210 9824002 | 6977 000 500 | Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.   |

Οι Αλλαγές στην Υποχρεωτική Ασφάλιση των Αυτοκινήτων Οι μεταβολές που επέφερε ο Νόμος 4261/2014

Οι Αλλαγές στην Υποχρεωτική Ασφάλιση

των Αυτοκινήτων

Οι μεταβολές που επέφερε στο ΠΔ 237/86 ο Νόμος 4261/2014

 

 

Υπό Σωτήρη Λευκαρίτη

Δικηγόρου Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης

 

Ο πολλαπλασιασμός του αριθμού των κυκλοφορούντων οχημάτων, και κυρίως οι μεγάλες σε ύψος ζημιές που προκαλούνταν σε τρίτους από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων, ανάγκασε τα κράτη, κυρίως μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο,  να καθιερώσουν την υποχρεωτική ασφάλιση  της αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα.

Η Ελλάδα άργησε να προσαρμοστεί σαυτή τη διεθνή ανάγκη, παρά το ότι το 1961 με το Νόμο 4147/61 κύρωσε τη σύμβαση του 1959, του Στρασβούργου, για την υποχρεωτική ασφάλιση της αστικής ευθύνης των αυτοκινήτων οχημάτων.  Η υποχρεωτική ασφάλιση της έναντι τρίτων αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων, καθιερώθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα, με την ψήφιση του Ν. 489/76, «Περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ' ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης», που άρχισε να ισχύει από την 1.1.1978.

Ο νόμος αυτός δεν αναφέρεται στην ασφάλιση του ιδίου του αυτοκινήτου ως πράγματος, (αυτό μπορεί να συμφωνηθεί ως προαιρετική κάλυψη), αλλά προεχόντως αφορά τις σχέσεις ασφαλιστή και ζημιωθέντος τρίτου, και αυτός ακριβώς ήταν και ο σκοπός του νόμου, ο οποίος εκφράζεται κυρίως με το άρθρο 10 παρ. 1 αυτού, που ορίζει ότι «Το πρόσωπο που ζημιώθηκε, έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής, ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή».  Δηλαδή με απλά λόγια, παρά το ότι ο ζημιωθείς ΤΡΙΤΟΣ δεν έχει κάποια σύμβαση με τον ασφαλιστή, μπορεί να τον ενάγει απευθείας, πράγμα που συμβαίνει μόνο στις εκ του νόμου υποχρεωτικές ασφαλίσεις.  

Ο Ν. 489/76, που έχει κωδικοποιηθεί με το Π.Δ. 237/86, έχει υποστεί σημαντικές τροποποιήσεις με τον Ν. 3557/2007, οι οποίες όμως δεν επηρέασαν το σκοπό και τη φιλοσοφία του, που είναι η προστασία των τρίτων.

Στις 5.5.2014 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ A 107/5.5.2014) ο Νόμος 4261/2014, με τον τίτλο «Πρόσβαση στη δραστηριότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων και προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2013/36/ ΕΕ), κατάργηση του ν. 3601/2007 και άλλες διατάξεις». Με τον  νόμο αυτό και ειδικότερα με το άρθρο 169 αυτού, για πρώτη φορά επέρχονται κατά την άποψή μου επαναστατικές αλλαγές στο ΠΔ 237/1986 που κωδικοποίησε τις διατάξεις του Ν. 489/1976 που χωρίς να αλλοιώνουνάμεσα το σκοπό του νόμου, προσπαθούν να συγκεράσουν την προστασία των τρίτων, με την επιβίωση του ασφαλιστικού συστήματος.

Όμως η αίσθηση που έχω αποκομίσει από τη μελέτη των διατάξεων του νέου νόμου, είναι ότι είναι ένας νόμος που σίγουρα θα δημιουργήσει πολλά προβλήματα, όσον αφορά την πρακτική εφαρμογή του, αλλά και πάρα πολλά ερμηνευτικά ζητήματα.

Θα επιχειρήσω μία πρώτη προσέγγιση στις διατάξεις του καινούργιου νόμου, και ιδίως σε αυτές που αφορούν την ασφαλιστική σύμβαση (έναρξη – διάρκεια - λήξη - πρόωρη λύση), οι οποίες είναι και οι πλέον σημαντικές.  Σκοπός μου δεν είναι να εξαντλήσω ερμηνευτικά τις διατάξεις του νέου νόμου, αλλά να θέσω κάποια ερωτήματα και να δώσω το ερέθισμα για επιστημονικό διάλογο. Για λόγους τακτικής προσέγγισης, θα παραθέτω τμηματικά τις διατάξεις του ΠΔ 237/86, όπως αυτές έχουν τροποποιηθεί με το νέο νόμο και στη συνέχεια θα ακολουθεί η ανάλυσή μου.  

 

 

Α) Έναρξη – Λήξη – Απόδειξη  ασφαλιστικής κάλυψης

Δικαιώματα τρίτων

 

Άρθρο 5 παρ. 2 του π.δ. 237/1986:

«2. Η κατά το άρθρο 2 ασφαλιστική κάλυψη:

Α. Αρχίζει μόνον με την καταβολή ολόκληρου του οφειλομένου ασφαλίστρου στον ασφαλιστή, πριν από την οποία απαγορεύεται η παράδοση του ασφαλιστηρίου στον ασφαλισμένο ή τον λήπτη της ασφάλισης,

Β. ισχύει για όσο χρόνο ορίζεται στο ασφαλιστήριο, και

Γ. αποδεικνύεται, έναντι των οργάνων που είναι αρμόδια για την επιβολή των κυρώσεων της παραγράφου 4 του παρόντος, από την κατοχή του ασφαλιστηρίου, το οποίο αποστέλλει ο ασφαλιστής στον ασφαλισμένο ή τον λήπτη της ασφάλισης εντός πέντε (5) ημερών από την είσπραξη του ασφαλίστρου.

Δ. Σε περίπτωση ελέγχου από όργανα, που είναι αρμόδια για την επιβολή των κυρώσεων, εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος των πέντε (5) ημερολογιακών ημερών αρκεί η προσκόμιση της απόδειξης πληρωμής του απαιτούμενου ποσού ασφάλισης του οχήματος.».

