210 9824002 | 6977 000 500 | Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.   |

Αρθρα - Απόψεις

Ατυχήματα σε διαβάσεις πεζών ή πλησίον αυτών με θύματα πεζούς

 

Άρθρα-Απόψεις

Ατυχήματα σε διαβάσεις πεζών
ή πλησίον αυτών με θύματα πεζούς
Κατανομή υπαιτιότητας & Νομολογιακές εφαρμογές

Υπό Αθανασίου Γ. Κρητικού,
Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου ε.τ., Δ.Ν.


Ι. Το πρόβλημα
ΙΙ. Νομοθετική ρύθμιση
ΙΙΙ. Σημασία της ρυθμίσεως
IV. Κατηγορίες περιπτώσεων
Α. Ατύχημα με θύμα πεζό που επιχειρεί να διασχίσει το οδόστρωμα σε σημείο
όπου λείπει διάβαση πεζών
1. Αποκλειστική υπαιτιότητα οδηγού
2. Συρρέουσα υπαιτιότητα οδηγού και πεζού
Περιπτώσεις από τη νομολογία
Β. Ατυχήματα σε διαβάσεις πεζών ή εγγύς διαβάσεων
Ι. Ατυχήματα μέσα σε σηματοδοτούμενη διάβαση πεζών
1. Με πράσινο σήμα για πεζούς
2. Με ερυθρό σήμα για πεζούς
α) Αποκλειστική υπαιτιότητα πεζού
β) Συρρέουσα ευθύνη πεζού και οδηγού ατυχήματος
II. Ατυχήματα σε διάβαση μη σηματοδοτούμενη
1. Αποκλειστική υπαιτιότητα οδηγού
2. Συρρέουσα υπαιτιότητα οδηγού και πεζού.
ΙΙΙ. Ατύχημα εκτός διαβάσεως και σε απόσταση απ’ αυτή.
1. Παράσυρση πεζού εκτός διαβάσεως (σηματοδοτούμενης ή μη) που βρίσκεται 
σε μικρή απόσταση η εγγύς αυτής
2. Παράσυρση πεζού εκτός διαβάσεως που βρίσκεται σε απόσταση από το σημείο 
του ατυχήματος από 7,80 μ. μέχρι 11,50 μ.
3. Παράσυρση πεζού εκτός διαβάσεως που βρίσκεται σε απόσταση από το σημείο 
του ατυχήματος 30 μ. και περισσότερο


Άρθρα-Απόψεις

Ατυχήματα σε διαβάσεις πεζών
ή πλησίον αυτών με θύματα πεζούς
Κατανομή υπαιτιότητας & Νομολογιακές εφαρμογές

Υπό Αθανασίου Γ. Κρητικού,
Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου ε.τ., Δ.Ν.


Ι. Το πρόβλημα
ΙΙ. Νομοθετική ρύθμιση
ΙΙΙ. Σημασία της ρυθμίσεως
IV. Κατηγορίες περιπτώσεων
Α. Ατύχημα με θύμα πεζό που επιχειρεί να διασχίσει το οδόστρωμα σε σημείο
όπου λείπει διάβαση πεζών
1. Αποκλειστική υπαιτιότητα οδηγού
2. Συρρέουσα υπαιτιότητα οδηγού και πεζού
Περιπτώσεις από τη νομολογία
Β. Ατυχήματα σε διαβάσεις πεζών ή εγγύς διαβάσεων
Ι. Ατυχήματα μέσα σε σηματοδοτούμενη διάβαση πεζών
1. Με πράσινο σήμα για πεζούς
2. Με ερυθρό σήμα για πεζούς
α) Αποκλειστική υπαιτιότητα πεζού
β) Συρρέουσα ευθύνη πεζού και οδηγού ατυχήματος
II. Ατυχήματα σε διάβαση μη σηματοδοτούμενη
1. Αποκλειστική υπαιτιότητα οδηγού
2. Συρρέουσα υπαιτιότητα οδηγού και πεζού.
ΙΙΙ. Ατύχημα εκτός διαβάσεως και σε απόσταση απ’ αυτή.
1. Παράσυρση πεζού εκτός διαβάσεως (σηματοδοτούμενης ή μη) που βρίσκεται 
σε μικρή απόσταση η εγγύς αυτής
2. Παράσυρση πεζού εκτός διαβάσεως που βρίσκεται σε απόσταση από το σημείο 
του ατυχήματος από 7,80 μ. μέχρι 11,50 μ.
3. Παράσυρση πεζού εκτός διαβάσεως που βρίσκεται σε απόσταση από το σημείο 
του ατυχήματος 30 μ. και περισσότερο


Ι. Το πρόβλημα
Η δημόσια κυκλοφορία σε οδούς γίνεται από οχήματα, πεζούς και ζώα. Μεταξύ τους δημιουργείται σχέση εντάσεως, όταν πεζοί ή ζώα πρόκειται να διασχίσουν ή κινηθούν σε οδόστρωμα χρησιμοποιούμενο για την οδική κυκλοφορία. Όλοι επιθυμούν χάριν της ταχύτητας να έχουν προτεραιότητα έναντι των άλλων. Τα οχήματα έναντι των πεζών και οι τελευταίοι έναντι των οχημάτων. Η ανάγκη ανακύπτει, όταν πρέπει να διακοπεί η κυκλοφορία των οχημάτων προκειμένου πεζός ή πεζοί να διασχίσουν συγκεκριμένο οδόστρωμα για να περαιωθούν είτε σε νησίδα ασφαλείας είτε στο έναντι πεζοδρόμιο. Η σύγκρουση αυτή μεταξύ των χρηστών της κυκλοφορίας επιχειρείται να λυθεί με τη ρυθμιστική παρέμβαση του νομοθέτη σε σύμπραξη με την αρμόδια διοικητική υπηρεσία. Ειδικότερα τούτο επιδιώκεται να γίνει με τη δημιουργία διαβάσεων πεζών με σηματοδότηση ή όχι για πεζούς και οχήματα.

Η κίνηση πεζού μέσα σε σηματοδοτούμενη διάβαση πεζών θεωρητικώς κατά κανόνα προσφέρει μείζονα ασφάλεια των πεζών που χρησιμοποιούν τη διάβαση έναντι των οχημάτων που χρησιμοποιούν το οδόστρωμα στο οποίο υπάρχει η σηματοδοτούμενη διάβαση πεζών. Μικρότερη ασφάλεια προσφέρει σε πεζούς η κίνηση αυτών απλώς μέσα σε διάβαση πεζών. Δεν ισχύει όμως το ίδιο για πεζούς που πρόκειται να διασχίσουν οδόστρωμα χωρίς σ’ αυτό να υπάρχουν διαβάσεις πεζών. Οι σχετικές ρυθμίσεις γίνονται συνήθως με κριτήριο κυρίως την πυκνότητα της κυκλοφορίας οχημάτων και πεζών.


ΙΙ. Νομοθετική ρύθμιση

Η σχετική νομοθετική ρύθμιση περιέχεται στα άρθρα 6 και 7 του ΚΟΚ όπως προσθέτως και στα άρθρα 38 &4 και 39 & 1 στοιχεία α΄ και β΄, 42 και παρ.4 του ΚΟΚ.


ΙΙΙ. Σημασία της ρυθμίσεως

Η ρύθμιση στοχεύει προεχόντως σε διευκόλυνση της κυκλοφορίας οχημάτων και πεζών. Συγχρόνως όμως αξιοποιείται, όταν συμβαίνει ατύχημα με θύμα συνήθως πεζό. Ένα από τα κρίσιμα ζητήματα που γεννώνται σε τέτοιου είδους περιπτώσεις είναι ποίο από τα συμπλεκόμενα πρόσωπα (οδηγός οχήματος ή πεζός) έχει προτεραιότητα διελεύσεως και αν και υπό ποίες προϋποθέσεις θα μπορούσε να αποφευχθεί το ατύχημα. Δηλαδή αν ο οδηγός οχήματος επιχείρησε κάποια ενέργεια ή παρέλειψε να πράξει κάτι με αποτέλεσμα η πράξη ή παράλειψη και συμβάλει αιτιωδώς στην πρόκληση και στην έκταση του ατυχήματος. Το ίδιο ισχύει όταν το ζήτημα εξετάζεται από την πλευρά του πεζού. Όλα τα σκεπτικά ζητήματα συνήθως περιστρέφονται στο ζήτημα του προσδιορισμού της υπαιτιότητας στο επελθόν ατύχημα. Δηλαδή ποίο πρόσωπο από τα εμπλεκόμενα σε ατύχημα βαρύνει η υπαιτιότητα (αποκλειστική ή συρρέουσα, εφόσον, ως συνήθως, προβληθεί σύσταση συνυπαιτιότητας κατά την ΑΚ 300). Η νομολογία έχει την ευκαιρία να αντιμετωπίσει σχετικά ζητήματα. Η έρευνα της νομολογίας από τις αποφάσεις των δικαστηρίων που δημοσιεύθηκαν σε νομικά περιοδικά την τελευταία τριακονταετία παρέχει την ακόλουθη εικόνα. Για διευκόλυνση της έρευνας επιχειρείται κατά το δυνατό κατηγοριοποίηση των περιπτώσεων.


IV. Κατηγορίες περιπτώσεων

Α. Ατύχημα με θύμα πεζό που επιχειρεί να διασχίσει το οδόστρωμα σε σημεία όπου λείπει διάβαση πεζών.
Η βασική νομοθετική ρύθμιση περιέχεται στην παρ. ε΄ της παρ.4 του άρθ. 38 ΚΟΚ που ορίζει ότι: Οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα υποχρεούνται: α) &.....ε)Αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ’ αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεα δε θα διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του.

1. Αποκλειστική υπαιτιότητα οδηγού 
Εφόσον πεζός επιχειρήσει να διασχίσει οδόστρωμα σύμφωνα με τη μνημονευόμενη παραπάνω ρύθμιση, τότε κατά κανόνα σε περίπτωση ατυχήματος με θύμα του πεζό, η αποκλειστική υπαιτιότητα θα βαρύνει τον οδηγό του οχήματος. Συνήθως η αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού θα προκύπτει από την υψηλή ταχύτητα πέρα του επιτρεπόμενου ορίου στο σημείο του ατυχήματος, και την επιδεικνυόμενη αμέλεια του οδηγού ο οποίος ενώ θα έπρεπε και θα μπορούσε δεν αντιλαμβάνεται τον πεζό διασχίζοντα το οδόστρωμα. Σε πολλές τέτοιες περιπτώσεις ο πεζός θα έχει διανύσει το μείζον τμήμα του οδοστρώματος όταν παρασύρεται από το όχημα και θα υπολείπεται μόνο μικρό τμήμα αυτού. Μεγάλη σημασία εμφανίζει το ζήτημα όταν το ατύχημα γίνεται νύκτα με ανεπαρκή τεχνητό φωτισμό ή όταν επικρατούν άσχημες καιρικές συνθήκες, παρακωλύουσες την ορατότητα (π.χ. δυνατή βροχή, καπνός, ομίχλη, χιονόπτωση κ.λ.π)
Από τη νομολογία αξίζει ν’ αναφερθούν οι παρακάτω αποφάσεις που δέχθηκαν αποκλειστική υπαιτιότητα οδηγού παρασύροντος με το όχημα πεζό διασχίζοντα το οδόστρωμα εκτός διαβάσεως που τέτοιες δεν υπήρχαν πλησίον του τόπου του ατυχήματος:
ΕφΑθ. 8443/1996 ΕπΣυγκΔ 1997,33 - ΕφΑθ 8615/1996 ΕπΣυγκΔ 1997,202 - ΕφΑθ 205/1995 ΕπΣυγκΔ 1998,552 - ΕφΑθ 12362/1988 ΕπΣυγκΔ 1990,90 - ΕφΑθ 12243/1988 ΕπΣυγκΔ 1990,428 - ΕφΑθ 2941/1981 ΕπΣυγκΔ 1983/504 - ΜπρΑθ 6168/2001 ΕπΣυγκΔ 2002,53 - ΜπρΘεσ 19275/1997 ΕπΣυγκΔ 1998,496 - ΜπρΘεσ 3054/1988 ΕπΣυγκΔ 1989,252 - ΜπρΑθ 19275/1997 ΕπΣυγκΔ 1998,554 - ΜπρΑθ 4921/1986 ΕπΣυγκΔ 1988,250 - ΜπρΑθ 947/1981 ΕπΣυγκ Δ 1981,238.
Από τις μνημονευόμενες παραπάνω αποφάσεις αξίζει να επισημανθεί η ΜπρΑθ 19275/1997 ΕπΣυγκΔ 1998,554 η οποία με βάση την παραδοχή ότι ο πεζός την 9-5-1995 και ώρα 04.30 (πρωινή) είχε διανύσει από το πλάτους 16μ. οδόστρωμα απόσταση 14,5μ. δέχθηκε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού κρίνοντας συγχρόνως ότι η ανίχνευση στο αίμα του πεζού οινοπνεύματος σε ποσοστό 1,04%ο, δεν τελούσε σε αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ότι ο πεζός ενόψει της ανιχνευθείσης ποσότητας οινοπνεύματος τελούσε σε κατάσταση πλήρους μέθης η οποία κατά τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης επηρεάζει την ικανότητα του προσώπου να προβαίνει σε ακριβείς κατά προσέγγιση εκτιμήσεις των αποστάσεων, δηλαδή να εκτιμήσει ο εν μέθη πεζός σε ποία απόσταση βρισκόταν το όχημα όταν ξεκινούσε να διασχίσει το οδόστρωμα και να βεβαιωθεί ότι θα μπορούσε να ολοκληρώσει το πέρασμα δεδομένου του πλάτους του οδοστρώματος. Τα πράγματα καθίστανται περισσότερο δυσχερή όταν το ατύχημα υπήρξε θανατηφόρο για τον πεζό γιατί δεν μπορεί, τότε, να διευκρινισθεί το άνω ζήτημα.

2. Συρρέουσα υπαιτιότητα οδηγού και πεζού
Στις περισσότερες περιπτώσεις ατυχημάτων εκτός διαβάσεως πεζών με θύματα τους τελευταίους συναντάται συρρέουσα υπαιτιότητα των οδηγών οχημάτων και των πεζών. Εναπόκειται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας να προσδιορίσει ειδικότερα την αμέλεια κάθε εμπλεκόμενου προσώπου και καθορίσει το ποσοστό υπαιτιότητας πράγμα που έχει σημασία στον τελικό καθορισμό της αποζημιώσεως για τη, ζημία που υφίσταται ο παθών- πεζός και λαμβάνεται υπόψη στον καθορισμό της ηθικής βλάβης και σε περίπτωση θανατώσεως του θύματος της ψυχικής οδύνης των μελών της οικογενείας του (ΑΚ 932)
Από το μεγάλο αριθμό των αποφάσεων που δημοσιεύονται σε νομικά περιοδικά αναφέρονται ενδεικτικώς και κατά κατηγορίες οι παρακάτω ομάδες περιπτώσεις:

1. Περιπτώσεις με προέχουσα αμέλεια του οδηγού οχήματος. Σ’ αυτές ο οδηγός βαρύνεται είτε γιατί δεν αντιλήφθηκε από ικανή απόσταση τον διασχίζοντα το οδόστρωμα είτε γιατί εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα την οποία δεν φρόντισε να μειώσει είτε γιατί δεν προέβη σε αποφευκτικό ελιγμό. Αντιστρόφως ο πεζός βαρύνεται με αμέλεια γιατί ανελέγκτως εισήλθε στο οδόστρωμα, το οποίο επιχείρησε να διασχίσει χωρίς να συμμορφωθεί προς τις επιταγές του εδαφίου ε’ της παρ. 4 του άρθ. 38 Κ.Ο.Κ.

α. Αμέλεια του οδηγού σε ποσοστό 80% και αμέλεια του πεζού σε ποσοστό 20%. Τέτοιες χαρακτηριστικές περιπτώσεις από τη νομολογία είναι οι παρακάτω: ΕφΛαρ 919/2005 ΕπΣυγκΔ 2006,285 ΕφΑθ 3653/1999 ΕπΣυγκΔ 2001,279 ΕφΠειρ 622/1995 ΕπΣυγκΔ 1995,527 ΕφΑθ 5212/1993 ΕπΣυγκΔ 1994,537

β. Αμέλεια του οδηγού σε ποσοστό 70% και αμέλεια του πεζού σε ποσοστό 30%. Τέτοιες ενδεικτικές περιπτώσεις από τη νομολογία είναι οι παρακάτω: ΕφΠατρ 768/2006 ΑχΝομ 2007,642 - ΕφΛαρ 454/2006 ΕπΣυγκΔ 206,433 - ΕφΝαυπλ 12/1999 ΕπΣυγκΔ 1999,246 - ΕφΘεσ 35781997 ΕπΣυγκΔ 1998,204 - ΕφΠειρ 829/1993 ΕπΣυγκΔ 1995,57 - ΕφΚερκ 79/1992 ΕπΣυγκΔ 1992,462 - ΕφΑθ 1924/1992 και ΜΠρΑθ 822/1995 ΕπΣυγκΔ 1999,445 - ΕφΑθ 8914/1990 ΕπΣυγκΔ 1992,195 - ΕφΑθ 10933/1990 ΕπΣυγκΔ 1992,517 - ΕφΘεσ 2409/1990 ΕπΣυγκΔ 1992,188 - ΕφΑθ 7024/1986 ΕπΣυγκΔ 1988,178 - ΕφΑθ 11062/1981 ΕπΣυγκΔ 1982,28 επ - ΜΠρΘεσ 14887/2001 ΕπΣυγκΔ 2002,155 - ΤριμΔιοικΠρΑθ 4113/1995 ΕπΣυγκΔ 1995,362 - ΜΠρΑθ 1442/1994 ΕπΣυγκΔ 1994.464 - ΜΠρΑρτ 134/1993 ΕπΣκγΔ 1995,246 - ΜΠρΦλωρ 252/1987 ΕπΣυγκΔ 1989,376 επ - ΜΠρΑθ 1678/1980 ΕπΣυγκΔ 1982,179

γ. Αμέλεια του οδηγού σε ποσοστό 60% και αμέλεια του πεζού σε ποσοστό 40%. 
Τέτοιες ενδεικτικές περιπτώσεις από τη νομολογία είναι οι παρακάτω: ΕφΑθ 4279/1994 ΕπΣυγκΔ 1197,15 επ - ΕφΑθ 162/1979 (εσφαλμένως αναγράφεται ως έτος αποφάσεως 1989) ΕπΣυγκΔ 1981,233 και 1992,157 - ΕφΑθ 784/1989 ΕπΣυγκΔ 1990,316 επ και 1991,369 - ΕφΑθ 13274/1988 ΕπΣυγκΔ 1992,48 - ΜΠρΞάνθ 13/1993 ΕπΣυγκΔ 1994,541.

