210 9824002 | 6977 000 500 | Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.   |

Η νομολογιακή αντιμετώπιση της καταστροφής πράγματος, ιδίως αυτοκινήτου (Μέρος Πρώτο)

 

Άρθρα - Απόψεις

 

Η νομολογιακή αντιμετώπιση

 

της καταστροφής πράγματος,

 

ιδίως αυτοκινήτου

 

(Μέρος Πρώτο)

 

Μια κριτική προσέγγιση των λύσεων της νομολογίας

 

 

 

Υπό

 

Κίμωνος Σαϊτάκη

 

Υποψηφίου Διδάκτορος Νομικής Αθηνών  

 

Δικηγόρου  

 

Υποτρόφου Ιδρύματος Ωνάση

 

 

 

Στην παρούσα μελέτη, η οποία θα δημοσιευθεί σε δύο μέρη, επιχειρείται μια τυποποίηση των παλαιόθεν παγιωμένων καθώς και των νεότερων θέσεων της νομολογίας σχετικά με την αποζημίωση επί καταστροφής πράγματος, οι οποίες παράλληλα υποβάλλονται σε κριτική επανεξέταση υπό το πρίσμα των αρχών που διέπουν το δίκαιο της αποζημίωσης. Ειδικότερα, στο πρώτο μέρος της μελέτης εξετάζονται η νομολογιακή αντιμετώπιση της καταστροφής καινούργιου πράγματος σε αντιδιαστολή με την καταστροφή παλαιού (μεταχειρισμένου) πράγματος και η προβληματική της λεγόμενης «καταστροφής υπό οικονομική έννοια», όταν δηλαδή η επισκευή του πράγματος είναι μεν δυνατή, αλλά θα απαιτήσει χρόνο και, κυρίως, δαπάνες, το ύψος των οποίων υπερβαίνει το κόστος για την αντικατάσταση του βλαβέντος με την προμήθεια ενός άλλου ισάξιου πράγματος.

 

 

 

Ι. Εισαγωγικά

 

 

 

Σε περιπτώσεις που η ζημία δεν εκφράζεται αμέσως σε ορισμένο χρηματικό ποσό, αλλά συνίσταται σε ολική καταστροφή ενός πράγματος (με την έννοια του ενσώματου αντικειμένου· βλ. ΑΚ 947), το πρωταρχικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο δικαστής είναι η χρηματική αποτίμηση της ζημίας, αφού η αποζημίωση παρέχεται καταρχήν σε χρήμα (ΑΚ 297 εδ. α΄). Σύμφωνα με την αρχή του συγκεκριμένου υπολογισμού της ζημίας, το χρηματικό ισάξιο της ζημίας που οφείλεται ως αποζημίωση εξευρίσκεται με την αποτίμηση της αξίας του καταστραφέντος πράγματος κατά τον χρόνο επέλευσης του ζημιογόνου γεγονότος. Η εφαρμογή όμως του γενικού αυτού κανόνα δεν είναι πάντοτε απλή υπόθεση, όπως θα φανεί από την ανάλυση που ακολουθεί.

 

Μελετώντας την άφθονη νομολογία που αντιμετωπίζει κυρίως το πρόβλημα της ζημίας σε αυτοκίνητα[1], παρατηρούμε ότι η βασική διάκριση, στην οποία προβαίνουν τα δικαστήριά μας, είναι μεταξύ καταστροφής υπό τεχνική και καταστροφής υπό οικονομική έννοια, ενώ δεν λείπουν και ενδιάμεσες περιπτώσεις[2]. Με αφετηρία τη διάκριση αυτή επιχειρείται στις γραμμές που ακολουθούν μια τυποποίηση των παλαιόθεν παγιωμένων καθώς και των νεότερων θέσεων της νομολογίας, οι οποίες παράλληλα υποβάλλονται σε κριτική επανεξέταση υπό το πρίσμα των αρχών που διέπουν το δίκαιο της αποζημίωσης.

 

 

 

ΙΙ. Καταστροφή υπό τεχνική έννοια

 

 

 

1. Έννοια: Ως καταστροφή (καθολική) νοείται η σωματική ή οικονομική εκμηδένιση του πράγματος ή αλλιώς η ζημία τέτοιου είδους και εκτάσεως, ώστε να μην είναι πλέον τεχνικώς δυνατή η αποκατάσταση των βλαβών. Στο πλαίσιο της ολικής καταστροφής υπό τεχνική έννοια γίνεται διάκριση μεταξύ καταστροφής καινούργιου και καταστροφής παλαιού (μεταχειρισμένου) πράγματος. Τη διάκριση αυτή θα θέσουμε ως αφετηρία των αναπτύξεών μας, αφού η αντιμετώπιση κάθε περίπτωσης ακολουθεί, όπως θα δούμε, διαφορετικούς κανόνες.

 

Πρέπει από τώρα να σημειωθεί ότι στην παρούσα μελέτη δεν θα ασχοληθούμε με τη μερική καταστροφή, η οποία αντιμετωπίζεται σε γενικές γραμμές όπως η επισκευάσιμη βλάβη του πράγματος. Κατά πάγια νομολογία σε περίπτωση μερικής καταστροφής, όταν προκλήθηκαν φθορές που μπορούν να αποκατασταθούν και δεν αίρουν τελείως τη χρησιμότητα του πράγματος, η θετική ζημία συνίσταται στο ποσό που απαιτείται για την αποκατάσταση των καταστραφέντων μερών και την επαναφορά του βλαβέντος πράγματος στην κατάσταση που αυτό βρισκόταν πριν από την επέλευση της ζημίας[3].

 

2. Καταστροφή καινούργιου πράγματος: Η απλούστερη περίπτωση αποτίμησης της ζημίας σε πράγμα είναι η καθολική καταστροφή καινούργιου πράγματος. Στην περίπτωση αυτή θα οφείλεται ως αποζημίωση η τιμή του πράγματος στην αγορά (αγοραία αξία), ώστε να μπορεί ο ζημιωθείς που θα λάβει την αποζημίωση να αγοράσει άλλο όμοιο πράγμα. Από την αγοραία αξία του πράγματος αφαιρείται η τυχόν αξία των υπολειμμάτων («σώστρων»), εκτός αν ο ζημιωθείς αποδώσει αυτά στον ζημιώσαντα. Πρέπει, πάντως, να σημειωθεί πως ακόμη και λίγες εβδομάδες να έχουν παρέλθει από την αγορά ενός αυτοκινήτου, μειώνεται αρκετά η αξία του σε σχέση με ένα καινούργιο[4].

 

Αν προκλήθηκαν σημαντικές ζημιές σε καινούργιο πράγμα, ιδίως αυτοκίνητο που έχει κυκλοφορήσει μόλις λίγες ημέρες, θα ήταν μάλλον ανεπιεικές να αξιωθεί από τον ιδιοκτήτη του να αρκεσθεί μόνο στην αποζημίωση που απαιτείται για τη διενέργεια επισκευών. Το δικαιολογημένο συμφέρον του κυρίου να διατηρηθεί το καινούργιο πράγμα σε άριστη κατάσταση για εύλογο χρονικό διάστημα από την αγορά του ενδέχεται να υπαγορεύει την αντιμετώπιση του βλαβέντος πράγματος ως ολικά κατεστραμμένου, παρόλο που είναι επισκευάσιμο. Πρόκειται για την περίπτωση της νόθου καθολικής καταστροφής[5]. Σε μια τέτοια περίπτωση ο ζημιωθείς θα μπορεί να απαιτήσει είτε ολόκληρη την αξία του πράγματος, παραδίδοντάς το στον ζημιώσαντα, είτε τη διαφορά μεταξύ της παραπάνω αξίας και του τιμήματος που έλαβε από την πώλησή του σε τρίτο πρόσωπο[6].