 

Α1) Έναρξη ασφαλιστικής κάλυψης

Από τις άνω διατάξεις είναι απολύτως σαφές ότι η καταβολή του ασφαλίστρου, αποτελεί προϋπόθεση και αφετηρία έναρξης της ασφαλιστικής κάλυψης. Μάλιστα από τη χρησιμοποίηση του όρου «ολόκληρου», προκύπτει ότι αποκλείεται η καταβολή με δόσεις, ή ορθότερα η καταβολή μέρους του ασφαλίστρου, δεν αποτελεί αφετηρία έναρξης της ασφάλισης.

Η διάταξη έχει τεθεί όχι μόνο για τα συμφέροντα του ασφαλιστή, που πρέπει να εισπράττει τα ασφάλιστρα πραγματικά και όχι μόνο λογιστικά, αλλά και για την προστασία του θεσμού της ασφάλισης, που είναι ανταποδοτικός και χωρίς τηνπραγματική καταβολή των ασφαλίστρων, δεν μπορεί να επιβιώσει.

Αξιοσημείωτο είναι ότι ο νόμος κάνει λόγο για έναρξη της ασφαλιστικής κάλυψης, και όχι για σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης. Τούτο δημιουργεί την εντύπωση ότι η ασφαλιστική σύμβαση μπορεί να συναφθεί και πριν την καταβολή των ασφαλίστρων, αλλά χωρίς την καταβολή των ασφαλίστρων δεν αρχίζουν οι καλύψεις. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο νόμος ορίζει ότι «απαγορεύεται η παράδοση του ασφαλιστηρίου στον ασφαλισμένο ή τον λήπτη της ασφάλισης», και όχι ότι απαγορεύεται η έκδοση του ασφαλιστηρίου.

Το ερώτημα που τίθεται είναι τι γίνεται εάν παρά την απαγόρευση οασφαλιστής παραδώσει το ασφαλιστήριο, χωρίς να έχει λάβει τα ασφάλιστρα ;

Κατά την άποψή μου αν και η άνω διάταξη περί καταβολής των ασφαλίστρων,φαίνεται να είναι δημοσίας τάξεωςανεξαρτήτως των διοικητικών κυρώσεων που μπορεί να επιβληθούν στον ασφαλιστή, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι για την προστασία των τρίτων, η ασφαλιστική κάλυψη έχει αρχίσει με την παράδοση του ασφαλιστηρίου. Και για να ξεπεραστεί ο κανόνας δημοσίας τάξεως, πρέπει να θεωρηθεί ότι η παράδοση του ασφαλιστηρίου, αποτελεί οιονεί είσπραξη των ασφαλίστρωνΘεωρώ ότι εάν εμμείνουμε στο γράμμα του νόμου, τότε θαδημιουργηθούν άπειρα προβλήματαΦανταστείτε ο ιδιοκτήτης ή κάτοχος ενός οχήματος προκαλώντας κάποιο ατύχημα, να επιδεικνύει ασφαλιστήριο που του έχει παραδώσει ο ασφαλιστήςμε διάρκεια ασφάλισης που να καλύπτει το χρόνο του ατυχήματος, και παρά ταύτα το όχημα να θεωρείται και μάλιστα έναντι τρίτων, ανασφάλιστο, γιατί το ασφαλιστήριο παραδόθηκε ενώ τα ασφάλιστρα δεν έχουν ακόμη καταβληθεί. Άλλωστε και η χορηγηθείσα από τον ασφαλιστή απόδειξη είσπραξης των ασφαλίστρων θα μπορούσε να είναι εικονική, και τα ασφάλιστρα να μην έχουν πραγματικά εισπραχθεί.

Τέλος δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι εάν εμμείνουμε στην μη έναρξη της ασφαλιστικής κάλυψης, αυτός που θα ωφελούνταν θα ήταν μόνο ο ασφαλιστής, ο οποίος παρατύπως παρέδωσε το ασφαλιστήριο χωρίς να λάβει τα ασφάλιστρα.

 

Πέραν των παραπάνω θεμάτων, δημιουργούνται πολλά πρακτικά ζητήματα, ως προς την απόδειξη του χρόνου καταβολής των ασφαλίστρων, που αποτελεί προϋπόθεση έναρξης της ασφάλισης.

Δικλείδα ασφαλείας επί του ζητήματος αυτού φαίνεται καταρχήν ότι αποτελεί η προστιθέμενη με τον νέο νόμο παρ. 2γ στο άρθρο 5 του ΠΔ 237/86, που ορίζει ότι «Η ασφαλιστική επιχείρηση ενημερώνει σε πραγματικό χρόνο το Κέντρο Πληροφοριών για την έναρξη και τη διάρκεια ισχύος κάθε νέας ασφαλιστικής σύμβασης και κάθε ανανέωση αυτής», υπό την προϋπόθεση όμως ότι με την έκδοση της απόδειξης είσπραξης των ασφαλίστρωνη οποία προηγείται της έκδοσης του ασφαλιστηρίου (σύστημα ΠΛΗΡΩΝΩ – ΤΥΠΩΝΩ) θα ενημερώνεται αυτόματα το Κέντρο Πληροφοριών, πράγμα που αμφιβάλλω εάν πρακτικά μπορεί να γίνει. Όμως μόνο με αυτόματη ηλεκτρονική ενημέρωση, πληρείται η προϋπόθεση του πραγματικού χρόνου.

Σημειωτέον ότι πριν το Νόμο 4261/2014, ο Νόμος 489/76 δεν περιελάμβανε διατάξεις σχετικά με την καταβολή του ασφαλίστρου, και τις συνέπειες της μη καταβολής και θεωρώ ότι η παράλειψη αυτή δεν ήταν τυχαία, αλλά ο νομοθέτης ήθελε να δείξει ότι η μη καταβολή των ασφαλίστρων, δεν επηρέαζε ούτε την έναρξη των ασφαλιστικών καλύψεων, ούτε το κύρος της ασφαλιστικής συμβάσεως.

