210 9824002 | 6977 000 500 | Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.   |

Τροχαίο Ατύχημα με συγκλίνουσα υπαιτιότητα γνωστού και αγνώστου οχήματος - Ευθύνη Επικουρικού Κεφαλαίου

Τροχαίο Ατύχημα με συγκλίνουσα υπαιτιότητα  γνωστού και αγνώστου οχήματος 
Ευθύνη Επικουρικού Κεφαλαίου Απορριπτομένου του ισχυρισμού περί επικουρικότητας της ευθύνης του

1. Το Επικουρικό Κεφάλαιο υπό την ευρεία έννοια λειτουργεί ως ασφαλιστής αστικής ευθύνης του ζημιογόνου οχήματος, σε όλες τις περιπτώσεις ευθύνης του, όπως αυτές καθορίζονται περιοριστικά από το νόμο, (βλ. άρθρο 19 παρ. 1, περ. α΄ β΄ γ΄, δ΄  σε συνδυασμό με  άρθρα  16 και 17 του ν. 489/1976 (ΠΔ 237/1986), με σκοπό την κάλυψη των θυμάτων των αυτοκινητικών ατυχημάτων, όταν αυτά είτε δεν δύνανται εκ των πραγμάτων, είτε με δυσχέρεια δύνανται να ικανοποιηθούν από τον υπόχρεο σε αποζημίωση. Συγκεκριμένα η θεμελίωση της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου σε ατυχήματα, όταν αυτός που υπέχει ευθύνη παραμένει άγνωστος (κατ΄ άρθρο 19 περίπτωση α΄ του Ν. 489/1976) δικαιολογείται από την μέριμνα της πολιτείας, όταν το ατύχημα έχει σοβαρές συνέπειες (θανάτωση, σωματικές κακώσεις) να καλύψει τα θύματα, τα οποία άλλως δεν δύνανται να ικανοποιηθούν (αφού οι υπόχρεοι παραμένουν  άγνωστοι).   Στην περίπτωση αυτή η ευθύνη του  Επικουρικού Κεφαλαίου διατηρείται ακόμα και όταν το ατύχημα οφείλεται στη ΣΥΓΚΛΙΝΟΥΣΑ ΥΠΑΙΤΙΟΤΗΤΑ ή ΑΙΤΙΟΤΗΤΑ δύο αυτοκινήτων, από τα οποία ο  οδηγός του ενός είναι άγνωστος, ενώ αντιθέτως είναι γνωστός ο οδηγός του άλλου αυτοκινήτου, το οποίο δυνατό να είναι και ασφαλισμένο.

  2. Από τον ίδιο  Νόμο δεν δύναται να συναχθεί ότι αποκλείεται η ευθύνη του  Επικουρικού Κεφαλαίου, για μόνο το λόγο ότι  είναι γνωστά τα ευθυνόμενα πρόσωπα του άλλου αυτοκινήτου. Τούτο προϋποθέτει σαφή νομοθετική καθιέρωση αυστηρής επικουρικής ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου. Προς τούτο δεν αρκεί μόνο η ονομασία του οργανισμού ως Επικουρικού Κεφαλαίου.  Ο Ν. 489/1976 δεν καθιερώνει τέτοια αυστηρή επικουρική ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου,  υπό την έννοια ότι τότε μόνο ευθύνεται τούτο, αν ο παθών δεν δύναται να ικανοποιηθεί από άλλον υπεύθυνο.     Αντίθετη προς τη ρύθμιση της αυστηρής επικουρικότητας είναι η ρύθμιση του εδ. β΄ της παρ.1 άρθρου 19 Ν.489/1976, κατά την οποία μολονότι είναι γνωστά τα πρόσωπα του οδηγού, κατόχου και ιδιοκτήτη του ζημιογόνου, πλην ανασφάλιστου αυτοκινήτου, παρόλα αυτά θεμελιώνεται κατά νόμο ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου. Άλλωστε άποψη τυχόν αποκλεισμού της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου στην άνω περίπτωση θα είχε ως αποτέλεσμα ολόκληρη η ευθύνη του να επιρρίπτεται αποκλειστικά στον άλλο γνωστό  υπεύθυνο του ατυχήματος, έστω και αν ο τελευταίος μόνο σε μικρό ποσοστό συνέβαλε στο ατύχημα, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης θα βάρυνε τον άγνωστο οδηγό. Υπό την αντίθετη αυτή εκδοχή δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει ο μηχανισμός της αναγωγής μεταξύ πλειόνων συνυπόχρεων, που καθιερώνεται από την  ΑΚ 927, ώστε μέσω αυτής να κατανεμηθεί η ζημία μεταξύ των πλειόνων υπόχρεων.      Επομένως, όταν το ατύχημα οφείλεται σε συντρέχουσα υπαιτιότητα αμφοτέρων των οδηγών, δηλαδή τόσο του οδηγού του άγνωστου, όσο και του γνωστού αυτοκινήτου, στην περίπτωση αυτή ευθύνεται εις ολόκληρον (άρθ. 926 ΑΚ), τόσο το Επικουρικό Κεφάλαιο (διότι υπάρχει υπαιτιότητα και του οδηγού του άγνωστου οχήματος), όσο και ο ασφαλιστής του γνωστού αυτοκινήτου. Ο παθών τρίτος δικαιούται να εναγάγει και τους δύο (Επικουρικό Κεφάλαιο και ασφαλιστική εταιρεία) και εάν ικανοποιηθεί εξ ολοκλήρου, είτε από τον ασφαλιστή είτε από  το Επικουρικό Κεφάλαιο, θα δύναται στη συνέχεια ο καταβάλων και ικανοποιήσας τον παθόντα, να κινήσει την διαδικασία της δίκης αναγωγής του άρθρου 927 ΑΚ, για κατανομή μεταξύ τους της αποζημίωσης, ανάλογο με το ποσοστό της συμβολής, στην επέλευση του ατυχήματος, του οδηγού του άγνωστου  οχήματος  