 

3. Καταστροφή παλαιού πράγματος: Επί καθολικής καταστροφής παλαιού πράγματος κρατεί από παλιά η άποψη ότι η ζημία και το διαφέρον που αντιστοιχεί σε αυτήν υπολογίζονται με βάση την αξία του πράγματος στην κατάσταση που βρισκόταν κατά τον χρόνο της καταστροφής και όχι με βάση τη δαπάνη που απαιτείται για την απόκτηση καινούργιου όμοιου πράγματος, διότι υπό την τελευταία εκδοχή ο ζημιωθείς θα απεκόμιζε και ωφέλεια, πράγμα που θα ήταν αντίθετο στην έννοια του διαφέροντος και τη διέπουσα αυτό γενική αρχή της αποκαταστάσεως του δανειστή στην προ του ζημιογόνου γεγονότος κατάσταση[7]. Με άλλα λόγια, η αποζημίωση περιορίζεται στην αξία που είχε το πράγμα κατά τον χρόνο επέλευσης του ζημιογόνου γεγονότος και δεν περιλαμβάνει ολόκληρη την αξία αγοράς καινούργιου όμοιου πράγματος, προς αποφυγή πλουτισμού του ζημιωθέντος. Η αξία ενός παλαιού πράγματος υπολογίζεται με βάση την τιμή κτήσεώς του, μειωμένη κατά το ποσοστό της φυσιολογικής φθοράς από τη χρήση του μέχρι το ζημιογόνο γεγονός[8]. Σε κάθε περίπτωση αφαιρείται και εδώ από το ποσό της αποζημίωσης η τυχόν αξία των υπολειμμάτων.

 

Η θέση αυτή της νομολογίας στηρίζεται στον αποκαταστατικό σκοπό της αποζημίωσης, ο οποίος επιβάλλει την καταβολή στον ζημιωθέντα της αξίας που έχασε με βάση τη θεωρία της διαφοράς. Αυτή συνίσταται όχι στην αγοραία αξία του καινούργιου -όμοιου με το καταστραφέν- πράγματος, αφού η αξία ενός πράγματος μειώνεται με την πάροδο του χρόνου και τη χρήση του, αλλά στην τιμή του μεταχειρισμένου στον ίδιο βαθμό πράγματος, ώστε να είναι δυνατή η επαναφορά των πραγμάτων στην προ του ζημιογόνου γεγονότος κατάσταση (πρβλ. ΑΚ 297 εδ. β΄) με την αγορά ενός τέτοιου μεταχειρισμένου πράγματος[9]. Εάν ο ιδιοκτήτης του μεταχειρισμένου πράγματος που καταστράφηκε ολοσχερώς αγοράσει καινούργιο πράγμα στη θέση του, η διαφορά αξίας μεταξύ του παλαιού και του καινούργιου πράγματος θα βαρύνει τελικά τον ίδιο[10].

 

Ενώ η λύση αυτή φαίνεται εύλογη στη συνηθέστερη περίπτωση της καταστροφής μεταχειρισμένου αυτοκινήτου, ενδέχεται να οδηγεί σε άκρως ανεπιεική για τον ζημιωθέντα αποτελέσματα, όταν δεν πωλούνται στην αγορά μεταχειρισμένα πράγματα όμοια με το καταστραφέν ή όταν η προμήθεια τέτοιων μεταχειρισμένων πραγμάτων θα προσέκρουε, ως εκ της φύσεως του καταστραφέντος πράγματος, στο συμφέρον του ζημιωθέντος[11]. Η αντιμετώπιση τέτοιων περιπτώσεων από τη νομολογία συνοψίζεται στο ακόλουθο απόσπασμα: «Όταν όμως η αγορά ενός ομοίου μεταχειρισμένου αντικειμένου δεν είναι δυνατή, διότι είτε δεν υπάρχει στην αγορά είτε προσκρούει αυτή σε άλλους λόγους, τότε η αποζημίωση θα υπολογισθεί καταρχήν με βάση την αξία του καινούργιου πράγματος, θα αφαιρεθεί όμως η διαφορά ανάμεσα στις αξίες του καινούργιου και του μεταχειρισμένου, ώστε να αποφευχθεί ο πλουτισμός του ζημιωθέντος»[12]. Είναι προφανές ότι η θέση αυτή οδηγεί στα ίδια ακριβώς αποτελέσματα με την πάγια θέση της νομολογίας, κατά την οποία η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση την αξία που είχε το πράγμα κατά τον χρόνο επέλευσης του ζημιογόνου γεγονότος και όχι την αξία αγοράς καινούργιου όμοιου πράγματος, γι’ αυτό και δεν μπορεί να θεωρηθεί πάντα ικανοποιητική[13].

 

Χαρακτηριστική περίπτωση αδυναμίας ανεύρεσης όμοιου μεταχειρισμένου πράγματος αντιμετώπισε η ΕφΠατρ 153/2006 (ΑχΝομ 2007, 37), η οποία εντούτοις επιδίκασε αποζημίωση για την καταστροφή του περιπτέρου της παθούσης με βάση την αξία που είχε αυτό κατά τον χρόνο του ατυχήματος. Μια τέτοια άκαμπτη προσέγγιση, εκκινώντας από την ανάγκη να αποτρέψει τον πλουτισμό του ζημιωθέντος, καταλήγει εντέλει σε μερική μόνο αποκατάσταση της ζημίας, αφού ο ζημιωθείς αναγκάζεται να πληρώσει εξ ιδίων μέρος της δαπάνης για την αγορά καινούργιου πράγματος στη θέση του καταστραφέντος, χωρίς να έχει άλλη επιλογή[14]. Ακόμη πιο εμφανείς καθίστανται οι αδυναμίες της παραπάνω προσέγγισης, στην υποθετική περίπτωση που ο ζημιωθείς δεν έχει τα χρήματα για να συμπληρώσει το απαιτούμενο ποσό και να προμηθευτεί ένα όμοιο καινούργιο αντικείμενο, οπότε θα αναγκαζόταν εκ των πραγμάτων να μείνει ανικανοποίητος. Τέτοια άδικα για τον ζημιωθέντα αποτελέσματα θα μπορούσαν ίσως να αποτραπούν, αν επιδικαζόταν αποζημίωση ίση με την αξία της δαπάνης που απαιτείται για την αναπλήρωση του δημιουργηθέντος στην περιουσία του ζημιωθέντος κενού (πρβλ. ΑΚ 297 εδ. β΄), ήτοι το χρηματικό ποσό που απαιτείται για την προμήθεια νέου πράγματος παρόμοιου με το καταστραφέν. Η νομική βάση για μια τέτοια προσέγγιση μπορεί να αναζητηθεί στη γενική ρήτρα περί καλόπιστης εκπλήρωσης των ενοχών (ΑΚ 288)[15].

 

 

 

ΙΙΙ. Οικονομική καταστροφή

 

 

 

1. Έννοια: Η λεγόμενη «οικονομική καταστροφή» δεν συνιστά κατά κυριολεξία καταστροφή με την έννοια που αναφέρθηκε παραπάνω, δηλαδή της σωματικής εκμηδένισης του πράγματος κατά τρόπο ώστε να μην είναι πλέον τεχνικώς δυνατή η αποκατάσταση των βλαβών. Αντίθετα, η επισκευή είναι μεν δυνατή, αλλά θα απαιτήσει χρόνο και, κυρίως, δαπάνες, το ύψος των οποίων -με συνυπολογισμό και της ενδεχόμενης μειώσεως της εμπορικής αξίας του αυτοκινήτου λόγω του ατυχήματος- υπερβαίνει το κόστος για την αντικατάσταση του βλαβέντος με την προμήθεια ενός άλλου ισάξιου πράγματος. Με άλλα λόγια, η κρίσιμη διαφορά μεταξύ καταστροφής υπό τεχνική και καταστροφής υπό οικονομική έννοια έγκειται στο ότι επί της πρώτης η αποκατάσταση των βλαβών είναι (τεχνικά) αδύνατη, ενώ επί της δεύτερης είναι (οικονομικά) ασύμφορη[16].