Τέτοιες διατάξεις περιλαμβάνονται στο Νόμο 2496/1997 και ειδικότερα στο άρθρο 6 αυτού, που κατήργησε την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 33 του ΠΔ 400/1970.Μάλιστα στη νομολογία φαίνεται να είχε επικρατήσει η άποψη ότι η διάταξη του άρθρου 6 του Νόμου 2496/97 δεν είναι δημοσίας τάξεως(ΑΠ 662/2004 – Πρόεδρος Αθανάσιος Κρητικός), ενώ υπήρξε διχογνωμία, κατά πόσο η άνω διάταξη έχει εφαρμογή και στην υποχρεωτική ασφάλιση αυτοκινήτων. Πάντως ο  Άρειος Πάγος στην με αριθμό 745/2005 απόφασή του, έκρινε ότι  «και με την εκδοχή ότι είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 6 του ν. 2496/1997 ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του ζημιωθέντος τρίτου είτε τη μη έναρξη της ασφαλιστικής καλύψεως (άρθρο 6 παρ. 1) είτε τη λύση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως (άρθρο 6 παρ. 2)». Δηλαδή στην ουσία, έκρινε ότι στην υποχρεωτική ασφάλιση του ΠΔ 237/86, η μη καταβολή ασφαλίστρων, ουδόλως επηρεάζει την έναρξη και το κύρος της ασφάλισης και την υποχρέωση του ασφαλιστή να αποζημιώσει τον τρίτο παθόντα. Για την έναντι τρίτων απαλλαγή του ασφαλιστή θα έπρεπε να τηρηθεί η διαδικασία της παρ. 2 του άρθρου 6 Ν. 2496/97, και επιπλέον και η διαδικασία του άρθρου 11 του Ν. 489/76.Δηλαδή αφενός καταγγελία του ασφαλιστή  με γραπτή δήλωση στον λήπτη της ασφάλισης, στην οποία γνωστοποιείται ότι η περαιτέρω καθυστέρηση καταβολής ασφαλίστρου θα επιφέρει, μετά πάροδο ενός (1) μηνός από την κοινοποίηση της δήλωσης, τη λύση της σύμβασης, και αφετέρου γνωστοποίηση της καταγγελίας στο Κέντρο Πληροφοριών και παρέλευση 16 ημερών από την ημέρα της γνωστοποίησης.

Βέβαια οι διατάξεις του Ν. 4261/2014, ως ειδικότερες, αποκλείουν πλέον κάθε εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 6 του Ν. 2496/1997.

 

 

Α2) Διάρκεια – λήξη ασφαλιστικής κάλυψης – προβολή έναντι τρίτων

 

Άρθρο 5 παρ. 2 εδ Β και παρ. 2α ΠΔ 237/86

Η κατά το άρθρο 2 ασφαλιστική κάλυψη:

Β. ισχύει για όσο χρόνο ορίζεται στο ασφαλιστήριο, και

«2.α. Η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να αντιτάξει τη λήξη της ασφαλιστικής σύμβασης έναντι του ζημιωθέντος τρίτου, μετά την πάροδο δεκαέξι (16) ημερών από την επομένη της ημερομηνίας που ορίζεται με το ασφαλιστήριο ότι λήγει η ισχύς της, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ή ενημέρωση του λήπτη της ασφάλισης ή/και του ασφαλισμένου. 

Από τις άνω διατάξεις προκύπτουν τα εξής :

α) Όπως και στις λοιπές ασφαλίσεις, η ασφαλιστική κάλυψη ισχύει πλέον για όσο χρόνο ορίζεται στο ασφαλιστήριο, και για να συνεχίσει η ασφαλιστική κάλυψη πρέπει να ανανεωθεί, σύμφωνα με τον τρόπο που ρυθμίζει ο ίδιος ο νόμος, για τον οποίο κάνω ειδική μνεία παρακάτω. Για τη λήξη της ασφαλιστικής σύμβασης δεν χρειάζεται καμία απολύτως ενέργεια του ασφαλιστή ή του ασφαλισμένου. Θεωρώ μάλιστα ότι δεν απαιτείται ούτε ενημέρωση του Κέντρου Πληροφοριών, καθότι με την αναγγελία που γίνεται κατά τη σύναψη της σύμβασης, στην οποία αναφέρεται και η διάρκεια αυτής, ήδη γνωστοποιείται ο χρόνος λήξης της σύμβασης. Άλλωστε και η διάταξη του νέου νόμου ορίζει ότι «Η ασφαλιστική επιχείρηση ενημερώνει σε πραγματικό χρόνο το Κέντρο Πληροφοριών για την έναρξη και τη διάρκεια ισχύος κάθε νέας ασφαλιστικής σύμβασης και κάθε ανανέωση αυτής», και δεν κάνει μνεία για νέα ενημέρωση στη λήξη της ασφαλιστικής σύμβασης.

β) Και ενώ η ασφαλιστική σύμβαση ισχύει για όσο χρόνο ορίζεται στο ασφαλιστήριο, παρά ταύτα, για την προστασία των τρίτων καθιερώνεται ένα διάστημα 16 ημερών, από την επομένη μέρα της λήξης του ασφαλιστηρίου, μέσα στο οποίο εάν συμβεί ατύχημα, καλύπτονται οι τρίτοι.  

Σε σχέση όμως με το διάστημα αυτό των 16 ημερών, θα ήθελα να κάνω τις εξής επισημάνσεις.

1ονΘεωρώ ότι η άνω διάταξη θεσπίστηκε μόνο για την προστασία των τρίτων, και για το λόγο αυτό, δεν γεννά δικαιώματα του ασφαλισμένου έναντι του ασφαλιστή.

