210 9824002 | 6977 000 500 | Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.   |

Εισήγηση Αντιπ/ρου Α.Π. Βασιλικής Θάνου στις διαφορές για ζημιές από αυτοκίνητο άρθρο 681 Α' ΚΠολΔπ

 

Το παρόν άρθρο αποτέλεσε εισήγηση που παρουσιάστηκε στις 20-09-2014 στο 5ο Πανελλήνιο Νομικό Συνέδριο που διοργάνωσε η Επιθεώρηση Συγκοινωνιακού Δικαίου σε συνεργασία με τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών το διήμερο 19/20-09-2014 στην Αθήνα, με θέμα «Το Τροχαίο Ατύχημα-Αστική και Ποινική ευθύνη των εμπλεκομένων μερών».

Ζητήματα από την πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου, στις διαφορές για ζημιές από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση της ασφάλισής του (άρθρο 681Α' ΚΠολΔ).
Βασιλικής Θάνου – Χριστοφίλου, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου.
Στην εισήγηση αυτή έγινε επιλογή ορισμένων ζητημάτων, που παρουσιάζουν ενδιαφέρον, από την πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου και συγκεκριμένα από τη νομολογία του Δ΄ Τμήματος, το οποίο ασχολείται με τις διαφορές του άρθρου 681 ΑΚΠολΔ.
Α) Δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων για τις διαφορές από απαιτήσεις αποζημίωσης, για ζημιές που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο του Δημοσίου (ΑΠ329/2014)

Mε το άρθρο 48 παρ. 1 Ν.3900 2010, ΦΕΚ Α 213/17.12.2010 ορίστηκαν τα ακόλουθα. "Στην περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου Ι Ν. 1406/1983 (ΦΕΚ 182 Α 9 προστίθενται εδάφια ως εξής. "Εξαιρούνται οι διαφορές που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης οποιασδήποτε μορφής για ζημίες που έχουν προκληθεί από αυτοκίνητο. Οι διαφορές αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Η ισχύς του προηγούμενου εδαφίου αρχίζει τρεις, μήνες μετά τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα Κυβερνήσεως". Από τη νεοπαγή αυτή διάταξη προκύπτει ότι στο πλαίσιο της δυνατότητας που παρέχεται με το αρθ. 94 παρ.3 του Συντάγματος για την μεταφορά αρμοδιοτήτων στα πολιτικά ή διοικητικά δικαστήρια προκειμένου να επιτυγχάνεται ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μεταφέρονται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων οι διαφορές που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης οποιασδήποτε μορφής για ζημιές που έχουν προκληθεί από αυτοκίνητα (του Δημοσίου) δεδομένου ότι, στις διαφορές αυτές κατά κανόνα δεν τίθενται θέματα δημοσίου δικαίου. Η εφαρμογή της διάταξης αυτής αρχίζει από 18-3-2011, αφού η δημοσίευση του στο ΦΕΚ έγινε την 17-12-2010 και καταλαμβάνει όλες τις απαιτήσεις που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης οποιασδήποτε μορφής, για ζημιές από αυτοκίνητα που έχουν προκληθεί, δηλαδή, και εκείνες οι οποίες γεννήθηκαν και κατέστησαν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές, πριν από την άνω ημερομηνία, (18-3-2011), που τέθηκε σε ισχύ η με αριθμό 48 παρ. 3 διάταξη του νόμου 3900/2010, δεδομένου ότι, ούτε μεταβατική διάταξη που να ορίζει το αντίθετο θεσπίστηκε, ούτε δικαιολογητικός λόγος περί τούτου, (αντιθέτου), προκύπτει από το κείμενο του νόμου, ενώ, η αιτία και ο λόγος εφαρμογής του που είναι, ο εξορθολογισμός διαδικασιών και επιτάχυνση της διαδικασίας της διοικητικής δίκης επιτυγχάνεται ,πλήρως ,με την εκδίκαση όλων των διαφορών που έχουν ήδη προκληθεί από τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια.
Συνεπώς, από την 18-3-2011 όλες οι απαιτήσεις αποζημίωσης από αυτοκίνητα και αν ακόμη κατέστησαν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές, πριν από την άνω ημερομηνία, εισάγονται προς εκδίκαση στα τακτικά πολιτικά δικαστήρια. Με βάση την ανωτέρω, νομική σκέψη, ο Άρειος Πάγος αποφάνθηκε, (ΑΠ 329/2014) ότι ορθώς το δίκασαν Εφετείο έκρινε ότι είχε δικαιοδοσία και επί της ένδικης απαιτήσεως αποζημιώσεως από αυτοκίνητο του Δημοσίου, παρά το γεγονός ότι είχε γεννηθεί την 9-10-2006, ήτοι πριν την ημερομηνία θέσης σε ισχύ του άνω νόμου, αφού, κατά τον χρόνο καταθέσεως του δικογράφου της 266/23-3-2011 αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων είχε ήδη μεταφερθεί, (από 18-3-2011), η δικαιοδοσία στα τακτικά πολιτικά δικαστήρια όλων των απαιτήσεων αποζημίωσης από αυτοκίνητα που "έχουν προκληθεί" ανεξάρτητα αν γεννήθηκαν πριν την θέση σε ισχύ του άνω νόμου.
Β) Περιπτώσεις εξαίρεσης του ασφαλιστή από την ασφαλιστική κάλυψη.

