210 9824002 | 6977 000 500 | Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.   |

Αρθρα - Απόψεις

«Μελλοντικές Αξιώσεις αποζημίωσης

και η απόρριψή τους ως πρόωρων»

            Υπό  Ιωάννη Κωλέττη -  Δικηγόρου Αθηνών

Το παρόν άρθρο βασίστηκε σε εισήγηση που παρουσιάστηκε στις 2-10-2011 στην 3η Επιστημονική Διημερίδα της Ένωσης Νομικών Δικαίου Ιδιωτικής Ασφάλισης και Αστικής Ευθύνης Τροχαίων Ατυχημάτων (ΕΝΔΙΑΑΕΤΑ), η οποία διοργανώθηκε το διήμερο 1/2/-10-2011 στο Ναύπλιο σε συνεργασία με τον Δικηγορικό Σύλλογο Ναυπλίου, με θέμα «Τροχαία Ατυχήματα και Ιδιωτική Ασφάλιση: Αστικά, Ποινικά και Δικονομικά ζητήματα μετά τις τελευταίες νομοθετικές ρυθμίσεις».

                   

          Μεταξύ των αξιώσεων που έχει ο παθών από τροχαίο ατύχημα είναι και αυτές που αναφέρονται στην μελλοντική ζημία του είτε αυτή έχει τη μορφή της θετικής ζημίας (δαπάνες-νοσήλεια-πρόσληψη θεραπαινίδας για το μέλλον κλπ) είτε αυτή έχει τη μορφή των διαφυγόντων κερδών εκ της εργασίας του για το μέλλον.

Οι παραπάνω αξιώσεις του παθόντος στηρίζονται στις διατάξεις των άρθρων 929  και  298 Α.Κ.

Η μεν διάταξη του άρθρου 929 Α.Κ ορίζει ότι :

« Επί βλάβης της σώματος ή της υγείας του προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, πλην των νοσηλίων και της επελθούσης ζημίας, παν ότι ο παθών  θα στερείται  στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον ένεκα αυξήσεως των δαπανών του  ……..»

Η δε διάταξη του άρθρου Α.Κ 298  αναφέρει ότι:

 « η αποζημίωση περιλαμβάνει την μείωση της υπαρχούσης περιουσίας του δανειστού (θετική ζημία) ως και το διαφυγόν κέρδος. Ως τέτοιο λογίζεται το κέρδος το μετά πιθανότητος προσδοκώμενο κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων η εκ των ειδικών περιστάσεων και ιδία των ληφθέντων προπαρασκευαστικών μέτρων»

        Με την διάταξη του άρθρου Α.Κ 937  η παραγραφή της απαίτησης από αδικοπραξία παραγράφεται μετάαπό 5 έτη αφότου ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του προς  αποζημίωση υπόχρεου.

Κατά την έννοια της διάταξης  αυτής ως γνώση της ζημίας νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της άδικης πράξης. Σύμφωνα με τα κρατούντα στην θεωρία και στην νομολογία γνώση της κατά ποσό εκτάσεως της ζημίας και των επί μέρους συνεπειών της  δεν είναι απαραίτητη, έτσι ώστε να αρχίσει η ως άνω πενταετής παραγραφή. 

(ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΑΠ 165/1956,  ΑΡΧ. Ν.  1 ,352,    Α.Π. 104/76  ΝΟΒ 24 ,697)

Η παραγραφή δηλαδή αρχίζει για όλες τις συνέπειες της ζημίας που απλώς ήσαν προβλεπτές κατά τον χρόνο γνώσεως της ζημίας . (ΚΡΗΤΙΚΟΣ  ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΑΠΟ ΑΥΤΟΚΙΝHΤΙΣΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ, 2008 παρ 15, 23,  ΑΠ 39/2007 ΝοΒ 2007, 55, AΠ 377/2009.

Πρακτικά, λοιπόν, η παραγραφή της αξίωσης μελλοντικής απώλειας εισοδήματος εφ’  όρου ζωής του καταστάντος αναπήρου από τροχαίο ατύχημα αρχίζει από τότε που ήταν προβλεπτή, αλλά και σε γνώση του παθόντος η μόνιμη βλάβη της υγείας του ανεξαρτήτως εάν δεν μπορεί να προσδιορισθεί επ’ ακριβώς το χρηματικό ποσό της απώλειας του εισοδήματός του είτε για όλο το μελλοντικό διάστημα είτε για μέρος του χρονικού μελλοντικού διαστήματος.