  3. Στην προκειμένη περίπτωσω αναιρείται κατ΄ άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, η εφετειακή απόφαση που έκρινε ότι επί  εμπλοκής στο ατύχημα ασφαλισμένου και ανασφάλιστου οχήματος δεν γεννάται ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου, αλλά, ότι, έναντι του παθόντος, ευθύνεται μόνον ο οδηγός και ο ιδιοκτήτης του ασφαλισμένου στην ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία, καθώς και η τελευταία και ότι, κατά συνέπεια, εάν η τελευταία ικανοποιήσει τον παθόντα, δεν έχει κατά νόμο δικαίωμα αναγωγής, κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, προκειμένου να κατανεμηθεί  μεταξύ τους η ζημία από το δικαστήριο στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 927 ΑΚ.

Απόφ. ΑΠ 81/2012 Προεδρεύων : Σπυρίδωνας Ζιάκας Εισηγητής : Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου Μέλη : Παναγιώτης Ρουμπής - Βασίλειος Λαμπρόπουλος - Μιλτιάδης Σπυρόπουλος Δικηγόροι : Ιωάννης Παπαδόπουλος - Γεώργιος Μανουσάκης

Σχόλια – Παρατηρήσεις

1) βλ. ομοίως  ΑΠ 375/2001 ΕΣυγκΔ 2002/176,  όπου  παραπέμπει η ανωτέρω υπ΄ αριθ. 81/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, βλ. ΕφΑθ 4378/1999 ΕλλΔνη 2000/464.

2) Αφετηρία της κρινόμενης υπόθεσης ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου, αποτέλεσαν αγωγές (αναγωγές) της ασφαλιστικής εταιρίας στα πλαίσια των διατάξεων των άρθρων  926 (ζημία επί πλειόνων)  927 ΑΚ (αναγωγή μεταξύ αυτών)  του ασφαλισμένου από αυτήν ------ ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο ενεπλάκη στο ένδικο  τροχαίο ατύχημα, συνεπεία του οποίου τραυματίστηκε ο επιβαίνων στο ανασφάλιστο ------ ΙΧΕ δίκυκλο μοτοποδήλατο, στρεφόμενες κατά του ευθυνόμενου από το νόμο Επικουρικού Κεφαλαίου. Με τις αγωγές της αξίωνε η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία να υποχρεωθεί το εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο, λόγω συνυπαιτιότητας  στην επέλευση του ατυχήματος και του οδηγού του ανασφάλιστου  μοτοποδηλάτου στο οποίο επέβαινε ο παθών, όπως τούτο κρίθηκε τελεσίδικα με την υπ΄ αριθ. 1717/2002 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, να της καταβάλει  (ενάγουσα), ποσοστό 90%, το οποίο είναι ανάλογο προς τη βαρύνουσα τον οδηγό του ανασφάλιστου μοτοποδηλάτου συνυπαιτιότητα, από το συνολικό ποσό της αποζημίωσης, την οποία η ενάγουσα κατέβαλε στον παθόντα.