Ο ασφαλισμένος οφείλει, πριν τη λήξη της σύμβασής του να πληρώσει τα ασφάλιστρα και να την ανανεώσει με τον ίδιο ασφαλιστή, ή να συνάψει νέα σύμβαση με άλλο ασφαλιστή, η οποία να αρχίζει από την επομένη της ημέρας λήξης της συμβάσεως, ώστε να μην υπάρχει κενό διάστημα. Έτσι εάν μέσα στο διάστημα αυτό των 16 ημερών, συμβεί ατύχημα, και εναχθεί από τον παθόντα, δεν πρέπει να έχει την αξίωση ελευθερώσεως κατά του ασφαλιστή. Για τον ίδιο λόγο, θεωρώ ότι ο ασφαλιστής που αποζημιώνει δικαστικά ή εξώδικα τον τρίτο παθόντα, έχει δικαίωμα  να ζητήσει από τον λήπτη της ασφάλισης και κάθε πρόσωπο που η ευθύνη του καλύπτεται από το ασφαλιστήριο (οδηγό, κάτοχο, ιδιοκτήτη, αντισυμβαλλόμενο), τηνανάκτηση του ποσού που υποχρεώθηκε να καταβάλει στον τρίτο παθόντα. Αυτό είναι δίκαιο γιατί ο ασφαλιστής χωρίς είσπραξη ασφαλίστρων, δεν μπορεί να επιβαρύνεται με τις ζημίες, και αυτός που τελικά πρέπει να επιβαρυνθεί τη ζημία είναι ο ιδιοκτήτης και κάτοχος του οχήματος, ο οποίος παρά το γεγονός ότι γνώριζε ότι λήγει η ασφάλισή του, δεν φρόντισε να την ανανεώσει ή να συνάψει νέα.

2ον) Παρά τη διατύπωση του νόμου ότι «Η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να αντιτάξει τη λήξη της ασφαλιστικής σύμβασης έναντι του ζημιωθέντος τρίτου, μετά την πάροδο δεκαέξι (16) ημερών από την επομένη της ημερομηνίας που ορίζεται με το ασφαλιστήριο ότι λήγει η ισχύς της», επειδή δεν μπορεί να ισχύουν ταυτόχρονα δύο ασφαλίσεις, σε περίπτωση που ο ασφαλισμένος μέσα στο διάστημα των 16 ημερών από τη λήξη της ασφάλισης, συνάψει νέα ασφάλιση με άλλο ασφαλιστή, όπως οφείλει να πράξει, τότε θα πρέπει να εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρου 11 παρ. 3 του ΠΔ 237/86, η οποία δεν καταργείται με το νέο νόμο, που ορίζει ότι «3. Αν υπάρχουν διαδοχικές ασφαλίσεις, ισχύει μόνο η τελευταία και αποκλειστικά υπόχρεος για την καταβολή της αποζημίωσης στον ζημιωθέντα τρίτο είναι ο τελευταίος ασφαλιστής. Οι προγενέστερες ασφαλίσεις είναι αυτοδικαίως άκυρες, χωρίς να απαιτείται γνωστοποίηση ή καταγγελία», και κατ’ εφαρμογή της διατάξεως αυτής από την ημέρα σύναψης της νέας ασφάλισης, ισχυρή έναντιπάντων, θα πρέπει να θεωρείται μόνο η νέα ασφάλιση, και αποκλειστικά υπόχρεος έναντι των τρίτων, θα πρέπει να είναι ο τελευταίος ασφαλιστής.

Μάλιστα για να γίνει πιο κατανοητό αυτό που εννοώ, θα δώσω το εξής παράδειγμα. Ασφαλιστική σύμβαση λήγει στις 15.6.2014. Ο ασφαλισμένος δεν καταβάλει τα ασφάλιστρα της επόμενης ασφαλιστικής περιόδου. Όμως από τις20.6.2014 προβαίνει σε ασφάλιση του αυτοκινήτου του, σε άλλο ασφαλιστή. Στις22.6.2014, ήτοι μέσα στο διάστημα των 16 ημερών από τη λήξη και μη ανανέωση της πρώτης ασφαλιστικής σύμβασης, προκαλεί ατύχημα. Θεωρώ ότι τη ζημία του τρίτου παθόντα, οφείλει να την αποζημιώσει μόνο ο νέος ασφαλιστής, ο οποίος άλλωστε έχει εισπράξει ασφάλιστρα για το διάστημα αυτό, και ο προηγούμενος ασφαλιστής, παρά το ότι δεν παρήλθαν 16 μέρες από τη λήξη και μη ανανέωση της πρώτης ασφάλισης, πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν μπορεί να εναχθεί από τον τρίτο παθόντα.

Αντίθετη άποψη ότι τη ζημία θα καλύψει ο πρώτος ασφαλιστής,  ή και ο πρώτος ασφαλιστής, είναι αντίθετη με το πνεύμα και το σκοπό του νόμου.

 

 

Α3) Απόδειξη  ασφαλιστικής κάλυψης

 

ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΕΝ ΕΠΙΔΙΚΙΑ – ΕΠΙΜΗΚΥΝΣΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗΣ ΣΤΙΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΒΛΑΒΗΣ ΣΩΜΑΤΟΣ Ή ΥΓΕΙΑΣ ΣΥΝΕΠΕΙΑ ΤΡΟΧΑΙΟΥ ΑΤΥΧΗΜΑΤΟΣ

Για να διαβάστε περισσότερα πατήστε εδώ

 


 

 

 

 

 

 

 

 

 

Άρθρο 5 παρ. 2 εδ. Γ και Δ ΠΔ 237/86.

«2. Η κατά το άρθρο 2 ασφαλιστική κάλυψη:

Γ. αποδεικνύεται, έναντι των οργάνων που είναι αρμόδια για την επιβολή των κυρώσεων της παραγράφου 4 του παρόντος, από την κατοχή του ασφαλιστηρίου, το οποίο αποστέλλει ο ασφαλιστής στον ασφαλισμένο ή τον λήπτη της ασφάλισης εντός πέντε (5) ημερών από την είσπραξη του ασφαλίστρου.

Δ. Σε περίπτωση ελέγχου από όργανα, που είναι αρμόδια για την επιβολή των κυρώσεων, εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος των πέντε (5) ημερολογιακών ημερών αρκεί η προσκόμιση της απόδειξης πληρωμής του απαιτούμενου ποσού ασφάλισης του οχήματος.».

 

Σε σχέση με τις παραπάνω διατάξεις θεωρώ ότι θα πρέπει να επισημανθούντα εξής:

Ότι το ασφαλιστήριο εξακολουθεί να μην είναι συστατικό της ασφάλισης, αλλά αποδεικτικό αυτής.

