210 9824002 | 6977 000 500 | Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.   |

Αρθρα - Απόψεις

Αρθρα - Απόψεις (24)

ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ: «ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΧΩΡΙΣ … ΔΙΚΕΣ» (ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥΣ). Η νέα εκδοχή του Νομοσχεδίου για την ιδιωτική δικαιοσύνη των παραδικαστηρίων και την οριστική εξόντωση και εξαφάνιση της μάχιμης δικηγορίας.

Άρθρο – Παρέμβαση ΓΙΑΝΝΗ Μ. ΚΟΤΖΑΜΑΝΙΔΗ, π. Αντιπροέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης.

Ο Η τύχη των Εκκρεμών Δικών  επί των Ασφαλιστικών Εκκαθαρίσεων

που επέρχονται μετά την 1/1/2016 (Ν.4364/2016)

Ο  Γολγοθάς των παθόντων – Δικαιούχων αποζημιώσεως και η ανάγκη τερματισμού του

 υπό Γεωργίου Αμπατζή

       Δικηγόρου ε.τ.

(Δημοσιεύεται στην Επιθεώρηση Συγκοινωνιακού Δικαίου - τεύχος Οκτώβριος 2018)

            1.Παράλειψη Ιατρού ενημέρωσης ασθενή σχετικά με τη σοβαρότητα και τις πιθανές μετεγχειρητικές  επιπλοκές νευροχειρουργικής επέμβασης σε Στρατιωτικό Νοσοκομείο - Ευθύνη

               Δημοσίου Προσβολή προσωπικότητας

  1. Χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη 15.000 ευρώ Ημιπληγία

           3Αποδεικτικά στοιχείασε διαδικαστικό έγγραφο της δίκης

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΜΟΝΟΜΕΛΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΑΥΞΗΣΗ ΚΑΘ’ΥΛΗΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΩΝ

Ο μύθος της επιτάχυνσης και του εξορθολογισμού της Δικαιοσύνης (ν.3994/2011)*

Υπό Ηλία Ι. Κλάππα,  Δικηγόρου Πειραιά, Μέλους Δ.Σ. του Δ.Σ.Πειραιά

Η διάπλαση των δικαιϊκών κανόνων και, στην προκειμένη περίπτωση, των δικονομικών κανόνων είναι μία αέναη διαδικασία που δεν σταματά με την ψήφιση ενός νόμου όσο μεγάλες αλλαγές και αν φέρνει.

Για το λόγο αυτό, με το παρόν άρθρο εκφράζονται κριτικές σκέψεις και απόψεις για επιμέρους δικονομικές αλλαγές που επέφερε ο ν.3994/2011, με έμφαση στην ίδρυση δευτεροβάθμιων μονομελών δικαστηρίων και την αύξηση της καθ’ ύλην αρμοδιότητας των Ειρηνοδικείων, προς το σκοπό να κρατηθεί ζωντανός σε επιστημονικό επίπεδο ο διάλογος για την ορθότητα ή όχι συγκεκριμένων ρυθμίσεων που επιλέχθηκαν και ήδη έχουν περιβληθεί με την ισχύ τυπικού νόμου, ευελπιστώντας σε μελλοντικές νομοθετικές βελτιώσεις.

Α       ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΘΕΣΜΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΛΥΣΗ ΤΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΩΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΩΝ

1        Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ ο εύλογος χρόνος εκδίκασης μιας δικαστικής υπόθεσης ανεξαρτήτως της φύσης της (αστική, ποινική και κάθε άλλη με αντικείμενο ή συνέπειες περιουσιακές ή με συνέπειες εν γένει επί αστικών δικαιωμάτων) αποτελεί μία από τις θεμελιώδεις εγγυήσεις του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη.[1]



* Το παρόν άρθρο βασίστηκε σε εισήγηση που παρουσιάστηκε στις 2-10-2011 στην 3η Επιστημονική Διημερίδα της Ένωσης Νομικών Δικαίου Ιδιωτικής Ασφάλισης και Αστικής Ευθύνης Τροχαίων Ατυχημάτων(ΕΝΔΙΑΑΕΤΑ), η οποία διοργανώθηκε το διήμερο 1/2/-10-2011 στο Ναύπλιο σε συνεργασία με τον Δικηγορικό Σύλλογο Ναυπλίου, με θέμα «Τροχαία Ατυχήματα και Ιδιωτική Ασφάλιση: Αστικά, Ποινικά και Δικονομικά ζητήματα μετά τις τελευταίες νομοθετικές ρυθμίσεις»

[1] Η Ελλάδα έχει επανειλημμένα απασχολήσει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) σχετικά με την υπέρβαση της λογικής προθεσμίας εκδίκασης μιας δικαστικής υπόθεσης και έχει πολλές φορές καταδικαστεί για την αιτία αυτή. Αναφέρονται ενδεικτικά οι αποφάσεις ΕΔΔΑ από 16-1-2003 στην υπόθεσηΚαραγιάννης κ..λ.π  κατά Ελλάδος, από 25-1-2000 στην υπόθεση Αγγά κατά Ελλάδος, από 23-9-1998 στην υπόθεση Πόρτιγκτον κατά Ελλάδας, από 27-6-1997 στην υπόθεση Φίλη ΙΙ κατά Ελλάδας κ.λ.π.

----------------------------------------------------------------

* Το παρόν άρθρο βασίστηκε σε εισήγηση που παρουσιάστηκε στις 2-10-2011 στην 3η Επιστημονική Διημερίδα της Ένωσης Νομικών Δικαίου Ιδιωτικής Ασφάλισης και Αστικής Ευθύνης Τροχαίων Ατυχημάτων(ΕΝΔΙΑΑΕΤΑ), η οποία διοργανώθηκε το διήμερο 1/2/-10-2011 στο Ναύπλιο σε συνεργασία με τον Δικηγορικό Σύλλογο Ναυπλίου, με θέμα «Τροχαία Ατυχήματα και Ιδιωτική Ασφάλιση: Αστικά, Ποινικά και Δικονομικά ζητήματα μετά τις τελευταίες νομοθετικές ρυθμίσεις»

[1] Η Ελλάδα έχει επανειλημμένα απασχολήσει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) σχετικά με την υπέρβαση της λογικής προθεσμίας εκδίκασης μιας δικαστικής υπόθεσης και έχει πολλές φορές καταδικαστεί για την αιτία αυτή. Αναφέρονται ενδεικτικά οι αποφάσεις ΕΔΔΑ από 16-1-2003 στην υπόθεση Καραγιάννης κ..λ.π  κατά Ελλάδος, από 25-1-2000 στην υπόθεση Αγγά κατά Ελλάδος,

-----------------------------------------------------------------

Ο νομοθέτης επιχειρώντας να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις για απονομή δικαιοσύνης εντός εύλογης προθεσμίας ανέλαβε επανειλημμένως την τελευταία δεκαετία νομοθετικές πρωτοβουλίες για επιτάχυνση της παροχής δικαστικής προστασίας στη πολιτική δίκη.[2]

Με το νόμο 3994/2011, ο οποίος έχει τον φιλόδοξο τίτλο «Εξορθολογισμός και Βελτίωση στην απονομή της πολιτικής δικαιοσύνης»[3], εισάγονται τροποποιήσεις που πράγματι βελτιώνουν την παροχή έννομης προστασίας και αίρουν υπάρχουσες διαφωνίες και αμφισβητήσεις.

Ωστόσο, χωρίς να υποτιμάται η εργώδης προσπάθεια που έχει γίνει από τρεις, μάλιστα, Νομοπαρασκευαστικές Επιτροπές κατά τα έτη 2008-2011, οι ρυθμίσεις του νέου νόμου λύνουν μεν επιμέρους δικονομικά ζητήματα, δείχνουν, όμως, άτολμες, αποσπασματικές, αποφεύγουν τις μεγάλες τομές και εν τέλει δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εξορθολογίζουν την πολιτική δίκη. Οι θεσμικές αλλαγές που εισάγονται είναι αμφισβητούμενης αποτελεσματικότητας, κάποιες δε εξ αυτών, όπως η θέσπιση δευτεροβάθμιων μονομελών δικαστηρίων, θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια δικαίου.[4]

Εξορθολογισμός δεν είναι να χρειάζονται τρεις+τρεις δικαστές στους δύο βαθμούς ουσίας για να δικάσουν μία αγωγή διετούς διάστασης και να αρκούμαστε σε έναν+έναν δικαστές (εκ των οποίων ο πρώτος μπορεί να είναι και Πάρεδρος) για να δικάσουν ένα εργατικό ή τροχαίο ατύχημα με θάνατο ή βαρύτατο τραυματισμό και αμφισβητούμενη υπαιτιότητα, στηριζόμενοι στην ψευδαίσθηση ότι στις ειδικές διαδικασίες τα νομικά προβλήματα είναι τάχα λιγότερα.



από 23-9-1998 στην υπόθεση Πόρτιγκτον κατά Ελλάδας, από 27-6-1997 στην υπόθεση Φίλη ΙΙ κατά Ελλάδαςκ.λ.π.

[1] Στους πιο πρόσφατους νόμους σχετικά με την επιτάχυνση της πολιτικής δίκης, περιλαμβάνονται οι νόμοι 2915/2001, 3043/2002, 3388/2005,3714/2008

[3] Η άποψη που διατυπώνεται στην υπ’ αρ. 7/14-4-2011 απόφαση της Διοικητικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου,είναι ότι ο τίτλος του σχεδίου νόμου είναι πιο μετριοπαθής από ό,τι αν περιλάμβανε τον όρο «επιτάχυνση». Πλην όμως, ο όρος «Εξορθολογισμός» είναι ευρύτερος και πολύ πιο απαιτητικός, καθώς δεν εξαντλείται στην επιτάχυνση της διαδικασίας, αλλά συνδέει την επιτάχυνση με τα αιτήματα για ορθότερη, αποτελεσματικότερη, απλούστερη και ουσιαστικότερη απονομή της δικαιοσύνης.

[4] Κατά την ψήφιση του νομοσχεδίου παραλείφθηκε, ευτυχώς, η πρόβλεψη στο άρθρο 4 παρ. 3 του σχεδίου νόμουγια συγκρότηση τμημάτων του Αρείου Πάγου τριμελούς σύνθεσης. Η ρύθμιση αυτή, η οποία, άλλωστε, ήταν αμφίβολης πρακτικής σημασίας, θα είχε ως συνέπεια την εν τοις πράγμασι επιβάρυνση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, αφού σε περίπτωση μειοψηφίας ενός μέλους, οπότε η απόφαση θα λαμβανόταν με πλειοψηφία μιας ψήφου, θα ήταν υποχρεωτική, κατ’ άρθρον 563 παρ. 2 περ. β εδ. γ ΚΠολΔ, η παραπομπή της υπόθεσης στην Ολομέλεια.

--------------------------------------------------------------------------------------

Εξορθολογισμός δεν είναι να νομοθετούμε την ηλεκτρονική κατάθεση δικογράφων, όταν δεν έχουμε επιλύσει ακόμα το πρόβλημα των αποφάσεων που εκδίδονται ακαθαρόγραφες πολλούς μήνες μετά τη συζήτηση της υπόθεσης και χρειάζεται μεγάλος κόπος και πρόσθετη πολύμηνη ταλαιπωρία για να καθαρογραφούν και να θεωρηθούν.

Εξορθολογισμός δεν είναι να υφίστανται διαφορετικές προθεσμίες άσκησης ενδίκων μέσων και διαφορετικές ρυθμίσεις ακόμη και για το πινάκιο στις ειδικές διαδικασίες.

Ο νομικός κόσμος είναι ώριμος για ενοποίηση των διατάξεων στις ειδικές διαδικασίες, είναι ώριμος να συζητήσει την ανακατανομή της ύλης ανάμεσα στις μονομελείς και πολυμελείς συνθέσεις στον πρώτο βαθμό, έτσι ώστε να επιτευχθεί ο σκοπός που το ίδιο το νομοσχέδιο θέτει για απλούστερη και ουσιαστικότερη απονομή της δικαιοσύνης και για ομοιόμορφη ρύθμιση όμοιων δικονομικών καταστάσεων, αλλά για όλα αυτά χρειάζεται θεσμική παρέμβαση με συνολική θεώρηση των προβλημάτων της πολιτικής δίκης και όχι παρεμβάσεις με αποσπασματικό χαρακτήρα, ώστε να καθιδρυθεί «ένα σύστημα δικονομικό που να αποτελεί εγγύηση και ασφάλεια για τον πολίτη και να είναι συμβατό με τις συνταγματικές μας παραδόσεις και το νομικό πολιτισμό μας»[5].

2        Σωστά παρατηρείται στην αιτιολογική έκθεση στο σχέδιο νόμου ότι «τα προβλήματα της απονομής δικαιοσύνης στην χώρα μας δεν έχουν κατά κανόνα θεσμικό αλλά λειτουργικό υπόβαθρο»[6].

Αντί λοιπόν να διορθώσουμε τα λειτουργικά προβλήματα της δικαιοσύνης, όπως είναι μεταξύ πολλών άλλων οι ελλείψεις στις οργανικές θέσεις των δικαστών και των δικαστικών υπαλλήλων, η απουσία ελεύθερων δικαστικών αιθουσών, τα προβλήματα υλικοτεχνικής υποδομής των δικαστηρίων, αλλά και ο υδροκεφαλισμός του Πρωτοδικείου και του Εφετείου της Αθήνας, επιχειρούνται θεσμικές αλλαγές αμφίβολης αποτελεσματικότητας, οι οποίες είναι ενδεχόμενο όχι μόνο να μην βοηθήσουν στον εξορθολογισμό και στην επιτάχυνση της δικαιοσύνης, αλλά αντίθετα να δημιουργήσουν πολλαπλάσια προβλήματα.



[5] Νικ. Κλαμαρής στον τόμο «Προτάσεις της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής για την αναμόρφωση του ΚΠολΔ, 33ο Πανελλήνιο Συνέδριο, Βόλος 2008», Αθήνα 2009, σελ.267

[6] Αιτιολογική έκθεση στο σχέδιο νόμου, σελ. 1

-------------------------------------------------------------------------------------------

Η επιτάχυνση της δικαιοσύνης δεν είναι ζήτημα ανακατανομής της ύλης μεταξύ των Δικαστηρίων και μείωσης της αρμοδιότητας των πολυμελών συνθέσεων, όπως παρουσιάστηκε με τον εν λόγω νόμο.

Προφανώς, την εποχή της οικονομικής κρίσης, τα πρακτικά μέτρα επίλυσης των προβλημάτων της Δικαιοσύνης μοιάζουν ουτοπικά, ελλείψει κονδυλίων, και για το λόγο αυτό οι παρεμβάσεις του  νομοθέτη περιορίζονται σε μεταφορά και διασπορά του προβλήματος της σωρευθείσας δικαστικής ύλης μεταξύ των Δικαστηρίων ξεχνώντας, μάλιστα, ότι ακόμη και οι πετυχημένες στη θεωρία θεσμικές αλλαγές για να πετύχουν στην πράξη χρειάζονται συγκεκριμένες υλικές πράξεις για την επίλυση των λειτουργικών προβλημάτων.

Β       ΑΥΞΗΣΗ ΚΑΘ ΥΛΗΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΩΝ

1        Με το νέο νόμο (άρθρο 2), η καθύλην αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου στις χρηματικά αποτιμητές διαφορές, αυξάνεται από 12.000 ευρώ σε 20.000 ευρώ και παράλληλα αυξάνεται και η αρμοδιότητά του για τις διαφορές από μίσθωση ώστε να καταλαμβάνει τις διαφορές με μηνιαίο μίσθωμα ως 600 ευρώ.

Τα ήδη υπερφορτωμένα Ειρηνοδικεία, στα οποία έχουν ανατεθεί πρόσφατα και οι υποθέσεις ρύθμισης χρεών των υπερχρεωμένων νοικοκυριών, καλούνται να διαχειριστούν ένα πολύ μεγάλο όγκο νέων υποθέσεων χωρίς, μάλιστα, να έχει προηγηθεί αύξηση των οργανικών θέσεων των ειρηνοδικών και των δικαστικών υπαλλήλων αλλά ούτε και αντιμετώπιση των τεράστιων ελλείψεων σε έμψυχο δυναμικό που υπάρχουν.

Το γεγονός αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη συσσώρευση μεγάλου όγκου υποθέσεων, την ακόμη μεγαλύτερη σε σχέση με την υφιστάμενη ήδη καθυστέρηση στην εκδίκαση των υποθέσεων, με κίνδυνο να οδηγηθούμε σε φαινόμενα εν τοις πράγμασι αρνησιδικίας. [7]

2        Η αύξηση της καθύλην αρμοδιότητας των Ειρηνοδικείων σε σχέση, μάλιστα, με την ανάθεση σε Μονομελή Πρωτοδικεία της εκδίκασης



[7] Σωστά παρατήρησε η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων σε επιστολή της προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης της 25-5-2011, ότι με τις διατάξεις του σχεδίου νόμου, το πρόβλημα θα μεταφερθεί στα Ειρηνοδικεία με αποτέλεσμα να πλήττονται οι οικονομικά ασθενέστερες τάξεις από την καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης (Δικαστικά Νέα, φ.117, Απρ-Ιουν 2011, σελ.5)

------------------------------------------------------------------------------------

κατ’ έφεσην των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, θέτει για μία ακόμη φορά επιτακτικά το ζήτημα της θέσης των Ειρηνοδικών και των Ειρηνοδικείων στο σύστημα της δικαιοσύνης.

Αν οι Ειρηνοδίκες θεωρούνται ισότιμοι δικαστές με τους Πρωτοδίκες, τότε ορθώς διευρύνεται η αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου και τους ανατίθεται ο χειρισμός υποθέσεων ως 20.000 ευρώ, ποσό που για έναν μέσο εργαζόμενο ισούται σήμερα με τα εισοδήματα δύο ετών.

Σε αυτήν την περίπτωση, εσφαλμένως προβλέπεται οι εφέσεις ικανών κατά την κρίση μας δικαστών, να δικάζονται ακόμη και από νέους χωρίς εμπειρία Πρωτοδίκες (άρθρο 3 παρ.3 του νόμου), γεγονός που δημιουργεί στρεβλά φαινόμενα στην παροχή έννομης προστασίας.

Αν πάλι οι Ειρηνοδίκες δεν θεωρούνται δικαστές του ίδιου επιπέδου με τους Πρωτοδίκες, τότε ορθώς οι αποφάσεις τους εξετάζονται κατ’ έφεση ακόμη και από νέους Πρωτοδίκες, εσφαλμένως όμως τους αναθέτουμε υποθέσεις τόσο σημαντικού περιουσιακού αντικειμένου για πολύ μεγάλη μερίδα πολιτών.

Πρέπει, επιτέλους, να μιλήσουμε ανοικτά για ένα θέμα πολύ σημαντικό στο χώρο της δικαιοσύνης και αυτό είναι η ενσωμάτωση των Ειρηνοδικών στο δικαστικό σώμα, ενδεχομένως υπό προϋποθέσεις, και της ενοποίησης της δικαιοσύνης ώστε να μην έχουμε δικαστές και δικαστήρια πρώτης και δεύτερης κατηγορίας.

Γ        ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΜΟΝΟΜΕΛΗ ΔΙΚΑΣΤΉΡΙΑ

1        Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση στο σχέδιο νόμου, σκοπός της ίδρυσης δευτεροβάθμιων μονομελών δικαστηρίων είναι η επιτάχυνση της διαδικασίας και η εξοικονόμηση του δικαστικού μόχθου.

Πλην όμως, η ρύθμιση για τη δημιουργία δευτεροβάθμιων μονομελών δικαστηρίων (άρθρο 3 παρ.3 και 4 παρ.2 ΚΠολΔ)δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι λύνει το πρόβλημα της επιτάχυνσης της δικαιοσύνης, καθώς προβαίνει απλώς σε ανακατανομή της ύλης ανάμεσα στα δικαστήρια επιβαρύνοντας άλλα δικαστήρια από αυτά που μέχρι σήμερα επιβάρυνε[8].



[8] Βλ. σχετικά Πρακτικά Συνεδρίασης της Βουλής ΡΟΔ΄ της Τρίτης 12 Ιουλίου 2011, Σύνοδος Β΄, Ομιλία Βασίλειου Μουλόπουλου, Βουλευτή

--------------------------------------------------------------------------------------------------------

Συγκεκριμένα, υπερφορτώνονται τα μονομελή πρωτοδικεία, τα οποία μαζί με τα ειρηνοδικεία διεκπεραιώνουν το 80% του συνόλου των υποθέσεων σε πρώτο βαθμό, και τα οποία θα λειτουργούν πλέον και ως δευτεροβάθμια επί αποφάσεων ειρηνοδικείων, απορροφώντας πολύ μεγάλο όγκο υποθέσεων, καθώς, μάλιστα, τα ειρηνοδικεία λόγω της αύξησης της καθύλην αρμοδιότητάς τους θα εκδίδουν αποφάσεις για υποθέσεις με αντικείμενο ως 20.000 ευρώ, αντί για 12.000 ευρώ όπως μέχρι σήμερα.

2        Ακόμη, όμως, και αν ήθελε θεωρεί ότι πράγματι υπάρχει επιτάχυνση της δικαιοσύνης, καθώς πλέον, σε υποθέσεις αρμοδιότητας σε πρώτο βαθμό Ειρηνοδικείων και Μονομελών Πρωτοδικείων, θα απασχολούνται, και στους δύο βαθμούς ουσίας, δύο μόνον τακτικοί δικαστές, αντί για τέσσερις, παρόλα αυτά, αυτό και μόνον, δεν καθιστά την θεσμική αυτή επιλογή ορθή.

          Καταρχήν, γιατί επιτείνει τα ήδη υφιστάμενα στο χώρο του δικονομικού δικαίου αδικαιολόγητα φαινόμενα ανόμοιας δικονομικής αντιμετώπισης παρόμοιων δικονομικών καταστάσεων[9].

          Κατά δεύτερο, γιατί η εκδίκαση εφέσεων κατ’ αποφάσεων Ειρηνοδικείων από Μονομελή Πρωτοδικεία θα δημιουργήσει στρεβλά φαινόμενα, όπου η δευτεροβάθμια κρίση θα προέρχεται από δικαστή λιγότερο ή πολύ λιγότερο έμπειρο από αυτόν του πρώτου βαθμού.[10]



[9] Μία αυτοκινητική υπόθεση ποσού 500.000 Ευρώ δεν θα δικασθεί ποτέ από πολυμελές δικαστήριο, αλλά θα απασχολήσει δύο μονομελείς συνθέσεις και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, ενώ μία ενοχική διαφορά ίδιου ποσού θα απασχολήσει αντίστοιχα δύο πολυμελείς συνθέσεις.

[10] Η ατολμία της διάταξης που προστέθηκε στο άρθρο 3 παρ.3 του νόμου (άρθρο 17Α ΚΠολΔ) κατά την ψήφιση του σχεδίου νόμου στη Βουλή, σχετικά με τη συγκρότηση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ως δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και τη μη-δεσμευτική προτεραιότητα που πρέπει να δίνεται στη συγκρότησή του από Πρόεδρο Πρωτοδικών ή έστω από Πρωτοδίκη με πενταετή υπηρεσία, οφείλεται προφανώς σε πρακτικούς λόγους. Από τη μία, συγκρούεται η βούληση του νομοθέτη για περισσότερα εχέγγυα ορθής απονομής της Δικαιοσύνης στο δεύτερο βαθμό και, από την άλλη, η πραγματικότητα των Πρωτοδικείων, όπου ο ανεπαρκής αριθμός Προέδρων Πρωτοδικών και ο μεγάλος φόρτος εργασίας που έχουν με αυξημένες αρμοδιότητες και σε άλλα τμήματα (ποινικά) του Πρωτοδικείου δεν επιτρέπουν την κατ’ αποκλειστικότητα συγκρότηση των δευτεροβάθμιων Μονομελών Πρωτοδικείων από Προέδρους Πρωτοδικών. Η πρόβλεψη είναι ότι η αδυσώπητη πραγματικότητα των δικαστηρίων θα επικρατήσει της βούλησης του νομοθέτη και η διάταξη θα μείνει, δυστυχώς, κενό γράμμα, καθώς θα δικάζει όποιος πρωτοδίκης είναι διαθέσιμος, ανεξαρτήτως αρχαιότητας. Είναι για το λόγο αυτό πολύ σημαντικό για την ποιότητα της δευτεροβάθμιας δίκης και κατ’επέκταση για την ασφάλεια δικαίου αλλά και το αίσθημα δικαίου των πολιτών, να υπάρξουν αλλαγές στον Κανονισμό των δικαστηρίων ώστε να προβλεφθούν τουλάχιστον χωριστές δικάσιμοι και συνθέσεις, όταν τα Μονομελή Πρωτοδικεία δικάζουν ως δευτεροβάθμια, και να μη σωρεύονται οι εφέσεις κατά αποφάσεων Ειρηνοδικείων στο ίδιο πινάκιο με τις υποθέσεις του πρώτου βαθμού.

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------

[1] Μία αυτοκινητική υπόθεση ποσού 500.000 Ευρώ δεν θα δικασθεί ποτέ από πολυμελές δικαστήριο, αλλά θα απασχολήσει δύο μονομελείς συνθέσεις και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, ενώ μία ενοχική διαφορά ίδιου ποσού θα απασχολήσει αντίστοιχα δύο πολυμελείς συνθέσεις.

[10] Η ατολμία της διάταξης που προστέθηκε στο άρθρο 3 παρ.3 του νόμου (άρθρο 17Α ΚΠολΔ) κατά την ψήφιση του σχεδίου νόμου στη Βουλή, σχετικά με τη συγκρότηση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ως δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και τη μη-δεσμευτική προτεραιότητα που πρέπει να δίνεται στη συγκρότησή του από Πρόεδρο Πρωτοδικών ή έστω από Πρωτοδίκη με πενταετή υπηρεσία, οφείλεται προφανώς σε πρακτικούς λόγους. Από τη μία, συγκρούεται η βούληση του νομοθέτη για περισσότερα εχέγγυα ορθής απονομής της Δικαιοσύνης στο δεύτερο βαθμό και, από την άλλη, η πραγματικότητα των Πρωτοδικείων, όπου ο ανεπαρκής αριθμός Προέδρων Πρωτοδικών και ο μεγάλος φόρτος εργασίας που έχουν με αυξημένες αρμοδιότητες και σε άλλα τμήματα (ποινικά) του Πρωτοδικείου δεν επιτρέπουν την κατ’ αποκλειστικότητα συγκρότηση των δευτεροβάθμιων Μονομελών Πρωτοδικείων από Προέδρους Πρωτοδικών. Η πρόβλεψη είναι ότι η αδυσώπητη πραγματικότητα των δικαστηρίων θα επικρατήσει της βούλησης του νομοθέτη και η διάταξη θα μείνει, δυστυχώς, κενό γράμμα, καθώς θα δικάζει όποιος πρωτοδίκης είναι διαθέσιμος, ανεξαρτήτως αρχαιότητας. Είναι για το λόγο αυτό πολύ σημαντικό για την ποιότητα της δευτεροβάθμιας δίκης και κατ’επέκταση για την ασφάλεια δικαίου αλλά και το αίσθημα δικαίου των πολιτών, να υπάρξουν αλλαγές στον Κανονισμό των δικαστηρίων ώστε να προβλεφθούν τουλάχιστονχωριστές δικάσιμοι και συνθέσεις, όταν τα Μονομελή Πρωτοδικεία δικάζουν ως

-------------------------------------------------------------------------------------

Κατά τρίτο, γιατί είναι πιθανό με την ίδρυση Μονομελών Εφετείων νααποκλείονται εν τοις πράγμασι οι Πρόεδροι Εφετών από τη δευτεροβάθμια διαδικασία, καθώς δεν πιθανολογείται ότι η εκδίκαση εφέσεων θα ανατίθεται σε Πρόεδρους Εφετών που θα έχουν και τα καθήκοντα που είχε μέχρι σήμερα ο Εισηγητής Εφέτης στην πολυμελή σύνθεση. Κατ’ επέκταση, η ανάθεση εφέσεων μόνο στους νεότερους Εφέτες, οι οποίοι κατά τεκμήριο στερούνται της πείρας και των γνώσεων των αρχαιοτέρων, υπάρχει κίνδυνος να συντελέσει στην υποβάθμιση του επιπέδου της δικαιοδοτικής κρίσης.

          Περαιτέρω, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι οι Πρόεδροι Εφετών θα εμπλακούν στη δευτεροβάθμια διαδικασία, συμμετέχοντας σε μονομελείς συνθέσεις, ακόμη και στην περίπτωση αυτή, θα εμφανιστούν στρεβλά φαινόμενα δικονομικής διαχείρισης των υποθέσεων, καθώς υποθέσεις ίδιας σημασίας θα τυγχάνουν διαφορετικής δικονομικής αντιμετώπισης, αφού άλλες θα εκδικάζονται σε δεύτερο βαθμό από Προέδρους Εφετών και άλλες από νεότερους Εφέτες.

          Κατά τέταρτο, γιατί είναι ενδεχόμενο να έχουμε όχι επιτάχυνση αλλά καθυστέρηση της δικαιοσύνης, λαμβάνοντας υπόψη τον υπαρκτό κίνδυνο τα Μονομελή Δευτεροβάθμια Δικαστήρια να αυξήσουν το φόρτο εργασίας του Αρείου Πάγου και, κατ’ επέκταση, το συνολικό χρόνο εκδίκασης μιας υπόθεσης μέχρι να καταστεί αμετάκλητη, καθώς ο Άρειος Πάγος θα κληθεί να θεραπεύσει τα αποτελέσματα αυθαίρετης και κακής εφαρμογής του νόμου και της νομολογίας, ενδεχόμενο, άλλωστε, που αναφέρεται στην ίδια την αιτιολογική έκθεση και αυτό, αν μη τι άλλο, αποδεικνύει τον πειραματικό χαρακτήρα της διάταξης.

Σε κάθε περίπτωση, η προσφυγή στον Άρειο Πάγο δεν λύνει όλα τα προβλήματα ειδικά ως προς την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, η οποία κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (εκτός αν τα πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τους λόγους των περιπτώσεων 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), και η οποία είναι καθοριστική για την ουσιαστική απονομή δικαιοσύνης και για την αποκατάσταση του αισθήματος δικαίου των πολιτών.

--------------------------------------------------------------------------------

δευτεροβάθμια, και να μη σωρεύονται οι εφέσεις κατά αποφάσεων Ειρηνοδικείων στο ίδιο πινάκιο με τις υποθέσεις του πρώτου βαθμού.

-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

3        Κυρίως, όμως, η θεσμική επιλογή ίδρυσης δευτεροβάθμιων δικαστηρίων προς τον σκοπό της επιτάχυνσης και μόνο της δικαιοσύνης, είναι αμφίβολης ορθότητας[11], γιατί, όπως αναφέρει η Διοικητική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου σε απόφασή της σχετικά με τις ρυθμίσεις του σχεδίου νόμου και τις προτεινόμενες αλλαγές «η ταχύτητα στην απονομή της δικαιοσύνης ασφαλώς αποτελεί βασική αξία της πολιτικής δίκης και τον τελικό σκοπό των μεταρρυθμίσεων που επιχειρούνται. Αυτή όμως πρέπει να συνδυάζεται και με την ορθότητα του απονεμομένου δικαίου, γιατί ταχύτητα χωρίς ορθοκρισία οδηγεί σε αδικία, όπως και ορθοκρισία χωρίς ταχύτητα οδηγεί σε αρνησιδικία»[12].

Στα πλαίσια του δικονομικού μας συστήματος, στο οποίο η ουσιαστική κρίση της υπόθεσης γίνεται σε δύο βαθμούς, η σύνθεση των δευτεροβάθμιων Δικαστηρίων έχει καθοριστική σημασία για την εφαρμογή του δικαίου και την αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων των διαδίκων, καθώς κρίνουν τελεσίδικα από ουσιαστική άποψη τη συγκεκριμένη υπόθεση.

Ταυτόχρονα η σύνθεσή τους έχει σημασία για την ασφάλεια του δικαίου, καθώς τα δευτεροβάθμια δικαστήρια παράγουν νομολογία για συναφείς υποθέσεις.

Η πολυμελής σύνθεση των Δευτεροβάθμιων Δικαστηρίων παρέχει τα τυπικά και ουσιαστικά εχέγγυα ορθής και αμερόληπτης απονομής της δικαιοσύνης και απόκρουσης φαινομένων άσκησης πίεσης και επηρεασμού του ενός και μοναδικού δικαστή.