 

Για να διαβάσετε τό πλήρες κείμενο της εισήγησης θα πρέπει να είστε συνδρομητής στην Επιθεώρηση Συγκοινωνιακού Δικαίου ή στην
Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ο Σόλων που σήμερα χρησιμοποιούν πάνω από 10.000 χρήστες.

Εάν επιθυμείτε να γίνεται τώρα συνδρομητής και νά λάβετε άμεσα στο email σας και σύνοψη της σημαντικότερης Νομολογίας- Αρθρογραφίας - Νομοθεσίας τωντελευταίων μηνών τότε πατήστε εδώ (Για εγγραφή στο περιοδικό)
ή πατήστε εδώ (Για εγγραφή στην Τράπεζα Πληροφοριών).
Για άμεση επικοινωνία καλέστε το 210.9833010 ή το 6977.000500 Email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Εάν είστε συνδρομητής πατήστε το σύνδεσμο απο κάτω και συμπηρώστε τους κωδικούς σας.

 

Επιτάχυνση του χρόνου αποζημίωσης από το Επικουρικό Κεφάλαιο σε ειδικές περιπτώσεις

Για να διαβάσετε περισσότερα πατήστε εδώ        





Ι. αγωγή εξ αναγωγής του ασφαλιστή (άρθ. 6β§1 Ν489/1976)
1) Η Υπαιτιότητα ενός εκάστου εκ των εναγομένων, αναγκαίο στοιχείο για την ευδοκίμηση της αναγωγής. Τα πρόσωπα, κατά των οποίων δύναται να στραφεί αναγωγικά ο ασφαλιστής, σε περίπτωση εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη (οδήγηση υπό την επήρεια μέθης ή χωρίς άδεια ικανότητας) και να ζητήσει όσα κατέβαλε ή πρόκειται να καταβάλει στον ζημιωθέντα τρίτο, είναι ο οδηγός, ο ασφαλισμένος και ο λήπτης της ασφάλισης (αντισυμβαλλόμενος). Κάθε ένα από τα πρόσωπα αυτά ευθύνεται αυτοτελώς, δηλαδή υπάρχει παράλληλη και εις ολόκληρον ευθύνη ενός εκάστου εκ των προσώπων αυτών, έναντι του ασφαλιστή (ΑΠ 1451/2009, ΑΠ 2277/2009). Τα ως άνω πρόσωπα, όμως, δεν έχουν ευθύνη εξ αναγωγής, από μόνο το γεγονός ότι φέρουν την ως άνω ιδιότητα. Προϋπόθεση είναι να μπορεί η παράβαση να αποδοθεί σε υπαιτιότητα ενός εκάστου από τα ως άνω πρόσωπα, δηλαδή του οδηγού, του ασφαλισμένου και του αντισυμβαλλομένου, εάν τα δύο τελευταία πρόσωπα είναι διαφορετικά από τον οδηγό. Ο μεν οδηγός θεωρείται αμάχητα ότι τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος, εφόσον ανιχνεύεται ποσότητα υπερβαίνουσα το όριο το καθοριζόμενο από το άρθρο 42 του ΚΟΚ. Για να κινηθεί όμως αποτελεσματικά κατ' αυτού ο μηχανισμός της αναγωγής, απαιτείται, να υπάρχει και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της οδήγησης υπό την επήρεια οινοπνεύματος και της πρόκλησης του ατυχήματος, δηλαδή θα πρέπει η πρόκληση του ατυχήματος να οφείλεται, κατά κύριο λόγο, στην οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνεύματος. Κατά συνέπεια, για τον οδηγό ο οποίος, ευρισκόμενος υπό την επήρεια οινοπνεύματος, εμπλέκεται σε ατύχημα, και δεν αντιδρά ή αντιδρά κατά τρόπο που δεν θα έπραττε άλλος νηφάλιος οδηγός, τεκμαίρεται ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της επίδρασης του οινοπνεύματος και του αποτελέσματος. Εναπόκειται στον εναγόμενο οδηγό να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι η εκ του οινοπνεύματος έλλειψη ικανότητας προς ασφαλή οδήγηση, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση του ατυχήματος, ώστε να μην τελεσφορήσει η κατ' αυτού αναγωγή του ασφαλιστή.

