210 9824002 | 6977 000 500 | Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.   |

Ο κίνδυνος απαξίωσης του θεσμού της ηθικής βλάβης και οι προοπτικές αναβάθμισης του - Ερμηνεία της έννοιας ΕΥΛΟΓΟ

 

Υπό Γεωργίου Αμπατζή 
 

 

Δικηγόρου ε.τ.

 

Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, με την οποία θεσπίζεται το δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησης εκείνου ο οποίος προσβλήθηκε στα έννομα αγαθά του είτε με τη μορφή της ηθικής βλάβης είτε με τη μορφή της ψυχικής οδύνης, απασχόλησε κατά το εντελώς πρόσφατο παρελθόν τη νομολογία του Αρείου Πάγου και μάλιστα επανειλημμένα. Η ενασχόληση αυτή του Ακυρωτικού με το εν λόγω ζήτημα της μη περιουσιακής ζημίας αποδεικνύει τη ρευστότητα ενός θεσμού, ο οποίος επηρεάζεται άμεσα, ίσως περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο θεσμό του αστικού δικαίου, όχι μόνο από τις κοινωνικοοικονομικές εξελίξεις αλλά και από τις εναλλασσόμενες αξιολογικές παραστάσεις που επικρατούν στην κοινωνία και των οποίων άμεσος δέκτης οφείλει να είναι ο δικαστής. Παράλληλα όμως αυτή η ενασχόληση φανερώνει και την ευαισθησία, τη γνώση και τη λεπτή προσέγγιση με την οποία ο εφαρμοστής του δικαίου οφείλει να χειρίζεται τα θέματα της επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω της ιδιαιτερότητας αυτού του θεσμού. Η ιδιαιτερότητα αυτή συνίσταται στο γεγονός ότι ο εν λόγω θεσμός δεν παρουσιάζει τη σταθερότητα και την «μαθηματική» σχεδόν αντιστοιχία μεταξύ της ζημίας και της αποκατάστασής της που υπάρχει στην περίπτωση της περιουσιακής ζημίας. Αντίθετα εδώ, δηλαδή στην περίπτωση της μη περιουσιακής ζημίας, καλείται ο ίδιος ο δικαστής να χρησιμοποιήσει σε μεγάλο εύρος αξιολογικά στοιχεία και να τα εντάξει μέσα στο πλαίσιο που του έχει ορίσει ο νομοθέτης, ώστε να καταλήξει στο αντίστοιχο συμπέρασμα. Η πρώτη ευχάριστη εξέλιξη στη νομολογία του Αρείου Πάγου αφορά τον προσδιορισμό του όρου «οικογένεια» του άρθρου 932 εδαφ. γ΄του ΑΚ, δηλαδή την περίπτωση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης. Το ζήτημα που απασχόλησε αυτό το δικαστήριο ήταν αν ο προσδιορισμός του κύκλου των προσώπων τα οποία αποτελούν την οικογένεια, συνιστά «πρόκριμα», το οποίο επιλύεται με βάση τις διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου στο οποίο παραπέμπουν οι σχετικές διατάξεις του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου ή αν ο προσδιορισμός αυτός γίνεται άμεσα από το ελληνικό δίκαιο. Έτσι, ενώ με την υπ αριθ 3/2007 απόφαση αυτού του δικαστηρίου υιοθετήθηκε η πρώτη άποψη η οποία και φάνηκε να παγιώνεται με σειρά αποφάσεών του που επακολούθησαν και που υιοθέτησαν την ίδια θέση, δύο χρόνια αργότερα εκδόθηκαν άλλες αποφάσεις, οι οποίες ανέτρεψαν την προηγούμενη νομολογία και υιοθέτησαν τη δεύτερη θέση. Την οριστική λύση στο ζήτημα αυτό έδωσε η υπ αριθ. 10/2011 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου η οποία, ομόφωνα και με σύμφωνη εισαγγελική πρόταση, ακολούθησε την τελευταία αυτή θέση και μάλιστα δέχθηκε ότι για τον προσδιορισμό του κύκλου των προσώπων που απαρτίζουν την οικογένεια του θανόντος εφαρμόζεται άμεσα το ελληνικό δίκαιο χωρίς να υπάρχει ανάγκη προσφυγής στις διατάξεις του ελληνικού διεθνούς δικαίου, άποψη που είχαν υιοθετήσει με την ίδια ακριβώς διατύπωση και δύο προγενέστερες αποφάσεις αυτού του δικαστηρίου . Το δεύτερο ζήτημα με το οποίο επίσης επανειλημμένα ασχολήθηκε ο Άρειος Πάγος ήταν εάν η συνταγματικά προβλεπόμενη αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος) έχει άμεσο πεδίο εφαρμογής στην εύλογη χρηματική ικανοποίηση του άρθρου 932 του ΑΚ και επομένως αν η αρχή αυτή λαμβάνεται υπόψη απευθείας από το δικαστή ή αν αυτή απευθύνεται μόνο στον κοινό νομοθέτη. Το εν λόγω δικαστήριο με την υπ αριθ. 6/2009 απόφαση της Ολομελείας του δέχθηκε ότι η αρχή της αναλογικότητας δεν απευθύνεται άμεσα στον δικαστή, αλλά στον κοινό νομοθέτη και επομένως η παραβίασή της από τον δικαστή της ουσίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης. Πολύ σημαντική και με ενδιαφέρουσα επιχειρηματολογία είναι η άποψη