δ. Ίση υπαιτιότητα οδηγού οχήματος και πεζού (50%-50%). Τέτοιες ενδεικτικά περιπτώσεις είναι οι παρακάτω: ΕφΚρ 238/2000 ΕπΣυγκΔ 2000,364 - ΕφΘεσ 117/1988 ΕπΣυγκΔ 1989, 194 - ΕφΑθ 10933/1986 ΕπΣυγκΔ 1991,520 - ΜΠρΕδεσ 332/1980 ΕπΣυγκΔ 1981,240.


Περιπτώσεις από τη νομολογία με προέχουσα υπαιτιότητα πεζού έναντι του οδηγού οχήματος:
Σ’ αυτές τις περιπτώσεις ο πεζός επιχειρεί να διασχίσει το οδόστρωμα συνήθως ανέλεγκτα δηλαδή δεν λαμβάνει υπόψη την απόσταση του ερχόμενου οχήματος και δεν εκτιμά ορθώς την ταχύτητα με την οποία το τελευταίο κινείται. Από την άλλη πλευρά ο οδηγός ενός τέτοιου οχήματος συνήθως αιφνιδιάζεται και δεν επιχειρεί την δυνατή αποφευκτική ενέργεια, η οποία θα μπορούσε να έχει θετικά αποτελέσματα. Όταν μάλιστα η είσοδος του πεζού στο οδόστρωμα γίνεται κατά τρόπο που δεν επιτρέπει στον οδηγό οποιαδήποτε αποφευκτική ενέργεια, τότε συνήθως ο πεζός θα κρίνεται αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος. Τέτοιες ενδεικτικές περιπτώσεις από τη νομολογία μπορούν να’ αναφερθούν οι παρακάτω:
1. Αμέλεια του πεζού σε ποσοστό 80% και του οδηγού οχήματος σε ποσοστό 20%: ΕφΑθ 5436/1986 ΕπΣυγκΔ 1987,12 - ΜΠρΘεσ 6212/1987 ΕπΣυγκΔ 1988,511 - ΜπρΘεσ 4013/1987 ΕπΣυγκΔ 1988,509 επ.

2. Αμέλεια του πεζού σε ποσοστό 70% και του οδηγού οχήματος σε ποσοστό 30%: ΕφΑθ 3886/1994 ΕπΣυγκΔ 1995,253 - ΕφΠατρ 327/2006 ΑχΝομ 2004,625 

3. Αμέλεια του πεζού σε ποσοστό 60% και του οδηγού οχήματος σε ποσοστό 40%: ΕφΑθ 5358/2004 ΕπΣυγκΔ 2005,144


Β. Ατυχήματα μέσα σε διαβάσεις πεζών ή εγγύς διαβάσεων.

Ένας ικανός αριθμός ατυχημάτων με θύματα πεζούς γίνεται είτε μέσα σε διαβάσεις πεζών (σηματοδοτούμενες ή όχι) είτε εγγύς τέτοιων διαβάσεων. Ανάλογα με το σημείο στο οποίο γίνεται το ατύχημα και σε συνδυασμό με άλλες περιστάσεις εκτιμάται η υπαιτιότητα στο ατύχημα και προσδιορίζεται το ποσοστό της, αν η υπαιτιότητα βαρύνει αμφότερα τα εμπλεκόμενα πρόσωπα.

Ι. Ατυχήματα μέσα σε σηματοδοτούμενη διάβαση πεζών 

1. Με πράσινο σήμα για τους πεζούς
Σύμφωνα με το εδάφιο (α) της παρ.1 του άρθ. 7 Κ.Ο.Κ οι πεζοί μπορούν να διασχίζουν το οδόστρωμα όταν βλέπουν για την πορεία τους πράσινο σταθερό φως με σύμβολο άτομο που βαδίζει. Αντιστοίχως οι οδηγοί οχημάτων όταν έχουν για την πορεία τους ερυθρό σταθερό φως κυκλικής μορφής υποχρεούνται να σταματήσουν προς της ειδικής γραμμής διακοπής (βλ. εδάφιο β΄ της παρ.1 του άρθρ. 6 του ΚΟΚ). Και τούτο οφείλουν να πράττουν ανεξαρτήτως αν διέρχονται ή όχι πεζοί από τη διάβαση. Αν οι χρήστες της οδού συμμορφώνονται προς τις άνω ρυθμίσεις είναι φανερό ότι κατά κανόνα δεν θα συμβαίνουν ατυχήματα. Παρόλα αυτά δεν γίνεται πάντοτε έτσι. Ειδικότερα συμβαίνουν ατυχήματα με θύματα πεζούς οι οποίοι διέρχονται τη σηματοδοτούμενη διάβαση που έχει πράσινο φως. Συνιστάται επομένως στους πεζούς και όταν ακόμη διασχίζουν σηματοδοτούμενη διάβαση με πράσινο φως να προσέχουν ιδιαίτερα αν τα οχήματα σταματούν προ του ερυθρού γι’ αυτά σηματοδότη προκειμένου να τους παραχωρήσουν προτεραιότητα.
Κατά κανόνα σε τέτοιες περιπτώσεις η αποκλειστική ευθύνη για ατύχημα που συμβαίνει θα καταλογίζεται στον οδηγό του οδικού οχήματος που συνήθως θα παραβιάζει τον ερυθρό γι’ αυτό φως του σηματοδότη. Τέτοιες ενδεικτικές περιπτώσεις από τη νομολογία αντιμετωπίσθηκαν από τις παρακάτω αποφάσεις: ΕφΑθ 705/2003 ΕπΣυγκΔ 2003,435 - ΕφΑθ 6872/1997 ΕπΣυγκΔ 2000,636 - ΕφΑθ 5088/1993 ΕπΣυγκΔ 1994,535 - ΕφΑθ 10753/1990 ΕπΣυγκΔ 1990,51 - ΕφΑθ 12362/1988 ΕπΣυγκΔ 1990,92 - ΕφΘεσ 1420/1987 ΕπΣυγκΔ 1987,365 - ΜΠρΑθ 5165,2007 ΕπΣυγκΔ 2008,404 - ΜΠρΑθ 4840/1991 ΕπΣυγκΔ 1992,75

2. Με ερυθρό σήμα για τους πεζούς
α. Αποκλειστική υπαιτιότητα πεζού
Κρίθηκε ο πεζός αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος όταν εισέρχεται στη διάβαση για να τη διασχίσει τη στιγμή που ο σηματοδότης δείχνει για την πορεία του ερυθρό (απαγορευτικό) σήμα. Βλ. έτσι ΕφΑθ 2214/1978 ΕπΣυγκΔ 1981,246 - ΜπρΘεσ 20222/2001 αναφερόμενη από τον Νικ. Σιαπέρα στη μελέτη του δημοσιευμένη στην ΕπΣυγκΔ 2005,194 (198) - ΜΠρΑθ 4631/1987 ΕπΣυγκΔ 1987,419 επ.

β. Συρρέουσα ευθύνη πεζού και οδηγού οδικού οχήματος
Τέτοια συρρέουσα ευθύνη δέχονται ενδεικτικώς οι παρακάτω αποφάσεις: ΕφΑθ 288/1989 ΕπΣυγκΔ 1989,369 (πεζός: 70% - οδηγός 30%). Η υπαιτιότητα σε βάρος του οδηγού στηρίχθηκε κυρίως, στο γεγονός, ότι εκινείτο με ταχύτητα μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης. Ομοίως τα ίδια ποσοστά δέχθηκε και η ΕφΑθ 1425/1999 ΕπΣυγκΔ 2001,284. Η υπαιτιότητα σε βάρος του οδηγού του οχήματος στηρίχθηκε στο γεγονός ότι αυτός καίτοι αντιλήφθηκε, άλλως όφειλε ν’ αντιληφθεί τον πεζό να διασχίζει κάθετα το οδόστρωμα εντός διαβάσεως εντούτοις δεν ανέκοψε ταχύτητα.
Η απόφαση του ΕφΑθ 4392/1990 ΕπΣυγκΔ 1993,39 καταλόγισε στον μεν πεζό υπαιτιότητα σε ποσοστό 20%, στον δε οδηγό του οχήματος υπαιτιότητα σε ποσοστό 80%. Το μεγάλο ποσοστό σε βάρος του οδηγού δικαιολογείται κατά την απόφαση γιατί ο οδηγός δεν διέκοψε την πορεία του ενόψει κιτρίνου σταθερού φωτός του σηματοδότη και ενώ στην πορεία του βρισκόταν η πεζή που διέσχιζε κάθετα το οδόστρωμα, ενώ για την πεζή η συνυπαιτιότητα στηρίχθηκε στο ότι επιχείρησε κάθετη διέλευση του οδοστρώματος πριν ανάψει ο πράσινος γι’ αυτή σηματοδότης και σταματήσουν όλα τα οχήματα.

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ο οδηγός οχήματος καίτοι έχει για την πορεία του πράσινο φως και αντιστοίχως ερυθρό φως ο διερχόμενος τη διάβαση πεζός δεν σημαίνει ότι απαλλάσσεται από την υποχρέωση να επιχειρήσει κάθε δυνατό ελιγμό προς αποφυγή του ατυχήματος. Επομένως συνυπαιτιότητά του δύναται να στηριχθεί στο ότι εκινείτο με ταχύτητα μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης, εφόσον αυτή συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα, ή παρέλειψε κάποιο δυνατό αποφευκτικό ελιγμό που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μείωση των συνεπειών του ατυχήματος.


ΙΙ. Ατύχημα σε διάβαση μη σηματοδοτούμενη

Οι βασικές νομοθετικές ρυθμίσεις περιέχονται στο άρθ 38 §4 εδ δ΄και άρθ. 39§§1,2 και 4 του ΚΟΚ. Από τις διατάξεις αυτές και ιδίως από την πρώτη τούτων προκύπτει ότι ο πεζός δεν έχει τη δυνατότητα κατά πάντα χρόνο να κατέρχεται στο οδόστρωμα προκειμένου να διασχίσει μη σηματοδοτούμενη διάβαση. Οφείλει προηγουμένως να λάβει υπόψη και να εκτιμήσει ορθά την απόσταση και την ταχύτητα των οχημάτων που πλησιάζουν. Μόνο εφόσον κατ’ αντικειμενική κρίση μπορεί να ολοκληρώσει τέτοια προσπάθεια, επιτρέπεται τότε να διασχίσει τη διάβαση. Τότε και οι οδηγοί οχημάτων, υποχρεούνται να πλησιάζουν τη διάβαση με ταχύτητα τόσο μικρή ώστε να μην εκθέτουν σε κίνδυνο τους πεζούς που τη χρησιμοποιούν ή εισέρχονται σ’ αυτή παραχωρώντας έτσι υπό τις άνω προϋποθέσεις προτεραιότητα διελεύσεως στους πεζούς. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο πεζός δεν αποκτά προτεραιότητα έναντι των οχημάτων από τη στιγμή που θελήσει να διασχίσει διάβαση πεζών εφόσον δεν ακολουθεί την επιταγή που διατυπώνεται στο εδάφιο (ε΄) της παρ. 4 του άρθρ. 38 ΚΟΚ.

1. Αποκλειστική υπαιτιότητα οδηγού
Σε ικανό αριθμό περιπτώσεων έχει καταλογισθεί αποκλειστική υπαιτιότητα για ατύχημα (παράσυρση πεζού μέσα σε μη σηματοδοτούμενη διάβαση) στον οδηγό. Η υπαιτιότητα αυτή στηρίζεται στο γεγονός ότι ο οδηγός κινείται με υπερβολική ταχύτητα και δεν αντιλαμβάνεται την ύπαρξη διαβάσεως πεζών και τη διέλευση από αυτές πεζών, ιδιαίτερα μάλιστα όταν οι τελευταίοι έχουν διασχίσει το μείζον τμήμα της διαβάσεως που σημαίνει ότι όταν εισήλθαν στη διάβαση τα ζημιογόνα αυτοκίνητα ήσαν σε απόσταση τέτοια ώστε λαμβανομένης υπόψη και της επιτρεπόμενης ταχύτητας μπορούσαν να υπολογίζουν οι πεζοί την ακίνδυνη διέλευση της διαβάσεως. Αν αντιθέτως η παράσυρση του πεζού γίνεται στην αρχή της διαβάσεως, συνάγεται εντεύθεν ότι οι πεζοί δεν συμμορφώθηκαν με τη ρύθμιση του εδαφίου (δ) της παρ. 4 του άρθ. 38 ΚΟΚ.
Η νομολογία είχε την ευκαιρία να ασχοληθεί με τέτοιες υποθέσεις στις οποίες δέχθηκε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος. Ενδεικτικώς μπορούν ν’ αναφερθούν οι παρακάτω αποφάσεις: ΕφΑθ 8878/1995 ΕπΣυγκΔ 1997,11 - ΕφΠειρ 1152/1991 ΕπΣυγκΔ 1991, 542 - ΕφΑθ 11184/1988 ΕπΣυγκΔ 1990,126 - ΕφΑθ 13714/1988 ΕπΣυγκΔ 1992,46 (αφορά περίπτωση παρασύρσεως δύο ηλικιωμένων πεζών ηλικίας 88 και 79 ετών που διέσχιζαν το οδόστρωμα μέσα σε διαβάσεις πεζών που ήσαν εμφανείς) ΜΠρΗρακλείου 60/2006 ΕπΣυγκΔ 2007,512 (αφορά περίπτωση οδηγού ΙΧΕ ο οποίος κινούμενος με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα και υπό την επήρεια οινοπνεύματος παρέσυρε 6 χρονο που διέσχιζε με τους γονείς του το οδόστρωμα ΕΝΤΟΣ ΔΙΑΒΑΣΕΩΝ) ΜΠρΑθ 5793/1989 ΕπΣυγκΔ 1990, 313 (αφορά περίπτωση παρασύρσεως πεζών από όχημα που διέσχιζαν το οδόστρωμα εντός διαβάσεων και είχαν διέλθει το μείζον τμήμα του εκ τριών λωρίδων οδοστρώματος και υπολείπονταν ακόμη διάστημα 1,5μ.)

2. Συρρέουσα υπαιτιότητα οδηγού οχήματος και πεζού.
Σε ορισμένες περιπτώσεις έχει διαγνωσθεί με απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας συρρέουσα υπαιτιότητα του εμπλακέντος στο ατύχημα οδηγού οχήματος και του εντός των διαβάσεων παρασυρθέντος πεζού βλ. σχετικώς την απόφαση του ΕφΛαρ 179/19980 ΕπΣυγκΔ 1983,304 που δέχθηκε υπαιτιότητα του εμπλακέντος οδηγού σε ποσοστό 70% και του παρασυρθέντος εντός διαβάσεων πεζού σε ποσοστό 30%. Την αμέλεια του οδηγού στήριξε στο γεγονός εκινείτο με ταχύτητα υπερβαίνουσα την οριζόμενη βάσει πινακίδας σε 40 Χ/Ω, την οποία δεν ανέκοψε μολονότι αντιλήφθηκε τον παθόντα από ικανή απόσταση. Την συντρέχουσα αμέλεια του πεζού στήριξε στην παραδοχή ότι αυτός επιχείρησε να διέλθει την διάβαση παρά το γεγονός ότι αντιλήφθηκε την επικίνδυνη οδήγηση του οχήματος και περαιτέρω γιατί στάθμευσε αποτόμως μέσα στη διάβαση, την οποία δεν μπορούσε να προβλέψει ο οδηγός υπολαμβάνοντας ότι μέχρι να πλησιάσει τη διάβαση, ο πεζός θα είχε διέλθει.



ΙΙΙ. Ατύχημα εκτός διαβάσεως και σε απόσταση από αυτή.

