210 9824002 | 6977 000 500 | Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.   |

Οι Αλλαγές στην Υποχρεωτική Ασφάλιση των Αυτοκινήτων Οι μεταβολές που επέφερε ο Νόμος 4261/2014

Οι Αλλαγές στην Υποχρεωτική Ασφάλιση

των Αυτοκινήτων

Οι μεταβολές που επέφερε στο ΠΔ 237/86 ο Νόμος 4261/2014

 

 

Υπό Σωτήρη Λευκαρίτη

Δικηγόρου Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης

 

Ο πολλαπλασιασμός του αριθμού των κυκλοφορούντων οχημάτων, και κυρίως οι μεγάλες σε ύψος ζημιές που προκαλούνταν σε τρίτους από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων, ανάγκασε τα κράτη, κυρίως μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο,  να καθιερώσουν την υποχρεωτική ασφάλιση  της αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα.

Η Ελλάδα άργησε να προσαρμοστεί σαυτή τη διεθνή ανάγκη, παρά το ότι το 1961 με το Νόμο 4147/61 κύρωσε τη σύμβαση του 1959, του Στρασβούργου, για την υποχρεωτική ασφάλιση της αστικής ευθύνης των αυτοκινήτων οχημάτων.  Η υποχρεωτική ασφάλιση της έναντι τρίτων αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων, καθιερώθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα, με την ψήφιση του Ν. 489/76, «Περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ' ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης», που άρχισε να ισχύει από την 1.1.1978.

Ο νόμος αυτός δεν αναφέρεται στην ασφάλιση του ιδίου του αυτοκινήτου ως πράγματος, (αυτό μπορεί να συμφωνηθεί ως προαιρετική κάλυψη), αλλά προεχόντως αφορά τις σχέσεις ασφαλιστή και ζημιωθέντος τρίτου, και αυτός ακριβώς ήταν και ο σκοπός του νόμου, ο οποίος εκφράζεται κυρίως με το άρθρο 10 παρ. 1 αυτού, που ορίζει ότι «Το πρόσωπο που ζημιώθηκε, έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής, ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή».  Δηλαδή με απλά λόγια, παρά το ότι ο ζημιωθείς ΤΡΙΤΟΣ δεν έχει κάποια σύμβαση με τον ασφαλιστή, μπορεί να τον ενάγει απευθείας, πράγμα που συμβαίνει μόνο στις εκ του νόμου υποχρεωτικές ασφαλίσεις.  

Ο Ν. 489/76, που έχει κωδικοποιηθεί με το Π.Δ. 237/86, έχει υποστεί σημαντικές τροποποιήσεις με τον Ν. 3557/2007, οι οποίες όμως δεν επηρέασαν το σκοπό και τη φιλοσοφία του, που είναι η προστασία των τρίτων.

Στις 5.5.2014 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ A 107/5.5.2014) ο Νόμος 4261/2014, με τον τίτλο «Πρόσβαση στη δραστηριότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων και προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2013/36/ ΕΕ), κατάργηση του ν. 3601/2007 και άλλες διατάξεις». Με τον  νόμο αυτό και ειδικότερα με το άρθρο 169 αυτού, για πρώτη φορά επέρχονται κατά την άποψή μου επαναστατικές αλλαγές στο ΠΔ 237/1986 που κωδικοποίησε τις διατάξεις του Ν. 489/1976 που χωρίς να αλλοιώνουνάμεσα το σκοπό του νόμου, προσπαθούν να συγκεράσουν την προστασία των τρίτων, με την επιβίωση του ασφαλιστικού συστήματος.

Όμως η αίσθηση που έχω αποκομίσει από τη μελέτη των διατάξεων του νέου νόμου, είναι ότι είναι ένας νόμος που σίγουρα θα δημιουργήσει πολλά προβλήματα, όσον αφορά την πρακτική εφαρμογή του, αλλά και πάρα πολλά ερμηνευτικά ζητήματα.