[11]  Η ίδρυση δευτεροβάθμιων μονομελών δικαστηρίων  επικρίθηκε τόσο από τη Διοικητική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (υπ’αριθμ. 7/14-4-2011 απόφαση) όσο και από Δικηγορικούς Συλλόγους. Αναφέρεται η από 12-7-2011 απόφαση του Δ.Σ. του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά σχετικά με την αντίθεσή του στην ίδρυση μονομελών δευτεροβάθμιων δικαστηρίων (www.dspeir.gr) και οι αποφάσεις της Επιτροπής Δικαιοσύνης του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης που καταχωρήθηκαν ως σχόλια στις 13-3-2011 και 14-3-2011 στην ιστοσελίδα της Δημόσιας Διαβούλευσης για το νομοσχέδιο στα άρθρα 2 και 4 (www.opengov.gr/ministryofjustice.) Επίσης, η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων με την από 25-5-2011 επιστολή της προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης, εξέφρασε (κατά πλειοψηφία των μελών του Δ.Σ.) την αντίθεσή της στην ίδρυση Μονομελών Εφετείων (Δικαστικά Νέα, αρ. φύλλου 117, Απρίλιος-Ιούνιος 2011).

[12] υπ’ αριθμ. 7/14-4-2011απόφαση της Διοικητικής Ολομέλειας Αρείου Πάγου σελ. 24. Την άποψη αυτή ενστερνίζεται και η θεωρία καθώς «ο σκοπός μίας ουσιαστικά δίκαιης απόφασης δεν χρειάζεται να περιοριστεί (με εφαρμογή κανόνων που εξυπηρετούν μόνο την επιτάχυνση της δίκης) περισσότερο από όσο απαιτεί το συμφέρον της συγκέντρωσης της διαδικασίας.» (Σταματόπουλος Στ., Η αρχή της οικονομίας στην πολιτική δίκη Αθήνα 2003, σελ. 487). Για τη σύνδεση έγκαιρης και ορθής απονομής της δικαιοσύνης και τη σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ βλ.Ματθίας Στ, Κτιστάκης Γ κ.α. (επ.) Η προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου στην Ευρώπη, Αθήνα 2006, σελ. 64 επ. Επίσης, Παραράς Π. Σύνταγμα και Ευρωπαϊκή Σύμβαση των δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Αθήνα 2001, σελ. 407 επ.

Η επιλογή από τον νομοθέτη μονομελών δικαιοδοτικών οργάνων στον πρώτο βαθμό για την συντριπτική πλειοψηφία των υποθέσεων (80% των όλων αστικών υποθέσεων), τα οποία είτε λόγω αξίας του αντικειμένου, είτε λόγω υπαγωγής στις ειδικές διαδικασίες δικάζονταν από τα ειρηνοδικεία και τα μονομελή πρωτοδικεία, είχε γίνει ακριβώς επειδή τα ενδεχόμενα σφάλματα θα τα διόρθωνε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που θα ήταν πολυμελούς συνθέσεως. Σήμερα, έρχεται ο νομοθέτης που μέχρι τώρα δικαιολογούσε τις μονομελείς συνθέσεις στα πρωτοβάθμια δικαστήρια με την ύπαρξη των πολυμελών δευτεροβάθμιων, να καταργήσει τα δευτεροβάθμια πολυμελή δικαστήρια όταν δικάζουν κατ’ έφεση υποθέσεις του ειρηνοδικείου και του μονομελούς πρωτοδικείου.

Σωστά επισημάνθηκε στη Βουλή κατά τη συζήτηση του σχεδίου νόμου ότι «η εγγύηση της εφετειακής δικαιοσύνης δεν συνίσταται μόνο στην ανάθεσή της σε εμπειρότερους και κατά τεκμήριο καλύτερους δικαστές. Έχει να κάνει και με το συλλογικό της χαρακτήρα. Έχει δηλαδή να κάνει και με τον αριθμό των δικαστών που εμπλέκονται σ’ αυτή τη διαδικασία, ιδιαίτερα αν συνυπολογίσουμε ότι οι αποφάσεις των εφετείων έχουν σημασία που υπερβαίνει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση, καθώς συμβάλλουν σε μεγάλο βαθμό και στη διαμόρφωση της νομολογίας».[13]

Στα Πολυμελή Δευτεροβάθμια Δικαστήρια έχει ιδιαίτερη σημασία, αφενός, η εμπειρία του Προέδρου και, αφετέρου, η διάσκεψη των δικαστών και η συνεισφορά των υπολοίπων μελών της σύνθεσης του δικαστηρίου[14], η οποία, εκτός των άλλων, εξισορροπεί την κατά κανόνα απουσία προφορικής συζήτησης ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, συνδράμει στην ουσιαστική ανταλλαγή και σύνθεση απόψεων, συντελεί στην επίλυση των νομικών ζητημάτων και στην ορθή αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την τεχνική διατύπωση της απόφασης έχει ρόλο εκπαιδευτικό για τους ίδιους τους δικαστές και βοηθά στην ενοποίηση και



[13] Βλ. σχετικά Πρακτικά Συνεδρίασης της Βουλής ΡΟΔ΄ της Τρίτης 12 Ιουλίου 2011, Σύνοδος Β΄, Ομιλία Ιωάννη Γκιόκα, Βουλευτή.

[14] Αξιοσημείωτο το σχόλιο της 29-7-2011 στην ιστοσελίδα www.dikastis.gr σχετικά με τον νέο νόμο: «Τρεις άνθρωποι πάντα είναι καλύτεροι από έναν, χωρίς να ξεχνάμε ότι πολλές φορές στις διασκέψεις παρίστανται και τα υπόλοιπα μέλη της σύνθεσης τα οποία περιμένοντας να διασκεφθούν τις δικές τους υποθέσεις μπορεί να συνεισφέρουν (χωρίς δικαίωμα ψήφου)».

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

εξέλιξη της νομολογίας και, επιπλέον, συντελεί στην παρεμπόδιση φαινομένων αυθαίρετης κρίσης και κακής εφαρμογής του νόμου.

4        Η εκδίκαση μιας υπόθεσης από δικαστήρια πολυμελούς σύνθεσης δεν καθυστερεί επειδή πρέπει να μεσολαβήσει η διάσκεψη για την έκδοση της απόφασης. Ο χρόνος έκδοσης της απόφασης δεν εξαρτάται από τη διάσκεψη, αλλά από τη μελέτη της υπόθεσης και τη σύνταξη του σχεδίου απότον εισηγητή.

Αντίθετα, η διάσκεψη (άρθρο 300 επ. ΚΠολΔκάνει σοφότερους τους δικαστές και σοφότερες τις αποφάσεις τους.[15] «Η συμμετοχή (των δικαστών) στη διάσκεψη (...) δεν αποτελεί τροχοπέδη στην ταχύτητα απονομής της δικαιοσύνης αλλά αποτελεί εχέγγυο πλέον ενδελεχούς έρευνας και ορθοκρισίας, (και) η δημιουργία εφετείων μονομελούς σύνθεσης στερεί από πολλούς δικαστές τη δυνατότητα να συμμετέχουν σε διασκέψεις, όπως θα συνέβαινε αν η σύνθεση του εφετείου ήταν πολυμελής, οι οποίες (διασκέψεις) αποτελούν για όλους- και όχι μόνο για τους νέους δικαστές- αναντικατάστατο σχολείο της πρακτικής του δικαίου, όπως είναι γνωστό σε όλους τους δικαστικούς λειτουργούς και όπως στην ερμηνευτική εγκύκλιο του ν. 1478/1984 ιδιαίτερα τονίζεται»[16].

Ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι, λόγω εσφαλμένων πρακτικών, σε πολλές περιπτώσεις η διάσκεψη έχει καταστεί τυπική[3], καθώς μόνο ο Εισηγητής εξετάζει την υπόθεση, ο νομοθέτης όφειλε να μεριμνήσει για την αντιμετώπιση των πρακτικών αυτών και των αιτίων τους.

Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν μπορεί τυχόν εσφαλμένη και μη νόμιμη δικαστηριακή πρακτική να αποτελέσει, όπως συνέβη στην



[15] Σωστά έχει διατυπωθεί στη θεωρία ότι «Οι πολυμελείς συνθέσεις εξωτερικά μεν εξασφαλίζουν την αμεροληψία και την αξιοπιστία του δικαστηρίου, οι δε διασκέψεις, όταν γίνονται πραγματικά και όχι πλασματικά, όχι μόνο κατατείνουν με την πολυφωνία τους στην καλύτερη ποιότητα απονομής της δικαιοσύνης, αλλά αποτελούν το κυριότερο μέσο διάχυσης γνώσης και εμπειρίας εκ μέρους των παλιότερων προς τους νεότερους δικαστές.» Λάλας Σπ., Τακτική διαδικασία στα πρωτοβάθμια δικαστήρια, στον τόμο «Προτάσεις της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής για την αναμόρφωση του ΚΠολΔ, 33ο Πανελλήνιο Συνέδριο, Βόλος 2008», Αθήνα 2009, σελ. 102

[16]Απόσπασμα από την υπ’ αριθ. 7/14-4-2011 απόφαση της Διοικητικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για τις προτεινόμενες αλλαγές στο σχέδιο νόμου.

[17] Το σημαντικό ποσοστό των αποφάσεων στα πολυμελή δικαστήρια, το οποίο υπολογίζεται στο 10% περίπου του συνόλου, οι οποίες δεν συμφωνούν με την εισήγηση του εισηγητή δικαστή, αποδεικνύει κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο (χωρίς να λαμβάνεται υπόψη και η σημασία της συμβολής του Προέδρου και της διάσκεψης στην ουσιαστική και νομοτεχνική βελτίωση της εισήγησης ακόμη και όταν γίνεται δεκτή) ότι η διάσκεψη των δικαστών στα πολυμελή δικαστήρια διατηρεί και τη σημασία της και τον ουσιαστικό της χαρακτήρα.

-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------

προκειμένη περίπτωση, ανεκτή αιτιολόγηση θεσμικής αλλαγής[18] και, μάλιστα, να νομιμοποιηθεί εκ των υστέρων με νόμο του Κράτους.

5        Συνεπώς, είναι ανάγκη ο νομοθέτης να επανέλθει στο ζήτημα των Μονομελών Δευτεροβάθμιων Δικαστηρίων και να θεσμοθετήσει εκ νέου την αρμοδιότητα εκδίκασης των υποθέσεων σε δεύτερο βαθμό μόνοαπό Πολυμελείς  συνθέσεις, επανεκτιμώντας, ενδεχομένωςγια λόγους επιτάχυνσης της δίκης, στις υποθέσεις του πρώτου βαθμού και μόνο, τη δυνατότητα επέκτασης της αρμοδιότητας των μονομελών συνθέσεωνκαι τον περιορισμό ή την κατάργηση των πολυμελών συνθέσεων.



[18] Η αιτιολογική έκθεση στο άρθρο 4 του σχεδίου νόμου επικαλείται την εσφαλμένη αυτή πρακτική για να δικαιολογήσει την κατάργηση της διάσκεψης και των δευτεροβάθμιων πολυμελών συνθέσεων αναφέροντας κατά λέξη «στην πράξη, το ιστορικό της υποθέσεως και σήμερα άλλωστε μόνο ο εισηγητής το επεξεργάζεται (κατά κανόνα)».

=======================================================

«Μελλοντικές Αξιώσεις αποζημίωσης

και η απόρριψή τους ως πρόωρων»

            Υπό  Ιωάννη Κωλέττη -  Δικηγόρου Αθηνών

Το παρόν άρθρο βασίστηκε σε εισήγηση που παρουσιάστηκε στις 2-10-2011 στην 3η Επιστημονική Διημερίδα της Ένωσης Νομικών Δικαίου Ιδιωτικής Ασφάλισης και Αστικής Ευθύνης Τροχαίων Ατυχημάτων (ΕΝΔΙΑΑΕΤΑ), η οποία διοργανώθηκε το διήμερο 1/2/-10-2011 στο Ναύπλιο σε συνεργασία με τον Δικηγορικό Σύλλογο Ναυπλίου, με θέμα «Τροχαία Ατυχήματα και Ιδιωτική Ασφάλιση: Αστικά, Ποινικά και Δικονομικά ζητήματα μετά τις τελευταίες νομοθετικές ρυθμίσεις».

                   

          Μεταξύ των αξιώσεων που έχει ο παθών από τροχαίο ατύχημα είναι και αυτές που αναφέρονται στην μελλοντική ζημία του είτε αυτή έχει τη μορφή της θετικής ζημίας (δαπάνες-νοσήλεια-πρόσληψη θεραπαινίδας για το μέλλον κλπ) είτε αυτή έχει τη μορφή των διαφυγόντων κερδών εκ της εργασίας του για το μέλλον.

Οι παραπάνω αξιώσεις του παθόντος στηρίζονται στις διατάξεις των άρθρων 929  και  298 Α.Κ.

Η μεν διάταξη του άρθρου 929 Α.Κ ορίζει ότι :

« Επί βλάβης της σώματος ή της υγείας του προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, πλην των νοσηλίων και της επελθούσης ζημίας, παν ότι ο παθών  θα στερείται  στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον ένεκα αυξήσεως των δαπανών του  ……..»

Η δε διάταξη του άρθρου Α.Κ 298  αναφέρει ότι:

 « η αποζημίωση περιλαμβάνει την μείωση της υπαρχούσης περιουσίας του δανειστού (θετική ζημία) ως και το διαφυγόν κέρδος. Ως τέτοιο λογίζεται το κέρδος το μετά πιθανότητος προσδοκώμενο κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων η εκ των ειδικών περιστάσεων και ιδία των ληφθέντων προπαρασκευαστικών μέτρων»

        Με την διάταξη του άρθρου Α.Κ 937  η παραγραφή της απαίτησης από αδικοπραξία παραγράφεται μετάαπό 5 έτη αφότου ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του προς  αποζημίωση υπόχρεου.

Κατά την έννοια της διάταξης  αυτής ως γνώση της ζημίας νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της άδικης πράξης. Σύμφωνα με τα κρατούντα στην θεωρία και στην νομολογία γνώση της κατά ποσό εκτάσεως της ζημίας και των επί μέρους συνεπειών της  δεν είναι απαραίτητη, έτσι ώστε να αρχίσει η ως άνω πενταετής παραγραφή. 

(ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΑΠ 165/1956,  ΑΡΧ. Ν.  1 ,352,    Α.Π. 104/76  ΝΟΒ 24 ,697)

Η παραγραφή δηλαδή αρχίζει για όλες τις συνέπειες της ζημίας που απλώς ήσαν προβλεπτές κατά τον χρόνο γνώσεως της ζημίας . (ΚΡΗΤΙΚΟΣ  ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΑΠΟ ΑΥΤΟΚΙΝHΤΙΣΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ, 2008 παρ 15, 23,  ΑΠ 39/2007 ΝοΒ 2007, 55, AΠ 377/2009.

Πρακτικά, λοιπόν, η παραγραφή της αξίωσης μελλοντικής απώλειας εισοδήματος εφ’  όρου ζωής του καταστάντος αναπήρου από τροχαίο ατύχημα αρχίζει από τότε που ήταν προβλεπτή, αλλά και σε γνώση του παθόντος η μόνιμη βλάβη της υγείας του ανεξαρτήτως εάν δεν μπορεί να προσδιορισθεί επ’ ακριβώς το χρηματικό ποσό της απώλειας του εισοδήματός του είτε για όλο το μελλοντικό διάστημα είτε για μέρος του χρονικού μελλοντικού διαστήματος.

1.  Και για την εξεύρεση της μελλοντικής θετικής ζημίας του παθόντος (π.χ. δαπάνη για την πρόσληψη θεραπαινίδας εφ’ όρου ζωής από τον καταστάντα παραπληγικό ή την πρόσληψη υπαλλήλου) ο προσδιορισμός της εκτάσεως της ζημίας κατά ποσό για το μέλλον δεν φαίνεται κατ’ αρχήν να προσκρούει σε εμπόδια, αφού είναι σχετικά εύκολο να προσδιορισθεί  το ύψος της δαπάνης, δεδομένου ότι η θετική μελλοντική ζημία είναι ένα γεγονός που υπάρχει ήδη και αποδεικνύεται συνήθως εύκολα.

Πρέπει όμως να τονισθεί εδώ,  ότι και για την αποκατάσταση της μελλοντικής θετικής ζημίας  δεν απαιτείται να διαπιστωθεί κατά τρόπο βέβαιο ότι αυτή θα επέλθει,  αλλά  αρκεί η πιθανολόγηση του γεγονότος αυτού βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και της κοινής πείρας των πραγμάτων, ακριβώς όπως και στην περίπτωση του διαφυγόντος κέρδους  (Α.Π 1609/2007)

2. Για την αποθετική όμως μελλοντική  ζημία, το διαφυγόν κέρδος αποτελεί μέγεθος που προσδιορίζεται  υποθετικά. Διαφυγόν κέρδος είναι το κέρδος που θα αποκομιζόταν εάν δεν είχε επέλθει το ζημιογόνο γεγονός.  Για να διευκολύνει λοιπόν ο νόμος την απόδειξη, αλλά και για να θέσει φραγμό στις αχαλίνωτες υποθέσεις ορίζει στην διάταξη του άρθρου Α.Κ 298 παρ 2  ως διαφυγόν κέρδοςτο μετά πιθανότητος προσδοκώμενο κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων ή  εκ των ειδικών περιστάσεων και ιδία των ληφθέντων προπαρασκευαστικών μέτρων».

Χρειάζεται, δηλαδή, να προβλεφθεί το κέρδος από τον μέσο λογικό άνθρωπο με βάση αντικειμενικά κριτήρια ( = κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και μάλιστα να προβλεφθεί εκ των προτέρων κατά την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος .  Η έκφραση « μετά πιθανότητος προσδοκώμενο»  χρησιμοποιήθηκε από τον νομοθέτη ακριβώς γιατί δεν  μπορεί να υπάρχει βεβαιότητα για κάτι που δεν επήλθε, αλλά θα μπορούσε να επέλθει. ( ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ  ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ  Ερμηνεία ΑΚ,   σελίδα 66, παρ 19 επ) .

Η διάταξη του άρθρου 298 Α.Κ κατά το μέρος που επιτρέπει στο δικαστήριο να στηριχθεί σε πιθανολόγηση της απαίτησης  από διαφυγόν κέρδος είναι δικονομικού χαρακτήρα, ενώ κατά τα λοιπά είναι ουσιαστικού χαρακτήρα. Ως κριτήριο διάγνωσης  του προσδοκώμενου  διαφυγόντος κέρδους είναι η βάσιμη ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΚΕΡΔΟΥΣ.  (ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΑΘΡΑΚΟΚΟΙΛΗΣ ΕΡΜΑΚ  άρθρο 298, ΑΠ 940/1995 ΕΕΝ 1996 /792). Εν όψει δε του δικονομικού χαρακτήρα της διάταξης που επιτρέπει στο δικαστήριο ΑΠΛΗ ΠΙΘΑΝΟΛΟΓΗΣΗ  ΚΑΙ ΟΧΙ ΠΛΗΡΗ ΔΙΚΑΝΙΚΗ ΠΕΠΟΙΘΗΣΗ  η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ουσίας  ως προς το εάν συντρέχει ή όχι πιθανότητα για την  ύπαρξη ή μη διαφυγόντος κέρδους δεν ελέγχεται αναιρετικά για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (559 περ1 ΚοπλΔ),  ΑΠ 1249/1994

Πρακτικά παραδείγματα :

1.     ΕΠΙ ΘΕΤΙΚΗΣ ΖΗΜΙΑΣ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΗΣ

Γυναίκα, ετών 50 από τροχαίο ατύχημα το έτος 2005 , ασχολούμενη με τα οικιακά,  υφίσταται κρανιοεγκεφαλική κάκωση εκ της οποίας υφίσταται μόνιμη αναπηρία σε ποσοστό 50% συνιστάμενη σε μετατραυματική άνοια, σε αφασία τύπου εκπομπής και αντίληψης των πραγμάτων,  στον μη προσανατολισμό σε τόπο και χρόνο. Στην περίπτωση αυτή είναι αδήριτος η ανάγκη πρόσληψης οικιακής βοηθού τόσο για την εκτέλεση των οικιακών εργασιών της όσο και για την εξυπηρέτησή της  για όλη την ζωή της.   Η απόφαση 2193/2011 ΕΦΑΘ  δέχθηκε τα παραπάνω,  πλην όμως, επιδίκασε αποζημίωση για πρόσληψη οικιακής βοηθού μέχρι το έτος 2015, ενώ για το μετά τις 31-12-2015 χρονικό διάστημα και μέχρι τις 31-12-2026, το οποίο ζητείτο με την μορφή μηνιαίων περιοδικών παροχών, απέρριψε το αίτημα ως ασκούμενο πρόωρα, ως  ανεπίδεκτο δικαστικής εκτιμήσεως, καθόσον εξαρτάται από μελλοντικές συνθήκες που   έχουν          σχέση με τα εν   γένει οικονομικά δεδομένα και τις εν γένει βιοτικές και οικονομικές συνθήκες που θα διαμορφωθούν στο μέλλον και δεν είναι από τούδε ασφαλής η πρόβλεψή τους. Το αιτιολογικό της ως άνω απόφασης, έχει σχεδόν παγιωθεί από τα δικαστήρια ουσίας.

 1.α Κριτική επί της απόφασης    

Η ως άνω απόφαση, όπως και πλήθος άλλων επί παρεμφερών υποθέσεων από τα δικαστήρια ουσίας, ακολουθούν επί παρόμοιων αιτημάτων αποκατάστασης μελλοντικής θετικής ζημίας την απόρριψή τους ως πρόωρα ασκουμένων,   δηλαδή ως ανεπίδεκτων δικαστικής εκτίμησης.  Την έννοια της απόρριψης της αγωγής ως πρόωρης ακολουθεί και ο ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ στις περιπτώσεις των μελλοντικών διαφυγόντων κερδών μονίμως αναπήρων όταν υπάρχει η παρεμβολή ασφαλιστικού φορέα, ο οποίος δεν έχει συγκεκριμενοποιήσει τις συντάξεις κατά ποσά για τα αντίστοιχα μελλοντικά διαστήματα. Γι’ αυτό θα γίνει λόγος πιο κάτω.

Σύμφωνα με τα παραπάνω εκτεθέντα, για την έννοια της θετικής μελλοντικής ζημίας, η οποία είναι από τούδε ορισμένη και προσδιορισμένη,  δεν υπάρχει κανένας βάσιμος ουσιαστικός λόγος για την απόρριψη της αγωγής για το μέλλον. Από την στιγμή που το δικαστήριο ουσίας δέχεται την μόνιμη αναπηρία του παθόντος, την μόνιμη ανικανότητά του προς εξυπηρέτηση και την ανάγκη του για τις υπηρεσίες οικιακής βοηθού για το μέλλον είναι υποχρεωμένο να τάμει την διαφορά και να επιδικάσει τα σχετικά αγωγικά κονδύλια. Οι αόριστες παραδοχές περί μελλοντικών αστάθμητων οικονομικών παραγόντων   είναι μη νόμιμες.

Η απόφαση πάσχει:

 α) από ασάφεια στην αιτιολογία αφού δεν προσδιορίζει πoιοί είναι οι αστάθμητοι αυτοί οικονομικοί παράγοντες, πώς αυτοί έχουν αιτιώδη σχέση με την συγκεκριμένη υπόθεση

β)  από αντίφαση στην αιτιολογία αφού  δεν αναφέρει ειδικά και συγκεκριμένα περιστατικά που να δικαιολογούν γιατί  αφού γίνεται δεκτή η ανάγκη πρόσληψη οικιακής βοηθού για όλη την ζωή της, επιδικάζει εν τέλει για την ίδια αιτία  το κονδύλιο μόνο για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, χωρίς μάλιστα να παραθέτει κανένα όρο συγκεκριμένο για την αλλαγή της στάσης της αυτής μέσα στο ίδιο το σκεπτικό της απόφασης.

Οι υπό στοιχεία (α) και (β) της παρούσης παραγράφου αιτιάσεις νομολογήθηκαν και με την υπ’ αριθμ 625/2010 απόφαση του Α.Π. με ακριβώς αυτό το σκεπτικό, αν και η αναιρεθείσα απόφαση αφορούσε την απώλεια μελλοντικών διαφυγόντων κερδών.

Η ως άνω απόφαση αναφέρει του Α.Π. αναφέρει επι λέξει:

………. «Επιπλέον, ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσείων το χρονικό διάστημα των πρώτων πέντε ετών θα είναι ολοσχερώς ανίκανος προς εργασία εξαιτίας του τραυματισμού του, η ανικανότητα δε αυτή θα είναι εφόρου ζωής, στη συνέχεια θεωρεί ότι το αίτημα της αγωγής για την καταβολή αποζημίωσης για το χρονικό διάστημα μετά τη συμπλήρωση πενταετίας από τον τραυματισμό του μέχρι το 65ο έτος της ηλικίας του είναι πρόωρο, χωρίς να αναφέρει κανένα περιστατικό από το οποίο να προκύπτει η αλλαγή των όρων που συνέτρεχαν για την παραδοχή του ίδιου αιτήματος για το χρονικό διάστημα των πρώτων πέντε ετών 'Ετσι, με τις ελλείψεις και τις ασάφειες αυτές το Εφετείο κατέστησε την απόφαση του χωρίς νόμιμη βάση, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν. Κατά συνέπεια το εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ, που αποδίδεται με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος στην ουσία»

2. ΕΠΙ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΥΓΟΝΤΩΝ ΚΕΡΔΩΝ

       2.α Μελλοντικά διαφυγόντα κέρδη εκ της εργασίας, χωρίς την παρεμβολή συνταξιοδότησης  ασφαλιστικού φορέα.

          2.α.α.  Γυναίκα παθούσα από τροχαίο ατύχημα με μόνιμη αναπηρία 50% εκ των καταγμάτων στο δεξί χέρι της, καταστάσα μόνιμα ανίκανη προς εκτέλεση της εργασίας της οικιακής βοηθού που εκτελούσε πριν το ατύχημα, άνευ μορφωτικών γνώσεων. Της επιδικάσθηκε τελεσιδίκως το 2009 για ατύχημα του έτους  2004,  απώλεια εισοδήματος μέχρι την 31/7/2010 ενώ το διάστημα μέχρι το 2031, το αίτημα απορρίφθηκε ως πρόωρο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης ως εξαρτώμενο από μελλοντικές συνθήκες  που έχουν σχέση με τα οικονομικά δεδομένα. Πλην όμως, το δικαστήριο δέχθηκε την μόνιμη αναπηρία της  για το ως άνω επάγγελμα και κάθε άλλο ισοδυνάμου.  

 2.α.β.  Νεαρός 21 ετών υποστάς μόνιμη αναπηρία κατά ποσοστό  55 % από τροχαίο ατύχημα του έτους 2004 που τον καθιστά  μόνιμα  ανίκανο για το επάγγελμα του σερβιτόρου που ασκούσε πριν το ατύχημα, αλλά και για κάθε άλλου ισοδυνάμου που απαιτεί ορθοστασία και βάδιση  (παραδοχές της τελεσίδικης απόφασης). Του επιδικάσθηκε απώλεια εισοδήματος μέχρι το 2012, ενώ για το υπόλοιπο διάστημα το σχετικό κονδύλιο απορρίφθηκε ως ασκούμενο  πρόωρα, σε συνάρτηση και με τον ενδεχόμενο ρόλο άλλων παραγόντων, που δεν είναι δυνατόν να σταθμισθούν με βάση τα υπάρχοντα σήμερα δεδομένα και της δυνατότητας επαγγελματικής καταρτίσεως αυτού (ενάγοντος) μέχρι τότε για δραστηριότητες που δεν απαιτούν ορθοστασία, βάδιση ή άρση βαρών κ.λ.π.

2.α.γ. ΚΡΙΤΙΚΗ

Και στις παραπάνω περιπτώσεις  δεν υφίσταται κανένας πειστικός λόγος για την απόρριψη των σχετικών κονδυλίων ως πρόωρα ασκουμένων, αφού και παραδοχή της δια βίου ανικανότητας προς συγκεκριμένη εργασία που ασκούσε ο παθών πριν το ατύχημα ή άλλης κοινωνικά ισοδύναμης  υπάρχει στην απόφαση και επιδίκαση του αιτούμενου κονδυλίου για ορισμένο χρονικό διάστημα. Η απόφαση και στις παραπάνω περιπτώσεις είναι αναιρετέα για παράβαση του άρθρου 559 περ. 19 Κ.Πολ.Δ.          

2.β.  Μελλοντικά διαφυγόντα κέρδη εκ της εργασίας, με την παρεμβολή συνταξιοδότησης  ασφαλιστικού φορέα.

      Για ατύχημα του 2004, άνδρας με επάγγελμα εργατοτεχνίτη, κρίθηκε κατά ποσοστό 67% ανάπηρος για το ως άνω επάγγελμα, καθώς και για κάθε άλλη παρεμφερή εργασία.   Επίσης, ο ασφαλιστικός φορέας του ενάγοντος (ΙΚΑ) χορήγησε σ' αυτόν, λόγω του ενδίκου ατυχήματος, σύνταξη συνήθους αναπηρίας από εκτός εργασίας ατύχημα από τις 9-7-2006 μέχρι 31-7-2008 με ποσοστό αναπηρίας 67%. Ο ασφαλιστικός φορέας του (ΙΚΑ) του απένειμε για το από 9-7-2006 έως 31-7-2008 χρονικό διάστημα σύνταξη συνήθους αναπηρίας από ατύχημα εκτός εργασίας, οπότε και πρέπει να επανεξεταστεί. Τελεσιδίκως του επιδικάσθηκε αποζημίωση  για τα μελλοντικά διαφυγόντα κέρδη του μέχρι την 31/7/2008 , ενώ για το λοιπό χρονικό διάστημα της αγωγής το αγωγικό κονδύλιο απορρίφθηκε ως πρόωρο διότι από 1/8/2008 και για το περαιτέρω χρονικό διάστημα δεν είχε κριθεί το ποσό που αυτός πρόκειται να εισπράξει ώστε να αφαιρεθεί αυτό κατ' εφαρμογή του νόμου 1654/1986 άρθρο 18 από τα δικαιούμενα απ' αυτόν χρηματικά ποσάαποζημίωσης.

 Η τελεσίδικη αυτή απόφαση επικυρώθηκε και αναιρετικά με την με αριθ. 601/2010 απόφαση του Δ΄ Τμήματος του Α.Π. η οποία είχε το εξής σκεπτικό:

«… Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 18 του ν. 1654/1986 σε συνδυασμό με το άρθρο 10 παρ. 5 του ν.δ. 4104/1960 και 18 του ν. 4476/1965, προκύπτει ότι εφόσον ο ασφαλισμένος στο ΙΚΑ μπορεί να αξιώσει από τρίτον αποζημίωση για ζημία που προξενήθηκε σ' αυτόν λόγω σωματικής βλάβης ή αναπηρίας, η αξίωση αυτή από τότε που γεννιέται μεταβιβάζεται αυτοδικαίως στο ΙΚΑ, στην έκταση που το τελευταίο οφείλει ασφαλιστικές παροχές στο δικαιούχο της αποζημίωσης, ώστε ο παθών δεν δικαιούται ν' απαιτήσει σωρευτικά τόσο την αποζημίωση από τον υπόχρεο τρίτο, όσο και τις ασφαλιστικές παροχές από το ΙΚΑ στην έκταση που μεταξύ τους υπάρχει ποσοτική, ποιοτική και λειτουργική αντιστοιχία. Στην περίπτωση που ο παθών αξιώνει αποζημίωση για μέλλουσα αποθετική ζημία, συνεπεία ολικής ισόβιας ανικανότητας για εργασία, ως χρονικό ορίζοντα εκείνον του πιθανού ορίου ηλικίας μέχρι του οποίου θα επιβίωνε βιολογικά, κατά την έννοια του διαφυγόντος κέρδους που προαναφέρθηκε, το δε ΙΚΑ από την πλευρά του προσδιόρισε και καταβάλει σύνταξη αναπηρίας στον παθόντα για πολύ μικρότερο χρονικό διάστημα, και με την έννοια της προσωρινότητας, στην περίπτωση αυτή, σ' εφαρμογή και των προαναφερθέντων για την αυτοδίκαιη μεταβίβαση της αντίστοιχης αξίωσης στο ΙΚΑ, η αντίστοιχη αξίωση του παθόντος για διαφυγόντα εισοδήματα για το χρονικό διάστημα μετά την λήξη του χρόνου που εξικνείται η προσωρινά συγχρόνως σ' αυτόν καταβαλλόμενη αναπηρική σύνταξη, εμφανίζεται να αντιστοιχεί και να καλύπτει ζημία απλά ενδεχόμενη, με την έννοια που προαναφέρθηκε, και όχι πιθανή, γιατί το ύψος της τελικά εξαρτάται από την πλήρωση ή όχι της αίρεσης υπό την οποίαν τελεί η αντίστοιχη αυτοδίκαη υποκατάσταση ή όχι του ΙΚΑ σε μέρος της, στην περίπτωση που θα συνεχίσει να καταβάλλεται και στο μέλλον η προσωρινή σύνταξη, τέτοιο δε ενδεχόμενο, που δεν καθιστά πλέον πρόωρη την αγωγή, θεωρείται, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, η οριστικοποίηση της παρεχόμενης στον παθόντα αναπηρικής σύνταξης από το ΙΚΑ.»