1.  Και για την εξεύρεση της μελλοντικής θετικής ζημίας του παθόντος (π.χ. δαπάνη για την πρόσληψη θεραπαινίδας εφ’ όρου ζωής από τον καταστάντα παραπληγικό ή την πρόσληψη υπαλλήλου) ο προσδιορισμός της εκτάσεως της ζημίας κατά ποσό για το μέλλον δεν φαίνεται κατ’ αρχήν να προσκρούει σε εμπόδια, αφού είναι σχετικά εύκολο να προσδιορισθεί  το ύψος της δαπάνης, δεδομένου ότι η θετική μελλοντική ζημία είναι ένα γεγονός που υπάρχει ήδη και αποδεικνύεται συνήθως εύκολα.

Πρέπει όμως να τονισθεί εδώ,  ότι και για την αποκατάσταση της μελλοντικής θετικής ζημίας  δεν απαιτείται να διαπιστωθεί κατά τρόπο βέβαιο ότι αυτή θα επέλθει,  αλλά  αρκεί η πιθανολόγηση του γεγονότος αυτού βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και της κοινής πείρας των πραγμάτων, ακριβώς όπως και στην περίπτωση του διαφυγόντος κέρδους  (Α.Π 1609/2007)

2. Για την αποθετική όμως μελλοντική  ζημία, το διαφυγόν κέρδος αποτελεί μέγεθος που προσδιορίζεται  υποθετικά. Διαφυγόν κέρδος είναι το κέρδος που θα αποκομιζόταν εάν δεν είχε επέλθει το ζημιογόνο γεγονός.  Για να διευκολύνει λοιπόν ο νόμος την απόδειξη, αλλά και για να θέσει φραγμό στις αχαλίνωτες υποθέσεις ορίζει στην διάταξη του άρθρου Α.Κ 298 παρ 2  ως διαφυγόν κέρδοςτο μετά πιθανότητος προσδοκώμενο κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων ή  εκ των ειδικών περιστάσεων και ιδία των ληφθέντων προπαρασκευαστικών μέτρων».

Χρειάζεται, δηλαδή, να προβλεφθεί το κέρδος από τον μέσο λογικό άνθρωπο με βάση αντικειμενικά κριτήρια ( = κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και μάλιστα να προβλεφθεί εκ των προτέρων κατά την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος .  Η έκφραση « μετά πιθανότητος προσδοκώμενο»  χρησιμοποιήθηκε από τον νομοθέτη ακριβώς γιατί δεν  μπορεί να υπάρχει βεβαιότητα για κάτι που δεν επήλθε, αλλά θα μπορούσε να επέλθει. ( ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ  ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ  Ερμηνεία ΑΚ,   σελίδα 66, παρ 19 επ) .

Η διάταξη του άρθρου 298 Α.Κ κατά το μέρος που επιτρέπει στο δικαστήριο να στηριχθεί σε πιθανολόγηση της απαίτησης  από διαφυγόν κέρδος είναι δικονομικού χαρακτήρα, ενώ κατά τα λοιπά είναι ουσιαστικού χαρακτήρα. Ως κριτήριο διάγνωσης  του προσδοκώμενου  διαφυγόντος κέρδους είναι η βάσιμη ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΚΕΡΔΟΥΣ.  (ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΑΘΡΑΚΟΚΟΙΛΗΣ ΕΡΜΑΚ  άρθρο 298, ΑΠ 940/1995 ΕΕΝ 1996 /792). Εν όψει δε του δικονομικού χαρακτήρα της διάταξης που επιτρέπει στο δικαστήριο ΑΠΛΗ ΠΙΘΑΝΟΛΟΓΗΣΗ  ΚΑΙ ΟΧΙ ΠΛΗΡΗ ΔΙΚΑΝΙΚΗ ΠΕΠΟΙΘΗΣΗ  η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ουσίας  ως προς το εάν συντρέχει ή όχι πιθανότητα για την  ύπαρξη ή μη διαφυγόντος κέρδους δεν ελέγχεται αναιρετικά για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (559 περ1 ΚοπλΔ),  ΑΠ 1249/1994

Πρακτικά παραδείγματα :