3) Η  προμνησθείσα προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου δέχθηκε ως μη νόμιμες τις αγωγές της ενάγουσας και ήδη  αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Επικουρικού Κεφαλαίου, καθόσον κατά τις παραδοχές της «επί εμπλοκής  στο ατύχημα ασφαλισμένου και ανασφάλιστου οχήματος δεν γεννάται ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου, αλλά, ότι, έναντι του παθόντος, ευθύνεται μόνον ο οδηγός και ο ιδιοκτήτης του ασφαλισμένου στην ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία, καθώς και η τελευταία και ότι, κατά συνέπεια, εάν η τελευταία ικανοποιήσει τον παθόντα, δεν έχει κατά νόμο δικαίωμα αναγωγής, κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, προκειμένου να κατανεμηθεί  μεταξύ τους η ζημία από το δικαστήριο στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 927 ΑΚ».  Κατά την άποψη μας ορθώς αναιρέθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, καθώς η κρίση της αυτή είναι όλως εσφαλμένη, προκλητική, καταστρατηγώντας κάθε έννοια δικαίου,  και κατά πλημμελή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κανόνων του  ουσιαστικού  δικαίου  (άρθρα 16, 17, 19 του Ν. 489/1976, και 926, 927 του ΑΚ), και επιπρόσθετα και των διατάξεων του  Συντάγματος   (άρθρο 4 παρ.1, που ορίζει ότι : «Οι Ελληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου»  και άρθρο 20 παρ.1, που ορίζει: ότι «Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σε αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντα του, όπως ο νόμος ορίζει», αλλά και των υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεων της Ε.Σ.Δ.Α (άρθρο 6 παρ.1, που συνιστά στοιχείο της ευρύτερης έννοιας της δίκαιης δίκης, και ορίζει ότι: «Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα  όπως η υπόθεση του ακουσθεί από το δικαστήριο και δικαστεί δικαίως, βλ. ΣτΕ 3651/2002 ό.π  Ευρωπαικό Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Ανθρώπου- (ΕΣΔΑ), βλ. Πλατάκος κατά Ελλάδος, 11/1/2001 παρ. 47), και άρθρο 6 παρ.2), ως και της διατάξεως του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α (κυρώθηκε  μαζί με τη Σύμβαση με το ΝΔ 53/1974 και έχει σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (βλ. ΟλΑΠ 48/1998, ΟλΣτΕ 542/1999 ΕΔΚΑ 1999, 337, ΟλΣτΕ 2274/1997 ΕΔΚΑ 1998,323), που  ορίζει ότι: «Πάν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας τους. Ουδείς δύναται να στερηθεί της περιουσίας αυτού, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις  δεν θίγουν το δικαίωμα παντός Κράτους, όπως θέσει εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων».Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται  όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα «περιουσιακής φύσεως» και τα κεκτημένα  «οικονομικά δικαιώματα». Έτσι, καλύπτονται τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα απαιτήσεις, είτε αναγνωριστικές με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο,  ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά, κατά την πάγια νομολογία του Ευρωπαικού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (βλ.  Pressos Compania Naviera S.A  κ.ά κατά Βελγίου, (Α332) (1995) παράγρ. 28 επ.,  Pine Valley Development).  Είναι αυτονόητο, ότι κατά την έννοια  των ανωτέρω διατάξεων, η αρχή της ισότητας των διαδίκων, που συνιστά ειδική εκδήλωση της αρχής της ισότητας, επιβάλλει την ίση μεταχείριση  τους από τους νόμους που προσδιορίζουν τους όρους και τις συνέπειες της άσκησης του δικαιώματος για την παροχή δικαστικής προστασίας. Συνεπώς, διατάξεις νόμων με τις οποίες αναγνωρίζεται υπέρ ενός διαδίκου ευνοϊκή μεταχείριση όσον αφορά το ανωτέρω δικαίωμα με αποτέλεσμα να τίθεται αυτός σε πλεονεκτικότερη εκείνης άλλου διαδίκου, είναι  ανίσχυρες (βλ. Ολ ΣτΕ 2807/2002,  ΟλΑΠ 24/2004).   

4)  Περαιτέρω, η ανωτέρω υπ΄ αριθ. 81/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Κρήτης,  δέχεται  ορθά στη μείζονα πρότασή του δικανικού της συλλογισμού, αφενός μεν ότι το Επικουρικό Κεφάλαιο υπό την ευρεία έννοια λειτουργεί ως ασφαλιστής αστικής ευθύνης του ζημιογόνου οχήματος σε όλες τις προβλεπόμενες από το νόμο περιπτώσεις ευθύνης του (άρθρο 19 παρ. 1, περ. α΄ β΄ γ΄, δ΄,  σε συνδ.  με  άρθρα  16 και 17 του ν. 489/1976 (ΠΔ 237/1986), και άρθρα 926 και 927 ΑΚ),   και αφετέρου ότι, η ευθύνη του διατηρείται και στην περίπτωση συγκλίνουσας υπαιτιότητας ή αιτιότητας γνωστού ασφαλισμένου οχήματος και αγνώστου οχήματος (άρθρο 19 παρ. 1α Ν. 489/1976), καθώς και στην περίπτωση που διαπραγματεύεται, ήτοι της συγκλίνουσας υπαιτιότητας ή αιτιότητας γνωστού ασφαλισμένου οχήματος και αγνώστου οχήματος. Επί πλέον ορθά δέχεται ότι ο αποκλεισμός της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου δεν μπορεί να συναχθεί από το νόμο, λόγω του ότι είναι γνωστά τα ευθυνόμενα πρόσωπα του άλλου αυτοκινήτου. Περαιτέρω κατά τις ορθές παραδοχές της η επικουρική ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου προϋποθέτει σαφή νομοθετική καθιέρωση αυστηρής επικουρικής ευθύνης του,  και δεν αρκεί μόνο η ονομασία του  οργανισμού ως Επικουρικού Κεφαλαίου. Με βάση λοιπόν τις παραπάνω ορθές παραδοχές της, αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Κρήτης, διότι το δικάσαν Εφετείο παραβίασε  ευθέως τις προμνησθείσες διατάξεις του ουσιαστικού  δικαίου (ΑΚ 926, 927 του ΑΚ) τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ ήταν εφαρμοστέες στην ένδικη υπόθεση, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 17, 19 του Ν. 489/1976, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και υπέπεσε στην αποδιδόμενη, από το άρθρο 559 αριθ. 1  ΚΠολΔ πλημμέλεια.  