 

Περαιτέρω, όσον αφορά τον ασφαλιζόμενο ιδιοκτήτη ή τον αντισυμβαλλόμενο, όταν αυτοί είναι πρόσωπα διαφορετικά από τον οδηγό, προϋπόθεση για να λειτουργήσει αποτελεσματικά η κατ' αυτών αναγωγή του ασφαλιστή, είναι, όπως προαναφέρθηκε, ότι και τα πρόσωπα αυτά βαρύνονται με υπαιτιότητα, για την παράβαση, δηλαδή για το γεγονός ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου του οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος ή χωρίς άδεια. Το ζήτημα αυτό δεν ρυθμίζεται (γενικά ή ειδικά) ούτε στο άρθ. 25 της Κ4/585/1978 Υπ. απόφασης, ούτε στο Ν. 2496/1997 και η σχετική απάντηση δίδεται με προσφυγή στις γενικές διατάξεις του Α.Κ., που ρυθμίζουν τις περιπτώσεις της μη ομαλής εξέλιξης της σύμβασης (330, 335, 336, 337 ΑΚ), και καθιερώνουν την αρχή της τεκμαιρόμενης υπαιτιότητας. Επομένως, η ύπαρξη της υπαιτιότητας τεκμαίρεται, κατ' αρχήν, ότι υπάρχει και στο πρόσωπο του ασφαλιζόμενου ιδιοκτήτη του οχήματος, ο οποίος παραχώρησε την οδήγηση αυτού σε πρόσωπο, το οποίο τελεί, κατά την επέλευση του ατυχήματος, υπό την επήρεια οινοπνεύματος. Ο εναγόμενος-ιδιοκτήτης, για να καταρρίψει το εις βάρος του τεκμήριο υπαιτιότητας, πρέπει να επικαλεσθεί, κατ’ ένσταση (και να αποδείξει) ότι δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα, διότι δεν εγνώριζε ούτε μπορούσε να γνωρίζει ότι το πρόσωπο στο οποίο παραχώρησε την οδήγηση του αυτοκινήτου του δεν ήταν ικανό προς οδήγηση, κατά τον χρόνο επέλευσης τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος (ΑΠ 1497/2014, ΑΠ 736/2014, ΑΠ 1068/2013, ΑΠ 2277/2009, ΑΠ 1451/2009, ΑΠ 1357/2008, ΑΠ 1517/2006).

 

2) Η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράβασης του ασφαλιστικού βάρους και της επέλευσης του αυτοκινητικού ατυχήματος απαραίτητο στοιχείο για τον αποκλεισμό της ευθύνης του ασφαλιστή και υπό το καθεστώς της Κ4/585/1978 Υπουργικής απόφασης. Κατά την κρατήσασα στη νομολογία άποψη και υπό το νομοθετικό καθεστώς της Κ4/585/1978 υπουργικής απόφασης, η εξαίρεση του ασφαλιστή από την ασφαλιστική κάλυψη, στην περίπτωση οδήγησης υπό την επήρεια οινοπνεύματος ή έλλειψη άδειας οδηγήσεως, επέρχεται μόνον εάν η παράβαση της διάταξης, τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος, δεδομένου μάλιστα ότι, υπό το μεταγενέστερο νομοθετικό καθεστώς του Ν. 3557/2 007, ορίζεται πλέον ρητά ότι προϋπόθεση για την εξαίρεση του ασφαλιστή από την ασφαλιστική κάλυψη είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράβασης και της επέλευσης του τροχαίου ατυχήματος. (ΑΠ 1497/2014)

 