Θα επιχειρήσω μία πρώτη προσέγγιση στις διατάξεις του καινούργιου νόμου, και ιδίως σε αυτές που αφορούν την ασφαλιστική σύμβαση (έναρξη – διάρκεια - λήξη - πρόωρη λύση), οι οποίες είναι και οι πλέον σημαντικές.  Σκοπός μου δεν είναι να εξαντλήσω ερμηνευτικά τις διατάξεις του νέου νόμου, αλλά να θέσω κάποια ερωτήματα και να δώσω το ερέθισμα για επιστημονικό διάλογο. Για λόγους τακτικής προσέγγισης, θα παραθέτω τμηματικά τις διατάξεις του ΠΔ 237/86, όπως αυτές έχουν τροποποιηθεί με το νέο νόμο και στη συνέχεια θα ακολουθεί η ανάλυσή μου.  

 

 

Α) Έναρξη – Λήξη – Απόδειξη  ασφαλιστικής κάλυψης

Δικαιώματα τρίτων

 

Άρθρο 5 παρ. 2 του π.δ. 237/1986:

«2. Η κατά το άρθρο 2 ασφαλιστική κάλυψη:

Α. Αρχίζει μόνον με την καταβολή ολόκληρου του οφειλομένου ασφαλίστρου στον ασφαλιστή, πριν από την οποία απαγορεύεται η παράδοση του ασφαλιστηρίου στον ασφαλισμένο ή τον λήπτη της ασφάλισης,

Β. ισχύει για όσο χρόνο ορίζεται στο ασφαλιστήριο, και

Γ. αποδεικνύεται, έναντι των οργάνων που είναι αρμόδια για την επιβολή των κυρώσεων της παραγράφου 4 του παρόντος, από την κατοχή του ασφαλιστηρίου, το οποίο αποστέλλει ο ασφαλιστής στον ασφαλισμένο ή τον λήπτη της ασφάλισης εντός πέντε (5) ημερών από την είσπραξη του ασφαλίστρου.

Δ. Σε περίπτωση ελέγχου από όργανα, που είναι αρμόδια για την επιβολή των κυρώσεων, εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος των πέντε (5) ημερολογιακών ημερών αρκεί η προσκόμιση της απόδειξης πληρωμής του απαιτούμενου ποσού ασφάλισης του οχήματος.».

 

Α1) Έναρξη ασφαλιστικής κάλυψης

Από τις άνω διατάξεις είναι απολύτως σαφές ότι η καταβολή του ασφαλίστρου, αποτελεί προϋπόθεση και αφετηρία έναρξης της ασφαλιστικής κάλυψης. Μάλιστα από τη χρησιμοποίηση του όρου «ολόκληρου», προκύπτει ότι αποκλείεται η καταβολή με δόσεις, ή ορθότερα η καταβολή μέρους του ασφαλίστρου, δεν αποτελεί αφετηρία έναρξης της ασφάλισης.

Η διάταξη έχει τεθεί όχι μόνο για τα συμφέροντα του ασφαλιστή, που πρέπει να εισπράττει τα ασφάλιστρα πραγματικά και όχι μόνο λογιστικά, αλλά και για την προστασία του θεσμού της ασφάλισης, που είναι ανταποδοτικός και χωρίς τηνπραγματική καταβολή των ασφαλίστρων, δεν μπορεί να επιβιώσει.

Αξιοσημείωτο είναι ότι ο νόμος κάνει λόγο για έναρξη της ασφαλιστικής κάλυψης, και όχι για σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης. Τούτο δημιουργεί την εντύπωση ότι η ασφαλιστική σύμβαση μπορεί να συναφθεί και πριν την καταβολή των ασφαλίστρων, αλλά χωρίς την καταβολή των ασφαλίστρων δεν αρχίζουν οι καλύψεις. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο νόμος ορίζει ότι «απαγορεύεται η παράδοση του ασφαλιστηρίου στον ασφαλισμένο ή τον λήπτη της ασφάλισης», και όχι ότι απαγορεύεται η έκδοση του ασφαλιστηρίου.