 

2. Όριο αποζημίωσης: Η έννοια της οικονομικής καταστροφής έχει διαπλασθεί από τη νομολογία κυρίως στο πεδίο των αυτοκινητικών ατυχημάτων. Σε περιπτώσεις προκλήσεως εκτεταμένων ή σοβαρών ζημιών σε αυτοκίνητο, η επιλογή του ιδιοκτήτη να το επισκευάσει περικλείει και ορισμένο κίνδυνο, ο οποίος συνίσταται στο να υπερβεί η δαπάνη αποκατάστασης των ζημιών την προ του ατυχήματος εμπορική αξία του αυτοκινήτου. Κατά πάγια νομολογία, ο ζημιωθείς μπορεί να αξιώσει τα έξοδα επισκευής του αυτοκινήτου του, μόνο στο μέτρο που αυτά δεν υπερβαίνουν την πριν από τη σύγκρουση αξία του αυτοκινήτου[17]. Όριο δηλαδή της αποζημίωσης είναι η προ του ζημιογόνου γεγονότος αξία του προσβληθέντος πράγματος[18] (χωρίς βέβαια να αποκλείεται η επιδίκαση του τυχόν διαφυγόντος κέρδους και άλλων πρόσθετων αξιώσεων, όπως θα εκτεθεί παρακάτω υπό Vκατά την αξία αυτή μειώθηκε η περιουσία του ιδιοκτήτη του[19]. Αν το κόστος επισκευής υπερβαίνει το παραπάνω όριο, το τυχόν επιπλέον θα μείνει τελικά σε βάρος του ιδιοκτήτη (casum sentit domimus). Προς την ίδια κατεύθυνση ωθεί και η σκέψη ότι το ελληνικό δίκαιο, σε αντίθεση με το γερμανικό (βλ. § 249 γερμΑΚ), δεν θέτει ως αφετηρία την αποκατάσταση της προηγούμενης κατάστασης (in natura αποζημίωση), αλλά προσανατολίζεται καταρχήν σε αποκατάσταση της χρηματικής αξίας, η οποία απωλέσθηκε (βλ. ΑΚ 297 εδ. α΄)[20].

 

Εάν ο ζημιωθείς έχει ήδη προβεί σε αποκατάσταση των βλαβών, πληρώνοντας εξ ιδίων ορισμένο χρηματικό ποσό σε συνεργείο αυτοκινήτων για τη διενέργεια των αναγκαίων εργασιών επισκευής και την προμήθεια των απαραίτητων ανταλλακτικών, οι σχετικές δαπάνες θα εμφανίζονται στην αγωγή του ως γενόμενες και θα ζητείται πιθανότατα η καταδίκη του ζημιώσαντος σε καταβολή ανάλογου χρηματικού ποσού. Σε περίπτωση που το επιλαμβανόμενο μιας τέτοιας αγωγής δικαστήριο διαπιστώσει ότι η δαπάνη επισκευής υπερβαίνει την προ του ατυχήματος εμπορική αξία του αυτοκινήτου (συνυπολογίζοντας ενδεχομένως και την μείωση της εμπορικής του αξίας συνεπεία του ατυχήματος), δέχεται ολική καταστροφή υπό οικονομική έννοια και περιορίζει την αιτούμενη αποζημίωση στην αξία που είχε το αυτοκίνητο κατά τον χρόνο του ατυχήματος.

 

Όπως ήδη αναφέρθηκε, η επιλογή του ζημιωθέντος να επισκευάσει το βλαβέν αυτοκίνητό του περικλείει τον κίνδυνο να επιβαρυνθεί τελικά ο ίδιος με μέρος της σχετικής δαπάνης. Προς αποφυγή του εν λόγω κινδύνου θα πρέπει ο ζημιωθείς, προτού σπεύσει να επισκευάσει το βλαβέν αυτοκίνητό του, να προβεί σε μια μικρή έρευνα, προκειμένου να επιλέξει τον οικονομικότερο τρόπο αποκατάστασης της ζημίας του. Συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση προκλήσεως σοβαρών ή εκτεταμένων ζημιών, σκόπιμη φαίνεται η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για τη διαπίστωση της τεχνικής δυνατότητας επισκευής του οχήματος και του προβλεπομένου κόστους της[21]. Ο ζημιωθείς που δεν μερίμνησε να διαπιστώσει το κόστος επισκευής θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι παραβαίνει το καθήκον[22] για περιορισμό της ζημίας που επιρρίπτει η ΑΚ 300 στους ώμους του.

 

Με βάση τις παραπάνω σκέψεις τα δικαστήριά μας, εάν αποδειχθεί ότι η αποκατάσταση των ζημιών του αυτοκινήτου του ζημιωθέντος δεν ήταν οικονομικά συμφέρουσα επειδή υπερέβαινε την ίδια την αξία του, περιορίζουν το ποσό της αποζημίωσης στην αξία που είχε το αυτοκίνητο πριν από τη σύγκρουση, χωρίς ωστόσο να ερευνούν τους λόγους που ώθησαν τον ζημιωθέντα να επιλέξει την οδό της επισκευής. Πολλές αποφάσεις μάλιστα επικαλούνται ευθέως την ΑΚ 300 για να δικαιολογήσουν τον παραπάνω περιορισμό της αποκαταστατέας ζημίας[23].

 

Αυτή η άκαμπτη στάση της νομολογίας αποβαίνει σε αρκετές περιπτώσεις εις βάρος του ζημιωθέντος ιδιοκτήτη του βλαβέντος αυτοκινήτου, ο οποίος καλείται να επομισθεί μέρος μιας ζημίας που, σύμφωνα με την εμπεριεχόμενη στις ΑΚ 914 και 297-298 αξιολόγηση, θα έπρεπε να μετακυλισθεί εξ ολοκλήρου στον υπαιτίως προκαλέσαντα αυτήν. Εκκινώντας από την -δικαιοδογματικά ορθή- αφετηρία ότι η μείωση της περιουσίας του ιδιοκτήτη του προσβληθέντος πράγματος αναφέρεται στην αξία που αυτό είχε πριν από την επέλευση της ζημίας, η νομολογία αυτή παραγνωρίζει ορισμένες ειδικότερες πτυχές του ζητήματος που είναι άξιες προσοχής, όπως ιδίως το δικαιολογημένο ενδιαφέρον του ιδιοκτήτη να επισκευάσει άμεσα το όχημά του (ιδίως εάν τούτο χρησιμοποιείται για επαγγελματικό σκοπό[24]), ή τη δυσχέρεια ανεύρεσης άλλου ομοειδούς και ισάξιου προς το βλαβέν πράγματος[25]. Η συνεκτίμηση τέτοιων ειδικών περιστάσεων θα μπορούσε να οδηγήσει -μέσω της εμπεριεχόμενης στην ΑΚ 288 γενικής ρήτρας- σε επιδίκαση ολόκληρου του ποσού που δαπάνησε ο ζημιωθείς για την επισκευή του οχήματός του[26].