Έτσι έληξε η διαφορά απόψεων στη νομολογία για το ζήτημα αυτό, αφού ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι πρέπει η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας να αντιμετωπίζεται ενιαία, δηλαδή και για τα ατυχήματα, τα οποία έλαβαν χώρα πριν από την εφαρμογή του Ν. 3557/2007.
3) Οι ρήτρες περί αποκλεισμού της ευθύνης του ασφαλιστή δεν δύνανται να χαρακτηρισθούν ως καταχρηστικές και άκυρες, κατά το άρθρο 2 Ν2251/1994 «περί προστασίας των καταναλωτών», διότι στην περίπτωση ασφάλισης της ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτου δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του ως άνω νόμου, δεδομένου ότι η υποχρεωτική ασφάλιση της ευθύνης από αυτοκίνητο ρυθμίζεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του Ν 489/1976 & την ΑΥΕ Κ4/585/1978. (ΑΠ 215/2013, ΑΠ956/2012, ΑΠ 1609/2007).
4) περίπτωση αποκλεισμού της ευθύνης του ασφαλιστή, στην περ. 13 του άρθ. 25 της Κ4/585/1978 Υπουργικής απόφασης. Το άρθρο 25 παρ.13 αυτής ορίζει, ότι «αποκλείονται ζημίαι προξενούμεναι καθ' ον χρόνον το όχημα ωθείται δι' οιασδήποτε πλην της ιδίας αυτού δυνάμεως ή ωθείται από άλλη δύναμη εκτός της δικής του ή ωθεί άλλο όχημα ή αντικείμενο, κινούμενο σε τροχιά ή ρυμουλκεί άλλο όχημα, εκτός εάν ρητά και ειδικά έχει συμφωνηθεί η κάλυψη των περιπτώσεων αυτών, με ειδικό πρόσθετο ασφάλιστρο. Εφ' όσον με τον πιο πάνω τρόπο δημιουργείται δέσμευση του ασφαλισμένου από τον όρο του άρθρου 25 παρ. 13 της ως άνω Υπουργικής Αποφάσεως, τότε ο ασφαλιστής μπορεί ν'αξιώσει από τον πρώτο να του καταβάλει κάθε ποσό το οποίο θα καταβάλει στον τρίτο, λόγω αποζημιώσεως από το ατύχημα, με αγωγή από αναγωγή. Από το περιεχόμενο των ως άνω διατάξεων, προκύπτει σαφώς ότι ο προβλεπόμενος στο αρθ. 25 περ. 13 της Κ4/585/1978 ΥΑΕ αποκλεισμός της ευθύνης του ασφαλιστή έναντι του ασφαλισμένου του αφορά την περίπτωση, κατά την οποία το ασφαλισμένο όχημα, λόγω βλάβης ή άλλων ειδικών και έκτακτων συνθηκών είτε ωθείται είτε ωθεί ή ρυμουλκεί άλλο όχημα, διότι, στην περίπτωση αυτή, μεταβάλλεται η συνήθης χρήση του οχήματος και έτσι αυξάνονται οι πιθανότητες επέλευσης ατυχήματος και πρόκλησης ζημίας σε τρίτους. Αντίθετα, δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση, κατά την οποία το ασφαλισμένο όχημα, από την κατασκευή του και κατά τη χρήση του, χρησιμοποιείται μόνιμα ως ρυμουλκό (τράκτορας), υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι και στην άδεια κυκλοφορίας αναγράφεται ως φέρον αυτά τα χαρακτηριστικά (του ρυμουλκού). Διότι, έτσι το ρυμουλκό αυτοκίνητο ασφαλίζεται, με δεδομένη την ιδιότητα του αυτή (του ρυμουλκού), η οποία σαφώς προκύπτει από τη σχετική αναγραφή στην άδεια κυκλοφορίας και ως εκ τούτου καθίσταται γνωστή, κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης και την κατάρτιση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, στον ασφαλιστή, ο οποίος, κατά λογική συνέπεια, αναδέχεται τον κίνδυνο που ανακύπτει και τον συνυπολογίζει, για τον καθορισμό του ύψους των ασφαλίστρων, αφού η χρήση του ρυμουλκού συνίσταται στο να κυκλοφορεί έλκοντας -ρυμουλκώντας το ρυμουλκούμενο, με το οποίο αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο. Η άποψη αυτή όχι μόνο δεν καταρρίπτεται από το γεγονός ότι το ρυμουλκούμενο μπορεί να ασφαλισθεί με αυτοτελή ασφάλιση, αλλά αντίθετα ενισχύεται. Και τούτο διότι, με βάση την αρχή της επικουρικότητας της ασφάλισης του ρυμουλκούμενου, η οποία καθιερώνεται με το άρθρο 21 της Κ4/585/1978 ΚΥΑ και στην περίπτωση κατά την οποία το ρυμουλκούμενο είναι ασφαλισμένο με χωριστή ασφάλιση, αλλά η ζημία προκαλείται από το ρυμουλκό, τότε η ευθύνη καλύπτεται αποκλειστικά από την ασφάλιση του ρυμουλκού. Και μόνον εάν η εκ του ατυχήματος επελθούσα ζημία του τρίτου προκλήθηκε από το ρυμουλκούμενο, το οποίο αποσυνδέθηκε από το ρυμουλκό και ως αποσυνδεδεμένο προκάλεσε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, τότε ενεργοποιείται η ασφάλιση του ρυμουλκούμενου. Σε κάθε άλλη περίπτωση, που το ατύχημα προκαλείται από ρυμουλκό, με ρυμουλκούμενο, η ευθύνη βαρύνει το ρυμουλκό, καθόσον το ρυμουλκούμενο στερείται αυτόνομης κίνησης και κατά συνέπεια αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο με το ρυμουλκό (ΑΠ 1489/2014, ΑΠ 1322/2013).