Το ερώτημα που τίθεται είναι τι γίνεται εάν παρά την απαγόρευση οασφαλιστής παραδώσει το ασφαλιστήριο, χωρίς να έχει λάβει τα ασφάλιστρα ;

Κατά την άποψή μου αν και η άνω διάταξη περί καταβολής των ασφαλίστρων,φαίνεται να είναι δημοσίας τάξεωςανεξαρτήτως των διοικητικών κυρώσεων που μπορεί να επιβληθούν στον ασφαλιστή, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι για την προστασία των τρίτων, η ασφαλιστική κάλυψη έχει αρχίσει με την παράδοση του ασφαλιστηρίου. Και για να ξεπεραστεί ο κανόνας δημοσίας τάξεως, πρέπει να θεωρηθεί ότι η παράδοση του ασφαλιστηρίου, αποτελεί οιονεί είσπραξη των ασφαλίστρωνΘεωρώ ότι εάν εμμείνουμε στο γράμμα του νόμου, τότε θαδημιουργηθούν άπειρα προβλήματαΦανταστείτε ο ιδιοκτήτης ή κάτοχος ενός οχήματος προκαλώντας κάποιο ατύχημα, να επιδεικνύει ασφαλιστήριο που του έχει παραδώσει ο ασφαλιστήςμε διάρκεια ασφάλισης που να καλύπτει το χρόνο του ατυχήματος, και παρά ταύτα το όχημα να θεωρείται και μάλιστα έναντι τρίτων, ανασφάλιστο, γιατί το ασφαλιστήριο παραδόθηκε ενώ τα ασφάλιστρα δεν έχουν ακόμη καταβληθεί. Άλλωστε και η χορηγηθείσα από τον ασφαλιστή απόδειξη είσπραξης των ασφαλίστρων θα μπορούσε να είναι εικονική, και τα ασφάλιστρα να μην έχουν πραγματικά εισπραχθεί.

Τέλος δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι εάν εμμείνουμε στην μη έναρξη της ασφαλιστικής κάλυψης, αυτός που θα ωφελούνταν θα ήταν μόνο ο ασφαλιστής, ο οποίος παρατύπως παρέδωσε το ασφαλιστήριο χωρίς να λάβει τα ασφάλιστρα.

 

Πέραν των παραπάνω θεμάτων, δημιουργούνται πολλά πρακτικά ζητήματα, ως προς την απόδειξη του χρόνου καταβολής των ασφαλίστρων, που αποτελεί προϋπόθεση έναρξης της ασφάλισης.

Δικλείδα ασφαλείας επί του ζητήματος αυτού φαίνεται καταρχήν ότι αποτελεί η προστιθέμενη με τον νέο νόμο παρ. 2γ στο άρθρο 5 του ΠΔ 237/86, που ορίζει ότι «Η ασφαλιστική επιχείρηση ενημερώνει σε πραγματικό χρόνο το Κέντρο Πληροφοριών για την έναρξη και τη διάρκεια ισχύος κάθε νέας ασφαλιστικής σύμβασης και κάθε ανανέωση αυτής», υπό την προϋπόθεση όμως ότι με την έκδοση της απόδειξης είσπραξης των ασφαλίστρωνη οποία προηγείται της έκδοσης του ασφαλιστηρίου (σύστημα ΠΛΗΡΩΝΩ – ΤΥΠΩΝΩ) θα ενημερώνεται αυτόματα το Κέντρο Πληροφοριών, πράγμα που αμφιβάλλω εάν πρακτικά μπορεί να γίνει. Όμως μόνο με αυτόματη ηλεκτρονική ενημέρωση, πληρείται η προϋπόθεση του πραγματικού χρόνου.