 

Εξάλλου, εφόσον ο ζημιωθείς έχει ήδη προβεί σε επισκευή του οχήματός του, δαπανώντας ορισμένο χρηματικό ποσό για την αποκατάσταση της ζημίας, είναι πολύ αμφίβολο αν η επιδίκαση του τελευταίου αυτού ποσού, στο μέτρο που υπερβαίνει την αξία του οχήματος, θα οδηγούσε τελικά σε πλουτισμό του, όπως δέχονται τα δικαστήριά μας. Αμφίβολο είναι επίσης κατά πόσο εκπληρώνεται με τον περιορισμό της αποζημίωσης στο ύψος της εμπορικής αξίας του αυτοκινήτου ο αποκαταστατικός σκοπός της αποζημίωσης[27], δεδομένου ότι δεν αποδίδεται στον ζημιωθέντα ολόκληρο το ποσό που κατέβαλε για την αποκατάσταση της ζημίας του[28]. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι η αποκατάσταση της ζημίας με την προμήθεια ενός άλλου, ισάξιου με το ζημιωθέν, αυτοκινήτου ενδέχεται να απαιτεί τόσο χρόνο, ώστε να παρίσταται πλέον αυτή ως ασύμφορη (και όχι η επισκευή, η οποία ολοκληρώνεται συνήθως ταχύτερα). Ενδέχεται δηλαδή οι θετικές ζημίες ή/και τα διαφυγόντα κέρδη από τη στέρηση της χρήσης και εκμετάλλευσης του αυτοκινήτου, για το χρονικό διάστημα που απαιτείται προς ανεύρεση άλλου αυτοκινήτου της ίδιας κατάστασης και αξίας, να υπερβαίνουν τελικά όχι μόνο την αξία του αυτοκινήτου αλλά και αυτή τη δαπάνη επισκευής του[29].

 

Τα πράγματα είναι απλούστερα στην περίπτωση που η ζημία του ενάγοντος εμφανίζεται στο δικόγραφο της αγωγής ως μη-αποκατασταθείσα και ο τελευταίος αιτείται την καταβολή της απαιτούμενης δαπάνης για την αποκατάσταση των βλαβέντων μερών του ζημιωθέντος αυτοκινήτου, η οποία (δαπάνη) όμως αποδεικνύεται οικονομικά ασύμφορη[30]. Εν προκειμένω δεν υφίσταται ο κίνδυνος να πληρώσει εξ ιδίων ο ζημιωθείς μέρος της ζημίας, παρά μόνο στο μέτρο που δεν πωλούνται στην αγορά μεταχειρισμένα πράγματα όμοια με το καταστραφέν ή η προμήθεια τέτοιων μεταχειρισμένων πραγμάτων θα προσέκρουε, ως εκ της φύσεως του καταστραφέντος πράγματος, στο συμφέρον του ζημιωθέντος[31].

 

3. Έκταση της υπέρβασης: Ένα ειδικότερο ζήτημα που εντοπίζει κανείς, μελετώντας τη σχετική νομολογία, είναι η χάραξη του ακριβούς ορίου, πάνω από το οποίο μπορεί να γίνει λόγος για καταστροφή του πράγματος υπό οικονομική έννοια. Η πλειοψηφία των αποφάσεων, προκειμένου να δεχθεί οικονομική καταστροφή, απαιτεί το ύψος της δαπάνης επισκευής του αυτοκινήτου, με συνυπολογισμό και της μειώσεως της εμπορικής του αξίας, να «υπερβαίνει σημαντικά» το κόστος για την απόκτηση ενός άλλου ισάξιου αυτοκινήτου[32] ή -πράγμα που είναι κατ’ ουσίαν το ίδιο- η δαπάνη επισκευής να βρίσκεται σε «μεγάλη δυσαναλογία» με την αξία του[33]. Άλλες αποφάσεις, οριοθετώντας την έννοια της οικονομικής καταστροφής στη μείζονα πρότασή τους, κάνουν λόγο απλώς για υπέρβαση της αξίας του αυτοκινήτου από το κόστος επισκευής, παραλείποντας τους προαναφερθέντες ποσοτικούς επιθετικούς προσδιορισμούς[34].

 

Η χρήση τέτοιων εκφράσεων («υπερβαίνει σημαντικά», «μεγάλη δυσαναλογία» κλπ.) φαίνεται να υπονοεί ότι υπάρχει ένα εύλογο όριο, εντός του οποίου θα μπορούσε να θεωρηθεί ανεκτή (και άρα να μην οδηγήσει σε περιορισμό της αιτούμενης αποζημίωσης) η υπέρβαση της αξίας του αυτοκινήτου από το κόστος επισκευής. Ωστόσο, ελάχιστες είναι οι αποφάσεις που αποκαθιστούν πλήρως τη δαπάνη επισκευής, παρόλο που υπερβαίνει (έστω και για λίγο) την προ του ατυχήματος εμπορική αξία του αυτοκινήτου[35]. Σαφώς περισσότερες είναι εκείνες που δεν απαιτούν «σημαντική υπέρβαση» αλλά δέχονται οικονομική καταστροφή ακόμη και όταν το ύψος των δαπανών επισκευής είναι περίπου ίσο με το κόστος απόκτησης άλλου, ισάξιου με το ζημιωθέν, οχήματος[36]. Σε αρκετές μάλιστα περιπτώσεις, ενώ το κόστος επισκευής υπολείπεται καταρχήν της αξίας του αυτοκινήτου, το δικαστήριο διαπιστώνει καταστροφή υπό οικονομική έννοια συνυπολογίζοντας στη δαπάνη επισκευής τη μείωση της εμπορικής αξίας του αυτοκινήτου συνεπεία του ατυχήματος (δηλαδή τη λεγόμενη «εμπορική υπαξία»)[37]. Τέλος, δεν λείπουν και αποφάσεις, οι οποίες δέχονται οικονομική καταστροφή του αυτοκινήτου, παρόλο που το κόστος επισκευής, ακόμη και με συνυπολογισμό της εμπορικής υπαξίας, υπολείπεται της προ του ατυχήματος αγοραίας αξία του αυτοκινήτου[38]. Βαρύνοντα ρόλο στην εκτίμηση κάθε υπόθεσης παίζει οπωσδήποτε το αίτημα της αγωγής καθώς και οι προβληθέντες από τον εναγόμενο ισχυρισμοί.

 

4. Δικονομικά ζητήματα: Εφόσον το αίτημα του ενάγοντος κατευθύνεται στην αποκατάσταση του κόστους επισκευής[39] και διαπιστώνεται υπέρβαση της αξίας του αυτοκινήτου από το κόστος αυτό, ο δικαστής αυτεπάγγελτα -χωρίς να απαιτείται σχετικός ισχυρισμός του εναγόμενου- περιορίζει την αιτούμενη αποζημίωση στην προ του ατυχήματος αξία του αυτοκινήτου[40]. Η σχέση του κόστους επισκευής προς την αξία του πράγματος θα προκύπτει από τις αποδείξεις και θα αποτελεί αντικείμενο έρευνας του δικαστηρίου κατά το στάδιο του υπολογισμού της ζημίας. Συνήθως βέβαια το δικαστήριο θα λαμβάνει αφορμή προς τούτο από τους ισχυρισμούς του εναγομένου, οι οποίοι όμως δεν έχουν κατά δικονομική ακριβολογία τον χαρακτήρα ένστασης[41].

 

Στην αντίστροφη περίπτωση, όταν δηλαδή η αποκατάσταση των ζημιών του αυτοκινήτου είναι τεχνικώς δυνατή και η συνολική δαπάνη επισκευής -συνυπολογιζομένης και της μειώσεως της εμπορικής αξίας- είναι σαφώς μικρότερη από την αξία του αυτοκινήτου κατά το χρόνο του ατυχήματος, τούτο δεν μπορεί βεβαίως να θεωρηθεί ως ολικώς κατεστραμμένο υπό οικονομική έννοια και τυχόν αίτημα του ζημιωθέντος για επιδίκαση αποζημίωσης ίσης με την προ του ατυχήματος αγοραία αξία του αυτοκινήτου (με ταυτόχρονη παράδοση των υπολειμμάτων στον ζημιώσαντα) θα είναι απορριπτέο ως μη-νόμιμο[42]. Όπως όμως έχει -ορθώς- κριθεί, πρέπει στην περίπτωση αυτή να θεωρηθεί ότι περιέχεται σιωπηρώς στην αγωγή επικουρικό αίτημα αποζημιώσεως για επισκευάσιμη ζημία, χωρίς να μεταβάλλεται εκ τούτου η ιστορική βάση της αγωγής, δοθέντος ότι η μικρότερη βλάβη επισκευής δεν αποτελεί κάτι το διαφορετικό, αλλά απλώς κάτι το έλασσον σε σχέση με την ήδη αιτηθείσα μεγαλύτερη αποζημίωση για ολική καταστροφή του πράγματος[43].

