παρ. 2 Οδήγηση αυτοκινήτου με χρήση ηχητικών συσκευών ή τηλεόρασης. Οδήγηση με χρήση κινητού τηλεφώνου χωρίς ανοικτή ακρόαση ή χωρίς ασύρματη επικοινωνία 
Άρθρο 17 Αντικανονική συμπεριφορά κατά το προσπέρασμα 
Άρθρο 19
εκτός των παρ. 5 και 6 Παραβίαση γενικών διατάξεων που αφορούν την ταχύτητα και απόσταση ασφαλείας μεταξύ οχημάτων 
Άρθρο 25 Παραβίαση ειδικών κανόνων για τα οχήματα των δημοσίων συγκοινωνιών 
Άρθρο 26
παρ. 1 και 2 Παρακώλυση κυκλοφορίας σε ισόπεδο κόμβο 
Άρθρο 32
παρ.2,4,5,6,7 Ακατάλληλη φόρτωση φορτίου (δεν είναι καλά τοποθετημένο ή περιορίζει την ορατότητα του οδηγού ή δεν είναι καλά σημασμένο ή σύρεται στο έδαφος) 
Άρθρο 68 Παραβίαση της διάταξης για τα φώτα τροχοπέδησης (φρένων) 

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι κωδικοί ποινής (ΚΠ) που χρησιμοποιεί η ενλόγω ΚΥΑ σχηματίζονται από το γράμμα Γ που αντιστοιχεί αλφαβητικά στον αριθμό 3 (που είναι οι βαθμοί ποινής) και από τον αύξοντα αριθμό του άρθρου του ΚΟΚ για την παράβαση του οποίου ορίστηκαν βαθμοί ποινής 3. Δηλαδή, η πρώτη παράβαση του άρθρου 3 του ΚΟΚ, έχει κωδικό ποινής Γ1. η δεύτερη, του άρθρου 5 περ. ε, ζ, ιγ, έχει κωδικό ποινής Γ2. η τρίτη του άρθρου 12 παρ. 1, έχει κωδικό ποινής Γ3 κ.ο.κ.
Κατ εξαίρεση, η παράβαση του άρθρου 68 (Φώτα τροχοπέδησης), έχει ΚΠ: Φ1.

2.2. Βαθμοί ποινής: 5

Άρθρο 4
παρ. 11 Η παραβίαση των παρακάτω πινακίδων ή του συνδυασμού αυτών με πρόσθετες πινακίδες
P-5 Προτεραιότητα της αντιθέτως ερχόμενης κυκλοφορίας λόγω στενότητας του οδοστρώματος
Ρ-6 Προτεραιότητα έναντι της επερχόμενης κυκλοφορίας λόγω στενότητας του οδοστρώματος
Ρ-7 Απαγορεύεται η είσοδος σε όλα τα οχήματα
Ρ-8 Κλειστή οδός για όλα τα οχήματα και προς τις δύο κατευθύνσεις
Ρ-9 Απαγορεύεται η είσοδος σε μηχανοκίνητα οχήματα εκτός των διτρόχων μοτοσικλετών
Ρ-10 Απαγορεύεται η είσοδος στις μοτοσικλέτες
Ρ-12 Απαγορεύεται η είσοδος στα μοτοποδήλατα 
Ρ-13 Απαγορεύεται η είσοδος στα φορτηγά αυτοκίνητα
Ρ-14 Απαγορεύεται η είσοδος σε μηχανοκίνητο όχημα το οποίο σύρει ρυμουλκούμενο, πλην ημιρυμουλκούμενου ή ρυμουλκούμενου ενός άξονα
Ρ-19 Απαγορεύεται η είσοδος σε μηχανοκίνητα οχήματα
Ρ-20 Απαγορεύεται η είσοδος σε οχήματα ορισμένων κατηγοριών (π.χ. σε μηχανοκίνητα και ζωήλατα οχήματα)
Ρ-26 Απαγορεύεται η οδήγηση οχήματος σε απόσταση μικρότερη των (π.χ. 70) μέτρων από του προηγούμενου
Ρ-27 Απαγορεύεται η αριστερή στροφή
Ρ-28 Απαγορεύεται η δεξιά στροφή
Ρ-29 Απαγορεύεται η αναστροφή (στροφή κατά 180ο)
Ρ-30 Απαγορεύεται το προσπέρασμα μηχανοκίνητων οχημάτων, πλην των δίτροχων μοτοσικλετών χωρίς καλάθι
Ρ-31 Απαγορεύεται στους οδηγούς φορτηγών αυτοκινήτων, μέγιστου επιτρεπόμενου βάρους, που υπερβαίνει τους 3,5 τόνους να προσπερνούν άλλα οχήματα
Ρ-32 Η μέγιστη ταχύτητα περιορίζεται στον αναγραφόμενο αριθμό (π.χ. 50) χιλιόμετρα την ώρα
Ρ-45 Απαγορεύεται η είσοδος σε οχήματα που μεταφέρουν πάνω από ορισμένη ποσότητα εκρηκτικές ή εύφλεκτες ύλες
Ρ-46 Απαγορεύεται η είσοδος σε οχήματα που μεταφέρουν πάνω από ορισμένη ποσότητα ύλες οι οποίες μπορεί να προκαλέσουν μόλυνση υδάτων
Ρ-47 Υποχρεωτική κατεύθυνση πορείας προς τα αριστερά
Ρ-48 Υποχρεωτική κατεύθυνση πορείας προς τα δεξιά
Ρ-49 Υποχρεωτική κατεύθυνση πορείας προς τα εμπρός
Ρ-50 Υποχρεωτική κατεύθυνση πορείας με στροφή αριστερά ή δεξιά
Ρ-50α Υποχρεωτική κατεύθυνση πορείας με στροφή αριστερά
Ρ-50δ Υποχρεωτική κατεύθυνση πορείας με στροφή δεξιά
Ρ-51α Υποχρεωτική κατεύθυνση εμπρός ή αριστερά
Ρ-51δ Υποχρεωτική κατεύθυνση εμπρός ή δεξιά
Ρ-52 Υποχρεωτική διέλευση είτε από τη δεξιά είτε από την αριστερή πλευρά της νησίδας ή του εμποδίου
Ρ-52α Υποχρεωτική διέλευση μόνο από την αριστερή πλευρά της νησίδας ή του εμποδίου
Ρ-52δ Υποχρεωτική διέλευση μόνο από τη δεξιά πλευρά της νησίδας ή του εμποδίου
Ρ-53 Κυκλική υποχρεωτική διαδρομή
Ρ-54 Οδός υποχρεωτικής διέλευσης ποδηλάτων (απαγορευμένης της διέλευσης άλλων οχημάτων)
Ρ-55 Οδός υποχρεωτικής διέλευσης πεζών (πεζόδρομος, απαγορευμένης της διέλευσης άλλων εκτός πεζών, οχημάτων άμεσης ανάγκης και οχημάτων για την είσοδο-έξοδο σε παρόδιες ιδιοκτησίες)
Ρ-59 Υποχρεωτικές αντιολισθητικές αλυσίδες χιόνων σε δύο τουλάχιστον από τους κινητήριους τροχούς του αυτοκινήτου
Ρ-60 Ανώτατη ταχύτητα περιοχής
Ρ-65 Η κάθε κατηγορία χρηστών που απεικονίζει το αντίστοιχο σύμβολο πρέπει να χρησιμοποιεί την πλευρά του αντίστοιχου διαδρόμου που είναι ειδικά επιλεγμένη για αυτήν την κατηγορία
Ρ-66 Οι διάφορες κατηγορίες χρηστών που απεικονίζουν τα αντίστοιχα σύμβολα επιτρέπεται να χρησιμοποιούν ταυτόχρονα τον ειδικό διάδρομο
Ρ-67 Αποκλειστική διέλευση λεωφορείων ή τρόλλεϋ
Ρ-73α Υποχρεωτική κατεύθυνση πορείας οχημάτων μεταφοράς επικίνδυνων φορτίων προς τα αριστερά
Ρ-73δ Υποχρεωτική κατεύθυνση πορείας οχημάτων μεταφοράς επικίνδυνων φορτίων προς τα δεξιά
Ρ-74α Υποχρεωτική κατεύθυνση πορείας οχημάτων μεταφοράς επικίνδυνων φορτίων προς τα αριστερά
Ρ-74δ Υποχρεωτική κατεύθυνση πορείας οχημάτων μεταφοράς επικίνδυνων φορτίων προς τα δεξιά
Ρ-75 Επιβάλλει ιδιαίτερη προσοχή σε οχήματα που μεταφέρουν επικίνδυνες ύλες που μπορούν να προκαλέσουν μόλυνση των υδάτων
Άρθρο 12
παρ. 2,5,6 Διασκόρπιση στο οδόστρωμα υλικών που μπορούν να προκαλέσουν κίνδυνο. Μη χρήση ζώνης ασφαλείας ή μη κανονική χρήση της ή έλλειψη ειδικών μέσω συγκράτησης για παιδιά . Οδήγηση μοτοποδηλάτου, μοτοσικλέτας ή τρικύκλου χωρίς κουβούκλιο χωρίς ο οδηγός και ο επιβάτης να φοράει κράνος 
Άρθρο 16
παρ. 4 Κίνηση αντίθετα στην κυκλοφορία, σε πεζοδρόμια, πλατείες κ.λπ. 
Άρθρο 20
παρ. 10,12,13 Υπέρβαση της ταχύτητας μεταξύ των 20 και 30 χλμ/ώρα. Αντικανονική χρήση ταχογράφου και περιοριστή ταχύτητας 
Άρθρο 29
παρ. 1,3,4,5,6 Κυκλοφορία μοτοποδηλάτων στον αυτοκινητόδρομο. Μη σήμανση με προειδοποιητικό τρίγωνο ή ρυμούλκηση στον αυτοκινητόδρομο. Κυκλοφορία βαρέων οχημάτων στην 3η λωρίδα στον αυτοκινητόδρομο. Αντικανονική είσοδος και έξοδος στον αυτοκινητόδρομο 
Άρθρο 40
παρ. 1,2 Μη εφαρμογή των ειδικών κανόνων για τους οδηγούς μοτοποδηλάτων, μοτοσικλετών και τρίτροχων οχημάτων 
Άρθρο 42
παρ. 7α Οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ (περιεκτικότητα αλκοόλ στο αίμα από 0,50 g/l έως 0,80 g/l μετρούμενη με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 έως 0,40 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με συσκευή αλκοολόμετρου 
Άρθρο 44
παρ. 3 περ. γ΄ Ακολούθηση των οχημάτων άμεσης ανάγκης 
Άρθρο 52
παρ. 6 Κίνηση ή στάθμευση στις οδούς ή λωρίδες που κυκλοφορούν μόνο τα μέσα μαζικής μεταφοράς 
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι κωδικοί ποινής (ΚΠ) που χρησιμοποιεί η ΚΥΑ σχηματίζονται (για τις παραπάνω παραβάσεις) από το γράμμα Ε που αντιστοιχεί αλφαβητικά στον αριθμό 5 (που είναι οι βαθμοί ποινής) και από τον αύξοντα αριθμό του άρθρου του ΚΟΚ για την παράβαση του οποίου ορίστηκαν βαθμοί ποινής 5. Δηλαδή, η πρώτη παράβαση (με 5 βαθμούς ποινής), του άρθρου 4 παρ. 11 του ΚΟΚ, έχει κωδικό ποινής Ε1. η δεύτερη, του άρθρου 12 παρ. 2,5,6 έχει κωδικό ποινής Ε2 κ.ο.κ.

2.3. Βαθμοί ποινής: 7

Άρθρο 5
παρ. 8
περ α΄, β΄, γ΄, δ΄, ια΄ Παραβίαση της οριζόντιας σήμανσης (περιπτώσεις α:Απαγόρευση διάβασης διαγράμμισης. β:Απαγόρευση διάβασης διπλών διακεκομμένων γραμμών. γ:Απαγόρευση διάβασης συνεχούς γραμμής. δ:Απαγόρευση κίνησης σε κατά μήκος διαγραμμίσεις (ιππαστί). ια:Απαγόρευση διαφορετικής κατεύθυνσης
Άρθρο 17
παρ. 3 περ. α΄, β΄, ε΄, στ΄, ζ΄ και παρ. 4 Αντικανονική συμπεριφορά κατά το προσπέρασμα 
Άρθρο 26
παρ. 5 Παραβίαση προτεραιότητας 
Άρθρο 33 
παρ. 2 περ. α΄ και γ΄ Αντικανονική μεταφορά επιβατών και παιδιών με μοτοποδήλατα και μοτοσικλέτες 
Άρθρο 39 Αντικανονική συμπεριφορά οδηγών προς πεζούς 
Άρθρο 1 
ΚΥΑ 43500/5691 /2002
(για ειδικές κατηγορίες οδηγών) Οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ (περιεκτικότητα αλκοόλ στο αίμα από 0,20 g/l έως 0,80 g/l μετρούμενη με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,10 έως 0,40 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολόμετρου)
Σημειώνεται ότι ο κωδικός ποινής (ΚΠ) που χρησιμοποιεί η ΚΥΑ γι αυτήν την κατηγορία βαθμών ποινής (7) είναι Ζ (που αντιστοιχεί αλφαβητικά στον αριθμό 7).