  5) Είναι αυτονόητο ότι, η ανωτέρω εκτενής και ευέλικτη  ανάλυση της ανωτέρω αποφάσεως του Αρείου Πάγου (81/2012),  δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφιβολίας, ούτε καν το ελάχιστο, για τον καίριο ρόλο που διαδραματίζει η νομολογία του Ανώτατου  Δικαστηρίου μας στην εξέλιξη του Δικαίου και της απονομής της δικαιοσύνης, αναφορικά με την ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου το οποίο υπό την ευρεία έννοια λειτουργεί και ευθύνεται ως ασφαλιστής αστικής ευθύνης του ζημιογόνου οχήματος, σε όλες περιπτώσεις ευθύνης του που προβλέπονται από το νόμο. Επί πλέον, οι νομικές παραδοχές του Αρείου Πάγου με την ανωτέρω απόφασή του, περί της λειτουργίας και ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου «ως ασφαλιστή», προστατεύει το συνταγματικό δικαίωμα παροχής εννόμου προστασίας του πολίτη, ενώ εναρμονίζεται τόσο με τις ανωτέρω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου όσο και με τις διατάξεις του Συντάγματος (άρθρα 4 παρ.1, 20 παρ. 1) αλλά με τις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ)  (άρθρου 6 παρ.1, 2) καθώς και του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης αυτής. Τούτο διότι, διατάξεις με τις οποίες αναγνωρίζεται υπέρ ενός διαδίκου ευνοϊκή μεταχείριση όσον αφορά το δικαίωμα της ίσης μεταχείρισης, με αποτέλεσμα να τίθεται αυτός σε θέση πλεονεκτικότερη εκείνης άλλου διαδίκου, είναι ανίσχυρες διότι αποκλείουν της εφαρμογής τους τον τελευταίο αυτό διάδικο, και δεν προκύπτει ότι υφίσταται κάποιος λόγος δημοσίου συμφέροντος που να καθιστά ανεκτή τη διαφοροποίηση αυτή, και χωρίς την καταβολή αποζημίωσης που να βρίσκεται σε εύλογη αναλογία με την αξία της περιουσίας, η στέρηση της ιδιοκτησίας συνιστά συνήθως υπερβολική προσβολή, που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, ενόψει του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου.   Ταυτόχρονα δικαιώνει πλήρως τις επί σειρά ετών θέσεις  και απόψεις του νομικού μας περιοδικού, ότι το Επικουρικό Κεφάλαιο λειτουργεί και ευθύνεται όπως και ο ασφαλιστής,  απολαμβάνοντας όλα τα προνόμια (ουσιαστικού δικαίου, δικονομικού δικαίου κλπ) του τελευταίου και δεν τίθεται θέμα εφαρμογής «επικουρικότητας» της ευθύνης του, δοθέντος ότι αυτό ιδρύθηκε και  συστάθηκε από το νόμο, με σκοπό την πληρέστερη προστασία των θυμάτων  αυτοκινητικών ατυχημάτων.  