                                    -----------------------

3. ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ:

 Τα ζητήματα που γεννιούνται από τις ως άνω αποφάσεις σχετικά με την απόρριψη των κονδυλίων ως προώρων, δηλαδή ως ανεπίδεκτων δικαστικής εκτίμησης,  είναι τα εξής:

1)      Είναι πράγματι τα σχετικά αγωγικά κονδύλια ανεπίδεκτα δικαστικής εκτίμησης – πρόωρα;

2)      Η εκτίμηση του δικαστηρίου περί προώρου και ανεπίδεκτου δικαστικής εκτίμησης συνιστά απόρριψη της αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς κατά το  άρθρο 263 Α.Κ ή είναι  το αντίθετο και δημιουργείται  δεδικασμένο;

3)      Η παραγραφή των αγωγικών κονδυλίων που απορρίφθηκαν ως πρόωρα πότε έχει αρχίσει, πότε έχει διακοπεί, πότε συντελείται και ποια η επίδραση της απόρριψης της αγωγής ως πρόωρης στην παραγραφή της απαίτησης;

3.1.  Επί του πρώτου ερωτήματος

3.1α           Στις περιπτώσεις της μελλοντικής  ζημίας είτε με την μορφή της θετικής είτε των διαφυγόντων κερδών, στις οποίες δεν μεσολαβεί ασφαλιστικός φορέας, δεν υπάρχει ουδείς πειστικός και νόμιμος λόγος για την απόρριψη των κονδυλίων αυτών ως προώρων σύμφωνα με τα παραπάνω.

Με βάση τα όσα προεξετέθησαν, αρκεί η πιθανολόγηση της ζημίας  με βάση αντικειμενικά κριτήρια του μέσου ανθρώπου, λαμβανομένων υπόψη και των τυχόν προπαρασκευαστικών μέτρων.

Μάλιστα για την επιδίκαση αγωγικού κονδυλίου μελλοντικής απώλειας εισοδήματος  δεν είναι αναγκαίος όρος ο παθών να εργάζεται πριν το ατύχημα. Έτσι, εάν ο παθών είναι ανήλικος,  δεν απαιτείται για την επιδίκαση σ’ αυτόν αποζημίωσης  λόγω διαφυγόντων κερδών στο μέλλον λόγω μερικής η ολικής ανικανότητάς του προς εργασία να συντρέχουν οι όροι της παροχής εργασίας κατά τον χρόνο που αυτός υπέστη την εξ αδικοπραξίας βλάβη της υγείας του, αλλά μπορεί να του επιδικασθεί ως μελλοντική ζημία  εκείνη  για την οποία υπάρχει η πρόβλεψη ότι θα προκύψει από το χρόνο εκείνο  κατά τον οποίο ηηλικία του - λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών περιστάσεων - θα του επέτρεπε, εάν δεν μεσολαβούσε η σωματική βλάβη του, να αποκομίσει εισόδημα. Α.Π.  1232/2008 Α1 Τμήμα.

                   Τα αυτά κρίθηκαν και με τις  υπ’ αριθ. 549/2002 ΑΠ (ΕΣυγκΔ 2003 σελ 33) που αφορά αποθετική ζημιά μέλλουσα στρατιώτη, για επάγγελμα που δεν μπορεί να ασκήσει στο μέλλον εφ’ όρου ζωής του και την 122/2006 ΑΠ που αφορά ΑΠΟΘΕΤΙΚΗ ΖΗΜΙΑ ΜΕΛΛΟΥΣΑΣ ΦΟΙΤΗΤΡΙΑΣ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΤΗΣ ΝΟΣΟΚΟΜΟΥ ΠΟΥ ΘΑ ΑΣΚΟΥΣΕ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ.

                   Πολλές φορές στην αγωγή χρησιμοποιούμε τον «μέσο όρο ζωής» ενός ανθρώπου σύμφωνα με τους στατιστικούς πίνακες, προκειμένου να προσδιορίσουμε τον χρονικό ορίζοντα λήξης της καταβολής των περιοδικών παροχών (είτε επί θετικής  είτε επί αποθετικής μελλοντικής ζημίας)  ο οποίος  είναι π.χ. το 70ο  έτος για τους άνδρες και το 75ο έτος για τις γυναίκες. Με τον τρόπο αυτό όμως υπάρχει ο κίνδυνος ο παθών που τυχόν επιζήσει άλλα δέκα χρόνια  να στερηθεί είτε εισοδήματα είτε θεραπαινίδα που έχει ανάγκη για όλη την ζωή του εξ αιτίας του τροχαίου ατυχήματος.

                             Στο ίδιο αποτέλεσμα καταλήγουν και οι αποφάσεις των δικαστηρίων ουσίας που επιδικάζουν μελλοντικές ζημίες μέχρι τον μέσο όρο ζωής του παθόντος σύμφωνα με τους στατιστικούς πίνακες και απορρίπτουν για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα. Έτσι με την υπ’ αριθ. 1608/2007 απόφαση του Α.Π, κρίθηκε ότι η δικαστικά επιδικαζόμενη σε μηνιαίες δόσεις αποζημίωση για ολική μόνιμη ανικανότητα προς εργασία οφείλεται εφ’ όρου ζωής του παθόντος και όχι για χρονικό διάστημα με βάση τους στατιστικούς πίνακες. Και τούτο διότι η αποζημίωση κατά τα άρθρα 297, 298, 929 και 930 Α.Κ  αφορά όλο το διάστημα κατά το οποίο θα εξακολουθούν οι επιζήμιες συνέπειες  του ατυχήματος , εφ όσον ο παθών είναι εν ζωή (Α.Π 1608/2007)

    Χρήσιμο είναι κατά την γνώμη για όλες τις περιπτώσεις μελλοντικής, εφ’ όρου ζωής,  απώλειας εισοδήματος του παθόντος να περιλαμβάνει η αγωγή επικουρική βάση με την έννοια ότι η απώλεια εισοδήματος του παθόντος θα επερχόταν από το επάγγελμα που ασκούσε πριν το ατύχημα, άλλως από το επάγγελμα του ανειδίκευτου εργάτη, το οποίο οπωσδήποτε  κάποιος θα ασκούσε προκειμένου να ζήσει.

3.1.β.             Τι συμβαίνει όμως, στην περίπτωση όπου πράγματι μεσολαβεί  ασφαλιστικός φορέας,  ο οποίος χορηγεί σύνταξη αναπηρίας για ένα χρονικό διάστημα (μία διετία) και δεν έχει εκδώσει διοικητική απόφαση σύνταξης οριστικής αναπηρίας, τότε υπάρχει ζημία του παθόντος  η οποία πρέπει να επιδικασθεί  χωρίς την αναμονή έκδοσης απόφασης από τον ασφαλιστικό φορέα;

Το πρακτικό θέμα της αποζημίωσης του παθόντος στην περίπτωση αυτή είναι ότι  ΜΙΑ ΔΙΚΗ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ ΟΛΟΚΛΗΡΩΝΕΤΑΙ   ΣΕ 5 ΕΤΗ, ότι μέχρι τότε είναι αδύνατο σύμφωνα με την σχετική νομοθεσία του ΙΚΑ να εκδοθεί  για αόριστο χρόνο οριστική σύνταξη αναπηρίας, αφού, σύμφωνα με τον κανονισμό του, το ΙΚΑ  χορηγεί σύνταξη αναπηρίας για μία διετία καταρχήν, για δεύτερη στην συνέχεια και  εν τέλει για αόριστη διάρκεια.  Ήτοι ο χρόνος απονομής τέτοιας οριστικής σύνταξης είναι πάνω από 6 έτη, χρόνος όμως στον οποίο θα έχει επέλθει η παραγραφή των αξιώσεων  τόσο του παθόντος όσο και του ΙΚΑ ως προς τον υπόχρεο προς αποζημίωση.

Και τούτο διότι κατά την επικρατούσα θέση η παραγραφή της αξίωσης του παθόντος αρχίζει από την τέλεση του ζημιογόνου γεγονότος και την επέλευση της ζημίας στον παθόντα για όλες τις προβλεπτές στο χρόνο αυτό αξιώσεις του, ασχέτως εάν αυτές μπορούν να προσδιορισθούν  ποσοτικά, ενώ ταυτόχρονα σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις του ΙΚΑ  (αλλά και των λοιπών ασφαλιστικών φορέων), το ΙΚΑ υποκαθιστάμενο στις αξιώσεις του παθόντος  από το τροχαίο ατύχημα έναντι του υποχρέου, σε όσες υπάρχει ποιοτική και χρονική αναλογία, ασκεί εν τέλει την αξίωση του παθόντος κατά του υποχρέου με αποτέλεσμα και ως προς το ΙΚΑ να αρχίζει η πενταετής παραγραφή των αξιώσεων από την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος, ασχέτως εάν το ΙΚΑ έχει προσδιορίσει ποσοτικά και ποιοτικά τις παροχές που θα καταβάλλει στον παθόντα  Α.Π 738/2003.

Η πιο πάνω άποψη της απόφασης του Αρείου Πάγου, προκειμένου να επικυρώσει την απόφαση του Εφετείου, ακολούθησε την συλλογιστική ότι επί αυτοδικαίας υποκατάστασεως του συνταξιοδοτικού φορέα η ζημία του παθόντος ως προς τα διαφυγόντα κέρδη όχι μόνο δεν είναι ορισμένη αλλά ότι είναι και ενδεχόμενη, αφού εν τέλει ερμηνεύοντάς την το μηνιαίο μέγεθος της απώλειας διαφυγόντων κερδών  δεν δύναται να προσδιορισθεί από τούδε  και για το μέλλον.

Σύμφωνα όμως με το 929 του Α.Κ και το άρθρο 298 Α.Κ, όπως πιο πάνω αναπτύχθηκαν, η ζημία του παθόντος για την ικανοποίηση της οποίας απαιτείται πιθανολόγηση και όχι βεβαιότητα  και ορισμένη είναι και έχει πιθανολογηθεί. Γι’  αυτό και άλλωστε  i) επιδικάσθηκε για  το χρονικό διάστημα που αντιστοιχεί στο αντίστοιχο χρονικό διάστημα για το οποίο έχει εκδοθεί απόφαση από το ΙΚΑ ii)  μπορεί να προσδιορισθεί σε μηνιαίες περιοδικές παροχές για το μέλλον.

Το γεγονός ότι  ένας δημόσιος  ασφαλιστικός φορέας  ακολουθεί διαδικασίες, κανονισμούς  τόσο πολύπλοκους, γραφειοκρατικούς και ανοργάνωτους, δεν πρέπει να αποβαίνει σε βάρος του παθόντος, χωρίς ταυτόχρονα,  όμως, να εμποδίζεται η υποκατάσταση του ασφαλιστικού φορέα.

Και τούτο διότι ουσιαστικά στην πρώτη δικαστική προσπάθεια του παθόντος που ουσιαστικά διαρκεί μία πενταετία, στις πλείστες των περιπτώσεων έχει εκδοθεί μία απόφαση του ασφαλιστικού φορέα. Μέχρι δε την λήψη της πενιχρής αποζημίωσης του ο παθών από τα δικαστήρια, έχει υποβληθεί σε έξοδα και καταστάσεις που α) η αποζημίωση που λαμβάνει καλύπτει αυτές τις ανάγκες  β) δεν αντέχει να περιμένει δικαστικώς  για μία ακόμη τετραετία, πενταετία για την επιδίκαση αποζημίωσης λόγω διαφυγόντων κερδών ανά διετία σύμφωνα με τις «ορέξεις» του ασφαλιστικού φορέα, ούτε μπορεί να καταβάλλει συνεχώς δικαστικά ένσημα για να διακόπτει τις παραγραφές.

Ο ασφαλιστικός φορέας  (ΙΚΑ) προκειμένου καταρχήν να χορηγήσει καταρχήν επιδόματα ασθενείας στον παθόντα, λαμβάνει από τον παθόντα εγγράφως μεταξύ άλλων και  δελτίο τροχαίο ατυχήματος  από το οποίο προκύπτουν οι υπόχρεοι προς αποζημίωση . Ουδείς εμποδίζει τον ασφαλιστικό φορέα να ασκήσει τα δικαιώματά του.

Προς αποφυγή, λοιπόν,  όλων των παραπάνω πρέπει να επιδικάζεται η μηνιαία περιοδική παροχή των διαφυγόντων κερδών στον παθόντα , ακόμα και όταν  ο ασφαλιστικός φορέας δεν έχει ακόμη εκδώσει απόφαση οριστικής και αορίστου διάρκειας σύνταξης.

Η καταβολή των παροχών αυτών  εφόσον γίνεται κατά μήνα δεν γεννά οιοδήποτε  ουσιαστικό θέμα απαλλοτρίωσης των αξιώσεων του ασφαλιστικού φορέα  έναντι του υποχρέου προς αποζημίωση. Και τούτο επέρχεται μέσα από την λειτουργία της 334 ΚΠΟΛΔ μεταρρυθμιστικής αγωγής, η οποία μπορεί ν’ ασκηθεί  για κάθε ουσιώδη μεταβολή των συνθηκών που επήλθαν μετά την τελεσιδικία της απόφασης, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η έκδοση  απόφασης σύνταξης του ασφαλιστικού φορέα.

Μάλιστα για το κατεπείγον της υπόθεσης διατάσσονται καιασφαλιστικά μέτρα με το 728 παρ 2 και 729 παρ 5 Κ.Πολ.Δ, με τα οποία μπορεί να διακοπεί ή και μειωθεί προσωρινά η μηνιαία περιοδική παροχή. (ΚΡΗΤΙΚΟΣ παρ. 37 επ.) .

          Προς επίρρωση των παραπάνω και με βάση την θέση της νομολογίας περί αυτοδίκαιης υποκατάστασης του ΙΚΑ και των λοιπών ασφαλιστικών φορέων (πλην του Δημοσίου) στις αξιώσεις του παθόντος από την ημεροχρονολογία του ατυχήματος και εφ’ όσον το ΙΚΑ υποχρεούται να καταβάλλει παροχές και σύνταξη αναπηρίας ή σύνταξη στην χήρα και στα τέκνα λόγω θανάτου  τίθενται τα εξής ερωτήματα :

1) Υπάρχει ή όχι εύλογος χρόνος στον οποίο πρέπει ν’ αναμένεται η χορήγηση σύνταξης αναπηρίας η σύνταξης λόγω θανάτου  είτε προσωρινής  είτε οριστικής διάρκειας;

2)  Ποια η θέση της νομολογίας, όταν  π.χ. στην σημερινή εποχή ο ασφαλιστικός φορέας, παρόλο που είναι υποχρεωμένος προς καταβολή παροχών, δεν εκδίδει τις διαπιστωτικές πράξεις του ΔΙΟΙΚΗΤΗ ΤΟΥ.

3) Ποια η θέση της Νομολογίας  όταν ο ασφαλιστικός φορέας παρά το γεγονός ότι έχει εκδώσει αποφάσεις περί σύνταξης είτε προσωρινές είτε αόριστες,   δεν τις καταβάλλει  λόγω  έλλειψης χρημάτων ;

4) Ποια η θέση της νομολογίας  όταν κατόπιν αποφάσεως  του δικαστηρίου διατάσσεται η προσκόμιση από τον ενάγοντα βεβαίωσης του ασφαλιστικού φορέα τι θα καλύψει για όλα τα χρόνια της ζωής του ενάγοντος όταν είναι μάλιστα γνωστό  πώς πχ το ΙΚΑ  δεν μπορεί ποτέ να χορηγήσει τέτοιες βεβαιώσεις, την στιγμή που απαιτούνται, με βάση τα παραπάνω, 4-5 χρόνια τουλάχιστον για την χορήγηση σύνταξης αόριστης διάρκειας.

            Για όλες τις παραπάνω περιπτώσεις πρέπει να γίνει δεκτό νομολογιακά ότι και στις περιπτώσεις του συνταξοδιοτικού φορέα, η αυτοδίκαιη μεταβίβαση της απαίτησης του παθόντος στον ασφαλιστικό φορέα (εφ’ όσον υπάρχει ποιοτική και ποσοτική αναλογία) τελεί υπό την διαλυτική αίρεση  ότι  ο ασφαλιστικός φορέας α) έχει προσδιορίσει  τα χρηματικά ποσά που οφείλει στον παθόντα και β) ότι τα έχει καταβάλλει σ αυτόν, προκειμένου να μην επιδικάζονται τα αντίστοιχα ποσά σ τον παθόντα που αφορούν μελλοντικές ζημίες. Μάλιστα υπάρχουν πλείστες αποφάσεις για θετικές μελλοντικές ζημίες, όπως π.χ.  για την ενέργεια χειρουργικών επεμβάσεων σε ιδιωτικά νοσοκομεία,   οι οποίες δέχονται ότι εφ’ όσον ο παθών κατά το απόλυτο δικαίωμά του στην ελεύθερη επιλογή ιατρού διαλέγει τελικά να χειρουργηθεί ιδωτικά χωρίς την μεσολάβηση ασφαλιστικού φορέα, τότε αφενός μεν δεν υπάρχει υποκατάσταση του ασφαλιστικού φορέα και ότι σε κάθε περίπτωση τεκμαίρεται σιωπηρή παραίτηση του παθόντος από όποιες τυχόν καλύψεις θα τύγχανε από τον ασφαλιστικό φορέα.

Με τον τρόπο αυτό έχει ξεπερασθεί στις περιπτώσεις αυτές η ένσταση ενεργητικής νομιμοποίησης που προβάλλεται.

Αναλογικά επομένως, πρέπει να εφαρμοσθεί η παραπάνω λύση και για τυχόν εφ όρου ζωής ζητούμενα μελλοντικά διαφυγόντα εισοδήματα εκ της εργασίας ή από διατροφή.              

Π.χ.  εφόσον κατά την συζήτηση της αγωγής στον πρώτο βαθμό  υπάρχει σύνταξη αναπηρίας  που έχει λήξει και δεν έχει ανανεωθεί, τότε με την προσκόμιση βεβαίωσης από τον ασφαλιστικό φορέα ότι δεν έχει εκδοθεί νέα συνταξιοδοτική πράξη επιδικάζονται τα διαφυγόντα κέρδη με την μορφή  περιοδικών παροχών. Με την τυχόν έκδοση απόφασης του φορέα, εάν η υπόθεση είναι στον δεύτερο βαθμό γίνεται αντίστοιχη περικοπή. Εάν δε είναι τελεσίδικη η απόφαση, ακολουθείται η διαδικασία της μεταρρύθμισης της απόφασης.

Ένας άλλος τρόπος που υπεδείχθη νομολογιακά από το Εφετείο Αθηνών είναι ότι για τον χρόνο που επιδικάζονται τα διαφυγόντα κέρδη αντίστοιχα θα περικόπτονται κατά το τεκμαιρόμενο ποσό που θα λάβει ο παθών από τον ασφαλιστικό φορέα.

Δηλαδή, έστω ότι έχουμε απόφαση του ασφαλιστικού φορέα περί συνταξιοδότησης για 2 έτη, με ποσό 300 ευρώ μηνιαίως και για χρονικό διάστημα από 2010 μέχρι 2012 και βρισκόμαστε στον β΄ βαθμό.

Η απόφαση διαγιγνώσκει ζημία 600 ευρώ μηνιαίως. Με την αγωγή ζητείται απώλεια εισοδήματος μέχρι το 2020.  Η απόφαση δέχεται ότι ο παθών θα λαμβάνει σύνταξη από τον ασφαλιστικό φορέα τουλάχιστον 300 ευρώ μηνιαίως μέχρι το 2020 και αφαιρεί το μηνιαίο αυτό ποσό επιδικάζοντας το υπόλοιπο μηνιαίως μέχρι το 2020.

Στην περίπτωση ουσιώδους  μεταβολής των γεγονότων, από αυτά που έλαβε υπόψη του ο β΄ βαθμός  κατά την έκδοση της απόφασης, ακολουθείται η διαδικασία της μεταρρύθμισης της απόφασης.

3.2         Η έννοια «πρόωρο»  δημιούργησε  θέματα ερμηνείας της καθότι δεν απαντάται σε κανένα, εξ όσων γνωρίζω, κείμενο Νόμου.

 Με τις υπ’ αριθ.  122/2006, 2076/2006, 377/2009 αποφάσεις του Αρείου Πάγου,  κρίθηκε ότι η απόρριψη της αγωγής ως πρόωρης και ανεπίδεκτης δικαστικής εκτίμησης για τον παραπάνω λόγο δεν αποτελεί τομή, δηλαδή δεν γίνεται ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς ούτε και παράγεται δεδικασμένο.

(Αντίθετη είναι  η υπ’  αριθ.  39/2007 απόφαση του ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ η οποία δεν ταύτισε την απόρριψη της αγωγής ως προώρου με την έννοια του 263 Α.Κ, δηλαδή για λόγους τυπικούς).

3.3         Η υπ’ αριθμ 377/2009 απόφαση του ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ, αναφέρει ότι η παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής που απορρίφθηκε ως πρόωρα ασκούμενης θεωρείται ως μηδέποτε διακοπείσα εάν δεν ασκηθεί εκ νέου η αγωγή εντός εξαμήνου από την τυπική απορριψή της (πρόωρο) .

Η θέση αυτή της νομολογίας είναι συνεπής σε σχέση με την παραδοχή της ότι η παραγραφή των προβλεπτών ζημιών του παθόντος είναι ενιαία, αρχίζει από την ημέρα επέλευσης του συμβάντος ασχέτως εάν οι επί μέρους αξιώσεις του παθόντος μπορούν να είναι δικαστικά επιδιώξιμες με την έννοια της συγκεκριμενοποίησής τους κατά είδος και κατά ποσό.

Η θέση όμως της νομολογίας δημιουργεί αδικίες, αφού δεν είναι λογικό και δίκαιο να απορρίπτεται η αγωγή ως ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης γιατί δεν μπορεί κατά τον συγκεκριμένο χρόνο να προσδιορισθεί η ακριβής μελλοντική ζημία του παθόντος, λόγω μη οριστικοποιήσεως της απαίτησης έναντι  του ασφαλιστικού φορέα και ταυτόχρονα να υπάγεται στο άρθρο 263 Α.Κ αυτή η απόρριψη ότι τάχα είναι για λόγους τυπικούς, έτσι ώστε να απαιτείται εκ νέου έγερση νέας αγωγής εντός  6 μηνών για να θεωρηθεί η παραγραφή διακοπείσα στον χρόνο έγερση της πρώτης αγωγής.

Αντίθετα  εάν ακολουθηθεί το σκεπτικό των αποφάσεων αυτών που απορρίπτουν το αγωγικό κονδύλιο ως ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης, τότε θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι αφού το ΔΙΚΑΖΟΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  δεν  μπορεί να τάμει την διαφορά, αυτή τότε δεν είναι προβλεπτή και δικαστικά επιδιώξιμη αφού δεν μπορεί να ορισθεί ποσοτικά.

Πρακτικό παράδειγμα δυσκολίας των ως άνω παραδοχών είναι το εξής:

Aνάπηρη γυναίκα ζητά μελλοντική απώλεια εισοδήματος για χρονικό διάστημα από το 2005 μέχρι το 2032. Εκδίδεται απόφαση τελεσίδικη τον Ιούνιο του  2009, η  οποία επιδικάζει μηνιαίες περιοδικές παροχές  ως μελλοντική  ζημία μέχρι το 2012 ενώ απορρίπτει το λοιπό αγωγικό κονδύλιο ως πρόωρο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης   είτε διότι  μπορεί να υπάρξουν αβέβαιες οικονομικές συνθήκες, είτε διότι η επιστήμη προοδεύει και μπορεί να αποκατασταθεί η αναπηρία της.

Η  ως άνω παθούσα ασκεί εντός εξαμήνου νέα αγωγή, ως είναι υποχρεωμένη,  και λαμβάνει δικάσιμο τον Ιούνιο του 2010  και εάν αναβληθεί, η υπόθεση  λαμβάνει νέα δικάσιμο τον Ιανουάριο του 2011.  Κατά την δικάσιμο αυτή  ερωτάται τι θα έχει αλλάξει από την τελεσίδικη παραδοχή της πρώτης αγωγής ότι έχει ασκηθεί πρόωρα έτσι  ώστε το δικαστήριο να εκδώσει απόφαση επί της ουσίας επί της νέας αγωγής. Απολύτως τίποτα.  Η παθούσα θα καταβάλλει δικαστικό ένσημο, θα υποβληθεί σε έξοδα , έτσι ώστε στην συνέχεια να ασκήσει και τρίτη αγωγή,   ώστε να καταληφθεί χρόνος από το 2012 και εφεξής. Επομένως, όλη την ζωή της η παθούσα θα είναι στα δικαστήρια, για την ικανοποίηση των αξιώσεών της.

Η απόρριψη της αγωγής ως πρόωρης δεν στηρίζεται στο Νόμο  ούτε και  υπάγεται στο άρθρο 263 Α.Κ   Και τούτο διότι στην έννοια της απόρριψης της αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς κατά το άρθρο 263 Α.Κ. σύμφωνα με την θεωρία υπάγεται η απόρριψη της αγωγής τυπικώς για λόγους δικονομικούς, που συνεπάγουν ακυρότητα η απαράδεκτό της αγωγήςΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΣΕΛΊΔΑ 485 και Α.Π 576/1948 ΕΕΝ 16, ΑΠ 80 /1955 ΝοΒ 3,385, όπως από έλλειψη αναγκαίων προϋποθέσεων της δίκης, απαράδεκτο του τύπου της διαδικασίας, έλλειψη ικανότητος για παράσταση, αναρμοδιότητα κλπ ( ΒΑΘΡΑΚΟΚΟΙΛΗΣ ΕΡΜΑΚ άρθρο 263 Α.Κ) .

Η απόρριψη της αγωγής ως προώρου δεν συναντάται σε κανένα νομοθετικό κείμενο. Ούτε μπορεί να αντληθεί εξ αντιδιαστολής επιχείρημα από την διάταξη του άρθρου 69 Κ.Πολ.Δ. περ. ε΄  που επιτρέπει την πρόωρη έγερση της αγωγής  όταν  το δικαίωμα εξαρτάται από την πλήρωση αίρεσης η την επέλευση γεγονότος. Και τούτο διότι:

Α)     όταν το άρθρο 269 Κ.Πολ.Δ. αναφέρεται σε πλήρωση αίρεσης η επέλευση γεγονότος πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον νομικό δικαίωμα προσδοκίας για την πλήρωση της αίρεσης, το δε γεγονός να προβλέπεται και να πιθανολογείται ως σφόδρα πιθανό κατά την άσκηση της αγωγής, θα πρέπει δε αμφότερα να πληρωθούν  το αργότερο κατά την έκδοση της απόφασης, όπως πχ στην περίπτωση που ασκείται αγωγή από την ασφαλιστική εταιρεία κατά του ασφαλισμένου της που τελεί σε κατάσταση μέθης για την περίπτωση που το δικαστήριο κρίνει ότι αυτός από υπαιτιότητά του και σε αιτιώδη συνάφεια με την μέθη του επέφερε το βλαπτικό αποτέλεσμα

Β)      στις μεν περιπτώσεις απόρριψης της αγωγής ως πρόωρης  λόγω  αστάθμητων οικονομικών παραγόντων στο μέλλον, της τυχόν αλλαγής του βιοτικού επιπέδου της ζωής, την πρόοδο  της επιστήμης,  τα επικαλούμενα από τις αποφάσεις αυτά μελλοντικά γεγονότα είναι ΠΛΗΡΩΣ ΥΠΟΘΕΤΙΚΑ ΚΑΙ ΠΛΗΡΩΣ ΑΒΕΒΑΙΑ ΚΑΙ ΚΑΘΟΛΟΥ ΠΡΟΣΔΩΚΟΜΕΝΑ έτσι ώστε να αντληθεί εξ αντιδιαστολής επιχείρημα από την διάταξη του άρθρου 69Κ.Πολ.Δ.

Γ)     στις μεν περιπτώσεις απόρριψης της αγωγής ως πρόωρης λόγω ενδεχόμενης ζημίας συνισταμένης  στην μη έκδοση απόφασης  σύνταξης από τον ασφαλιστικό φορέα, το δικαίωμα που εξαρτάται από την πλήρωση της αίρεσης  i) δεν αφορά το δικαίωμα του παθόντος αφού αυτό είναι εξ αρχής  ορισμένο και δικαστικά επιδιώξιμο,  ii) το δικαίωμα του ασφαλιστικού φορέα (ΙΚΑ), που είναι το δικαίωμα υποκατάστασής του στις αξιώσεις του παθόντος, έχει ήδη σχηματισθεί  από την χρόνο της ζημίας, όπου αρχίζει η παραγραφή της αξίωσης, και δεν εξαρτάται από καμμία πλήρωση αιρέσεως, όπως π.χ. είναι η απόφαση του Διοικητού του ΙΚΑ. Αυτό συνέβαινε μέχρι την θέσπιση του  άρθρου 18 του ν. 1654/1986.

                  Με τις παραπάνω σκέψεις ,πρέπει ν αποκατασταθεί στην σωστή νομική της βάση η αξίωση του παθόντος για τις μελλοντικές ζημίες του, ώστε να μην απορρίπτονται ως πρόωρα τα αγωγικά κονδύλια.

ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΩΛΕΤΤΗΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΑΘΗΝΩΝ

.

Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, με την οποία θεσπίζεται το δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησης εκείνου ο οποίος προσβλήθηκε στα έννομα αγαθά του είτε με τη μορφή της ηθικής βλάβης είτε με τη μορφή της ψυχικής οδύνης, απασχόλησε κατά το εντελώς πρόσφατο παρελθόν τη νομολογία του Αρείου Πάγου και μάλιστα επανειλημμένα. Η ενασχόληση αυτή του Ακυρωτικού με το εν λόγω ζήτημα της μη περιουσιακής ζημίας αποδεικνύει τη ρευστότητα ενός θεσμού, ο οποίος επηρεάζεται άμεσα, ίσως περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο θεσμό του αστικού δικαίου, όχι μόνο από τις κοινωνικοοικονομικές εξελίξεις αλλά και από τις εναλλασσόμενες αξιολογικές παραστάσεις που επικρατούν στην κοινωνία και των οποίων άμεσος δέκτης οφείλει να είναι ο δικαστής. Παράλληλα όμως αυτή η ενασχόληση φανερώνει και την ευαισθησία, τη γνώση και τη λεπτή προσέγγιση με την οποία ο εφαρμοστής του δικαίου οφείλει να χειρίζεται τα θέματα της επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω της ιδιαιτερότητας αυτού του θεσμού. Η ιδιαιτερότητα αυτή συνίσταται στο γεγονός ότι ο εν λόγω θεσμός δεν παρουσιάζει τη σταθερότητα και την «μαθηματική» σχεδόν αντιστοιχία μεταξύ της ζημίας και της αποκατάστασής της που υπάρχει στην περίπτωση της περιουσιακής ζημίας. Αντίθετα εδώ, δηλαδή στην περίπτωση της μη περιουσιακής ζημίας, καλείται ο ίδιος ο δικαστής να χρησιμοποιήσει σε μεγάλο εύρος αξιολογικά στοιχεία και να τα εντάξει μέσα στο πλαίσιο που του έχει ορίσει ο νομοθέτης, ώστε να καταλήξει στο αντίστοιχο συμπέρασμα. 
Η πρώτη ευχάριστη εξέλιξη στη νομολογία του Αρείου Πάγου αφορά τον προσδιορισμό του όρου «οικογένεια» του άρθρου 932 εδαφ. γ΄του ΑΚ, δηλαδή την περίπτωση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης. Το ζήτημα που απασχόλησε αυτό το δικαστήριο ήταν αν ο προσδιορισμός του κύκλου των προσώπων τα οποία αποτελούν την οικογένεια, συνιστά «πρόκριμα», το οποίο επιλύεται με βάση τις διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου στο οποίο παραπέμπουν οι σχετικές διατάξεις του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου ή αν ο προσδιορισμός αυτός γίνεται άμεσα από το ελληνικό δίκαιο. Έτσι, ενώ με την υπ αριθ 3/2007 απόφαση αυτού του δικαστηρίου υιοθετήθηκε η πρώτη άποψη η οποία και φάνηκε να παγιώνεται με σειρά αποφάσεών του που επακολούθησαν και που υιοθέτησαν την ίδια θέση, δύο χρόνια αργότερα εκδόθηκαν άλλες αποφάσεις, οι οποίες ανέτρεψαν την προηγούμενη νομολογία και υιοθέτησαν τη δεύτερη θέση. Την οριστική λύση στο ζήτημα αυτό έδωσε η υπ αριθ. 10/2011 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου η οποία, ομόφωνα και με σύμφωνη εισαγγελική πρόταση, ακολούθησε την τελευταία αυτή θέση και μάλιστα δέχθηκε ότι για τον προσδιορισμό του κύκλου των προσώπων που απαρτίζουν την οικογένεια του θανόντος εφαρμόζεται άμεσα το ελληνικό δίκαιο χωρίς να υπάρχει ανάγκη προσφυγής στις διατάξεις του ελληνικού διεθνούς δικαίου, άποψη που είχαν υιοθετήσει με την ίδια ακριβώς διατύπωση και δύο προγενέστερες αποφάσεις αυτού του δικαστηρίου . 
Το δεύτερο ζήτημα με το οποίο επίσης επανειλημμένα ασχολήθηκε ο Άρειος Πάγος ήταν εάν η συνταγματικά προβλεπόμενη αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος) έχει άμεσο πεδίο εφαρμογής στην εύλογη χρηματική ικανοποίηση του άρθρου 932 του ΑΚ και επομένως αν η αρχή αυτή λαμβάνεται υπόψη απευθείας από το δικαστή ή αν αυτή απευθύνεται μόνο στον κοινό νομοθέτη. Το εν λόγω δικαστήριο με την υπ αριθ. 6/2009 απόφαση της Ολομελείας του δέχθηκε ότι η αρχή της αναλογικότητας δεν απευθύνεται άμεσα στον δικαστή, αλλά στον κοινό νομοθέτη και επομένως η παραβίασή της από τον δικαστή της ουσίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης. Πολύ σημαντική και με ενδιαφέρουσα επιχειρηματολογία είναι η άποψη της μειοψηφίας τεσσάρων μελών αυτού του δικαστηρίου, τα οποία υιοθετούν την εντελώς αντίθετη άποψη. Οι δικαστές αυτοί δέχονται συγκεκριμένα ότι η αρχή της αναλογικότητας απευθύνεται, εκτός από το νομοθέτη, και στον δικαστή και ότι επομένως η παραβίασή της ιδρύει τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔικ. Τη θέση της πλειοψηφίας έχουν ακολουθήσει τόσο προγενέστερες όσο και μεταγενέστερες αποφάσεις αυτού του δικαστηρίου . Την άποψη εξάλλου της μειοψηφίας είχε δεχτεί παλαιότερα η υπ αριθ. 132/2006 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου . Παράλληλα με τη νομολογιακή επεξεργασία του ζητήματος αυτού υπήρξε και γόνιμη σχετική ενασχόληση στη νομική φιλολογία, από θεωρητικούς οι οποίοι προχώρησαν σε διατύπωση συγκροτημένων σκέψεων και προτάσεων για την επιτυχή επίλυση του εν λόγω προβλήματος . Είναι σημαντικό και πρέπει να τονισθεί ότι όλες οι πάρα πάνω αποφάσεις του Αρείου Πάγου, αλλά και το μεγαλύτερο μέρος των σχετικών μελετών αναφέρονται στο ζήτημα που αφορά και η παρούσα μελέτη, δηλαδή τον προσδιορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης του άρθρου 932 ΑΚ, με τη διαφορά ότι σ’αυτές το ζήτημα εξετάζεται από τη σκοπιά της εφαρμογής από τον δικαστή του συναφούς συνταγματικού όρου της αναλογικότητας . 
Το τρίτο ζήτημα το οποίο απασχόλησε πρόσφατα τους δικαστές του Ακυρωτικού ήταν ακριβώς ο νομικός χαρακτηρισμός του όρου εύλογο του άρθρου 932 του ΑΚ. Αν δηλαδή το περιεχόμενο αυτού του όρου αφήνεται στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, η κρίση του οποίου σχηματίζεται από την αξιολόγηση πραγματικών γεγονότων ή αν ο όρος αυτός αποτελεί αόριστη νομική έννοια, η οποία χρειάζεται ερμηνευτική εξειδίκευση από το δικαστή, δηλαδή αν σχηματίζεται εκτός από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και από αντίστοιχη αξιολογική κρίση. Η πρακτική συνέπεια που απορρέει από τις δύο διαφορετικές αυτές απόψεις είναι ότι κατά μεν την πρώτη δεν υπάρχει υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια, οπότε και δεν υπάρχει περιθώριο ελέγχου της σχετικής κρίσης του δικαστή της ουσίας από τον Άρειο Πάγο, ενώ κατά την δεύτερη άποψη υπάρχει υπαγωγή αυτού του πορίσματος στη νομική έννοια της «εύλογης» χρηματικής ικανοποίησης και επομένως η κρίση του δικαστή ελέγχεται αναιρετικά. Η θέση που υιοθετούσε ο Άρειος Πάγος μέχρι πρόσφατα, ειδικά στο ζήτημα της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης του άρθρου 932 του ΑΚ, ήταν ότι η σχετική κρίση περιέχει μόνο εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, άρα δεν γεννάται και ζήτημα υπαγωγικού συλλογισμού, ενώ στη θεωρία υποστηριζόταν η αντίθετη άποψη, όπως θα καταδειχθεί από την ανάλυση που ακολουθεί πάρα κάτω. Πρόσφατα όμως το ίδιο δικαστήριο με την υπ αριθ. 1178/2009 απόφασή του παρέπεμψε στην Ολομέλεια, να κριθεί από αυτήν ως ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, αν η ηθική βλάβη και η εύλογη χρηματική ικανοποίηση αποτελούν αόριστες νομικές έννοιες, η εξειδίκευση των οποίων υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Η παραπομπή αυτή του εν λόγω ζητήματος στην Ολομέλεια, η απόφαση της οποίας αναμένεται, καταδεικνύει ακριβώς την αγωνία ίσως και την ανησυχία των δικαστών του Τμήματος που αποφάσισε την παραπομπή για την αρνητική εξέλιξη που παρατηρείται στη νομολογία των πρωτοβάθμιων κυρίως δικαστηρίων ως προς το ζήτημα των επιδικαζόμενων ποσών χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Η αρνητική αυτή εξέλιξη εντοπίζεται κυρίως στις περιπτώσεις των τροχαίων ατυχημάτων, όχι όμως και στις άλλες περιπτώσεις όπου επιδικάζεται χρηματική ικανοποίηση, (όπως π.χ. στο εργατικό ατύχημα κλπ. ), στα οποία τροχαία ατυχήματα τα επιδικαζόμενα ποσά είναι τόσο χαμηλά, ώστε οδηγούν σε πλήρη απαξίωση του θεσμού, όπως θα καταδειχθεί από τις αποφάσεις που αναφέρονται πάρα κάτω. 


ΙΙ. ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ

Α. Η απαξίωση του θεσμού και η ανομοιομορφία στα επιδικαζόμενα ποσά-παραδείγματα από τη νομολογία


Ένα από τα πλέον οδυνηρά φαινόμενα της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας είναι ο βαρύς φόρος αίματος, νέων κυρίως ανθρώπων, που αυτή καλείται να πληρώνει κάθε χρόνο στα τροχαία ατυχήματα. Στην τραγική αυτή κατάσταση η ελληνική πολιτεία έχει «γυρίσει» κυριολεκτικά την πλάτη της, αρνούμενη να λάβει τα μέτρα εκείνα που την υποχρεώνουν να λάβει, τουλάχιστον στον τομέα της κυκλοφοριακής αγωγής, τόσο ο συνταγματικός όσο και ο κοινός νομοθέτης (άρθρο 5 παρ. 2 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει την προστασία της ζωής των κοινωνών, άρθρο 16 παρ. 2 του Συντάγματος που θεσπίζει την παιδεία, επομένως και την κυκλοφοριακή αγωγή, ως βασική αποστολή του κράτους για τη διάπλαση των ελλήνων σε υπεύθυνους πολίτες, επομένως και για τη συμπεριφορά τους ως οδηγών οχημάτων ή πεζών. Με το άρθρο 12 παρ. 10 του ΚΟΚ εξάλλου έχει θεσπισθεί ήδη από το έτος 1999 -νόμος 2696/1999- η υποχρέωση της πολιτείας να λάβει τα αναγκαία μέτρα που απαιτούνται ώστε το μάθημα της Οδικής Κυκλοφορίας να διδάσκεται στα σχολεία σε όλες τις βαθμίδες. Από τότε έχουν περάσει 12 ολόκληρα «χαμένα» χρόνια χωρίς η νομοθετική αυτή επιταγή να έχει υλοποιηθεί, λόγω της πλήρους αβελτηρίας και εγκληματικής αδιαφορίας των αρμοδίων εκάστοτε κυβερνητικών οργάνων). Έτσι ο αριθμός των τροχαίων ατυχημάτων στη χώρα μας αυξάνεται αντί να μειώνεται, με πλήρη ευθύνη της ελληνικής πολιτείας ενώ και ο αριθμός των πολιτών που επηρεάζονται άμεσα ή έμμεσα από αυτά παραμένει απαράδεκτα μεγάλος. Την κατάσταση αυτή, η οποία έχει εξελιχθεί σε «μοιραίο» πλέον φαινόμενο, επιβαρύνει και η πρακτική ορισμένων δικαστών, οι οποίοι δεν φροντίζουν να απαλύνουν, έστω και στο ελάχιστο και με τα μέσα που τους παρέχει ο νόμος, τον πόνο εκείνων που έχουν πληγεί από τροχαία ατυχήματα, όπως επιβάλει η ισχύουσα νομοθεσία. Ειδικώτερα, το μοναδικό μέσο που προβλέπει ο νομοθέτης του ΑΚ για την απάμβλυνση του ψυχικού πόνου είναι η ικανοποίηση της ηθικής βλάβης να γίνεται σε χρήμα. Παρατηρείται λοιπόν τελευταία στη νομολογία το φαινόμενο να επιδικάζονται πολύ χαμηλά ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, με αποτέλεσμα όχι μόνο να εξουδετερώνεται ο σκοπός του νομοθέτη ο οποίος θέσπισε τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, αλλά και να παραβιάζεται ευθέως το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της προσωπικότητας, που συνδέεται άμεσα με τη σωματική υγεία και την ψυχική γαλήνη των πολιτών όπως επίσης και με την προστασία αυτών των αγαθών. Χαρακτηριστικό της νοοτροπίας αυτής από την οποία διακατέχονται ορισμένοι έλληνες δικαστές, κυρίως πρωτοδίκες, είναι η πρόσφατη νομολογία των πρωτοδικείων της περιφέρειας του Εφετείου Πατρών, με την έρευνα της οποίας ειδικώτερα ασχοληθήκαμε και την παραθέτουμε ενδεικτικά. (Οι πάρα κάτω αναφερόμενες αποφάσεις δεν έχουν δημοσιευθεί ακόμα στα νομικά περιοδικά.) Η πλέον χαρακτηριστική από τις πάρα πάνω αποφάσεις είναι η υπ αριθ. 150/2009 απόφαση του ΜονΠρωτΠατρών, με την οποία επιδικάσθηκε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των πεντακοσίων (500)!!! ευρώ σε επιβάτη οχήματος ο οποίος υπέστη κάταγμα βραχιονίου οστού, υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση, παρέμεινε στο νοσοκομείο κλινήρης επί πέντε ημέρες, έφερε νάρθηκα επί τρίμηνο και του καταλογίσθηκε συνυπαιτιότητα ποσοστού 20%, επειδή δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας. Αξίζει να σημειωθεί ότι το σκεπτικό αυτής της απόφασης στηρίζεται στην ακόλουθη επιχειρηματολογία: 1) Ότι κατά τη σταθερή νομολογία του Αρείου Πάγου ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας και η κρίση του αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου είτε ως παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας στον καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποίησης δεν υπόκειται στον έλεγχο του ακυρωτικού. 2) Ότι στον προσδιορισμό του συγκεκριμένου κονδυλίου δεν εφαρμόζεται απευθείας από τα δικαστήρια η αρχή της αναλογικότητας. 3) Ότι το ποσό που καθόρισε το δικαστήριο της ουσίας δεν ελέγχεται για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 932 του ΑΚ. Για τη θεμελίωση των απόψεών της αυτών η εν λόγω απόφαση παραπέμπει στην πρόσφατη σχετική νομολογία του Αρείου Πάγου. Με βάση τις πάρα πάνω νομικές σκέψεις και την εκτίμηση των προσδιοριστικών παραγόντων, μεταξύ των οποίων και η οικογενειακή του κατάσταση (ο παθών «ήταν έγγαμος με τρία ανήλικα τέκνα, διαμένων σε μισθωμένη οικία, αντί μηνιαίου μισθώματος της τάξης των 280 ευρώ», αναφέρει σχετικά η απόφαση) το δικαστήριο αποτιμά τη θλίψη και την ταλαιπωρία του στο «δίκαιο και εύλογο ποσό (και για λόγους επιείκειας) των πεντακοσίων (500) ευρώ». Το τελευταίο αυτό απόσπασμα της απόφασης αναφέρεται για να καταδείξει τη σύγχυση που υπάρχει ως προς την έννοια του ευλόγου του άρθρου 932 του ΑΚ, η οποία εκλαμβάνεται στην απόφαση αυτή με την έννοια που τη χρησιμοποιεί ο νομοθέτης του ΑΚ στις περιπτώσεις της αποκατάστασης της περιουσιακής ζημίας, π.χ. άρθρα 225, 286, 387 ΑΚ. Όμως είναι αναμφισβήτητο ότι άλλος είναι ο νομοθετικός σκοπός που εξυπηρετείται στην τελευταία αυτή περίπτωση και γι αυτό αναγνωρίζεται ως επιβαλλόμενη η μειωμένη αποζημίωση για λόγους επιείκειας. Η μηχανιστική μεταφορά του περιεχομένου αυτής της έννοιας και στην αποκατάσταση της μη περιουσιακής ζημίας, αποτελεί λογικά και νομικά ερμηνευτικό σφάλμα που παραγνωρίζει εντελώς την ίδια τη λειτουργία, τη φύση και το σκοπό της καθιέρωσης από το νομοθέτη του θεσμού της χρηματικής ικανοποίησης, η οποία στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να είναι μειωμένη, όπως εσφαλμένα δέχεται η πάρα πάνω απόφαση. Αλλά και η υπ αριθ. 376/2009 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου κινείται προς την ίδια κατεύθυνση με την προηγούμενη, της υποβάθμισης δηλαδή του θεσμού της χρηματικής ικανοποίησης, αφού επιδίκασε για την αιτία αυτή το ποσό των 6.500 ευρώ σε οδηγό ο οποίος υπέστη σωματική βλάβη σε τροχαίο ατύχημα και ο οποίος, σύμφωνα με τις παραδοχές αυτής της απόφασης, δεν εβαρύνετο με καμία υπαιτιότητα. Αυτός ο παθών υπέστη κάταγμα του μηριαίου οστού, θλάση στην περιοχή των πνευμόνων, πνευμονική εμβολή, παρέμεινε στην εντατική μονάδα νοσοκομείου επί ένα μήνα, υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση (οστεοσύνθεση), του παρουσιάστηκε ακολούθως φλεβική θρόμβωση, νοσηλεύτηκε εκ νέου επί δεκαήμερο και του έγινε ενδομυελική ήλωση, ενώ παρέμεινε ανίκανος για εργασία επί 15 μήνες. Κατά των δύο πάρα πάνω αποφάσεων έχουν ασκηθεί εφέσεις ενώπιον του Εφετείου Πατρών και αναμένεται η έκδοση των σχετικών αποφάσεων. Από τις υπόλοιπες αποφάσεις των πρωτοδικείων της περιφέρειας του Εφετείου Πατρών αναφέρουμε ενδεικτικά τις ακόλουθες: 1) Την υπ αριθ. 792/2007 απόφαση του ΜονΠρωτΠατρών, η οποία επιδίκασε για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στον παθόντα σε τροχαίο ατύχημα το ποσό των 1000 ευρώ, το οποίο το Εφετείο Πατρών αύξησε σε 12.000 ευρώ 
με την υπ αριθ. 337/2009 απόφασή του. 2) Την υπ αριθ. 176/2007 απόφαση του ΜονΠρωτΑγρινίου, η οποία για την ίδια αιτία επιδίκασε 12.000 ευρώ , ενώ το Εφετείο Πατρών με την υπ αριθ. 280/2009 απόφασή του αύξησε αυτό το ποσό σε 20.000 ευρώ. 3) Την υπ αριθ. 205/2004 απόφαση του ΜονΠρωτΗλείας η οποία επιδίκασε για την ίδια αιτία ποσό 8.000 ευρώ, το οποίο αυξήθηκε σε 40.000 ευρώ με την υπ αριθ. 319/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών. 4) Την υπ αριθ. 451/2007 απόφαση του ίδιου πάρα πάνω δικαστηρίου, η οποία επιδίκασε 3.000 ευρώ και το Εφετείο με την υπ αριθ. 119/2009 απόφασή του αύξησε αυτό το ποσό σε 15.000 ευρώ. 5) Την υπ αριθ. 120/2007 απόφαση του ΜονΠρωτΗλείας η οποία επιδίκασε 4.000 ευρώ, ενώ το Εφετείο Πατρών με την υπ αριθ. 279/2009 απόφασή του το αύξησε σε 22.000 ευρώ και τέλος 6) Την υπ αριθ. 303/2005 απόφαση του ΜονΠρωτΛευκάδας, η οποία επιδίκασε 3.000 ευρώ, ποσό το οποίο αυξήθηκε σε 10.000 ευρώ με την υπ αριθ. 242/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Ένα δεύτερο στοιχείο που διακρίνει την ελληνική νομολογία ως προς το ζήτημα της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης είναι, εκτός από την επιδίκαση χαμηλών ποσών, και η ανομοιομορφία των επιδικαζόμενων ποσών σε υποθέσεις που παρουσιάζουν ουσιαστική αντιστοιχία μεταξύ τους. Έτσι επί ομοίων σχεδόν περιπτώσεων σωματικής βλάβης ή θανάτου συγγενούς, όταν πρόκειται για ψυχική οδύνη των οικείων του που συμβαίνουν σε τροχαία ατυχήματα, παρατηρείται μεγάλη διαφορά στα ποσά που επιδικάζονται για χρηματική ικανοποίηση. Όπως ορθά παρατηρείται η διαφορά αυτή φθάνει πολλές φορές σε σημείο ώστε για σωματική βλάβη του αυτού είδους (π.χ. τραυματισμός οφθαλμού ) το ένα δικαστήριο να επιδικάζει ένα εξευτελιστικό ποσό και το άλλο να επιδικάζει ποσό, το οποίο σύμφωνα με την ελληνική δικαστηριακή πρακτική μπορεί να χαρακτηρισθεί υπερβολικό ή αυθαίρετο. Είναι χαρακτηριστικό ότι η παρατήρηση αυτή δεν γίνεται από έναν θεωρητικό του δικαίου, αλλά από ένα διακεκριμένο δικαστικό λειτουργό ο οποίος πέρασε από όλες τις βαθμίδες της ιεραρχίας, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε ειδικά ως θεωρητικός ερευνητής με αυτό το θεσμό και για τους λόγους αυτούς η άποψή του έχει ιδιάζουσα βαρύτητα. 

Από την παράθεση των προαναφερόμενων αποφάσεων, που όλες τους έχουν εκδοθεί στο πρόσφατο παρελθόν, προκύπτει ότι το επίκαιρο πρόβλημα για τον θεσμό της χρηματικής ικανοποίησης, δεν είναι μόνο η παρατηρούμενη στη νομολογία ανομοιόμορφη μεταχείριση παρόμοιων υποθέσεων από τα δικαστήρια της χώρας μας, όπως επισημαίνει και ο συγγραφέας Σ.Πατεράκης, αλλά και ο άμεσος κίνδυνος πλήρους υποβάθμισης και απαξίωσης του θεσμού, λόγω των πολύ χαμηλών ποσών που επιδικάζονται. Αν δε η ανομοιομορφία που παρατηρείται στα επιδικαζόμενα ποσά θίγει καίρια τον βασικό πυλώνα της δικαιοσύνης που είναι η ασφάλεια του δικαίου, ενώ παράλληλα δημιουργεί στους πολίτες την αίσθηση της αδικίας η οποία απορρέει από την ανισότητα στην απονομή της δικαιοσύνης , η επιδίκαση αυτών των πολύ χαμηλών ποσών παραβιάζει ευθέως τη θεμελιώδη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, η οποία θεσπίζει τη συνταγματική πλέον προστασία της προσωπικότητας, ειδική εκδήλωση της οποίας αποτελούν και η ζωή, η σωματική ακεραιτότητα και η υγεία του ανθρώπου, όπως θα καταδειχθεί πάρα κάτω. Ο θεμελιακός μάλιστα χαρακτήρας της πάρα πάνω συνταγματικής διάταξης καταφαίνεται και από το γεγονός ότι αυτή δεν υπόκειται σε αναθεώρηση (άρθρ. 110 παρ. 1 του Συντάγματος). 



Β. ΟΙ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΟΜΕΝΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ ΜΕΣΑ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΤΟΥΣ 

1. Τα αίτια

Ο συγγραφέας Σ.Πατεράκης υποστηρίζει ότι η ανομοιομορφία που παρατηρείται στα δικαστήρια της ουσίας ως προς την επιδίκαση διαφορετικών ποσών χρηματικής ικανοποίησης επί παρομοίων περιπτώσεων όπως επίσης και η επιδίκαση πολύ χαμηλών ποσών οφείλεται στις ακόλουθες αιτίες: 1) Στη μη επαρκή ενασχόληση των εφαρμοστών του δικαίου με την έννοια, τη φύση και τον σκοπό της ικανοποίησης της ηθικής βλάβης. 2) Στην έλλειψη αξιόπιστων πινάκων νομολογιακών επιθεωρήσεων, οι οποίοι συντάσσονται μετά από διεξοδική κρίση των μεμονωμένων περιπτώσεων, όπως π.χ. συμβαίνει στη Γερμανία, και οι οποίοι πίνακες θα μπορούσαν να αποτελέσουν σε αυτή τη βάση την αφετηρία για μια σε κάποιο βαθμό ομοιόμορφη πρακτική επιμέτρησης των ποσών της χρηματικής ικανοποίησης και 3) στο γεγονός ότι οι διάδικοι πολλές φορές ζητούν συμβολικά ποσά για την ικανοποίηση της μη περιουσιακής ζημίας και ότι, για το λόγο αυτό αυτοί καθίστανται υπαίτιοι, κατά την άποψη αυτού του συγγραφέα, της επιδίκασης εξευτελιστικών ποσών 
Ο συγγραφέας εξάλλου και επίσης κορυφαίος δικαστικός λειτουργός Α.Κρητικός, ο οποίος έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με το τροχαίο ατύχημα, επισημαίνει την ανομοιομορφία αυτή η οποία παρατηρείται στη νομολογία ως προς το ύψος των επιδικαζόμενων ποσών για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία και αποδίδει στις ακόλουθες δύο αιτίες: 1) Στην ιδιαιτερότητα του καθοριζόμενου εκάστοτε ποσού της χρηματικής ικανοποίησης, το οποίο και επιδικάζεται με βάση τα πρόσφορα προς τούτο προσδιοριστικά στοιχεία της κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης και τα οποία σπάνια μπορεί να ταυτίζονται μεταξύ τους στις διάφορες περιπτώσεις και 2) στο γεγονός ότι επειδή, κατά την άποψη του συγγραφέα, τα προσδιοριστικά αυτά στοιχεία ανάγονται σε εκτίμηση αποδείξεων και διαφεύγουν τον αναιρετικό έλεγχο δεν υπάρχει περίπτωση να επιτευχθεί ενότητα της νομολογίας μέσω των αποφάσεων του Ακυρωτικού 
Άλλοι συγγραφείς αποδίδουν την προαναφερόμενη έλλειψη ενιαίας αντιμετώπισης από τη νομολογία των επιδικαζόμενων ποσών στο γεγονός ότι οι δικαστικές αποφάσεις σχεδόν στο σύνολό τους δεν έχουν ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όπως απαιτεί το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος, αλλά καταλήγουν στην επιδίκαση των ποσών της χρηματικής ικανοποίησης μετά από μία γενική και αόριστη αντιμετώπιση του ζητήματος. Το στοιχείο αυτό αποτελεί, κατά τους υποστηρικτές αυτής της άποψης, χαρακτηριστική χρόνια αδυναμία του συνόλου σχεδόν της ελληνικής νομολογίας 
Ενδεικτικό παράδειγμα από τη νομολογία είναι εκείνο που αναφέρεται από τον Γ.Καράκωστα και καταδεικνύει όχι μόνο το «εξευτελιστικό», κατά τον συγγραφέα, ποσό που επιδικάστηκε λόγω ψυχικής οδύνης, αλλά και την «άνιση αντιμετώπιση» από τους έλληνες δικαστές ορισμένων ενδεικτικών περιπτώσεων . Έτσι με την υπ αριθ. 1290/1977 απόφασή του το Εφετείο Αθηνών επιδίκασε σε ανήλικο τέκνο για την ψυχική οδύνη που δοκίμασε από τον θάνατο του πατέρα του 5.000 δραχμές, ενώ το ίδιο δικαστήριο εκτίμησε ότι η προσβολή της προσωπικότητας την οποία υπέστη δικηγόρος από την απόπειρα εκτέλεσης εις βάρος του εντάλματος προσωπικής κράτησης για χρέος του προς το Δημόσιο, το οποίο αυτός είχε εξοφλήσει, ανερχόταν σε 15.000 δραχμές, ποσό το οποίο και του επιδίκασε 


2. Οι προτεινόμενες λύσεις

Οι λύσεις που προτείνονται από τους πάρα πάνω συγγραφείς και με τις οποίες επιτυγχάνεται, όπως οι ίδιοι παραδέχονται, όχι η επίλυση αλλά η άμβλυνση του προβλήματος, είναι οι ακόλουθες: 1) Η σύνταξη πινάκων προσδιορισμού των επιδικαζομένων από τα δικαστήρια ποσών χρηματικής ικανοποίησης επί παρομοίων περιπτώσεων. Επισημαίνεται όμως από τους εν λόγω συγγραφείς ότι οι πίνακες αυτοί αποτελούν απλά την αφετηρία για μία, σε κάποιο βαθμό ομοιόμορφη πρακτική, με τη λήψη υπόψη των ποικίλων περιστάσεων της μεμονωμένης περίπτωσης και δεν μπορούν οι εν λόγω πίνακες να διεκδικήσουν απόλυτη αξία, ακριβώς λόγω της ιδιαιτερότητας που παρουσιάζει κάθε περίπτωση. Αυτοί μπορούν απλά να χρησιμοποιηθούν μόνο ως ένα βοήθημα προσανατολισμού του δικαστή . Έτσι το δικαστήριο της ουσίας, ξεκινώντας από τις περιπτώσεις που περιέχονται στον πίνακα και εμφανίζουν κάποια ομοιότητα με την κρινόμενη, θα λαμβάνει υπόψη, προς μείωση ή επαύξηση του ποσού, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης περίπτωσης σε συνδυασμό με τις εν τω μεταξύ επελθούσες οικονομικές εξελίξεις και τις τυχόν μεταβεβλημένες αξιολογικές παραστάσεις . 


3. Κριτική των προαναφερόμενων απόψεων

Οι πάρα πάνω εκτιθέμενες απόψεις ως προς τα αίτια της ανομοιομορφίας στην επιδίκαση των ποσών της χρηματικής ικανοποίησης και του χαμηλού ύψους αυτών, οι οποίες μάλιστα προέρχονται από συγγραφείς με πλούσια δικαστηριακή πείρα και επομένως έχουν αντιμετωπίσει το πρόβλημα όχι μόνο θεωρητικά αλλά και ως ζωντανό βιοτικό συμβάν που απαιτεί δίκαιη και ορθή λύση, καταδεικνύει και τη σοβαρότητα του ζητήματος. Η εισαγωγή στην δικαστηριακή πρακτική αντίστοιχων πινάκων νομολογιακών επιθεωρήσεων ομολογείται και από τους δύο πάρα πάνω συγγραφείς ότι δεν μπορεί να επιλύσει το πρόβλημα, αλλά μόνο να το αμβλύνει. Η θέση αυτή είναι σωστή, γιατί η εφαρμογή του συστήματος των πινάκων δεν επιφέρει και τη λύση στο ζήτημα της «εξατομίκευσης» και της «συγκεκριμενοποίησης» του επιδικαστέου ποσού της χρηματικής ικανοποίησης, που είναι και το ζητούμενο. Η επισήμανση επίσης του Σ.Πατεράκη ότι αίτιο του προβλήματος είναι η ανεπαρκής ενασχόληση των εφαρμοστών του δικαίου με την έννοια, τη φύση και το σκοπό του εν λόγω θεσμού, είναι προφανώς βάσιμη, αφού προέρχεται από ένα έμπειρο δικαστικό λειτουργό ο οποίος λόγω ακριβώς αυτής της ιδιότητάς του έχει γνωρίσει από άμεση αντίληψη τον τρόπο με τον οποίο χειρίζονται οι συνάδελφοί του, εφαρμοστές του δικαίου, αυτό το ζήτημα. Δεν φαίνεται όμως πειστική η άποψη αυτού του συγγραφέα ότι μία από τις αιτίες της επιδίκασης εξευτελιστικών ποσών ηθικής βλάβης αποτελεί το γεγονός ότι οι ίδιοι οι διάδικοι πολλές φορές ζητούν δήθεν συμβολικά ποσά για τη μη περιουσιακή τους ζημία. Στους νομικούς της πράξης που ασχολούνται με το τροχαίο ατύχημα είναι γνωστό ότι συνήθως τα υψηλότερα κονδύλια των αγωγών στην περίπτωση τροχαίων ατυχημάτων είναι εκείνα της ψυχικής οδύνης, όταν υπάρχει θάνατος συγγενούς, και της ηθικής βλάβης όταν υπάρχει σωματική βλάβη. Εάν εξάλλου ο εν λόγω συγγραφέας υπονοεί τα χαμηλά πράγματι ποσά που ζητούν οι παθόντες ως χρηματική ικανοποίηση ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων, το γεγονός αυτό και μόνο δεν αρκεί να προσφέρει πειστικότητα στην άποψη αυτή. Και αυτό διότι είναι γνωστό στους νομικούς της πράξης, δικηγόρους και δικαστές, ότι οι δικαιούχοι ζητούν συμβολικά ποσά διότι επιφυλάσσονται, για λόγους που είναι αυτονόητοι, να ασκήσουν τις σχετικές αξιώσεις τους ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, γεγονός που αποτελεί θεμιτή σκοπιμότητα την οποία ακολουθούν πάγια οι δικηγόροι που χειρίζονται τα τροχαία ατυχήματα από την πλευρά των παθόντων. 

4. Η άποψή μας

Από την ανάλυση των πάρα πάνω απόψεων προκύπτει ότι οι προαναφερόμενοι συγγραφείς δεν αποδέχονται τη θέση που υποστηρίζεται στη νομική βιβλιογραφία ότι τα αίτια του προβλήματος εντοπίζονται κυρίως στον μη ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννοιας του «ευλόγου» του άρθρου 932 του ΑΚ που έχει επικρατήσει στη νομολογία. Σύμφωνα με αυτή την θέση, με την οποία και εμείς συντασσόμαστε, η εύλογη χρηματική ικανοποίηση της προαναφερόμενης διάταξης αποτελεί αόριστη νομική έννοια η οποία πρέπει να εξειδικεύεται από τον εφαρμοστή του δικαίου με τις κατάλληλες ερμηνευτικές μεθόδους. Κατά συνέπεια η έννοια αυτή δεν αποτελεί πραγματικό άλλά νομικό ζήτημα, αφού προϋποθέτει ερμηνευτική εξειδίκευση η οποία και γίνεται με βάση τους κανόνες της λογικής και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή με βάση αντικειμενικά αξιολογικά κριτήρια και όχι με υποκειμενικά κριτήρια άσχετα και ασυμβίβαστα με την έννοια του «ευλόγου» . 