 

 

 

 

 



[1] Στην παρούσα μελέτη εναλλάσσονται αδιακρίτως οι όροι «όχημα» και «αυτοκίνητο» προς υποδήλωση κάθε τροχήλατου πράγματος που κινείται με μηχανική δύναμη (βλ. τον εμπεριεχόμενο στο άρθρο 2 § 1 του ν. ΓϡΝ/1911 ορισμό).

[2] Χαρακτηριστική είναι η διατύπωση της ΕφΘεσ 2935/2005 Αρμ 60, 705: «Επειδή η ολοσχερής βλάβη ή καταστροφή του αυτοκινήτου και γενικά του οχήματος εμφανίζεται με δύο μορφές. Η μία είναι η τεχνική και η άλλη είναι η οικονομική. Στην πρώτη περίπτωση, λόγω της σφοδρότητας της συγκρούσεως ή γενικά του είδους και της εκτάσεως των βλαβών, αυτό έχει πάθει τέτοια παραμόρφωση ώστε ουσιαστικά δεν είναι πλέον τεχνικά δυνατή η αποκατάσταση των βλαβών. Στη δεύτερη περίπτωση, είναι μεν τεχνικά δυνατή η αποκατάσταση των βλαβών, πλην όμως είναι ασύμφορη, διότι αυτή θα απαιτήσει χρόνο και δαπάνες, το ύψος των οποίων, με συνυπολογισμό και της μειώσεως της εμπορικής αξίας του αυτοκινήτου, υπερβαίνει σημαντικά το κόστος για την απόκτηση ενός άλλου ισάξιου με το ζημιωμένο αυτοκίνητο».

[3] ΕφΑθ 1227/2008 ΕλλΔνη 49, 1460· ΕφΑθ 2930/2002 ΕλλΔνη 46, 181· ΕφΠειρ 430/2000 ΠειρΝομ 2000, 330· ΕφΑθ 3782/1998 ΕλλΔνη 41, 454· ΕφΑθ 2367/1994 ΕλλΔνη 36, 885· ΕφΑθ 10613/1990 ΕΕΝ 57, 512· ΕφΑθ 1112/1986 ΑρχΝ 37, 282. Ακόμη όμως και επί μερικής καταστροφής, δεν αποκλείεται η αποζημίωση να καθορισθεί κατά τις περιστάσεις με βάση την ολική αξία του πράγματος, εφόσον η μερική βλάβη εκτείνεται σε τέτοιον βαθμό, που να μη μπορεί το πράγμα, παρά την όποια επισκευή, να χρησιμοποιηθεί, εξαιτίας της καταστάσεως στην οποία περιήλθε (ΕφΑθ 10613/1990, ό.π.· ΕφΑθ 10396/1989 ΝοΒ 39, 403).

[4] ΜΠρΑθ 2831/2007 ΕφΑΔ 1, 804· βλ. και ΕφΑθ 1982/2004 Επιδικία 2006, 24· πρβλ. Β. Κυπραίο, Χρόνος υπολογισμού και τρόπος αποτιμήσεως της ζημίας, Δ 12, 542-543, ο οποίος προτείνει την εφαρμογή του περιορισμού των χιλίων χλμ., τον οποίο είχε διαμορφώσει η γερμανική νομολογία για την θεώρηση ενός αυτοκινήτου ως καινούργιου.

[5] Βλ. Κρητικό, Αποζημίωση από τροχαία ατυχήματα, 2008, σ. 467.

[6] Βλ. ΕφΑθ 1927/1998 (αδημ.), η οποία αφορούσε αυτοκίνητο 17 ημερών· ΜΠρΗρ 339/3230-413/192-31/2006 ΕΣυγκΔ 2006, 375, η οποία αφορούσε αυτοκίνητο ενός μηνός.

[7] ΑΠ 68/2005 ΕλλΔνη 46, 1395· ΑΠ 183/1991 ΕλλΔνη 33, 810· ΑΠ 2060/1983 ΝοΒ 33, 25· ΑΠ 1006/1977 ΕΕΝ 45, 281· ΕφΑθ 1227/2008 ΕλλΔνη 49, 1460· ΕφΚρήτ 427/2007 ΕλλΔνη 49, 223· ΕφΠατρ 153/2006 ΑχΝομ 2007, 37· ΕφΠατρ 1089/2004 ΑχΝομ 2005, 125· ΕφΑθ 781/2003 ΕλλΔνη 44, 1373· ΕφΑθ 2930/2002 ΕλλΔνη 46, 181· ΕφΑθ 6988/1994 ΕλλΔνη 38, 865· ΜΠρΛασιθ 103/2005 ΤΝΠ Nomos (μη νόμιμο το αίτημα του πρώτου ενάγοντος που αντιστοιχεί στην αξία του αγορασθέντος από αυτόν άλλου μεταχειρισμένου αυτοκινήτου).

[8] ΑΠ 290/1964 ΝοΒ 12, 798.

[9] Σημειώνεται πάντως ότι ο ζημιωθείς δεν υποχρεούται να διαθέσει την αποζημίωση που εισέπραξε για αποκατάσταση της ζημίας του (αγοράζοντας λ.χ. όμοιο μεταχειρισμένο πράγμα), ούτε -πολύ περισσότερο- να αγοράσει με ίδια μέσα άλλο όμοιο με το καταστραφέν πράγμα ή γενικώς να αποκαταστήσει πρώτα τη ζημία και στη συνέχεια να ζητήσει αποζημίωση (βλ. ΕφΑθ 4580/2006 TNΠ Nomos· ΕφΑθ 5897/2005 ΤΝΠ Nomos· ΕφΠειρ 664/2002 ΕλλΔνη 44, 203· ΕφΠειρ 621/1994 ΕΣυγκΔ 1995, 230).

[10] ΕφΑθ 10396/1989, ό.π.

[11] Ως παράδειγμα της τελευταίας περίπτωσης αναφέρει ο Σταθόπουλος (Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, 4η έκδ. 2004, § 9 αρ. 37) την καταστροφή μεταχειρισμένου ενδύματος. Βλ. επίσης ΕφΠατρ 1089/2004 ΤΝΠ Nomos, η οποία αφορούσε αυτοκίνητο κατάλληλα διασκευασμένο για την εκπαίδευση υποψηφίων οδηγών.

[12] ΑΠ 1833/1987 ΕΕΝ 56, 12· ΑΠ 1401/1986 ΝοΒ 35, 922· ΕφΑθ 3121/1987 ΕλλΔνη 29, 155· ΕφΑθ 10396/1989 ΝοΒ 39, 403· ΜΠρΘηβ 285/2003 ΕλλΔνη 45, 269.

[13] Έστω π.χ. μεταχειρισμένο πράγμα με αξία προ της καταστροφής 10 και αξία καινούργιου όμοιου πράγματος 15. Σε περίπτωση καταστροφής του, είτε υπολογίσουμε την αποζημίωση με βάση την αξία του κατά τον χρόνο της καταστροφής (10), είτε την υπολογίσουμε με βάση την αξία του καινούργιου πράγματος με αφαίρεση όμως της διαφοράς μεταξύ της αξίας του καινούργιου και της αξίας του μεταχειρισμένου [15 - (15-10)=10], στο ίδιο αποτέλεσμα καταλήγουμε.

[14] Αξίζει στο σημείο αυτό να αναφερθεί και η περίπτωση των δημοσίας χρήσεως επιβατικών αυτοκινήτων (ταξί), όπου για τη διατήρηση της άδειάς τους, πρέπει η αντικατάστασή τους να γίνει μόνο με καινούργιο (όχι μεταχειρισμένο) αυτοκίνητο (βλ. ΕφΠειρ 430/2000 ΠειρΝομ 2000, 330).