Κείμενο Απόφ. ΑΠ 81/2012

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ    1) Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 26-9-2009 (κυρία) αίτηση αναίρεσης της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "AIG GREECE - ΕΛΛΑΣ Α.Ε." κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου και η από 26-11-2010 (επικουρική) αίτηση αναίρεσης του Επικουρικού Κεφαλαίου κατά του  Χ1, με την οποία ζητά, εάν ευδοκιμήσει η κυρία αναίρεση και αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου, με την οποία κρίθηκε απορριπτέα, ως μη νόμιμη, η κυρία αγωγή (αναγωγή) της νυν κυρίως αναιρεσείουσας, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί το εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο να καταβάλει σ' αυτήν εκ του ποσού που κατέβαλε στον παθόντα τρίτο, του οποίου ο τραυματισμός οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου στην ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία αυτοκινήτου, καθώς και του οδηγού του ανασφαλίστου δικύκλου μοτοποδηλάτου, το ποσό που αναλογεί στο ποσοστό συνυπαιτιότητας του τελευταίου, τότε να γίνει δεκτή και η επικουρική αναίρεση του Επικουρικού Κεφαλαίου, ώστε να ερευνηθεί από το Εφετείο και η παρεμπίπτουσα - εξ αναγωγής αγωγή αυτού κατά του οδηγού του ανασφαλίστου οχήματος Χ1. Οι δύο αυτές αναιρέσεις (κυρία και επικουρική) πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της μεταξύ τους συναφείας προς διευκόλυνση και επιτάχυνση της διεξαγωγής της δίκης (άρθ. 246 ΚΠολΔ).    2) Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 11225/27-12-2010 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω στην αρχή της παρούσας αναφερομένη δικάσιμο επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος στον αναιρεσίβλητο (Χ1). Επομένως, εφ' όσον αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.     Από τη διάταξη του άρθρου 16 του Ν. 489/1976 ορίζεται ότι "συνίσταται με το νόμο αυτό νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Επικουρικό κεφάλαιο ασφάλισης ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων" και συντετμημένα "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" το οποίο τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Υπουργείου Εμπορίου, εδρεύει στην Αθήνα και διέπεται από τις διατάξεις του νόμου αυτού". Κατά το επόμενο άρθρο 17 του ίδιου νόμου σκοπός του Επικουρικού Κεφαλαίου είναι η καταβολή ασφαλιστικής αποζημίωσης για αστική ευθύνη από αυτοκινητικά ατυχήματα κατά τα ειδικότερον οριζόμενα στο άρθρο 19". Περαιτέρω κατά το άρθρο 19 του ίδιου νόμου "το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν την κατά την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού αποζημίωση λόγω θανάτωσης, σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών από αυτοκινητικά ατυχήματα όταν: α) αυτός που υπέχει ευθύνη παραμένει άγνωστος. Στην περίπτωση αυτή όμως δεν υπάρχει υποχρέωση αποζημίωσης λόγω υλικών ζημιών, β) το ατύχημα προήλθε από αυτοκίνητο ως προς το οποίο δεν έχει εκπληρωθεί η κατά το άρθρο 2 υποχρέωση, γ) το ατύχημα προήλθε από αυτοκίνητο οδηγούμενο από πρόσωπο που προκάλεσε από πρόθεση το ατύχημα, 4) ο ασφαλιστής πτώχευσε, η σε βάρος του εκτέλεση απέβη άκαρπη ή ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης ένεκα παραβάσεως νόμου". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι καθορίζονται περιοριστικά στο νόμο οι περιπτώσεις ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου, το οποίο υπό την ευρεία έννοια επιτελεί λειτουργία ασφαλιστή αστικής ευθύνης του ζημιογόνου αυτοκινήτου που σκοπό έχει να καλύψει τα θύματα των αυτοκινητικών ατυχημάτων, όταν αυτά είτε δεν δύνανται εκ των πραγμάτων είτε με δυσχέρεια δύνανται να ικανοποιηθούν από τον υπόχρεο σε αποζημίωση. Στην υπό στοιχείο (α) περίπτωση η θεμελίωση ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου δικαιολογείται από τη μέριμνα της πολιτείας, όταν το ατύχημα έχει σοβαρές συνέπειες (θανάτωση, σωματικές κακώσεις) να καλύψει τα θύματα, τα οποία άλλως δεν δύνανται να ικανοποιηθούν αφού οι υπόχρεοι παραμένουν άγνωστοι. Η ευθύνη αυτή του Επικουρικού Κεφαλαίου στην υπό στοιχείο (α) περίπτωση διατηρείται και στην περίπτωση που ένα ατύχημα με τις παραπάνω σοβαρές συνέπειες οφείλεται στη συγκλίνουσα υπαιτιότητα ή αιτιότητα δύο αυτοκινήτων, από τα οποία ο οδηγός του ενός είναι άγνωστος, ενώ, αντιθέτως, είναι γνωστός ο οδηγός του άλλου αυτοκινήτου, το οποίο δυνατό να είναι και ασφαλισμένο. Από το νόμο δεν δύναται να συναχθεί ότι αποκλείεται η ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου για μόνο το λόγο ότι είναι γνωστά τα ευθυνόμενα πρόσωπα του άλλου αυτοκινήτου. Τούτο προϋποθέτει σαφή νομοθετική καθιέρωση αυστηρής επικουρικής ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου. Προς τούτο δεν αρκεί μόνο η ονομασία του Οργανισμού ως Επικουρικού Κεφαλαίου. Ο Ν. 489/1976, δεν καθιερώνει τέτοια αυστηρή επικουρική ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου υπό την έννοια ότι τότε μόνο ευθύνεται τούτο, αν ο παθών δεν δύναται να ικανοποιηθεί από άλλον υπεύθυνο. Αντίθετη προς τη ρύθμιση της αυστηρής επικουρικότητας είναι η ρύθμιση του εδ. β' της παρ. 1 αρθ. 19 Ν. 489/1976, κατά την οποία μολονότι είναι γνωστά τα πρόσωπα του οδηγού, κατόχου και ιδιοκτήτη του ζημιογόνου, πλην ανασφάλιστου αυτοκινήτου, παρόλα αυτά θεμελιώνεται κατά το νόμο ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου. Άλλωστε άποψη τυχόν αποκλεισμού της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου στην άνω περίπτωση θα είχε ως αποτέλεσμα ολόκληρη η ευθύνη να επιρρίπτεται αποκλειστικά στον άλλο γνωστό υπεύθυνο του ατυχήματος έστω και αν ο τελευταίος μόνο σε μικρό ποσοστό συνέβαλε στο ατύχημα, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης θα βάρυνε τον άγνωστο οδηγό. Υπό την αντίθετη αυτή εκδοχή δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει ο μηχανισμός της αναγωγής μεταξύ πλειόνων συνυποχρέων που καθιερώνεται από την ΑΚ 927, ώστε μέσω αυτής να κατανεμηθεί η ζημία μεταξύ των πλειόνων υποχρέων. Επομένως, όταν το ατύχημα οφείλεται σε συντρέχουσα υπαιτιότητα αμφοτέρων των οδηγών, δηλαδή τόσο του οδηγού του άγνωστου, όσο και του γνωστού αυτοκινήτου, στην περίπτωση αυτή ευθύνεται εις ολόκληρον (αρθ. 926 ΑΚ), τόσο το Επικουρικό Κεφάλαιο (διότι υπάρχει υπαιτιότητα και του οδηγού του άγνωστου οχήματος), όσο και ο ασφαλιστής του γνωστού αυτοκινήτου (ΑΠ 375/2001). Ο παθών τρίτος δικαιούται να εναγάγει και τους δύο (Επικουρικό Κεφάλαιο και ασφαλιστική εταιρεία) και εάν ικανοποιηθεί εξ ολοκλήρου είτε από τον ασφαλιστή είτε από το Επικουρικό Κεφάλαιο, θα δύναται στη συνέχεια ο καταβάλων και ικανοποιήσας τον παθόντα, να κινήσει τη διαδικασία της δίκης αναγωγής του άρθ. 927 ΑΚ, για κατανομή μεταξύ τους της αποζημίωσης, ανάλογα με το ποσοστό της συμβολής, στην επέλευση του ατυχήματος, του οδηγού του αγνώστου οχήματος.