ΙΙΙ. Ο ΝΟΜΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΥΛΟΓΗΣ ΧΡΗΜΑΤΙΚΗΣ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 932 ΑΚ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΤΙΤΙΘΕΜΕΝΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ

1. Η θέση της νομολογίας του Αρείου Πάγου

Όπως αναφέρθηκε πάρα πάνω, η πάγια θέση της νομολογίας του Αρείου Πάγου ήταν, μέχρι την έκδοση της υπ αριθ. 1178/2009 απόφασης αυτού του δικαστηρίου με την οποία το ζήτημα παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση γεγονότων χωρίς την υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια, ώστε να υπάρξει περιθώριο εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου. Αναγκαία λογική συνέπεια αυτής της θέσης είναι ότι οι προσδιοριστικοί παράγοντες του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης (π.χ. βαρύτητα του πταίσματος του ζημιώσαντος, είδος και έκταση της προσβολής, κοινωνικοοικονομική κατάσταση των εμπλεκομένων μερών κλπ) αποτελούν απλά μέσα με βάση τα οποία το δικαστήριο καταλήγει στον προσδιορισμό του ποσού και δεν αποτελούν στοιχεία του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου. Όλη αυτή η επιχειρηματολογία του Αρείου Πάγου στηρίζεται στην παραδοχή ότι το «εύλογο» της χρηματικής ικανοποίησης του άρθρου 932 του ΑΚ δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια, η οποία και πρέπει να εξειδικευθεί. Επομένως αν η δικαστική απόφαση δεν προβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση στον προσδιορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αυτή είναι εσφαλμένη και θα ελεγχθεί με βάση τους κανόνες που θέτει η ίδια η διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ και στα πλαίσια που οριοθετούν το σχετικό έλεγχο οι διατάξεις που ρυθμίζουν τα ένδικα μέσα. Επομένως στην περίπτωση αυτή ο έλεγχος περιορίζεται μόνο στο ενδεχόμενο σφάλμα ως προς την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και σε ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο οποίος έλεγχος γίνεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ουσίας, δηλαδή όχι από τον Άρειο Πάγο. 


2. Η άποψη της θεωρίας- Ο χαρακτηρισμός της έννοιας «εύλογη» χρηματική ικανοποίηση του άρθρου 932 ΑΚ ως αόριστης νομικής έννοιας.

Στη νομική βιβλιογραφία υποστηρίζεται, αντίθετα με την προαναφερόμενη θέση του Αρείου Πάγου, ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση εντάσσεται στην κατηγορία των αποκαλούμενων αόριστων νομικών εννοιών, οι οποίες και πρέπει να εξειδικευθούν από το δικαστή με τις κατάλληλες ερμηνευτικές μεθόδους. Η πρακτική συνέπεια αυτής της άποψης είναι ότι η ερμηνευτική διαδικασία που ακολουθεί ο δικαστής συνιστά υπαγωγικό συλλογισμό, ο οποίος υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Προκειμένου να γίνει κατανοητή η θέση αυτή των υποστηρικτών αυτής της άποψης, πρέπει να γίνει μία σύντομη εννοιολογική ανάλυση και προσέγγιση του όρου «αόριστη νομική έννοια». 
Κατ αρχήν από την άποψη της τυπικής λογικής έννοια είναι ένα σύνολο κρίσεων με τις οποίες ορίζεται τα βάθος και το πλάτος του νοουμένου αντικειμένου. Οι έννοιες εκφράζονται με λέξεις, οι οποίες αποτελούν και τα σύμβολά τους, έτσι ώστε οι λέξεις να καθίστανται οι σταθεροί φορείς του νοήματος των εννοιών και των αντικειμένων που δηλώνονται με αυτά. Εξάλλου οι κανόνες δικαίου κατά το πραγματικό μέρος τους απαρτίζονται από νομικές έννοιες και ως τέτοιες νοούνται εκείνες που αναφέρονται σε πραγματικά γεγονότα τα οποία και αποτελούν τις εμπειρικές προϋποθέσεις των νομικών γεγονότων. Νομικό γεγονός είναι το πραγματικό εκείνο γεγονός το οποίο έχει νομική σημασία και συνιστά σύνθετη έννοια, που απαρτίζεται α) από το υποθετικό πραγματικό γεγονός το οποίο περιέχεται στη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και β) από την πρόσθετη κρίση για τη νομική σημασία που αποδίδεται σε αυτό από την κρατούσα έννομη τάξη. Επομένως η κρίση για τη νομική σημασία του πραγματικού γεγονότος είναι πάντοτε κρίση νομική, αφού με αυτήν αποφαινόμαστε ότι το συγκεκριμένο πραγματικό γεγονός έχει τη σημασία την οποία του προσδίδει ο κανόνας δικαίου . Ο προσδιορισμός τέλος των νομικών γεγονότων ως στοιχείο του πραγματικού σκέλους του κανόνα δικαίου, γίνεται με νομικούς όρους που αναφέρονται σε σαφείς, κατά κανόνα, έννοιες. Τέτοιες σαφείς, αλλιώς ορισμένες, έννοιες είναι εκείνες για τις οποίες έχουμε σαφή γνώση και των γνωρισμάτων τους, δηλαδή του βάθους τους και του πλήθους των αντικειμένων που περιλαμβάνονται στην τάξη τους, δηλαδή του πλάτους τους . Αόριστες δε έννοιες είναι εκείνες των οποίων και το βάθος και το πλάτος είναι «επαρκώς αβέβαια» . Στην πρώτη κατηγορία των «ορισμένων εννοιών» ανήκουν π.χ. η πώληση, η μίσθωση, το χρησιδάνειο κλπ., ενώ στη δεύτερη κατηγορία υπάγονται οι έννοιες των χρηστών ηθών, του σπουδαίου λόγου, της ασέλγειας κλπ. Οι αόριστες έννοιες έχουν τα ακόλουθα δύο χαρακτηριστικά: 1) Είναι μεν «γενικές» και «αφηρημένες», όπως μπορεί να είναι κάθε έννοια της οποίας τα γνωρίσματα δεν επαρκούν για τον ακριβή προσδιορισμό του αντικειμένου στο οποίο αυτές αναφέρονται και 2) μπορούν να γίνουν «ορισμένες», αφού εμπεριέχουν τα στοιχεία εκείνα πάνω στα οποία μπορεί να στηριχθεί η ερμηνεία για να προχωρήσει στην εξειδίκευση του περιεχομένου τους. Ο προσδιορισμός εξάλλου της νομικής έννοιας είτε αυτή είναι ορισμένη είτε αόριστη, η ανάλυση δηλαδή των στοιχείων της σε πρόταση οι προϋποθέσεις της οποίας να συμπίπτουν εννοιολογικά προς τα στοιχεία του συγκεκριμένου βιοτικού συμβάντος, είναι αναγκαία διότι χωρίς αυτό τον προσδιορισμό, δεν μπορεί να υλοποιηθεί η λειτουργία του επαγωγικού συλλογισμού στην εφαρμογή του δικαίου . Με τη λειτουργία ακριβώς του επαγωγικού συλλογισμού συνδέεται και η διάκριση μεταξύ «περιγραφικών εννοιών» (descriptive Begriffe) και «κανονιστικών ή αξιολογικών εννοιών» (normative Begriffe), που αποτελούν και τα στοιχεία του κανόνα δικαίου. Ως περιγραφικές έννοιες νοούνται εκείνες που αναφέρονται σε αντικείμενα των οποίων λαμβάνουμε γνώση και περιγράφουμε με την αντίληψή μας μέσω των αισθήσεων ή με οποιονδήποτε άλλο εμπειρικό τρόπο. Ως κανονιστικές νοούνται εκείνες οι έννοιες οι οποίες προϋποθέτουν πάντοτε μία αξιολόγηση η οποία συνίσταται στη λειτουργική σχέση που υπάρχει μεταξύ του παραστατικού αντικειμένου και του αξιολογικού αισθήματος . Με βάση την πάρα πάνω διάκριση και την βασική αρχή του δικαίου ότι μόνο τα πράγματα περιγράφονται ενώ οι έννοιες ορίζονται, οι περιγραφικές έννοιες εξαρτώνται από την απλή διάγνωση των πραγματικών περιστατικών και την υπαγωγή τους στα «περιγραφικά» προσδιοριζόμενα στοιχεία της νομικής έννοιας. Οι αξιολογικές όμως έννοιες εξαρτώνται από την εκτίμηση των περιστατικών με βάση είτε ειδικώτερα αξιολογικά κριτήρια, τα οποία αντλούνται από ένα σύμπλεγμα κανόνων δικαίου είτε από γενικότερα κριτήρια αξίας στα οποία αναφέρεται ο κανόνας δικαίου . 
Με βάση την ανάλυση που προηγήθηκε συνάγεται το συμπέρασμα ότι το στοιχείο του «ευλόγου» της χρηματικής ικανοποίησης φέρει όλα τα χαρακτηριστικά της αόριστης νομικής έννοιας και πρέπει να χαρακτηριστεί σαν τέτοια, αφού 1) τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ατομική περίπτωση θα πρέπει να ενταχθούν στην έννοια του «ευλόγου», την οποία έννοια και πρέπει να εξειδικεύσει ο δικαστής δια της ερμηνευτικής οδού και με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια που έχει θεσπίσει η νομολογία και η θεωρία (π.χ. την βαρύτητα του πταίσματος, τη σοβαρότητα της βλάβης, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των εμπλεκομένων μερών κλπ.) και ακολούθως να υπαγάγει τα πραγματικά αυτά περιστατικά «ευλόγου», που αποτελεί πλέον τη μείζονα πρόταση αυτού, προκειμένου να καταλήξει στο αντίστοιχο συμπέρασμα (έννομη συνέπεια). 2) Διότι στην ίδια την πάρα πάνω διάταξη εμπεριέχονται όλα εκείνα τα στοιχεία τα οποία είναι αναγκαία για να προχωρήσει ο εφαρμοστής του δικαίου στην εξειδίκευση του περιεχομένου τους. 






ΙV. Η ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΗ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ «ΕΥΛΟΓΗ» ΧΡΗΜΑΤΙΚΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΣΤΡΩΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΝΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΥ


Α. Η ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΗ ΤΗΣ ΑΟΡΙΣΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ

Η εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας που επιτυγχάνεται με την ερμηνευτική μέθοδο, συνδέεται στενά με τα κενά που υπάρχουν στο νόμο και τα οποία ηθελημένα αφήνονται από τον νομοθέτη (μη αληθή κενά), προκειμένου ο δικαστής να συγκεκριμενοποιήσει αυτός πλέον την νομοθετική βούληση και να την εφαρμόσει στην ατομική περίπτωση . Ουσιαστικό στοιχείο για την ανεύρεση αυτής της νομοθετικής βούλησης είναι η διαπίστωση από τον εφαρμοστή του δικαίου του λόγου για τον οποίο ο νομοθέτης άφησε αρρύθμιστο το συγκεκριμένο ζήτημα, γεγονός το οποίο συνδέεται με την αιτία της καθιέρωσης των αόριστων νομικών εννοιών γενικά. Όπως υποστηρίζεται στη θεωρία, η χρησιμοποίηση του στοιχείου αυτού από τον νομοθέτη έχει σαν σκοπό τη δικαιότερη ρύθμιση των περιπτώσεων εκείνων οι οποίες δεν μπορούν να επιλυθούν με τρόπο ικανοποιητικό από τους κανόνες δικαίου, οι οποίοι περιέχουν τυποποιημένη και γενική ρύθμιση. Για το λόγο αυτό ακριβώς οι αόριστες έννοιες εμπεριέχουν κάποιο βαθμό αβεβαιότητας και αοριστίας, μειονέκτημα το οποίο αντισταθμίζεται αφενός μεν με την δικαιότερη ρύθμιση της ατομικής περίπτωσης αφετέρου δε με την δημιουργία κατευθυντηρίων γραμμών κατά την εφαρμογή αυτών των εννοιών, ώστε να επιτυγχάνεται κάποια ισορροπία μεταξύ της δικαιοσύνης που εξατομικεύει και της τάσης για την ομοιομορφία και τη σταθερότητα του δικαίου .
Ειδικότερα, όσον αφορά την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ο νομοθέτης επέλεξε να αναθέσει στον δικαστή να σταθμίσει εκείνος τις ειδικές συνθήκες της κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης και, κινούμενος μέσα στα πλαίσια της νομοθετικής του βούλησης αλλά και του σκοπού του κανόνα δικαίου, να προσδιορίσει και ακολούθως να επιδικάσει το ποσό εκείνο που αυτός θεωρεί «εύλογο». Ο λόγος για τον οποίο επέλεξε ο νομοθέτης αυτήν την λύση έχει εντοπιστεί και διερευνηθεί εδώ και πολλά χρόνια από έναν από τους πιο σημαντικούς νομικούς του αιώνα μας, τον Κων/νο Τριανταφυλλόπουλο, και είναι ο ακόλουθος: Στην περίπτωση της περιουσιακής ζημίας ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να επιδικάσει ως αποζημίωση συγκεκριμένο ποσό και ειδικότερα εκείνο το οποίο προκύπτει από την σύγκριση της περιουσιακής κατάστασης του ζημιωθέντος πριν από την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος με εκείνην στην οποία η περιουσιακή αυτή κατάσταση βρίσκεται μετά το ζημιογόνο γεγονός. Η διαφορά αυτή ακριβώς συνιστά και την ζημία του βλαβέντος στα έννομα αγαθά του κοινωνού και η σχετική καταμέτρησή της γίνεται με το κοινό μέτρο, που είναι το χρήμα. Όμως με το χρήμα μπορούν αν μετρηθούν και να συγκριθούν στοιχεία που είναι όμοια μεταξύ τους και όχι στοιχεία αντικαταστατά προς αναντικατάστατα και αναπλήρωτα, όπως είναι η ηθική βλάβη, η λύπη, η στενοχώρια κλπ. Άλλωστε και μετά την επέλευση αυτών των αρνητικών συνεπειών η περιουσία του παθόντος, αναγόμενη σε χρήμα, παραμένει η αυτή. Λόγω λοιπόν αυτής της αδυναμίας «μαθηματικού αντισταθμίσματος» μεταξύ ζημίας και ηθικής βλάβης ο νομοθέτης δεν είναι σε θέση να διατυπώσει γενικό κανόνα και για το λόγο αυτό βρίσκεται στην ανάγκη να παραπέμψει τη λύση στο δικαστή, στον οποίο και υποδεικνύει την αυτονόητη αρχή ότι η κρίση του αυτή πρέπει να είναι εύλογη . Η κρίση αυτή για τον προσδιορισμό του ευλόγου της χρηματικής ικανοποίησης από τον εφαρμοστή του δικαίου, συνδέεται άμεσα με το πρόβλημα της ερμηνείας του δικαίου και με την συγκρότηση της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού. Στην διανοητική αυτή εργασία του ο δικαστής δεν είναι ελεύθερος, αλλά τα όριά του προσδιορίζονται και περιορίζονται από τα ακόλουθα στοιχεία: 1) Η ανεύρεση του περιεχομένου του κανόνα δικαίου πρέπει να γίνεται με την ερμηνευτική διαδικασία της «τελολογικής εξειδίκευσης». Η διαδικασία αυτή, με βάση την οποία πραγματώνεται η ιδέα του δικαίου στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, περιλαμβάνει τα ακόλουθα δύο βασικά στάδια: α) Αρχικά την υπαγωγή του κρινόμενου βιοτικού συμβάντος στον ειδικό κανόνα ο οποίος διέπει την έννομη σχέση, και εν προκειμένω στη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ. β) Ακολούθως την ένταξη αυτής της διάταξης στην συνολική αξιολογική κλίμακα της έννομης τάξης και τον ειδικότερο σκοπό θέσπισής της, ώστε αυτή να πραγματώνει την ιδέα του δικαίου . 2) Η σύνθεση των δύο πάρα πάνω στοιχείων προϋποθέτει αναγκαστικά την τελεολογική γνώση της συγκεκριμένης διάταξης, δηλαδή την ανεύρεση της νομοθετικής βούλησης η οποία εκφράζεται με αυτή. Και αυτό διότι το περιεχόμενο οποιουδήποτε κανόνα δικαίου υπαγορεύεται από τον σκοπό του δικαίου και οι κανόνες αυτοί αποτελούν ακριβώς τα μέσα για την εξυπηρέτηση αυτού του σκοπού . 3) Η εξειδίκευση αυτή γίνεται πάντοτε με αντικειμενικά κριτήρια, διότι με την χρησιμοποίηση των αόριστων εννοιών, της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης εν προκειμένω, γίνεται αναφορά στην ίδια την ιδέα του δικαίου μέσω των κρατούντων αξιολογικών κριτηρίων στα οποία έμμεσα αναφέρεται ο κανόνας του δικαίου . Τα κριτήρια αυτά είναι κατ΄αρχήν όσα η νομολογία και η θεωρία έχουν επισημάνει ως πρόσφορα προσδιοριστικά στοιχεία για την συγκρότηση της αντίστοιχης δικαστικής κρίσης (π.χ. ο βαθμός του πταίσματος, η βαρύτητα της βλάβης, οι οικονομικές σχέσεις των εμπλεκομένων μερών κλπ.) .
Προκειμένου όμως ο δικαστής να ανιχνεύσει τη νομοθετική βούληση, όπως αυτή ενσωματώνεται στο συγκεκριμένο κανόνα του δικαίου και εν προκειμένω στη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, πρέπει εκτός από τα αξιολογικά κριτήρια να γνωρίζει καλά και να λαμβάνει υπόψη του κάθε φορά τους ακόλουθους παράγοντες: 1) Την ιστορική εξέλιξη του θεσμού της αποκατάστασης της μη περιουσιακής ζημίας μέσα στην ελληνική κοινωνία, δηλαδή τα στοιχεία που συνθέτουν την ουσία της διαχρονικότητάς του. 2) Τη νομική φύση, το σκοπό και τη λειτουργία του θεσμού και 3) τη θέση που κατέχει ο θεσμός στην αξιολογική κλίμακα της ελληνικής έννομης τάξης. Τα στοιχεία αυτά θα αναφερθούν επιγραμματικά και μόνο στο βαθμό που μπορούν να βοηθήσουν στην κατανόηση του ρόλου που αυτά παίζουν στο σχηματισμό της αντίστοιχης δικαστικής κρίσης. 


1. Η ιστορική εξέλιξη του θεσμού

Η γνώση της ιστορικής εξέλιξης του θεσμού της χρηματικής ικανοποίησης μέσα στους αιώνες υποβοηθεί σημαντικά το έργο του δικαστή, διότι τον καθιστά κοινωνό της διαχρονικής εξέλιξής του και τον οδηγεί στην συνειδητοποίηση το γεγονότος ότι αυτός δεν αποτελεί προϊόν της σύγχρονης νομικής επιστήμης και νομοθεσίας, αλλά έχει βαθιές τις ρίζες του στην δομή της ελληνικής κοινωνίας ήδη από τα πρώτα χρόνια της συγκρότησής της ως πόλης-κράτους. Από τότε ο θεσμός διαμορφώθηκε ακολουθώντας τις οικονομικές εξελίξεις αλλά και τις αξιολογικές παραστάσεις που τον προσδιορίζουν. Έτσι ο δικαστής συνειδητοποιεί την ευθύνη που έχει ως «δυνάμει» νομοθέτης, ο οποίος καλείται να εφαρμόσει στην πράξη αξίες οι οποίες συνοδεύουν ολόκληρη την εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας από την αρχαιότητα έως σήμερα. Είναι χαρακτηριστικοί οι δικανικοί λόγοι των ρητόρων της αρχαίας Αθήνας και συγκεκριμένα εκείνοι του Ισοκράτους κατά Λοχίτου (396-5) και Δημοσθένους κατά Μηδείου (537-72) στους οποίους γίνεται αναφορά για τη μη περιουσιακή ζημία και την αντίστοιχη ικανοποίησή της. Στον πρώτο από αυτούς ο ρήτορας υποστηρίζει ότι ο εντολέας του ζητεί ικανοποίηση όχι για την βλάβη που προξένησε σε αυτόν ο ξυλοδαρμός, αλλά για τον εξευτελισμό και την προσβολή του ένεκα αυτού, για τα οποία οι ελεύθεροι πολίτες πρέπει να θυμώνουν όσο γίνεται και να λαβαίνουν τη μεγαλύτερη ικανοποίηση («ουχ υπέρ της άλλης βλάβης της εκ των πληγών γενομένης αλλά υπέρ της αικίας και της ατιμίας ήκω παρ αυτού δίκην ληψόμενος, υπέρ ων προσήκει τις ελευθέροις μάλιστ&οργίζεσθαι και μεγίστης τυγχάνειν τιμωρίας». Στον δεύτερο εξάλλου λόγο ο Δημοσθένης ισχυρίζεται ότι δεν προκαλεί συνήθως την οργή (του πληγέντος) ο ξυλοδαρμός, αλλά ο (επαγόμενος) εξευτελισμός « ου γαρ η πληγή παρέστηκεν την οργήν, αλλά η ατιμία.» . 

2. Νομική φύση, σκοπός και λειτουργία του θεσμού

Αν η γνώση της ιστορικής εξέλιξης του θεσμού υποβοηθεί τον δικαστή στον σχηματισμό της σχετικής κρίσης του, τα στοιχεία που αναφέρονται πάρα πάνω, ως επικεφαλίδα αυτού του κεφαλαίου, είναι αναγκαία για την συγκρότηση αυτής της κρίσης. Κι΄αυτό γιατί αυτά αποτελούν «την επικαιροποίηση», το καταστάλαγμα, της ιστορικής εξέλιξης του θεσμού και της μορφής που αυτός έχει λάβει υπό την επίδραση των οικονομικών εξελίξεων και των αξιολογικών παραστάσεων που έχουν μεσολαβήσει κατά την δεδομένη χρονική στιγμή κατά την οποία καλείται αυτός να αποφασίσει. Για την νομική φύση και τον σκοπό που υπηρετεί ο θεσμός της χρηματικής ικανοποίησης υπάρχει μεγάλη σε έκταση ενασχόληση των επιστημόνων, με αντίστοιχες δημοσιεύσεις, στις οποίες και παραπέμπουμε . Ήδη από τα μέσα του περασμένου αιώνα ο Κ.Τριανταφυλλόπουλος εντόπισε την ιδιαιτερότητα της ικανοποίησης της ηθικής βλάβης έναντι της περιουσιακής ζημίας. Έτσι, υποστηρίζει ο εν λόγω συγγραφέας, ενώ η τελευταία εξαφανίζεται εντελώς ή περίπου, εφόσον αποκατασταθεί είτε φυσικώς (in natura) είτε σε χρήμα, δεν συμβαίνει το ίδιο και με την μη περιουσιακή ζημία. Κι΄αυτό συμβαίνει διότι όταν προσβάλλονται συναισθήματα συμπάθειας, αγάπης ή ευγενούς διάθεσης προς ένα πρόσωπο ή πράγμα, η χορήγηση χρηματικού ποσού δεν είναι δυνατόν να τερματίσει αναδρομικά την ηθική βλάβη που προήλθε από την προσβολή, δηλαδή δεν είναι δυνατόν να εξαφανίσει την θλίψη για την απώλεια προσφιλούς προσώπου, πόνους του τραύματος, ψυχική ταραχή, πικρία ή οργή ή «να προσπορίσει διαφυγούσα ιδεώδη απόλαυση». Σ αυτήν ακριβώς την ιδιαιτερότητα της μη περιουσιακής ζημίας, την αντιφατικότητα δηλαδή ανάμεσα στην προσβολή έννομων αγαθών που από τη φύση τους δεν είναι επιδεκτικά χρηματικής ικανοποίησης και στον χρηματικό χαρακτήρα της αποκατάστασης οφείλεται και η πολυδιάσπαση των υποστηριζόμενων απόψεων ως προς τον σκοπό τον οποίο εξυπηρετεί η ικανοποίηση της μη περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης, όροι που χρησιμοποιούνται ταυτόσημα στον ΑΚ. Πάντως η άποψη που επικρατεί στην ελληνική νομολογία είναι ότι η χρηματική ικανοποίηση του άρθρου 932 του ΑΚ έχει κατά βάση λειτουργία εξισορροπητική, χωρίς να αποτελεί είδος ποινής ή κύρωσης κατά του υπεύθυνου της αδικοπραξίας και ο σκοπός της συνίσταται στην «ηθική παρηγοριά και ψυχική ανακούφιση του παθόντος». 


3. Η ένταξη του θεσμού στην αξιολογική κλίμακα της ελληνικής έννομης τάξης-Χρηματική ικανοποίηση και προστασία της προσωπικότητας.

Εδώ και πολλά χρόνια οι θεωρητικοί ερευνητές έχουν επισημάνει τη στενή σχέση που υπάρχει μεταξύ της μη περιουσιακής ζημίας και της προστασίας της προσωπικότητας. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1940 ο καθηγητής Παν.Ζέπος υποστήριζε ότι « Ηθική ζημία και δίκαιο της προσωπικότητος είναι θεσμοί ιστάμενοι προς αλλήλους εγγύς και βαίνοντες παραλλήλως εν τη καθόλου εξελίξει του αστικού δικαίου». Επομένως, συνεχίζει ο ίδιος συγγραφέας «το δίκαιο της ηθικής ικανοποιήσεως βαίνει παραλλήλως προς το δίκαιο της προσωπικότητος και η εξέλιξή του προσδιορίζεται αναγκαίως από την εξέλιξη του τελευταίου» . Ο ελληνικός ΑΚ καθιερώνει γενικό δικαίωμα της προσωπικότητας με τη διάταξη του άρθρου 57 αυτού, ειδική έκφανση του οποίου αποτελεί η διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, αφού στην έννοια της προσωπικότητας περιλαμβάνονται αναμφισβήτητα και ο ψυχικός και συναισθηματικός κόσμος του ανθρώπου, ο οποίος θίγεται από τους ψυχικούς πόνους που προκαλούνται από την προσβολή των εννόμων αγαθών τα οποία αναφέρονται σε αυτή τη διάταξη. Τα τελευταία αυτά αγαθά, που αποτελούν ειδική εκδήλωση του δικαίου της προσωπικότητας, βρίσκονται, από την άποψη της ιεράρχησης των αξιών από τον έλληνα νομοθέτη, στην πρώτη βαθμίδα της έννομης τάξης της χώρας μας. Και αυτό διότι οι πάρα πάνω διατάξεις που προστατεύουν την προσωπικότητα του ανθρώπου κατοχυρώνονται συνταγματικά από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του Συντάγματος . Είναι ενδεικτικό της μέριμνας του συνταγματικού νομοθέτη να τονίσει την ειδική ποιοτική βαρύτητα των δικαιωμάτων που απορρέουν από την προσωπικότητα, το ότι αυτός έχει εντάξει τη σχετική διάταξη στα πρώτα άρθρα του Συντάγματος και αμέσως μετά από τις διατάξεις για το πολίτευμα και την προστασία του, γεγονός που είναι ερμηνευτικά πολύ σημαντικό από την άποψη της νομοτεχνικής διάρθρωσης. Αλλά για τον ερμηνευτή και εφαρμοστή του δικαίου είναι ενδεικτική και η ορολογία που χρησιμοποιεί ο συνταγματικός νομοθέτης όταν ορίζει ότι ο σεβασμός και η προστασία της ανθρώπινης αξίας (αξιοπρέπειας) αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας. Η θεμελιώδης αυτή συνταγματική αρχή εκφράζει μία βασική αξιολογική επιταγή που ισχύει για ολόκληρη την έννομη τάξη και καταλαμβάνει κατά συνέπεια και τον χώρο του αστικού δικαίου, όπου επιβάλλεται η προστασία της προσωπικότητας να είναι πλήρης. Παράλληλα η αρχή αυτή δεσμεύει κάθε πολιτειακό όργανο που ασκεί κρατική λειτουργία, επομένως και τον δικαστή ο οποίος είναι υποχρεωμένος αφενός μεν να κινηθεί κατά την ερμηνεία του άρθρου 932 του ΑΚ μέσα στα πλαίσια που του επιβάλει ο συνταγματικός νομοθέτης αφετέρου δε να μην εφαρμόζει διάταξη νόμου αντίθετη προς το Σύνταγμα (άρθρ. 93 παρ. 4 του Συντάγματος). Η προαναφερόμενη συνταγματική αξιολόγηση των έννομων αγαθών που συνδέονται με την προσωπικότητα δεν περιορίζεται μόνο στον πάρα πάνω ιδιαίτερο χαρακτήρα τους αλλά επεκτείνεται και στα μέσα προστασίας αυτών, όπως προκύπτει από το ίδιο το κείμενο του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος. Αφού λοιπόν ο έλληνας νομοθέτης έχει θεσπίσει τη χρηματική ικανοποίηση ως το πιο αποτελεσματικό μέσο για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης και την αστική προστασία της προσωπικότητας, δεν είναι δυνατό ο δικαστής να επιδικάζει «εξευτελιστικά ποσά» ως χρηματική ικανοποίηση, διότι τότε έρχεται σε αντίθεση όχι μόνο τη βούληση του κοινού νομοθέτη και τον σκοπό που εξυπηρετεί η διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, μέσω της οποία εκφράστηκε αυτή η βούληση, αλλά και με τα ίδια τα θεμέλια της συνταγματικής έννομης τάξης, ουσιώδες στοιχείο της οποίας αποτελεί η προσωπικότητα του ανθρώπου. 

Επομένως ο έλληνας εφαρμοστής του δικαίου θα πρέπει να έχει επίγνωση ότι όταν επιδικάζει χρηματική ικανοποίηση εξειδικεύει και εφαρμόζει όχι μόνο την επιταγή του κοινού νομοθέτη, αλλά και συνταγματική επιταγή, η οποία του καθορίζει τις ερμηνευτικές οδούς που αυτός πρέπει να ακολουθήσει, ώστε να υλοποιήσει στην πράξη το σεβασμό και την προστασία της προσωπικότητας. 


Β. Η ΚΑΤΑΣΤΡΩΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΥ-ΤΟ ΕΥΛΟΓΟ ΩΣ ΜΕΙΖΩΝ ΠΡΟΤΑΣΗ ΑΥΤΟΥ

Η φύση των αόριστων εννοιών γίνεται εμφανής κατά τη συγκρότηση του νομικού συλλογισμού. Δια του συλλογισμού αυτού επιτυγχάνεται η διάγνωση και επίλυση μιας συγκεκριμένης διαφοράς, η οποία και επέρχεται με την εφαρμογή του αντίστοιχου κανόνα δικαίου. Δεν είναι δε νοητή η εφαρμογή του δικαίου χωρίς τη χρησιμοποίηση αυτού του συλλογισμού, αφού η οποιαδήποτε κρίση δεν είναι τίποτε άλλο από έναν συμπεπτυγμένο συλλογισμό όπως και κάθε συλλογισμός είναι μία συμπεπτυγμένη κρίση. Τα στοιχεία από τα οποία απαρτίζεται αυτός ο συλλογισμός είναι τα ακόλουθα: 1) η μείζων πρόταση, δηλαδή ο κανόνας δικαίου ο οποίος περιλαμβάνει τις νόμιμες προϋποθέσεις που προκαλούν, σύμφωνα με τη νομοθετική βούληση, την οριζόμενη έννομη συνέπεια (λόγος) και την ακολουθία, δηλαδή ακριβώς την έννομη συνέπεια η οποία μπορεί να είναι ένα δημόσιο ή ιδιωτικό δικαίωμα ή αντίστοιχη υποχρέωση ή η απόσβεση ή η αλλοίωση αυτών . Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι αν υπάρξει ως πραγματικό βιοτικό συμβάν η περίπτωση που υποθετικά περιγράφεται στον κανόνα δικαίου, και στο ζήτημα που μας απασχολεί ειδικώτερα θάνατος ή σωματική βλάβη που οφείλεται σε τροχαίο ατύχημα επέρχεται η προβλεπόμενη από τη διάταξη έννομη συνέπεια (ακολουθία), δηλαδή η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης η οποία και πρέπει να είναι «εύλογη». 2) Η ελάσσων πρόταση, η οποία περιλαμβάνει μία οντολογική κρίση, τη διαπίστωση δηλαδή των πραγματικών γεγονότων και μία κατηγορική κρίση, την υπαγωγή δηλαδή των πραγματικών γεγονότων που διαπιστώθηκαν στις πραγματικές προϋποθέσεις του κανόνα δικαίου και 3) Το συμπέρασμα, το οποίο συνίσταται στο ότι για τα πραγματικά γεγονότα που στοιχειοθετούν το συγκεκριμένο βιοτικό συμβάν καταφάσκεται ή όχι η έννομη συνέπεια (ακολουθία της μείζονος πρότασης) . Έτσι π.χ. στη σύμβαση έργου του άρθρου 681 του ΑΚ, της οποίας η μείζων πρόταση αποτελεί έννοια ορισμένη ο συλλογισμός του δικαστή θα λάβει την ακόλουθη μορφή: 
Σύμβαση έργου (Σ) είναι η συμφωνία (α) για την εκτέλεση ενός έργου (β) με αντάλλαγμα την καταβολή αμοιβής (γ) (μείζων πρόταση). 
Οι διάδικοι συμφώνησαν, στο συγκεκριμένο βιοτικό συμβάν που καλείται να κρίνει ο δικαστής, τη βαφή της οικίας του εναγομένου με υλικά του αντιδίκου του και συνολική αμοιβή 500 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο (Β) (ελάσσων πρόταση). 
Η συμφωνία αυτή (α) έχει ως αντικείμενο την εκτέλεση ενός έργου (β) με αντάλλαγμα την καταβολή αμοιβής (γ). 
Άρα η συμφωνία των διαδίκων (Β) είναι σύμβαση έργου (Σ) αφού αυτή έχει όλα τα στοιχεία της έννοιας που συνιστά τη μείζονα πρόταση του συλλογισμού. 