Σημειωτέον ότι πριν το Νόμο 4261/2014, ο Νόμος 489/76 δεν περιελάμβανε διατάξεις σχετικά με την καταβολή του ασφαλίστρου, και τις συνέπειες της μη καταβολής και θεωρώ ότι η παράλειψη αυτή δεν ήταν τυχαία, αλλά ο νομοθέτης ήθελε να δείξει ότι η μη καταβολή των ασφαλίστρων, δεν επηρέαζε ούτε την έναρξη των ασφαλιστικών καλύψεων, ούτε το κύρος της ασφαλιστικής συμβάσεως.

Τέτοιες διατάξεις περιλαμβάνονται στο Νόμο 2496/1997 και ειδικότερα στο άρθρο 6 αυτού, που κατήργησε την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 33 του ΠΔ 400/1970.Μάλιστα στη νομολογία φαίνεται να είχε επικρατήσει η άποψη ότι η διάταξη του άρθρου 6 του Νόμου 2496/97 δεν είναι δημοσίας τάξεως(ΑΠ 662/2004 – Πρόεδρος Αθανάσιος Κρητικός), ενώ υπήρξε διχογνωμία, κατά πόσο η άνω διάταξη έχει εφαρμογή και στην υποχρεωτική ασφάλιση αυτοκινήτων. Πάντως ο  Άρειος Πάγος στην με αριθμό 745/2005 απόφασή του, έκρινε ότι  «και με την εκδοχή ότι είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 6 του ν. 2496/1997 ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του ζημιωθέντος τρίτου είτε τη μη έναρξη της ασφαλιστικής καλύψεως (άρθρο 6 παρ. 1) είτε τη λύση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως (άρθρο 6 παρ. 2)». Δηλαδή στην ουσία, έκρινε ότι στην υποχρεωτική ασφάλιση του ΠΔ 237/86, η μη καταβολή ασφαλίστρων, ουδόλως επηρεάζει την έναρξη και το κύρος της ασφάλισης και την υποχρέωση του ασφαλιστή να αποζημιώσει τον τρίτο παθόντα. Για την έναντι τρίτων απαλλαγή του ασφαλιστή θα έπρεπε να τηρηθεί η διαδικασία της παρ. 2 του άρθρου 6 Ν. 2496/97, και επιπλέον και η διαδικασία του άρθρου 11 του Ν. 489/76.Δηλαδή αφενός καταγγελία του ασφαλιστή  με γραπτή δήλωση στον λήπτη της ασφάλισης, στην οποία γνωστοποιείται ότι η περαιτέρω καθυστέρηση καταβολής ασφαλίστρου θα επιφέρει, μετά πάροδο ενός (1) μηνός από την κοινοποίηση της δήλωσης, τη λύση της σύμβασης, και αφετέρου γνωστοποίηση της καταγγελίας στο Κέντρο Πληροφοριών και παρέλευση 16 ημερών από την ημέρα της γνωστοποίησης.

Βέβαια οι διατάξεις του Ν. 4261/2014, ως ειδικότερες, αποκλείουν πλέον κάθε εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 6 του Ν. 2496/1997.

 

 

Α2) Διάρκεια – λήξη ασφαλιστικής κάλυψης – προβολή έναντι τρίτων

 

Άρθρο 5 παρ. 2 εδ Β και παρ. 2α ΠΔ 237/86

Η κατά το άρθρο 2 ασφαλιστική κάλυψη:

Β. ισχύει για όσο χρόνο ορίζεται στο ασφαλιστήριο, και

«2.α. Η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να αντιτάξει τη λήξη της ασφαλιστικής σύμβασης έναντι του ζημιωθέντος τρίτου, μετά την πάροδο δεκαέξι (16) ημερών από την επομένη της ημερομηνίας που ορίζεται με το ασφαλιστήριο ότι λήγει η ισχύς της, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ή ενημέρωση του λήπτη της ασφάλισης ή/και του ασφαλισμένου. 