  Στην προκειμένη περίπτωση, το δικάσαν Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι δεν ήταν νόμιμες οι αγωγές της ενάγουσας - νυν αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας κατά του εναγόμενου - νυν αναιρεσιβλήτου Επικουρικού Κεφαλαίου, με τις οποίες επεκαλείτο ότι, όπως κρίθηκε τελεσίδικα με την υπ' αριθμ. 1717/2002 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, η επέλευση του τροχαίου ατυχήματος, που συνέβη την 3-12-1996 και από το οποίο τραυματίσθηκε ο Ψ1, συνεπιβάτης του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δικύκλου μοτοποδηλάτου, οφείλετο σε συντρέχουσα υπαιτιότητα τόσο του Φ1, οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, που ήταν ασφαλισμένο στην ενάγουσα-αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, όσο και του Χ1, οδηγού του ως άνω δικύκλου μοτοποδηλάτου, το οποίο ήταν ανασφάλιστο και ζητούσε, μετά τον περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο-αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο, ευθυνόμενο κατά το νόμο, λόγω συνυπαιτιότητας στην επέλευση του ατυχήματος και του οδηγού του ανασφαλίστου αυτοκινήτου, υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα ποσοστό 90%, το οποίο είναι ανάλογο προς τη βαρύνουσα τον οδηγό του ανασφάλιστου δικύκλου συνυπαιτιότητα, από το συνολικό ποσό της αποζημίωσης, την οποία η ενάγουσα κατέβαλε στον ως άνω παθόντα. Στήριξε δε την απορριπτική του κρίση το δικάσαν Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση στο ότι, επί εμπλοκής στο ατύχημα ασφαλισμένου και ανασφάλιστου οχήματος, δεν γεννάται ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου, αλλά ότι, έναντι του παθόντος, ευθύνεται μόνον ο οδηγός και ιδιοκτήτης του γνωστού αυτοκινήτου, του ασφαλισμένου στην ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία, καθώς και η τελευταία και ότι, κατά συνέπεια, εάν η τελευταία ικανοποιήσει τον παθόντα, δεν έχει κατά νόμο δικαίωμα αναγωγής, κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, προκειμένου να κατανεμηθεί μεταξύ τους η ζημία από το δικαστήριο, στα πλαίσια της διατάξεως του άρθ. 927 ΑΚ. Σημειωτέον ότι η απόφαση του Αρείου Πάγου (807/1986) στην οποία παραπέμπει το δικάσαν Εφετείο, προς θεμελίωση της ως άνω απορριπτικής κρίσεώς του αφορά άλλο ζήτημα και συγκεκριμένα αφορούσε αγωγή του ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, με την οποία ζητούσε την καταψήφιση του τελευταίου στο ποσό της αποζημίωσης, την οποία ο ενάγων θα κατέβαλε στον παθόντα τρίτο, εξαιτίας του αυτοκινητικού ατυχήματος, το οποίο προκάλεσε με το αυτοκίνητό του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο σε ασφαλιστική εταιρεία που κηρύχθηκε σε πτώχευση και στη θέση της υπεισήλθε το Επικουρικό Κεφάλαιο.   Επομένως, με το να κρίνει έτσι το δικάσαν Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ως άνω, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δη των αρθ. 926, 927 ΑΚ, τις οποίες δεν εφήρμοσε, ενώ ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση καθώς και τις διατάξεις των αρθ. 17,  19 του Ν. 489/1976, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και υπέπεσε στην αποδιδόμενη, με τον δεύτερο λόγο, από το αρθ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια.   Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η (κυρία) αίτηση αναίρεσης της ασφαλιστικής εταιρείας "AIG GREECE - ΕΛΛΑΣ Α.Ε.", κατά τον δεύτερο λόγο αυτής και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 276/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Β) Επί της από 26-11-2010 (επικουρικής) αίτησης αναίρεσης του Επικουρικού Κεφαλαίου.