Σ= α+β+γ
Β= α+β+γ
Άρα Β=Σ 

Ο προαναφερόμενος συλλογισμός είναι συνήθως απλός ως προς το πρώτο σκέλος του και δεν απαιτεί ιδιαίτερη διανοητική εργασία και πρωτοβουλία από τον δικαστή, αφού ο τελευταίος θα αντλήσει την έννοια που συγκροτεί τη μείζονα πρόταση και εν προκειμένω τη σύμβαση έργου απευθείας από το νόμο ή τη νομολογία. Δηλαδή στην περίπτωση αυτή ο δικαστής «αναπαριστά» με τρόπο σχεδόν μαθηματικό μία έτοιμη ξένη σκέψη, δηλαδή μια σκέψη που του παρέχεται ήδη προσδιορισμένη. Όταν όμως η μείζων πρόταση περιέχει αόριστη έννοια, όπως π.χ. την έννοια του ευλόγου, τότε ο δικαστής υποχρεούται να προσδιορίσει ο ίδιος το περιεχόμενο της αόριστης αυτής έννοιας, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτό τις κατάλληλες ερμηνευτικές μεθόδους. Η πνευματική εργασία του δικαστή προκειμένου αυτός να συγκροτήσει τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού στην περίπτωση της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης του άρθρου 932 του ΑΚ, θα έχει την εξής πορεία: Θα πρέπει να προσδιορισθεί κατ αρχήν το περιεχόμενο της αόριστης νομικής έννοιας που αποτελεί και τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού. Για το σκοπό αυτό ο δικαστής θα προχωρήσει στην ανάλυση των στοιχείων αυτής της έννοιας και θα καταλήξει σε πρόταση, οι προϋποθέσεις της οποίας να συμπίπτουν εννοιολογικά προς τα στοιχεία που αποτελούν το συγκεκριμένο ατομικό δεδομένο ώστε να λειτουργήσει ο επαγωγικός συλλογισμός . Η ανάλυση αυτή γίνεται με τη βοήθεια κριτηρίων τα οποία «νοηματοδοτούνται αποκλειστικά με βάση την κλίμακα των σκοπών της τελολογικά δομημένης έννομης τάξης μας» . Δηλαδή η αόριστη νομική έννοια «εύλογο» θα πρέπει να αναλυθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε τα στοιχεία της μείζονος πρότασης να έχουν τόσα και τέτοια χαρακτηριστικά γνωρίσματα που να ταυτίζονται με τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των γεγονότων που συνιστούν τη συγκεκριμένη ατομική περίπτωση .Η μορφή που παίρνει σε αυτή την περίπτωση ο δικανικός συλλογισμός γίνεται κατανοητή από το ακόλουθο παράδειγμα: Αν υπάρξει περίπτωση επί αδικοπραξίας για την οποία οφείλεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, οι προσδιοριστικοί παράγοντες, δηλαδή 
1) Η βαρύτητα και το είδος της προσβολής να έχουν τα α+β+γ χαρακτηριστικά 
2) Ο βαθμός υπαιτιότητας τα δ+ε+ζ χαρακτηριστικά 
3) Η κοινωνική θέση και η οικονομική κατάσταση του ζημιώσαντος τα η+θ χαρακτηριστικά και 
4) Η κοινωνική θέση και η οικονομική κατάσταση του ζημιώσαντος τα ι+κ χαρακτηριστικά (λόγος)
τότε η εύλογη χρηματική ικανοποίηση θα πρέπει να ανέρχεται σε Χ ποσό ευρώ (ακολουθία).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση έστω ότι συνυπάρχουν τα πάρα πάνω χαρακτηριστικά στοιχεία δηλαδή α+β+γ+δ+ε+ζ+η+θ+ι+κ. 
Επομένως στην περίπτωση αυτή η εύλογη χρηματική ικανοποίηση θα είναι Χ ποσού ευρώ . 
Σε ένα τροχαίο λοιπόν ατύχημα κατά το οποίο προκλήθηκε σωματική βλάβη εις βάρος του Α με αποκλειστική υπαιτιότητα του Β, η οποία και γεννά υποχρέωση του τελευταίου για χρηματική ικανοποίηση του παθόντος λόγω ηθικής βλάβης, ο δικαστής θα λειτουργήσει με τον ακόλουθο τρόπο, προκειμένου να συγκροτήσει τον σχετικό δικανικό συλλογισμό. 
1) Χαρακτηριστικά της σωματικής βλάβης: κάταγμα μηριαίου οστού (α) + χειρουργική επέμβαση (β) + υποχρέωση κλινοστατισμού επί ένα μήνα (γ)
2) Στοιχεία της υπαιτιότητας: παραβίαση ερυθρού σηματοδότη (δ) + υπερβολική ταχύτητα (ε) + οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνεύματος (ζ) 
3) Κοινωνική θέση και περιουσιακή κατάσταση του Β: ιδιωτικός υπάλληλος, άγαμος (η) + μηνιαίος μισθός 1500 ευρώ χωρίς άλλα εισοδήματα (θ) 
4) Κοινωνική θέση και περιουσιακή κατάσταση του Α: οικοδόμος, έγγαμος με δύο παιδιά (ι) + μηνιαίος μισθός 1300 ευρώ κατά μέσο όρο και υποχρέωση καταβολής μηνιαίου μισθώματος 350 ευρώ (κ) 
Αν συντρέχουν όλες οι πάρα πάνω συνθήκες τότε η χρηματική ικανοποίηση που πρέπει να επιδικασθεί κυμαίνεται από 15.000 έως 20.000 ευρώ. 
Στην κρινόμενη περίπτωση συνυπάρχουν όλα τα πάρα πάνω στοιχεία, δηλαδή α+β+γ+δ+ε+ζ+η+θ+ι+κ. 
Επομένως ο δικαστής θα επιδικάσει για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης οποιοδήποτε ποσό βρίσκεται μέσα στα πλαίσια των 15.000 & 20.000 ευρώ. Και αυτό γιατί το εν λόγω ποσό τελεί σε σχέση ευθέως ανάλογη προς τα ατομικά και ιδιαίτερα στοιχεία της συγκεκριμένης περίπτωσης. Ο στόχος αυτός επιτυγχάνεται ακριβώς με την πάρα πάνω εξειδίκευση της έννοιας του ευλόγου μέχρι τέτοιο βαθμό ακριβείας, ώστε η έννοια αυτή να μπορέσει να επιτελέσει τη ρυθμιστική της λειτουργίας στην ατομική περίπτωση .
Όπως προκύπτει από το πάρα πάνω παράδειγμα το επιδικαστέο ποσό Χ δεν είναι επακριβώς προσδιορισμένο, αλλά με το σύμβολο Χ ορίζεται ένα πλαίσιο ποσού, κυμαινόμενο στην περίπτωσή μας μεταξύ 15.000-20.000 ευρώ, διότι εκείνο που ενδιαφέρει από άποψη υπαγωγικού συλλογισμού είναι το επιδικαζόμενο ποσό να τελεί σε σχέση ευθέως ανάλογη προς τα ατομικά και ιδιαίτερα στοιχεία της περίπτωσης, ώστε αυτό να είναι εύλογο. Ο δικαστής λοιπόν θα προσδιορίσει με τον συλλογισμό του ποια είναι τα δύο άκρα του πλαισίου, δηλαδή το ανώτατο και το κατώτατο και μέσα στο πλαίσιο αυτό θα κινηθεί, ασκώντας το δικαίωμα που του παρέχει ο νομοθέτης, δηλαδή την διακριτική ευχέρεια ή ελεύθερη εκτίμηση, προκειμένου αυτός να αποφανθεί για το ακριβές ύψος του επιδικαστέου ποσού. Αν λοιπόν στο προαναφερόμενο παράδειγμα ο δικαστής επιδικάσει οποιοδήποτε ποσό το οποίο θα κυμαίνεται από τις 15.000-20.000 ευρώ, τότε αυτός έχει κάνει ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που διαπιστώθηκαν στη νομική έννοια του ευλόγου, όπως αυτή εξειδικεύεται ερμηνευτικά και αποτελεί τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού . Έτσι λοιπόν ο προσδιορισμός του πλαισίου εντός του οποίου οφείλει να κινηθεί ο δικαστής, προκειμένου να ορίσει το εύλογο, γίνεται με την εξειδίκευση της αόριστης αυτής έννοιας και με βάση αντικειμενικά κριτήρια. Δηλαδή στην περίπτωση αυτή υπάρχει υπαγωγικός συλλογισμός ο οποίος και ελέγχεται αναιρετικά. Όμως ο ακριβής καθορισμός του επιδικαστέου ποσού, το οποίο θα πρέπει να εμπεριέχεται μέσα σε αυτά τα πλαίσια, αφήνεται στην υποκειμενική αξιολόγηση και την περί δικαίου συνείδηση του δικαστή, χωρίς αυτός να διαμορφώνει υπαγωγικό συλλογισμό. Επομένως η τελευταία αυτή κρίση του δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού εδώ λείπει το αντικειμενικό κριτήριο . Και αυτό διότι « ελεύθερη εκτίμηση ή διακριτική εξουσία» του δικαστή σημαίνει ακριβώς την ελεύθερη επιλογή μεταξύ περισσότερων και εξίσου νόμιμων λύσεων, οι οποίες λύσεις είναι ακριβώς νόμιμες διότι βρίσκονται μέσα στο καθορισμένο πλαίσιο. 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ 

Από την ανάπτυξη που προηγήθηκε συνάγεται το συμπέρασμα ότι η ανομοιομορφία των επιδικαζόμενων ποσών χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης όπως και το χαμηλό ύψος αυτών, οφείλονται στο γεγονός ότι ο δικαστής της ουσίας δεν είναι εξοπλισμένος με έναν συγκροτημένο δικανικό συλλογισμό, προκειμένου να προσδιορίσει το ουσιαστικό περιεχόμενο της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, που αποτελεί τη μείζονα πρόταση αυτού. Η αιτία αυτού του φαινομένου είναι η πάγια θέση του Αρείου Πάγου ότι δηλαδή ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης γίνεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια. Η άποψη αυτή έχει υποστεί σκληρή κριτική και από τους ίδιους τους πρώην δικαστές του Ακυρωτικού, οι οποίοι θεωρούν ότι χαρακτηρίζεται από αρνητική ακαμψία και απολυτότητα , ενώ υποστηρίζεται ότι ο δικαστής δεν αρκεί να εκτιμά απλά τα πραγματικά περιστατικά αλλά πρέπει να συνάπτει κατά σχέση αναλογίας την ηθική βλάβη με τους προσδιοριστικούς παράγοντες, δηλαδή στην ουσία να προβαίνει σε αξιολογική κρίση η οποία συνιστά υπαγωγικό συλλογισμό . Η κριτική αυτή καταδεικνύει και την εσφαλμένη προσέγγιση της έννοιας του ευλόγου που γίνεται από τον Άρειο Πάγο, αφού, όπως έχει σωστά παρατηρηθεί, μόνο η παραδοχή των γυμνών πραγματικών περιστατικών δεν περιέχει αξιολογική κρίση, δηλαδή υπαγωγικό συλλογισμό και επομένως είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο. Οποιαδήποτε όμως εργασία του δικαστή που ακολουθεί μετά την παραδοχή αυτών των περιστατικών, και ειδικώτερα η υπαγωγή αυτών στην προσήκουσα νομική διάταξη, αποτελεί κρίση νομική η οποία ελέγχεται αναιρετικά . Άλλωστε και ο ίδιος ο Άρειος Πάγος έχει δεχθεί επανειλημμένως ότι η εξειδίκευση άλλων αόριστων εννοιών, όπως π.χ. «σπουδαίος λόγος» αποτελεί νομική έννοια υποκείμενη στον έλεγχο του Αρείου Πάγου . Αντίθετα η παραδοχή της άποψης ότι το εύλογο αποτελεί αόριστη νομική έννοια θα προσφέρει στον δικαστή της ουσίας, μέσα από τη διαμόρφωση σταθερών κατευθυντηρίων γραμμών για τον προσδιορισμό του πλαισίου της εκάστοτε επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, τον απαραίτητο θεωρητικό και πρακτικό εξοπλισμό ώστε αυτός να καταλήξει σε ορθή κρίση. Οι κατευθυντήριες αυτές γραμμές θα διαμορφωθούν από τη νομολογία του Αρείου Πάγου, ο οποίος δεν καθίσταται έτσι τριτοβάθμιο δικαστήριο ουσίας, φόβος που έχει εκφραστεί από πολλές πλευρές, αφού στην περίπτωση αυτή το Ακυρωτικό δεν ελέγχει τα πραγματικά περιστατικά για να καταλήξει αν ήταν ορθό ή όχι το επιδικασθέν ποσό, αλλά μόνο τον υπαγωγικό συλλογισμό, δηλαδή αν το επιδικασθέν ποσό βρίσκεται μέσα στα όρια του νόμιμου πλαισίου, όπως αυτό προσδιορίζεται πάρα πάνω . Με τον τρόπο αυτό θα επιτευχθεί ενότητα στη νομολογία και θα αντιμετωπισθούν τα φαινόμενα που παρατηρούνται μέχρι σήμερα, της επιδίκασης δηλαδή «εξευτελιστικών ή ανομοιόμορφων» ποσών για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ενώ θα τοποθετηθεί ο θεσμός αυτός της αποκατάστασης της μη περιουσιακής ζημίας στο στέρεο βάθρο που της έχει επιφυλάξει ο έλληνας συνταγματικός και κοινός νομοθέτης. 
-------------------------------

(Σημ.Εκδ.)
Πολλοί είναι αυτοί που παραπονιούνται ότι τα τελευταία χρόνια παρατηρείται αύξηση των επιδικαζομένων για Ψυχική Οδύνη - Ηθική Βλάβη κονδυλίων εξ ΑΚ 932 (μέχρι και 400%), γεγονός που προκαλεί προβλήματα και δυσχεραίνει την ομαλή λειτουργία των ασφαλιστικών εταιριών, που καλούνται να καταβάλλουν υπέρογκα ποσά στους δικαιούχους.
Μια μικρή όμως αναδρομή στην νομολογία του παρελθόντος και μάλιστα όταν οι αποζημιώσεις επιδικάζοντο με ιστορικό εθνικό μας νόμισμα, την δραχμή, αποδεικνύει ότι ο μέσος όρος των τότε (προ 10ετίας και πλέον) επιδικαζομένων εξ ΑΚ 932 κονδυλίων από τα δευτεροβάθμια δικαστήρια, ανήρχετο κατά μέσο όρο, από 50.000.000 δρχ έως 80.000.000 δρχ. (ενίοτε δε έφθανε και τα 100.000.000 δρχ). 
Σήμερα παρατηρείται κάθετη ΜΕΙΩΣΗ των ανωτέρω επιδικαζόμενων ποσών με μέση τιμή τα 50.000 ευρώ ανά δικαιούχο συγγενή πρώτου βαθμού (και να είμαστε ευχαριστημένοι), δηλαδή το ισόποσο των 17.037.500 δραχμών, όταν μάλιστα η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αναπροσαρμόσει τα κατώτατα όρια ασφαλίσεως, αναγνωρίζοντας την ανάγκη για μεγαλύτερη προστασία των θυμάτων από τροχαία ατυχήματα και όταν εκ του λόγου αυτού (όπως λέγετε) αναπροσαρμόζονται συνεχώς (και ορθώς) και σε ετήσια βάση τα ασφάλιστρα. 


(Συμπέρασμα: αναπροσαρμογή ασφαλίσματος - αναπροσαρμογή ασφαλίστρου αλλά ΜΕΙΩΣΗ κατά πέντε φορές επιδικαζομένων κατά μέσο όρο ποσών. Εκτός και αν κάποιος συνεχίζει να κάνει το λάθος να εξομοιώνει το ευρώ με τις δραχμές δηλαδή τα 50.000 ευρώ με τα 50.000.000 δρχ. δεν νομίζουμε όμως ότι αντέχει ο υπολογισμός αυτός σε μια στρεβλωμένη τέτοια ισοτιμία). 
Είμαστε ΥΠΕΡΜΑΧΟΙ της Ιδιωτικής Ασφάλισης και του έργου που καλούνται να προσφέρουν οι υγιείς ασφαλιστικές εταιρίες, ασφαλίζοντας υπό το θεσμό της υποχρεωτικής ασφάλισης των αυτοκινήτων «τον εκ της κυκλοφορίας κίνδυνο», ένα κίνδυνο συνεχώς αυξανόμενο στις μέρες μας, όταν συνεχίζει να επιδεικνύεται το ίδιο έλλειμμα στην κυκλοφοριακή αγωγή των νεοελλήνων. Πέραν της αύξησης των προστίμων που επιχειρούν οι αρμόδιοι και των σκληρών διοικητικών ποινών (αφαίρεση άδειας ικανότητας και πινακίδων κυκλοφορίας) που προέβλεψε ο Νέος Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας, δεν διαφαίνεται άλλη προσπάθεια με επίκεντρο την πρόληψη, είτε με την εφαρμογή κατάλληλων εκπαιδευτικών προγραμμάτων των νέων οδηγών - προσαρμοσμένα στις σύγχρονες κυκλοφοριακές συνθήκες - είτε στην διαμόρφωση κυκλοφοριακής αγωγής σε όλους τους συμμετέχοντες στην κυκλοφορία (πεζούς και οδηγούς).

Άρθρα - Απόψεις

Αντισυνταγματικότητα και παράβαση Κοινοτικού Δικαίου με τις προτεινόμενες αλλαγές για το Επικουρικό κεφάλαιο 


Άρθρο 48 του σχεδίου νόμου για τα πιστωτικά ιδρύματα και το καθεστώς του Επικουρικού Κεφαλαίου


Με το άρθρο 48 του σχεδίου νόμου «Ενισχυμένα μέτρα εποπτείας και εξυγίανσης των Πιστωτικών Ιδρυμάτων - Ρύθμιση θεμάτων χρηματοπιστωτικού χαρακτήρα - Κύρωση της Σύμβασης - Πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και των τροποποιήσεών της και άλλες διατάξεις» που κατατέθηκε στις 1-9-2011 στη Βουλή, εισάγεται διάταξη με την οποία ουσιαστικά επιβάλλεται μερική παύση πληρωμών από το «Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης Ατυχημάτων από Αυτοκίνητα».
Δεν είναι αληθές το αναφερόμενο σε δημοσιεύματα και εκπομπές ότι νομοθετικός σκοπός της διάταξης είναι η περικοπή των αποζημιώσεων.
Η αλήθεια είναι ότι οι αποζημιώσεις παραμένουν ως έχουν πλην όμως το Επικουρικό Κεφάλαιο και μόνο παύει να καταβάλει αποζημιώσεις για χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη και για ψυχική οδύνη ενώ επιβάλλεται ανώτατο όριο 100.000 Ευρώ και μάλιστα με κλιμακωτή ποσόστωση για τις αποζημιώσεις επί των λοιπών αξιώσεων (πλην της ηθικής βλάβης και της ψυχικής οδύνης) που το Επικουρικό Κεφάλαιο καταβάλλει σε περιπτώσεις υποκατάστασης ασφαλιστή του οποίου ανακλήθηκε η άδεια ή πτώχευσε.
1. ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗΣ ΠΑΝΤΕΛΩΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ, ΤΗΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗΣ ΤΟΥ ΝΑ ΚΑΤΑΒΑΛΕΙ ΧΡΗΜΑΤΙΚΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΛΟΓΩ ΗΘΙΚΗΣ ΒΛΑΒΗΣ Η ΨΥΧΙΚΗΣ ΟΔΥΝΗΣ
1α. Τι σημαίνει για τους παθόντες η κατάργηση της υποχρέωσης του Επικουρικού Κεφαλαίου να αποζημιώνει ψυχική οδύνη και ηθική βλάβη παρότι προβλέπεται τέτοια αποζημίωση στον Αστικό Κώδικα (932 ΑΚ):
Παράδειγμα 1ο: Σε περίπτωση θανατηφόρου ατυχήματος τα ορφανά παιδιά, η χήρα, οι γονείς και όσοι εκ του Νόμου δικαιούνται ψυχικής οδύνης δεν θα λαμβάνουν καμία απολύτως αποζημίωση από το Επικουρικό Κεφάλαιο παρά μόνο για την κατασκευή του τάφου του προσφιλούς τους προσώπου, τις τυχόν υλικές ζημίες του οχήματος και για τυχόν αξιώσεις τους εκ διατροφής. Την χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη θα δικαιούνται να την αναζητήσουν μόνο από τον υπαίτιο αν αυτός δεν είναι άγνωστος και αν έχει περιουσία
Παράδειγμα 2ο: Σε περίπτωση τροχαίου ατυχήματος ακόμη και με σοβαρότατο τραυματισμό, ο παθών ακόμη και αν έχει μείνει μόνιμα ανάπηρος δεν δικαιούται καμία αποζημίωση από το Επικουρικό Κεφάλαιο για την ηθική βλάβη που θα έχει υποστεί από τον τραυματισμό του, την οποία θα την αναζητήσουν από τον υπαίτιο αν αυτός δεν είναι άγνωστος και αν έχει περιουσία.
1β Τι σημαίνει για τους υπαίτιους οδηγούς η κατάργηση της υποχρέωσης του Επικουρικού Κεφαλαίου να αποζημιώνει ψυχική οδύνη και ηθική βλάβη παρότι προβλέπεται τέτοια αποζημίωση στον Αστικό Κώδικα (932 ΑΚ):
Τόσο σε περίπτωση θανατηφόρου ατυχήματος όσο και στις λοιπές περιπτώσεις ατυχημάτων ακόμη και με σοβαρότατο τραυματισμό, ο υπαίτιος οδηγός είτε είναι ανασφάλιστος κατά τον χρόνο του ατυχήματος ή ασφαλισμένος κατά τον χρόνο του ατυχήματος, αλλά η εταιρία του μεταγενεστέρως πτώχευσε ή ανακλήθηκε η άδειά της, υποχρεούται εξ ιδίων χρημάτων να αποζημιώσει στο σύνολό της την ψυχική οδύνη των συγγενών και την ηθική βλάβη του θύματος. 
1γ. Η εξαίρεση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και ψυχικής οδύνης από την αποζημίωση του Επικουρικού Κεφαλαίου είναι αντίθετη με το Κοινοτικό Δίκαιο.
Το άρθρο 1 παρ.4 εδ.α& της 84/5/ΕΟΚ Κοινοτικής Οδηγίας η οποία ρυθμίζει το καθεστώς του Επικουρικού Κεφαλαίου και η οποία ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο με το Π.Δ. 264/91 προβλέπει ρητά την υποχρέωση του Επικουρικού Κεφαλαίου να αποζημιώνει πλήρως τα θύματα τουλάχιστον εντός των ορίων της υποχρέωσης ασφάλισης. Κατά συνέπεια, εφόσον η υποχρέωση ασφάλισης καλύπτει και τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και ψυχικής οδύνης, δεν μπορεί το συγκεκριμένο κονδύλιο να εξαιρεθεί της υποχρέωσης αποζημίωσης του Επικουρικού Κεφαλαίου.
2. ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΠΙΒΟΛΗΣ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΟΡΙΟΥ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ αν ο υπαίτιος του ατυχήματος ήταν ασφαλισμένος σε εταιρία η οποία μεταγενεστέρως πτώχευσε ή ανακλήθηκε η άδειά της.
2α. Τι σημαίνει για τους παθόντες η επιβολή ανωτάτου ορίου αποζημίωσης από το Επικουρικό Κεφάλαιο αν ο υπαίτιος του ατυχήματος ήταν ασφαλισμένος σε εταιρία η οποία μεταγενεστέρως πτώχευσε ή ανακλήθηκε η άδειά της.
Στα ανωτέρω παραδείγματα, ακόμη και οι λοιπές (πλέον της ψυχικής οδύνης και της ηθικής βλάβης) αξιώσεις των συγγενών, κυρίως από στέρηση διατροφής (1ο παράδειγμα) και του παθόντα, κυρίως από στέρηση εισοδημάτων εκ της εργασίας του, οι οποίες αν είναι μόνιμα ανάπηρος αφορούν όλο το υπόλοιπο της ζωής του (2ο παράδειγμα), αποζημιώνονται πλέον μερικώς από το Επικουρικό Κεφάλαιο αν ο δράστης του ατυχήματος ήταν ασφαλισμένος σε εταιρία η οποία μεταγενεστέρως πτώχευσε ή ανακλήθηκε η άδειά της.
Συγκεκριμένα, επιβάλλεται ανώτατο όριο αποζημίωσης 100.000 Ευρώ για τις αξιώσεις αυτές του παθόντα, πλην όμως, ακόμη και αυτή η αποζημίωση δεν καλύπτεται πλήρως από το Επικουρικό Κεφάλαιο αλλά υπόκειται παντελώς αδικαιολόγητα και αυθαίρετα σε κλιμακωτή ποσόστωση ανάλογα με το ύψος της ζημίας και μάλιστα στα σοβαρότερα ατυχήματα το ποσό που θα καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι λίγο μεγαλύτερο από το ήμισυ της συνολικής αποζημίωσης.(π.χ. για ζημία έως 2.000 Ευρώ καταβάλλεται το 90% της αποζημίωσης από το Επικουρικό Κεφάλαιο, για ζημία από 10.001 Ευρώ έως 30.000 Ευρώ καταβάλλεται το 75% της αποζημίωσης, για ζημία από 60.001 έως 100.000 καταβάλλεται το 60% της αποζημίωσης κ.ο.κ.).
Το υπόλοιπο της αποζημίωσης που δεν θα καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο, τα θύματα και σε περίπτωση θανατηφόρου ατυχήματος, οι συγγενείς των θυμάτων θα δικαιούνται να τα αναζητήσουν από τον υπαίτιο οδηγό αν αυτός έχει περιουσία.
2β. Τι σημαίνει για τους υπαιτίους οδηγούς η επιβολή ανωτάτου ορίου αποζημίωσης από το Επικουρικό Κεφάλαιο αν η εταιρία στην οποία ήταν ασφαλισμένοι μεταγενεστέρως πτώχευσε ή ανακλήθηκε η άδειά της
Τόσο σε περίπτωση θανατηφόρου ατυχήματος όσο και στις λοιπές περιπτώσεις ατυχημάτων ακόμη και με σοβαρότατο τραυματισμό, ο υπαίτιος οδηγός παρότι ήταν ασφαλισμένος κατά τον χρόνο του ατυχήματος, παρότι δεν φέρει καμία ευθύνη για ένα εξωτερικό της βούλησης και δράσης γεγονός, όπως είναι η μεταγενέστερη πτώχευση ή ανάκλησης της άδειας της ασφαλιστικής του εταιρίας, τιμωρείται να καταβάλει το επιπλέον ποσό αυτού που θα καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο εξ ιδίων χρημάτων.
2γ. Η ρύθμιση με την οποία επιβάλλεται ανώτατο όριο αποζημίωσης από το Επικουρικό Κεφάλαιο αν ο υπαίτιος του ατυχήματος ήταν ασφαλισμένος σε εταιρία η οποία μεταγενεστέρως πτώχευσε ή ανακλήθηκε η άδειά της είναι αντισυνταγματική καθώς απαλλοτριώνονται μερικώς τα περιουσιακά δικαιώματα που ενσωματώνονται στην ασφάλιση, κατά παράβαση του άρθρου 17 του Συντάγματος, το οποίο προστατεύει και τα ενοχικά δικαιώματα, και του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ
2δ. Η επιβολή ανωτάτου ορίου αποζημίωσης του Επικουρικού Κεφαλαίου είναι αντίθετη με το Κοινοτικό Δίκαιο (84/5/ΕΟΚ Κοινοτική Οδηγία).
Ο εθνικός νομοθέτης δεν μπορεί να περιορίσει το ύψος της αποζημίωσης παρά μονάχα να προσδώσει ή όχι επικουρικό χαρακτήρα στην παρέμβαση του Επικουρικού Κεφαλαίου (δηλαδή αν μέρος της αποζημίωσης του θύματος καλύπτεται από ασφαλιστικό ταμείο τότε όπως συμβαίνει σήμερα το Επικουρικό Κεφάλαιο καταβάλλει το υπόλοιπο της δικαιούμενης αποζημίωσης
2ε..Η ρύθμιση με την οποία επιβάλλεται ανώτατο όριο αποζημίωσης από το Επικουρικό Κεφάλαιο αν ο υπαίτιος του ατυχήματος ήταν ασφαλισμένος σε εταιρία η οποία μεταγενεστέρως πτώχευσε ή ανακλήθηκε η άδειά της είναι προφανώς αυθαίρετη και παράνομη καθώς ο παθών θα έχει πληρώσει το σύνολο του δικαστικού ενσήμου για το σύνολο της αποζημίωσης που αιτείται είτε η αγωγή του είναι καταψηφιστική είτε αναγνωριστική (άρθρο 70 ν.3994/2011), αλλά θα λάβει από το Επικουρικό Κεφάλαιο μόνο ένα μέρος από τη δικαιούμενη αποζημίωση.
2στ. Η ρύθμιση με την οποία επιβάλλεται ανώτατο όριο αποζημίωσης από το Επικουρικό Κεφάλαιο αν ο υπαίτιος του ατυχήματος ήταν ασφαλισμένος σε εταιρία η οποία μεταγενεστέρως πτώχευσε ή ανακλήθηκε η άδειά της είναι νομοτεχνικά κακότεχνη. 
α. Ενώ στις περιπτώσεις του άγνωστου οδηγού και του ανασφάλιστου υπάρχει ρητή αναφορά στην παραγραφή, στην περίπτωση της ανάκλησης της άδειας ή πτώχευσης του ασφαλιστή δεν υπάρχει καμία αναφορά στην παραγραφή. Θα πρέπει και στην περίπτωση αυτή να αναφερθεί ότι η σχετική αξίωση υπόκειται στην κατά το άρθρο 10 παρ.2 παραγραφή.
β. Δεν διευκρινίζεται ως θα όφειλε αν το όριο αποζημίωσης (πλαφόν) είναι ανά ατύχημα ή ανά θύμα
Δεδομένου ότι πλέον στο Ελληνικό δίκαιο (άρθρο 33 παρ. 2 ν.3746/2009 (ΦΕΚ 27Α/6-2-2009) το οποίο τροποποίησε το άρθρο 6 παρ. 5 του ΠΔ 237/86 (κωδ. ν.489/1976).), κατ΄εφαρμογή Κοινοτικής Οδηγίας (υπ αριθμ. 2005/14/ΕΚ) οι αποζημιώσεις υπολογίζονται ανά θύμα και όχι ανά ατύχημα, θα έπρεπε και η συγκεκριμένη διάταξη να εναρμονίζεται με την νομοθετική αυτή κατεύθυνση.
3. ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΤΑΞΗΣ.
3α. Παράδειγμα Από την αναδρομικότητα της διάταξης καταλαμβάνονται ατυχήματα τα οποία έχουν συμβεί μέχρι τη τυχόν δημοσίευση της σχετικής ρύθμισης ακόμη και αν έχουν συζητηθεί σε πρώτο και σε δεύτερο βαθμό, ακόμη και αν τα θύματα έχουν εξετασθεί από πραγματογνώμονες ιατρούς που όρισε το δικαστήριο, ακόμη και αν έχουν μεσολαβήσει 10 και 12 χρόνια από το ατύχημα και δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, ακόμη και αν έχει κερδηθεί σε νομικό επίπεδο η υπόθεση στον Άρειο Πάγο και επανεξετάζεται από το Εφετείο ως δικαστήριο παραπομπής, κ.ο.κ.
3β. Η αναδρομική εφαρμογή που προβλέπει η συγκεκριμένη διάταξη είναι αντισυνταγματική και δεν μπορεί να εφαρμοσθεί από τα Δικαστήρια καθώς με την αναδρομή ο νομοθέτης παρεμβαίνει στην απονομή της δικαιοσύνης, προσκρούει δε στην πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου η οποία προβλέπει ότι απαγορεύεται η αναδρομικότητα του νόμου όταν προσβάλλει κεκτημένα δικαιώματα κατά το άρθρο 17 του Συντάγματος στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα ενοχικά δικαιώματα όπως είναι οι αξιώσεις του παθόντα από τροχαίο ατύχημα (ΟλΑΠ 6/2007, ΑΠ 1939/2009).
Κατά συνέπεια καμία διάταξη δεν μπορεί να έχει εφαρμογή για τροχαία ατυχήματα που συνέβησαν προ της δημοσίευσής της στην ΕτΚ.
4. Η ΡΥΘΜΙΣΗ ΘΑ ΠΡΟΚΑΛΕΣΕΙ ΣΩΡΕΙΑ ΔΙΚΩΝ ΚΑΙ ΘΑ ΟΔΗΓΗΣΕΙ ΣΤΟΝ ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟ ΤΟΥ ΟΓΚΟΥ ΤΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΥΛΗΣ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΒΑΡΥΝΣΗ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ, θυμάτων και υπαιτίων.
Η συγκεκριμένη ρύθμιση, όχι μόνο δεν θα βοηθήσει στην αποσυμφόρηση των δικαστηρίων αλλά θα πολλαπλασιάσει τον όγκο της δικαστικής ύλης, καθώς για ένα ατύχημα θα ανοίγονται περισσότερες της μίας δίκες με πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης και ανακοπές κατ αυτών, δίκες για προσωπική κράτηση, δίκες για συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας του υπαίτιου οδηγού, ποινικές δίκες κατά του υπαιτίου καθώς τα θύματα πλέον δεν θα δηλώνουν ότι δεν επιθυμούν ποινική δίωξη του υπαιτίου κατά το άρθρο 315 Ποινικού Κώδικα κλπ. 
5.Τα υπαρκτά προβλήματα του Επικουρικού Κεφαλαίου δεν επιλύονται με την μερική παύση πληρωμών των «δανειστών» του που στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι τραπεζίτες, αλλά μία ιδιαίτερα αδύναμη κοινωνικά και οικονομικά ομάδα πολιτών που απαρτίζεται κατά κύριο λόγο από ανάπηρους εξ αυτοκινητικών ατυχημάτων και από ορφανά, χήρες και γονείς θυμάτων τροχαίων ατυχημάτων.
Είναι αδιανόητο το κράτος να παρεμβαίνει κατά τέτοιο προστατευτικό τρόπο υπέρ ενός νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, οι δε ρυθμίσεις αυτές δεν απορρέουν από υποχρεώσεις της χώρας μας για τη μείωση δημοσίων δαπανών.
Η λύση των προβλημάτων του Επικουρικού Κεφαλαίου απαιτεί πολιτική βούληση για ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών στην ασφαλιστική αγορά και αύξηση των πόρων του Επικουρικού Κεφαλαίου από τα ασφάλιστρα των συμβολαίων αστικής ευθύνης από τροχαία ατυχήματα, καθώς και από την πάταξη του διαρκώς διογκούμενου φαινομένου των ανασφάλιστων οχημάτων.
Καταλήγοντας, η προτεινόμενη ρύθμιση είναι αντισυνταγματική, αντίκειται στο Κοινοτικό Δίκαιο, είναι άδικη και κοινωνικά ανάλγητη καθώς τιμωρούνται τα θύματα αλλά και οι ασφαλισμένοι τροχαίων ατυχημάτων, υπάρχει δε κίνδυνος να γίνει προπομπός και υπόδειγμα και αντίστοιχων ρυθμίσεων που θα αφορούν μετά το Επικουρικό Κεφάλαιο, και τις ασφαλιστικές εταιρίες.
Είναι προφανές ότι επιστρέφουμε στο καθεστώς προ του 1976, οπότε εισήχθηκε ο νόμος περί υποχρεωτικής ασφάλισης οχημάτων (ν. 489/76) και τα τροχαία ατυχήματα και οι αποζημιώσεις εξ αυτών μετατρέπονται και πάλι σε νομική και οικονομική ζούγκλα με εν δυνάμει θύματα όλους του Έλληνες πολίτες που τυχόν εμπλακούν σε τροχαίο ατύχημα.