 

Σύμφωνα με την ως άνω νομική σκέψη, ο Άρειος Πάγος, με την πολύ πρόσφατη απόφασή του (1489/2014) αποφάνθηκε ότι στην κρινόμενη περίπτωση δεν είχε εφαρμογή το άρθρο 25 αριθμ. 13 της Κ4/585/1978 Υπουργικής απόφασης, και ότι ήταν απορριπτέα η αγωγή αναγωγής της ασφαλιστικής εταιρείας, διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλόμενης απόφασης προέκυψαν ως αποδειχθέντα ότι ο τραυματισμός της παθούσας –κυρίως ενάγουσας προκλήθηκε από φορτηγό Δ.Χ –ρυμουλκό, το οποίο με τα χαρακτηριστικά αυτά είχε ασφαλισθεί και αναγραφόταν στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, δηλαδή επρόκειτο για όχημα το οποίο από την κατασκευή του και κατά την χρήση του εχρησιμοποιείτο ως ρυμουλκό, στην καμπίνα του οποίου επέβαινε η παθούσα, ως συνεπιβάτης και ο οδηγός του οποίου, από υπαιτιότητα του, απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου, το οποίο παρεξέκλινε της πορείας του και ανατράπηκε εκτός του οδοστρώματος, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό της ενάγουσας της κυρίας αγωγής.
5) εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη της αστικής ευθύνης των προσώπων, που προκάλεσαν εκ προθέσεως ατύχημα σε τρίτο πρόσωπο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 εδ.α' του Ν. 489/1976 όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ. 237/1986 και συμπληρώθηκε με μεταγενέστερους νόμους, ορίζεται ότι η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντα για την οδήγηση ή υπεύθυνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου. Κατά το εδ. β της ίδιας διάταξης ορίζεται ότι εξαιρείται η αστική ευθύνη των προσώπων ..., που προκάλεσαν το ατύχημα εκ προθέσεως. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο ασφαλιστής δεν καλύπτει ασφαλιστικά την αστική ευθύνη του οδηγού, καθώς και του ιδιοκτήτη, που είχε προστήσει στην οδήγηση τον οδηγό, ο οποίος προκαλεί, εκ προθέσεως, ατύχημα σε τρίτο πρόσωπο και τούτο διότι βούληση μεν του νομοθέτη είναι η ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών τρίτου, που προκαλούνται από την κυκλοφορία του αυτοκινήτου, έστω και από βαρειά αμέλεια, όχι, όμως να καλύπτεται ασφαλιστικά ο ασφαλισμένος, ο οποίος χρησιμοποιεί το αυτοκίνητό του ως μέσον τέλεσης αδικήματος. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή ο ασφαλιστής δεν ευθύνεται έναντι του παθόντα τρίτου, για να του καλύψει την αστική ευθύνη του οδηγού και του προστήσαντα αυτόν στην οδήγηση ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου, εναγόμενος δε ο ασφαλιστής, επιτρεπτώς προβάλλει την σχετική ένσταση απαλλαγής και κατά του τρίτου ζημιωθέντα. Στην περίπτωση που, με το ίδιο δικόγραφο αγωγής, συνενάγονται ο υπαίτιος οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ο ασφαλιστής και αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής ότι η ζημία του παθόντα-ενάγοντα οφείλεται σε πρόθεση του οδηγού, τότε η αγωγή είναι μη νόμιμη, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά του ασφαλιστή, αφού στο περιεχόμενο αυτής περιλαμβάνεται ισχυρισμός που περιέχει περιστατικά τα οποία αποτελούν ένσταση καταχρηστική-διακωλυτική της γένεσης του δικαιώματος της ασφαλιστικής κάλυψης και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, δηλαδή περιλαμβάνεται ισχυρισμός που αναιρεί