[15] Τούτο γίνεται πλέον δεκτό από την πλειοψηφία των συγγραφέων (βλ. αντί πολλών Απ. Γεωργιάδη, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο,1999, § 11 αρ. 33· Σταθόπουλο, ό.π., § 9 αρ. 38). Περί του ότι η ΑΚ 288 εφαρμόζεται και στις ενοχές από αδικοπραξία βλ. ΟλΑΠ 7/1997 ΝοΒ 45, 762· ΑΠ 713/2002 ΕλλΔνη 44, 783· ΑΠ 63/2000 ΕλλΔνη 41, 759· ΑΠ 1038/1998 ΕλλΔνη 39, 1590.

[16] Η έννοια της οικονομικής καταστροφής διαμορφώθηκε μάλλον υπό την επίδραση της διδασκαλίας για την «οικονομική αδυναμία παροχής» που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο της ενδοσυμβατικής ευθύνης. Τέτοια αδυναμία υφίσταται κατά την κρατούσα γνώμη, όταν η εκπλήρωση της παροχής είναι μεν θεωρητικά δυνατή, πλην όμως η πραγματοποίησή της απαιτεί δυσανάλογα υψηλές -σε σχέση με το αντικείμενο, τη βαρύτητα των συμφερόντων του δανειστή και τον σκοπό της ενοχής- οικονομικές θυσίες για τον οφειλέτη (βλ. Απ. Γεωργιάδη, ό.π., § 24 αρ. 5· Σταθόπουλο, ό.π., § 19 αρ. 57 επ.).

[17] Βλ. π.χ. ΕφΑθ 1115/2009 ΕλλΔνη 50, 1449· ΕφΛαμ 141/2008 Επιδικία 2008, 273· ΕφΛαμ 77/2007 ΕΣυγκΔ 2007, 454· ΕφΘεσ 1197/2006 ΕΣυγκΔ 2006, 344· ΕφΑθ 5897/2005 ΕΣυγκΔ 2006, 158· ΕφΘεσ 2935/2005 Αρμ 60, 705· ΕφΠατρ 348/2004 ΑχΝομ 2005, 609· ΕφΠατρ 205/2004 ΑχΝομ 2005, 601· ΕφΑθ 5675/2004 ΕΣυγκΔ 2005, 368· ΕφΑθ 2395/2003 ΑρχΝ 54, 729· ΕφΠειρ 80/2002 ΠειρΝομ 2002, 65· ΕφΠατρ 237/2001 ΑχΝομ 2002, 466.

[18] Η αξία αυτή θα αναφέρεται κατά κανόνα στο δικόγραφο της αγωγής, με την οποία ζητείται η αποκατάσταση της δαπάνης επισκευής, δεδομένου ότι χρησιμοποιείται μαζί με άλλα στοιχεία ως προσδιοριστικό στοιχείο της εμπορικής υπαξίας του αυτοκινήτου (βλ. ΕιρΔράμ 87/2002 Αρμ 57, 358).

[19] ΕφΘεσ 2935/2005 Αρμ 60, 705: «Η μείωση της περιουσίας του ιδιοκτήτη του κατεστραμμένου αυτοκινήτου αναφέρεται στην αξία που αυτό είχε πριν από την επέλευση της ζημίας».

[20] Το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει περαιτέρω είναι αν θα μπορούσε το δικαστήριο -κατόπιν σχετικού αιτήματος του ζημιωθέντος- να καταδικάσει τον ζημιώσαντα σε in natura αποκατάσταση της ζημίας (ΑΚ 297 εδ. β΄), ακόμη και αν το κόστος επισκευής υπερβαίνει την προ του ατυχήματος αξία του αυτοκινήτου. Με άλλα λόγια, το ζήτημα που προκύπτει από τη συνδυασμένη θεώρηση των ΑΚ 297 και 298 είναι κατά πόσο η οριοθέτηση, με βάση την αξία του προσβληθέντος πράγματος, της χρηματικής ποσότητας που πρέπει να επιδικασθεί ως αποζημίωση στον ζημιωθέντα, θέτει ενδεχομένως φραγμό και στην αυτούσια αποκατάσταση της ΑΚ 297 εδ. β΄. Η εκδοχή ότι δεν μπορεί να αποκατασταθεί παραπάνω αξία από αυτήν που είχε το πληγέν πράγμα ενισχύεται, νομίζω, από το γράμμα της ΑΚ 297, όπου η έμφαση δίνεται ξεκάθαρα στην παροχή χρηματικής αποζημίωσης και μάλιστα με έναν μονισμό που δεν φαίνεται να αφήνει πολλά περιθώρια διαφορετικής εκτίμησης (το β΄ εδάφιο ξεκινά με τη λέξη «αντί», πράγμα που υποδηλώνει ότι δεν προσανατολίζεται σε εναλλακτική δυνατότητα καθορισμού του ύψους της αποζημίωσης). Πράγματι, η ζημία στο δίκαιό μας γίνεται πρωτίστως αντιληπτή ως λογιστικό μέγεθος, δηλαδή ως ορισμένη χρηματικώς αποτιμούμενη αξία. Από την άλλη μεριά, η ΑΚ 298 έχει κατά κάποιον τρόπο παρακολουθηματικό χαρακτήρα σε σχέση με την ΑΚ 297: διευκρινίζει απλώς σε τι συνίσταται αυτή η αποζημίωση (μπορεί να συνίσταται σε αποκατάσταση θετικής ζημίας ή διαφυγόντος κέρδους). Προς το παρόν, πάντως, περιοριζόμαστε στις παραπάνω πρόχειρες σκέψεις, καθώς τυχόν εγγύτερη διερεύνηση του ζητήματος θα εξέφευγε των ορίων της παρούσας μελέτης. Αξίζει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι από την έρευνα της σχετικής νομολογίας δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός απόφασης που να αποφαίνεται επί τέτοιου αιτήματος αυτούσιας αποκατάστασης.

[21] Για το ζήτημα αν περιλαμβάνεται στην αποκαταστατέα ζημία η δαπάνη πραγματογνωμοσύνης βλ. εκτενώς παρακ. υπό V.1.

[22] Κατά νομική ακριβολογία πρόκειται για βάρος, δηλαδή για συμπεριφορά που επιβάλλεται μεν από το νόμο αλλά δεν μπορεί να αξιωθεί δικαστικά.

[23] ΕφΑθ 1115/2009 ΕλλΔνη 50, 1449· ΕφΛαμ 141/2008 Επιδικία 2008, 273· ΕφΠειρ 80/2002 ΠειρΝομ 2002, 65· ΜΠρΑθ 1509/2004 Επιδικία 2006, 261· ΕιρΔράμ 87/2002 Αρμ 57, 358. Η ΕφΠειρ 430/2000 (ΠειρΝομ 2000, 330) επικαλείται επίσης τη συναλλακτική καλή πίστη.

[24] Βλ. π.χ. το ιστορικό των ΕφΠειρ 430/2000 ΠειρΝομ 2000, 330 και ΜΠρΑθ 1509/2004 Επιδικία 2006, 261, οι οποίες αφορούσαν αυτοκίνητο δημόσιας χρήσεως (ταξί). Πάντως, αν το όχημα χρησιμοποιείτο για επαγγελματικό σκοπό, και άρα ήταν πηγή πορισμού ωφελημάτων (προσοδοφόρο αντικείμενο), ο ζημιωθείς ιδιοκτήτης του θα μπορεί ενδεχομένως να ζητήσει αποκατάσταση και των εντεύθεν περιουσιακών ζημιών που υπέστη εξαιτίας της στερήσεως της εκμετάλλευσής του (διαφυγόντα κέρδη).