2.4. Βαθμοί ποινής: 9

Άρθρο 4 
παρ. 11 Η παραβίαση των παρακάτω πινακίδων ή του συνδυασμού αυτών με πρόσθετες πινακίδες:
Ρ-1 Υποχρεωτική παραχώρηση προτεραιότητας
Ρ-2 Υποχρεωτική διακοπή πορείας
Ρ-71 Χώρος στάθμευσης αποκλειστικά για οχήματα ατόμων με αναπηρίες (ΑμεΑ), ύστερα από ειδική άδεια
Ρ-72 Χώρος στάθμευσης αποκλειστικά για συγκεκριμένο όχημα ατόμων με αναπηρίες (ΑμεΑ), ύστερα από ειδική άδεια και με αριθμό κυκλοφορίας 
Άρθρο 6 
παρ. 1 περ. β΄, ε΄, η΄, ι΄ Παραβίαση ερυθρού σηματοδότη (β΄:Ερυθρό σταθερό φως κυκλικής μορφής. ε΄:Απλό ερυθρό φως, το οποίο αναβοσβήνει (αναλάμπον). η΄:Ερυθρό φως με μορφή βέλους. ι΄:Ερυθρό φως, με μορφή δύο ράβδων που τέμνονται σε σχήμα Χ 
Άρθρο 12 
παρ. 8 Οδήγηση οδικών οχημάτων για επίδειξη ικανότητας, εντυπωσιασμό, ανταγωνισμό ή τέλεση αυτοσχέδιων αγώνων 
Άρθρο 21 
παρ. 4 Συνεχείς ελιγμοί 
Άρθρο 27 
παρ. 1 περ. β΄, γ΄, δ΄ Παραβίαση σιδηροδρομικών διαβάσεων (β΄:χωρίς κινητά φράγματα. γ΄:με κινητά φράγματα. δ΄: είσοδος σε διάβαση με κλειστά κινητά φράγματα) 
Άρθρο 29 
παρ. 2,8,9 Απαγόρευση επιτόπιας στροφής, οπισθοπορείας και οδήγησης στην κεντρική διαχωριστική λωρίδα στον αυτοκινητόδρομο. Απαγόρευση οπισθοπορείας, επιτόπιας στροφής, στάθμευσης στις ειδικές διαπλατύνσεις, μη χρήση φώτων στις σήραγγες. Κίνηση στη λωρίδα έκτακτης ανάγκη (Λ.Ε.Α.) στον αυτοκινητόδρομο 
Άρθρο 42 
παρ. 7β Οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ (περιεκτικότητα αλκοόλ στο αίμα από 0,80 g/l έως 1,10 g/l μετρούμενη με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,40 έως 0,60 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολόμετρου) 
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι κωδικοί ποινής (ΚΠ) που χρησιμοποιεί η ενλόγω ΚΥΑ σχηματίζονται (για τις παραπάνω παραβάσεις) από το γράμμα Θ που αντιστοιχεί αλφαβητικά στον αριθμό 9 (που είναι οι βαθμοί ποινής) και από τον αύξοντα αριθμό του άρθρου του ΚΟΚ για την παράβαση του οποίου ορίστηκαν βαθμοί ποινής 9. Δηλαδή, η πρώτη παράβαση (που επισύρει 9 βαθμούς ποινής), του άρθρου 4 παρ. 11 του ΚΟΚ, έχει κωδικό ποινής Θ1. η δεύτερη, του άρθρου 6 παρ. 1 περ. β΄, ε΄, η΄, ι΄ έχει κωδικό ποινής Θ2 κ.ο.κ.

3. Η βεβαίωση των παραβάσεων

3.1. Εκθέσεις βεβαίωσης παράβασης (κλήσεις)

Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 της ΚΥΑ η βεβαίωση των παραβάσεων (του άρθρου 2 της ΚΥΑ) γίνεται με Εκθέσεις βεβαίωσης παράβασης (ή κλήσεις) κατά τον καθιερωμένο τρόπο, από τα αρμόδια όργανα των αστυνομικών αρχών ή άλλων αρχών στις οποίες έχει εκχωρηθεί με νόμο η σχετική αρμοδιότητα. Οι Εκθέσεις παραδίδονται από τα οικεία όργανα σε εξουσιοδοτημένο βαθμοφόρο της υπηρεσίας τους μετά το πέρας του ωραρίου τους και παραμένουν στην αρμόδια υπηρεσία (που βεβαίωσε την παράβαση) για 3 μέρες από την ημερομηνία της βεβαίωσης (άρθρο 4 παρ. 3 ΚΥΑ).

3.1.1. Έκθεση βεβαίωσης παράβασης με γνωστοποίηση στον παραβάτη 

Τα κατά τα παραπάνω αρμόδια όργανα γνωστοποιούν στον παραβάτη οδηγό ότι η συγκεκριμένη παράβαση υπάγεται στο ΣΕΣΟ καθώς και & εφόσον είναι δυνατό & τους βαθμούς που αντιστοιχούν στην παράβαση.

3.1.2. Έκθεση βεβαίωσης παράβασης με βάση τον αριθμό κυκλοφορίας

Στην περίπτωση αυτή η Έκθεση επιδίδεται στον φερόμενο ως ιδιοκτήτη με δημόσιο έγγραφο. Σε περίπτωση συνιδιοκτησίας η Έκθεση επιδίδεται σε έναν από τους συνιδιοκτήτες. Αν ο κατά τα παραπάνω ιδιοκτήτης ισχυριστεί ότι δεν είναι ο παραβάτης & οδηγός υποχρεούται να υποβάλλει υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/86 εντός αποκλειστικής προθεσμίας 5 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της Έκθεσης. Το ίδιο ισχύει για τις περιπτώσεις που τα οχήματα είναι μισθωμένα είτε από εταιρίες ενοικιαζόμενων αυτοκινήτων είτε από εταιρίες χρηματοδοτικής μίσθωσης (leasing). Σε περίπτωση μη υποβολής της παραπάνω δήλωσης εντός της προθεσμίας ως παραβάτης λογίζεται ο ιδιοκτήτης του οχήματος (άρθρο 4 παρ. 2 ΚΥΑ).

3.2. Καταλογισμός παράβασης με βάση τη συνιδιοκτησία

Στις παραπάνω Εκθέσεις και σε περίπτωση συνιδιοκτησίας του οχήματος ο παραβάτης ορίζεται με βάση το ποσοστό συνιδιοκτησίας του. Σε περίπτωση συνιδιοκτησίας κατά ποσοστό 50%, παραβάτης ορίζεται αυτός του οποίου το όνομα αναγράφεται πρώτο στην άδεια κυκλοφορίας του οχήματος, εκτός αν ο έτερος συνιδιοκτήτης αποδεχθεί ότι αυτός διέπραξε την παράβαση με υπεύθυνη δήλωση. Σε περίπτωση συνιδιοκτησίας με διαφορετικό ποσοστό ιδιοκτησίας, παραβάτης ορίζεται αυτός που έχει το μεγαλύτερο ποσοστό ιδιοκτησίας του οχήματος. Σε περίπτωση εταιριών, παραβάτης ορίζεται ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας (άρθρο 4 παρ. 2 ΚΥΑ).

3.3. Το δικαίωμα αντίρρησης του οδηγού

Κατά το χρονικό διάστημα που οι Εκθέσεις βεβαίωσης παράβασης (κλήσεις) παραμένουν στην αρμόδια υπηρεσία, ο παραβάτης & οδηγός, για τον οποίο βεβαιώθηκε η παράβαση, έχει το δικαίωμα να εμφανιστεί ενώπιον του διοικητή (ή του οριζόμενου από τον διοικητή ανακριτικού υπαλλήλου της ίδιας υπηρεσίας) για να εκθέσει τις αντιρρήσεις του για την παράβαση που διέπραξε. Σε περίπτωση που οι αντιρρήσεις κριθούν βάσιμες, δεν υπολογίζονται οι βαθμοί για την παράβαση που βεβαιώθηκε και συντάσσεται πάνω στην Έκθεση βεβαίωσης παράβασης αιτιολογημένη Πράξη ακύρωσης (άρθρο 4 παρ. 3 ΚΥΑ).

3.4. Εγγραφή Εκθέσεων βεβαίωσης παράβασης

Οι Εκθέσεις βεβαίωσης παραβάσεων (κλήσεις), που υπολογίζονται στο ΣΕΣΟ, εγγράφονται σε μαγνητικό μέσο και οι εγγραφές αποστέλλονται ηλεκτρονικά από την αρμόδια υπηρεσία, στην καθ’ύλη αρμόδια υπηρεσία κάθε 20 ημέρες. Οι παραπάνω εγγραφές αριθμούνται με αύξοντα αριθμό που αρχίζει από τον αριθμό 1 κάθε χρόνο (άρθρο 4 παρ. 4 ΚΥΑ).

3.5. Αρμόδια υπηρεσία αποστολής των εγγραφών

Κατά το άρθρο 5 εδ. 1 της ΚΥΑ αρμόδια υπηρεσία για την πληκτρολόγηση, τη διαχείριση και την αποστολή των βεβαιωμένων παραβάσεων που υπολογίζονται στο ΣΕΣΟ είναι η Διεύθυνση Τροχαίας του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης ή άλλη αρχή στην οποία έχει εκχωρηθεί η σχετική αρμοδιότητα.
Οι εγγραφές (που αφορούν το ΣΕΣΟ) διατηρούνται στο αρχείο των αρμόδιων υπηρεσιών του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης ή οποιασδήποτε άλλης αρχής, στην οποία έχει εκχωρηθεί η σχετική αρμοδιότητα για έξι τουλάχιστον χρόνια (άρθρο 4 παρ. 6 της ΚΥΑ).

3.6. Επεξεργασία εγγραφών - Τήρηση αρχείου

Κατά το άρθρο 5 εδ. 2 της ΚΥΑ αρμόδια Υπηρεσία για την παρακολούθηση των τροχαίων παραβάσεων που υπάγονται στο ΣΕΣΟ (κατά το άρθρο 2 της ΚΥΑ) είναι η Διεύθυνση Οργάνωσης και Πληροφορικής του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών όσον αφορά τις άδειες οδήγησης αυτοκινήτων και μοτοσικλετών και η Διεύθυνση Τροχαίας του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης όσον αφορά τις άδειες οδήγησης μοτοποδηλάτων.
Οι κατά τα παραπάνω αρμόδιες υπηρεσίες τηρούν μηχανογραφικό αρχείο, και καταχωρούν στο μητρώο του παραβάτη-οδηγού τις παραβάσεις που διέπραξε και τους αντίστοιχους βαθμούς ποινής. Η επεξεργασία των εγγραφών (κλήσεων) που αποστέλλονται γίνεται εντός μηνός από την παραλαβή τους (άρθρο 4 παρ. 5 της ΚΥΑ).

3.7. Χρόνος τήρησης εγγραφών

Τα ηλεκτρονικά αρχεία των εγγραφών του ΣΕΣΟ διατηρούνται στο μηχανογραφικό αρχείο της κάθε αρμόδιας υπηρεσίας για έξι τουλάχιστον χρόνια (άρθρο 4 παρ. 6 της ΚΥΑ). 

4. Προειδοποιητικό έγγραφο

4.1. Τρόπος αποστολής του εγγράφου

Προειδοποιητικό έγγραφο αποστέλλεται από την αρμόδια υπηρεσία στον παραβάτη οδηγό με τη συμπλήρωση 15 τουλάχιστον βαθμών ποινής στο μητρώο του. Το κατά τα παραπάνω Προειδοποιητικό έγγραφο αποστέλλεται ταχυδρομικώς με συστημένη επιστολή ή με κάθε άλλο πρόσφορο τρόπο υπό την προϋπόθεση να αποδεικνύεται η αποστολή του (άρθρο 6 παρ. 1 της ΚΥΑ).

4.2. Περιεχόμενο του εγγράφου 

Στο προειδοποιητικό έγγραφο καταγράφονται κατ αύξοντα αριθμό, κωδικό ποινής, ημερομηνία και ώρα όλες οι παραβάσεις που διαπράχθηκαν από τον παραβάτη οδηγό καθώς και: η Αστυνομική ή άλλη αρμόδια αρχή που βεβαίωσε και διαβίβασε τις παραβάσεις, ο αριθμός της κλήσης και οι βαθμοί ποινής για κάθε παράβαση (άρθρο 6 παρ. 1 α΄ της ΚΥΑ).
Επίσης προειδοποιείται ο παραβάτης-οδηγός για τις συνέπειες που θα έχει σε περίπτωσης συγκέντρωσης 25 και άνω βαθμών ποινής (άρθρο 6 παρ. 1 β΄ της ΚΥΑ).
Τέλος, παρέχεται οποιοδήποτε ενημερωτικό στοιχείο για την τήρηση του ΚΟΚ, του ΣΕΣΟ και της οδικής ασφάλειας (άρθρο 6 παρ. 1 γ΄ της ΚΥΑ).

4.3. Μη αποστολή προειδοποιητικού εγγράφου

Προειδοποιητικό έγγραφο δεν αποστέλλεται στην περίπτωση της εφαρμογής των διατάξεων της παρ. 3 του άρθρου 3 της ΚΥΑ. Δηλαδή, ανεξαρτήτως βαθμών ποινής, όταν ο παραβάτης-οδηγός διαπράξει συγκεκριμένες παραβάσεις για δεύτερη φορά σε διάστημα 1 έτους . Σ αυτήν την περίπτωση επιβάλλονται οι διοικητικές κυρώσεις του άρθρου 7 της ΚΥΑ, εκδίδεται δηλαδή έγγραφο αφαίρεσης της άδειας οδήγησης (άρθρο 6 παρ. 2 της ΚΥΑ).

4.4. Μη παραλαβή προειδοποιητικού εγγράφου

Κατά το άρθρο 6 παρ. 4 της ΚΥΑ η μη παραλαβή (λήψη) του προειδοποιητικού εγγράφου από τον παραβάτη-οδηγό δεν κωλύει την έκδοση του εγγράφου αφαίρεσης της άδειας οδήγησης .

5. Οι κυρώσεις των παραβάσεων

5.1. Συρροή παραβάσεων

Σε περίπτωση συρροής των παραβάσεων του ΚΟΚ που περιλαμβάνονται στο άρθρο 2 της ενλόγω ΚΥΑ το αρμόδιο όργανο που βεβαιώνει την παράβαση βαθμολογεί όλες τις παραβάσεις (άρθρο 3 παρ. 1 της ΚΥΑ).

5.2. Αφαίρεση άδειας οδήγησης

Η άδεια οδήγησης αφαιρείται είτε με τη συμπλήρωση 25 βαθμών ποινής είτε, ανεξαρτήτως βαθμών ποινής, με την επανάληψη συγκεκριμένης παράβασης σε διάστημα έτους.

5.2.1. Αφαίρεση άδειας οδήγησης με τη συμπλήρωση 25 βαθμών ποινής

Η αρμόδια υπηρεσία για την παρακολούθηση των τροχαίων παραβάσεων που υπάγονται στο ΣΕΣΟ εκδίδει έγγραφο αφαίρεσης της άδειας οδήγησης όταν στο μητρώο του παραβάτη οδηγού συμπληρώνονται 25 βαθμοί ποινής.

5.2.1.1. Η σημασία της αφαίρεσης της άδειας

Με την έκδοση του εγγράφου αφαίρεσης της άδειας οδήγησης η αρμόδια υπηρεσία δεσμεύει και τη δυνατότητα επέκτασης ή αναθεώρησης της άδειας καθώς και τη δυνατότητα έκδοσης αντιγράφου ή χορήγησης νέας άδειας οδήγησης (άρθρο 7 παρ. 1 εδ. β).

5.2.1.2. Αποστολή του εγγράφου αφαίρεσης άδειας 

Το έγγραφο αποστέλλεται ταχυδρομικά με απόδειξη παραλαβής ή αποστέλλεται με οποιονδήποτε άλλο πρόσφορο τρόπο με την προϋπόθεση να αποδεικνύεται η αποστολή του. Ακόμη, κοινοποιείται στο Αστυνομικό Τμήμα της κατοικίας που έχει δηλώσει ο ίδιος ο οδηγός ή στο Αστυνομικό Τμήμα της περιοχής που αναγράφει η άδεια οδήγησης (άρθρο 7 παρ. 2 εδ. α).