Η διάταξη του εδαφίου (δ) της §4 του άρθρ. 38 ΚΟΚ με την προαναφερθείσα παραπάνω διατύπωση δεν καθιερώνει δικαίωμα προτεραιότητας υπέρ των πεζών υπό την έννοια ότι ο πεζός δύναται να κατέρχεται στο οδόστρωμα προκειμένου να διασχίσει μη σηματοδοτούμενη διάβαση πεζών και να υποχρεώνει έτσι τα διερχόμενα οχήματα να διακόπτουν υποχρεωτικά την πορεία τους προκειμένου να του παραχωρήσουν προτεραιότητα. Κάτι τέτοιο άλλωστε θα ήταν άκρως επικίνδυνο και θα προκαλούσε κινδύνους ατυχημάτων ιδιαίτερα μεταξύ των οχημάτων.
Σύμφωνα με την άνω διάταξη ο πεζός δικαιούται να διασχίσει διάβαση λαμβάνοντας υπόψη την απόσταση και την ταχύτητα των οχημάτων, τα οποία από την πλευρά τους πρέπει, εφόσον τούτο δεν συνδέεται με κινδύνους, να μειώνουν ταχύτητα για να διευκολύνουν τον πεζό μέχρι να ολοκληρώσει ο τελευταίος τη διέλευση της διαβάσεως παραχωρώντας έτσι με τον τρόπο αυτό προτεραιότητα στον πεζό σύμφωνα με το τελευταίο υποεδάφιο του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2 του άρθ. 39 ΚΟΚ.
Η καθημερινή πρακτική δείχνει ότι πολλές φορές πεζοί προσπαθούν να διασχίσουν οδόστρωμα όχι ακριβώς μέσα από τις υπάρχουσες διαβάσεις πεζών (σηματοδοτούμενες ή μη) αλλά από σημείο που βρίσκονται πλησίον αυτών. Γεννάται τότε ζήτημα πως πρέπει να αντιμετωπίζονται τέτοιοι πεζοί. Κατά μία επιεική άποψη τέτοιοι πεζοί εφόσον το σημείο διελεύσεώς τους από απόσταση περίπου 10 μ. από τις ευδιάκριτες διαβάσεις πεζών πρέπει να αντιμετωπίζονται ως διερχόμενοι από διάβαση πεζών πράγμα που έχει σημασία στο θέμα της υπαιτιότητας. Πάντως όσο απομακρύνεται το σημείο ενός ατυχήματος από τις ευδιάκριτες διαβάσεις πεζών, τόσο περισσότερο πρέπει να αυξάνει η προσοχή επιμέρους του πεζού και η υπαιτιότητα να βαρύνει περισσότερο τον πεζό. Βέβαια στην τελική κρίση βαρύνουν όλες οι συνοδεύουσες ένα ατύχημα περιστάσεις που δεν είναι τις περισσότερες φορές γνωστές εκ των προτέρων.
Παρακάτω θα παρατεθούν ορισμένες ενδεικτικές περιπτώσεις από τη νομολογία και θα καταβληθεί προσπάθεια μήπως είναι δυνατό να διατυπωθούν κατευθυντήριες σκέψεις. Η παράθεση της νομολογίας θα γίνει με βάση το κριτήριο της αποστάσεως του σημείου του ατυχήματος από τις υπάρχουσες διαβάσεις πεζών.

1. Παράσυρση πεζού εκτός διαβάσεως (σηματοδοτούμενη ή μη) που βρίσκεται σε μικρή απόσταση ή εγγύς αυτής.
Σε μια τέτοια περίπτωση η νομολογία δέχθηκε με κάποια θα μπορούσε να ισχυρισθεί κανείς, αυστηρότητα έναντι του πεζού προέχουσα μεν υπαιτιότητα του οδηγού οχήματος, αλλά παράλληλα και σε σημαντικό βαθμό υπαιτιότητα του πεζού. Εν προκειμένω μπορούν να αναφερθούν από τις δημοσιευθείσες αποφάσεις η ΕφΘεσ 1387/2004 ΕπΣυγκΔ 2004, 342 που δέχθηκε επί παρασύρσεως πεζού εκτός σηματοδοτούμενης διαβάσεως πεζών που βρισκόταν σε μικρή, αλλά μη καθοριζόμενη στην απόφαση, απόσταση από το σημείο του ατυχήματος, συμβολή στο ατύχημα του μεν οδηγού σε ποσοστό 60% του δε πεζού σε ποσοστό 40%, ενώ το ΕφΑθ 2051/1978 ΕπΣυγκΔ 1981,247 δέχθηκε σε ατύχημα που έγινε εγγύς των διαβάσεων με θύμα πεζό υπαιτιότητα του μεν οδηγού σε ποσοστό 70%, του δε πεζού σε ποσοστό 30%

2. Παράσυρση πεζού εκτός διαβάσεως που βρίσκεται σε απόσταση από το σημείο του ατυχήματος από 7,80μ. μέχρι 11,5μ.
α. Η απόφαση του ΕφΑθ 15357/1988 ΕπΣυγκΔ 1990,106 είχε να κρίνει περίπτωση παρασύρσεως πεζής που βαδίζει με τη φίλη της σε απόσταση 7,80μ. από σηματοδοτούμενη διάβαση πεζών που έδειχνε πράσινο φως για τους πεζούς γιατί αυτή (διάβαση) ήταν κατειλημμένη από σταθμεύοντα οχήματα προ του ερυθρού γι’ αυτά σηματοδότη. Ενώ η άνω πεζή πλησίαζε στο πεζοδρόμιο ο ερυθρός για τα οχήματα σηματοδότης έγινε πράσινος, οπότε και ξεκίνησε το ζημιογόνο όχημα και παρέσυρε την πεζή. Το Εφετείο τελικώς δέχθηκε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού χωρίς καμία συνυπαιτιότητα να βαρύνει την πεζή. Κατά την απόφαση μόνη η εκτός διαβάσεων κίνηση της πεζής δεν συντέλεσε στο ατύχημα, το οποίο θα αποφευγόταν αν ο οδηγός κατέβαλε την επιβαλλόμενη προσοχή.
β. Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του ΜΠρΑθ 1275/2005 ΕπΣυγκΔ 2005, 568 ο ηλικίας 72 ετών πεζός επιχείρησε να διασχίσει καθέτως το οδόστρωμα της οδού Φιλολάου σε σημείο απέχων απόσταση μικρότερη των 8μ. από την υπάρχουσα διάβαση πεζών οπότε και παρασύρθηκε από διερχόμενη μοτοσικλέτα που εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα πέρα του επιτρεπόμενου ορίου των 50χ/ω. Με την άνω απόφαση ο οδηγός της μοτοσικλέτας κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος χωρίς καμία συνυπαιτιότητα να βαρύνει τον πεζό δεδομένου ότι και αν επιχειρούσε τη διάσχιση του οδοστρώματος από την εγγύς υπάρχουσα διάβαση και πάλι θα παρασυρόταν από την ιλιγγιωδώς κινούμενη μοτοσικλέτα, δηλαδή η κίνηση του πεζού εκτός διαβάσεως δεν συνδέεται αιτιωδώς με την παράσυρση.
γ. Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του ΕφΑθ 1324/1989 ΕπΣυγκΔ 1989,335 πεζός παρασύρθηκε όταν ανέλεγκτα επιχείρησε να διασχίσει το οδόστρωμα από σημείο που βρισκόταν σε απόσταση μη υπερβαίνουσα τα 10μ. από σηματοδοτούμενη διάβαση πεζών. Με την άνω απόφαση το μείζον ποσοστό υπαιτιότητας, ήτοι 85% καταλογίσθηκε στον οδηγό του ζημιογόνου οχήματος και μόλις ποσοστό 15% στον παρασυρθέντα πεζό γιατί ανέλεγκτα προσπάθησε να διασχίσει το οδόστρωμα.
δ. Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του ΕφΑθ 15125/1988 ΕπΣυγκΔ1990,371 ο πεζός παρασύρθηκε από δίκυκλο μοτοποδήλατο τη στιγμή που ανέλεγκτα επιχειρούσε την 09:00 ώρα να διασχίσει καθέτως το προς Αμπελοκήπους ρεύμα της λεωφόρου Κηφισίας εκτός διαβάσεως πεζών που βρίσκονταν σε απόσταση 11.30μ. από το σημείο του ατυχήματος. Με την άνω απόφαση καταλογίσθηκε σε καθένα από τους εμπλακέντες (οδηγός – πεζός) ίσος βαθμός υπαιτιότητας (50%). Ειδικότερα στον οδηγό καταλογίσθηκε ότι παρόλο που αντιλήφθηκε τον πεζό από απόσταση 30μ. να διασχίζει καθέτως τη λεωφόρο, εντούτοις δεν ανέκοψε την υπερβολική ταχύτητα των 60 χ/ω με την οποία εκινείτο. Στον πεζό καταλογίσθηκε το ίδιο ποσοστό υπαιτιότητας γιατί αυτός αποπειράθηκε να διασχίσει καθέτως την άνω λεωφόρο που εμφανίζει μεγάλη κυκλοφοριακή κίνηση εκτός διαβάσεων βιαστικά και ανέλεγκτα.
ε. Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του ΕφΑθ 6460/1987 ΕπΣυγκΔ 1989,371 το ατύχημα έγινε όταν η παθούσα επιχειρούσε να διασχίσει καθέτως την οδό Πατησίων των Αθηνών εκτός σηματοδοτούμενης διαβάσεως πεζών που απείχε από το σημείο της παρασύρσεως (17) μέτρα και έδειχνε πράσινο για τα αυτοκίνητα και ερυθρό για πεζούς. Η πεζή στην άνω βιαστική της προσπάθεια γλίστρησε και έπεσε στο οδόστρωμα και ο οδηγός του οχήματος λόγω της μεγάλης ταχύτητας, του ανεπαρκούς φωτισμού γιατί ήταν νύκτα και γιατί δεν φορούσε όπως έπρεπε τα γυαλιά μυωπίας του, την εξέλαβε ως «μαύρη σακούλα σκουπιδιών» και για το λόγο αυτό πέρασε με το οδηγούμενο απ’ αυτόν αυτοκίνητο πάνω από το σώμα της τραυματίζοντάς την θανάσιμα. Με την άνω απόφαση υπαιτιότητα σε ποσοστό 50% καταλογίσθηκε σον οδηγό του οχήματος. Το ίδιο αυτό ποσοστό καταλογίσθηκε και στην πεζή η οποία βιαστικά και απρόσεκτα κινούμενη προσπάθησε να διασχίσει το οδόστρωμα εκτός των πλησίον σηματοδοτούμενης διαβάσεως πεζών.
στ. Κατά τις παραδοχές του ΕφΑθ 6325/2000 ΕπΣυγκΔ 2005,209 η πεζή την 23:50 ώρα της 19-9-1997 επιχείρησε να διασχίσει τη λεωφόρο Μεσογείων των Αθηνών πλησίον διαβάσεως σηματοδοτούμενης που έδειχνε κόκκινο φως για τους πεζούς και πράσινο φως για τα οχήματα οπότε και παρασύρθηκε από διερχόμενο όχημα, ο οδηγός του οποίου παρά την τροχοπέδηση που ενήργησε δεν μπόρεσε ν’ αποφύγει την πεζή, η οποία και με την παλινδρόμηση επί του οδοστρώματος παραπλάνησε τον οδηγό ώστε αυτός να προβεί στους ορθούς αποφευκτικούς ελιγμούς. Με την προαναφερόμενη απόφαση η αποκλειστική υπαιτιότητα για το ατύχημα καταλογίσθηκε στην ίδια την πεζή χωρίς καμία συνυπαιτιότητα να βαρύνει τον οδηγό ο οποίος υπό τις άνω συνθήκες δεν μπορούσε ν’ αποφύγει το ατύχημα.
ζ. Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του ΕφΑθ 333/1999 ΕπΣυγκΔ 2000,42 επ. το ατύχημα έγινε την 04:15 (πρωινή) ώρα της 28-11-1996. Τότε ο εναγόμενος οδηγώντας το μοτοποδήλατό του εκινείτο επί της οδού Θηβών στο Αιγάλεω με κατεύθυνση προς Περιστέρι. Το μοτοποδήλατο διήλθε τη διασταύρωση της άνω οδού με την οδό Βορείου Ηπείρου τη στιγμή που οι φωτεινοί σηματοδότες έδειχναν για τα οχήματα πράσινο φως. Σε απόσταση (15) μέτρων από την άνω διασταύρωση παρέσυρε τον πεζό ο οποίος προσπαθούσε κάθετα να διασχίσει την οδό Θηβών από αριστερά προς τα δεξιά και τότε είχε διανύσει το μισό του πλάτους 9μ. οδοστρώματος. Με την άνω απόφαση το μείζον ποσοστό υπαιτιότητας (80%) καταλογίσθηκε στον πεζό, ενώ ποσοστό 20% καταλογίσθηκε στον οδηγό γιατί αυτός εκινείτο με ανεπαρκή φωτισμό παρόλο ότι ήταν νύκτα με αυξημένη ταχύτητα και δεν είχε τεταμένη την προσοχή του ώστε εν περιπτώσει ανάγκης να προβεί στον κατάλληλο αποφευκτικό ελιγμό βλ. ακόμη και ΕφΑθ 8615/1996 ΕπΣυγκΔ 1997,202


3. Παράσυρση πεζού εκτός διαβάσεως που βρίσκεται σε απόσταση από το σημείο του ατυχήματος 30μ. και περισσότερο.

Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του ΜΠρΑθ 1719/1989 ΕπΣυγκΔ 1990,420 πεζή που είχε διασχίσει τα 3/4 του οδοστρώματος εκτός διαβάσεως παρασύρθηκε από αυτοκίνητο που εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα και σταμάτησε μετά την παράσυρση σε απόσταση 80μ. Με την άνω απόφαση η αποκλειστική υπαιτιότητα για το ατύχημα καταλογίσθηκε στον οδηγό χωρίς καμία συνυπαιτιότητα να βαρύνει τον ενάγουσα – πεζή, η οποία μετά από έλεγχο κατήλθε στο οδόστρωμα και εύλογα πίστευε ότι μπορούσε να το διασχίσει χωρίς κίνδυνο για την ίδια και τους τρίτους. Προστίθεται περαιτέρω στην απόφαση ότι η παράλειψη της πεζής να χρησιμοποιήσει τις αποχρωματισμένες και ευρισκόμενες σε απόσταση 30μ. διαβάσεις δεν τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα.
Αντιθέτως με τη απόφαση του ΜπρΘεσ 29816/2002 (αναφέρεται στη μελέτη Νικ. Σιαπέρα ΕπΣυγκΔ 2005,194 (198) καταλογίσθηκε υπαιτιότητα για το ατύχημα σε πεζό και σε ποσοστό 60% ο οποίος επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα από σημείο που δεν υπήρχαν διαβάσεις πεζών (τέτοιες υπήρχαν σε απόσταση από το εν λόγω σημείο) και επιχείρησε να εξέλθει στο απέναντι πεζοδρόμιο διερχόμενος ανάμεσα από σταματημένα λόγω φωτεινού σηματοδότη οχήματα χωρίς προηγουμένως να ελέγξει και να βεβαιωθεί ότι δεν παρεμποδίζει την κυκλοφορία. Αντιθέτως στον οδηγό του ζημιογόνου οχήματος καταλογίσθηκε μικρότερο ποσοστό υπαιτιότητας (40%).
Κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου το ατύχημα έγινε την 05:11 (πρωινή) ώρα της 25-11-1995 στην παραλιακή λεωφόρο Θεσ/νίκης πλησίον του ξενοδοχείου «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΠΑΛΛΑΣ». Τότε η οδηγός του οχήματος κινούμενη με υπερβολική ταχύτητα πέρα της επιτρεπόμενης των 50χ/ω δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως δύο νεαρούς πεζούς οι οποίοι προσπαθούσαν εκτός διαβάσεως να διασχίσουν καθέτως το οδόστρωμα πιασμένοι χέρι & χέρι με αποτέλεσμα να τους παρασύρει. Με την απόφαση του ΕφΘεσ 215/2000 ΕπΣυγκΔ 2000,408 καταλογίσθηκε για το ατύχημα υπαιτιότητα στην μεν οδηγό 70% στους δε πεζούς 30%. Η συνυπαιτιότητα των πεζών στηρίχθηκε στη διαπίστωση ότι οι πεζοί δεν χρησιμοποίησαν τη διάβαση πεζών που υπήρχε σε απόσταση 40μ. ούτε την υπάρχουσα σε μικρότερη απόσταση αερογέφυρα χωρίς προηγουμένως να κοιτάξουν αν κινούνται οχήματα στο οδόστρωμα της λεωφόρου.
Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του ΜΠρΑθ 5887/1990 ΕπΣυγκΔ 1992,310 το ατύχημα συνέβη όταν ο πεζός προσπαθώντας να διασχίσει κάθετα τη λεωφόρο είχε διανύσει τις δύο από τις τρεις λωρίδες κυκλοφορίας και ενόσω βρισκόταν στην τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας. Στον οδηγό καταλογίσθηκε υπαιτιότητα σε ποσοστό 20% γιατί δεν ανέκοψε ταχύτητα, αλλά συνέχισε την πορεία του με την ίδια ταχύτητα και δεν ενήργησε αποφευκτικό ελιγμό. Στον παθόντα πεζό καταλογίσθηκε υπαιτιότητα ποσοστό 80% γιατί επιχείρησε ανέλεγκτα και βιαστικά να διασχίσει το οδόστρωμα με πυκνή κυκλοφοριακή κίνηση και εκτός υπόγειας διαβάσεως πεζών που βρίσκονταν σε απόσταση (54μ) από το σημείο του ατυχήματος.
Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του ΜΠρΗρακλείου 465/1997 ΕπΣυγκΔ 1998,228 το ατύχημα συνέβη γιατί ο οδηγός παρέσυρε τον πεζό που επιχειρούσε να διασχίσει το οδόστρωμα παρόλη τη δυνατότητα που είχε ο οδηγός να αντιληφθεί τον πεζό και παρά την προσπάθειά του να ειδοποιήσει τον πεζό με ηχητικό σήμα. Με την απόφαση καταλογίσθηκε στον οδηγό υπαιτιότητα σε ποσοστό 70%. Στον παθόντα πεζό καταλογίσθηκε υπαιτιότητα σε ποσοστό 30% γιατί προσπάθησε βραδυπορώντας να διασχίσει καθέτως το οδόστρωμα εθνικής οδού στην οποία κινούνται οχήματα με αυξημένη ταχύτητα και δεν χρησιμοποίησε τη διάβαση πεζών που βρισκόταν σε απόσταση 60-70μ από το σημείο του ατυχήματος.
Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του ΕφΑθ 12123/1979 ΕπΣυγκΔ 1983,507 σε χρόνο που οι δύο γυναίκες επιχείρησαν πεζές να διασχίσουν το οδόστρωμα της εθνικής οδού (περιοχή Κάτω Πατησίων & Αθηνών) και σε χρόνο που αυτές είχαν διανύσει τις δύο από τις τρεις λωρίδες κυκλοφορίας. Στον οδηγό καταλογίσθηκε υπαιτιότητα σε ποσοστό 60% γιατί καίτοι η οδός ήταν ευθεία σε απόσταση 1000μ. αυτός κινούμενος με ταχύτητα 70χ/ω καθυστερημένα τις αντιλήφθηκε από απόσταση μόλις 15μ., ενώ έπρεπε νωρίτερα. Στην παθούσα πεζή καταλογίσθηκε υπαιτιότητα σε ποσοστό 40% γιατί δεν ήλεγξε προηγουμένως την κίνηση των οχημάτων και δεν χρησιμοποίησε την εναέρια διάβαση πεζών, που υπήρχαν σε απόσταση 200μ.
Σχολιάζοντας την αιτιολογία της άνω αποφάσεως σχετικώς με το ορισθέν ποσοστό συνυπαιτιότητας της αιτούσας πεζής θα μπορούσε να διατυπώσει την άποψη ότι φαίνεται μάλλον υπερβολική η αξίωση που κατευθύνεται στο βάρος του πεζού να χρησιμοποιήσει διάβαση πεζών που βρίσκεται σε τόσο μεγάλη απόσταση (βλ. σχ. Αρθ. 190 παρ.2 του ιταλικού Codice della Strada που ορίζει την απόσταση αυτή σε 100μ.). Επομένως μάλλον δεν επιτρέπεται να καταλογίζεται στον πεζό ότι δεν χρησιμοποίησε διάβαση ευρισκόμενη σε τόσο μακρινή απόσταση. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ελαφρύνει τη θέση του πεζού. Ο τελευταίος προτιθέμενος να διασχίσει καθέτως εθνική οδό με πυκνή κυκλοφορία οχημάτων που αναπτύσσουν υψηλές ταχύτητες και οι οδηγοί των οποίων συνήθως δεν αναμένουν διάβαση πεζών, όταν λείπουν διαβάσεις, έχει την υποχρέωση να επιδείξει ιδιαίτερη προσοχή και να συμμορφωθεί προς τις επιταγές του εδαφίου (ε) της παρ. 4 του άρθρ. 38 ΚΟΚ, δηλαδή να διέλθει το οδόστρωμα κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μη παρεμποδιστεί η κυκλοφορία των οχημάτων, ώστε τα τελευταία να μην αναγκασθούν σε αιφνίδια τροχοπέδηση που θα προκαλέσει κινδύνους γενικώς στην κυκλοφορία.
Κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου ΕφΑθ 2209/1999 ΕπΣυγκΔ 2005,206 το ατύχημα έγινε την 04:50 πρωινή ώρα της 24-12-1993. Τότε ο ηλικίας 18 ετών που βρισκόταν υπό την επήρεια μέθης γιατί στο αίμα του ανιχνεύθηκε οινόπνευμα σε ποσοστό 1,55 %ο επιχείρησε να διασχίσει το πλάτος 15,80μ. και αποτελούμενο από (5) λωρίδες κυκλοφορίας οδόστρωμα της λεωφόρου Συγγρού. Κατά την απόφαση στον οδηγό δεν καταλογίσθηκε καμία υπαιτιότητα γιατί έβαινε κανονικά στη λωρίδα κυκλοφορίας του και δεν είχε τη δυνατότητα αποφευκτικού ελιγμού γιατί αντιλήφθηκε τον πεζό μόλις στα 5μ. όταν ο πεζός αιφνιδίως παρεμβλήθηκε στην πορεία του. Η αποκλειστική υπαιτιότητα για το ατύχημα ενόψει των άνω παραδοχών καταλογίσθηκε στον πεζό, ο οποίος μάλιστα και δεν χρησιμοποίησε τις πλησίον του ατυχήματος υπόγειες για πεζούς διαβάσεις.
Κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου ΜΠρΑθ 3524 ΕπΣυγκΔ 1988,173 επ. ο πεζός επιχείρησε εκτός διαβάσεων (υπόγειες υπήρχαν λίγο πιο κάτω από το σημείο του ατυχήματος) να διασχίσει το οδόστρωμα της λεωφόρου Συγγρού πλάτους 13,50μ. Ο πεζός παρασύρθηκε από το όχημα όταν είχε διανύσει απόσταση 12.50μ. και υπολειπόταν ακόμη διάστημα 1μ. για να ανέλθει στο κράσπεδο της κλεισμένης με κιγκλιδώματα νησίδας ασφαλείας. Με την απόφαση στον οδηγό καταλογίσθηκε υπαιτιότητα σε ποσοστό 70% γιατί εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα και έπρεπε να είχε αντιληφθεί τον πεζό αφού ο τελευταίος κατά την παράσυρση είχε διανύσει τόση απόσταση. Στον πεζό καταλογίσθηκε υπαιτιότητα σε ποσοστό 30% γιατί ανέλεγκτα επιχείρησε να διασχίσει το οδόστρωμα εκτός διαβάσεων που υπήρχαν σε μικρή απόσταση.

Η αντινομία των προβλεπόμενων στο άρθρο
7 του
Ν.489/1976 εξαιρέσεων -από την έννοια του «τρίτου»-
σε αντιδιαστολή με την
υποχρεωτικότητα της ασφαλιστικής σύμβασης και την έκτασή της

 

Απόφαση του
Αρείου Πάγου αφήνει ακάλυπτους ασφαλιστικά τους ιδιοκτήτες των ασφαλισμένων
οχημάτων

 

Υπό Αγαθονίνης Τεμπονέρα
Δικηγόρου Αθηνών


 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Πρόσφατα, με την υπ αριθμόν 637/2010 απόφαση του ο Άρειος Πάγος εξαίρεσε σχεδόν το σύνολο του κυκλοφορούντος νόμιμα Ελληνικού πληθυσμού από την προβλεπόμενη ασφαλιστική προστασία και κατέστησε την εκ του Νόμου υποχρεωτική ασφάλιση των οχημάτων έναντι τρίτων κενή περιεχομένου. 

Συγκεκριμένα, επί αγωγής αποζημίωσης συγγενών ανυπαίτιας συνεπιβαίνουσας σε ασφαλισμένο δίκυκλο μοτοποδήλατο, λόγω του θανάσιμου τραυματισμού της από αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του δικύκλου, έκρινε ο Άρειος Πάγος, ότι επειδή η συνεπιβαίνουσα ήταν ιδιοκτήτρια του οχήματος και λήπτρια της ασφάλισης, οι συγγενείς της δεν έχουν αξίωση αποζημίωσης κατά της ασφαλιστικής εταιρίας, διότι δεν θεωρείτο η θανούσα τρίτη. 
Επισημαίνεται ότι επί της υποθέσεως αυτής το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και το Εφετείο Αθηνών είχαν κρίνει ότι οι συγγενείς της θανατωθείσας συνεπιβαίνουσας τυγχάνουν τρίτοι και επεδίκασαν σε αυτούς αποζημίωση για ψυχική οδύνη.
Η απόφαση αυτή προκαλεί διττό πρόβλημα στο σύγχρονο ασφαλιστικό δίκαιο της χώρας μας, έχει τεράστιες κοινωνικές επικίνδυνες προεκτάσεις και γεννά πολλά ειδικότερα σοβαρότατα ζητήματα, τα οποία αφορούν άμεσα το σύνολο της Ελληνικής κοινωνίας και πρέπει να τύχουν μελέτης και άμεσης επίλυσης.
Στο παρόν άρθρο, εκτός από την ανάλυση της προφανούς κοινωνικής διασάλευσης, που προκαλούν οι παραδοχές της ανωτέρω απόφασης, γίνεται προσπάθεια προσέγγισης και των νομικών θεμάτων που ανακύπτουν, λόγω των νομοθετικών κενών και αντιφάσεων που ενυπάρχουν στις σχετικές νομοθετικές διατάξεις.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΠΡΟΕΚΤΑΣΕΙΣ

- Γνωρίζουμε όταν είμαστε επιβάτες ασφαλισμένων οχημάτων για πόσους από εμάς δεν καλύπτονται οι ζημίες που υφιστάμεθα;

- Πόσοι από εμάς οδηγούμε ασφαλισμένα οχήματα χωρίς να γνωρίζουμε ότι η αστική μας ευθύνη δεν καλύπτεται από την ασφαλιστική εταιρία, ενώ εμείς ευθυνόμαστε με την προσωπική μας περιουσία;

Καθημερινά, κανείς μας δεν περιορίζεται στην οδήγηση οχημάτων ιδιοκτησίας του και μόνον.
Οδηγούμε και οχήματα συγγενικών και φιλικών μας προσώπων, προσώπων του ευρύτερου κοινωνικού και επαγγελματικού μας κύκλου, με συνεπιβαίνοντες τους ίδιους τους ιδιοκτήτες τους, αλλά και εμείς οι ίδιοι, είμαστε συνεπιβάτες σε οχήματα ιδιοκτησίας μας, τα οποία παραχωρούμε οικειοθελώς και οδηγούν οδηγοί των παραπάνω κατηγοριών. 
Η καθημερινή αυτή πρακτική, σύμφωνα με την πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου, κρύβει καλά στημένες παγίδες και εμπίπτει σε μία νέα άγνωστη εξαίρεση από την ασφαλιστική σύμβαση, η οποία σε ουδέν ασφαλιστήριο συμβόλαιο αναγράφεται, την οποία σχεδόν ουδείς από εμάς γνωρίζει.
Ποίος από εμάς δηλαδή γνωρίζει ότι όταν οδηγεί όχημα, το οποίο είναι ιδιοκτησίας του/της συζύγου μας, των τέκνων μας, των γονέων μας, των αδερφών μας, των συγγενών μας, του εργοδότη μας, των φίλων μας ή οποιοδήποτε όχημα του οποίου δεν είμαστε εμείς οι ιδιοκτήτες ή οι αποκλειστικοί ιδιοκτήτες, με συνεπιβαίνοντα τον εκάστοτε ιδιοκτήτη ή συνιδιοκτήτη του ή τον λήπτη της ασφάλισης του και προκαλέσουμε εξ αμελείας μας ατύχημα, κατά το οποίο τραυματίζεται ή θανατώνεται αυτός ο συνεπιβαίνων, τότε κατά την άνω απόφαση τόσον εμείς που οδηγούμε όσον και οι συνεπιβαίνοντες βρισκόμαστε εν αγνοία μας σε ανασφάλιστο όχημα, που ουδείς το καλύπτει ασφαλιστικά και ο συνεπιβαίνων ζημιωθείς δεν αποζημιώνεται από ασφαλιστική εταιρία; 

Είμαστε επομένως αντιμέτωποι με μία πραγματικότητα, η οποία καταργεί την ασφαλιστική κάλυψη ως εξής:
Πρώτον: Εξαιρεί από την ασφαλιστική κάλυψη οποιονδήποτε οδηγό επιληφθεί νόμιμα ξένου οχήματος με συνεπιβαίνοντα τον ιδιοκτήτη ή συνιδιοκτήτη αυτού ή τον λήπτη της ασφάλισης αυτού, με αποτέλεσμα σε περίπτωση που από υπαιτιότητα του οδηγού αυτού τραυματιστεί ή θανατωθεί ο συνεπιβάτης αυτός – ιδιοκτήτης κλπ. - , να υποχρεούται προσωπικά ο ίδιος ο οδηγός να καταβάλει οιαδήποτε ζημία του τραυματισθέντα ή θανατωθέντα εξ ιδίων χρημάτων, χωρίς να καλύπτεται από την ασφαλιστική σύμβαση. 

Δεύτερον: Εξαιρεί από την ασφαλιστική κάλυψη τον ιδιοκτήτη ή συνιδιοκτήτη του οχήματος και τον λήπτη της ασφάλισης και τον νόμιμο εκπρόσωπο του ιδιοκτήτη του οχήματος νομικού προσώπου, εάν, συνεπιβαίνων στο όχημα ιδιοκτησίας του, τραυματισθεί ή θανατωθεί από αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού, στον οποίο νόμιμα παραχώρησε την οδήγηση του ασφαλισμένου οχήματος του, και στερεί πλήρως στον ίδιο και την οικογένεια του τη δυνατότητα αποζημίωσης του από ασφαλιστικό οργανισμό.
Όλοι γνωρίζουμε ότι δεν απαγορεύεται είτε να είμαστε συνεπιβάτες μέσα στα οχήματα μας είτε να παραχωρούμε νόμιμα την οδήγηση του οχήματος μας σε άλλα πρόσωπα.
Πως όμως θα προστατευθούμε στις περιπτώσεις που επιβάλλεται η παραχώρηση της οδήγησης του οχήματος, είτε για λόγους αδυναμίας μας να οδηγήσουμε λόγω κατανάλωσης αλκοόλ είτε για άλλους αντικειμενικούς λόγους υγείας, ηλικίας, εργασίας, προσωπικού οδηγού;
Τι θα γίνει στην περίπτωση του προσωπικού οδηγού;
Ποίος ο λόγος να συνάπτουμε ασφαλιστικές συμβάσεις και να καταβάλουμε ασφάλιστρα, όταν καλύπτουμε όλα τα άλλα πρόσωπα εκτός ημών των ιδίων, των οικείων μας και των εργαζομένων μας; 
Η μόνη λύση φαίνεται να βρίσκεται στο εξής παράλογο: στην εκ των προτέρων πρόβλεψη των θεμάτων αυτών, ώστε να προηγείται της νόμιμης παραχώρησης της οδήγησης, η μεταβίβαση του οχήματος στο όνομα του εκάστοτε οδηγού. Μόνο έτσι θα απαλλαγούμε από την ιδιότητα του ασφαλισμένου και τις εξαιρέσεις που μας επιφυλάσσει αυτή.

Ο ΝΟΜΙΚΟΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΣ

Πλην της διαταραχής και του αδιεξόδου που προκαλεί στο κοινωνικό σύνολο η υπ αριθμόν 637/2010 ΑΠ, αποκαλύπτει και το εύρος των νομοθετικών ατελειών και προβλημάτων του Νόμου 489/1976 και εν γένει του ασφαλιστικού δικαίου, τα οποία αποτελούν αντικείμενο της παρούσας.
Στη συγκεκριμένη απόφαση έκρινε ο Άρειος Πάγος κατ εφαρμογή του άρθρου 7 Ν. 489/1976, ότι δεν θεωρούνται τρίτοι κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1 και του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 489/1976 ο κύριος του αυτοκινήτου και ο λήπτης της ασφάλισης, όταν, συνεπιβαίνοντες στο όχημα τους, από πταίσμα του οδηγού του οχήματος τραυματιστούν ή θανατωθούν.
Το άρθρο 7 του ν. 489/1976, που εφάρμοσε η άνω απόφαση, όπως ισχύει σήμερα προβλέπει ότι «Δεν θεωρούνται τρίτοι, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 2 παράγραφος 1 και του άρθρου 6 παράγραφος 2: α) Ο οδηγός του αυτοκινήτου που προξένησε τη ζημιά. β) Κάθε πρόσωπο του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με την σύμβαση ασφάλισης. γ) Εκείνος ο οποίος έχει καταρτίσει μετά του ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση. δ) Οι νόμιμοι εκπρόσωποι νομικού προσώπου που είναι ασφαλισμένο ή εταιρίας που δεν έχει αποκτήσει νομική προσωπικότητα..».