  Όταν ορίζεται από το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, προδήλως εννοεί τους διαδίκους που μετέσχον στην αναιρετική δίκη μεταξύ των οποίων διεξάγεται κατά παραπομπή η νέα δίκη ενώπιον του Εφετείου. Δεν περιλαμβάνονται και οι διάδικοι εκείνοι οι οποίοι δεν μετέσχον στην αναιρετική δίκη, έστω και αν μετέσχον στην εφετειακή δίκη στα πλαίσια άλλης συνεκδικασθείσης εφέσεως. Ως προς τους διαδίκους αυτούς υπάρχει δεδικασμένο από την τελεσίδικη απόφαση, η οποία μπορεί να έχει καταστεί και αμετάκλητη, γιατί παρήλθε η προς άσκηση αναιρέσεως προθεσμία του νόμου. Η μη επέκταση αυτή της αναιρέσεως και σε μη μετασχόντα στην αναιρετική δίκη διάδικο ισχύει και στην περίπτωση που ενώπιον του Εφετείου είχε ασκηθεί από τον ηττηθέντα εναγόμενο έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως και επίσης είχε ασκηθεί από τον νικήσαντα διάδικο (ενάγοντα) επικουρική έφεση κατά άλλου εναγομένου για την περίπτωση που η έφεση του πρώτου εναγόμενου ήθελε γίνει δεκτή με αποτέλεσμα την εντελή ως προς αυτόν απόρριψη της αγωγής. Αν η πρώτη παραπάνω έφεση γίνει κατ' ουσίαν δεκτή και απορριφθεί έναντι αυτού η αγωγή, αλλά γίνει δεκτή η επικουρική έφεση του ενάγοντος και κατά της εφετειακής αποφάσεως ασκήσει αναίρεση ο εφεσίβλητος ως προς τον οποίο έγινε δεκτή η επικουρική έφεση, η οποία γίνεται δεκτή και αναιρείται η απόφαση του Εφετείου, τα αποτελέσματα της αναιρέσεως περιορίζονται μόνο μεταξύ των διαδίκων της αναιρετικής δίκης, μεταξύ των οποίων θα διεξαχθεί η νέα δίκη ενώπιον του Εφετείου. Η αναίρεση δεν επεκτείνεται και στο κεφάλαιο της εφετειακής αποφάσεως που αφορά τη γενόμενη δεκτή έφεση του πρώτου εναγομένου. Αν το Εφετείο ως δικαστήριο της μετά την αναίρεση παραπομπής επεκτείνει την έρευνά του και διαλάβει στην απόφασή του δυσμενή διάταξη και για τον πρώτο εφεσίβλητο που δεν μετέσχε στην αναιρετική δίκη υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθ. 559 αρ. 18 ΚΠολΔ. Ο ενάγων μπορεί να προστατευθεί στην παραπάνω περίπτωση, εφόσον ασκήσει από την πλευρά του επικουρική αναίρεση πλήττοντας την εφετειακή απόφαση για την περίπτωση για την περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτή η αναίρεση του αντιδίκου του.