5.2.1.3. Το περιεχόμενο του εγγράφου

Με το έγγραφο αφαίρεσης της άδειας καλείται ο παραβάτης-οδηγός να παραδώσει την άδεια οδήγησης σε συγκεκριμένο Αστυνομικό Τμήμα μέσα σε προθεσμία 5 ημερών από την επομένη της παραλαβής του εγγράφου. Το έγγραφο αφαίρεσης περιέχει αναλυτικά τις παραβάσεις στις οποίες έχει υποπέσει ο οδηγός και περιλαμβάνει πληροφορίες για την επαναπόκτηση της άδειας οδήγησης. δηλαδή, πληροφορίες για την προβλεπόμενη εκπαίδευση και το χρόνο συμμετοχής στις εξετάσεις. Το περιεχόμενο του εγγράφου αφαίρεσης περιλαμβάνεται στο Υπόδειγμα Υ3, το οποίο προσαρτάται στην ΚΥΑ ως αναπόσπαστο μέρος της (άρθρα 7 παρ.2 εδ. β και 8 της ΚΥΑ).

5.2.1.4. Μη συμμόρφωση του παραβάτη-οδηγού με το περιεχόμενο του εγγράφου

Σε περίπτωση που ο παραβάτης-οδηγός δεν συμμορφώνεται, η άδεια οδήγησης αφαιρείται από το οικείο Αστυνομικό Τμήμα και εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 5 εδ. 3 του ΚΟΚ, δηλαδή, ο μη συμμορφούμενος οδηγός τιμωρείται με φυλάκιση ενός έως τριών μηνών. Παραπέρα, αν μετά την πάροδο της προθεσμίας των 5 ημερών ο οδηγός για οποιοδήποτε λόγο δεν παραδώσει την άδεια οδήγησης (ως όφειλε), η άδεια οδήγησης παύει να ισχύει αυτοδίκαια και εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 103 του ΚΟΚ, δηλαδή επιβολή διοικητικού μέτρου αφαίρεσης άδειας ικανότητας και άδειας κυκλοφορίας με πινακίδες (άρθρο 7 παρ. 3 και 4 της ΚΥΑ).

5.2.1.5. Δήλωση απώλειας ή κλοπής του παραβάτη-οδηγού

Αν ο παραβάτης-οδηγός δηλώσει μέσα στην κατά τα παραπάνω προθεσμία των 5 ημερών απώλεια ή κλοπή της άδειας οδήγησής του είναι υποχρεωμένος να υποβάλλει στο οικείο Αστυνομικό Τμήμα υπεύθυνη δήλωση που αποστέλλεται & αντί της άδειας οδήγησης & στην αρμόδια Υπηρεσία . Φωτοαντίγραφο της δήλωσης κοινοποιείται στην Υπηρεσία έκδοσης του εγγράφου αφαίρεσης της άδειας. Από την υποβολή της υπεύθυνης δήλωσης αρχίζει να προσμετράται ο χρόνος για την επανεξέταση του οδηγού, που είναι 6 μήνες από την επομένη της ημερομηνίας αφαίρεσης της άδειας οδήγησης (άρθρα 7 παρ. 6 και 8 παρ. 2 της ΚΥΑ).

5.2.1.5.1. Ψευδής δήλωση

Στην περίπτωση της ψευδούς δήλωσης για απώλεια ή κλοπή το χρονικό διάστημα (των 6 μηνών) πενταπλασιάζεται, γίνεται & δηλαδή & 30 μήνες από την επόμενη της ημερομηνίας αφαίρεσης της άδειας οδήγησης (άρθρο 7 παρ. 6 της ΚΥΑ).

5.2.1.6. Λοιπή διαδικασία αφαίρεσης άδειας

Η άδεια αυτοκινήτου ή μοτοσικλέτας που αφαιρέθηκε αποστέλλεται με σχετικό έγγραφο του αρμόδιου Αστυνομικού τμήματος στην αρμόδια υπηρεσία Μεταφορών και Επικοινωνιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, στην περιοχή της οποίας έχει την κατοικία του ο κάτοχος της άδειας.
Η άδεια μοτοποδηλάτου αποστέλλεται με σχετικό έγγραφο στο Αστυνομικό τμήμα του τόπου κατοικίας του κατόχου της άδειας.
Το πιο πάνω σχετικό έγγραφο & στο οποίο αναφέρεται η ημερομηνία αφαίρεσης της άδειας – κοινοποιείται στην υπηρεσία που εξέδωσε το έγγραφο αφαίρεσης της άδειας, η οποία υποχρεούται να ενημερώσει το μητρώο του παραβάτη-οδηγού (άρθρο 7 παρ. 5 της ΚΥΑ).
Οι παραβάσεις που έχουν καταχωριστεί κατά τον παραπάνω τρόπο διαγράφονται μόνο με σχετικό έγγραφο της αρχής που τις βεβαίωσε (άρθρο 7 παρ. 7 της ΚΥΑ).

5.2.2. Αφαίρεση άδειας οδήγησης με την επανάληψη συγκεκριμένης παράβασης εντός έτους

Κατά το άρθρο 3 παρ. 3 της ΚΥΑ, η αρμόδια υπηρεσία για την παρακολούθηση των τροχαίων παραβάσεων που υπάγονται στο ΣΕΣΟ εκδίδει έγγραφο αφαίρεσης της άδειας οδήγησης όταν ο παραβάτης-οδηγός διαπράξει για δεύτερη φορά συγκεκριμένη παράβαση μέσα σε διάστημα ενός έτους. Οι παραβάσεις αυτές είναι 6 και καταγράφονται στον παρακάτω πίνακα.
1. Άρθρο 4 παρ. 11 Παραβίαση πινακίδων
Ρ-1 Υποχρεωτική παραχώρηση προτεραιότητας
Ρ-2 Υποχρεωτική διακοπή πορείας
2. Άρθρο 6 παρ. 1 περ. β΄, ε΄, η΄, ι΄ Παραβίαση ερυθρού σηματοδότη
3. Άρθρο 12 παρ. 8 Οδήγηση οδικών οχημάτων για επίδειξη ικανότητας, εντυπωσιασμό, ανταγωνισμό ή τέλεση αυτοσχέδιων αγώνων
4. Άρθρο 27 Παραβίαση ισόπεδων σιδηροδρομικών διαβάσεων
5. Άρθρο 29 παρ.2 Απαγόρευση επιτόπιας στροφής, οπισθοπορείας και οδήγησης στην κεντρική διαχωριστική λωρίδα
6. Άρθρο 42 ή άρθρο 1 της ΚΥΑ 43500/5691/2002 Οδήγηση υπό την επίδραση οινοπνεύματος, φαρμάκων ή τοξικών ουσιών
Στην περίπτωση εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων το περιεχόμενο του εγγράφου αφαίρεσης της άδειας οδήγησης περιλαμβάνεται στο Υπόδειγμα Υ4, το οποίο προσαρτάται στην ΚΥΑ και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της (άρθρα 7 παρ. 1 και 8 της ΚΥΑ). 

6. Διαγραφή παραβάσεων

Κατά το άρθρο 3 παρ. 4 της ΚΥΑ κάθε καταχωρισμένη (στο μητρώο του παραβάτη-οδηγού) παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ που υπάγονται στο ΣΕΣΟ και οι βαθμοί που αντιστοιχούν σ αυτήν διαγράφεται μόλις συμπληρωθεί χρονικό διάστημα 3 ετών από την ημερομηνία βεβαίωσης της παράβασης – υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχει συμπληρωθεί το όριο των 25 βαθμών.
Για τους οδηγούς οχημάτων δημόσιας χρήσης το παραπάνω χρονικό διάστημα είναι 2 έτη από την ημερομηνία βεβαίωσης της παράβασης & υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχει συμπληρωθεί το ανώτατο όριο βαθμών.
Στην περίπτωση αφαίρεσης της άδειας οδήγησης διαγράφονται οι καταχωρισμένες στο μητρώο του παραβάτη-οδηγού παραβάσεις (που υπάγονται στο ΣΕΣΟ) και οι αντίστοιχοι βαθμοί ποινής. Η διαγραφή γίνεται από την αρμόδια υπηρεσία (του άρθρου 5 εδ. 2 της ΚΥΑ) μετά την παραλαβή της σχετικής έγγραφης ειδοποίησης του Αστυνομικού Τμήματος που βεβαιώνει ότι αφαιρέθηκε η άδεια (άρθρο 3 παρ. 5 της ΚΥΑ).
Στην περίπτωση που ο οδηγός συνεχίζει να διαπράττει παραβάσεις, είτε μετά τη συμπλήρωση των 25 βαθμών ποινής είτε μετά τη διάπραξη για δεύτερη φορά μέσα σε διάστημα ενός έτους μιας από τις συγκεκριμένες παραβάσεις του άρθρου 3 της ΚΥΑ, οι αντίστοιχοι βαθμοί ποινής καταχωρίζονται στο μητρώο του και υπολογίζονται για την αφαίρεση της τυχόν επαναχορηγούμενης άδειας οδήγησης (άρθρο 3 παρ. 6 της ΚΥΑ).

7. Επαναχορήγηση της άδειας

7.1. Δικαίωμα συμμετοχής στις εξετάσεις

Ο ενδιαφερόμενος για την επαναχορήγηση της αφαιρεθείσας άδειας οδήγησης έχει δικαίωμα συμμετοχής στις σχετικές εξετάσεις μετά την παρέλευση ορισμένου χρονικού διαστήματος κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 8 της ΚΥΑ.

7.1.1. Επανεξέταση μετά 6 μήνες

Γενικά, δικαίωμα συμμετοχής στην επανεξέταση έχει κάθε ενδιαφερόμενος μετά την πάροδο 6 μηνών από την επομένη της ημερομηνίας αφαίρεσης της άδειας οδήγησης (άρθρο 8 παρ. 2 εδ. α της ΚΥΑ).

7.1.2. Επανεξέταση μετά από 1 ή 2 χρόνια

Δικαίωμα συμμετοχής στην επανεξέταση, μετά την πάροδο 1 χρόνου, έχει ο ενδιαφερόμενος, αν ο ίδιος (παραβάτης-οδηγός) συμπληρώσει το όριο των 25 βαθμών ποινής εντός πενταετίας από την επαναχορήγηση της άδειας οδήγησης, και η παραπάνω άδεια αφαιρεθεί (άρθρο 8 παρ. 2 εδ. β της ΚΥΑ).
Στη συνέχεια, αν ο ίδιος (παραβάτης-οδηγός) συμπληρώσει και πάλι το όριο των 25 βαθμών εντός πενταετίας από την κατά τα παραπάνω επαναχορήγηση της άδειας (για δεύτερη φορά), αποκτά δικαίωμα συμμετοχής στις εξετάσεις μετά την πάροδο 2 ετών. Η πάροδος του διαστήματος των 2 ετών απαιτείται πλέον για κάθε συμμετοχή στις εξετάσεις, για κάθε νέα αφαίρεση της άδειας οδήγησης, εφόσον αυτή πραγματοποιείται εντός πενταετίας από την προηγούμενη κάθε φορά επαναχορήγησή της.

7.1.3. Επανεξέταση προσδιοριζόμενη από ανεκτέλεστα αφαιρετήρια

Δικαίωμα συμμετοχής στην επανεξέταση έχει ο οδηγός, για τον οποίο εκδόθηκαν και δεν εκτελέστηκαν περισσότερα του ενός έγγραφα αφαίρεσης της άδειας, μετά την πάροδο 1,5 έτους από την επίδοση για 2 αφαιρετήρια, 3,5 ετών από την επίδοση για 3 αφαιρετήρια, 5,5 ετών από την επίδοση για 4 αφαιρετήρια κ.λπ. (άρθρο 8 παρ. 2 εδ. γ της ΚΥΑ).

7.2. Η επανεξέταση των υποψηφίων οδηγών

Για την επανεξέταση των υποψηφίων οδηγών απαιτείται η υποβολή από τον ενδιαφερόμενο σχετικής αίτησης και αποδεικτικό καταβολής χρηματικού ποσού (παράβολο) υπέρ του Δημοσίου, που ισχύει κάθε φορά για τις εξετάσεις των υποψηφίων οδηγών (άρθρο 8 παρ. 1 εδ. δ της ΚΥΑ).

7.2.1. Επανεξέταση για άδεια οδήγησης αυτοκινήτων ή μοτοσικλετών

Ο ενδιαφερόμενος για την επαναχορήγηση της άδειας πρέπει να παρακολουθήσει τουλάχιστο το 50% του ελάχιστου αριθμού των μαθημάτων θεωρητικής εκπαίδευσης από την ύλη του εγχειριδίου του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών «Θεωρητική Εκπαίδευση υποψηφίων οδηγών αυτοκινήτων» σε θέματα σχετικά με τις παραβάσεις που υπέπεσε. Στη συνέχεια πρέπει να εξετασθεί θεωρητικά και πρακτικά κατά τις ισχύουσες διατάξεις θεωρητικής και πρακτικής εξέτασης, ανεξάρτητα αν ο οδηγός έχει άδεια οδήγησης και άλλης κατηγορίας (άρθρο 8 παρ. 1 εδ. α της ΚΥΑ). 

7.2.2. Επανεξέταση για άδεια οδήγησης μοτοποδηλάτου

Ο ενδιαφερόμενος για την επαναχορήγηση της άδειας πρέπει να υποστεί με επιτυχία θεωρητική και πρακτική εξέταση σύμφωνα με όσα ισχύουν για τους υποψήφιους οδηγούς μοτοποδηλάτων (άρθρο 8 παρ. 1 εδ. δ της ΚΥΑ).

7.2.3. Ανάκληση της αφαιρεθείσας άδειας

Στην περίπτωση που ο κάτοχος της άδειας οδήγησης (η οποία αφαιρέθηκε κατά το ΣΕΣΟ) δηλώσει ότι δεν επιθυμεί να κατέχει ορισμένη ή ορισμένες κατηγορίες (αδειών) που είχε, τότε εκδίδεται απόφαση ανάκλησης των κατηγοριών αυτών. Αν αργότερα επιθυμήσει την επαναχορήγηση των κατηγοριών αυτών, υποβάλλεται σε θεωρητική και πρακτική εξέταση (άρθρο 8 παρ. 3 της ΚΥΑ).

7.2.4. Καταχώριση στο μηχανογραφικό αρχείο

Η υπηρεσία του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών που επαναχορηγεί την άδεια οδήγησης (αυτοκινήτων, μοτοσικλετών και μοτοποδηλάτων) ενημερώνει την αρμόδια Υπηρεσία που τηρεί το μηχανογραφικό αρχείο με τα μητρώα των παραβατών-οδηγών (άρθρο 8 παρ. 4 της ΚΥΑ).
Στο μηχανογραφικό αρχείο καταγράφονται τα αναγκαία στοιχεία των οδηγών, των οποίων οι άδειες έχουν αφαιρεθεί από οποιαδήποτε Δημόσια αρχή, σύμφωνα με τις διατάξεις της ΚΥΑ .