[25] Βλ. Κρητικό, ό.π., σ. 467. Ενδέχεται, εξάλλου, στην περίπτωση αυτή ο ζημιωθείς να μην διαθέτει τα χρήματα που απαιτούνται για την αγορά άλλου καινούργιου αυτοκινήτου της ίδιας κατηγορίας με το προσβληθέν, το οποίο όμως έχει υψηλό κόστος (π.χ. αν πρόκειται για εκπαιδευτικό αυτοκίνητο κατάλληλα διασκευασμένο για την εκμάθηση οδήγησης από υποψήφιους οδηγούς· πρβλ. σχετικώς ΕφΠατρ 1089/2004 ΤΝΠ Nomos).

[26] Αλλά και γενικότερα, επιβάλλεται νομίζω (κατ’ εφαρμογήν της ΑΚ 288) να αναγνωριστεί στον ζημιωθέντα ένα περιθώριο εσφαλμένης εκτίμησης (πρβλ. τα αναφερόμενα παρακ. υπό 3), ιδίως αν πρόκειται για άτομο μη-εξοικειωμένο με τέτοια ζητήματα.

[27] Βλ. ΕφΑθ 1115/2009, ό.π.· ΕφΛαμ 141/2008, ό.π.· ΕφΠειρ 80/2002, ό.π. Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι η σταθερά επαναλαμβανόμενη στις περισσότερες δικαστικές αποφάσεις έκφραση, ότι «σκοπός της αποζημίωσης είναι η αποκατάσταση της ζημίας», εμπεριέχει μια ταυτολογία, καθώς «αποζημίωση» δεν σημαίνει παρά αποκατάσταση, επανόρθωση της ζημίας (βλ. Δημητράκου, Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης, τόμ. 2, σ. 782).

[28] Χαρακτηριστικά π.χ., στην περίπτωση της ΕφΑθ 2395/2003, ό.π., ο ζημιωθείς κατέβαλε για την επισκευή του οχήματός του το ποσό των 4.399.275 δρχ. και το δικαστήριο τού επιδίκασε ως αποζημίωση το ποσό των 2.500.000 δρχ., που αντιστοιχούσε στην προ του ατυχήματος αξία του αυτοκινήτου· επιβαρύνθηκε δηλαδή τελικώς ο ζημιωθείς με το ποσό του 1.899.275 δρχ., το οποίο πλήρωσε «από την τσέπη του».

[29] Βλ. ΕφΛάρ 28/2004 ΝοΒ 53, 511, η οποία επιδίκασε στους ενάγοντες το ποσό του 1.140.000 δρχ. ως διαφυγόν κέρδος λόγω της στέρησης της χρήσης και εκμετάλλευσης του ταξί τους για χρονικό διάστημα 38 ημερών από το ένδικο ατύχημα, ότε και αντικαταστάθηκε με καινούργιο. Σημειώνεται ότι η αξία του εν λόγω ταξί ανήρχετο κατά την απόφαση στο ποσό του 1.800.000 δραχμών.

[30] Βλ. ΕφΛαμ 141/2008 Επιδικία 2008, 273· ΕφΘεσ 2935/2005 Αρμ 60, 705.

[31] Πρβλ. τα όσα αναφέρθηκαν παραπ. υπό ΙΙ.3 για την ολοσχερή (τεχνική) καταστροφή παλαιού πράγματος.

[32] Έτσι ΕφΘεσ 2935/2005, ό.π.· ΕφΑθ 5897/2005 ΤΝΠ Nomos· ΕφΠατρ 187/2005 ΑχΝομ 2006, 694· ΕφΠατρ 205/2004 ΑχΝομ 2005, 601· ΕφΑθ 1982/2004 Επιδικία 2006, 24· ΕφΠατρ 688/2002 ΑχΝομ 2003, 638· ΕφΑθ 2930/2002 ΕλλΔνη 46, 181· ΜΠρΆρτ 157/2010 ΤΝΠ Nomos.

[33] Έτσι ΕφΑθ 2395/2003, ό.π.· ΜΠρΡεθ 107/2003 DeLege 2005, 99· ΜΠρΘηβ 285/2003 ΕλλΔνη 45, 269· ΜΠρΛιβ 33/2002 ΑρχΝ 43, 654. Προς αυτή την κατεύθυνση και το άρθρο 6:101 § 3 του Draft Common Frame of Reference της επιτροπής von Bar (“Where a tangible object is damaged, compensation equal to its depreciation of value is to be awarded instead of the cost of its repair if the cost of repair unreasonably exceeds the depreciation of value”). Βλ. επίσης von Bar, Principles of European law (Study Group on a European Civil Code), στον τόμο “Non-contractual liability arising out of the damage caused to another”, σ. 910: “Where the repair costs are disproportionately high in relation to the loss in value of the thing, compensation is restricted to the loss in value”. Στη συνέχεια επισημαίνεται ότι μια υπέρβαση της τάξης του 30% μπορεί να χρησιμεύσει ως αφετηρία, αλλά υπογραμμίζεται παράλληλα ότι δεν είναι δυνατόν να καθοριστεί in abstracto πότε πρέπει το κόστος επισκευής να θεωρείται “disproportionately high” σε σχέση με την αξία του πράγματος. Το παραπάνω ποσοστό (30%) έχει επικρατήσει και στη γερμανική νομολογία (βλ. BGH 15.2.2005 NJW 2005, 1108· BGH 17.3.1992 NJW 1992, 1618· BGH 15.10.1991 NJW 1992, 305).

[34] Έτσι ΕφΑθ 1115/2009 ΕλλΔνη 50, 1449: «…δαπάνες, το ύψος των οποίων είτε είναι ίσο, είτε υπερβαίνει το κόστος για την απόκτηση άλλου, ισάξιου με το ζημιωθέν, οχήματος»· ομοίως ΕφΛαμ 141/2008 Επιδικία 2008, 273· ΕφΠατρ 348/2004 ΑχΝομ 2005, 609· ΕφΠειρ 80/2002 ΠειρΝομ 2002, 65· ΕφΠειρ 430/2000 ΠειρΝομ 2000, 330.

[35] Βλ. ΕιρΑθ 5185/2005 ΑρχΝ 57, 372, κατά την οποία η προ της συγκρούσεως αγοραστική αξία του αυτοκινήτου ανήρχετο στο ποσό των 4.100 ευρώ, ενώ ο ζημιωθείς υποχρεώθηκε να καταβάλει για την αποκατάσταση των ζημιών το ποσό των 4.300 ευρώ. Το δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή αποζημίωσης για το τελευταίο ποσό, επιδίκασε δε και κονδύλιο εμπορικής υπαξίας (410 ευρώ). Βλ. επίσης την περίπτωση της αδημοσίευτης ΕφΑθ 9402/1996, που αναφέρει ο Κρητικός, ό.π., σ. 467 σημ. 7. Οριακή περίπτωση αντιμετώπισε και η ΕφΘρ 543/2004 Αρμ 59, 896 (συνολικό ύψος επιδικαζόμενης αποζημίωσης για δαπάνες επισκευής 9.600 ευρώ, ελάχιστα μικρότερο από την εμπορική αξία του αυτοκινήτου προ του ατυχήματος).

[36] Βλ. ΕφΑθ 1115/2009, ό.π.· ΕφΛαμ 141/2008 Επιδικία 2008, 273· ΕφΚέρκ 270/2003 ΙονΕπιθΔ 2004, 122 (η δαπάνη επισκευής αποτιμάται στο ίδιο ποσό με την εμπορική αξία του αυτοκινήτου πριν από το ατύχημα)· ΜΠρΚαλαμ 44/2004 ΤΝΠ Nomos (δαπάνη επισκευής: 767.000 δρχ.· αγοραία αξία κατά τον χρόνο του ατυχήµατος: 750.000 δρχ.· επιδικάζεται η δεύτερη).