ΤΟ ΑΡΘΡΟ 7 ΚΑΙ Η ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗ ΤΟΥ
Και ναι μεν εκ πρώτης το άρθρο 7, ως διατυπώνεται, φαίνεται ως η εφαρμοστέα διάταξη, μία προσεκτικότερη όμως προσέγγιση και μελέτη του Ν. 489/1976 καταδεικνύει ότι το άρθρο αυτό εμφανίζει πασιφανή αξιολογική αντινομία με το σύνολο των διατάξεων του Νόμου 489/1976 και ιδίως αυτών που επιβάλλουν την υποχρεωτική ασφάλιση.
Συγκεκριμένα, τις διατάξεις αυτές των άρθρων 2 παρ. 1 του ιδίου Νόμου « Ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα επί οδού, υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση, την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος» και 6 παρ. 1, 2 του ιδίου Νόμου « Η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή υπεύθυνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου. Εξαιρείται η αστική ευθύνη των προσώπων που επελήφθησαν του αυτοκινήτου με κλοπή ή βία και αυτών που προκάλεσαν το ατύχημα εκ προθέσεως Η ασφαλιστική κάλυψη πρέπει να περιλαμβάνει την έναντι τρίτων αστική ευθύνη εξαιτίας θανάτωσης ή σωματικής βλάβης ή ζημιών σε πράγματα, στην οποία περιλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη ή ηθική βλάβη, καθώς και την αστική ευθύνη λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών έναντι των μελών της οικογένειας του ασφαλισμένου, οδηγού ή κάθε άλλου προσώπου του οποίου η αστική ευθύνη καλύπτεται σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο, ανεξάρτητα από δεσμό συγγενείας&». 
Δηλαδή, ο ίδιος ο νόμος που εισάγει και επιβάλλει την υποχρεωτική ασφάλιση για τις έναντι τρίτων προκαλούμενες ζημίες από την κυκλοφορία οχημάτων, παράβαση για την οποία προβλέπονται αυστηρότατες ποινικές και διοικητικές κυρώσεις, και την υποχρεωτική κάλυψη της ευθύνης οιουδήποτε προσώπου συνδέεται με το ζημιογόνο όχημα, καθώς και την κάλυψη της αστικής ευθύνης έναντι όλων των επιβαινόντων, ο ίδιος νόμος με μία γενικόλογη και ασαφή διατύπωση του εισάγει με το άρθρο 7 τέτοιο αριθμό εξαιρέσεων, που καθιστούν πλήρως ανενεργή την ασφαλιστική σύμβαση σε τεράστιο αριθμό τροχαίων ατυχημάτων για ολόκληρο τον πληθυσμό της Ελλάδας. 
Το ακριβές νόημα και ο σκοπός του νομοθέτη στο σύνολο του ελληνικού ασφαλιστικού δικαίου και στο νόμο 489/1976 είναι να καλυφθεί η αστική ευθύνη του κάθε οδηγού ασφαλισμένου οχήματος και να καλυφθεί η ζημία κάθε ανυπαίτιου ζημιωθέντος προσώπου από την κυκλοφορία του οχήματος αυτού. 
Τρεις είναι οι λόγοι της σύναψης σύμβασης ασφαλίσεως, κατ αρχήν η συχνότητα των προκαλούμενων εξ αμελείας ζημιών από την κυκλοφορία των οχημάτων, κατά δεύτερον οι ιδιομορφίες που εμφανίζει η απαίτηση του θύματος και κατά τρίτον και σημαντικότερον ο κίνδυνος θεμελιώσεως υποχρεώσεως έναντι των προσώπων που συνδέονται με το αυτοκίνητο για την αποζημίωση των προσώπων που ζημιώθηκαν από αυτοκινητικό ατύχημα, τους οποίους στοχεύει να καλύψει ο ασφαλιστικός νόμος.
Κύριος σκοπός της σύναψης ασφαλιστικής συμβάσεως ήταν εξ αρχής και είναι η έναντι ανταλλάγματος μετάθεση στον ασφαλιστή των περιουσιακής φύσεως δυσμενών συνεπειών της πρόκλησης ατυχήματος. Αρχικά, η σύμβαση ασφαλίσεως ήταν προαιρετική και από 1-1-1976 που άρχισε να ισχύει ο Ν. 489/1976 υποχρεωτική λόγω και της ραγδαίας αύξησης των κυκλοφορούντων οχημάτων. 
Η υποχρεωτικότητα επί ποινή αυστηρότατων κυρώσεων της ασφαλιστικής σύμβασης περιέχεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 του Ν. 489/1976, διάταξη αναγκαστικού δικαίου, που από την εισαγωγή της στην Ελληνική νομοθεσία την 1-1-1976 μέχρι και σήμερα, παρά τις αλλεπάλληλες τροποποιήσεις του νόμου δεν έχει τροποποιηθεί. 
Διάταξη αναγκαστικού δικαίου, όπως προκύπτει από την επιτακτικότητα της διατύπωσης του κανόνα, είναι επίσης και η διάταξη του άρθρου 6 του Ν. 489/1976, η οποία προβλέπει τα πρόσωπα των οποίων η αστική ευθύνη καλύπτεται.
Αρχικά με την εισαγωγή του Ν. 489/1976 το άρθρο 6 παρ. 1, 2 είχε ως εξής: « Η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπευθύνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου. Εξαιρείται η ασφαλιστική ευθύνη των προσώπων που επελήφθησαν του αυτοκινήτου με κλοπή ή βία και αυτών που προκάλεσαν το ατύχημα εκ προθέσεως. Η ασφαλιστική κάλυψη πρέπει να περιλαμβάνει την έναντι τρίτων αστική ευθύνη εξ αιτίας θανάτωσης ή σωματικής βλάβης ή ζημιών σε πράγματα στην οποία περιλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη ή ηθική βλάβη. Αυτή πρέπει επίσης να περιλαμβάνει την αστική ευθύνη έναντι των επιβαινόντων του αυτοκινήτου προσώπων (γενική κάλυψη) » και προέβλεπε και τις κατηγορίες των προσώπων των οποίων η αστική ευθύνη καλύπτετο υποχρεωτικά από τη σύμβαση ασφαλίσεως, χωρίς να μπορεί να υπάρξει απαλλακτική συμφωνία ασφαλισμένου & ασφαλιστή για οιοδήποτε από τα πρόσωπα αυτά, ήτοι τον κύριο, τον κάτοχο και κάθε οδηγό ή προστηθέντα για την οδήγηση ή υπεύθυνο του ασφαλισμένου αυτοκινήτου αλλά και κυρίως επέβαλε την υποχρεωτική κάλυψη όλων των ζημιών για όλους τους επιβάτες του οχήματος. 
Μετά και την Οδηγία 84/5 ΕΟΚ, « Τα μέλη της οικογένειας του ασφαλισμένου, του οδηγού ή κάθε άλλου προσώπου το οποίο φέρει σε περίπτωση ατυχήματος την αστική ευθύνη η οποία καλύπτεται από την ασφάλιση του άρθρου 1 παράγραφος 1, δεν μπορούν να αποκλειστούν, λόγω του δεσμού συγγένειας, από το δικαίωμα ασφάλισης για τις σωματικές βλάβες τους» το άρθρο τροποποιήθηκε, όπως πάντα καθυστερημένα, με το άρθρο 2 του Π.Δ. 237/1986 και εν συνεχεία με το άρθρο 2 του ΠΔ 264/1991, ως έχει σήμερα « η ασφαλιστική κάλυψη πρέπει να περιλαμβάνει την έναντι τρίτων αστική ευθύνη εξαιτίας θανάτωσης ή σωματικής βλάβης ή ζημιών σε πράγματα, στην οποία περιλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη ή ηθική βλάβη καθώς και την αστική ευθύνη λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών έναντι των μελών της οικογενείας του ασφαλισμένου, οδηγού ή κάθε άλλου προσώπου του οποίου η αστική ευθύνη καλύπτεται σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο, ανεξάρτητα από δεσμό συγγενείας ».
Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται δηλαδή τόσο στον κύριο ή κάτοχο όσο και στον ασφαλιστή η αποδοχή της σχετικής προτάσεως προς κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, η οποία είναι σύμβαση αναγκαστική που επιβάλει υποχρέωση ασφάλισης στα πρόσωπα που συνδέονται με το αυτοκίνητο. Παρά δε την εισβολή της άνω διάταξης στη συμβατική ελευθερία του ατόμου είναι Συνταγματική η διάταξη ενόψει του μείζονος σημασίας κοινωνικού σκοπού που επιδιώκει. 
Για την επίτευξη του επιδιωκόμενου κοινωνικού σκοπού εξειδικεύει ο Νόμος ότι υποχρεωτικά την ιδιότητα του ασφαλισμένου του άρθρου 1 του Ν. 489/1976 έχουν ο κύριος, ο κάτοχος, κάθε οδηγός προστηθείς για την οδήγηση και ο υπεύθυνος του ασφαλισμένου αυτοκινήτου, ακριβώς για να διευρύνει τον κύκλο των προστατευόμενων προσώπων ένθεν και ένθεν και από την πλευρά του ζημιώσαντος και από την πλευρά του ζημιωθέντος, διότι η σύμβαση ασφαλίσεως δεν ασφαλίζει πρόσωπα αλλά ασφαλίζει το όχημα για οποιαδήποτε ζημία προκληθεί από την κυκλοφορία του. 
Και ενώ σύμφωνα με το άρθρο 6 η ασφαλιστική σύμβαση αδιαστίκτως καλύπτει υποχρεωτικά όλα ανεξαιρέτως τα πρόσωπα, ανεξαρτήτως της οιασδήποτε σχέσης τους με το αυτοκίνητο, τον ΚΑΘΕ οδηγό, παρά ταύτα έρχεται η κρίσιμη διάταξη του άρθρου 7 του Ν. 489/1976 και εισάγει εξαιρέσεις από την ανωτέρω υποχρεωτική διάταξη. Αρχικά την 1-1-1976 το άρθρο 7 είχε ως εξής: « Δεν θεωρούνται τρίτοι κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 2 παράγραφος 1 και του άρθρου 6 παράγραφος 2: α) Ο οδηγός του αυτοκινήτου που προξένησε τη ζημία β) Κάθε πρόσωπο του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με σύμβαση ασφάλισης γ) Εκείνος ο οποίος έχει καταρτίσει μετά του ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση. δ) Οι σύζυγοι των προσώπων τα οποία αναφέρονται στις προηγούμενες περιπτώσεις ως και οι συγγενείς αυτών είτε εξ αίματος, είτε εξ αγχιστείας, εφόσον κατοικούν στην αυτή στέγη ή διατρέφονται, από αυτούς ή εφόσον μεταφέρονται με το αυτοκίνητο το οποίο προξένησε τη ζημία ε) Οι νόμιμοι εκπρόσωποι νομικού προσώπου που είναι ασφαλισμένο ή εμπορικής εταιρίας που δεν έχει αποκτήσει νομική προσωπικότητα, ως και οι σύζυγοι αυτών». 
Σε συμμόρφωση με την Οδηγία 84/5 ΕΟΚ, με την τροποποίηση του άρθρου 7 του Νόμου 489/1976 με το άρθρο 4 του π.δ. 264/1991, καταργήθηκαν πλήρως οι εξαιρέσεις λόγω συγγένειας της περίπτωσης (δ) του άρθρου 7 και διατηρήθηκαν οι λοιπές εξαιρέσεις αδιακρίτως.
Οι προβλεπόμενες όμως στο άρθρο 7 του νόμου εξαιρέσεις είναι ασαφείς, έρχονται σε αντίφαση με τις εκπεφρασμένες αξιολογήσεις των ανωτέρω άρθρων 2 παρ. 1 και 6 παρ. 1, 2 και πρέπει να ερμηνευτούν.
Διότι, πως είναι δυνατόν να εξαιρούνται πλήρως όλες οι περιπτώσεις τραυματισμού ή θανάτωσης του καταρτίσαντος την ασφαλιστική σύμβαση, του ιδιοκτήτη, του κατόχου του αυτοκινήτου κλπ, όταν είναι ανυπαίτιοι επιβάτες και ουδεμία σχέση έχουν με την πρόκληση του ατυχήματος; 
Η σύμβαση ασφαλίσεως, ασφαλίζουσα το όχημα για οποιαδήποτε ζημία προκληθεί από την κυκλοφορία του, προεβλέπετο ήδη από τον πρώτο νόμο περί ασφάλισης των εξ αυτοκινήτου ζημιών Νόμο ΓΠν της 4/5/1911 με τίτλο «περί της εκ των αυτοκινήτων ποινικής και αστικής ευθύνης».
Και ναι μεν περιελάμβανε στο άρθρο 12 αυτού την έως τότε, πριν την εισαγωγή της υποχρεωτικής ασφάλισης αυτοκινήτου, σύμφωνη με τις κρατούσες τότε κοινωνικές αντιλήψεις διάταξη « ο νόμος δεν έχει εφαρμογή υπέρ των επιβαινόντων του ζημιώσαντος αυτοκινήτου, ως επίσης υπέρ των δι αυτού μεταφερόμενων πραγμάτων » και εξαιρούσε τους επιβαίνοντες του οχήματος, διότι μέχρι το 1911, που ελάχιστα οχήματα κυκλοφορούσαν στην χώρα μας και ουδείς γνώριζε την ασφαλιστική κάλυψη η ευθύνη του οδηγού, αστική και ποινική, για τα μεταφερόμενα υπ αυτόν πρόσωπα και πράγματα φάνταζε εκτός κοινωνικής πραγματικότητας.
Η εν συνεχεία εισαγωγή με τον Νόμο 489/1976 των εξαιρέσεων του άρθρου 7 αποτέλεσε κατάλοιπο της ανωτέρω διάταξης του νόμου του 1911 για τους επιβάτες παράλληλα με την προσπάθεια να προστατευτούν οι νέες για την Ελληνική νομική και κοινωνική πραγματικότητα ασφαλιστικές εταιρίες από ενδεχόμενες περιπτώσεις συμπαικτικών ατυχημάτων και μόνον. 
Τούτο διαφαίνεται άλλωστε και από την τύχη των περιπτώσεων των εξαιρέσεων του άρθρου 7, οι οποίες αρχικά ήταν πέντε (5), από τις οποίες η μεν πρώτη περίπτωση «Ο οδηγός του αυτοκινήτου που προξένησε τη ζημία», μολονότι δεν έχει καταργηθεί μέχρι σήμερα, είναι κατά κοινή ομολογία διάταξη πλεονασματική, που έπρεπε να έχει προ πολλού καταργηθεί, διότι στην περίπτωση αυτή το πρόσωπο του ζημιωθέντος συμπίπτει με το πρόσωπο του υπαιτίου και δεν πληρούται καν το πραγματικό της αδικοπραξίας, η δε τέταρτη περίπτωση, η σχετική με τους συγγενείς των ασφαλισμένων προσώπων έχει προ πολλού ήδη καταργηθεί.
Το άρθρο 7 είναι ασαφές, χρήζει τροποποίησης και πρέπει να ερμηνεύεται πάντα, εναρμονιζόμενο με το άρθρο 6 του ιδίου Νόμου, που ρυθμίζει αφενός την υποχρεωτική κάλυψη της αστικής ευθύνης οιουδήποτε, κάθε οδηγού και κάθε προσώπου, που συνδέεται με το αυτοκίνητο και αφετέρου την υποχρεωτική κάλυψη των ζημιών των επιβαινόντων του οχήματος, αλλά και σύμφωνα με τις επιταγές του Συντάγματος και τις αρχές για την προστασία της προσωπικότητας και της περιουσίας όλων ανεξαιρέτως των ανυπαίτιων θυμάτων των τροχαίων ατυχημάτων και του Κοινοτικού Δικαίου, και να συνάδει με τη βασική λειτουργία του ν. 489/1976, που συνίσταται στο ότι αφού το ίδιο το κράτος δεν μπορεί μόνο του να αναλάβει την προστασία των ζημιούμενων σε αυτοκινητικά ατυχήματα, η ασφάλιση της αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα επιτελεί κοινωνική λειτουργία και αποτελεί συγκεκριμενοποίηση της αρχής του κοινωνικού κράτους δικαίου. 
Αλλά και από την επισκόπηση της νομοθεσίας των υπολοίπων Ευρωπαϊκών Κρατών για το θέμα αυτό, οδηγούμαστε στην ίδια ερμηνευτική προσέγγιση, ότι δηλαδή δεν εξαιρούνται της ασφαλιστικής κάλυψης οι επιβάτες του ασφαλισμένου οχήματος, οιαδήποτε σχέση και αν έχουν με το ζημιογόνο όχημα. 
Ενδεικτικά, στο χώρο του Γερμανικού Δικαίου (ΑΚΒ) στις διατάξεις που περιλαμβάνονται στους γενικούς όρους για την ασφάλεια της αστικής ευθύνης των αυτοκινήτων προβλέπεται ότι: «Α.1.5.6. Το δικαίωμα αποζημίωσης έναντι ενός συνασφαλισμένου προσώπου.
Δεν υφίσταται ασφαλιστική κάλυψη για ζημιές υλικές ή περιουσίας που προκλήθηκαν σε εσάς (ασφαλισμένος), τον κάτοχο ή τον ιδιοκτήτη του οχήματος κατά την χρήση του οχήματος από ένα συνασφαλισμένο πρόσωπο. Όμως για προσωπικές βλάβες υφίσταται ασφαλιστική κάλυψη, όταν π.χ. εσείς ως επιβάτης του οχήματος σας τραυματιστείτε ».
Άλλωστε, το περιεχόμενο αυτό της διάταξης του άρθρου 7 ουδείς ασφαλιζόμενος γνωρίζει, μη νομίμως δεν αναγράφεται στα ασφαλιστήρια συμβόλαια και αντίκειται και στους γενικούς όρους των συναλλαγών. 
Επιπλέον, το σοβαρότερο επιχείρημα της ανωτέρω ερμηνευτικής προσέγγισης του άρθρου 7 πηγάζει από το γεγονός ότι δεν προβλέπεται τέτοιου είδους ασφάλιση, που να καλύπτει δηλαδή τις μη νόμιμες και ασαφείς αυτές εξαιρέσεις του άρθρου 7, ώστε να δύνανται να τύχουν οι ασφαλισμένοι αυτής της ασφάλισης.
Η δε ανυπαρξία αυτού του είδους της ασφάλισης δεν καλύπτεται και δεν πρέπει να συγχέεται με την ασφάλιση ιδίων ζημιών ως και την ασφάλιση προσωπικών ατυχημάτων, διότι αφορούν σε διαφορετικές κατηγορίες ζημιών, η μεν πρώτη σε υλικές ζημίες η δε δεύτερη δεν αφορά στον κίνδυνο που προέρχεται από την κυκλοφορία του αυτοκινήτου και δεν προϋποθέτει την τέλεση αδικοπραξίας, αλλά αφορά σε οποιοδήποτε ατύχημα ανεξαρτήτως υπαιτιότητας. 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Η αξίωση του ασφαλισμένου, όταν είναι επιβάτης εδράζεται κατευθείαν στη διάταξη του άρθρου 6 του ν. 489/1976 και δε διέρχεται μέσα από το αόριστο και ασαφές άρθρο 7 του ν. 489/1976, ώστε να εξαιρείται για τις ζημίες, τις οποίες υφίσταται ως συνεπιβάτης λόγω της ιδιότητας του ως ασφαλισμένου και μόνον, δεδομένου μάλιστα ότι σε κάθε περίπτωση ο προκαλέσας το ατύχημα ευθύνεται έναντι του ζημιωθέντος και η ιδιότητα του, ως ασφαλισμένου, δεν αίρει την υποχρέωση της ασφαλιστικής εταιρίας για ασφαλιστική κάλυψη του υπαιτίου οδηγού. Κάτι τέτοιο άλλωστε θα ήταν αντίθετο και με την προβλεπόμενη υποχρεωτική πλέον ασφάλιση των επιβαινόντων του άρθρου 6 του Ν. 489/1976, όπως ισχύει σήμερα μετά την τροποποίηση του με τον Ν. 3746/2009, που κατάργησε πλήρως όλες τις προισχύσασες περιπτώσεις εξαιρέσεων επιβαινόντων ή μη.
-------------------------------