Διάγραμμα
Ι. Ιστορικό & Ερωτήματα
ΙΙ. Απαντήσεις
1. Στο πρώτο ερώτημα: Η οφειλή χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη ρυθμίζεται από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, οι δικαιούχοι δε αυτής από το αλβανικό
2. Στο δεύτερο ερώτημα: Μέσω της διαδικασίας της προσαρμογής στην οικογένεια του θανόντος κατά το αλβανικό δίκαιο, τα μέλη της οποίας δικαιούνται κατά τις προϋποθέσεις του ελληνικού δικαίου χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης τους (την οποία δεν προβλέπει το αλβανικό δίκαιο), οπωσδήποτε ανήκουν η σύζυγος και το ανήλικο τέκνο του και οπωσδήποτε δεν ανήκουν τα αδέλφια, ο πεθερός και η πεθερά του, ενώ η μητέρα του θανόντος μάλλον πρέπει να θεωρηθεί μέλος της οικογένειάς του
3. Στο τρίτο ερώτημα: Η συμβίωση με τον θανόντα ασκεί ουσιώδη επιρροή στην κρίση της οφειλής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, σύμφωνα με το εφαρμοστέο αλβανικό ουσιαστικό δίκαιο σχετικά με πρόσωπα που δεν αποτελούν μέλη της στενής τουλάχιστον οικογένειας του θανόντος
III. Σύνοψη των απαντήσεων

Ι. Ιστορικό & Ερωτήματα
1. Τέθηκαν υπόψη μας τα ακόλουθα:
α) Σύντομο ιστορικό της δικηγόρου Μ. Δ.
β) Η υπ&αριθμ. 1888/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. 
γ) Η νομική πληροφορία του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου της 25/05/07 με αρ. πρωτ. 347 και θέμα «Δικαιούχοι αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης κατά το Αλβανικό δίκαιο».
δ) Η απάντηση της 01/06/07 του Αλβανού καθηγητή Κ.Γ. της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου των Τιράνων επί ερωτήματος για τη ρύθμιση του αλβανικού δικαίου στο ζήτημα της αποζημίωσης και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης σε περίπτωση θανάτου προσώπου.
2. Από τα παραπάνω προκύπτουν τα εξής: 
α) Εργάτης αλβανικής ιθαγένειας πέθανε σε εργατικό ατύχημα στην Ελλάδα κατά την εκπλήρωση σύμβασης εργασίας που εκτελείτο στην Ελλάδα. 
β) Η χήρα του θανόντος (που διέμενε στην Ελλάδα, προφανώς μαζί με τον θανόντα) για λογαριασμό της και για λογαριασμό του ανήλικου τέκνο τους, η φερόμενη ως μητέρα του θανόντος (που διέμενε στην Αλβανία), ο πεθερός και η πεθερά του (που διέμεναν στην Αλβανία), καθώς και έξι άτομα (που επίσης διέμεναν στην Αλβανία) φερόμενα ως αδελφοί του (όλοι οι παραπάνω αλβανικής ιθαγένειας) άσκησαν αγωγή στα ελληνικά δικαστήρια, ζητώντας μεταξύ άλλων χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν λόγω αυτού του θανάτου.
γ) Η ΕφΑθ 1888/2007 στη συγκεκριμένη υπόθεση έκρινε ότι, για να προσδιοριστεί ποια από τα παραπάνω πρόσωπα δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης εξαιτίας του θανάτου αυτού, εφαρμοστέο είναι το αλβανικό ουσιαστικό δίκαιο. Κρίθηκε χαρακτηριστικά από το δικαστήριο ότι (φύλλο 7/σελ I, II, φύλλο 8/ σελ I, έμφαση δική μας): 
«Με την προαναφερθείσα διάταξη (άρθρο 26 ΑΚ), δεν λύνονται όλα τα θέματα διότι υπάρχουν προκριματικές έννομες σχέσεις, που επιβάλλουν την ένταξή τους σε άλλον κανόνα δικαίου. Τα προκρίματα ρυθμίζονται συνήθως από τον οικείο κανόνα ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, που τα καλύπτει, και όχι από το άρθρο 26 ΑΚ, όπως είναι το θέμα, ποια πρόσωπα ανήκουν στην οικογένεια του θανόντος (άρθρο 932 ΑΚ), για να δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης. Ειδικότερα, το ζήτημα, αν οι γονείς, ο αδελφός ο πενθερός και η πενθερά του θανατωθέντος, ανήκουν στην οικογένεια του, θα κριθεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο, που υποδεικνύεται από τη διάταξη του άρθρου 18 του ΑΚ, δηλαδή αν τόσο ο θανατωθείς, όσο και τα πρόσωπα που έχουν αλβανική ιθαγένεια, ανήκουν στην οικογένεια του τελευταίου (πρβλ. ΑΠ 356/2002 Δνη 44, 169 ΕφΑθ 4067/2002, Δνη 2003, 219, ΕφΑθ 824/2000, Δνη 20042,479)&το αλβανικό ουσιαστικό δίκαιο, ρυθμίζει το θέμα των προσώπων που δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης, για ψυχική οδύνη, από το θάνατο προσώπου» 
δ) Ενόψει της παραπάνω κρίσης της η ΕφΑθ 1888/2007 και δεδομένου πως το δικαστήριο τόνισε πως δεν γνωρίζει τις σχετικές ρυθμίσεις του αλβανικού δικαίου για την έννοια της «οικογένειας», τα μέλη της οποίας δικαιούνται καταρχήν χρηματική ικανοποίηση ψυχικής οδύνης, διετάχθη η επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης, προκειμένου να (φύλλο 8/σελ II και φύλλο 9/ σελ I):
«προσκομιστεί, με την φροντίδα του επιμελέστερου των διαδίκων, γνωμοδότηση του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου, από την οποία προκύπτει και σύμφωνα με το αλβανικό δίκαιο, του οποίου να προσκομιστούν και οι σχετικές διατάξεις, ποια πρόσωπα ανήκουν στην οικογένεια του θανόντος από αδικοπραξία και δικαιούνται να ζητήσουν χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, από το θάνατο προσώπου, και ειδικότερα, αν στους δικαιούμενους εκ της ανωτέρω αιτίας περιλαμβάνονται, η σύζυγος, τα τέκνα, οι γονείς και οι αδελφοί του θανόντος, καθώς και οι εξ αγχιστείας συγγενείς αυτού, πενθερός και πενθερά» 
ε) Κατά το αλβανικό δίκαιο, σε περίπτωση θανάτου δικαίωμα ψυχικής οδύνης των συγγενών του θανόντος δεν αναγνωρίζεται από τον νόμο.
στ) Η σχετική διάταξη του αλβανικού αστικού κώδικα προβλέπει μόνο δικαίωμα αποζημίωσης περιουσιακής ζημίας λόγω του θανάτου προσώπου. Συγκεκριμένα το άρθρο 643 παρ. 1 του αλβανικού αστικού κώδικα ορίζει (έμφαση δική μας):
«Στην περίπτωση προκλήσεως θανάτου προσώπου, η αποζημίωση περιλαμβάνει: α) τα έξοδα διατροφής και διαβιώσεως των ανήλικων τέκνων του, της συζύγου του και των ανίκανων για εργασία γονέων που βάρυναν εν όλω ή εν μέρει τον θανόντα, καθώς και των προσώπων που συμβιώνουν με την οικογένεια του θανόντος και που έχουν έναντι αυτού δικαίωμα διατροφής β) τα απαραίτητα έξοδα για την κηδεία του θανόντος στο μέτρο που ανταποκρίνονται στην προσωπική και οικογενειακή του θέση... »

3. Ενόψει των ανωτέρω ζητήθηκε η γνώμη μας στα ακόλουθα ερωτήματα:
1. Τίθεται ζήτημα χρηματικής ικανοποίησης της ψυχικής οδύνης κάποιων ή όλων από τα παραπάνω πρόσωπα (σύζυγος, τέκνα, γονείς και αδελφοί του θανόντος, καθώς και εξ αγχιστείας συγγενείς αυτού, πενθερός και πενθερά) στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο; Ειδικότερα, με βάση ποιο ουσιαστικό δίκαιο θα κριθεί εάν οι ενάγοντες στην παραπάνω αγωγή δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη λόγω του θανάτου του εργάτη αλβανικής ιθαγένειας; Περαιτέρω, με βάση ποιο ουσιαστικό δίκαιο θα κριθεί ποιοι έχουν τέτοιο δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησης της ψυχικής οδύνης;
2. Ανάλογα με την απάντηση στο πρώτο ερώτημα, εφόσον κρίσιμη για τον προσδιορισμό των προσώπων που δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης για την ψυχική οδύνη είναι η έννοια της «οικογένειας» κατά το αλβανικό δίκαιο, ποια πρόσωπα την απαρτίζουν βάσει του αλβανικού δικαίου για τις ανάγκες εφαρμογής του δικαίου της αποζημίωσης και της χρηματικής ικανοποίησης της ψυχικής οδύνης, λαμβάνοντας υπόψη την απουσία ρύθμισης από το αλβανικό δίκαιο περί αξίωσης για χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης των συγγενών γενικά του θανόντος, αλλά και τις διατάξεις του για τους δικαιούχους αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία σε περίπτωση θανάτου προσώπου; 
3. Ανάλογα με τις απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα, ασκεί επίδραση στην κρίση αν κάποιο πρόσωπο αποτελεί μέλος της οικογένειας του θανόντος ή, σε κάθε περίπτωση, δικαιούται χρηματική ικανοποίηση ψυχικής οδύνης κατά το εφαρμοστέο δίκαιο το γεγονός της συμβίωσής του ή μη με τον θανόντα; 

ΙΙ. Απαντήσεις
1. Στο πρώτο ερώτημα: Η οφειλή χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη ρυθμίζεται από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, οι δικαιούχοι δε αυτής από το αλβανικό