Από τις άνω διατάξεις προκύπτουν τα εξής :

α) Όπως και στις λοιπές ασφαλίσεις, η ασφαλιστική κάλυψη ισχύει πλέον για όσο χρόνο ορίζεται στο ασφαλιστήριο, και για να συνεχίσει η ασφαλιστική κάλυψη πρέπει να ανανεωθεί, σύμφωνα με τον τρόπο που ρυθμίζει ο ίδιος ο νόμος, για τον οποίο κάνω ειδική μνεία παρακάτω. Για τη λήξη της ασφαλιστικής σύμβασης δεν χρειάζεται καμία απολύτως ενέργεια του ασφαλιστή ή του ασφαλισμένου. Θεωρώ μάλιστα ότι δεν απαιτείται ούτε ενημέρωση του Κέντρου Πληροφοριών, καθότι με την αναγγελία που γίνεται κατά τη σύναψη της σύμβασης, στην οποία αναφέρεται και η διάρκεια αυτής, ήδη γνωστοποιείται ο χρόνος λήξης της σύμβασης. Άλλωστε και η διάταξη του νέου νόμου ορίζει ότι «Η ασφαλιστική επιχείρηση ενημερώνει σε πραγματικό χρόνο το Κέντρο Πληροφοριών για την έναρξη και τη διάρκεια ισχύος κάθε νέας ασφαλιστικής σύμβασης και κάθε ανανέωση αυτής», και δεν κάνει μνεία για νέα ενημέρωση στη λήξη της ασφαλιστικής σύμβασης.

β) Και ενώ η ασφαλιστική σύμβαση ισχύει για όσο χρόνο ορίζεται στο ασφαλιστήριο, παρά ταύτα, για την προστασία των τρίτων καθιερώνεται ένα διάστημα 16 ημερών, από την επομένη μέρα της λήξης του ασφαλιστηρίου, μέσα στο οποίο εάν συμβεί ατύχημα, καλύπτονται οι τρίτοι.  

Σε σχέση όμως με το διάστημα αυτό των 16 ημερών, θα ήθελα να κάνω τις εξής επισημάνσεις.

1ονΘεωρώ ότι η άνω διάταξη θεσπίστηκε μόνο για την προστασία των τρίτων, και για το λόγο αυτό, δεν γεννά δικαιώματα του ασφαλισμένου έναντι του ασφαλιστή.

Ο ασφαλισμένος οφείλει, πριν τη λήξη της σύμβασής του να πληρώσει τα ασφάλιστρα και να την ανανεώσει με τον ίδιο ασφαλιστή, ή να συνάψει νέα σύμβαση με άλλο ασφαλιστή, η οποία να αρχίζει από την επομένη της ημέρας λήξης της συμβάσεως, ώστε να μην υπάρχει κενό διάστημα. Έτσι εάν μέσα στο διάστημα αυτό των 16 ημερών, συμβεί ατύχημα, και εναχθεί από τον παθόντα, δεν πρέπει να έχει την αξίωση ελευθερώσεως κατά του ασφαλιστή. Για τον ίδιο λόγο, θεωρώ ότι ο ασφαλιστής που αποζημιώνει δικαστικά ή εξώδικα τον τρίτο παθόντα, έχει δικαίωμα  να ζητήσει από τον λήπτη της ασφάλισης και κάθε πρόσωπο που η ευθύνη του καλύπτεται από το ασφαλιστήριο (οδηγό, κάτοχο, ιδιοκτήτη, αντισυμβαλλόμενο), τηνανάκτηση του ποσού που υποχρεώθηκε να καταβάλει στον τρίτο παθόντα. Αυτό είναι δίκαιο γιατί ο ασφαλιστής χωρίς είσπραξη ασφαλίστρων, δεν μπορεί να επιβαρύνεται με τις ζημίες, και αυτός που τελικά πρέπει να επιβαρυνθεί τη ζημία είναι ο ιδιοκτήτης και κάτοχος του οχήματος, ο οποίος παρά το γεγονός ότι γνώριζε ότι λήγει η ασφάλισή του, δεν φρόντισε να την ανανεώσει ή να συνάψει νέα.