Αντισυνταγματικότητα διάταξης 
περί περιορισμού της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου 
στις περιπτώσεις πτώχευσης ασφαλιστικής εταιρείας 
ή ανάκλησης της άδειάς της 
και ανάγκη άμεσης νομοθετικής τροποποίησής της

Υπό Ηλία Ι. Κλάππας, Δικηγόρου Πειραιά,
Μέλους Δ.Σ. του Δ.Σ.Πειραιά
ΣΣ Δημοσιεύεται στο τεύχος Αυγούστου της Επιθεώρησης Συγκοινωνιακού Δικαίου

 Αντισυνταγματικότητα διάταξης 
περί περιορισμού της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου 
στις περιπτώσεις πτώχευσης ασφαλιστικής εταιρείας 
ή ανάκλησης της άδειάς της 
και ανάγκη άμεσης νομοθετικής τροποποίησής της

Υπό Ηλία Ι. Κλάππας, Δικηγόρου Πειραιά,
Μέλους Δ.Σ. του Δ.Σ.Πειραιά
ΣΣ Δημοσιεύεται στο τεύχος Αυγούστου της Επιθεώρησης Συγκοινωνιακού Δικαίου

1 Ισχύον νομοθετικό καθεστώς
Το «Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων» με τη μορφή νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, συστάθηκε με το άρθρο 16 ν.489/1976 και ήδη άρθρο 16 του προεδρικού διατάγματος 237/1986, με το οποίο κωδικοποιήθηκε η νομοθεσία «περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης».
Κατά την έννοια του ιδρυτικού νόμου (άρθρο 1 εδ. δ΄ ν.489/1976) το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι ασφαλιστής και σκοπός της σύστασής του είναι «η καταβολή ασφαλιστικής αποζημίωσης για αστική ευθύνη από αυτοκινητικά ατυχήματα κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 19» (άρθρο 17 ν.489/1976).
Με τη σύσταση ενός φερέγγυου νομικού προσώπου, του οποίου η οικονομική επιβίωση στηρίζεται στις εισφορές των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και των ασφαλισμένων στον κλάδο αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα (άρθρο 20 παρ.1 ν.489/1976), καθώς και με τη χορήγηση στον παθόντα ευθείας αγωγικής αξίωσης κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου (άρθρο 19 παρ. 3 εδ. α΄ ν.489/1976), ο νομοθέτης επιδίωξε να συμπληρώσει την προστασία που παρέχει ο θεσμός της υποχρεωτικής ασφάλισης αυτοκινήτων και στις περιπτώσεις που ο θεσμός αυτός δεν μπορεί να λειτουργήσει, ώστε να κατοχυρώνονται τα νόμιμα δικαιώματα των ζημιούμενων προσώπων και όλων των ασφαλισμένων.
Το Επικουρικό Κεφάλαιο υποχρεούται κατά νόμο σε καταβολή αποζημίωσης στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει ή δεν διαπιστώνεται ενεργός ασφάλιση, καθώς και όταν, ενώ προϋπάρχει ασφαλιστική κάλυψη, δεν μπορεί να υλοποιηθεί από τον ασφαλιστή. Οι περιπτώσεις αυτές προβλέπονται περιοριστικά στο άρθρο 19 παρ. 1 π.δ. 237/86 (το οποίο κωδικοποίησε το ν. 489/76), όπως συμπληρώθηκε με το ν. 3746/2009 το οποίο εισήγαγε και πέμπτη περίπτωση ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου (άρθρο 19 παρ. 1 εδ. ε΄ π.δ. 237/86). 
Όσον αφορά στην έκταση ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου, αυτή ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 εδ. α’ π.δ. 237/1986, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 5 παρ. 3 του ΠΔ 264/1991 και προβλέπει ότι «η αποζημίωση του Επικουρικού Κεφαλαίου περιορίζεται στη συμπλήρωση του ποσού που υποχρεούται να καταβάλει το ασφαλιστικό ταμείο ή άλλος οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης για την αυτή αιτία στον ζημιωθέντα».
Κατά συνέπεια, η αποζημίωση του Επικουρικού Κεφαλαίου είναι επικουρική ως προς τις παροχές που υποχρεούται να καταβάλει ο Οργανισμός Κοινωνικής Ασφάλισης, με την έννοια ότι, στο μέτρο που ο ζημιωθείς από την αδικοπραξία δικαιούται να καλύψει την ζημία του από ασφαλιστικό ταμείο ή άλλο Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης, επέρχεται απαλλαγή του Επικουρικού Κεφαλαίου .
Η διάταξη αυτή καθιερώνει εξαίρεση από τον κανόνα του άρθρου 930 εδ. γ΄ ΑΚ που προβλέπει ότι «η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε». Ωστόσο, η εξαίρεση αυτή αφορά στην έκταση της αποζημιωτικής ευθύνης μόνο του Επικουρικού Κεφαλαίου, καθώς προβλέπει ότι, όταν νόμω υπόχρεο προς αποζημίωση είναι το Επικουρικό Κεφάλαιο, ο ζημιωθείς δεν έχει δικαίωμα έναντι του Επικουρικού Κεφαλαίου αθροιστικής απόληψης των ασφαλιστικών παροχών και της αποζημίωσης, ανεξαρτήτως ποιος είναι ο Οργανισμός Κοινωνικής Ασφάλισης και αν προβλέπεται νομοθετικά για αυτόν υποκατάστασή του στα δικαιώματα του ζημιωθέντα.
Ακριβώς επειδή με το άρθρο 19 παρ. 5 εδ. α΄ π.δ. 237/1986 εισάγεται εξαίρεση στη διάταξη του άρθρου 930 εδ. γ΄ ΑΚ ως προς την έκταση της υποχρέωσης αποζημίωσης του Επικουρικού Κεφαλαίου ως νόμω υπόχρεου και όχι ως προς την έκταση της αξίωσης αποζημίωσης του ζημιωθέντα, για το λόγο αυτό, ούτε το ΙΚΑ ούτε οποιοσδήποτε άλλος φορέας κοινωνικής ασφάλισης νομιμοποιούνται, σε περίπτωση υποκατάστασής τους στις αξιώσεις του ζημιωθέντα, να απαιτήσουν από το Επικουρικό Κεφάλαιο όσα κατέβαλαν στο ασφαλιστικά καλυπτόμενο πρόσωπο του ζημιωθέντα. 
Η έκταση των αξιώσεων αποζημίωσης του ζημιωθέντα ποικίλλει ανάλογα αν υφίσταται περίπτωση υποκατάστασης του Οργανισμού Κοινωνικής Ασφάλισης κατά το ποσό των ασφαλιστικών παροχών.
Κατά πρώτον, στις περιπτώσεις που νομοθετικά προβλέπεται υποκατάσταση Οργανισμού Κοινωνικής Ασφάλισης στα δικαιώματα του ζημιωθέντα κατά το ποσό των ασφαλιστικών παροχών, ο ζημιωθείς έχει αποζημιωτική αξίωση τόσο κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου όσο και κατά του ζημιώσαντα για το ποσό πλέον αυτού που υποχρεούται να του καταβάλει ο Οργανισμός Κοινωνικής Ασφάλισης. Ο ζημιώσας, ωστόσο, παραμένει κατά νόμο υπόχρεος έναντι του Οργανισμού Κοινωνικής Ασφάλισης που υποκατέστησε τον ζημιωθέντα, για το ποσό που ο Οργανισμός υποχρεούται να καταβάλει στον ζημιωθέντα.
Κατά δεύτερον, στις περιπτώσεις που δεν προβλέπεται υποκατάσταση του Οργανισμού Κοινωνικής Ασφάλισης, ο ζημιωθείς έχει αποζημιωτική αξίωση κατά μεν του Επικουρικού Κεφαλαίου για το ποσό πλέον αυτού που υποχρεούται να του καταβάλει ο Οργανισμός Κοινωνικής Ασφάλισης, κατά δε του ζημιώσαντα για το σύνολο της αποζημίωσης, δικαιούμενος σε αθροιστική απ’ αυτόν απόληψη και του ποσού που αντιστοιχεί στην παροχή από τον Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης.
Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση, η έκταση της υποχρέωσης αποζημίωσης του ζημιώσαντα έναντι του ζημιωθέντα και, σε περίπτωση υποκατάστασης, έναντι του οργανισμού κοινωνικής ασφάλισης παραμένει ακέραιη, όπως άλλωστε προβλέπει το άρθρο 930 εδ. γ΄ ΑΚ. 
2 Αντισυνταγματική στέρηση περιουσιακών ενοχικών δικαιωμάτων του ασφαλισμένου και παραβίαση της αρχής της ισότητας του νόμου
Η ρύθμιση του άρθρου 19 παρ. 5 εδ. α΄ π.δ. 237/86 εντάσσεται στη νομοθετική πολιτική περί επικουρικότητας της αποζημίωσης του Επικουρικού Κεφαλαίου έναντι των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης .
Έχει κριθεί ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου, δηλαδή όταν το ατύχημα προήλθε από άγνωστο οδηγό, από ανασφάλιστο όχημα ή προκλήθηκε από πρόθεση, αλλά και στην περίπτωση οριστικής ανάκλησης της άδειας λειτουργίας του ασφαλιστή ή πτώχευσής του ή όταν απέβη άκαρπη η σε βάρος του εκτέλεση, χωρίς να έχει σημασία το γεγονός ότι αρχικά είχε εναχθεί ο ασφαλιστής του οποίου μεταγενέστερα ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, διότι, κατά την άποψη της νομολογίας του Ανωτάτου Ακυρωτικού, με την υπεισέλευση στη θέση του ασφαλιστή του Επικουρικού Κεφαλαίου, το τελευταίο αντιμετωπίζεται σαν να εναγόταν από την αρχή και άρα θα είχε τη δυνατότητα προβολής του ισχυρισμού από το άρθρο 19 παρ. 5 του ν. 489/1976. 
Ωστόσο, η ρύθμιση αυτή δεν δικαιολογείται δικαιοπολιτικά στις περιπτώσεις που κατά νόμω ευθύνεται το Επικουρικό Κεφάλαιο επειδή υπεισήλθε στη θέση του ασφαλιστή που πτώχευσε ή η σε βάρος του εκτέλεση απέβη άκαρπη ή ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας του (άρθρο 19 παρ. 1 περ. δ΄ π.δ. 237/1986).
Στις περιπτώσεις αυτές, η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 π.δ. 237/1986 παράγει ιδιαιτέρως ανεπιεική και άδικα αποτελέσματα για τον ασφαλισμένο της εταιρίας η οποία πτωχεύει ή ανακαλείται η άδειά της μετά την ημέρα του ατυχήματος ή κατά της οποίας κατέστη αδύνατη η αναγκαστική εκτέλεση. Ο ασφαλισμένος εταιρείας, ο οποίος έχει τηρήσει πλήρως τη νόμιμη υποχρέωσή του για ασφάλιση του οχήματός του, εμφανίζεται να «τιμωρείται» από το νομοθέτη για την πτώχευση, την αδυναμία σε βάρος της αναγκαστικής εκτέλεσης ή την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της εταιρείας του, δηλαδή για ένα εξωτερικό γεγονός ανεξάρτητο της βούλησής του, για το οποίο δεν έχει καμία υπαιτιότητα, με αποτέλεσμα να μην καλύπτεται ασφαλιστικά από το Επικουρικό Κεφάλαιο και να υποχρεούται, μόνος αυτός, να καταβάλει στον ζημιωθέντα και, σε περίπτωση υποκατάστασης αυτού, στο ασφαλιστικό ταμείο ή οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης που έχει υποκατασταθεί στις αξιώσεις του ζημιωθέντα, ό,τι τυχόν αυτό κατέβαλε στον ασφαλισμένο του.
Παρά, μάλιστα, τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 4 π.δ. 237/1986 που ρητά προβλέπει ότι σε περίπτωση πτώχευσης ή ανάκλησης της άδειας του ασφαλιστή, το Επικουρικό Κεφάλαιο υπεισέρχεται όχι σε μέρος, αλλά στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του ασφαλιστή που πηγάζουν από την ασφαλιστική σύμβαση και παρά το γεγονός ότι η διάταξη αυτή είναι ειδικότερη από τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 π.δ. 237/1986, η νομολογία, επικαλούμενη την περιορισμένη έκταση της αποζημίωσης του Επικουρικού Κεφαλαίου βάσει της διάταξης του άρθρου 19 παρ. 5, δεν αναγνωρίζει δικαίωμα στον (πρώην) ασφαλισμένο- ζημιώσαντα να στραφεί κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου ως ειδικού διαδόχου της ασφαλιστικής του εταιρίας και να ασκήσει την αγωγή αναγωγής που έχει ο ασφαλισμένος κατά της ασφαλιστικής εταιρίας κατ’ άρθρον 10 ν.2496/1997, αιτούμενος να του καταβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιο κάθε ποσό που θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον ζημιωθέντα ή, σε περίπτωση υποκατάστασης, στον ασφαλιστικό οργανισμό που στρέφεται εναντίον του. 
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 π.δ. 237/1986 δημιουργεί διάκριση μεταξύ προσώπων της αυτής κατηγορίας (ασφαλισμένων του κλάδου ασφάλισης αστικής ευθύνης εκ τροχαίων ατυχημάτων) με βάση ένα συγκυριακό και τυχαίο γεγονός, ανεξάρτητο της βούλησης και της συμπεριφοράς των προσώπων αυτών, όπως είναι η μεταγενέστερη πτώχευση ή ανάκληση της άδειας του ασφαλιστή.
Λαμβανομένου υπόψη ότι η εποπτεία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων 
δεν είναι ευθύνη των ασφαλισμένων, αλλά θεσμικών οργάνων, στα οποία η Πολιτεία έχει αναθέσει τη σχετική αρμοδιότητα, η επιλογή του συγκεκριμένου ασφαλιστή που εν συνεχεία πτωχεύει ή ανακαλείται η άδειά του, μεταξύ των κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή υφισταμένων επιχειρήσεων που νομίμως λειτουργούν με άδεια των αρμόδιων εποπτικών αρχών, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ως πλημμελής συμπεριφορά του ασφαλισμένου, για την οποία δικαιολογείται να υποστεί δυσμενείς έννομες συνέπειες.
Κατά συνέπεια, η διάκριση που εισάγει το άρθρο 19 παρ. 5 π.δ. 237/1986 μεταξύ των ασφαλισμένων εντός του υφιστάμενου συστήματος υποχρεωτικής ασφάλισης αστικής ευθύνης εκ τροχαίων ατυχημάτων, με την οποία αυτοί των οποίων η εταιρεία πτωχεύει ή ανακαλείται η άδειά της, καθίστανται ανασφάλιστοι ως προς το ποσό που υποχρεούται να καταβάλει ο οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης του παθόντα, επιβάλλεται με βάση συγκυριακά και τυχαία γεγονότα και δεν προκύπτει από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος. 
Κατά τον τρόπο αυτό, η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 π.δ. 237/1986 εισάγει δυσμενή εξαίρεση και διάκριση, ανεπίδεκτη δικαιολόγησης, σε βάρος των ασφαλισμένων των εταιρειών που πτωχεύουν ή ανακαλείται η άδειά τους, η οποία ανεπίτρεπτα δημιουργεί άνιση μεταχείριση ουσιωδώς όμοιων έννομων σχέσεων και καταστάσεων και περιορίζει αδικαιολόγητα δικαιώματα των ασφαλισμένων αυτών κατ’ εξαίρεση του υφιστάμενου γενικότερου κανόνα του άρθρου 25 παρ.4 π.δ. 237/1986 που προβλέπει την υποκατάσταση του Επικουρικού Κεφαλαίου στο σύνολο των υποχρεώσεων και δικαιωμάτων του ασφαλιστή από την ασφαλιστική σύμβαση. 
Επομένως, η διάταξη αυτή είναι ανίσχυρη και τα δικαστήρια οφείλουν να μην την εφαρμόζουν (άρθρα 87 παρ.2 και 120 του Συντάγματος), καθώς έρχεται σε αντίθεση με τη συνταγματική επιταγή του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος που ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, και από την οποία επιταγή απορρέει όχι μόνο η έναντι του νόμου ισότητα των Ελλήνων, αλλά και η ισότητα του νόμου έναντι αυτών, ήτοι η δέσμευση του νομοθέτη, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει δυσμενείς εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος . 
Πλέον και παράλληλα με τα ανωτέρω, η διάταξη του άρθρου 19 παρ.5 εδ.α΄ π.δ.237/1986, ελέγχεται ως αντισυνταγματική με βάση το άρθρο 17 του Συντάγματος, αντίκειται δε και στο υπερνομοθετικής ισχύος Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ).
Ειδικότερα, το άρθρο 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ το οποίο κυρώθηκε μαζί με την ίδια τη σύμβαση με το ν.δ. 53/1974 (ΦΕΚ Α΄ 256/20-9-1974) και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων, προβλέπει ότι «παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ει μη δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός κράτους, όπως θέση εν ισχύ νόμους, ους ήθελε κρίνη αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών, συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον, ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». 
Κατά συνέπεια, στην έννοια της προστατευόμενης από το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ περιουσίας, περιλαμβάνονται τόσο τα εμπράγματα δικαιώματα όσο και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα. Καλύπτονται, συνεπώς, και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και, ειδικότερα, οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά .
Στην προκειμένη περίπτωση, η ασφάλεια αστικής ευθύνης αποτελεί ένα σημαντικό περιουσιακό ενοχικό δικαίωμα για τον ασφαλισμένο, το οποίο συνίσταται στις περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις που ο ασφαλισμένος έχει έναντι του ασφαλιστή μέχρι του ποσού του ασφαλίσματος, σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού γεγονότος, και εμπίπτει στην έννοια του όρου «περιουσία» του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και στην έννοια του όρου «ιδιοκτησία» του άρθρου 17 του Συντάγματος.
Σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ.4 π.δ. 237/1986, το Επικουρικό Κεφάλαιο αποτελεί ex lege ειδικό διάδοχο της ασφαλιστικής εταιρείας που πτώχευσε ή ανακλήθηκε η άδειά της στο σύνολο των υποχρεώσεων αυτής που απορρέουν από τις συμβάσεις αστικής ευθύνης εκ τροχαίων ατυχημάτων, καθώς όπως ρητώς προβλέπεται «από την ημερομηνία που η ασφαλιστική επιχείρηση κηρύσσεται σε κατάσταση πτώχευσης ή ανακαλείται η άδεια λειτουργίας της για παράβαση νόμου, το Επικουρικό Κεφάλαιο υπεισέρχεται αυτοδίκαια στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της ασφαλιστικής επιχείρησης που πηγάζουν από ασφαλιστικές συμβάσεις του κλάδου αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα».
Συνεπώς, η στέρηση από τον ασφαλισμένο-ζημιώσαντα των περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεών του έναντι του Επικουρικού Κεφαλαίου, ειδικού διαδόχου της ασφαλιστικής του εταιρείας, για το ποσό που υποχρεούται να καταβάλει ο οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης του ζημιωθέντα, εξαιτίας και μόνο του λόγου ότι ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας του ασφαλιστή του ή αυτός πτώχευσε, χωρίς να συντρέχει λόγος δημοσίου συμφέροντος ή ωφέλειας, συνιστά παράνομη στέρηση περιουσιακού δικαιώματος αντικείμενη στο άρθρο 17 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
3 Ανάγκη άμεσης νομοθετικής τροποποίησης της διάταξης 
Ενόψει αυτών, υπάρχει ανάγκη άμεσης νομοθετικής τροποποίησης, προκειμένου να εξαιρεθεί η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 19 παρ. 5 εδ. α΄ π.δ. 237/1986 στις περιπτώσεις ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου κατά το άρθρο 19 παρ. 1 περ. δ’ πδ. 237/1986, δηλαδή στις περιπτώσεις πτώχευσης του ασφαλιστή ή ανάκλησης της άδειας λειτουργίας του μετά την επέλευση του ατυχήματος ή άκαρπης σε βάρος του εκτέλεσης, ώστε στις περιπτώσεις αυτές να εξακολουθεί να ευθύνεται το Επικουρικό Κεφάλαιο και να καλύπτει ασφαλιστικά τους κατά νόμω υπόχρεους για τις σε βάρος τους αξιώσεις εκ του ατυχήματος, για το ποσό που υποχρεούται να καταβάλει ο Οργανισμός Κοινωνικής Ασφάλισης στον ζημιωθέντα. 
Η νομοθετική αυτή τροποποίηση δεν προσκρούει στο Κοινοτικό Δίκαιο, δεδομένου ότι η απόδοση επικουρικού χαρακτήρα στην αποζημίωση του Επικουρικού Κεφαλαίου, καθώς και η έκταση και οι περιπτώσεις εφαρμογής της αρχής της επικουρικότητας της αποζημιωτικής ευθύνης αυτού, είναι αποκλειστικά επιλογή του εθνικού νομοθέτη, όπως αυτή εκφράστηκε με το άρθρο 5 παρ. 3 π.δ. 264/1991. Η κοινοτική οδηγία 84/5/ΕΟΚ, για την ενσωμάτωση της οποίας στο εθνικό δίκαιο εκδόθηκε το π.δ. 264/1991, όχι μόνο δεν υποχρεώνει τον εθνικό νομοθέτη σε συγκεκριμένη νομοθετική ρύθμιση για τις περιπτώσεις ανάκλησης της άδειας ή πτώχευσης του ασφαλιστή ή άκαρπης αναγκαστικής εκτέλεσης κατ’ αυτού, αλλά αρκείται σε κατευθυντήριες οδηγίες (πλαίσιο δικαίου) με δυνατότητα επιλογής, αναφερόμενη, μάλιστα, μόνο σε περιπτώσεις ζημιών και βλαβών από όχημα αγνώστων στοιχείων ή ανασφάλιστο. 
Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 εδ. α΄ της 84/5/ΕΟΚ Κοινοτικής Οδηγίας, στα πλαίσια εφαρμογής της οποίας εισήχθη η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 εδ. α΄ πδ 237/1986 με το άρθρο 5 παρ. 3 του ΠΔ 264/1991, προβλέπει ότι «κάθε κράτος μέρος ιδρύει ή εγκρίνει οργανισμό, αποστολή του οποίου είναι να αποκαθιστά, τουλάχιστον εντός των ορίων της υποχρέωσης ασφάλισης, τις υλικές ζημίες ή τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται από όχημα αγνώστων στοιχείων ή για το οποίο δεν έχει εκπληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης της παραγράφου 1. Η διάταξη αυτή δεν θίγει το δικαίωμα των κρατών μελών να προσδώσουν ή όχι στην παρέμβαση του οργανισμού αυτού επικουρικό χαρακτήρα».
Κατά συνέπεια, η προτεινόμενη νομοθετική τροποποίηση δεν αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο και ο εθνικός νομοθέτης δεν περιορίζεται από αυτό προκειμένου να προχωρήσει στην τροποποίηση της διάταξης του άρθρου 19 παρ. 5 εδ. α΄ πδ 237/1986.
Η νομοθετική αυτή τροποποίηση μπορεί να γίνει με την εισαγωγή ενός νέου εδαφίου, μετά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 εδ. δ’ π.δ. 237/86, το οποίο θα περιέχει διάταξη που θα είναι νομοτεχνικά παρόμοια με αυτή που εισήγαγε το άρθρο 10 παρ. 2 ν.3557/2007 για το Ελληνικό Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης , και προτείνεται να προβλέπει ότι 
«Το προηγούμενο εδάφιο (19 παρ. 5 εδ. α΄ π.δ. 237/1986) δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση δ΄ της παρ. 1 του αυτού άρθρου (19 π.δ. 237/86)».