Ότι ως προς την απόδειξη πληρωμής του απαιτούμενου ποσού ασφάλισης του οχήματος, η οποία επίσης αποτελεί αποδεικτικό της ασφάλισης, παρά το γεγονός ότι ο νόμος ορίζει ότι αυτή αποτελεί αποδεικτικό της ασφάλισης για το διάστημα των 5 ημερολογιακών ημερών από την είσπραξη του ασφαλίστρου, παρά ταύτα θα πρέπει να γίνεται δεκτή και μετά το διάστημα αυτό, αφού τις συνέπειες της εκ μέρους του ασφαλιστή τυχόν παραβίασης της υποχρέωσης του να αποστείλει στον ασφαλισμένο το ασφαλιστήριο, η οποία μπορεί να οφείλεται σε τεχνικούς ή άλλους λόγους, δεν μπορεί να τις υφίσταται ο ασφαλισμένος.

Μάλιστα , λόγω της μεγάλης σημασίας που δίνεται, μεγαλύτερης και αυτού ακόμη του ασφαλιστηρίου, στην απόδειξη πληρωμής του απαιτούμενου ποσού ασφάλισης του οχήματος, αφού η καταβολή του ασφαλίστρου αποτελεί προϋπόθεση έναρξης της ασφαλιστικής κάλυψης, πρέπει κατά την άποψή μου να είναι ξεχωριστή από το ασφαλιστήριο, και για την ασφάλεια των συναλλαγών, θα πρέπει με απόφαση της Εποπτεύουσας Αρχής, να καθοριστεί η ακριβής μορφή και τα στοιχεία που πρέπει να καταγράφονται στην απόδειξη αυτή.

 

 

ΒΑνανέωση ασφαλιστικής κάλυψης

 

Άρθρο 5 παρ. 2β ΠΔ 237/86  

«Ανανέωση της ασφαλιστικής σύμβασης επιτρέπεται μόνον μετά την εμπρόθεσμη καταβολή του ασφαλίστρου της επόμενης ασφαλιστικής περιόδου, το αργότερο έως την λήξη της ισχύουσας ασφαλιστικής σύμβασης».

Από την άνω διάταξη προκύπτουν τα εξής :

1ον) Καταργείται η αυτόματη ανανέωση της ασφάλισης αυτοκινήτου, που αποτελούσε θεμελιώδη θεσμό του προϊσχύοντος δικαίου, και ενσάρκωνε την φιλοσοφία και το σκοπό του νόμου, που ήταν η υποχρεωτικότητα της ασφάλισης για την προστασία των τρίτων.

Βέβαια είχε γίνει τόση κατάχρηση της αυτόματης ανανέωσης από την πλευρά σημαντικού αριθμού ασφαλισμένων, που κατέστησε αναγκαία την κατάργηση αυτής.

Προϋπόθεση πλέον ανανέωσης της σύμβασης, είναι η εμπρόθεσμη καταβολή του ασφαλίστρου της επόμενης ασφαλιστικής περιόδου, το αργότερο έως την λήξη της ισχύουσας ασφαλιστικής σύμβασης.

Συνεπώς, εάν μέχρι την λήξη της ασφαλιστικής περιόδου που αναφέρεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, δεν καταβληθεί το ασφάλιστρο της επόμενης ασφαλιστικής περιόδου, η σύμβαση λήγει και δεν μπορεί να ανανεωθεί. Θεωρώ ότι εάν το ασφάλιστρο καταβληθεί έστω και με μία μέρα καθυστέρηση, τότε θα πρέπει να συναφθεί νέα σύμβαση, και δεν μπορεί να γίνει ανανέωση αυτής που έληξε.

Βέβαια και στην περίπτωση της ανανέωσης, σε περίπτωση που ο ασφαλιστής, παρά την μη είσπραξη των ασφαλίστρων, παραδώσει το ανανεωτήριο,κατ’ ανάλογη εφαρμογή, θα πρέπει να ισχύσουν όσα αναφέρω παραπάνω, για την περίπτωση που παρά τη μη καταβολή των ασφαλίστρων, ο ασφαλιστής παραδώσει το ασφαλιστήριο.

 

2ονΗ ανανέωση της ασφαλιστικής σύμβασης, υπό τον όρο καταβολής των ασφαλίστρων, πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι αναγκαστική για τον ασφαλιστή, ενώ για τον ασφαλισμένο, είναι απολύτως βέβαιο ότι δεν είναι αναγκαστική, αφού εάν δεν θέλει την ανανέωση του ασφαλιστηρίου του, απλώς δεν καταβάλλει τα ασφάλιστρα της επόμενης ασφαλιστικής περιόδου, οπότε λήγει η ασφάλιση και δεν ανανεώνεται.

Η υποχρεωτικότητα της ανανέωσης για τον ασφαλιστή προκύπτει από το γεγονός ότι στο νέο άρθρο 11α , δεν επαναλαμβάνεται η παρ. 4 του καταργούμενου άρθρου 11α ΠΔ 237/86 που προέβλεπε ότι «Η ασφαλιστική σύμβαση ισχύει για όσο χρόνο ορίζεται στο ασφαλιστήριο και ανανεώνεται κάθε φορά, αυτοδικαίως, για ίσο χρόνο, εκτός εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη γνωστοποιήσει στο άλλο, με συστημένη επιστολή ή επί αποδείξει, την εναντίωσή του τριάντα (30) ημέρες πριν από τη λήξη της ασφαλιστικής σύμβασης».

Συνεπώς, με τη μη επανάληψη της άνω διάταξης που έδιδε το δικαίωμα και στον ασφαλιστή να εναντιωθεί, και μάλιστα χωρίς καμία αιτιολόγηση, στην ανανέωση της ασφαλιστικής σύμβασης, δεν υπάρχει πλέον δικαίωμα στον ασφαλιστή να αρνηθεί την ανανέωση της ασφαλιστικής  σύμβασης.

 

 

Γ) Πρόωρη λήξη της ασφαλιστικής σύμβασης

 

Με τις νέες διατάξεις, παρά την πλήρη αντικατάσταση του άρθρου 11α του ΠΔ 237/86, παρά ταύτα δεν έχουμε σημαντικές τροποποιήσειςσχετικά με την πρόωρη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης. Ειδικότερα όπως και με το προϊσχύον άρθρο 11α, όπως τούτο είχε προστεθεί με το Νόμο 3557/2007 , η ασφαλιστική σύμβαση μπορεί να λυθεί προώρως με 3 τρόπους :

 

α) Οποτεδήποτε με συμφωνία των μερών.