1.     ΕΠΙ ΘΕΤΙΚΗΣ ΖΗΜΙΑΣ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΗΣ

Γυναίκα, ετών 50 από τροχαίο ατύχημα το έτος 2005 , ασχολούμενη με τα οικιακά,  υφίσταται κρανιοεγκεφαλική κάκωση εκ της οποίας υφίσταται μόνιμη αναπηρία σε ποσοστό 50% συνιστάμενη σε μετατραυματική άνοια, σε αφασία τύπου εκπομπής και αντίληψης των πραγμάτων,  στον μη προσανατολισμό σε τόπο και χρόνο. Στην περίπτωση αυτή είναι αδήριτος η ανάγκη πρόσληψης οικιακής βοηθού τόσο για την εκτέλεση των οικιακών εργασιών της όσο και για την εξυπηρέτησή της  για όλη την ζωή της.   Η απόφαση 2193/2011 ΕΦΑΘ  δέχθηκε τα παραπάνω,  πλην όμως, επιδίκασε αποζημίωση για πρόσληψη οικιακής βοηθού μέχρι το έτος 2015, ενώ για το μετά τις 31-12-2015 χρονικό διάστημα και μέχρι τις 31-12-2026, το οποίο ζητείτο με την μορφή μηνιαίων περιοδικών παροχών, απέρριψε το αίτημα ως ασκούμενο πρόωρα, ως  ανεπίδεκτο δικαστικής εκτιμήσεως, καθόσον εξαρτάται από μελλοντικές συνθήκες που   έχουν          σχέση με τα εν   γένει οικονομικά δεδομένα και τις εν γένει βιοτικές και οικονομικές συνθήκες που θα διαμορφωθούν στο μέλλον και δεν είναι από τούδε ασφαλής η πρόβλεψή τους. Το αιτιολογικό της ως άνω απόφασης, έχει σχεδόν παγιωθεί από τα δικαστήρια ουσίας.

 1.α Κριτική επί της απόφασης    

Η ως άνω απόφαση, όπως και πλήθος άλλων επί παρεμφερών υποθέσεων από τα δικαστήρια ουσίας, ακολουθούν επί παρόμοιων αιτημάτων αποκατάστασης μελλοντικής θετικής ζημίας την απόρριψή τους ως πρόωρα ασκουμένων,   δηλαδή ως ανεπίδεκτων δικαστικής εκτίμησης.  Την έννοια της απόρριψης της αγωγής ως πρόωρης ακολουθεί και ο ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ στις περιπτώσεις των μελλοντικών διαφυγόντων κερδών μονίμως αναπήρων όταν υπάρχει η παρεμβολή ασφαλιστικού φορέα, ο οποίος δεν έχει συγκεκριμενοποιήσει τις συντάξεις κατά ποσά για τα αντίστοιχα μελλοντικά διαστήματα. Γι’ αυτό θα γίνει λόγος πιο κάτω.

Σύμφωνα με τα παραπάνω εκτεθέντα, για την έννοια της θετικής μελλοντικής ζημίας, η οποία είναι από τούδε ορισμένη και προσδιορισμένη,  δεν υπάρχει κανένας βάσιμος ουσιαστικός λόγος για την απόρριψη της αγωγής για το μέλλον. Από την στιγμή που το δικαστήριο ουσίας δέχεται την μόνιμη αναπηρία του παθόντος, την μόνιμη ανικανότητά του προς εξυπηρέτηση και την ανάγκη του για τις υπηρεσίες οικιακής βοηθού για το μέλλον είναι υποχρεωμένο να τάμει την διαφορά και να επιδικάσει τα σχετικά αγωγικά κονδύλια. Οι αόριστες παραδοχές περί μελλοντικών αστάθμητων οικονομικών παραγόντων   είναι μη νόμιμες.

Η απόφαση πάσχει:

 α) από ασάφεια στην αιτιολογία αφού δεν προσδιορίζει πoιοί είναι οι αστάθμητοι αυτοί οικονομικοί παράγοντες, πώς αυτοί έχουν αιτιώδη σχέση με την συγκεκριμένη υπόθεση

β)  από αντίφαση στην αιτιολογία αφού  δεν αναφέρει ειδικά και συγκεκριμένα περιστατικά που να δικαιολογούν γιατί  αφού γίνεται δεκτή η ανάγκη πρόσληψη οικιακής βοηθού για όλη την ζωή της, επιδικάζει εν τέλει για την ίδια αιτία  το κονδύλιο μόνο για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, χωρίς μάλιστα να παραθέτει κανένα όρο συγκεκριμένο για την αλλαγή της στάσης της αυτής μέσα στο ίδιο το σκεπτικό της απόφασης.