Ηλίας Ι. Κλάππας
Δικηγόρος Πειραιά
Μέλος Δ.Σ. Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά

Η ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ μετά το Ν. 3557/2007
Θέματα Διαχρονικού Δικαίου
Υπό Ευθυμίου Κ. Καραϊσκου
Δικηγόρου Λαμίας

ΣΣ Δημοσιεύεται στην Επιθεώρηση Συγκοινωνιακού Δικαίου Τεύχος Απρίλιος 2010 Σελ. 146

1. Στο άρθρο 18 του ΕισΝΑΚ ορίζεται ότι, οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την παραγραφή εφαρμόζονται και στις αξιώσεις που έχουν γεννηθεί αλλά δεν έχουν ακόμη παραγραφεί κατά την εισαγωγή του. Η έναρξη όμως, η αναστολή και η διακοπή της παραγραφής κρίνεται, ως προς τον πριν από την εισαγωγή του Κώδικα χρόνο, σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει έως τώρα. Αν ο χρόνος παραγραφής του Κώδικα είναι συντομότερος από αυτόν που προβλέπει το έως τώρα δίκαιο, υπολογίζεται ο συντομότερος, από την εισαγωγή του Κώδικα και αρχίζει από αυτήν. Στη περίπτωση όμως που ο χρόνος παραγραφής του έως τώρα δικαίου συμπληρώνεται νωρίτερα από το συντομότερο που ορίζεται στον Κώδικα, η παραγραφή συμπληρώνεται μόλις περάσει ο χρόνος παραγραφής του έως τώρα δικαίου. Από τις διατάξεις αυτές του ως άνω άρθρου 18 του ΕισΝΑΚ οι οποίες ρυθμίζουν μεν ζητήματα διαχρονικού δικαίου που προέκυψαν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, αλλά απηχούν γενική αρχή διαχρονικού δικαίου και έχουν εφαρμογή, όχι μόνο επί των περί παραγραφής διατάξεων του ΑΚ και του προ αυτού δικαίου, αλλά και επί κάθε άλλης περί παραγραφής διατάξεως νεοτέρου νόμου, συνάγεται ότι, όταν οι διατάξεις νεοτέρου νόμου ορίζουν μακρότερο χρόνο παραγραφής σε σχέση με το χρόνο παραγραφής που καθόριζε ο προηγούμενος νόμος, εφαρμογή έχει ο νεότερος νόμος, επί των αξιώσεων που είχαν γεννηθεί υπό την ισχύ του προηγουμένου νόμου, αλλά δεν παραγράφηκαν ή αποσβέστηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του νέου νόμου, διότι αν επήλθε το αποτέλεσμα αυτό, δεν ανατρέπεται από το νέο νόμο, εκτός αν ο νομοθέτης προσδώσει στη νέα διάταξη αναδρομική δύναμη εντός των επιτρεπτών συνταγματικών ορίων. Δεν εφαρμόζεται δε η περί της υπαγωγής στην επιφέρουσα την ταχύτερη συμπλήρωση της παραγραφής διάταξη δεύτερη παράγραφος του προαναφερθέντος άρθρου 18, διότι η παράγραφος αυτή προϋποθέτει για την εφαρμογή της, την καθιέρωση στο νεότερο νόμο βραχύτερης παραγραφής [βλ. Ολ.Α.Π. 13/2006, ΑΠ 1051/2002, ΝΟΒ 2003/253, ΑΠ 258/2002 αδημοσίευτη και Εφετ. Αθην.74/2008, ΕλλΔνση 2008/1523, Μον. Πρωτ. Λάρισας 192/2010 και 609/2009 αδημοσίευτες].
1.1. Για το ζήτημα αυτό βλ. και Κρητικού «Αποζημίωση από αυτοκινητικό ατυχήματα» εκδ. 2008 σελ. 714-715, κατά το οποίο : «.Η διαφορά του χρόνου παραγραφής του προγενεστέρου από το ισχύον δίκαιο (δύο έτη και πέντε έτη, αντιστοίχως) θέτει ενδιαφέροντα ζητήματα διαχρονικού δικαίου. Το νέο δίκαιο δεν περιέχει ειδική περί τούτου ρύθμιση. Επιβάλλεται, επομένως, να αναζητηθούν αλλαχού σχετικές ρυθμίσεις για την επίλυση του. Πλέον πρόσφορη κρίνεται η προσφυγή στο αρθ. 18 του ΕισΝΑΚ, η διάταξη του οποίου δύναται να χρησιμοποιηθεί ως μία κατευθυντήρια σκέψη και είναι σύμφω¬νη προς τη θεωρία του διαχρονικού δικαίου 235. Βέβαια από την ΑΚ2 καθιερώνεται η θεμελιακή για το δίκαιο αρχή της μη αναδρομικότητας του νόμου. Η ρύθμιση αυτή αφορά τη γνήσια αναδρομή. Δεν εφαρμόζεται όμως στη μη γνήσια αναδρομή, δηλαδή όταν ο νέος νόμος καλείται να ρυθμίσει έννομες συνέπειες που γεννήθηκαν μετά την έναρξη εφαρμογής του, αλλά πηγάζουν από έννομες σχέσεις ή καταστάσεις προϋφιστάμενες του νόμου. Επομένως όταν η παραγραφή έχει αρχίσει υπό το παλαιό δίκαιο και δεν έχει συμπληρωθεί κατά την έναρξη εφαρμογής του νέου δικαίου που επιμηκύνει την παραγραφή, τότε η τελευταία συνεχίζεται υπό το νέο δίκαιο και συμπληρώνεται κατά τους ορισμούς του νέου δικαίου. Δεν πρόκειται για απαγορευμένη γνήσια αναδρομή, αλλά για επιτρεπτή μη γνήσια αναδρομή. Από την διάταξη του αρθ. 18 ΕισΝΑΚ ορίζονται τα ακόλουθα: «Οι διατάξεις του ΑΚ για την παραγραφή εφαρμόζονται και στις αξιώσεις που έχουν γεννηθεί, αλλά δεν έχουν ακόμη παραγραφεί κατά την εισαγωγή του. Η έναρξη όμως, η αναστολή και η διακοπή της παραγραφής κρίνεται ως προς το πριν από την εισαγωγή του Κώδικα χρόνο, σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει έως τώρα». Η βασική διαπίστωση που προκύπτει από την αμέσως ανωτέρω εκτεθείσα διάταξη είναι ότι η διετής παραγραφή της αξιώσεως του παθόντος που άρχισε να τρέχει πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 3557/2007 (14.5.2007) ενόσω δεν είχε ακόμη συμπληρωθεί κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία, εφεξής καθίσταται πενταετής στο σύνολο της»

2.- Ητοι κατά τα άνω, όταν η παραγραφή έχει αρχίσει υπό το παλαιό δίκαιο και δεν έχει συμπληρωθεί κατά την έναρξη εφαρμογής του νέου δικαίου που επιμηκύνει την παραγραφή, τότε η τελευταία συνεχίζει υπό το νέο δίκαιο και συμπληρώνεται κατά τους ορισμούς του νέου δικαίου.
3.- Συνεπώς, είναι λοιπόν προφανές ότι:
3.1.- Με το άρθρο 7 του Ν.3557/2007, αντικαταστάθηκε η παρ.2 του άρθρου 10 του Π.Δ.237/1986 και έλαβε την ακόλουθη διατύπωση : «Η αξίωση παραγράφεται μετά πάροδο πέντε (5) ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας για την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής». Η διάταξη αυτή, ισχύουσα από το χρόνο δημοσίευσης του εν λόγω νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από την 14/05/2007 [ΦΕΚ Α΄100], καταλαμβάνει και τις περιπτώσεις, για τις οποίες, κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος του εν λόγω νόμου, δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της διετίας, που όριζε για την παραγραφή των εν λόγω αξιώσεων, η παρ.2 του άρθρου 10 του Π.Δ.237/1986. 
3.2.- Η δε διετής παραγραφή της αξιώσεως του παθόντος, που άρχισε να τρέχει πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 3557/2007 (14.5.2007) ενόσω δεν είχε ακόμη συμπληρωθεί κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία, εφεξής καθίσταται πενταετής στο σύνολο της
3.2.1.& Παράδειγμα: Εφόσον ένα ατύχημα συνέβη την 30-07-2005, ο χρόνος της διετίας, που όριζε για την παραγραφή, η παρ.2 του άρθρου 10 του Π.Δ.237/1986, συμπληρώθηκε στις 30/07/2007, ήτοι κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του Ν.3557/207 [14/05/2007], δεν είχε συμπληρωθεί αυτός, δηλαδή στη περίπτωση αυτή, ισχύει ο πενταετής χρόνος παραγραφής του άρθρου 7 του Ν.3557/2007.

ΣΣ βλ. Ομοίως σχετική Νομολογία στην ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ τεύχος Απρίλιος 2010 Σελ. 189

 Αντισυνταγματικότητα διάταξης 
περί περιορισμού της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου 
στις περιπτώσεις πτώχευσης ασφαλιστικής εταιρείας 
ή ανάκλησης της άδειάς της 
και ανάγκη άμεσης νομοθετικής τροποποίησής της

Υπό Ηλία Ι. Κλάππας, Δικηγόρου Πειραιά,
Μέλους Δ.Σ. του Δ.Σ.Πειραιά
ΣΣ Δημοσιεύεται στο τεύχος Αυγούστου της Επιθεώρησης Συγκοινωνιακού Δικαίου

1 Ισχύον νομοθετικό καθεστώς
Το «Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων» με τη μορφή νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, συστάθηκε με το άρθρο 16 ν.489/1976 και ήδη άρθρο 16 του προεδρικού διατάγματος 237/1986, με το οποίο κωδικοποιήθηκε η νομοθεσία «περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης».
Κατά την έννοια του ιδρυτικού νόμου (άρθρο 1 εδ. δ΄ ν.489/1976) το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι ασφαλιστής και σκοπός της σύστασής του είναι «η καταβολή ασφαλιστικής αποζημίωσης για αστική ευθύνη από αυτοκινητικά ατυχήματα κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 19» (άρθρο 17 ν.489/1976).
Με τη σύσταση ενός φερέγγυου νομικού προσώπου, του οποίου η οικονομική επιβίωση στηρίζεται στις εισφορές των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και των ασφαλισμένων στον κλάδο αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα (άρθρο 20 παρ.1 ν.489/1976), καθώς και με τη χορήγηση στον παθόντα ευθείας αγωγικής αξίωσης κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου (άρθρο 19 παρ. 3 εδ. α΄ ν.489/1976), ο νομοθέτης επιδίωξε να συμπληρώσει την προστασία που παρέχει ο θεσμός της υποχρεωτικής ασφάλισης αυτοκινήτων και στις περιπτώσεις που ο θεσμός αυτός δεν μπορεί να λειτουργήσει, ώστε να κατοχυρώνονται τα νόμιμα δικαιώματα των ζημιούμενων προσώπων και όλων των ασφαλισμένων.
Το Επικουρικό Κεφάλαιο υποχρεούται κατά νόμο σε καταβολή αποζημίωσης στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει ή δεν διαπιστώνεται ενεργός ασφάλιση, καθώς και όταν, ενώ προϋπάρχει ασφαλιστική κάλυψη, δεν μπορεί να υλοποιηθεί από τον ασφαλιστή. Οι περιπτώσεις αυτές προβλέπονται περιοριστικά στο άρθρο 19 παρ. 1 π.δ. 237/86 (το οποίο κωδικοποίησε το ν. 489/76), όπως συμπληρώθηκε με το ν. 3746/2009 το οποίο εισήγαγε και πέμπτη περίπτωση ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου (άρθρο 19 παρ. 1 εδ. ε΄ π.δ. 237/86). 
Όσον αφορά στην έκταση ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου, αυτή ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 εδ. α’ π.δ. 237/1986, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 5 παρ. 3 του ΠΔ 264/1991 και προβλέπει ότι «η αποζημίωση του Επικουρικού Κεφαλαίου περιορίζεται στη συμπλήρωση του ποσού που υποχρεούται να καταβάλει το ασφαλιστικό ταμείο ή άλλος οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης για την αυτή αιτία στον ζημιωθέντα».
Κατά συνέπεια, η αποζημίωση του Επικουρικού Κεφαλαίου είναι επικουρική ως προς τις παροχές που υποχρεούται να καταβάλει ο Οργανισμός Κοινωνικής Ασφάλισης, με την έννοια ότι, στο μέτρο που ο ζημιωθείς από την αδικοπραξία δικαιούται να καλύψει την ζημία του από ασφαλιστικό ταμείο ή άλλο Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης, επέρχεται απαλλαγή του Επικουρικού Κεφαλαίου .
Η διάταξη αυτή καθιερώνει εξαίρεση από τον κανόνα του άρθρου 930 εδ. γ΄ ΑΚ που προβλέπει ότι «η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε». Ωστόσο, η εξαίρεση αυτή αφορά στην έκταση της αποζημιωτικής ευθύνης μόνο του Επικουρικού Κεφαλαίου, καθώς προβλέπει ότι, όταν νόμω υπόχρεο προς αποζημίωση είναι το Επικουρικό Κεφάλαιο, ο ζημιωθείς δεν έχει δικαίωμα έναντι του Επικουρικού Κεφαλαίου αθροιστικής απόληψης των ασφαλιστικών παροχών και της αποζημίωσης, ανεξαρτήτως ποιος είναι ο Οργανισμός Κοινωνικής Ασφάλισης και αν προβλέπεται νομοθετικά για αυτόν υποκατάστασή του στα δικαιώματα του ζημιωθέντα.
Ακριβώς επειδή με το άρθρο 19 παρ. 5 εδ. α΄ π.δ. 237/1986 εισάγεται εξαίρεση στη διάταξη του άρθρου 930 εδ. γ΄ ΑΚ ως προς την έκταση της υποχρέωσης αποζημίωσης του Επικουρικού Κεφαλαίου ως νόμω υπόχρεου και όχι ως προς την έκταση της αξίωσης αποζημίωσης του ζημιωθέντα, για το λόγο αυτό, ούτε το ΙΚΑ ούτε οποιοσδήποτε άλλος φορέας κοινωνικής ασφάλισης νομιμοποιούνται, σε περίπτωση υποκατάστασής τους στις αξιώσεις του ζημιωθέντα, να απαιτήσουν από το Επικουρικό Κεφάλαιο όσα κατέβαλαν στο ασφαλιστικά καλυπτόμενο πρόσωπο του ζημιωθέντα. 
Η έκταση των αξιώσεων αποζημίωσης του ζημιωθέντα ποικίλλει ανάλογα αν υφίσταται περίπτωση υποκατάστασης του Οργανισμού Κοινωνικής Ασφάλισης κατά το ποσό των ασφαλιστικών παροχών.
Κατά πρώτον, στις περιπτώσεις που νομοθετικά προβλέπεται υποκατάσταση Οργανισμού Κοινωνικής Ασφάλισης στα δικαιώματα του ζημιωθέντα κατά το ποσό των ασφαλιστικών παροχών, ο ζημιωθείς έχει αποζημιωτική αξίωση τόσο κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου όσο και κατά του ζημιώσαντα για το ποσό πλέον αυτού που υποχρεούται να του καταβάλει ο Οργανισμός Κοινωνικής Ασφάλισης. Ο ζημιώσας, ωστόσο, παραμένει κατά νόμο υπόχρεος έναντι του Οργανισμού Κοινωνικής Ασφάλισης που υποκατέστησε τον ζημιωθέντα, για το ποσό που ο Οργανισμός υποχρεούται να καταβάλει στον ζημιωθέντα.
Κατά δεύτερον, στις περιπτώσεις που δεν προβλέπεται υποκατάσταση του Οργανισμού Κοινωνικής Ασφάλισης, ο ζημιωθείς έχει αποζημιωτική αξίωση κατά μεν του Επικουρικού Κεφαλαίου για το ποσό πλέον αυτού που υποχρεούται να του καταβάλει ο Οργανισμός Κοινωνικής Ασφάλισης, κατά δε του ζημιώσαντα για το σύνολο της αποζημίωσης, δικαιούμενος σε αθροιστική απ’ αυτόν απόληψη και του ποσού που αντιστοιχεί στην παροχή από τον Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης.
Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση, η έκταση της υποχρέωσης αποζημίωσης του ζημιώσαντα έναντι του ζημιωθέντα και, σε περίπτωση υποκατάστασης, έναντι του οργανισμού κοινωνικής ασφάλισης παραμένει ακέραιη, όπως άλλωστε προβλέπει το άρθρο 930 εδ. γ΄ ΑΚ. 
2 Αντισυνταγματική στέρηση περιουσιακών ενοχικών δικαιωμάτων του ασφαλισμένου και παραβίαση της αρχής της ισότητας του νόμου
Η ρύθμιση του άρθρου 19 παρ. 5 εδ. α΄ π.δ. 237/86 εντάσσεται στη νομοθετική πολιτική περί επικουρικότητας της αποζημίωσης του Επικουρικού Κεφαλαίου έναντι των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης .
Έχει κριθεί ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου, δηλαδή όταν το ατύχημα προήλθε από άγνωστο οδηγό, από ανασφάλιστο όχημα ή προκλήθηκε από πρόθεση, αλλά και στην περίπτωση οριστικής ανάκλησης της άδειας λειτουργίας του ασφαλιστή ή πτώχευσής του ή όταν απέβη άκαρπη η σε βάρος του εκτέλεση, χωρίς να έχει σημασία το γεγονός ότι αρχικά είχε εναχθεί ο ασφαλιστής του οποίου μεταγενέστερα ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, διότι, κατά την άποψη της νομολογίας του Ανωτάτου Ακυρωτικού, με την υπεισέλευση στη θέση του ασφαλιστή του Επικουρικού Κεφαλαίου, το τελευταίο αντιμετωπίζεται σαν να εναγόταν από την αρχή και άρα θα είχε τη δυνατότητα προβολής του ισχυρισμού από το άρθρο 19 παρ. 5 του ν. 489/1976. 
Ωστόσο, η ρύθμιση αυτή δεν δικαιολογείται δικαιοπολιτικά στις περιπτώσεις που κατά νόμω ευθύνεται το Επικουρικό Κεφάλαιο επειδή υπεισήλθε στη θέση του ασφαλιστή που πτώχευσε ή η σε βάρος του εκτέλεση απέβη άκαρπη ή ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας του (άρθρο 19 παρ. 1 περ. δ΄ π.δ. 237/1986).
Στις περιπτώσεις αυτές, η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 π.δ. 237/1986 παράγει ιδιαιτέρως ανεπιεική και άδικα αποτελέσματα για τον ασφαλισμένο της εταιρίας η οποία πτωχεύει ή ανακαλείται η άδειά της μετά την ημέρα του ατυχήματος ή κατά της οποίας κατέστη αδύνατη η αναγκαστική εκτέλεση. Ο ασφαλισμένος εταιρείας, ο οποίος έχει τηρήσει πλήρως τη νόμιμη υποχρέωσή του για ασφάλιση του οχήματός του, εμφανίζεται να «τιμωρείται» από το νομοθέτη για την πτώχευση, την αδυναμία σε βάρος της αναγκαστικής εκτέλεσης ή την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της εταιρείας του, δηλαδή για ένα εξωτερικό γεγονός ανεξάρτητο της βούλησής του, για το οποίο δεν έχει καμία υπαιτιότητα, με αποτέλεσμα να μην καλύπτεται ασφαλιστικά από το Επικουρικό Κεφάλαιο και να υποχρεούται, μόνος αυτός, να καταβάλει στον ζημιωθέντα και, σε περίπτωση υποκατάστασης αυτού, στο ασφαλιστικό ταμείο ή οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης που έχει υποκατασταθεί στις αξιώσεις του ζημιωθέντα, ό,τι τυχόν αυτό κατέβαλε στον ασφαλισμένο του.
Παρά, μάλιστα, τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 4 π.δ. 237/1986 που ρητά προβλέπει ότι σε περίπτωση πτώχευσης ή ανάκλησης της άδειας του ασφαλιστή, το Επικουρικό Κεφάλαιο υπεισέρχεται όχι σε μέρος, αλλά στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του ασφαλιστή που πηγάζουν από την ασφαλιστική σύμβαση και παρά το γεγονός ότι η διάταξη αυτή είναι ειδικότερη από τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 π.δ. 237/1986, η νομολογία, επικαλούμενη την περιορισμένη έκταση της αποζημίωσης του Επικουρικού Κεφαλαίου βάσει της διάταξης του άρθρου 19 παρ. 5, δεν αναγνωρίζει δικαίωμα στον (πρώην) ασφαλισμένο- ζημιώσαντα να στραφεί κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου ως ειδικού διαδόχου της ασφαλιστικής του εταιρίας και να ασκήσει την αγωγή αναγωγής που έχει ο ασφαλισμένος κατά της ασφαλιστικής εταιρίας κατ’ άρθρον 10 ν.2496/1997, αιτούμενος να του καταβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιο κάθε ποσό που θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον ζημιωθέντα ή, σε περίπτωση υποκατάστασης, στον ασφαλιστικό οργανισμό που στρέφεται εναντίον του. 
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 π.δ. 237/1986 δημιουργεί διάκριση μεταξύ προσώπων της αυτής κατηγορίας (ασφαλισμένων του κλάδου ασφάλισης αστικής ευθύνης εκ τροχαίων ατυχημάτων) με βάση ένα συγκυριακό και τυχαίο γεγονός, ανεξάρτητο της βούλησης και της συμπεριφοράς των προσώπων αυτών, όπως είναι η μεταγενέστερη πτώχευση ή ανάκληση της άδειας του ασφαλιστή.
Λαμβανομένου υπόψη ότι η εποπτεία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων 
δεν είναι ευθύνη των ασφαλισμένων, αλλά θεσμικών οργάνων, στα οποία η Πολιτεία έχει αναθέσει τη σχετική αρμοδιότητα, η επιλογή του συγκεκριμένου ασφαλιστή που εν συνεχεία πτωχεύει ή ανακαλείται η άδειά του, μεταξύ των κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή υφισταμένων επιχειρήσεων που νομίμως λειτουργούν με άδεια των αρμόδιων εποπτικών αρχών, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ως πλημμελής συμπεριφορά του ασφαλισμένου, για την οποία δικαιολογείται να υποστεί δυσμενείς έννομες συνέπειες.
Κατά συνέπεια, η διάκριση που εισάγει το άρθρο 19 παρ. 5 π.δ. 237/1986 μεταξύ των ασφαλισμένων εντός του υφιστάμενου συστήματος υποχρεωτικής ασφάλισης αστικής ευθύνης εκ τροχαίων ατυχημάτων, με την οποία αυτοί των οποίων η εταιρεία πτωχεύει ή ανακαλείται η άδειά της, καθίστανται ανασφάλιστοι ως προς το ποσό που υποχρεούται να καταβάλει ο οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης του παθόντα, επιβάλλεται με βάση συγκυριακά και τυχαία γεγονότα και δεν προκύπτει από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος. 
Κατά τον τρόπο αυτό, η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 π.δ. 237/1986 εισάγει δυσμενή εξαίρεση και διάκριση, ανεπίδεκτη δικαιολόγησης, σε βάρος των ασφαλισμένων των εταιρειών που πτωχεύουν ή ανακαλείται η άδειά τους, η οποία ανεπίτρεπτα δημιουργεί άνιση μεταχείριση ουσιωδώς όμοιων έννομων σχέσεων και καταστάσεων και περιορίζει αδικαιολόγητα δικαιώματα των ασφαλισμένων αυτών κατ’ εξαίρεση του υφιστάμενου γενικότερου κανόνα του άρθρου 25 παρ.4 π.δ. 237/1986 που προβλέπει την υποκατάσταση του Επικουρικού Κεφαλαίου στο σύνολο των υποχρεώσεων και δικαιωμάτων του ασφαλιστή από την ασφαλιστική σύμβαση. 
Επομένως, η διάταξη αυτή είναι ανίσχυρη και τα δικαστήρια οφείλουν να μην την εφαρμόζουν (άρθρα 87 παρ.2 και 120 του Συντάγματος), καθώς έρχεται σε αντίθεση με τη συνταγματική επιταγή του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος που ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, και από την οποία επιταγή απορρέει όχι μόνο η έναντι του νόμου ισότητα των Ελλήνων, αλλά και η ισότητα του νόμου έναντι αυτών, ήτοι η δέσμευση του νομοθέτη, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει δυσμενείς εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος . 
Πλέον και παράλληλα με τα ανωτέρω, η διάταξη του άρθρου 19 παρ.5 εδ.α΄ π.δ.237/1986, ελέγχεται ως αντισυνταγματική με βάση το άρθρο 17 του Συντάγματος, αντίκειται δε και στο υπερνομοθετικής ισχύος Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ).
Ειδικότερα, το άρθρο 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ το οποίο κυρώθηκε μαζί με την ίδια τη σύμβαση με το ν.δ. 53/1974 (ΦΕΚ Α΄ 256/20-9-1974) και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων, προβλέπει ότι «παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ει μη δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός κράτους, όπως θέση εν ισχύ νόμους, ους ήθελε κρίνη αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών, συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον, ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». 
Κατά συνέπεια, στην έννοια της προστατευόμενης από το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ περιουσίας, περιλαμβάνονται τόσο τα εμπράγματα δικαιώματα όσο και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα. Καλύπτονται, συνεπώς, και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και, ειδικότερα, οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά .
Στην προκειμένη περίπτωση, η ασφάλεια αστικής ευθύνης αποτελεί ένα σημαντικό περιουσιακό ενοχικό δικαίωμα για τον ασφαλισμένο, το οποίο συνίσταται στις περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις που ο ασφαλισμένος έχει έναντι του ασφαλιστή μέχρι του ποσού του ασφαλίσματος, σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού γεγονότος, και εμπίπτει στην έννοια του όρου «περιουσία» του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και στην έννοια του όρου «ιδιοκτησία» του άρθρου 17 του Συντάγματος.
Σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ.4 π.δ. 237/1986, το Επικουρικό Κεφάλαιο αποτελεί ex lege ειδικό διάδοχο της ασφαλιστικής εταιρείας που πτώχευσε ή ανακλήθηκε η άδειά της στο σύνολο των υποχρεώσεων αυτής που απορρέουν από τις συμβάσεις αστικής ευθύνης εκ τροχαίων ατυχημάτων, καθώς όπως ρητώς προβλέπεται «από την ημερομηνία που η ασφαλιστική επιχείρηση κηρύσσεται σε κατάσταση πτώχευσης ή ανακαλείται η άδεια λειτουργίας της για παράβαση νόμου, το Επικουρικό Κεφάλαιο υπεισέρχεται αυτοδίκαια στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της ασφαλιστικής επιχείρησης που πηγάζουν από ασφαλιστικές συμβάσεις του κλάδου αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα».
Συνεπώς, η στέρηση από τον ασφαλισμένο-ζημιώσαντα των περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεών του έναντι του Επικουρικού Κεφαλαίου, ειδικού διαδόχου της ασφαλιστικής του εταιρείας, για το ποσό που υποχρεούται να καταβάλει ο οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης του ζημιωθέντα, εξαιτίας και μόνο του λόγου ότι ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας του ασφαλιστή του ή αυτός πτώχευσε, χωρίς να συντρέχει λόγος δημοσίου συμφέροντος ή ωφέλειας, συνιστά παράνομη στέρηση περιουσιακού δικαιώματος αντικείμενη στο άρθρο 17 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
3 Ανάγκη άμεσης νομοθετικής τροποποίησης της διάταξης 
Ενόψει αυτών, υπάρχει ανάγκη άμεσης νομοθετικής τροποποίησης, προκειμένου να εξαιρεθεί η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 19 παρ. 5 εδ. α΄ π.δ. 237/1986 στις περιπτώσεις ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου κατά το άρθρο 19 παρ. 1 περ. δ’ πδ. 237/1986, δηλαδή στις περιπτώσεις πτώχευσης του ασφαλιστή ή ανάκλησης της άδειας λειτουργίας του μετά την επέλευση του ατυχήματος ή άκαρπης σε βάρος του εκτέλεσης, ώστε στις περιπτώσεις αυτές να εξακολουθεί να ευθύνεται το Επικουρικό Κεφάλαιο και να καλύπτει ασφαλιστικά τους κατά νόμω υπόχρεους για τις σε βάρος τους αξιώσεις εκ του ατυχήματος, για το ποσό που υποχρεούται να καταβάλει ο Οργανισμός Κοινωνικής Ασφάλισης στον ζημιωθέντα. 
Η νομοθετική αυτή τροποποίηση δεν προσκρούει στο Κοινοτικό Δίκαιο, δεδομένου ότι η απόδοση επικουρικού χαρακτήρα στην αποζημίωση του Επικουρικού Κεφαλαίου, καθώς και η έκταση και οι περιπτώσεις εφαρμογής της αρχής της επικουρικότητας της αποζημιωτικής ευθύνης αυτού, είναι αποκλειστικά επιλογή του εθνικού νομοθέτη, όπως αυτή εκφράστηκε με το άρθρο 5 παρ. 3 π.δ. 264/1991. Η κοινοτική οδηγία 84/5/ΕΟΚ, για την ενσωμάτωση της οποίας στο εθνικό δίκαιο εκδόθηκε το π.δ. 264/1991, όχι μόνο δεν υποχρεώνει τον εθνικό νομοθέτη σε συγκεκριμένη νομοθετική ρύθμιση για τις περιπτώσεις ανάκλησης της άδειας ή πτώχευσης του ασφαλιστή ή άκαρπης αναγκαστικής εκτέλεσης κατ’ αυτού, αλλά αρκείται σε κατευθυντήριες οδηγίες (πλαίσιο δικαίου) με δυνατότητα επιλογής, αναφερόμενη, μάλιστα, μόνο σε περιπτώσεις ζημιών και βλαβών από όχημα αγνώστων στοιχείων ή ανασφάλιστο. 
Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 εδ. α΄ της 84/5/ΕΟΚ Κοινοτικής Οδηγίας, στα πλαίσια εφαρμογής της οποίας εισήχθη η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 εδ. α΄ πδ 237/1986 με το άρθρο 5 παρ. 3 του ΠΔ 264/1991, προβλέπει ότι «κάθε κράτος μέρος ιδρύει ή εγκρίνει οργανισμό, αποστολή του οποίου είναι να αποκαθιστά, τουλάχιστον εντός των ορίων της υποχρέωσης ασφάλισης, τις υλικές ζημίες ή τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται από όχημα αγνώστων στοιχείων ή για το οποίο δεν έχει εκπληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης της παραγράφου 1. Η διάταξη αυτή δεν θίγει το δικαίωμα των κρατών μελών να προσδώσουν ή όχι στην παρέμβαση του οργανισμού αυτού επικουρικό χαρακτήρα».
Κατά συνέπεια, η προτεινόμενη νομοθετική τροποποίηση δεν αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο και ο εθνικός νομοθέτης δεν περιορίζεται από αυτό προκειμένου να προχωρήσει στην τροποποίηση της διάταξης του άρθρου 19 παρ. 5 εδ. α΄ πδ 237/1986.
Η νομοθετική αυτή τροποποίηση μπορεί να γίνει με την εισαγωγή ενός νέου εδαφίου, μετά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 εδ. δ’ π.δ. 237/86, το οποίο θα περιέχει διάταξη που θα είναι νομοτεχνικά παρόμοια με αυτή που εισήγαγε το άρθρο 10 παρ. 2 ν.3557/2007 για το Ελληνικό Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης , και προτείνεται να προβλέπει ότι 
«Το προηγούμενο εδάφιο (19 παρ. 5 εδ. α΄ π.δ. 237/1986) δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση δ΄ της παρ. 1 του αυτού άρθρου (19 π.δ. 237/86)».