  Στην προκειμένη περίπτωση, το δικάσαν Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, όπως ήδη προαναφέρθηκε, έκρινε ότι δεν ήταν νόμιμες οι αγωγές (αναγωγής) της ενάγουσας - νυν αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας κατά του εναγόμενου - νυν αναιρεσιβλήτου Επικουρικού Κεφαλαίου, με τις οποίες επεκαλείτο ότι, όπως κρίθηκε τελεσίδικα με την υπ' αριθμ. 1717/2002 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, η επέλευση του τροχαίου ατυχήματος, που συνέβη την 3-12-1996 και από το οποίο τραυματίσθηκε ο Ψ1, συνεπιβάτης του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δικύκλου μοτοποδηλάτου, οφείλετο σε συντρέχουσα υπαιτιότητα τόσο του Φ1, οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, που ήταν ασφαλισμένο στην ενάγουσα-αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, όσο και του Χ1, οδηγού του ως άνω δικύκλου μοτοποδηλάτου, το οποίο ήταν ανασφάλιστο και ζητούσε, μετά τον περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο - αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο, ευθυνόμενο κατά το νόμο, λόγω συνυπαιτιότητας στην επέλευση του ατυχήματος και του οδηγού του ανασφαλίστου αυτοκινήτου, υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα ποσοστό 90%, το οποίο είναι ανάλογο προς τη βαρύνουσα τον οδηγό του ανασφάλιστου δικύκλου συνυπαιτιότητα, από το συνολικό ποσό της αποζημίωσης, την οποία η ενάγουσα κατέβαλε στον ως άνω παθόντα. Και επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο ομοίως είχε αποφανθεί και είχε απορρίψει, ως μη νομίμως τις κρινόμενες κύριες αγωγές της ασφαλιστικής εταιρείας, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε κατ' ουσία, τόσο την έφεση, την ασκηθείσα από την ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία, καθώς και την επικουρική έφεση, την ασκηθείσα από το εναγόμενο - εφεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο, με την οποία ζητούσε για την περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτή η στρεφόμενη κατ' αυτού κύρια έφεση της ενάγουσας των αγωγών - αναγωγών, όπως εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και κατά το μέρος αυτής, με το οποίο απορρίφθηκε η παρεμπίπτουσα εξ αναγωγής αγωγή αυτού κατά του οδηγού του ανασφαλίστου αυτοκινήτου Χ1 και όπως γίνει δεκτή η τελευταία (παρεμπίπτουσα αγωγή).   Συνεπώς, το εναγόμενο της κύριας αγωγής και ενάγον της παρεμπίπτουσας αγωγής, το οποίο στη δίκη ενώπιον του Εφετείου ήταν εφεσίβλητο στην έφεση της ενάγουσας της κύριας αγωγής και εκκαλούν της επικουρικής έφεσης, έχει έννομο συμφέρον, με την ιδιότητα του ενάγοντος της παρεμπίπτουσας αγωγής και εκκαλούντος της επικουρικής έφεσης, να ασκήσει, κατά της εφετειακής απόφασης (με την οποία απορρίφθηκε η επικουρική έφεση του ενάγοντος της απορριφθείσας πρωτοδίκως παρεμπίπτουσας αγωγής του), επικουρική αναίρεση, με αίτημα, για την περίπτωση κατά την οποία γίνει δεκτή η ασκηθείσα αναίρεση της ενάγουσας της κύριας αγωγής και αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου κατά το μέρος που απέρριψε την έφεση της ενάγουσας της απορριφθείσας πρωτοδίκως κυρίας αγωγής της, να αναιρεθεί η ίδια απόφαση και κατά το μέρος που απέρριψε την επικουρική έφεση του ενάγοντος της απορριφθείσας πρωτοδίκως παρεμπίπτουσας αγωγής τους, έτσι, ώστε, εφόσον γίνει δεκτή και η παρεμπίπτουσα αγωγή, την οποία - επικουρική αναίρεση - ασκεί με τον μοναδικό λόγο της αναίρεσής του. Μετά δε την προαναφερθείσα επί της ουσίας παραδοχή της συνεκδικαζόμενης (κυρίας) αίτησης αναίρεσης της κυρίως ενάγουσας, συνακόλουθα πρέπει να γίνει δεκτή και η (επικουρική) αναίρεση του Επικουρικού Κεφαλαίου, κατά τον προαναφερθέντα (μοναδικό) λόγο αυτής, ως παραδεκτό και βάσιμο.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί  η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η δικαστική δαπάνη μεταξύ των αντιδίκων εκάστης αναίρεσης πρέπει να συμψηφισθεί, λόγω της δυσχέρειας ερμηνείας των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου (άρθ. 179 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 26-9-2009 και 26-11-2010 αιτήσεις αναίρεσης. Αναιρεί την 276/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Συμψηφίζει την μεταξύ των αντιδίκων μερών εκάστης αναίρεσης δικαστική δαπάνη.
Κρίθηκε ----------------------------------------

...

ΕΛΕΝΗ ΜΕ ΠΛΑΓΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ newsletters prev1

legal bank

Newsletter

ΚΑΛΑΘΙ ΑΓΟΡΩΝ

Το καλάθι σας είναι άδειο.