Οι υπό στοιχεία (α) και (β) της παρούσης παραγράφου αιτιάσεις νομολογήθηκαν και με την υπ’ αριθμ 625/2010 απόφαση του Α.Π. με ακριβώς αυτό το σκεπτικό, αν και η αναιρεθείσα απόφαση αφορούσε την απώλεια μελλοντικών διαφυγόντων κερδών.

Η ως άνω απόφαση αναφέρει του Α.Π. αναφέρει επι λέξει:

………. «Επιπλέον, ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσείων το χρονικό διάστημα των πρώτων πέντε ετών θα είναι ολοσχερώς ανίκανος προς εργασία εξαιτίας του τραυματισμού του, η ανικανότητα δε αυτή θα είναι εφόρου ζωής, στη συνέχεια θεωρεί ότι το αίτημα της αγωγής για την καταβολή αποζημίωσης για το χρονικό διάστημα μετά τη συμπλήρωση πενταετίας από τον τραυματισμό του μέχρι το 65ο έτος της ηλικίας του είναι πρόωρο, χωρίς να αναφέρει κανένα περιστατικό από το οποίο να προκύπτει η αλλαγή των όρων που συνέτρεχαν για την παραδοχή του ίδιου αιτήματος για το χρονικό διάστημα των πρώτων πέντε ετών 'Ετσι, με τις ελλείψεις και τις ασάφειες αυτές το Εφετείο κατέστησε την απόφαση του χωρίς νόμιμη βάση, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν. Κατά συνέπεια το εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ, που αποδίδεται με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος στην ουσία»

2. ΕΠΙ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΥΓΟΝΤΩΝ ΚΕΡΔΩΝ

       2.α Μελλοντικά διαφυγόντα κέρδη εκ της εργασίας, χωρίς την παρεμβολή συνταξιοδότησης  ασφαλιστικού φορέα.

          2.α.α.  Γυναίκα παθούσα από τροχαίο ατύχημα με μόνιμη αναπηρία 50% εκ των καταγμάτων στο δεξί χέρι της, καταστάσα μόνιμα ανίκανη προς εκτέλεση της εργασίας της οικιακής βοηθού που εκτελούσε πριν το ατύχημα, άνευ μορφωτικών γνώσεων. Της επιδικάσθηκε τελεσιδίκως το 2009 για ατύχημα του έτους  2004,  απώλεια εισοδήματος μέχρι την 31/7/2010 ενώ το διάστημα μέχρι το 2031, το αίτημα απορρίφθηκε ως πρόωρο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης ως εξαρτώμενο από μελλοντικές συνθήκες  που έχουν σχέση με τα οικονομικά δεδομένα. Πλην όμως, το δικαστήριο δέχθηκε την μόνιμη αναπηρία της  για το ως άνω επάγγελμα και κάθε άλλο ισοδυνάμου.  

 2.α.β.  Νεαρός 21 ετών υποστάς μόνιμη αναπηρία κατά ποσοστό  55 % από τροχαίο ατύχημα του έτους 2004 που τον καθιστά  μόνιμα  ανίκανο για το επάγγελμα του σερβιτόρου που ασκούσε πριν το ατύχημα, αλλά και για κάθε άλλου ισοδυνάμου που απαιτεί ορθοστασία και βάδιση  (παραδοχές της τελεσίδικης απόφασης). Του επιδικάσθηκε απώλεια εισοδήματος μέχρι το 2012, ενώ για το υπόλοιπο διάστημα το σχετικό κονδύλιο απορρίφθηκε ως ασκούμενο  πρόωρα, σε συνάρτηση και με τον ενδεχόμενο ρόλο άλλων παραγόντων, που δεν είναι δυνατόν να σταθμισθούν με βάση τα υπάρχοντα σήμερα δεδομένα και της δυνατότητας επαγγελματικής καταρτίσεως αυτού (ενάγοντος) μέχρι τότε για δραστηριότητες που δεν απαιτούν ορθοστασία, βάδιση ή άρση βαρών κ.λ.π.