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Πρόσφατα, με την υπ αριθμόν 637/2010 απόφαση του ο Άρειος Πάγος εξαίρεσε σχεδόν το σύνολο του κυκλοφορούντος νόμιμα Ελληνικού πληθυσμού από την προβλεπόμενη ασφαλιστική προστασία και κατέστησε την εκ του Νόμου υποχρεωτική ασφάλιση των οχημάτων έναντι τρίτων κενή περιεχομένου. 

Συγκεκριμένα, επί αγωγής αποζημίωσης συγγενών ανυπαίτιας συνεπιβαίνουσας σε ασφαλισμένο δίκυκλο μοτοποδήλατο, λόγω του θανάσιμου τραυματισμού της από αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του δικύκλου, έκρινε ο Άρειος Πάγος, ότι επειδή η συνεπιβαίνουσα ήταν ιδιοκτήτρια του οχήματος και λήπτρια της ασφάλισης, οι συγγενείς της δεν έχουν αξίωση αποζημίωσης κατά της ασφαλιστικής εταιρίας, διότι δεν θεωρείτο η θανούσα τρίτη. 
Επισημαίνεται ότι επί της υποθέσεως αυτής το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και το Εφετείο Αθηνών είχαν κρίνει ότι οι συγγενείς της θανατωθείσας συνεπιβαίνουσας τυγχάνουν τρίτοι και επεδίκασαν σε αυτούς αποζημίωση για ψυχική οδύνη.
Η απόφαση αυτή προκαλεί διττό πρόβλημα στο σύγχρονο ασφαλιστικό δίκαιο της χώρας μας, έχει τεράστιες κοινωνικές επικίνδυνες προεκτάσεις και γεννά πολλά ειδικότερα σοβαρότατα ζητήματα, τα οποία αφορούν άμεσα το σύνολο της Ελληνικής κοινωνίας και πρέπει να τύχουν μελέτης και άμεσης επίλυσης.
Στο παρόν άρθρο, εκτός από την ανάλυση της προφανούς κοινωνικής διασάλευσης, που προκαλούν οι παραδοχές της ανωτέρω απόφασης, γίνεται προσπάθεια προσέγγισης και των νομικών θεμάτων που ανακύπτουν, λόγω των νομοθετικών κενών και αντιφάσεων που ενυπάρχουν στις σχετικές νομοθετικές διατάξεις.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΠΡΟΕΚΤΑΣΕΙΣ

- Γνωρίζουμε όταν είμαστε επιβάτες ασφαλισμένων οχημάτων για πόσους από εμάς δεν καλύπτονται οι ζημίες που υφιστάμεθα;

- Πόσοι από εμάς οδηγούμε ασφαλισμένα οχήματα χωρίς να γνωρίζουμε ότι η αστική μας ευθύνη δεν καλύπτεται από την ασφαλιστική εταιρία, ενώ εμείς ευθυνόμαστε με την προσωπική μας περιουσία;

Καθημερινά, κανείς μας δεν περιορίζεται στην οδήγηση οχημάτων ιδιοκτησίας του και μόνον.
Οδηγούμε και οχήματα συγγενικών και φιλικών μας προσώπων, προσώπων του ευρύτερου κοινωνικού και επαγγελματικού μας κύκλου, με συνεπιβαίνοντες τους ίδιους τους ιδιοκτήτες τους, αλλά και εμείς οι ίδιοι, είμαστε συνεπιβάτες σε οχήματα ιδιοκτησίας μας, τα οποία παραχωρούμε οικειοθελώς και οδηγούν οδηγοί των παραπάνω κατηγοριών. 
Η καθημερινή αυτή πρακτική, σύμφωνα με την πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου, κρύβει καλά στημένες παγίδες και εμπίπτει σε μία νέα άγνωστη εξαίρεση από την ασφαλιστική σύμβαση, η οποία σε ουδέν ασφαλιστήριο συμβόλαιο αναγράφεται, την οποία σχεδόν ουδείς από εμάς γνωρίζει.
Ποίος από εμάς δηλαδή γνωρίζει ότι όταν οδηγεί όχημα, το οποίο είναι ιδιοκτησίας του/της συζύγου μας, των τέκνων μας, των γονέων μας, των αδερφών μας, των συγγενών μας, του εργοδότη μας, των φίλων μας ή οποιοδήποτε όχημα του οποίου δεν είμαστε εμείς οι ιδιοκτήτες ή οι αποκλειστικοί ιδιοκτήτες, με συνεπιβαίνοντα τον εκάστοτε ιδιοκτήτη ή συνιδιοκτήτη του ή τον λήπτη της ασφάλισης του και προκαλέσουμε εξ αμελείας μας ατύχημα, κατά το οποίο τραυματίζεται ή θανατώνεται αυτός ο συνεπιβαίνων, τότε κατά την άνω απόφαση τόσον εμείς που οδηγούμε όσον και οι συνεπιβαίνοντες βρισκόμαστε εν αγνοία μας σε ανασφάλιστο όχημα, που ουδείς το καλύπτει ασφαλιστικά και ο συνεπιβαίνων ζημιωθείς δεν αποζημιώνεται από ασφαλιστική εταιρία; 

Είμαστε επομένως αντιμέτωποι με μία πραγματικότητα, η οποία καταργεί την ασφαλιστική κάλυψη ως εξής:
Πρώτον: Εξαιρεί από την ασφαλιστική κάλυψη οποιονδήποτε οδηγό επιληφθεί νόμιμα ξένου οχήματος με συνεπιβαίνοντα τον ιδιοκτήτη ή συνιδιοκτήτη αυτού ή τον λήπτη της ασφάλισης αυτού, με αποτέλεσμα σε περίπτωση που από υπαιτιότητα του οδηγού αυτού τραυματιστεί ή θανατωθεί ο συνεπιβάτης αυτός – ιδιοκτήτης κλπ. - , να υποχρεούται προσωπικά ο ίδιος ο οδηγός να καταβάλει οιαδήποτε ζημία του τραυματισθέντα ή θανατωθέντα εξ ιδίων χρημάτων, χωρίς να καλύπτεται από την ασφαλιστική σύμβαση. 

Δεύτερον: Εξαιρεί από την ασφαλιστική κάλυψη τον ιδιοκτήτη ή συνιδιοκτήτη του οχήματος και τον λήπτη της ασφάλισης και τον νόμιμο εκπρόσωπο του ιδιοκτήτη του οχήματος νομικού προσώπου, εάν, συνεπιβαίνων στο όχημα ιδιοκτησίας του, τραυματισθεί ή θανατωθεί από αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού, στον οποίο νόμιμα παραχώρησε την οδήγηση του ασφαλισμένου οχήματος του, και στερεί πλήρως στον ίδιο και την οικογένεια του τη δυνατότητα αποζημίωσης του από ασφαλιστικό οργανισμό.
Όλοι γνωρίζουμε ότι δεν απαγορεύεται είτε να είμαστε συνεπιβάτες μέσα στα οχήματα μας είτε να παραχωρούμε νόμιμα την οδήγηση του οχήματος μας σε άλλα πρόσωπα.
Πως όμως θα προστατευθούμε στις περιπτώσεις που επιβάλλεται η παραχώρηση της οδήγησης του οχήματος, είτε για λόγους αδυναμίας μας να οδηγήσουμε λόγω κατανάλωσης αλκοόλ είτε για άλλους αντικειμενικούς λόγους υγείας, ηλικίας, εργασίας, προσωπικού οδηγού;
Τι θα γίνει στην περίπτωση του προσωπικού οδηγού;
Ποίος ο λόγος να συνάπτουμε ασφαλιστικές συμβάσεις και να καταβάλουμε ασφάλιστρα, όταν καλύπτουμε όλα τα άλλα πρόσωπα εκτός ημών των ιδίων, των οικείων μας και των εργαζομένων μας; 
Η μόνη λύση φαίνεται να βρίσκεται στο εξής παράλογο: στην εκ των προτέρων πρόβλεψη των θεμάτων αυτών, ώστε να προηγείται της νόμιμης παραχώρησης της οδήγησης, η μεταβίβαση του οχήματος στο όνομα του εκάστοτε οδηγού. Μόνο έτσι θα απαλλαγούμε από την ιδιότητα του ασφαλισμένου και τις εξαιρέσεις που μας επιφυλάσσει αυτή.

Ο ΝΟΜΙΚΟΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΣ

Πλην της διαταραχής και του αδιεξόδου που προκαλεί στο κοινωνικό σύνολο η υπ αριθμόν 637/2010 ΑΠ, αποκαλύπτει και το εύρος των νομοθετικών ατελειών και προβλημάτων του Νόμου 489/1976 και εν γένει του ασφαλιστικού δικαίου, τα οποία αποτελούν αντικείμενο της παρούσας.
Στη συγκεκριμένη απόφαση έκρινε ο Άρειος Πάγος κατ εφαρμογή του άρθρου 7 Ν. 489/1976, ότι δεν θεωρούνται τρίτοι κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1 και του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 489/1976 ο κύριος του αυτοκινήτου και ο λήπτης της ασφάλισης, όταν, συνεπιβαίνοντες στο όχημα τους, από πταίσμα του οδηγού του οχήματος τραυματιστούν ή θανατωθούν.
Το άρθρο 7 του ν. 489/1976, που εφάρμοσε η άνω απόφαση, όπως ισχύει σήμερα προβλέπει ότι «Δεν θεωρούνται τρίτοι, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 2 παράγραφος 1 και του άρθρου 6 παράγραφος 2: α) Ο οδηγός του αυτοκινήτου που προξένησε τη ζημιά. β) Κάθε πρόσωπο του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με την σύμβαση ασφάλισης. γ) Εκείνος ο οποίος έχει καταρτίσει μετά του ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση. δ) Οι νόμιμοι εκπρόσωποι νομικού προσώπου που είναι ασφαλισμένο ή εταιρίας που δεν έχει αποκτήσει νομική προσωπικότητα..».

ΤΟ ΑΡΘΡΟ 7 ΚΑΙ Η ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗ ΤΟΥ
Και ναι μεν εκ πρώτης το άρθρο 7, ως διατυπώνεται, φαίνεται ως η εφαρμοστέα διάταξη, μία προσεκτικότερη όμως προσέγγιση και μελέτη του Ν. 489/1976 καταδεικνύει ότι το άρθρο αυτό εμφανίζει πασιφανή αξιολογική αντινομία με το σύνολο των διατάξεων του Νόμου 489/1976 και ιδίως αυτών που επιβάλλουν την υποχρεωτική ασφάλιση.
Συγκεκριμένα, τις διατάξεις αυτές των άρθρων 2 παρ. 1 του ιδίου Νόμου « Ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα επί οδού, υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση, την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος» και 6 παρ. 1, 2 του ιδίου Νόμου « Η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή υπεύθυνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου. Εξαιρείται η αστική ευθύνη των προσώπων που επελήφθησαν του αυτοκινήτου με κλοπή ή βία και αυτών που προκάλεσαν το ατύχημα εκ προθέσεως Η ασφαλιστική κάλυψη πρέπει να περιλαμβάνει την έναντι τρίτων αστική ευθύνη εξαιτίας θανάτωσης ή σωματικής βλάβης ή ζημιών σε πράγματα, στην οποία περιλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη ή ηθική βλάβη, καθώς και την αστική ευθύνη λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών έναντι των μελών της οικογένειας του ασφαλισμένου, οδηγού ή κάθε άλλου προσώπου του οποίου η αστική ευθύνη καλύπτεται σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο, ανεξάρτητα από δεσμό συγγενείας&». 
Δηλαδή, ο ίδιος ο νόμος που εισάγει και επιβάλλει την υποχρεωτική ασφάλιση για τις έναντι τρίτων προκαλούμενες ζημίες από την κυκλοφορία οχημάτων, παράβαση για την οποία προβλέπονται αυστηρότατες ποινικές και διοικητικές κυρώσεις, και την υποχρεωτική κάλυψη της ευθύνης οιουδήποτε προσώπου συνδέεται με το ζημιογόνο όχημα, καθώς και την κάλυψη της αστικής ευθύνης έναντι όλων των επιβαινόντων, ο ίδιος νόμος με μία γενικόλογη και ασαφή διατύπωση του εισάγει με το άρθρο 7 τέτοιο αριθμό εξαιρέσεων, που καθιστούν πλήρως ανενεργή την ασφαλιστική σύμβαση σε τεράστιο αριθμό τροχαίων ατυχημάτων για ολόκληρο τον πληθυσμό της Ελλάδας. 
Το ακριβές νόημα και ο σκοπός του νομοθέτη στο σύνολο του ελληνικού ασφαλιστικού δικαίου και στο νόμο 489/1976 είναι να καλυφθεί η αστική ευθύνη του κάθε οδηγού ασφαλισμένου οχήματος και να καλυφθεί η ζημία κάθε ανυπαίτιου ζημιωθέντος προσώπου από την κυκλοφορία του οχήματος αυτού. 
Τρεις είναι οι λόγοι της σύναψης σύμβασης ασφαλίσεως, κατ αρχήν η συχνότητα των προκαλούμενων εξ αμελείας ζημιών από την κυκλοφορία των οχημάτων, κατά δεύτερον οι ιδιομορφίες που εμφανίζει η απαίτηση του θύματος και κατά τρίτον και σημαντικότερον ο κίνδυνος θεμελιώσεως υποχρεώσεως έναντι των προσώπων που συνδέονται με το αυτοκίνητο για την αποζημίωση των προσώπων που ζημιώθηκαν από αυτοκινητικό ατύχημα, τους οποίους στοχεύει να καλύψει ο ασφαλιστικός νόμος.
Κύριος σκοπός της σύναψης ασφαλιστικής συμβάσεως ήταν εξ αρχής και είναι η έναντι ανταλλάγματος μετάθεση στον ασφαλιστή των περιουσιακής φύσεως δυσμενών συνεπειών της πρόκλησης ατυχήματος. Αρχικά, η σύμβαση ασφαλίσεως ήταν προαιρετική και από 1-1-1976 που άρχισε να ισχύει ο Ν. 489/1976 υποχρεωτική λόγω και της ραγδαίας αύξησης των κυκλοφορούντων οχημάτων. 
Η υποχρεωτικότητα επί ποινή αυστηρότατων κυρώσεων της ασφαλιστικής σύμβασης περιέχεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 του Ν. 489/1976, διάταξη αναγκαστικού δικαίου, που από την εισαγωγή της στην Ελληνική νομοθεσία την 1-1-1976 μέχρι και σήμερα, παρά τις αλλεπάλληλες τροποποιήσεις του νόμου δεν έχει τροποποιηθεί. 
Διάταξη αναγκαστικού δικαίου, όπως προκύπτει από την επιτακτικότητα της διατύπωσης του κανόνα, είναι επίσης και η διάταξη του άρθρου 6 του Ν. 489/1976, η οποία προβλέπει τα πρόσωπα των οποίων η αστική ευθύνη καλύπτεται.
Αρχικά με την εισαγωγή του Ν. 489/1976 το άρθρο 6 παρ. 1, 2 είχε ως εξής: « Η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπευθύνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου. Εξαιρείται η ασφαλιστική ευθύνη των προσώπων που επελήφθησαν του αυτοκινήτου με κλοπή ή βία και αυτών που προκάλεσαν το ατύχημα εκ προθέσεως. Η ασφαλιστική κάλυψη πρέπει να περιλαμβάνει την έναντι τρίτων αστική ευθύνη εξ αιτίας θανάτωσης ή σωματικής βλάβης ή ζημιών σε πράγματα στην οποία περιλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη ή ηθική βλάβη. Αυτή πρέπει επίσης να περιλαμβάνει την αστική ευθύνη έναντι των επιβαινόντων του αυτοκινήτου προσώπων (γενική κάλυψη) » και προέβλεπε και τις κατηγορίες των προσώπων των οποίων η αστική ευθύνη καλύπτετο υποχρεωτικά από τη σύμβαση ασφαλίσεως, χωρίς να μπορεί να υπάρξει απαλλακτική συμφωνία ασφαλισμένου & ασφαλιστή για οιοδήποτε από τα πρόσωπα αυτά, ήτοι τον κύριο, τον κάτοχο και κάθε οδηγό ή προστηθέντα για την οδήγηση ή υπεύθυνο του ασφαλισμένου αυτοκινήτου αλλά και κυρίως επέβαλε την υποχρεωτική κάλυψη όλων των ζημιών για όλους τους επιβάτες του οχήματος. 
Μετά και την Οδηγία 84/5 ΕΟΚ, « Τα μέλη της οικογένειας του ασφαλισμένου, του οδηγού ή κάθε άλλου προσώπου το οποίο φέρει σε περίπτωση ατυχήματος την αστική ευθύνη η οποία καλύπτεται από την ασφάλιση του άρθρου 1 παράγραφος 1, δεν μπορούν να αποκλειστούν, λόγω του δεσμού συγγένειας, από το δικαίωμα ασφάλισης για τις σωματικές βλάβες τους» το άρθρο τροποποιήθηκε, όπως πάντα καθυστερημένα, με το άρθρο 2 του Π.Δ. 237/1986 και εν συνεχεία με το άρθρο 2 του ΠΔ 264/1991, ως έχει σήμερα « η ασφαλιστική κάλυψη πρέπει να περιλαμβάνει την έναντι τρίτων αστική ευθύνη εξαιτίας θανάτωσης ή σωματικής βλάβης ή ζημιών σε πράγματα, στην οποία περιλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη ή ηθική βλάβη καθώς και την αστική ευθύνη λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών έναντι των μελών της οικογενείας του ασφαλισμένου, οδηγού ή κάθε άλλου προσώπου του οποίου η αστική ευθύνη καλύπτεται σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο, ανεξάρτητα από δεσμό συγγενείας ».
Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται δηλαδή τόσο στον κύριο ή κάτοχο όσο και στον ασφαλιστή η αποδοχή της σχετικής προτάσεως προς κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, η οποία είναι σύμβαση αναγκαστική που επιβάλει υποχρέωση ασφάλισης στα πρόσωπα που συνδέονται με το αυτοκίνητο. Παρά δε την εισβολή της άνω διάταξης στη συμβατική ελευθερία του ατόμου είναι Συνταγματική η διάταξη ενόψει του μείζονος σημασίας κοινωνικού σκοπού που επιδιώκει. 
Για την επίτευξη του επιδιωκόμενου κοινωνικού σκοπού εξειδικεύει ο Νόμος ότι υποχρεωτικά την ιδιότητα του ασφαλισμένου του άρθρου 1 του Ν. 489/1976 έχουν ο κύριος, ο κάτοχος, κάθε οδηγός προστηθείς για την οδήγηση και ο υπεύθυνος του ασφαλισμένου αυτοκινήτου, ακριβώς για να διευρύνει τον κύκλο των προστατευόμενων προσώπων ένθεν και ένθεν και από την πλευρά του ζημιώσαντος και από την πλευρά του ζημιωθέντος, διότι η σύμβαση ασφαλίσεως δεν ασφαλίζει πρόσωπα αλλά ασφαλίζει το όχημα για οποιαδήποτε ζημία προκληθεί από την κυκλοφορία του. 
Και ενώ σύμφωνα με το άρθρο 6 η ασφαλιστική σύμβαση αδιαστίκτως καλύπτει υποχρεωτικά όλα ανεξαιρέτως τα πρόσωπα, ανεξαρτήτως της οιασδήποτε σχέσης τους με το αυτοκίνητο, τον ΚΑΘΕ οδηγό, παρά ταύτα έρχεται η κρίσιμη διάταξη του άρθρου 7 του Ν. 489/1976 και εισάγει εξαιρέσεις από την ανωτέρω υποχρεωτική διάταξη. Αρχικά την 1-1-1976 το άρθρο 7 είχε ως εξής: « Δεν θεωρούνται τρίτοι κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 2 παράγραφος 1 και του άρθρου 6 παράγραφος 2: α) Ο οδηγός του αυτοκινήτου που προξένησε τη ζημία β) Κάθε πρόσωπο του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με σύμβαση ασφάλισης γ) Εκείνος ο οποίος έχει καταρτίσει μετά του ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση. δ) Οι σύζυγοι των προσώπων τα οποία αναφέρονται στις προηγούμενες περιπτώσεις ως και οι συγγενείς αυτών είτε εξ αίματος, είτε εξ αγχιστείας, εφόσον κατοικούν στην αυτή στέγη ή διατρέφονται, από αυτούς ή εφόσον μεταφέρονται με το αυτοκίνητο το οποίο προξένησε τη ζημία ε) Οι νόμιμοι εκπρόσωποι νομικού προσώπου που είναι ασφαλισμένο ή εμπορικής εταιρίας που δεν έχει αποκτήσει νομική προσωπικότητα, ως και οι σύζυγοι αυτών». 
Σε συμμόρφωση με την Οδηγία 84/5 ΕΟΚ, με την τροποποίηση του άρθρου 7 του Νόμου 489/1976 με το άρθρο 4 του π.δ. 264/1991, καταργήθηκαν πλήρως οι εξαιρέσεις λόγω συγγένειας της περίπτωσης (δ) του άρθρου 7 και διατηρήθηκαν οι λοιπές εξαιρέσεις αδιακρίτως.
Οι προβλεπόμενες όμως στο άρθρο 7 του νόμου εξαιρέσεις είναι ασαφείς, έρχονται σε αντίφαση με τις εκπεφρασμένες αξιολογήσεις των ανωτέρω άρθρων 2 παρ. 1 και 6 παρ. 1, 2 και πρέπει να ερμηνευτούν.
Διότι, πως είναι δυνατόν να εξαιρούνται πλήρως όλες οι περιπτώσεις τραυματισμού ή θανάτωσης του καταρτίσαντος την ασφαλιστική σύμβαση, του ιδιοκτήτη, του κατόχου του αυτοκινήτου κλπ, όταν είναι ανυπαίτιοι επιβάτες και ουδεμία σχέση έχουν με την πρόκληση του ατυχήματος; 
Η σύμβαση ασφαλίσεως, ασφαλίζουσα το όχημα για οποιαδήποτε ζημία προκληθεί από την κυκλοφορία του, προεβλέπετο ήδη από τον πρώτο νόμο περί ασφάλισης των εξ αυτοκινήτου ζημιών Νόμο ΓΠν της 4/5/1911 με τίτλο «περί της εκ των αυτοκινήτων ποινικής και αστικής ευθύνης».
Και ναι μεν περιελάμβανε στο άρθρο 12 αυτού την έως τότε, πριν την εισαγωγή της υποχρεωτικής ασφάλισης αυτοκινήτου, σύμφωνη με τις κρατούσες τότε κοινωνικές αντιλήψεις διάταξη « ο νόμος δεν έχει εφαρμογή υπέρ των επιβαινόντων του ζημιώσαντος αυτοκινήτου, ως επίσης υπέρ των δι αυτού μεταφερόμενων πραγμάτων » και εξαιρούσε τους επιβαίνοντες του οχήματος, διότι μέχρι το 1911, που ελάχιστα οχήματα κυκλοφορούσαν στην χώρα μας και ουδείς γνώριζε την ασφαλιστική κάλυψη η ευθύνη του οδηγού, αστική και ποινική, για τα μεταφερόμενα υπ αυτόν πρόσωπα και πράγματα φάνταζε εκτός κοινωνικής πραγματικότητας.
Η εν συνεχεία εισαγωγή με τον Νόμο 489/1976 των εξαιρέσεων του άρθρου 7 αποτέλεσε κατάλοιπο της ανωτέρω διάταξης του νόμου του 1911 για τους επιβάτες παράλληλα με την προσπάθεια να προστατευτούν οι νέες για την Ελληνική νομική και κοινωνική πραγματικότητα ασφαλιστικές εταιρίες από ενδεχόμενες περιπτώσεις συμπαικτικών ατυχημάτων και μόνον. 
Τούτο διαφαίνεται άλλωστε και από την τύχη των περιπτώσεων των εξαιρέσεων του άρθρου 7, οι οποίες αρχικά ήταν πέντε (5), από τις οποίες η μεν πρώτη περίπτωση «Ο οδηγός του αυτοκινήτου που προξένησε τη ζημία», μολονότι δεν έχει καταργηθεί μέχρι σήμερα, είναι κατά κοινή ομολογία διάταξη πλεονασματική, που έπρεπε να έχει προ πολλού καταργηθεί, διότι στην περίπτωση αυτή το πρόσωπο του ζημιωθέντος συμπίπτει με το πρόσωπο του υπαιτίου και δεν πληρούται καν το πραγματικό της αδικοπραξίας, η δε τέταρτη περίπτωση, η σχετική με τους συγγενείς των ασφαλισμένων προσώπων έχει προ πολλού ήδη καταργηθεί.
Το άρθρο 7 είναι ασαφές, χρήζει τροποποίησης και πρέπει να ερμηνεύεται πάντα, εναρμονιζόμενο με το άρθρο 6 του ιδίου Νόμου, που ρυθμίζει αφενός την υποχρεωτική κάλυψη της αστικής ευθύνης οιουδήποτε, κάθε οδηγού και κάθε προσώπου, που συνδέεται με το αυτοκίνητο και αφετέρου την υποχρεωτική κάλυψη των ζημιών των επιβαινόντων του οχήματος, αλλά και σύμφωνα με τις επιταγές του Συντάγματος και τις αρχές για την προστασία της προσωπικότητας και της περιουσίας όλων ανεξαιρέτως των ανυπαίτιων θυμάτων των τροχαίων ατυχημάτων και του Κοινοτικού Δικαίου, και να συνάδει με τη βασική λειτουργία του ν. 489/1976, που συνίσταται στο ότι αφού το ίδιο το κράτος δεν μπορεί μόνο του να αναλάβει την προστασία των ζημιούμενων σε αυτοκινητικά ατυχήματα, η ασφάλιση της αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα επιτελεί κοινωνική λειτουργία και αποτελεί συγκεκριμενοποίηση της αρχής του κοινωνικού κράτους δικαίου. 
Αλλά και από την επισκόπηση της νομοθεσίας των υπολοίπων Ευρωπαϊκών Κρατών για το θέμα αυτό, οδηγούμαστε στην ίδια ερμηνευτική προσέγγιση, ότι δηλαδή δεν εξαιρούνται της ασφαλιστικής κάλυψης οι επιβάτες του ασφαλισμένου οχήματος, οιαδήποτε σχέση και αν έχουν με το ζημιογόνο όχημα. 
Ενδεικτικά, στο χώρο του Γερμανικού Δικαίου (ΑΚΒ) στις διατάξεις που περιλαμβάνονται στους γενικούς όρους για την ασφάλεια της αστικής ευθύνης των αυτοκινήτων προβλέπεται ότι: «Α.1.5.6. Το δικαίωμα αποζημίωσης έναντι ενός συνασφαλισμένου προσώπου.
Δεν υφίσταται ασφαλιστική κάλυψη για ζημιές υλικές ή περιουσίας που προκλήθηκαν σε εσάς (ασφαλισμένος), τον κάτοχο ή τον ιδιοκτήτη του οχήματος κατά την χρήση του οχήματος από ένα συνασφαλισμένο πρόσωπο. Όμως για προσωπικές βλάβες υφίσταται ασφαλιστική κάλυψη, όταν π.χ. εσείς ως επιβάτης του οχήματος σας τραυματιστείτε ».
Άλλωστε, το περιεχόμενο αυτό της διάταξης του άρθρου 7 ουδείς ασφαλιζόμενος γνωρίζει, μη νομίμως δεν αναγράφεται στα ασφαλιστήρια συμβόλαια και αντίκειται και στους γενικούς όρους των συναλλαγών. 
Επιπλέον, το σοβαρότερο επιχείρημα της ανωτέρω ερμηνευτικής προσέγγισης του άρθρου 7 πηγάζει από το γεγονός ότι δεν προβλέπεται τέτοιου είδους ασφάλιση, που να καλύπτει δηλαδή τις μη νόμιμες και ασαφείς αυτές εξαιρέσεις του άρθρου 7, ώστε να δύνανται να τύχουν οι ασφαλισμένοι αυτής της ασφάλισης.
Η δε ανυπαρξία αυτού του είδους της ασφάλισης δεν καλύπτεται και δεν πρέπει να συγχέεται με την ασφάλιση ιδίων ζημιών ως και την ασφάλιση προσωπικών ατυχημάτων, διότι αφορούν σε διαφορετικές κατηγορίες ζημιών, η μεν πρώτη σε υλικές ζημίες η δε δεύτερη δεν αφορά στον κίνδυνο που προέρχεται από την κυκλοφορία του αυτοκινήτου και δεν προϋποθέτει την τέλεση αδικοπραξίας, αλλά αφορά σε οποιοδήποτε ατύχημα ανεξαρτήτως υπαιτιότητας. 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Η αξίωση του ασφαλισμένου, όταν είναι επιβάτης εδράζεται κατευθείαν στη διάταξη του άρθρου 6 του ν. 489/1976 και δε διέρχεται μέσα από το αόριστο και ασαφές άρθρο 7 του ν. 489/1976, ώστε να εξαιρείται για τις ζημίες, τις οποίες υφίσταται ως συνεπιβάτης λόγω της ιδιότητας του ως ασφαλισμένου και μόνον, δεδομένου μάλιστα ότι σε κάθε περίπτωση ο προκαλέσας το ατύχημα ευθύνεται έναντι του ζημιωθέντος και η ιδιότητα του, ως ασφαλισμένου, δεν αίρει την υποχρέωση της ασφαλιστικής εταιρίας για ασφαλιστική κάλυψη του υπαιτίου οδηγού. Κάτι τέτοιο άλλωστε θα ήταν αντίθετο και με την προβλεπόμενη υποχρεωτική πλέον ασφάλιση των επιβαινόντων του άρθρου 6 του Ν. 489/1976, όπως ισχύει σήμερα μετά την τροποποίηση του με τον Ν. 3746/2009, που κατάργησε πλήρως όλες τις προισχύσασες περιπτώσεις εξαιρέσεων επιβαινόντων ή μη.
-------------------------------

Σελίδα 1 από 2

ΕΛΕΝΗ ΜΕ ΠΛΑΓΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ newsletters prev1

legal bank

Newsletter

ΚΑΛΑΘΙ ΑΓΟΡΩΝ

Το καλάθι σας είναι άδειο.