της μειοψηφίας τεσσάρων μελών αυτού του δικαστηρίου, τα οποία υιοθετούν την εντελώς αντίθετη άποψη. Οι δικαστές αυτοί δέχονται συγκεκριμένα ότι η αρχή της αναλογικότητας απευθύνεται, εκτός από το νομοθέτη, και στον δικαστή και ότι επομένως η παραβίασή της ιδρύει τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔικ. Τη θέση της πλειοψηφίας έχουν ακολουθήσει τόσο προγενέστερες όσο και μεταγενέστερες αποφάσεις αυτού του δικαστηρίου . Την άποψη εξάλλου της μειοψηφίας είχε δεχτεί παλαιότερα η υπ αριθ. 132/2006 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου . Παράλληλα με τη νομολογιακή επεξεργασία του ζητήματος αυτού υπήρξε και γόνιμη σχετική ενασχόληση στη νομική φιλολογία, από θεωρητικούς οι οποίοι προχώρησαν σε διατύπωση συγκροτημένων σκέψεων και προτάσεων για την επιτυχή επίλυση του εν λόγω προβλήματος . Είναι σημαντικό και πρέπει να τονισθεί ότι όλες οι πάρα πάνω αποφάσεις του Αρείου Πάγου, αλλά και το μεγαλύτερο μέρος των σχετικών μελετών αναφέρονται στο ζήτημα που αφορά και η παρούσα μελέτη, δηλαδή τον προσδιορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης του άρθρου 932 ΑΚ, με τη διαφορά ότι σ’αυτές το ζήτημα εξετάζεται από τη σκοπιά της εφαρμογής από τον δικαστή του συναφούς συνταγματικού όρου της αναλογικότητας . Το τρίτο ζήτημα το οποίο απασχόλησε πρόσφατα τους δικαστές του Ακυρωτικού ήταν ακριβώς ο νομικός χαρακτηρισμός του όρου εύλογο του άρθρου 932 του ΑΚ. Αν δηλαδή το περιεχόμενο αυτού του όρου αφήνεται στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, η κρίση του οποίου σχηματίζεται από την αξιολόγηση πραγματικών γεγονότων ή αν ο όρος αυτός αποτελεί αόριστη νομική έννοια, η οποία χρειάζεται ερμηνευτική εξειδίκευση από το δικαστή, δηλαδή αν σχηματίζεται εκτός από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και από αντίστοιχη αξιολογική κρίση. Η πρακτική συνέπεια που απορρέει από τις δύο διαφορετικές αυτές απόψεις είναι ότι κατά μεν την πρώτη δεν υπάρχει υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια, οπότε και δεν υπάρχει περιθώριο ελέγχου της σχετικής κρίσης του δικαστή της ουσίας από τον Άρειο Πάγο, ενώ κατά την δεύτερη άποψη υπάρχει υπαγωγή αυτού του πορίσματος στη νομική έννοια της «εύλογης» χρηματικής ικανοποίησης και επομένως η κρίση του δικαστή ελέγχεται αναιρετικά. Η θέση που υιοθετούσε ο Άρειος Πάγος μέχρι πρόσφατα, ειδικά στο ζήτημα της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης του άρθρου 932 του ΑΚ, ήταν ότι η σχετική κρίση περιέχει μόνο εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, άρα δεν γεννάται και ζήτημα υπαγωγικού συλλογισμού, ενώ στη θεωρία υποστηριζόταν η αντίθετη άποψη, όπως θα καταδειχθεί από την ανάλυση που ακολουθεί πάρα κάτω. Πρόσφατα όμως το ίδιο δικαστήριο με την υπ αριθ. 1178/2009 απόφασή του παρέπεμψε στην Ολομέλεια, να κριθεί από αυτήν ως ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, αν η ηθική βλάβη και η εύλογη χρηματική ικανοποίηση αποτελούν αόριστες νομικές έννοιες, η εξειδίκευση των οποίων υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Η παραπομπή αυτή του εν λόγω ζητήματος στην Ολομέλεια, η απόφαση της οποίας αναμένεται, καταδεικνύει ακριβώς την αγωνία ίσως και την ανησυχία των δικαστών του Τμήματος που αποφάσισε την παραπομπή για την αρνητική εξέλιξη που παρατηρείται στη νομολογία των πρωτοβάθμιων κυρίως δικαστηρίων ως προς το ζήτημα των επιδικαζόμενων ποσών χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Η αρνητική αυτή εξέλιξη εντοπίζεται κυρίως στις περιπτώσεις των τροχαίων ατυχημάτων, όχι όμως και στις άλλες περιπτώσεις όπου επιδικάζεται χρηματική ικανοποίηση, (όπως π.χ. στο εργατικό ατύχημα κλπ. ), στα οποία τροχαία ατυχήματα τα επιδικαζόμενα ποσά είναι τόσο χαμηλά, ώστε οδηγούν σε πλήρη απαξίωση του θεσμού, όπως θα καταδειχθεί από τις αποφάσεις που αναφέρονται πάρα κάτω. ΙΙ. ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ Α.

...

ΕΛΕΝΗ ΜΕ ΠΛΑΓΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ newsletters prev1

legal bank

Newsletter

ΚΑΛΑΘΙ ΑΓΟΡΩΝ

Το καλάθι σας είναι άδειο.