[37] ΕφΔωδ 158/2006 ΤΝΠ Nomos· ΕφΑθ 5897/2005 ΤΝΠ Nomos· ΕφΠατρ 301/2003 ΑχΝομ 2004, 543· ΕφΠειρ 80/2002, ό.π.· ΜΠρΑθ 447/2007 ΤΝΠ Nomos· ΜΠρΗρακ 339/3230-413/192-31/2006 ΕΣυγκΔ 2006, 375· ΜΠρΑθ 4057/2004 ΤΝΠ Nomos. Σημειωτέον πως, εάν τελικά το δικαστήριο δεχθεί καθολική καταστροφή του αυτοκινήτου υπό οικονομική έννοια, δεν θα υπάρχει περιθώριο υπολογισμού κονδυλίου «εμπορικής υπαξίας» (merkantiler Minderwert), η οποία συνδυάζεται μόνο με την επισκευάσιμη ζημία του αυτοκινήτου (ΕφΛαμ 141/2008 Επιδικία 2008, 273· ΕφΠειρ 430/2000 ΠειρΝομ 2000, 330· για την έννοια της εμπορικής υπαξίας βλ. εκτενώς Κρητικό, ό.π., σ. 486 επ.).

[38] Έτσι ΠΠρΚατ 63/2003 Αρμ 58, 100· βλ. επίσης ΜΠρΔράμ 31/2003 ΤΝΠ Nomos, η οποία μάλιστα δεν κάνει καμία αναφορά σε συνυπολογισμό εμπορικής υπαξίας.

[39] Στο αίτημα της αγωγής θα περιλαμβάνεται ειδικότερα ένα κονδύλιο για την προμήθεια καινούργιων ή μεταχειρισμένων ανταλλακτικών (προς αντικατάσταση των βλαβέντων μερών του οχήματος), ένα κονδύλιο για τη δαπάνη των εργασιών επισκευής στο συνεργείο και ένα κονδύλιο για τη μείωση της εμπορικής αξίας του οχήματος.

[40] Έτσι ΕφΑθ 2395/2003, ό.π.: «Αν υπάρχει τέτοια δυσαναλογία, υπέρβαση της αξίας του αυτοκινήτου από τη δαπάνη της επισκευής, ο δικαστής αυτεπάγγελτα και χωρίς σχετικό ισχυρισμό του εναγόμενου περιορίζει την αιτούμενη αποζημίωση στην πριν το ατύχημα αξία του αυτοκινήτου».

[41] Βλ. όμως ΕφΑθ 1115/2009, ό.π.· ΕφΛαμ 141/2008, ό.π.· ΕφΠειρ 80/2002, ό.π.· ΜΠρΑθ 1509/2004, ό.π.· ΕιρΔράμ 87/2002 Αρμ 57, 358, οι οποίες κάνουν λόγο για ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος. Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι οι αποφάσεις αυτές δεν ακολουθούν κατ’ ουσίαν διαφορετική γραμμή από εκείνες που προβαίνουν σε αυτεπάγγελτο περιορισμό της αιτούμενης αποζημίωσης στο ύψος της αξίας του πράγματος. Αντίθεση θα είχαμε αν υπήρχαν αποφάσεις της πρώτης κατηγορίας, οι οποίες δεν προέβησαν στον εν λόγω περιορισμό λόγω μη προβολής σχετικής ενστάσεως εκ μέρους του εναγομένου.

[42] Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι είναι δυνατή η διενέργεια επισκευών για την αποκατάσταση των ζημιών αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής αποζημίωσης που στηρίζεται στην καθολική καταστροφή (βλ. ΠΠρΤρικ 35/1973 ΝοΒ 21, 687· ΜΠρΑθ 447/2007 ΤΝΠ Νomos).

[43] ΑΠ 1459/1996 ΑρχΝ 48, 495· ΑΠ 994/1991 ΕλλΔνη 33, 810· ΕφΑΘ 2367/1994 ΕλλΔνη 36, 885· Εφθρ 17/1989 ΕΣυγκΔ 1989, 151 (δυνατότητα περιορισμού με τις προτάσεις του αιτήματος της αγωγής κατά ΚΠολΔ 223, ώστε αντί αποζημιώσεως για καθολική καταστροφή να ζητείται πλέον αποζημίωση για επισκευάσιμη ζημία, ήτοι δαπάνη επισκευής και εμπορική υπαξία)· ΜΠρΑθ 3442/2009 Επιδικία 2010, 159. Άλλωστε, αν ο ενάγων αμφιβάλλει για το αν μπορεί να ζητήσει αποζημίωση για καθολική καταστροφή του πράγματος, μπορεί να περιλάβει ο ίδιος στην αγωγή του επικουρικό αίτημα αποζημίωσης για επισκευάσιμη ζημία (και κονδύλιο εμπορικής υπαξίας).

 [1] Έτσι ΕφΑθ 2395/2003, ό.π.: «Αν υπάρχει τέτοια δυσαναλογία, υπέρβαση της αξίας του αυτοκινήτου από τη δαπάνη της επισκευής, ο δικαστής αυτεπάγγελτα και χωρίς σχετικό ισχυρισμό του εναγόμενου περιορίζει την αιτούμενη αποζημίωση στην πριν το ατύχημα αξία του αυτοκινήτου».

[1] Βλ. όμως ΕφΑθ 1115/2009, ό.π.· ΕφΛαμ 141/2008, ό.π.· ΕφΠειρ 80/2002, ό.π.· ΜΠρΑθ 1509/2004, ό.π.· ΕιρΔράμ 87/2002 Αρμ 57, 358, οι οποίες κάνουν λόγο για ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος. Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι οι αποφάσεις αυτές δεν ακολουθούν κατ’ ουσίαν διαφορετική γραμμή από εκείνες που προβαίνουν σε αυτεπάγγελτο περιορισμό της αιτούμενης αποζημίωσης στο ύψος της αξίας του πράγματος. Αντίθεση θα είχαμε αν υπήρχαν αποφάσεις της πρώτης κατηγορίας, οι οποίες δεν προέβησαν στον εν λόγω περιορισμό λόγω μη προβολής σχετικής ενστάσεως εκ μέρους του εναγομένου.

[1] Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι είναι δυνατή η διενέργεια επισκευών για την αποκατάσταση των ζημιών αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής αποζημίωσης που στηρίζεται στην καθολική καταστροφή (βλ. ΠΠρΤρικ 35/1973 ΝοΒ 21, 687· ΜΠρΑθ 447/2007 ΤΝΠ Νomos).

[1] ΑΠ 1459/1996 ΑρχΝ 48, 495· ΑΠ 994/1991 ΕλλΔνη 33, 810· ΕφΑΘ 2367/1994 ΕλλΔνη 36, 885· Εφθρ 17/1989 ΕΣυγκΔ 1989, 151 (δυνατότητα περιορισμού με τις προτάσεις του αιτήματος της αγωγής κατά ΚΠολΔ 223, ώστε αντί αποζημιώσεως για καθολική καταστροφή να ζητείται πλέον αποζημίωση για επισκευάσιμη ζημία, ήτοι δαπάνη επισκευής και εμπορική υπαξία)· ΜΠρΑθ 3442/2009 Επιδικία 2010, 159. Άλλωστε, αν ο ενάγων αμφιβάλλει για το αν μπορεί να ζητήσει αποζημίωση για καθολική καταστροφή του πράγματος, μπορεί να περιλάβει ο ίδιος στην αγωγή του επικουρικό αίτημα αποζημίωσης για επισκευάσιμη ζημία (και κονδύλιο εμπορικής υπαξίας). 

 

ΕΛΕΝΗ ΜΕ ΠΛΑΓΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ newsletters prev1

legal bank

Newsletter

ΚΑΛΑΘΙ ΑΓΟΡΩΝ

Το καλάθι σας είναι άδειο.