Άρθρο 11α  παρ. 1 ΠΔ 237/86  

«Τα μέρη που συμβάλλονται στην ασφαλιστική σύμβαση μπορούν να λύουν αυτήν, οποτεδήποτε, με έγγραφη συμφωνία».

Σε σχέση με την λύση της ασφάλισης με συμφωνία των μερών, θα πρέπει να σημειωθούν τα εξής :

1ον)  Ο νόμος αρκείται στο ιδιωτικό έγγραφο και δεν λαμβάνει καμία πρόνοια για πιστοποίηση της ακριβούς ημερομηνίας και ώρας υπογραφής του εγγράφου.

2ονΕπίσης, αν και ο νόμος δεν αναφέρει από πότε επέρχονται τα αποτελέσματα της συμφωνίας, θεωρώ ότι ως προς τα συμβαλλόμενα μέρη, τα αποτελέσματα επέρχονται από την ημέρα υπογραφής του εγγράφου και από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη. Σε τούτο συνηγορεί και το γεγονός ότι στην περίπτωση καταγγελίας εκ μέρους του ασφαλισμένου, για την οποία θα αναφερθώ παρακάτω, τα αποτελέσματα ως προς τα συμβαλλόμενα μέρη επέρχονται άμεσα από την ημερομηνία περιέλευσης αυτής στην ασφαλιστική επιχείρηση. Βέβαια εάν η υπογραφή δεν γίνει ταυτόχρονα, τότε θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ημερομηνία της τελευταίας υπογραφής.

 

βΜε καταγγελία του λήπτη της ασφάλισης ή/και του ασφαλισμένου.

Άρθρο 11α  παρ. 2 ΠΔ 237/86  

«2. Ο λήπτης της ασφάλισης ή/και ο ασφαλισμένος μπορούν να καταγγέλλουν την ασφαλιστική σύμβαση οποτεδήποτε, με επιστολή που αποστέλλεται είτε με μορφή τηλεομοιοτυπίας είτε ηλεκτρονικά, στα στοιχεία επικοινωνίας που αναγράφει η ασφαλιστική επιχείρηση στην επίσημη ιστοσελίδα της και στα κάθε είδους έντυπά της. Τα αποτελέσματα της καταγγελίας ως προς τα συμβαλλόμενα μέρη επέρχονται άμεσα από την ημερομηνία περιέλευσης αυτής στην ασφαλιστική επιχείρηση». 

 

Ενώ ο τρόπος αυτός πρόωρης λύσης της ασφαλιστικής σύμβασης, υπήρχε και στο αντικατασταθέν άρθρο 11α, οι νέες διατάξεις έχουν επιφέρει τροποποιήσειςστα εξής ζητήματα.

Καταρχήν διευρύνεται και απλουστεύεται ο τρόπος της καταγγελίας και προβλέπεται πλέον ότι η καταγγελία μπορεί να γίνει «με επιστολή που αποστέλλεται είτε με μορφή τηλεομοιοτυπίας είτε ηλεκτρονικά, στα στοιχεία επικοινωνίας που αναγράφει η ασφαλιστική επιχείρηση στην επίσημη ιστοσελίδα της και στα κάθε είδους έντυπά της», ενώ προηγουμένως η καταγγελία μπορούσε να γίνει μόνο «με γραπτή δήλωση η οποία επιδίδεται στον ασφαλιστή ή σε εξουσιοδοτημένο από αυτόν διαμεσολαβητή, επί αποδείξει».

Επιπλέον έχουμε διαφοροποίηση ως προς τον χρόνο επέλευσης των αποτελεσμάτων της καταγγελίας ως προς τα συμβαλλόμενα μέρη. Έτσι ενώ με τις καταργούμενες διατάξεις ορίζονταν ότι «τα αποτελέσματα της καταγγελίας επέρχονται μετά την πάροδο τριάντα (30) ημερών από την περιέλευση αυτής στον ασφαλιστή», με τις νέες διατάξεις τα αποτελέσματα επέρχονται άμεσα αφού ορίζεται ότι «Τα αποτελέσματα της καταγγελίας ως προς τα συμβαλλόμενα μέρη επέρχονται άμεσα από την ημερομηνία περιέλευσης αυτής στην ασφαλιστική επιχείρηση».

 

γ)  Με καταγγελία του ασφαλιστή.

Άρθρο 11α  παρ. 3 και 4  ΠΔ 237/86  

«3.Η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί, με επιστολή, να καταγγείλει την ασφαλιστική σύμβαση μόνο για παράβαση ουσιώδους όρου αυτής από τον λήπτη της ασφάλισης ή τον ασφαλισμένο και βαρύνεται με την απόδειξη της παράβασης. Με τη δήλωση της καταγγελίας, η οποία απευθύνεται στο λήπτη της ασφάλισης ή/και τον ασφαλισμένο, γνωστοποιείται ότι, η μη συμμόρφωσή τους με τον παραβιασθέντα ουσιώδη όρο εντός τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της καταγγελίας, επιφέρει τη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης. 

4.Η επιστολή της προηγούμενης παραγράφου αποστέλλεται στη διεύθυνση της κατοικίας ή διαμονής του λήπτη της ασφάλισης ή/και του ασφαλισμένου που αναγράφεται στο ασφαλιστήριο. Ως κατοικία ή διαμονή, θεωρείται και η τελευταία διεύθυνση που ο λήπτης της ασφάλισης ή/και ο ασφαλισμένος δήλωσε εγγράφως στην ασφαλιστική επιχείρηση. Τα αποτελέσματα της επιστολής επέρχονται ανεξάρτητα από την άρνηση του λήπτη της ασφάλισης ή/και του ασφαλισμένου να παραλάβουν αυτή ή τη μη ανεύρεσή τους στις διευθύνσεις κατοικίας, ή διαμονής ή τη μη προσέλευσή τους στο ταχυδρομείο για την παραλαβή της».

Πρόκειται για επανάληψη της ρύθμισης του Ν. 3557/2007, με κάποιες μικρές τροποποιήσεις. Ειδικότερα :

Με τις καταργούμενες διατάξεις η καταγγελία του ασφαλιστή έπρεπε να γίνει «με γραπτή δήλωση» η οποία έπρεπε να επιδοθεί στον λήπτη της ασφάλισης και τον ασφαλισμένο με συστημένη επιστολή ή επί αποδείξει.  