2.α.γ. ΚΡΙΤΙΚΗ

Και στις παραπάνω περιπτώσεις  δεν υφίσταται κανένας πειστικός λόγος για την απόρριψη των σχετικών κονδυλίων ως πρόωρα ασκουμένων, αφού και παραδοχή της δια βίου ανικανότητας προς συγκεκριμένη εργασία που ασκούσε ο παθών πριν το ατύχημα ή άλλης κοινωνικά ισοδύναμης  υπάρχει στην απόφαση και επιδίκαση του αιτούμενου κονδυλίου για ορισμένο χρονικό διάστημα. Η απόφαση και στις παραπάνω περιπτώσεις είναι αναιρετέα για παράβαση του άρθρου 559 περ. 19 Κ.Πολ.Δ.          

2.β.  Μελλοντικά διαφυγόντα κέρδη εκ της εργασίας, με την παρεμβολή συνταξιοδότησης  ασφαλιστικού φορέα.

      Για ατύχημα του 2004, άνδρας με επάγγελμα εργατοτεχνίτη, κρίθηκε κατά ποσοστό 67% ανάπηρος για το ως άνω επάγγελμα, καθώς και για κάθε άλλη παρεμφερή εργασία.   Επίσης, ο ασφαλιστικός φορέας του ενάγοντος (ΙΚΑ) χορήγησε σ' αυτόν, λόγω του ενδίκου ατυχήματος, σύνταξη συνήθους αναπηρίας από εκτός εργασίας ατύχημα από τις 9-7-2006 μέχρι 31-7-2008 με ποσοστό αναπηρίας 67%. Ο ασφαλιστικός φορέας του (ΙΚΑ) του απένειμε για το από 9-7-2006 έως 31-7-2008 χρονικό διάστημα σύνταξη συνήθους αναπηρίας από ατύχημα εκτός εργασίας, οπότε και πρέπει να επανεξεταστεί. Τελεσιδίκως του επιδικάσθηκε αποζημίωση  για τα μελλοντικά διαφυγόντα κέρδη του μέχρι την 31/7/2008 , ενώ για το λοιπό χρονικό διάστημα της αγωγής το αγωγικό κονδύλιο απορρίφθηκε ως πρόωρο διότι από 1/8/2008 και για το περαιτέρω χρονικό διάστημα δεν είχε κριθεί το ποσό που αυτός πρόκειται να εισπράξει ώστε να αφαιρεθεί αυτό κατ' εφαρμογή του νόμου 1654/1986 άρθρο 18 από τα δικαιούμενα απ' αυτόν χρηματικά ποσάαποζημίωσης.

 Η τελεσίδικη αυτή απόφαση επικυρώθηκε και αναιρετικά με την με αριθ. 601/2010 απόφαση του Δ΄ Τμήματος του Α.Π. η οποία είχε το εξής σκεπτικό:

«… Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 18 του ν. 1654/1986 σε συνδυασμό με το άρθρο 10 παρ. 5 του ν.δ. 4104/1960 και 18 του ν. 4476/1965, προκύπτει ότι εφόσον ο ασφαλισμένος στο ΙΚΑ μπορεί να αξιώσει από τρίτον αποζημίωση για ζημία που προξενήθηκε σ' αυτόν λόγω σωματικής βλάβης ή αναπηρίας, η αξίωση αυτή από τότε που γεννιέται μεταβιβάζεται αυτοδικαίως στο ΙΚΑ, στην έκταση που το τελευταίο οφείλει ασφαλιστικές παροχές στο δικαιούχο της αποζημίωσης, ώστε ο παθών δεν δικαιούται ν' απαιτήσει σωρευτικά τόσο την αποζημίωση από τον υπόχρεο τρίτο, όσο και τις ασφαλιστικές παροχές από το ΙΚΑ στην έκταση που μεταξύ τους υπάρχει ποσοτική, ποιοτική και λειτουργική αντιστοιχία. Στην περίπτωση που ο παθών αξιώνει αποζημίωση για μέλλουσα αποθετική ζημία, συνεπεία ολικής ισόβιας ανικανότητας για εργασία, ως χρονικό ορίζοντα εκείνον του πιθανού ορίου ηλικίας μέχρι του οποίου θα επιβίωνε βιολογικά, κατά την έννοια του διαφυγόντος κέρδους που προαναφέρθηκε, το δε ΙΚΑ από την πλευρά του προσδιόρισε και καταβάλει σύνταξη αναπηρίας στον παθόντα για πολύ μικρότερο χρονικό διάστημα, και με την έννοια της προσωρινότητας, στην περίπτωση αυτή, σ' εφαρμογή και των προαναφερθέντων για την αυτοδίκαιη μεταβίβαση της αντίστοιχης αξίωσης στο ΙΚΑ, η αντίστοιχη αξίωση του παθόντος για διαφυγόντα εισοδήματα για το χρονικό διάστημα μετά την λήξη του χρόνου που εξικνείται η προσωρινά συγχρόνως σ' αυτόν καταβαλλόμενη αναπηρική σύνταξη, εμφανίζεται να αντιστοιχεί και να καλύπτει ζημία απλά ενδεχόμενη, με την έννοια που προαναφέρθηκε, και όχι πιθανή, γιατί το ύψος της τελικά εξαρτάται από την πλήρωση ή όχι της αίρεσης υπό την οποίαν τελεί η αντίστοιχη αυτοδίκαη υποκατάσταση ή όχι του ΙΚΑ σε μέρος της, στην περίπτωση που θα συνεχίσει να καταβάλλεται και στο μέλλον η προσωρινή σύνταξη, τέτοιο δε ενδεχόμενο, που δεν καθιστά πλέον πρόωρη την αγωγή, θεωρείται, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, η οριστικοποίηση της παρεχόμενης στον παθόντα αναπηρικής σύνταξης από το ΙΚΑ.»