4. Σύμφωνα με την ΑΚ 26 στις ενοχές από αδίκημα (όπως και στις περιπτώσεις αντικειμενικής ευθύνης, βλ. ΑΠ 3/2007, ΕφΑθ 1152/1986, ΕΕμπΔ 1986, 654, ΠολΠρωτΑθ 705/1974, ΝοΒ 1975, 527, Βρέλλη, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, 2001, σελ. 248, Τενεκίδου & Φραγκοπούλου, Η αδικοπραξία κατά το Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, 1956, 93 - 132, Γραμματικάκη-Αλεξίου/Παππασιώπη-Πασιά/Βασιλακάκη, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, β έκδ, 1998, σελ 293 επ, άρα κατά μια γνώμη και στο εργατικό ατύχημα, ενώ κατά άλλη μάλλον κρατούσα γνώμη το εργατικό ατύχημα ρυθμίζεται από το δίκαιο της σύμβασης εργασίας, στο πλαίσιο της οποίας συνέβη – lex laboris, βλ. σχετικά ΑΠ 6/1998, ΝοΒ 1999, 389 – 390, ΑΠ 1149/1994, ΔΕΕ 1995, 535, ΑΠ 57/1961, ΕΕμπΔ 1962, 100 & 101, Βρέλλη οπ, σελ. 224 και σημ. 38 ) εφαρμοστέο είναι το δίκαιο του τόπου τέλεσής τους (βλ. Ολ. ΑΠ 14/1997, ΝοΒ 1998, 43, ΑΠ 1066/1999, ΕλλΔνη 1999, 1571, Ολ. ΑΠ 9/1995, ΝοΒ 1996, 487, Βρέλλη οπ, σελ. 244 επ, Γραμματικάκη-Αλεξίου/Παππασιώπη-Πασιά/Βασιλακάκη οπ, ιδίως σελ 303). 
5. Ως τόπος τέλεσης του αδικήματος θεωρείται ο τόπος, όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός (βλ. Ολ. ΑΠ 14/1997, ΝοΒ 1998, 43, ΑΠ 1066/1999, ΕλλΔνη 1999, 1571, Ολ. ΑΠ 9/1995, ΝοΒ 1996, 487, Βρέλλη οπ, σελ. 245 – 246), όπως και ο τόπος όπου επήλθαν τα αποτελέσματά του (βλ. Βρέλλη οπ, σελ. 245 – 246, ιδίως για τη μικτή θεωρία και τη θεωρία του βαρύνοντος τόπου που επιλέγεται με βάση την αρχή της εγγύτητας, δηλαδή με βάση την ένταση των δεσμών που εμφανίζει μια αδικοπραξία με κάποιον από τους τόπους, Τενεκίδου & Φραγκοπούλου οπ, σελ. 64, ιδίως βλ. την ΠολΠρωτΑθ 11096/1982, ΕλλΔνη1983, 1252). Εάν κατά τα παραπάνω περισσότερα δίκαια διεκδικούν εφαρμογή (λόγω της πολλαπλότητας των τόπων τέλεσης του αδικήματος), το δικαίωμα επιλογής ανήκει στον αδικηθέντα (βλ. Βρέλλη οπ, σελ. 245 & 246, με περαιτέρω παραπομπές, ιδίως ΠολΠρωτΑθ 11096/1982 οπ). 
6. Κατά το δίκαιο του τόπου τέλεσης του αδικήματος κρίνεται μεταξύ άλλων και το ζήτημα του «ποιο είναι το είδος και η έκταση της οφειλόμενης αποζημίωσης (άρθρα 914, 297, 298 για την περιουσιακή ζημία και 932 για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου λόγω ψυχικής οδύνης)» (βλ. ΑΠ 3/2007, Ολ. ΑΠ 14/1997, ΝοΒ 1998, 43, ΑΠ 1066/1999, ΕλλΔνη 1999, 1571, Ολ. ΑΠ 9/1995, ΝοΒ 1996, 487, Βρέλλη οπ, σελ. 248, Κρητικό, Αποζημίωση από Τροχαία Αυτοκινητικά Ατυχήματα, γεκδ, 1998, παρ.1009, σελ 355). Κατά το ίδιο δίκαιο κρίνεται και «εάν, σε περίπτωση θανάτωσης του προσώπου τα μέλη της οικογενείας του έχουν ή όχι εξ ιδίου δικαίου προσωπική αξίωση κατά των υπόχρεων» (ΑΠ 3/2007, ΕφΑθ 322/2005, ΕλλΔνη 2006, 576, ΕφΑθ 4067/2002, ΕλλΔνη 2003, 219, ΕφΑθ 6824/2000, ΕλλΔνη 2001, 479, ΕφΠειρ 120/2004, ΕλλΔνη 2004, 877, ΜονΠρωτΛαρ 80/2000, ΕφΡόδου 190/2003, Κρητικό οπ, παρ.1008 επ, σελ 354 επ). 
7. Ταυτόχρονα βέβαια έκρινε ο Άρειος Πάγος για το ίδιο ακριβώς ζήτημα (ΑΠ 3/2007, έμφαση δική μας): 
«Δεν είναι όμως (η ΑΚ 26) η μόνη εφαρμοστέα διάταξη του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Μπορεί να καταστεί αναγκαία η προσφυγή και σε άλλες διατάξεις του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Έτσι για την κρίση του θέματος εάν είναι ή όχι κάποιος μέλος της ίδιας οικογένειας με τον θανατωθέντα, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, καθίσταται αναγκαία η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13, 14, 17, 22 και 23 ΑΚ (ανάλογα δηλαδή εάν πρόκειται για σύζυγο ή τέκνα)». 
8. Προκειμένου να γίνει απόλυτα κατανοητή η παραπάνω ορθή κρίση του Αρείου Πάγου και να εξηγηθεί η παραπάνω υπό αρ. 2 γ κρίση της ΕφΑθ 1888/2007, απαιτείται η παράθεση ορισμένων βασικών στοιχείων της γενικής θεωρίας του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου: Όταν επιδιώκεται η ανεύρεση του εφαρμοστέου ουσιαστικού δικαίου για τη ρύθμιση μιας έννομης σχέσης με βάση τους κανόνες σύγκρουσης του forum, συχνά ανακύπτουν προδικαστικά ζητήματα ή προκρίματα. Πρόκριμα είναι μια σχέση, από την ύπαρξη ή ανυπαρξία της οποίας, από το κύρος ή την ελαττωματικότητά της, εξαρτάται η ύπαρξη ή ανυπαρξία, το κύρος ή η ελαττωματικότητα μιας άλλης σχέσης, της κύριας σχέσης, για τη ρύθμιση της οποίας ενδιαφερόμαστε (βλ. Μαριδάκη, Ιδιωτικόν Διεθνές Δίκαιον, Γενικαί Αρχαί, β εκδ, 1967,§ 20, σελ. 289 επ Βρέλλη, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, 2001, σελ. 103, Κρίσπη, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, Γενικό Μέρος, § 25, σελ. 153 & 154). 
9. Από τη στιγμή που με βάση τους κανόνες σύγκρουσης του forum έχει βρεθεί το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο (lex causae) που θα ρυθμίσει μια σχέση, είναι δυνατόν στο ίδιο το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο να εμφανισθεί κάποιο πρόκριμα, δηλαδή κατά τα παραπάνω μια (έννομη) σχέση από την ύπαρξη της οποίας εξαρτάται η έννομη συνέπεια που απαγγέλει ο κανόνας της lex causae της κύριας σχέσης (βλ. Βρέλλη οπ, σελ. 104, Κρίσπη οπ, σελ. 154 επ.). Οπότε τίθεται το ζήτημα ποιο δίκαιο διέπει την έννομη σχέση του προκρίματος (βλ. Βρέλλη οπ, σελ. 104, Κρίσπη οπ, σελ. 155). 
10. Κατά τις πλέον κρατούσες θεωρίες (για τον σεβασμό κεκτημένων δικαιωμάτων, βλ. Βρέλλη οπ, σελ. 105, Γραμματικάκη-Αλεξίου/Παππασιώπη-Πασιά/Βασιλακάκη οπ, σελ 94 επ) το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο του forum θα προσδιορίσει το ουσιαστικό δίκαιο, το οποίο θα απαντήσει εάν υπάρχει ή όχι η συνιστώσα το πρόκριμα έννομη σχέση (θεωρία της lex fori, προκειμένου να εξυπηρετηθεί το αίτημα της εσωτερικής αρμονίας & μια σχέση υφίσταται ή δεν υφίσταται στο forum είτε αντιμετωπίζεται ως κύρια σχέση είτε ως πρόκριμα, βλ. Βρέλλη οπ, σελ. 105, Κρίσπη οπ, σελ. 172 επ), ενώ κατά τη θεωρία της lex causae το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει το πρόκριμα υποδεικνύεται από τους κανόνες σύγκρουσης του κράτους της lex causae της έννομης σχέσης, δηλαδή από το (ενδεχομένως και αλλοδαπό) ιδιωτικό διεθνές δίκαιο του κράτους της lex causae (βλ. Βρέλλη οπ, σελ. 104, Κρίσπη οπ, σελ. 156 επ, προκειμένου να ικανοποιηθεί το αίτημα της διεθνούς αρμονίας, με την έννοια ότι η σχέση που συνιστά το πρόκριμα υφίσταται ή μη έναντι του forum ανάλογα με το εάν υφίσταται ή μη έναντι του κράτους του εφαρμοστέου δικαίου, βλ. Βρέλλη οπ, σελ. 106), χωρίς αυτό να προσκρούει ειδικά στον χώρο των προκριμάτων στην απαγόρευση της αναπαραπομπής (renvoi) κατά την ΑΚ 32 (βλ. Βρέλλη οπ, σελ. 102, 104). 
11. Ενόψει των ανωτέρω πορισμάτων της γενικής θεωρίας του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου για τα προκρίματα και σε σχέση με την παραπάνω κρίση της ΑΠ 3/2007 σημειώνουμε τα εξής: Σε ενοχές από αδίκημα εφαρμοστέο είναι το δίκαιο του τόπου τέλεσης του αδικήματος. Το δίκαιο αυτό θα κρίνει εάν και ποιοί έχουν δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης. Εάν τόπος τέλεσης του αδικήματος είναι η Ελλάδα, εφαρμοστέο είναι το ελληνικό δίκαιο της αδικοπραξίας και της αποζημίωσης.
12. Η λύση δεν διαφέρει εάν στο εργατικό ατύχημα εφαρμοσθεί το δίκαιο που υποδεικνύει η ΑΚ 25 ή οι διατάξεις του άρθρου 6 της σύμβασης της Ρώμης για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές, δηλαδή το δίκαιο που διέπει τη σύμβαση εργασίας, το οποίο κατά κανόνα τόσο με βάση τη ΣυμβΡώμης όσο και την ΑΚ 25 είναι το δίκαιο του τόπου, όπου παρέχεται η εργασία (βλ. σχετικά Βρέλλη οπ, σελ. 219 & 226, Παπασιώπη-Πασιά, Το εφαρμοστέο στη σύμβαση δίκαιο ελλείψει συμφωνίας των μερών κατά την Κοινοτική Σύμβαση του 1980 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές & Καταναλωτικές και εργατικές συμβάσεις, ΝοΒ 1992, σελ. 1344 επ, πρβλ Γραμματικάκη-Αλεξίου/Παππασιώπη-Πασιά/Βασιλακάκη οπ, σελ 304-306 σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο στη συρροή συμβατικής και εξωσυμβατικής ευθύνης, όπου παρατηρείται πως, ακόμη και όταν εφαρμοστέο είναι το δίκαιο της σύμβασης σε περίπτωση που συρρέει συμβατική με εξωσυμβατική ευθύνη, οι ιδιαιτερότητες της τελευταίας, όπως η χρηματική ικανοποίηση ψυχικής οδύνης που δεν απαντάται στη συμβατική ευθύνη, θα κριθούν με βάση τους κανόνες σύγκρουσης του αδικήματος). Άρα, όταν η σύμβαση εργασίας εκτελείται στην Ελλάδα, εφαρμοστέο θα είναι πάλι το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο της αποζημίωσης και της χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης και ψυχικής οδύνης. 
13. Επομένως, στα εργατικά ατυχήματα που τελούνται στην Ελλάδα βάσει συμβάσεων εργασίας που εκτελούνται στην Ελλάδα (είτε ως εφαρμοστέο κριθεί το δίκαιο του τόπου τέλεσης του αδικήματος είτε το δίκαιο της σύμβασης εργασίας και τελικά το δίκαιο του τόπου παροχής της εργασίας) το ποιοι έχουν δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησης της ψυχικής οδύνης λόγω θανάτου ρυθμίζεται από το άρθρο 932 ΑΚ, που απονέμει τέτοιο δικαίωμα στα μέλη της «οικογένειας» του θανόντος. 
14. Η έννοια όμως της οικογένειας του θανόντος συνιστά πρόκριμα στην εφαρμοστέα lex causae, δηλαδή στον συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο οδηγούν οι κανόνες σύγκρουσης του forum. Η έννοια αυτή, άρα και ο προσδιορισμός των προσώπων που ανήκουν στην «οικογένεια» του θανόντος, αποτελεί νομική έννοια και όχι καθαρά πραγματικό γεγονός (βλ. Πατεράκη, Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, β εκδ, 2001, σελ. 297, Γεωργιάδη σε ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου άρθρο 932, αρ. 14-17, Σταθόπουλο, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, 2004, σελ. 837, Κρητικό οπ, παρ.953 επ, σελ 333 επ, βλ. και Ολ ΑΠ 762/1992, ΠοινΧρ ΜΒ, 665, Ολ. ΑΠ 21/2000, ΑΠ 319/2006, ΑΠ 731/2005, δημοσιευμένη στη ΝΟΜΟΣ με αρ. 375008, όπου κρίθηκε: «Στη διάταξη αυτή δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου «οικογένεια του θύματος», προφανώς γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος, ως εκ της φύσεώς του, υφίσταται αναγκαίως τις επιδράσεις εκ των κοινωνικών διαφοροποιήσεων κατά τη διαδρομή του χρόνου. Κατά την αληθή, όμως, έννοια της εν λόγω διατάξεως, που απορρέει από το σκοπό της θεσπίσεώς της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, που δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλειά του και, προς ανακούφιση του ηθικού πόνου αυτών, στοχεύει η διάταξη αυτή...»). Συνεπώς, η εξειδίκευσή της αόριστης κατά τα παραπάνω νομικής έννοιας θα γίνει, με βάση τη θεωρία της lex fori, σύμφωνα με το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο του forum, ενώ, με βάση τη θεωρία της lex causae, σύμφωνα με το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο του κράτους του εφαρμοστέου δικαίου στην κύρια σχέση. 
15. Στη συγκεκριμένη περίπτωση τόπος τέλεσης του αδικήματος, ως τόπος όπου συνέβη το εργατικό ατύχημα που οδήγησε στο θάνατο του Αλβανού υπηκόου ή τόπος εκτέλεσης της σύμβασης εργασίας, ήταν η Ελλάδα (ως τόπος τέλεσης του αδικήματος θα μπορούσε να θεωρηθεί ενδεχομένως και η Αλβανία, ως τόπος όπου έγινε αισθητή η ζημία από κάποιους ενάγοντες που διέμεναν εκεί). Εφόσον τα μέρη έχουν επιχειρηματολογήσει με βάση το ελληνικό δίκαιο, οπωσδήποτε εφαρμοστέο στην κύρια σχέση ουσιαστικό δίκαιο είναι το ελληνικό. 
16. Συνεπώς, το εάν υφίσταται αξίωση χρηματικής ικανοποίησης της ψυχικής οδύνης των οικείων του θύματος κρίνεται με βάση το ελληνικό δίκαιο. Κατά την ΑΚ 932 εδ γ τέτοια αξίωση έχουν α) τα μέλη της «οικογένειας» του θανόντος, β) εφόσον αποδειχθεί ότι αποτελούν μέλη της οικογένειάς του και γ) επιπλέον εφόσον πράγματι αισθάνθηκαν οξύ ψυχικό πόνο λόγω του θανάτου, εξαιτίας του δεσμού που είχαν με τον θανόντα (βλ. Γεωργιάδη σε ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρο 932, αρ 9 επ, Κρητικό οπ, παρ 936, σελ 327, ιδίως βλ. ΑΠ 731/2005 οπ, όπου χαρακτηριστικά κρίθηκε «...η επιδίκαση της από το άρθρο 932 εδ. 3 ΑΚ προβλεπόμενης χρηματικής ικανοποίησης στα δικαιούμενα πρόσωπα, τελεί υπό την αυτονόητη προυπόθεση, που συνιστά πραγματικό ζήτημα, της ύπαρξης, κατ εκτίμηση του δικαστή της ουσίας, μεταξύ αυτών και του θανατωθέντος, όταν ο τελευταίος ζούσε, αισθημάτων αγάπης και στοργής, η διαπίστωση της ανυπαρξίας των οποίων μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό, είτε όλων των προσώπων αυτών, είτε κάποιων ή κάποιου από αυτούς, από την επιδίκαση της εν λόγω χρηματικής ικανοποίησης...»). Για τα δύο τελευταία ζητήματα, ως κυρίως πραγματικά, δεν μπορούμε να εκφέρουμε γνώμη.
17. Όπως προαναφέρθηκε όμως η έννοια της οικογένειας του θανόντος, που συναντάται στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου του κράτους της lex causae (εδώ του ελληνικού ουσιαστικού δικαίου) και από τον προσδιορισμό της οποίας εξαρτάται το ποιοι από τους ενάγοντες έχουν δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησης ψυχικής οδύνης (εφόσον εννοείται συντρέχουν και οι παραπάνω επισημανθείσες κυρίως πραγματικές προϋποθέσεις της ΑΚ 932 εδ. γ), είναι νομική έννοια. Ως τέτοια η «οικογένεια» του θανόντος (για την εφαρμογή των διατάξεων περί ψυχικής οδύνης σε περίπτωση θανάτου) αποτελεί πρόκριμα του κανόνα της lex causae, που πρέπει να προσδιορισθεί από το δίκαιο.
18. Σύμφωνα με την ανάλυση που προηγήθηκε, κατά τη θεωρία της lex fori σχετικά με τα προκρίματα στην εφαρμοστέα lex causae (παραπάνω αρ 10) το ποιοι αποτελούν μέλη της οικογένειας του θανόντος και δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση ψυχικής οδύνης θα καθορισθεί με βάση το δίκαιο, που υποδεικνύει το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο του forum, στη συγκεκριμένη περίπτωση το ελληνικό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο. Άρα, κρίσιμοι είναι οι κανόνες των ΑΚ 13-14, 17-23 (βλ. Βρέλλη οπ, σελ 275 επ), που υποδεικνύουν κατά κανόνα ως εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο για τον προσδιορισμό των μελών της οικογένειας του θανόντος το δίκαιο της ιθαγένειας του θανόντος, που στη συγκεκριμένη περίπτωση τυχαίνει να είναι και δίκαιο της κοινής ιθαγένειας όλων (θανόντος και αιτούντων χρηματική ικανοποίηση), συνεπώς το αλβανικό ουσιαστικό δίκαιο. 
19. Κατά τη θεωρία της lex causae σχετικά με τα προκρίματα στην εφαρμοστέα lex causae (παραπάνω αρ. 10) το ποιοι αποτελούν μέλη της οικογένειας του θανόντος θα καθορισθεί με βάση το ουσιαστικό δίκαιο που υποδεικνύει το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο της lex causae, δηλαδή στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, με βάση το ουσιαστικό δίκαιο που υποδεικνύει πάλι το ελληνικό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο (αφού εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο στην κύρια σχέση της ενδεχόμενης οφειλής χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη είναι το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο). Άρα, τελικά το παραπάνω υπό αρ. 18 συμπέρασμα δεν ανατρέπεται.
20. Το αλβανικό ουσιαστικό δίκαιο τελικά ως δίκαιο της ιθαγένειας του θανόντος (αλλά και όλων των αιτούντων χρηματική ικανοποίηση ψυχικής οδύνης) θα καθορίσει ποιοι αποτελούν μέλη της «οικογένειας» του θανόντος και δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη λόγω του θανάτου του κατά την ΑΚ 932 (σύμφωνα και με την παραπάνω ορθή κρίση της ΑΠ 3/2007: «για την κρίση του θέματος εάν είναι ή όχι κάποιος μέλος της ίδιας οικογένειας με τον θανατωθέντα, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, καθίσταται αναγκαία η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13, 14, 17, 22 και 23 ΑΚ (ανάλογα δηλαδή εάν πρόκειται για σύζυγο ή τέκνα»), εφόσον εννοείται ο δεσμός συγγένειάς τους αποδεικνύεται, όπως και ο ψυχικός & πραγματικός δεσμός τους με τον θανόντα, ο οποίος δικαιολογεί τον οξύ ψυχικό πόνο που αισθάνθηκαν λόγω του θανάτου του και στηρίζει την αξίωσή τους για χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης αυτής, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω υπό αρ. 16.
21. Η ορθότητα του παραπάνω συμπεράσματος ενισχύεται και από την ΕφΑθ 322/2005 (ΕλλΔνη 2006, 576, πρβλ. ΕφΑθ 4067/2002, ΕλλΔνη 2003, 219, ΕφΑθ 6824/2000, ΕλλΔνη 2001, 479, ΕφΠειρ 120/2004, ΕλλΔνη 2004, 877, ΜονΠρωτΛαρ 80/2000, ΕφΡόδου 190/2003), η οποία (ΕφΑθ 322/2005) σε όμοια υπόθεση θανάτωσης Αλβανού υπηκόου σε (αυτοκινητικό όμως) ατύχημα που συνέβη στην Ελλάδα, δέχθηκε τα εξής (έμφαση δική μας): 
«Κατά τη διάταξη του άρθρου 26 ΑΚ, & οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της πολιτείας όπου διαπράχθηκε το αδίκημα.Επομένως, αν πρόκειται για αυτοκινητικό ατύχημα που συνέβη στην Ελλάδα, συνεπεία του οποίου θανατώθηκε αλλοδαπός, τότε η έννομη σχέση διέπεται από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, βάσει του οποίου θα κριθούν, μεταξύ άλλων: ο κύκλος των προστατευομένων εννόμων αγαθών,το είδος της ευθύνης (υποκειμενική & αντικειμενική), οι συνέπειες του αδικήματος, η έκταση της αποζημιώσεως για την περιουσιακή ζημία (άρθρα 297, 298 ΑΚ), το πρόσωπο του δικαιούχου αυτής, το αν στη συγκεκριμένη περίπτωση θεμελιώνεται και με ποιες προϋποθέσεις απαίτηση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης (αρθ. 932 εδ. α ΑΚ), ποιοι είναι οι δικαιούχοι αυτής, Όμως, η διάταξη του άρθρου 26 ΑΚ, δεν λύνει όλα τα θέματα, ιδίως όταν υπάρχουν προκριματικές έννομες σχέσεις, όπως στην περίπτωση που πρόκειται να κριθεί ποια πρόσωπα ανήκουν στην οικογένεια αυτού, ώστε να δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, οπότε θα εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρου 18 ΑΚ (ΟλΑΠ 14/1997 ΕλΔ 38.1036),Εν προκειμένω, από το ένδικο τροχαίο ατύχημα που συνέβη στην Ελλάδα, το θανατωθέν πρόσωπο, & ήταν αλβανικής ιθαγένειας και υπηκοότητας. Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω, στην κρινόμενη περίπτωση εφαρμοστέο είναι το Ελληνικό Δίκαιο, όσον αφορά στις προϋποθέσεις και στην έκταση της αποζημιώσεως λόγω θανατώσεως προσώπου, ενώ αναφορικά με τους δικαιούχους της αποζημιώσεως και της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης εφαρμοστέο δίκαιο είναι το Αλβανικό, ως εκ της αλβανικής ιθαγένειας και υπηκοότητας του θανόντος προσώπου».
22. Για τους λόγους αυτούς και η όμοια κρίση της ΕφΑθ 1888/2007 στη συγκεκριμένη διαφορά, που αφορά τα τεθέντα ερωτήματα και αναφέρθηκε παραπάνω υπό αρ. 2γ, είναι ορθή και έχει προφανώς την έννοια που ανωτέρω εξηγήθηκε.
23. Συμπέρασμα. Το εάν υφίσταται δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης στη συγκεκριμένη περίπτωση θα κριθεί με βάση το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο (ΑΚ 932 εδ γ) ως δίκαιο του τόπου, όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός (αλλά και ως δίκαιο που διήπε τη συγκεκριμένη σύμβαση εργασίας). Τέτοιο δικαίωμα έχουν τα μέλη της «οικογένειας» του θανόντος κατά την ΑΚ 932 εδ γ. Το ποιοι εντάσσονται στα μέλη της οικογένειας του θανόντος συνιστά νομική έννοια, αποτελεί πρόκριμα του ουσιαστικού κανόνα δικαίου του κράτους του εφαρμοστέου δικαίου, από τη λύση του οποίου εξαρτάται η ρύθμιση της κύριας έννομης σχέσης (αν και ποιοι δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη) και θα καθορισθεί είτε με τη θεωρία της lex fori είτε με τη θεωρία της lex causae κατά το αλβανικό ουσιαστικό δίκαιο, το οποίο υποδεικνύεται ως εφαρμοστέο από το ελληνικό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο (το οποίο αλβανικό ουσιαστικό δίκαιο είναι το δίκαιο της κοινής ιθαγένειας όλων των εμπλεκομένων), σχετικά με την έννοια της «οικογένειας», της οποίας τα μέλη δικαιούνται αποζημίωση για περιουσιακή ζημία και χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη λόγω του θανάτου προσώπου μέλους της «οικογένειας». 