 

Με τις νέες διατάξεις ο νόμος περιορίζεται στην απλή επιστολή, η οποία αποστέλλεται στη διεύθυνση της κατοικίας ή διαμονής του λήπτη της ασφάλισης ή/και του ασφαλισμένου που αναγράφεται στο ασφαλιστήριο, και λόγω του διαζευκτικού, σε περίπτωση που ο λήπτης της ασφάλισης και ο ασφαλισμένος δεν είναι το ίδιο πρόσωπο, αρκεί η αποστολή της επιστολής στο ένα εκ των δύο προσώπων.  Το περίεργο είναι  ότι ενώ ο νέος νόμος επιφέρει τροποποιήσεις στο άρθρο 6 του ΠΔ 237/86 και ορίζει ότι «Όπου προβλέπεται έγγραφη επικοινωνία του ασφαλιστή με τον λήπτη της ασφάλισης ή τον ασφαλισμένο ή τον δικαιούχο αποζημίωσης, η επικοινωνία αυτή μπορεί να γίνεται είτε με επιστολή είτε με ηλεκτρονική αλληλογραφία ή τηλεομοιοτυπία ή με αποστολή μηνύματος σε συσκευή κινητής τηλεφωνίας, σε στοιχεία επικοινωνίας που οι τελευταίοι έχουν δηλώσει εγγράφως ή με νόμιμα ηχογραφημένη συνομιλία ότι επιθυμούν μέσω αυτών να συναλλάσσονται με τον ασφαλιστή.», παρά ταύτα στην καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης, δεν παραπέμπει στο άνω άρθρο, και επιβάλλει η καταγγελία να γίνεται με επιστολή. Ίσως ερμηνευτικά να πρέπει να γίνουν δεκτοί και οι θεσπιζόμενοι νέοι τρόποι επικοινωνίας, αφού ο σκοπός του νόμου, εξυπηρετείται και με αυτούς του τρόπους.    

 

Όμως και η νέα ρύθμιση, για την καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης εκ μέρους του ασφαλιστή, όπως και η προϊσχύουσα, είναι εντελώς απαράδεκτη αφούπέραν του ότι είναι πρακτικά δυσεφάρμοστη, το κυριότερο δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου. Και τούτο γιατί πέραν του ότι δεν εξειδικεύει την έννοια της παράβασης ουσιώδους όρουτο κυριότερο θέτει ζητήματα αποδείξεως, τα οποία μόνο δικαστικά μπορούν να επιλυθούν. Όμως η ανά πάσα στιγμή ύπαρξη έγκυρης ασφαλιστικής σύμβασης, δεν πρέπει να εξαρτάται από την εκ των υστέρων απόδειξη γεγονότωνκαι προϋποθέσεων.

Για το λόγο αυτό θεωρώ ότι η άνω διάταξη θα πρέπει να ερμηνευτεί ως εξής : Η εκ μέρους του ασφαλιστή καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης και ηενημέρωση του Κέντρου Πληροφοριών, ότι κατήγγειλε την ασφαλιστική σύμβαση λόγω παράβασης ουσιώδους όρου από τον λήπτη της ασφάλισης ή τον ασφαλισμένο, η οποία κατά το νόμο κοινοποιείται στο Κέντρο Πληροφοριών μετά 30 μέρες από την καταγγελία, επιφέρει άνευ άλλης προϋποθέσεως την μεταξύ των συμβαλλομένων λήξη της ασφαλιστικής σύμβασης.

Ακόμη και εάν ο λήπτης της ασφάλισης, αμφισβητεί την παράβαση ουσιώδους όρου, για να προστατεύσει τα συμφέροντα του, και εφόσον ο ασφαλιστής, πριν την λήξη των 30 ημερών, δεν ανακαλέσει την καταγγελία, θα πρέπει μέσα στην προθεσμία των 30 ημερών, να προβεί σε σύναψη νέαςασφαλιστικής σύμβασης, χωρίς να χάνει το δικαίωμα να ενάγει τον ασφαλιστή, για την ζημία που υφίσταται από την άκαιρη καταγγελία  της ασφαλιστικής σύμβασης, και τότε ο ασφαλιστής, για να απαλλαγεί θα πρέπει να αποδείξει την παράβαση του ουσιώδους όρου.

Επιχείρημα υπέρ της άνω ερμηνείας αποτελεί και το γεγονός ότι ο νόμος δεν απαιτεί πραγματική επίδοση της επιστολής, και ορίζει ότι  «Τα αποτελέσματα της επιστολής επέρχονται ανεξάρτητα από την άρνηση του λήπτη της ασφάλισης ή/και του ασφαλισμένου να παραλάβουν αυτή ή τη μη ανεύρεσή τους στις διευθύνσεις κατοικίας, ή διαμονής ή τη μη προσέλευσή τους στο ταχυδρομείο για την παραλαβή της».

Σημειωτέον ότι ανάλογη ερμηνεία έχει δοθεί από τη νομολογία και στο άρθρο 766 ΑΚ, σε σχέση με τη καταγγελία  εταιρίας ορισμένου χρόνου,  το οποίο ορίζει τα εξής : «Η εταιρία που έχει συσταθεί  για  ορισμένο  χρόνο  λύνεται  με  καταγγελία  πριν  περάσει  ο χρόνος αυτός, αν υπάρχει σπουδαίος λόγος. Αντίθετη συμφωνία, που περιορίζει με προθεσμία ή  με  άλλον  τρόπο  το  δικαίωμα αυτό της καταγγελίας, είναι άκυρη». Έτσι ενώ από το γράμμα του νόμου φαίνεται ότι ο σπουδαίος λόγος αποτελεί προϋπόθεση της λύσης της εταιρίας, («λύνεται … αν υπάρχει σπουδαίος λόγος»), παρά ταύτα, παγίως η νομολογία δέχεται ότι η καταγγελία από μόνη της επιφέρει τη λύση της εταιρίας, και η απόδειξη της ανυπαρξίας σπουδαίου λόγου δεν επιφέρει σε καμία περίπτωση αναβίωση της εταιρείας. Δημιουργείται μόνο υποχρέωση του καταγγέλλοντος σε αποζημίωση των λοιπών εταίρων, και ο καταγγέλλων για να απαλλαγεί πρέπει να αποδείξει το σπουδαίο λόγο. (βλ. ενδεικτ.AΠ 426/78 NoB 27, 192, AΠ 700/73 NoB    22. 187, AΠ 156/72 NoB 20. 756, AΠ 131/ 70 NoB 18. 818 και Εφ. Πατρ. 415/2003 – ΝΟΜΟΣ).