τη νομιμότητά της κατά του ασφαλιστή, δεδομένου ότι γίνεται επίκληση περιστατικού, το οποίο θεμελιώνει το ανεύθυνο του ασφαλιστή, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του αρθ.6 παρ.1 Ν. 489/1976, και το οποίο προκαλεί την απόρριψή της, ως νόμω αβάσιμης. Εάν δεν υπάρχει σχέση πρόστησης μεταξύ του υπαιτίου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και του ιδιοκτήτη αυτού, τότε η ευθύνη του τελευταίου έναντι του ζημιωθέντα τρίτου καλύπτεται από τον ασφαλιστή. (ΑΠ 1505/2012).
Σύμφωνα με την ως άνω νομική σκέψη, ο Άρειος Πάγος αποφάνθηκε με την απόφαση του 1505/2012 ότι η αγωγή των εναγόντων-παθόντων, με την οποία ιστορούσαν ότι ο πρώτος των εναγομένων, κατά την οδήγηση φορτηγού αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της δευτέρας εναγομένης, η οποία είχε προστήσει τον πρώτο στην οδήγηση αυτού, προκάλεσε εκ προθέσεως τροχαίο ατύχημα, επιπίπτοντας με το οδηγούμενο υπ΄αυτού αυτοκίνητο επί του Ι.Χ. αυτοκινήτου των εναγόντων, επί του οποίου αυτοί επέβαιναν (εξαιτίας προσωπικών διαφορών, που είχαν μεταξύ τους),είναι απορριπτέα, κατά το μέρος αυτής που στρέφεται κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, που ασφάλιζε το ζημιογόνο όχημα αφού, όπως προαναφέρθηκε ο ασφαλιστής απαλλάσσεται από την ευθύνη των προσώπων των υπόχρεων προς αποζημίωση των τρίτων, όταν προκάλεσαν το ατύχημα εκ προθέσεως. Και επίσης με την ίδια απόφαση, κρίθηκε ως απορριπτέα και η παρεμπίπτουσα αγωγή, την οποία οι εναγόμενοι της κυρίας αγωγής (οδηγός και ιδιοκτήτης) είχαν ασκήσει κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, ως υποκατασταθέντος στη θέση της ασφαλιστικής εταιρείας, λόγω ανακλήσεως της αδείας της, με την αιτιολογία ότι και υπό την εκδοχή ότι ο τρίτος ζημιωθείς έχει ευθεία αξίωση κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, κατά το αρθ. 19 παρ.1 εδ.γ' Ν. 489/1976, δηλαδή ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου, επειδή ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου προκάλεσε το ατύχημα από πρόθεση, (πλην όμως το υπό κρίση δικόγραφο δεν περιέχει τέτοια βάση, όπως σαφώς προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου του) και πάλι οι καταβαλόντες στον ζημιωθέντα τρίτο υπόχρεοι προς αποζημίωση αυτού (υπαίτιος οδηγός και προστήσας αυτόν ιδιοκτήτης), δεν δικαιούνται να αναζητήσουν το καταβληθέν ποσόν, στρεφόμενοι με αγωγή αναγωγής κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, διότι στο νόμο δεν προβλέπεται δικαίωμα υποκατάστασης του υποχρέου, που ικανοποίησε τον ζημιωθέντα τρίτο, κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, καθόσον το Επικουρικό Κεφάλαιο ιδρύθηκε και λειτουργεί χάριν του ζημιούμενου τρίτου και όχι χάριν του υπόχρεου σε αποζημίωση, του οποίου, σε κάθε περίπτωση, αποκλείεται το δικαίωμα αναγωγής κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου.
Γ) Ποιος δεν θεωρείται ως ζημιούμενος «τρίτος» και δεν δικαιούται αποζημίωσης (αρθρ. 7 Ν489/1976).