Η ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ μετά το Ν. 3557/2007
Θέματα Διαχρονικού Δικαίου
Υπό Ευθυμίου Κ. Καραϊσκου
Δικηγόρου Λαμίας

ΣΣ Δημοσιεύεται στην Επιθεώρηση Συγκοινωνιακού Δικαίου Τεύχος Απρίλιος 2010 Σελ. 146

ΣΣ βλ. Ομοίως σχετική Νομολογία στην ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ τεύχος Απρίλιος 2010 Σελ. 189

Η ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ μετά το Ν. 3557/2007
Θέματα Διαχρονικού Δικαίου
Υπό Ευθυμίου Κ. Καραϊσκου
Δικηγόρου Λαμίας

ΣΣ Δημοσιεύεται στην Επιθεώρηση Συγκοινωνιακού Δικαίου Τεύχος Απρίλιος 2010 Σελ. 146

1. Στο άρθρο 18 του ΕισΝΑΚ ορίζεται ότι, οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την παραγραφή εφαρμόζονται και στις αξιώσεις που έχουν γεννηθεί αλλά δεν έχουν ακόμη παραγραφεί κατά την εισαγωγή του. Η έναρξη όμως, η αναστολή και η διακοπή της παραγραφής κρίνεται, ως προς τον πριν από την εισαγωγή του Κώδικα χρόνο, σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει έως τώρα. Αν ο χρόνος παραγραφής του Κώδικα είναι συντομότερος από αυτόν που προβλέπει το έως τώρα δίκαιο, υπολογίζεται ο συντομότερος, από την εισαγωγή του Κώδικα και αρχίζει από αυτήν. Στη περίπτωση όμως που ο χρόνος παραγραφής του έως τώρα δικαίου συμπληρώνεται νωρίτερα από το συντομότερο που ορίζεται στον Κώδικα, η παραγραφή συμπληρώνεται μόλις περάσει ο χρόνος παραγραφής του έως τώρα δικαίου. Από τις διατάξεις αυτές του ως άνω άρθρου 18 του ΕισΝΑΚ οι οποίες ρυθμίζουν μεν ζητήματα διαχρονικού δικαίου που προέκυψαν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, αλλά απηχούν γενική αρχή διαχρονικού δικαίου και έχουν εφαρμογή, όχι μόνο επί των περί παραγραφής διατάξεων του ΑΚ και του προ αυτού δικαίου, αλλά και επί κάθε άλλης περί παραγραφής διατάξεως νεοτέρου νόμου, συνάγεται ότι, όταν οι διατάξεις νεοτέρου νόμου ορίζουν μακρότερο χρόνο παραγραφής σε σχέση με το χρόνο παραγραφής που καθόριζε ο προηγούμενος νόμος, εφαρμογή έχει ο νεότερος νόμος, επί των αξιώσεων που είχαν γεννηθεί υπό την ισχύ του προηγουμένου νόμου, αλλά δεν παραγράφηκαν ή αποσβέστηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του νέου νόμου, διότι αν επήλθε το αποτέλεσμα αυτό, δεν ανατρέπεται από το νέο νόμο, εκτός αν ο νομοθέτης προσδώσει στη νέα διάταξη αναδρομική δύναμη εντός των επιτρεπτών συνταγματικών ορίων. Δεν εφαρμόζεται δε η περί της υπαγωγής στην επιφέρουσα την ταχύτερη συμπλήρωση της παραγραφής διάταξη δεύτερη παράγραφος του προαναφερθέντος άρθρου 18, διότι η παράγραφος αυτή προϋποθέτει για την εφαρμογή της, την καθιέρωση στο νεότερο νόμο βραχύτερης παραγραφής [βλ. Ολ.Α.Π. 13/2006, ΑΠ 1051/2002, ΝΟΒ 2003/253, ΑΠ 258/2002 αδημοσίευτη και Εφετ. Αθην.74/2008, ΕλλΔνση 2008/1523, Μον. Πρωτ. Λάρισας 192/2010 και 609/2009 αδημοσίευτες].
1.1. Για το ζήτημα αυτό βλ. και Κρητικού «Αποζημίωση από αυτοκινητικό ατυχήματα» εκδ. 2008 σελ. 714-715, κατά το οποίο : «.Η διαφορά του χρόνου παραγραφής του προγενεστέρου από το ισχύον δίκαιο (δύο έτη και πέντε έτη, αντιστοίχως) θέτει ενδιαφέροντα ζητήματα διαχρονικού δικαίου. Το νέο δίκαιο δεν περιέχει ειδική περί τούτου ρύθμιση. Επιβάλλεται, επομένως, να αναζητηθούν αλλαχού σχετικές ρυθμίσεις για την επίλυση του. Πλέον πρόσφορη κρίνεται η προσφυγή στο αρθ. 18 του ΕισΝΑΚ, η διάταξη του οποίου δύναται να χρησιμοποιηθεί ως μία κατευθυντήρια σκέψη και είναι σύμφω¬νη προς τη θεωρία του διαχρονικού δικαίου 235. Βέβαια από την ΑΚ2 καθιερώνεται η θεμελιακή για το δίκαιο αρχή της μη αναδρομικότητας του νόμου. Η ρύθμιση αυτή αφορά τη γνήσια αναδρομή. Δεν εφαρμόζεται όμως στη μη γνήσια αναδρομή, δηλαδή όταν ο νέος νόμος καλείται να ρυθμίσει έννομες συνέπειες που γεννήθηκαν μετά την έναρξη εφαρμογής του, αλλά πηγάζουν από έννομες σχέσεις ή καταστάσεις προϋφιστάμενες του νόμου. Επομένως όταν η παραγραφή έχει αρχίσει υπό το παλαιό δίκαιο και δεν έχει συμπληρωθεί κατά την έναρξη εφαρμογής του νέου δικαίου που επιμηκύνει την παραγραφή, τότε η τελευταία συνεχίζεται υπό το νέο δίκαιο και συμπληρώνεται κατά τους ορισμούς του νέου δικαίου. Δεν πρόκειται για απαγορευμένη γνήσια αναδρομή, αλλά για επιτρεπτή μη γνήσια αναδρομή. Από την διάταξη του αρθ. 18 ΕισΝΑΚ ορίζονται τα ακόλουθα: «Οι διατάξεις του ΑΚ για την παραγραφή εφαρμόζονται και στις αξιώσεις που έχουν γεννηθεί, αλλά δεν έχουν ακόμη παραγραφεί κατά την εισαγωγή του. Η έναρξη όμως, η αναστολή και η διακοπή της παραγραφής κρίνεται ως προς το πριν από την εισαγωγή του Κώδικα χρόνο, σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει έως τώρα». Η βασική διαπίστωση που προκύπτει από την αμέσως ανωτέρω εκτεθείσα διάταξη είναι ότι η διετής παραγραφή της αξιώσεως του παθόντος που άρχισε να τρέχει πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 3557/2007 (14.5.2007) ενόσω δεν είχε ακόμη συμπληρωθεί κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία, εφεξής καθίσταται πενταετής στο σύνολο της»

2.- Ητοι κατά τα άνω, όταν η παραγραφή έχει αρχίσει υπό το παλαιό δίκαιο και δεν έχει συμπληρωθεί κατά την έναρξη εφαρμογής του νέου δικαίου που επιμηκύνει την παραγραφή, τότε η τελευταία συνεχίζει υπό το νέο δίκαιο και συμπληρώνεται κατά τους ορισμούς του νέου δικαίου.
3.- Συνεπώς, είναι λοιπόν προφανές ότι:
3.1.- Με το άρθρο 7 του Ν.3557/2007, αντικαταστάθηκε η παρ.2 του άρθρου 10 του Π.Δ.237/1986 και έλαβε την ακόλουθη διατύπωση : «Η αξίωση παραγράφεται μετά πάροδο πέντε (5) ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας για την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής». Η διάταξη αυτή, ισχύουσα από το χρόνο δημοσίευσης του εν λόγω νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από την 14/05/2007 [ΦΕΚ Α΄100], καταλαμβάνει και τις περιπτώσεις, για τις οποίες, κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος του εν λόγω νόμου, δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της διετίας, που όριζε για την παραγραφή των εν λόγω αξιώσεων, η παρ.2 του άρθρου 10 του Π.Δ.237/1986. 
3.2.- Η δε διετής παραγραφή της αξιώσεως του παθόντος, που άρχισε να τρέχει πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 3557/2007 (14.5.2007) ενόσω δεν είχε ακόμη συμπληρωθεί κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία, εφεξής καθίσταται πενταετής στο σύνολο της
3.2.1.& Παράδειγμα: Εφόσον ένα ατύχημα συνέβη την 30-07-2005, ο χρόνος της διετίας, που όριζε για την παραγραφή, η παρ.2 του άρθρου 10 του Π.Δ.237/1986, συμπληρώθηκε στις 30/07/2007, ήτοι κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του Ν.3557/207 [14/05/2007], δεν είχε συμπληρωθεί αυτός, δηλαδή στη περίπτωση αυτή, ισχύει ο πενταετής χρόνος παραγραφής του άρθρου 7 του Ν.3557/2007.