 

 

Πρόωρη λήξη της ασφαλιστικής σύμβασης και δικαιώματα τρίτων

 

Άρθρο 11α  παρ. 5  ΠΔ 237/86  

«Σε κάθε περίπτωση πρόωρης λήξης της ισχύος της σύμβασης ασφάλισης σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου, η ασφαλιστική επιχείρηση ενημερώνει σχετικά το Κέντρο Πληροφοριών του Επικουρικού Κεφαλαίου. Ειδικά στην περίπτωση της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, η ενημέρωση δεν μπορεί να γίνει νωρίτερα από την 30ή ημέρα από την αποστολή της σχετικής επιστολής. Η ασφαλιστική επιχείρηση δύναται να αντιτάξει έναντι του τρίτου ζημιωθέντος τη λύση της σύμβασης ασφάλισης μόνον μετά την πάροδο δεκαέξι (16) ημερών από την ενημέρωση των προηγούμενων εδαφίων.». 

 

Η άνω διάταξη με την οποία  καθιερώνεται υποχρέωση του ασφαλιστή να ενημερώνει σχετικά το Κέντρο Πληροφοριών του Επικουρικού Κεφαλαίου, για κάθε περίπτωση πρόωρης λύσης της ασφάλισης, και η ρύθμιση ότι η ασφαλιστική επιχείρηση δύναται να αντιτάξει έναντι του τρίτου ζημιωθέντος τη λύση της σύμβασης ασφάλισης μόνον μετά την πάροδο δεκαέξι (16) ημερών από την ενημέρωση, αποτελεί δικλείδα ασφαλείας των δικαιωμάτων των τρίτων.

 

Σε σχέση με την άνω διάταξη αξίζει να σημειωθεί ότι ορθά ορίζεται στην περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης από τον ασφαλιστή, ότι η ενημέρωση του Κέντρου Πληροφοριών δεν μπορεί να γίνει νωρίτερα από την 30ή ημέρα από την αποστολή της σχετικής επιστολής, αφού στο διάστημα αυτό των 30 ημερών, ο ασφαλισμένος μπορεί να συμμορφωθεί με τον παραβιασθέντα ουσιώδη όρο, και να πείσει τον ασφαλιστή να μην προχωρήσει στο δεύτερο στάδιο της καταγγελίας, που είναι η  ενημέρωση του Κέντρου Πληροφοριών, και να ανακαλέσει την καταγγελία, οπότε η καταγγελία δεν παράγει έννομες συνέπειες.

 

Βέβαια η άνω διάταξη ρυθμίζει τις έναντι τρίτων συνέπειες της πρόωρης λήξης της ασφαλιστικής σύμβασης. Όμως, όπως έχω αναφερθεί παραπάνω, για τα συμβαλλόμενα μέρη τα αποτελέσματα της πρόωρης λήξης της ασφαλιστικής σύμβασης επέρχονται ενωρίτερα και δεν εξαρτώνται από την αναγγελία στο ΚέντροΠληροφοριών, και ειδικότερα στη συμβατική ακύρωση αμέσως με την υπογραφή της συμφωνίας, στην καταγγελία από τον ασφαλισμένο αμέσως με την περιέλευση αυτής στον ασφαλιστή, ενώ στην καταγγελία από τον ασφαλιστή, με την πάροδο των 30 ημερών από την κοινοποίηση της επιστολής καταγγελίας στον λήπτη της ασφάλισης ή/και τον ασφαλισμένοΈτσι θεωρώ ότι για τα ατυχήματα που τυχόν συμβούν μέσα στο διάστημα των δεκαέξι (16) ημερών από την ενημέρωση του Κέντρου Πληροφοριών πρέπει, για τον ίδιο αιτιολογικό λόγο, να ισχύσουν ανάλογα, όλα όσα και για το διάστημα των δεκαέξι (16) ημερών, από τη λήξη και μη ανανέωση της ασφαλιστικής σύμβασης, όπως τα έχω αναπτύξει παραπάνω.

 

Δ) Κατάργηση προσωρινής κάλυψης

 

Με τις νέες διατάξεις καταργείται εξολοκλήρου η παρ. 1 του άρθρου 6α του π.δ. 237/1986, που ρύθμιζε ζητήματα προσωρινής κάλυψης, και συνεπώς πλέον δεν επιτρέπεται η σύναψη σύμβασης προσωρινής κάλυψης.

Ε) Κατάργηση ειδικού σήματος

 

Με τις τελικές διατάξεις του άρθρου 169 του Ν. 4261/2014, «Καταργείται η υπ’ αριθμ. Κ4/2674/14.12.1977 (Β' 1291) Απόφαση του Υπουργού Εμπορίου.». Πρόκειται για την απόφαση που ρύθμιζε τα ζητήματα του ειδικού σήματος και της βεβαίωσης ασφάλισης. Με την κατάργηση λοιπόν της απόφασης αυτής, καταργείται το ειδικό σήμα και η βεβαίωση ασφάλισης και αποδεικτικό στοιχείο της ασφάλισηςείναι το ασφαλιστήριο και η απόδειξη πληρωμής του απαιτούμενου ποσού ασφάλισης, σύμφωνα με τα όσα ορίζονται πλέον στο άρθρο 5 παρ. 2 εδ. Γ και Δ ΠΔ 237/86.

Τελειώνοντας ελπίζω το άρθρο μου να αποτελέσει την αρχή ενός γόνιμου επιστημονικού διαλόγου.

 

ΕΛΕΝΗ ΜΕ ΠΛΑΓΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ newsletters prev1

legal bank

Newsletter

ΚΑΛΑΘΙ ΑΓΟΡΩΝ

Το καλάθι σας είναι άδειο.