2. Στο δεύτερο ερώτημα: Μέσω της διαδικασίας της προσαρμογής στην οικογένεια του θανόντος κατά το αλβανικό δίκαιο, τα μέλη της οποίας δικαιούνται κατά τις προϋποθέσεις του ελληνικού δικαίου χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης τους (την οποία δεν προβλέπει το αλβανικό δίκαιο), οπωσδήποτε ανήκουν η σύζυγος και το ανήλικο τέκνο του και οπωσδήποτε δεν ανήκουν τα αδέλφια, ο πεθερός και η πεθερά του, ενώ η μητέρα του θανόντος μάλλον πρέπει να θεωρηθεί μέλος της οικογένειάς του

24. Για την απάντηση στο ερώτημα αυτό αναγκαίες είναι επίσης ορισμένες προκαταρκτικές παρατηρήσεις από τη σκοπιά της γενικής θεωρίας του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Ενώ σκοπός του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου είναι η δικαιότερη ρύθμιση σχέσεων με στοιχεία αλλοδαπότητας από ό,τι αν αυτές ρυθμίζονταν με βάση το ουσιαστικό δίκαιο του forum που εφαρμόζεται σε σχέσεις χωρίς στοιχεία αλλοδαπότητας, παρατηρείται κάποιες φορές η χρησιμοποίηση των κανόνων σύγκρουσης να οδηγεί σε πιο άδικα και μη παραδεκτά (τουλάχιστον στο σύνολό τους) αποτελέσματα ή στη δημιουργία καταστάσεων που φαίνονται αδιέξοδες ή των οποίων η αντιμετώπιση δεν είναι ευχερής (βλ. Βρέλλη οπ, σελ. 117, όπου ως παράδειγμα αναφέρεται η ρύθμιση της επιμέλειας του προσώπου εξώγαμου τέκνου που αναγνωρίστηκε, όταν το δίκαιο που διέπει τη σχέση του με τον εξώγαμο γεννήτορα, πχ. το δίκαιο της ιθαγένειας του πατέρα κατά την ΑΚ 20 αρ. 3, παρέχει μετά την αναγνώριση του τέκνου την επιμέλεια στον πατέρα, ενώ το δίκαιο που διέπει τις σχέσεις αυτού του τέκνου με τη μητέρα του, πχ το δίκαιο της ιθαγένειας της μητέρας κατά την ΑΚ 19 αρ. 3, εξακολουθεί και μετά την αναγνώριση να παρέχει την επιμέλεια στη μητέρα ή δεν θεωρεί έγκυρη την αναγνώριση & Ο Κρίσπης οπ, σελ. 347 & 349, ομιλεί για πραγματική αδυναμία εφαρμογής αλλοδαπής διάταξης, την οποία αντιδιαστέλλει προς τη νομική, με την τελευταία να αναφέρεται στην επιφύλαξη της δημόσιας τάξης).
25. Προκειμένου να αντιμετωπισθούν τέτοιες αδιέξοδες καταστάσεις, που προκαλούνται λόγω της μη αρμονικής διάρθρωσης κανόνων, οι οποίοι ανήκουν σε διαφορετικές έννομες τάξεις, ο δικαστής του forum καλείται να «προσαρμόσει» τους εφαρμοστέους κανόνες δικαίου, αλλοιώνοντας επιτρεπτά το περιεχόμενό τους στη συγκεκριμένη περίπτωση («προσαρμογή», βλ. Βρέλλη οπ, σελ. 118-119). Η προσαρμογή θα γίνει με την κατάλληλη ερμηνεία του αλλοδαπού δικαίου (σύμφωνα με τις δικές του αρχές ερμηνείας και το πνεύμα του, αλλά και τις γενικά παραδεκτές αρχές ερμηνείας του δικαίου, βλ. Μαριδάκη οπ, σελ. 326 & 327, Βρέλλη οπ, σελ. 112-113, Ψωμά οπ, ΕλλΔνη 2001, σελ. 627-628, Ευρυγένη, Η Εφαρμογή του Αλλοδαπού Δικαίου, 1956, §73, σελ. 195-197, Κρίσπη οπ, σελ. 346 & 347, ΑΠ 1375/1994, ΕλλΔνη 1996, 623-624) ή ενδεχομένως και με την υποκατάσταση της lex fori στη θέση ξένης ρύθμισης (ως τελευταίας επιλογής για λόγους σεβασμού του αλλοδαπού δικαίου, που κρίνεται εφαρμοστέο βάσει των κανόνων σύγκρουσης του forum, και επίτευξης κατά το δυνατόν διεθνούς αρμονίας των λύσεων, βλ Γραμματικάκη-Αλεξίου/Παππασιώπη-Πασιά/Βασιλακάκη οπ, σελ 4, Ευρυγένη, Η εφαρμογή αλλοδαπού δικαίου, 1956, σελ. 1 επ, πρβλ Μαριδάκη οπ, σελ. 346 & 347), εφόσον η ξένη ρύθμιση δεν μπορεί να εφαρμοσθεί (βλ. Βρέλλη οπ, σελ. 119, πρβλ Γραμματικάκη-Αλεξίου/Παππασιώπη-Πασιά/Βασιλακάκη οπ, σελ 11 για τα κενά του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου και την πλήρωσή τους με αναλογία νόμου ή δικαίου). Στην κατεύθυνση αυτή μπορεί να αξιοποιηθεί και η έννοια και λειτουργία της δημόσιας τάξης κατά την ΑΚ 33 (βλ. Βρέλλη οπ, σελ. 119, Γραμματικάκη-Αλεξίου/Παππασιώπη-Πασιά/Βασιλακάκη οπ, σελ 78 επ). Σημειώνουμε όμως πως η υποκατάσταση της lex fori στη θέση της ξένης ρύθμισης, ενδεχομένως μέσω της αξιοποίησης της ΑΚ 33, θα είναι δυνατή, μόνο εάν και στην έκταση που η ξένη ρύθμιση, αφού διαπιστωθεί το περιεχόμενό της, κριθεί αντίθετη στην ελληνική διεθνή δημόσια τάξη (βλ. ιδίως ΕφΘρ 21/1988, Αρμ. 1988, 600, ΠολΠρωτ Βόλου 10/1999, δημοσιευμένη στη Νόμος με αρ. 273162) 
26. Κατά τον Κρίσπη μάλιστα (οπ, σελ. 349) σε τέτοιες αδιέξοδες καταρχάς καταστάσεις ο δικαστής του forum οφείλει να ρυθμίζει τη σχέση με δίκαιη κρίση (ex aequo et bono), τηρώντας κατά το δυνατόν το πνεύμα της lex causae. Παρόμοια κατά τον Μαριδάκη {οπ, σελ. 330 & 331, με παραπομπές σε παραδείγματα ιδίως στην κλασική μελέτη του Rabel σε RabelsZ 5 (1931), σελ. 286, έμφαση δική μας}:
«Το κατά τους κανόνας ιδ. δ. δ. εφαρμοστέον αλλοδαπόν δίκαιον ενδέχεται να τάσση προϋποθέσεις εφαρμογής μη δυναμένας να υπάρξουν έξω της αλλοδαπής Πολιτείας. Ο δικαστής, παρά ταύτα, δεν θα εγκαταλείψη τήν σχέσιν αρρύθμιστον, αλλά θα την ρυθμίση κατά τό καθολικόν πνεύμα υπό τό οποίον η αλλοδαπή Πολιτεία ρυθμίζει το σχετικόν θεσμόν». 
27. Στη συγκεκριμένη περίπτωση φαίνεται να τίθεται τέτοια ανάγκη «προσαρμογής». Διότι, ενώ σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν το εάν οφείλεται χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης των μελών της «οικογένειας» του θανόντος κρίνεται με βάση το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο και τέτοια χρηματική ικανοποίηση οφείλεται κατά την ΑΚ 932 εδ γ, το ποιοι αποτελούν μέλη της οικογένειας του θανόντος (ώστε να δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη) διέπεται από το αλβανικό ουσιαστικό δίκαιο, όπως ορθά έκρινε και η ΕφΑθ 1888/2007 (παραπάνω υπό αρ. 2γ). Το τελευταίο όμως δεν αναγνωρίζει δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησης της ψυχικής οδύνης στα μέλη της οικογένειας του θανόντος και συνεπώς δεν ορίζει ποιοι την αποτελούν για τις ανάγκες εφαρμογής των διατάξεων περί χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη.
28. Ταυτόχρονα, το αλβανικό δίκαιο δεν απαγορεύει τη χορήγηση χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη (απλά δεν την προβλέπει) ούτε είναι αδύνατο κατά αυτό να προσδιορισθεί η έννοια της «οικογένειας» του θανόντος για τις ανάγκες του δικαίου της αποζημίωσης λόγω θανάτου προσώπου, όπως θα καταστεί σαφές από την ανάλυση που ακολουθεί. Συνεπώς, η σχετική ρύθμιση του αλβανικού δικαίου δεν μπορεί ολικά να παραμερισθεί {όπως θα μπορούσε να συμβεί, εάν το αλβανικό δίκαιο απαγόρευε πλήρως το δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη και κρινόταν πως η ρύθμιση αυτή, τουλάχιστον για τον στενό πυρήνα της οικογένειας του θανόντος, είναι αντίθετη στην ελληνική διεθνή δημόσια τάξη κατά την ΑΚ 33 (βλ. Μαριδάκη οπ, σελ. 346 & 347 και ιδίως παρακάτω υπό αρ. 39-40), ή εάν κατά το αλβανικό δίκαιο ήταν αδύνατο να προσδιορισθεί η έννοια της «οικογένειας» του θανόντος για τις ανάγκες εφαρμογής της συγκεκριμένης ρύθμισης & Βλ. ιδίως ad hoc την ΕφΘρ 21/1988, Αρμ. 1988, 600, κατά την οποία σε θανατηφόρο αυτοκινητικό ατύχημα στην Ελλάδα με θύμα Ρουμανικής υπηκοότητας εφαρμοστέο ήταν το ρουμανικό ουσιαστικό δίκαιο για την εξεύρεση των δικαιούχων χρηματικής ικανοποίησης & το ρουμανικό Σύνταγμα όμως απαγόρευε την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για μη περιουσιακή ζημία & μάλιστα το Ανώτατο Ρουμανικό δικαστήριο είχε κηρύξει αντισυνταγματικές διατάξεις κοινών νόμων που χορηγούσαν δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησης, ως αντίθετες στις αρχές τις σοσιαλιστικής νομοθεσίας & για αυτό και το ελληνικό δικαστήριο έκρινε τη σχετική αλλοδαπή ρύθμιση αντίθετη στην ελληνική διεθνή δημόσια τάξη & πρβλ και ΠολΠρωτ Βόλου 10/1999, δημοσιευμένη στη Νόμος με αρ. 273162}. 
29. Συνεπώς, οι σχετικές ρυθμίσεις του αλβανικού ουσιαστικού δικαίου για το ποιοι αποτελούν μέλη της οικογένειας του θανόντος σε θέματα λήψης αποζημίωσης περιουσιακής ζημίας λόγω του θανάτου συγγενούς προσώπου θα πρέπει να ληφθούν κατά το δυνατόν υπόψη και να καταβληθεί προσπάθεια ερμηνείας τους με τις αρχές ερμηνείας και το πνεύμα του αλβανικού δικαίου, αλλά και τις γενικές αρχές ερμηνείας του δικαίου, που προφανώς υιοθετούνται από όλα τα δίκαια (όπως π.χ. η γραμματική ερμηνεία ή η αναλογία ως μέθοδος πλήρωσης κενών του δικαίου, βλ. Δωρή, Εισαγωγή στο Αστικό Δίκαιο, Α τεύχος, 1991, σελ. 164 επ, 181 επ, Σούρλα, Μια εισαγωγή στην επιστήμη του δικαίου, 1995, σελ. 144 επ, 191 επ, Γεωργιάδη, Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου, β& εκδ, 1997, σελ 50 επ, 56 επ). O σκοπός αυτής της εργασίας θα είναι να προσδιορισθεί ποιοι κατά το ουσιαστικό αλβανικό δίκαιο (κατά το πνεύμα του τουλάχιστον) θα μπορούσαν να δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης. Το ερμηνευτικό πόρισμα δε, στο οποίο με την παραπάνω διαδικασία θα καταλήξουμε, μπορεί να ελεγχθεί στη διαδικασία της προσαρμογής κατά τα παραπάνω από τη σκοπιά της ελληνικής έννομης τάξης (πρβλ ΑΚ 33), έτσι ώστε να προσαρμοσθεί και να επιτευχθεί δίκαιη-επιεικής λύση της διαφοράς.
30. Ενόψει των παραπάνω παρατηρήσεων, για να προσδιορισθούν τα μέλη της «οικογένειας» του θανόντος κατά το αλβανικό δίκαιο, τα οποία δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης τους λόγω του θανάτου του οικείου τους κατά το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο (ΑΚ 932), πλέον δόκιμο φαίνεται να στηριχθεί κανείς στις αντίστοιχες διατάξεις του αλβανικού δικαίου για τους δικαιούχους αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου (αφού το αλβανικό ουσιαστικό δίκαιο δεν προβλέπει κατά τα προαναφερθέντα χρηματική ικανοποίηση ψυχικής οδύνης), δηλαδή στο παραπάνω υπό αρ. 2 στ άρθρο 643 του αλβανικού αστικού κώδικα. Διότι αυτές είναι οι διατάξεις που ρυθμίζουν ζήτημα που ομοιάζει περισσότερο με το ερευνώμενο στην παρούσα
31. Δεν φαίνεται μάλιστα να αρκεί για την άντληση ασφαλών συμπερασμάτων η έρευνα του γενικού αλβανικού δικαίου της συγγένειας, αφού αυτό προφανώς προσδιορίζει τους δεσμούς συγγένειας και τον τρόπο ίδρυσής τους, όχι όμως την έννοια της οικογένειας, που τα μέλη της δικαιούνται αποζημίωση για περιουσιακή ζημιά ή χρηματική ικανοποίηση σε περίπτωση θανάτου οικείου. Τούτο αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι και στο πλαίσιο του ελληνικού ουσιαστικού δικαίου της χρηματικής ικανοποίησης της ψυχικής οδύνης, κατά την ΑΚ 932 (συγκριτικού δικαίου επιχείρημα, για την αξία του οποίου στη φάση εφαρμογής του αλλοδαπού δικαίου, όταν το επιτάσσουν οι κανόνες σύγκρουσης του forum, βλ Γραμματικάκη-Αλεξίου/Παππασιώπη-Πασιά/Βασιλακάκη οπ, σελ 15), τα μέλη της «οικογένειας» του θανόντος, που δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση, δεν προσδιορίζονται με αναφορά απλώς στις διατάξεις του οικογενειακού δικαίου του Αστικού Κώδικα για τη συγγένεια, αλλά κυρίως με αναφορά στη διάταξη της ΑΚ 57 παρ. 1 εδ. β (βλ. Πατεράκη οπ, σελ. 292 επ, ιδίως σελ. 298 με αναλυτικές παραπομπές στις διάφορες θεωρητικές γνώμες, ιδίως Ζέπο, ΑΙΔ 1943, σελ. 314 επ, 357 επ, Λιτζερόπουλο, Θέμις ΝΑ, σελ. 659, Σούρλα σε ΕρμΑΚ, άρθρο 59, αρ. 17, Βαβούσκο, ΕΕΝ 22, σελ. 1278), κατά την οποία στην οικογένεια του θανόντος ανήκουν κατά κανόνα ο σύζυγος, οι κατιόντες, οι ανιόντες, τα αδέλφια και οι κληρονόμοι από διαθήκη (βλ αντί πολλών Καρακατσάνη σε ΑΚ Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, άρθρο 57, άρ.32).