Στη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του Ν.489/1976 (όπως ήδη ισχύει) ορίζεται ότι "Η ασφαλιστική κάλυψη πρέπει να περιλαμβάνει την έναντι τρίτων αστική ευθύνη εξ αιτίας θανάτωσης ή σωματικής βλάβης ή ζημιών σε πράγματα, στην οποία περιλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη ή ηθική βλάβη καθώς και την αστική ευθύνη λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών έναντι των μελών της οικογενείας του ασφαλισμένου οδηγού ή κάθε άλλου προσώπου του οποίου η αστική ευθύνη καλύπτεται σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο, ανεξάρτητα από δεσμό συγγένειας". Εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 7 του αυτού νόμου ορίζεται, ότι "Δεν θεωρούνται τρίτοι, κατά την έννοια των διατάξεων του όρθρου 2 παρ. 1 κα, άρθρου 6 παρ. 2 : α) Ο οδηγός του αυτοκινήτου που προξένησε τη ζημία, β) κάθε πρόσωπο του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με σύμβαση ασφάλισης, γ) εκείνος ο οποίος έχει καταρτίσει μετά του ασφαλιστή σύμβαση και δ) οι νόμιμοι εκπρόσωποι νομικού προσώπου που είναι ασφαλισμένο ή εταιρίας που δεν έχει αποκτήσει νομική προσωπικότητα". Και τα δύο ως άνω άρθρα ισχύουν, όπως τροποποιήθηκαν με το Π.Δ 264/91. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο Ν. 489/1976 ρυθμίζει την έναντι τρίτων υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης από αυτοκίνητο, αποβλέπει δηλαδή στην προστασία τρίτων προσώπων και όχι του ίδιου του κυρίου του αυτοκινήτου και ασφαλισμένου. Η κάλυψη ιδίων ζημιών δεν ρυθμίζεται από το Ν. 489/1976, αλλά είναι προαιρετική, υπό την προϋπόθεση κατάρτισης πρόσθετης ασφάλισης, για την κάλυψη των ζημιών αυτών. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν πρόκειται περί ευθύνης έναντι τρίτου προσώπου, όταν από πταίσμα του οδηγού του οχήματος, τραυματίζεται ή θανατώνεται ο ασφαλισμένος - ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου, ο οποίος, κατά το ατύχημα, ήταν συνεπιβάτης. Στην περίπτωση αυτή ο τραυματισθείς ή θανατωθείς, ασφαλισμένος ή λήπτης της ασφάλισης ιδιοκτήτης του οχήματος, δεν είναι τρίτος, διότι η ευθύνη αυτού καλύπτεται από την ασφαλιστική σύμβαση και, ως εκ τούτου, δεν έχει αξίωση, είτε ο ίδιος, είτε σε περίπτωση θανάσιμου τραυματισμού του, οι κληρονόμοι του, κατά του ασφαλιστή (ΑΠ 675/2013, ΑΠ 1788/2011, ΑΠ 637/2010, ΑΠ 1139/2007, ΑΠ 876/2007).
Σύμφωνα με τη νομική αυτή σκέψη, ο Άρειος Πάγος, με την 1788/2011 απόφασή του έκρινε ότι η δεν ήταν «τρίτη», κατά την έννοια του άρθρ. 7Ν489/1976 η θανασίμως τραυματισθείσα ιδιοκτήτρια του ασφαλισμένου αυτοκινήτου, επί του οποίου επέβαινε, ως συνεπιβάτης, ο θάνατος της οποίας επήλθε από υπαιτιότητα του υπ΄αυτής προστηθέντος οδηγού-συζύγου της και ότι, κατά συνέπεια ήταν απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη η αγωγή των μελών της οικογένειας αυτής, με την οποία ζητούσαν χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστησαν εξαιτίας του θανάτου αυτής. Στην ίδια απόφαση αναφέρεται ότι είναι διαφορετικό το ζήτημα όταν ο τραυματισθείς ή θανατωθείς ιδιοκτήτης του ασφαλισμένου αυτοκινήτου έχει συνάψει με την ασφαλιστική εταιρεία, (προαιρετική) πρόσθετη-αυτοτελή ασφάλιση για ατύχημα, οπότε η κάλυψη των ζημιών αυτών ρυθμίζεται από τις διατάξεις του Ν.2496/1997 "ιδιωτική ασφάλιση" και όχι από την υποχρεωτική ασφάλιση του Ν.489/1976 και κατά συνέπεια, όταν έχει καταρτισθεί πρόσθετη ασφάλιση, για προσωπικό ατύχημα ή για θραύση του παρμπρίζ και επέλθει ο ασφαλιστικός κίνδυνος, ο ασφαλισμένος ή σε περίπτωση θανάτου αυτού, οι κληρονόμοι του, δικαιούνται να απαιτήσουν από τον ασφαλιστή την καταβολή του ασφαλίσματος, στην αξίωσή τους δε αυτή ουδεμία ασκεί νομική επιρροή η ύπαρξη ή μη υπαιτιότητας του προκαλέσαντος την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου. Ομοίως είχε αποφανθεί για παρόμοια περίπτωση ο Άρειος Πάγος και με προγενέστερη απόφασή του (υπ΄αριθμ…………………..)