ΣΣ βλ. Ομοίως σχετική Νομολογία στην ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ τεύχος Απρίλιος 2010 Σελ. 189

Άρθρα - Απόψεις

Αντισυνταγματικότητα και παράβαση Κοινοτικού Δικαίου με τις προτεινόμενες αλλαγές για το Επικουρικό κεφάλαιο 


Άρθρο 48 του σχεδίου νόμου για τα πιστωτικά ιδρύματα και το καθεστώς του Επικουρικού Κεφαλαίου


Ηλίας Ι. Κλάππας
Δικηγόρος Πειραιά
Μέλος Δ.Σ. Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά

Άρθρα - Απόψεις

Αντισυνταγματικότητα και παράβαση Κοινοτικού Δικαίου με τις προτεινόμενες αλλαγές για το Επικουρικό κεφάλαιο 


Άρθρο 48 του σχεδίου νόμου για τα πιστωτικά ιδρύματα και το καθεστώς του Επικουρικού Κεφαλαίου


Με το άρθρο 48 του σχεδίου νόμου «Ενισχυμένα μέτρα εποπτείας και εξυγίανσης των Πιστωτικών Ιδρυμάτων - Ρύθμιση θεμάτων χρηματοπιστωτικού χαρακτήρα - Κύρωση της Σύμβασης - Πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και των τροποποιήσεών της και άλλες διατάξεις» που κατατέθηκε στις 1-9-2011 στη Βουλή, εισάγεται διάταξη με την οποία ουσιαστικά επιβάλλεται μερική παύση πληρωμών από το «Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης Ατυχημάτων από Αυτοκίνητα».
Δεν είναι αληθές το αναφερόμενο σε δημοσιεύματα και εκπομπές ότι νομοθετικός σκοπός της διάταξης είναι η περικοπή των αποζημιώσεων.
Η αλήθεια είναι ότι οι αποζημιώσεις παραμένουν ως έχουν πλην όμως το Επικουρικό Κεφάλαιο και μόνο παύει να καταβάλει αποζημιώσεις για χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη και για ψυχική οδύνη ενώ επιβάλλεται ανώτατο όριο 100.000 Ευρώ και μάλιστα με κλιμακωτή ποσόστωση για τις αποζημιώσεις επί των λοιπών αξιώσεων (πλην της ηθικής βλάβης και της ψυχικής οδύνης) που το Επικουρικό Κεφάλαιο καταβάλλει σε περιπτώσεις υποκατάστασης ασφαλιστή του οποίου ανακλήθηκε η άδεια ή πτώχευσε.
1. ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗΣ ΠΑΝΤΕΛΩΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ, ΤΗΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗΣ ΤΟΥ ΝΑ ΚΑΤΑΒΑΛΕΙ ΧΡΗΜΑΤΙΚΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΛΟΓΩ ΗΘΙΚΗΣ ΒΛΑΒΗΣ Η ΨΥΧΙΚΗΣ ΟΔΥΝΗΣ
1α. Τι σημαίνει για τους παθόντες η κατάργηση της υποχρέωσης του Επικουρικού Κεφαλαίου να αποζημιώνει ψυχική οδύνη και ηθική βλάβη παρότι προβλέπεται τέτοια αποζημίωση στον Αστικό Κώδικα (932 ΑΚ):
Παράδειγμα 1ο: Σε περίπτωση θανατηφόρου ατυχήματος τα ορφανά παιδιά, η χήρα, οι γονείς και όσοι εκ του Νόμου δικαιούνται ψυχικής οδύνης δεν θα λαμβάνουν καμία απολύτως αποζημίωση από το Επικουρικό Κεφάλαιο παρά μόνο για την κατασκευή του τάφου του προσφιλούς τους προσώπου, τις τυχόν υλικές ζημίες του οχήματος και για τυχόν αξιώσεις τους εκ διατροφής. Την χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη θα δικαιούνται να την αναζητήσουν μόνο από τον υπαίτιο αν αυτός δεν είναι άγνωστος και αν έχει περιουσία
Παράδειγμα 2ο: Σε περίπτωση τροχαίου ατυχήματος ακόμη και με σοβαρότατο τραυματισμό, ο παθών ακόμη και αν έχει μείνει μόνιμα ανάπηρος δεν δικαιούται καμία αποζημίωση από το Επικουρικό Κεφάλαιο για την ηθική βλάβη που θα έχει υποστεί από τον τραυματισμό του, την οποία θα την αναζητήσουν από τον υπαίτιο αν αυτός δεν είναι άγνωστος και αν έχει περιουσία.
1β Τι σημαίνει για τους υπαίτιους οδηγούς η κατάργηση της υποχρέωσης του Επικουρικού Κεφαλαίου να αποζημιώνει ψυχική οδύνη και ηθική βλάβη παρότι προβλέπεται τέτοια αποζημίωση στον Αστικό Κώδικα (932 ΑΚ):
Τόσο σε περίπτωση θανατηφόρου ατυχήματος όσο και στις λοιπές περιπτώσεις ατυχημάτων ακόμη και με σοβαρότατο τραυματισμό, ο υπαίτιος οδηγός είτε είναι ανασφάλιστος κατά τον χρόνο του ατυχήματος ή ασφαλισμένος κατά τον χρόνο του ατυχήματος, αλλά η εταιρία του μεταγενεστέρως πτώχευσε ή ανακλήθηκε η άδειά της, υποχρεούται εξ ιδίων χρημάτων να αποζημιώσει στο σύνολό της την ψυχική οδύνη των συγγενών και την ηθική βλάβη του θύματος. 
1γ. Η εξαίρεση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και ψυχικής οδύνης από την αποζημίωση του Επικουρικού Κεφαλαίου είναι αντίθετη με το Κοινοτικό Δίκαιο.
Το άρθρο 1 παρ.4 εδ.α& της 84/5/ΕΟΚ Κοινοτικής Οδηγίας η οποία ρυθμίζει το καθεστώς του Επικουρικού Κεφαλαίου και η οποία ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο με το Π.Δ. 264/91 προβλέπει ρητά την υποχρέωση του Επικουρικού Κεφαλαίου να αποζημιώνει πλήρως τα θύματα τουλάχιστον εντός των ορίων της υποχρέωσης ασφάλισης. Κατά συνέπεια, εφόσον η υποχρέωση ασφάλισης καλύπτει και τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και ψυχικής οδύνης, δεν μπορεί το συγκεκριμένο κονδύλιο να εξαιρεθεί της υποχρέωσης αποζημίωσης του Επικουρικού Κεφαλαίου.
2. ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΠΙΒΟΛΗΣ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΟΡΙΟΥ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ αν ο υπαίτιος του ατυχήματος ήταν ασφαλισμένος σε εταιρία η οποία μεταγενεστέρως πτώχευσε ή ανακλήθηκε η άδειά της.
2α. Τι σημαίνει για τους παθόντες η επιβολή ανωτάτου ορίου αποζημίωσης από το Επικουρικό Κεφάλαιο αν ο υπαίτιος του ατυχήματος ήταν ασφαλισμένος σε εταιρία η οποία μεταγενεστέρως πτώχευσε ή ανακλήθηκε η άδειά της.
Στα ανωτέρω παραδείγματα, ακόμη και οι λοιπές (πλέον της ψυχικής οδύνης και της ηθικής βλάβης) αξιώσεις των συγγενών, κυρίως από στέρηση διατροφής (1ο παράδειγμα) και του παθόντα, κυρίως από στέρηση εισοδημάτων εκ της εργασίας του, οι οποίες αν είναι μόνιμα ανάπηρος αφορούν όλο το υπόλοιπο της ζωής του (2ο παράδειγμα), αποζημιώνονται πλέον μερικώς από το Επικουρικό Κεφάλαιο αν ο δράστης του ατυχήματος ήταν ασφαλισμένος σε εταιρία η οποία μεταγενεστέρως πτώχευσε ή ανακλήθηκε η άδειά της.
Συγκεκριμένα, επιβάλλεται ανώτατο όριο αποζημίωσης 100.000 Ευρώ για τις αξιώσεις αυτές του παθόντα, πλην όμως, ακόμη και αυτή η αποζημίωση δεν καλύπτεται πλήρως από το Επικουρικό Κεφάλαιο αλλά υπόκειται παντελώς αδικαιολόγητα και αυθαίρετα σε κλιμακωτή ποσόστωση ανάλογα με το ύψος της ζημίας και μάλιστα στα σοβαρότερα ατυχήματα το ποσό που θα καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι λίγο μεγαλύτερο από το ήμισυ της συνολικής αποζημίωσης.(π.χ. για ζημία έως 2.000 Ευρώ καταβάλλεται το 90% της αποζημίωσης από το Επικουρικό Κεφάλαιο, για ζημία από 10.001 Ευρώ έως 30.000 Ευρώ καταβάλλεται το 75% της αποζημίωσης, για ζημία από 60.001 έως 100.000 καταβάλλεται το 60% της αποζημίωσης κ.ο.κ.).
Το υπόλοιπο της αποζημίωσης που δεν θα καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο, τα θύματα και σε περίπτωση θανατηφόρου ατυχήματος, οι συγγενείς των θυμάτων θα δικαιούνται να τα αναζητήσουν από τον υπαίτιο οδηγό αν αυτός έχει περιουσία.
2β. Τι σημαίνει για τους υπαιτίους οδηγούς η επιβολή ανωτάτου ορίου αποζημίωσης από το Επικουρικό Κεφάλαιο αν η εταιρία στην οποία ήταν ασφαλισμένοι μεταγενεστέρως πτώχευσε ή ανακλήθηκε η άδειά της
Τόσο σε περίπτωση θανατηφόρου ατυχήματος όσο και στις λοιπές περιπτώσεις ατυχημάτων ακόμη και με σοβαρότατο τραυματισμό, ο υπαίτιος οδηγός παρότι ήταν ασφαλισμένος κατά τον χρόνο του ατυχήματος, παρότι δεν φέρει καμία ευθύνη για ένα εξωτερικό της βούλησης και δράσης γεγονός, όπως είναι η μεταγενέστερη πτώχευση ή ανάκλησης της άδειας της ασφαλιστικής του εταιρίας, τιμωρείται να καταβάλει το επιπλέον ποσό αυτού που θα καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο εξ ιδίων χρημάτων.
2γ. Η ρύθμιση με την οποία επιβάλλεται ανώτατο όριο αποζημίωσης από το Επικουρικό Κεφάλαιο αν ο υπαίτιος του ατυχήματος ήταν ασφαλισμένος σε εταιρία η οποία μεταγενεστέρως πτώχευσε ή ανακλήθηκε η άδειά της είναι αντισυνταγματική καθώς απαλλοτριώνονται μερικώς τα περιουσιακά δικαιώματα που ενσωματώνονται στην ασφάλιση, κατά παράβαση του άρθρου 17 του Συντάγματος, το οποίο προστατεύει και τα ενοχικά δικαιώματα, και του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ
2δ. Η επιβολή ανωτάτου ορίου αποζημίωσης του Επικουρικού Κεφαλαίου είναι αντίθετη με το Κοινοτικό Δίκαιο (84/5/ΕΟΚ Κοινοτική Οδηγία).
Ο εθνικός νομοθέτης δεν μπορεί να περιορίσει το ύψος της αποζημίωσης παρά μονάχα να προσδώσει ή όχι επικουρικό χαρακτήρα στην παρέμβαση του Επικουρικού Κεφαλαίου (δηλαδή αν μέρος της αποζημίωσης του θύματος καλύπτεται από ασφαλιστικό ταμείο τότε όπως συμβαίνει σήμερα το Επικουρικό Κεφάλαιο καταβάλλει το υπόλοιπο της δικαιούμενης αποζημίωσης
2ε..Η ρύθμιση με την οποία επιβάλλεται ανώτατο όριο αποζημίωσης από το Επικουρικό Κεφάλαιο αν ο υπαίτιος του ατυχήματος ήταν ασφαλισμένος σε εταιρία η οποία μεταγενεστέρως πτώχευσε ή ανακλήθηκε η άδειά της είναι προφανώς αυθαίρετη και παράνομη καθώς ο παθών θα έχει πληρώσει το σύνολο του δικαστικού ενσήμου για το σύνολο της αποζημίωσης που αιτείται είτε η αγωγή του είναι καταψηφιστική είτε αναγνωριστική (άρθρο 70 ν.3994/2011), αλλά θα λάβει από το Επικουρικό Κεφάλαιο μόνο ένα μέρος από τη δικαιούμενη αποζημίωση.
2στ. Η ρύθμιση με την οποία επιβάλλεται ανώτατο όριο αποζημίωσης από το Επικουρικό Κεφάλαιο αν ο υπαίτιος του ατυχήματος ήταν ασφαλισμένος σε εταιρία η οποία μεταγενεστέρως πτώχευσε ή ανακλήθηκε η άδειά της είναι νομοτεχνικά κακότεχνη. 
α. Ενώ στις περιπτώσεις του άγνωστου οδηγού και του ανασφάλιστου υπάρχει ρητή αναφορά στην παραγραφή, στην περίπτωση της ανάκλησης της άδειας ή πτώχευσης του ασφαλιστή δεν υπάρχει καμία αναφορά στην παραγραφή. Θα πρέπει και στην περίπτωση αυτή να αναφερθεί ότι η σχετική αξίωση υπόκειται στην κατά το άρθρο 10 παρ.2 παραγραφή.
β. Δεν διευκρινίζεται ως θα όφειλε αν το όριο αποζημίωσης (πλαφόν) είναι ανά ατύχημα ή ανά θύμα
Δεδομένου ότι πλέον στο Ελληνικό δίκαιο (άρθρο 33 παρ. 2 ν.3746/2009 (ΦΕΚ 27Α/6-2-2009) το οποίο τροποποίησε το άρθρο 6 παρ. 5 του ΠΔ 237/86 (κωδ. ν.489/1976).), κατ΄εφαρμογή Κοινοτικής Οδηγίας (υπ αριθμ. 2005/14/ΕΚ) οι αποζημιώσεις υπολογίζονται ανά θύμα και όχι ανά ατύχημα, θα έπρεπε και η συγκεκριμένη διάταξη να εναρμονίζεται με την νομοθετική αυτή κατεύθυνση.
3. ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΤΑΞΗΣ.
3α. Παράδειγμα Από την αναδρομικότητα της διάταξης καταλαμβάνονται ατυχήματα τα οποία έχουν συμβεί μέχρι τη τυχόν δημοσίευση της σχετικής ρύθμισης ακόμη και αν έχουν συζητηθεί σε πρώτο και σε δεύτερο βαθμό, ακόμη και αν τα θύματα έχουν εξετασθεί από πραγματογνώμονες ιατρούς που όρισε το δικαστήριο, ακόμη και αν έχουν μεσολαβήσει 10 και 12 χρόνια από το ατύχημα και δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, ακόμη και αν έχει κερδηθεί σε νομικό επίπεδο η υπόθεση στον Άρειο Πάγο και επανεξετάζεται από το Εφετείο ως δικαστήριο παραπομπής, κ.ο.κ.
3β. Η αναδρομική εφαρμογή που προβλέπει η συγκεκριμένη διάταξη είναι αντισυνταγματική και δεν μπορεί να εφαρμοσθεί από τα Δικαστήρια καθώς με την αναδρομή ο νομοθέτης παρεμβαίνει στην απονομή της δικαιοσύνης, προσκρούει δε στην πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου η οποία προβλέπει ότι απαγορεύεται η αναδρομικότητα του νόμου όταν προσβάλλει κεκτημένα δικαιώματα κατά το άρθρο 17 του Συντάγματος στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα ενοχικά δικαιώματα όπως είναι οι αξιώσεις του παθόντα από τροχαίο ατύχημα (ΟλΑΠ 6/2007, ΑΠ 1939/2009).
Κατά συνέπεια καμία διάταξη δεν μπορεί να έχει εφαρμογή για τροχαία ατυχήματα που συνέβησαν προ της δημοσίευσής της στην ΕτΚ.
4. Η ΡΥΘΜΙΣΗ ΘΑ ΠΡΟΚΑΛΕΣΕΙ ΣΩΡΕΙΑ ΔΙΚΩΝ ΚΑΙ ΘΑ ΟΔΗΓΗΣΕΙ ΣΤΟΝ ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟ ΤΟΥ ΟΓΚΟΥ ΤΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΥΛΗΣ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΒΑΡΥΝΣΗ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ, θυμάτων και υπαιτίων.
Η συγκεκριμένη ρύθμιση, όχι μόνο δεν θα βοηθήσει στην αποσυμφόρηση των δικαστηρίων αλλά θα πολλαπλασιάσει τον όγκο της δικαστικής ύλης, καθώς για ένα ατύχημα θα ανοίγονται περισσότερες της μίας δίκες με πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης και ανακοπές κατ αυτών, δίκες για προσωπική κράτηση, δίκες για συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας του υπαίτιου οδηγού, ποινικές δίκες κατά του υπαιτίου καθώς τα θύματα πλέον δεν θα δηλώνουν ότι δεν επιθυμούν ποινική δίωξη του υπαιτίου κατά το άρθρο 315 Ποινικού Κώδικα κλπ. 
5.Τα υπαρκτά προβλήματα του Επικουρικού Κεφαλαίου δεν επιλύονται με την μερική παύση πληρωμών των «δανειστών» του που στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι τραπεζίτες, αλλά μία ιδιαίτερα αδύναμη κοινωνικά και οικονομικά ομάδα πολιτών που απαρτίζεται κατά κύριο λόγο από ανάπηρους εξ αυτοκινητικών ατυχημάτων και από ορφανά, χήρες και γονείς θυμάτων τροχαίων ατυχημάτων.
Είναι αδιανόητο το κράτος να παρεμβαίνει κατά τέτοιο προστατευτικό τρόπο υπέρ ενός νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, οι δε ρυθμίσεις αυτές δεν απορρέουν από υποχρεώσεις της χώρας μας για τη μείωση δημοσίων δαπανών.
Η λύση των προβλημάτων του Επικουρικού Κεφαλαίου απαιτεί πολιτική βούληση για ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών στην ασφαλιστική αγορά και αύξηση των πόρων του Επικουρικού Κεφαλαίου από τα ασφάλιστρα των συμβολαίων αστικής ευθύνης από τροχαία ατυχήματα, καθώς και από την πάταξη του διαρκώς διογκούμενου φαινομένου των ανασφάλιστων οχημάτων.
Καταλήγοντας, η προτεινόμενη ρύθμιση είναι αντισυνταγματική, αντίκειται στο Κοινοτικό Δίκαιο, είναι άδικη και κοινωνικά ανάλγητη καθώς τιμωρούνται τα θύματα αλλά και οι ασφαλισμένοι τροχαίων ατυχημάτων, υπάρχει δε κίνδυνος να γίνει προπομπός και υπόδειγμα και αντίστοιχων ρυθμίσεων που θα αφορούν μετά το Επικουρικό Κεφάλαιο, και τις ασφαλιστικές εταιρίες.
Είναι προφανές ότι επιστρέφουμε στο καθεστώς προ του 1976, οπότε εισήχθηκε ο νόμος περί υποχρεωτικής ασφάλισης οχημάτων (ν. 489/76) και τα τροχαία ατυχήματα και οι αποζημιώσεις εξ αυτών μετατρέπονται και πάλι σε νομική και οικονομική ζούγκλα με εν δυνάμει θύματα όλους του Έλληνες πολίτες που τυχόν εμπλακούν σε τροχαίο ατύχημα.

Ηλίας Ι. Κλάππας
Δικηγόρος Πειραιά
Μέλος Δ.Σ. Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά

ΕΛΕΝΗ ΜΕ ΠΛΑΓΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ newsletters prev1

legal bank

Newsletter

ΚΑΛΑΘΙ ΑΓΟΡΩΝ

Το καλάθι σας είναι άδειο.