32. Το συμπέρασμα στο οποίο θα καταλήξουμε από την παραπάνω απόπειρα ερμηνείας της διάταξης του άρθρου 643 παρ. 1 του αλβανικού ΑΚ για το ποιοι αποτελούν μέλη της οικογένειας του θανόντος σχετικά με τη λήψη αποζημίωσης για την περιουσιακή ζημία που υπέστησαν λόγω του θανάτου του μπορεί να εφαρμοσθεί αναλογικά (η αναλογία αποτελεί γενικά παραδεκτή μέθοδο πλήρωσης κενών του δικαίου, βλ παραπάνω υπό αρ 28, υποθέτουμε λοιπόν ότι υιοθετείται και από το αλβανικό δίκαιο) και στο ερευνώμενο στην παρούσα ζήτημα της χρηματικής ικανοποίησης της ψυχικής οδύνης, το οποίο δεν ρυθμίζεται από το αλβανικό δίκαιο.
33. Σύμφωνα με την 643 παρ. 1 του αλβανικού ΑΚ, σε περίπτωση θανάτου προσώπου, αποζημίωση οφείλεται χωρίς άλλες προϋποθέσεις (εκτός από τη γενική προϋπόθεση ο θανών να βαρυνόταν με τα έξοδα διατροφής των προσώπων αυτών) (α) στα ανήλικα τέκνα του θανόντος και (β) στη σύζυγό του, ενώ με προϋποθέσεις (να είναι ανίκανοι προς εργασία) οφείλεται και (γ) στους γονείς του θανόντος. Για άλλα πρόσωπα, εκτός των προαναφερθέντων, η παραπάνω διάταξη του αλβανικού ΑΚ ορίζει πως μπορεί να οφείλεται αποζημίωση «των προσώπων που συμβιώνουν με την οικογένεια του θανόντος και που έχουν έναντι αυτού δικαίωμα διατροφής». Δηλαδή το αλβανικό δίκαιο φαίνεται να διακρίνει δυο κατηγορίες δικαιούχων: (α) Μέλη της οικογένειας, στα οποία ανήκουν τα ανήλικα τέκνα, η σύζυγος και με προϋποθέσεις οι γονείς του θανόντος, (β) άλλα πρόσωπα, στα οποία πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά προϋποθέσεις υποχρέωσης διατροφής και συμβίωσης. 
34. Από τη γραμματική διατύπωση της παραπάνω διάταξης (η γραμματική ερμηνεία του νόμου αποτελεί γενικά παραδεκτή μέθοδο ερμηνείας του με αναφορά σε κάθε δίκαιο, αλλά και γενικότερα σε κάθε κείμενο, βλ παραπάνω υπό αρ 29) συνάγεται πως στην «οικογένεια» του θανόντος ανήκουν τα ανήλικα τέκνα του και η σύζυγός του, υπό προϋποθέσεις δε οι γονείς του (να είναι ανίκανοι για εργασία), ενώ οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο αντιδιαστέλλεται προς την «οικογένεια» του θανόντος («καθώς και των προσώπων που συμβιώνουν με την οικογένεια του θανόντος και που έχουν έναντι αυτού δικαίωμα διατροφής»). 
35. Άρα, με τη χρήση του ερμηνευτικού επιχειρήματος εξ αντιδιαστολής (λογικό επιχείρημα, που αξιοποιείται σε κάθε προσπάθεια ερμηνείας κειμένου, βλ. Γεωργιάδη, Γενικές Αρχές οπ, σελ. 54-55), στην «οικογένεια» του θανόντος κατά το αλβανικό δίκαιο για τους σκοπούς του ποιοι μπορούν να λάβουν αποζημίωση περιουσιακής ζημίας τους (έξοδα διατροφής και διαβίωσης) λόγω του θανάτου του οικείου τους δεν ανήκουν τρίτα πρόσωπα, πλην των ανηλίκων τέκνων, της συζύγου και των γονέων του θανόντος (εφόσον, τουλάχιστον για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας, οι γονείς είναι ανίκανοι προς εργασία και διατρέφονταν από τον θανόντα). Τρίτα πρόσωπα, εκτός των παραπάνω μελών της οικογένειας του θανόντος, δικαιούνται αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία που υπέστησαν λόγω του θανάτου του προσώπου (έξοδα διατροφής και διαβίωσης) υπό πρόσθετες προϋποθέσεις, εφόσον δηλαδή συμβιώνουν με την οικογένεια του θανόντος και είχαν έναντι του θανόντος δικαίωμα διατροφής.
36. Αφού λοιπόν κατά την παραπάνω σαφή ρύθμιση του αλβανικού δικαίου οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο, εκτός της συζύγου, των ανήλικων τέκνων και των ανίκανων για εργασία γονέων δεν θεωρείται πως ανήκει στην οικογένεια του θανόντος, ανεξάρτητα από το αν τελικά μπορεί να δικαιούται αποζημίωση της περιουσιακής ζημίας που υπέστη λόγω του θανάτου του προσώπου (αν συμβίωνε με την οικογένεια του θανόντος και είχε δικαίωμα διατροφής έναντι αυτού), οποιοδήποτε τέτοιο τρίτο πρόσωπο δεν μπορεί να έχει αξίωση χρηματικής ικανοποίησης ψυχικής οδύνης λόγω του θανάτου κατά το πνεύμα τουλάχιστον του εφαρμοστέου αλβανικού ουσιαστικού δικαίου, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω ιδίως υπό αρ. 33-35. Διότι αυτή χορηγείται μεν δυνάμει του ελληνικού ουσιαστικού δικαίου της ψυχικής οδύνης, μόνο όμως στα μέλη της οικογένειας του θανόντος κατά το αλβανικό ουσιαστικό δίκαιο. 
37. Συνεπώς, τα αδέλφια του θανόντος, όπως και ο πεθερός και η πεθερά αυτού, δεν δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη λόγω του θανάτου του προσώπου, γιατί δεν αποτελούν μέλη της «οικογένειάς» του κατά το αλβανικό δίκαιο (το γράμμα και το πνεύμα του). 
38. Όσον αφορά τη μητέρα του θανόντος στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και η παραπάνω ρύθμιση του αλβανικού δικαίου της χορηγεί δικαίωμα αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία λόγω του θανάτου του γιου της (έξοδα διατροφής και διαβίωσης που βάρυναν τον θανόντα) μόνο αν η ίδια είναι ανίκανη προς εργασία και ο θανών βαρυνόταν με τη διατροφή της, εν τούτοις η ρύθμιση αυτή φαίνεται να τη συμπεριλαμβάνει στην έννοια της «οικογένειας» του θανόντος, αντιδιαστέλλοντάς τη προς οποιοδήποτε άλλο τρίτο πρόσωπο (το οποίο δικαιούται αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, μόνο αν επιπλέον συμβίωνε με την οικογένεια του θανόντος, έχοντας έναντι αυτού δικαίωμα διατροφής). Επομένως, μάλλον ορθότερο είναι να γίνει δεκτό πως η μητέρα του θανόντος εντάσσεται κατά το αλβανικό δίκαιο στην οικογένειά του και συνεπώς δικαιούται χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης της λόγω του θανάτου του, εφόσον ασφαλώς η σχέση συγγένειας και ο ψυχικός δεσμός της με τον θανόντα αποδειχθεί, όπως απαιτεί η ΑΚ 932, κατά τα προαναφερθέντα (ιδίως υπό αρ. 16). 
39. Το παραπάνω συμπέρασμα δεν προσκρούει στη συγκεκριμένη περίπτωση στις θεμελιώδεις ηθικές, οικονομικές, πολιτικές, κοινωνικές αντιλήψεις της ελληνικής έννομης τάξης, δηλαδή στη διεθνή δημόσια τάξη κατά την ΑΚ 33 (βλ. ΑΠ 1206/1982, ΝοΒ 1983, 1169, ΑΠ 985, 1982, ΝοΒ 1983, 999, Βρέλλη οπ, σελ. 120, Κρίσπη, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, Γενικόν Μέρος, 1970, 360), ώστε η εφαρμογή του να πρέπει να αποκρουσθεί (βλ αντί πολλών Γραμματικάκη-Αλεξίου/Παππασιώπη-Πασιά/Βασιλακάκη οπ., σελ 87). Διότι, ακόμη και εάν η λήψη χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη λόγω θανάτου μέλους της οικογένειας προσώπου θεωρείτο πως απηχεί θεμελιώδη αρχή της ελληνικής έννομης τάξης σχετικά με την προστασία του στενού πυρήνα της οικογένειας, εντασσόμενη στη διεθνή δημόσια τάξη κατά την ΑΚ 33 (πράγμα όχι ανεπίδεκτο αντιρρήσεων, βλ. π.χ. το γενικότερα υποστηριζόμενο πως η συνταγματική προστασία της οικογένειας κατά την 21 παρ.1 Σ δεν επιβάλλει πχ το θεσμό της νόμιμης μοίρας, γιατί ανήκει στην αρμοδιότητα του κοινού νομοθέτη η επιλογή των τρόπων προστασίας της οικογένειας, βλ σχετικά Σταθόπουλο σε ΑΚ Γεωργιάδη- Σταθόπουλου, ΕισαγΠαρ 1825-1845, αρ 7, Κασιμάτη, ΤοΣ 1981, 41), ασφαλώς η αρχή αυτή δεν μπορεί να περιλαμβάνει οποιαδήποτε πρόσωπα έχουν δεσμούς συγγένειας με τον θανόντα, αλλά μόνο τον στενό πυρήνα της οικογένειας, που απαρτίζει η σύζυγος, τα τέκνα και οι γονείς ενός προσώπου {βλ. Πατεράκη οπ, σελ. 292 επ, με αναλυτικές παραπομπές στη θεωρία για την έννοια της στενής οικογένειας σε αντιδιαστολή με τις έννοιες της ευρείας και της ευρύτατης οικογένειας- Είναι ευρέως αποδεκτή η διάκριση στενής οικογένειας και συγγένειας, συμφώνα με την οποία η οικογένεια αποτελείται από άτομα που συνδέονται μεταξύ τους με δεσμούς αίματος, γάμου, αναγνώρισης ή υιοθεσίας και διαμένουν διαρκώς κάτω από την ίδια στέγη (οίκος) σε αντιδιαστολή με την ευρεία έννοια της οικογένειας που στηρίζεται γενικά στη συγγένεια}.
40. Αυτό αποδεικνύεται, σε συμφωνία με τη συνταγματική προστασία της οικογένειας (21 παρ 1 Σ), από το γεγονός ότι ο κοινός νομοθέτης αναγνωρίζει δικαίωμα νόμιμης μοίρας μόνο στη σύζυγο, τα τέκνα και τους γονείς του κληρονομούμενου (αν δεν υπάρχουν τέκνα) κατά τις ΑΚ 1825 επ (βλ Σταθόπουλο οπ, ΕισαγΠαρ 1825-1845, αρ 12) και όχι στα αδέλφια ή τον πεθερό ή την πεθερά του. Η δε αναγνώριση του δικαιώματος αυτού γίνεται για λόγους κυρίως προστασίας της οικογένειας {βλ αντί πολλών Σταθόπουλο οπ, ΕισαγΠαρ 1825-1845, αρ. 4 επ, ο οποίος ορθά παρατηρεί «Σκοπός του θεσμού της νόμιμης μοίρας είναι η προστασία των στενών συγγενών και του συζύγου των κληρονομουμένου και μέσω αυτής η προστασία του θεσμού της οικογένειας & ο δεσμός του αίματος, αλλά και η συναισθηματική επικοινωνία και σύνδεση που σφυρηλατείται με τη συμβίωση και την κοινή πορεία στην καθημερινή ζωή, που μπορεί να φθάνει έως την ένωση των τυχών των μελών της οικογένειας, δημιουργούν μεταξύ τους ηθικό καθήκον ψυχικής και υλικής συμπαράστασης (πρβλ και ΑΚ 1386, 1507). Κατά την κοινή αντίληψη τα πολύ κοντινά μας πρόσωπα (τέκνα, γονείς, σύζυγος) δικαιούνται ηθικά κατά κανόνα περισσότερο από τρίτους, ξένους κλπ, να έχουν συμμετοχή στη ζωή μας, άρα και στη μετά θάνατον περιουσία μας»}.
41. Για τους λόγους αυτούς η ρύθμιση του αλβανικού δικαίου, όπως ερμηνεύεται για τις ανάγκες της in concreto προσαρμογής δεν προσκρούει, κατά τη γνώμη μας, στην ελληνική διεθνή δημόσια τάξη, σύμφωνα με την προηγηθείσα ανάλυση. Γιατί από το αλβανικό δίκαιο (το γράμμα και το πνεύμα του) συνάγεται ρύθμιση της υπό κρίση έννομης σχέσης κατά τα παραπάνω, που δεν προσκρούει στη συγκεκριμένη περίπτωση στις θεμελιώδεις αντιλήψεις της ελληνικής έννομης τάξης, κατά την ΑΚ 33. 
42. Συμπέρασμα. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι κατά το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο (ελληνικό για τον προσδιορισμό εάν οφείλεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και αλβανικό για τον προσδιορισμό των μελών της «οικογένειας» του θανόντος, ως νομική έννοια που απαντά στην εφαρμοστέα lex causae, τα οποία μέλη δικαιούνται τέτοια χρηματική ικανοποίηση, μέσα από τη διαδικασία της προσαρμογής):
α) Οπωσδήποτε τέτοιο δικαίωμα έχουν το ανήλικο τέκνο και η σύζυγος του θανόντος Αλβανού υπηκόου που σκοτώθηκε σε εργατικό ατύχημα στην Ελλάδα βάσει σύμβασης εργασίας, κατά την οποία η εργασία παρεχόταν στην Ελλάδα (εφόσον βέβαια συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις της ΑΚ 932 που προαναφέρθηκαν, δηλαδή η απόδειξη της σχέσης συγγένειας και του δεσμού των μελών της οικογένειας με τον θανόντα, που δικαιολογεί την ψυχική οδύνη τους και τη λήψη χρηματικής ικανοποίησης).
β) Οπωσδήποτε τέτοιο δικαίωμα δεν έχουν τα αδέλφια, ο πεθερός και η πεθερά του θανόντος. 
γ) Η μητέρα του θανόντος κατά τη μάλλον ορθότερη γνώμη (και πιο σύμφωνη με τις αντιλήψεις της ελληνικής έννομης τάξης) εντάσσεται στα μέλη της οικογένειας του θανόντος και έχει καταρχήν δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησης της ψυχικής οδύνης της. 