Πρέπει να επισημανθεί ότι διαπιστώνεται ότι μερικές φορές ως προς το ζήτημα αυτό, δημιουργείται σύγχυση στα δικαστήρια της ουσίας, μεταξύ της ως άνω διάταξης του άρθ. 7 του Ν. 489/1976 με τη διάταξη του άρθ.6&2 του Π.Δ/τος 237/1989, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 2&2 του Π.Δ/τος 264/1991, με το οποίο ορίζεται ότι η ασφαλιστική κάλυψη πρέπει να περιλαμβάνει και την αστική ευθύνη, λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών έναντι των μελών της οικογενείας του ασφαλισμένου οδηγού ή του ασφαλισμένου ιδιοκτήτου-μη οδηγού. Είναι άλλο ζήτημα η αξίωση των προσώπων, των οποίων η ευθύνη καλύπτεται από την ασφαλιστική εταιρεία(υπαιτίου οδηγού, ιδιοκτήτου κλπ)για τη ζημιά, την οποία υπέστησαν οι ίδιοι, ως παθόντες και η οποία, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα δεν είναι αποκαταστατέα, από την ασφαλιστική εταιρεία, αφού έναντι αυτής δεν είναι τρίτοι και άλλο ζήτημα η αξίωση των συγγενών των προσώπων αυτών έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας, για τη ζημία που υπέστησαν οι συγγενείς αυτοί.
Εν όψει τούτων, ο Άρειος Πάγος αποφάνθηκε ότι οι συγγενείς του οδηγούντος το ζημιογόνο όχημα είναι τρίτοι και κατά το άρθρ. 6&2 εδ.α Ν489/1976, σε περίπτωση θανάσιμου τραυματισμού αυτών, τα μέλη της οικογενείας τους δικαιούνται να ζητήσουν χρηματική ικανοποίηση, για ψυχική οδύνη και συγκεκριμένα ότι οι γονείς του υπαιτίου οδηγού δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση, για ψυχική οδύνη, εξαιτίας του θανάτου του εγγονού τους και της νύφης τους, οι οποίοι επέβαιναν, ως συνεπιβάτες στο ζημιογόνο όχημα, διότι οι θανασίμως τραυματισθέντες-παθόντες είναι «τρίτοι», όπως ορθώς είχε κρίνει και το δικάσαν Εφετείο (ΑΠ 675/2013).
Με άλλη, προγενέστερη απόφασή του (1139/2007), ο Άρειος Πάγος ανήρεσε την απόφαση του Εφετείου, με την οποία είχε κριθεί νόμιμη η αγωγή της ενάγουσας-συνιδιοκτήτριας-ασφαλισμένης του ζημιογόνου αυτοκινήτου, για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, που υπέστη εκ του θανάτου του αδελφού της-συνεπιβάτου του αυτοκινήτου, που προκλήθηκε από υπαιτιότητα του οδηγού-συζύγου της-συνιδιοκτήτου του αυτοκινήτου, διότι η ευθύνη της συνιδιοκτήτριας(ενάγουσας) καλύπτεται από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία και επομένως αυτή(ενάγουσα) δεν είναι τρίτη.

Το παρόν άρθρο αποτέλεσε εισήγηση που παρουσιάστηκε στις 20-09-2014 στο 5ο Πανελλήνιο Νομικό Συνέδριο που διοργάνωσε η Επιθεώρηση Συγκοινωνιακού Δικαίου σε συνεργασία με τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών το διήμερο 19/20-09-2014 στην Αθήνα, με θέμα «Το Τροχαίο Ατύχημα-Αστική και Ποινική ευθύνη των εμπλεκομένων μερών».

 

 

 

Επιτάχυνση του χρόνου αποζημίωσης από το Επικουρικό Κεφάλαιο σε ειδικές περιπτώσεις

Για περισσότερα πατήστε εδώ

 

ΕΛΕΝΗ ΜΕ ΠΛΑΓΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ newsletters prev1

legal bank

Newsletter

ΚΑΛΑΘΙ ΑΓΟΡΩΝ

Το καλάθι σας είναι άδειο.