                                    -----------------------

3. ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ:

 Τα ζητήματα που γεννιούνται από τις ως άνω αποφάσεις σχετικά με την απόρριψη των κονδυλίων ως προώρων, δηλαδή ως ανεπίδεκτων δικαστικής εκτίμησης,  είναι τα εξής:

1)      Είναι πράγματι τα σχετικά αγωγικά κονδύλια ανεπίδεκτα δικαστικής εκτίμησης – πρόωρα;

2)      Η εκτίμηση του δικαστηρίου περί προώρου και ανεπίδεκτου δικαστικής εκτίμησης συνιστά απόρριψη της αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς κατά το  άρθρο 263 Α.Κ ή είναι  το αντίθετο και δημιουργείται  δεδικασμένο;

3)      Η παραγραφή των αγωγικών κονδυλίων που απορρίφθηκαν ως πρόωρα πότε έχει αρχίσει, πότε έχει διακοπεί, πότε συντελείται και ποια η επίδραση της απόρριψης της αγωγής ως πρόωρης στην παραγραφή της απαίτησης;

3.1.  Επί του πρώτου ερωτήματος

3.1α           Στις περιπτώσεις της μελλοντικής  ζημίας είτε με την μορφή της θετικής είτε των διαφυγόντων κερδών, στις οποίες δεν μεσολαβεί ασφαλιστικός φορέας, δεν υπάρχει ουδείς πειστικός και νόμιμος λόγος για την απόρριψη των κονδυλίων αυτών ως προώρων σύμφωνα με τα παραπάνω.

Με βάση τα όσα προεξετέθησαν, αρκεί η πιθανολόγηση της ζημίας  με βάση αντικειμενικά κριτήρια του μέσου ανθρώπου, λαμβανομένων υπόψη και των τυχόν προπαρασκευαστικών μέτρων.

Μάλιστα για την επιδίκαση αγωγικού κονδυλίου μελλοντικής απώλειας εισοδήματος  δεν είναι αναγκαίος όρος ο παθών να εργάζεται πριν το ατύχημα. Έτσι, εάν ο παθών είναι ανήλικος,  δεν απαιτείται για την επιδίκαση σ’ αυτόν αποζημίωσης  λόγω διαφυγόντων κερδών στο μέλλον λόγω μερικής η ολικής ανικανότητάς του προς εργασία να συντρέχουν οι όροι της παροχής εργασίας κατά τον χρόνο που αυτός υπέστη την εξ αδικοπραξίας βλάβη της υγείας του, αλλά μπορεί να του επιδικασθεί ως μελλοντική ζημία  εκείνη  για την οποία υπάρχει η πρόβλεψη ότι θα προκύψει από το χρόνο εκείνο  κατά τον οποίο ηηλικία του - λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών περιστάσεων - θα του επέτρεπε, εάν δεν μεσολαβούσε η σωματική βλάβη του, να αποκομίσει εισόδημα. Α.Π.  1232/2008 Α1 Τμήμα.