3. Στο τρίτο ερώτημα: Η συμβίωση με τον θανόντα ασκεί ουσιώδη επιρροή στην κρίση της οφειλής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, σύμφωνα με το εφαρμοστέο αλβανικό ουσιαστικό δίκαιο, σχετικά με πρόσωπα που δεν αποτελούν μέλη της στενής τουλάχιστον οικογένειας του θανόντος

43. Με βάση την ανάλυση που προηγήθηκε το ζήτημα αν η συμβίωση ενός προσώπου με τον θανόντα συνιστά κρίσιμο στοιχείο, ώστε το πρόσωπο αυτό να αποτελεί μέλος της οικογένειας του θανόντος και να δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης ψυχικής οδύνης, κρίνεται από το αλβανικό ουσιαστικό δίκαιο. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν μέλη της οικογένειας του θανόντος (βάσει του άρθρου 643 του ΑλβΑΚ) είναι η σύζυγός του, τα ανήλικα τέκνα του και οι ανίκανοι προς εργασία γονείς του, χωρίς να απαιτείται επιπροσθέτως να συμβίωναν με τον θανόντα, όπως προκύπτει από το γράμμα της παραπάνω διάταξης του ΑλβΑΚ. Άλλα πρόσωπα δε (αδέλφια, πεθερός, πεθερά), ανεξάρτητα από το αν συμβίωναν με τον θανόντα, δεν αποτελούν μέλη της οικογένειάς του και δεν δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση ψυχικής οδύνης.
44. Ακόμη όμως και αν υποθέταμε πως κατά το εφαρμοστέο αλβανικό ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχοι αποζημίωσης και (αναλογικά) χρηματικής ικανοποίησης μπορούν να είναι και τρίτα πρόσωπα, αυτό θα ίσχυε σύμφωνα με το γράμμα της 643 παρ. 1 του ΑλβΑΚ, υπό την πρόσθετη προϋπόθεση πως τα τρίτα αυτά πρόσωπα συμβίωναν με την οικογένεια του θανόντος, ώστε να δικαιολογείται ο έντονος ψυχικός δεσμός τους με τον θανόντα, η ψυχική οδύνη τους λόγω του θανάτου του και η ανάγκη χρηματικής ικανοποίησής της. Συγκεκριμένα, κατά το γράμμα της παραπάνω διάταξης του ΑλβΑΚ, για να δικαιούται οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο (εκτός της συζύγου, των ανήλικων τέκνων και των ανίκανων προς εργασία γονέων) αποζημίωση περιουσιακής ζημίας που υπέστη λόγω του θανάτου (έξοδα διατροφής και διαβίωσης), ακόμη και αν είχε δικαίωμα διατροφής έναντι του θανόντος, πρέπει επιπλέον να συμβίωνε με την οικογένεια του θανόντος. 
45. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση όσα τέθηκαν υπόψη μας (παραπάνω υπό αρ. 1 & 2), ο πεθερός, η πεθερά και τα φερόμενα ως αδέλφια του θανόντος δεν διέμεναν μαζί του (αφού ο θανών διέμενε στην Ελλάδα, οι λοιποί στην Αλβανία). Άρα, δεν συμβίωναν με το θανόντα και τον στενό πυρήνα της οικογενείας του. Και υπό αυτή την εκδοχή επομένως δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησης ψυχικής οδύνης τους δεν φαίνεται να υφίσταται. 
46. Το συμπέρασμα αυτό δεν έρχεται σε αντίθεση με τα κρατούντα στην ελληνική έννομη τάξη. Διότι και στο πλαίσιο της ερμηνείας της ΑΚ 932 εδ γ σε σχέσεις που δεν έχουν στοιχεία αλλοδαπότητας γίνεται δεκτό ναι μεν πως η συμβίωση δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ένταξη ενός προσώπου στην «οικογένεια» άλλου όσον αφορά την εφαρμογή της ΑΚ 932 εδ. γ (ΑΠ 319/2006, δημοσιευμένη στη ΝΟΜΟΣ με αρ. 399655, ΑΠ 731/2005 οπ), αλλά λαμβάνεται υπόψη τουλάχιστον για την απόδειξη του ψυχικού πόνου που υπέστη κάποιος λόγω του θανάτου άλλου (ο οποίος ψυχικός πόνος δικαιολογεί τη λήψη χρηματικής ικανοποίησης), όπως και για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης της ψυχικής οδύνης του, ιδίως αν το πρόσωπο δεν ανήκει στους στενούς συγγενείς του θανόντος (σύζυγος, τέκνα, γονείς, βλ. Πατεράκη οπ, σελ. 297 επ, Σταθόπουλο, ΓενΕνοχ οπ, σελ. 837 ΑΠ 185/1998, ΕλλΔνη 1998, 838, ΑΠ 1054/1998, ΕλλΔνη 1998, 1551, Ολ ΑΠ 762/1992, ΠοινΧρ ΜΒ 665, ΑΠ 1631/1990, ΝοΒ 1991, 612, ΕφΑθ 4420/1985, ΕλλΔνη 26, 960).

ΙΙΙ. Σύνοψη των απαντήσεων
47. Η ανάλυση που προηγήθηκε επιτρέπει τις εξής απαντήσεις στα ερωτήματα που τέθηκαν:
1. Η οφειλή χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη ρυθμίζεται από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο (ΑΚ 932 εδ. γ), οι δικαιούχοι δε αυτής από το αλβανικό (ιδίως Αλβ ΑΚ 643). Στη συγκεκριμένη περίπτωση τίθεται ζήτημα χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη λόγω του θανάτου του προσώπου των μελών της «οικογένειάς» του. 
2. Μέσω της διαδικασίας της προσαρμογής στην οικογένεια του θανόντος κατά το αλβανικό δίκαιο, τα μέλη της οποίας δικαιούνται κατά τις προϋποθέσεις του ελληνικού δικαίου χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης τους (την οποία δεν προβλέπει το αλβανικό δίκαιο), οπωσδήποτε ανήκουν η σύζυγος και το ανήλικο τέκνο του και οπωσδήποτε δεν ανήκουν τα αδέλφια, ο πεθερός και η πεθερά. Η μητέρα του θανόντος (εφόσον αποδειχθεί η σχέση γονέα & τέκνου) μάλλον ορθότερο είναι να θεωρηθεί πως ανήκει κατά το εφαρμοστέο αλβανικό ουσιαστικό δίκαιο στην οικογένειά του και δικαιούται χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης της, κατά τις προϋποθέσεις όμως του ελληνικού δικαίου (ΑΚ 932). 
3. Σε κάθε περίπτωση, κατά το εφαρμοστέο αλβανικό ουσιαστικό δίκαιο σχετικά με τους δικαιούχους χρηματικής ικανοποίησης ψυχικής οδύνης λόγω θανάτου προσώπου, τρίτα πρόσωπα (εκτός της συζύγου, των ανήλικων τέκνων και των ανίκανων προς εργασία γονέων του θανόντος), θα μπορούσαν να δικαιούνται τέτοια χρηματική ικανοποίηση, μόνο αν συμβίωναν με τον θανόντα και τον στενό πυρήνα της οικογένειάς του. 

Αθήνα 27/09/07

Οι γνωμοδοτούντες 


Χ. Π. Παμπούκης Γ. Σ. Νικολαϊδης
Αναπλ. Καθηγητής Νομικής Σχολής Μ.Δ. Αστικού, Εμπορικού,
Πανεπιστημίου Αθηνών Διεθνούς Δικαίου και 
Δικηγόρος Φιλοσοφίας του Δικαίου 
Πανεπιστημίου Αθηνών
Δικηγόρος

ΕΛΕΝΗ ΜΕ ΠΛΑΓΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ newsletters prev1

legal bank

Newsletter

ΚΑΛΑΘΙ ΑΓΟΡΩΝ

Το καλάθι σας είναι άδειο.