2ον) Παρά τη διατύπωση του νόμου ότι «Η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να αντιτάξει τη λήξη της ασφαλιστικής σύμβασης έναντι του ζημιωθέντος τρίτου, μετά την πάροδο δεκαέξι (16) ημερών από την επομένη της ημερομηνίας που ορίζεται με το ασφαλιστήριο ότι λήγει η ισχύς της», επειδή δεν μπορεί να ισχύουν ταυτόχρονα δύο ασφαλίσεις, σε περίπτωση που ο ασφαλισμένος μέσα στο διάστημα των 16 ημερών από τη λήξη της ασφάλισης, συνάψει νέα ασφάλιση με άλλο ασφαλιστή, όπως οφείλει να πράξει, τότε θα πρέπει να εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρου 11 παρ. 3 του ΠΔ 237/86, η οποία δεν καταργείται με το νέο νόμο, που ορίζει ότι «3. Αν υπάρχουν διαδοχικές ασφαλίσεις, ισχύει μόνο η τελευταία και αποκλειστικά υπόχρεος για την καταβολή της αποζημίωσης στον ζημιωθέντα τρίτο είναι ο τελευταίος ασφαλιστής. Οι προγενέστερες ασφαλίσεις είναι αυτοδικαίως άκυρες, χωρίς να απαιτείται γνωστοποίηση ή καταγγελία», και κατ’ εφαρμογή της διατάξεως αυτής από την ημέρα σύναψης της νέας ασφάλισης, ισχυρή έναντιπάντων, θα πρέπει να θεωρείται μόνο η νέα ασφάλιση, και αποκλειστικά υπόχρεος έναντι των τρίτων, θα πρέπει να είναι ο τελευταίος ασφαλιστής.

Μάλιστα για να γίνει πιο κατανοητό αυτό που εννοώ, θα δώσω το εξής παράδειγμα. Ασφαλιστική σύμβαση λήγει στις 15.6.2014. Ο ασφαλισμένος δεν καταβάλει τα ασφάλιστρα της επόμενης ασφαλιστικής περιόδου. Όμως από τις20.6.2014 προβαίνει σε ασφάλιση του αυτοκινήτου του, σε άλλο ασφαλιστή. Στις22.6.2014, ήτοι μέσα στο διάστημα των 16 ημερών από τη λήξη και μη ανανέωση της πρώτης ασφαλιστικής σύμβασης, προκαλεί ατύχημα. Θεωρώ ότι τη ζημία του τρίτου παθόντα, οφείλει να την αποζημιώσει μόνο ο νέος ασφαλιστής, ο οποίος άλλωστε έχει εισπράξει ασφάλιστρα για το διάστημα αυτό, και ο προηγούμενος ασφαλιστής, παρά το ότι δεν παρήλθαν 16 μέρες από τη λήξη και μη ανανέωση της πρώτης ασφάλισης, πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν μπορεί να εναχθεί από τον τρίτο παθόντα.

Αντίθετη άποψη ότι τη ζημία θα καλύψει ο πρώτος ασφαλιστής,  ή και ο πρώτος ασφαλιστής, είναι αντίθετη με το πνεύμα και το σκοπό του νόμου.

 

 

Α3) Απόδειξη  ασφαλιστικής κάλυψης

 

ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΕΝ ΕΠΙΔΙΚΙΑ – ΕΠΙΜΗΚΥΝΣΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗΣ ΣΤΙΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΒΛΑΒΗΣ ΣΩΜΑΤΟΣ Ή ΥΓΕΙΑΣ ΣΥΝΕΠΕΙΑ ΤΡΟΧΑΙΟΥ ΑΤΥΧΗΜΑΤΟΣ

Για να διαβάστε περισσότερα πατήστε εδώ

 

...

ΕΛΕΝΗ ΜΕ ΠΛΑΓΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ newsletters prev1

legal bank

Newsletter

ΚΑΛΑΘΙ ΑΓΟΡΩΝ

Το καλάθι σας είναι άδειο.