                   Τα αυτά κρίθηκαν και με τις  υπ’ αριθ. 549/2002 ΑΠ (ΕΣυγκΔ 2003 σελ 33) που αφορά αποθετική ζημιά μέλλουσα στρατιώτη, για επάγγελμα που δεν μπορεί να ασκήσει στο μέλλον εφ’ όρου ζωής του και την 122/2006 ΑΠ που αφορά ΑΠΟΘΕΤΙΚΗ ΖΗΜΙΑ ΜΕΛΛΟΥΣΑΣ ΦΟΙΤΗΤΡΙΑΣ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΤΗΣ ΝΟΣΟΚΟΜΟΥ ΠΟΥ ΘΑ ΑΣΚΟΥΣΕ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ.

                   Πολλές φορές στην αγωγή χρησιμοποιούμε τον «μέσο όρο ζωής» ενός ανθρώπου σύμφωνα με τους στατιστικούς πίνακες, προκειμένου να προσδιορίσουμε τον χρονικό ορίζοντα λήξης της καταβολής των περιοδικών παροχών (είτε επί θετικής  είτε επί αποθετικής μελλοντικής ζημίας)  ο οποίος  είναι π.χ. το 70ο  έτος για τους άνδρες και το 75ο έτος για τις γυναίκες. Με τον τρόπο αυτό όμως υπάρχει ο κίνδυνος ο παθών που τυχόν επιζήσει άλλα δέκα χρόνια  να στερηθεί είτε εισοδήματα είτε θεραπαινίδα που έχει ανάγκη για όλη την ζωή του εξ αιτίας του τροχαίου ατυχήματος.

                             Στο ίδιο αποτέλεσμα καταλήγουν και οι αποφάσεις των δικαστηρίων ουσίας που επιδικάζουν μελλοντικές ζημίες μέχρι τον μέσο όρο ζωής του παθόντος σύμφωνα με τους στατιστικούς πίνακες και απορρίπτουν για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα. Έτσι με την υπ’ αριθ. 1608/2007 απόφαση του Α.Π, κρίθηκε ότι η δικαστικά επιδικαζόμενη σε μηνιαίες δόσεις αποζημίωση για ολική μόνιμη ανικανότητα προς εργασία οφείλεται εφ’ όρου ζωής του παθόντος και όχι για χρονικό διάστημα με βάση τους στατιστικούς πίνακες. Και τούτο διότι η αποζημίωση κατά τα άρθρα 297, 298, 929 και 930 Α.Κ  αφορά όλο το διάστημα κατά το οποίο θα εξακολουθούν οι επιζήμιες συνέπειες  του ατυχήματος , εφ όσον ο παθών είναι εν ζωή (Α.Π 1608/2007)

    Χρήσιμο είναι κατά την γνώμη για όλες τις περιπτώσεις μελλοντικής, εφ’ όρου ζωής,  απώλειας εισοδήματος του παθόντος να περιλαμβάνει η αγωγή επικουρική βάση με την έννοια ότι η απώλεια εισοδήματος του παθόντος θα επερχόταν από το επάγγελμα που ασκούσε πριν το ατύχημα, άλλως από το επάγγελμα του ανειδίκευτου εργάτη, το οποίο οπωσδήποτε  κάποιος θα ασκούσε προκειμένου να ζήσει.

3.1.β.             Τι συμβαίνει όμως, στην περίπτωση όπου πράγματι μεσολαβεί  ασφαλιστικός φορέας,  ο οποίος χορηγεί σύνταξη αναπηρίας για ένα χρονικό διάστημα (μία διετία) και δεν έχει εκδώσει διοικητική απόφαση σύνταξης οριστικής αναπηρίας, τότε υπάρχει ζημία του παθόντος  η οποία πρέπει να επιδικασθεί  χωρίς την αναμονή έκδοσης απόφασης από τον ασφαλιστικό φορέα;

Το πρακτικό θέμα της αποζημίωσης του παθόντος στην περίπτωση αυτή είναι ότι  ΜΙΑ ΔΙΚΗ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ ΟΛΟΚΛΗΡΩΝΕΤΑΙ   ΣΕ 5 ΕΤΗ, ότι μέχρι τότε είναι αδύνατο σύμφωνα με την σχετική νομοθεσία του ΙΚΑ να εκδοθεί  για αόριστο χρόνο οριστική σύνταξη αναπηρίας, αφού, σύμφωνα με τον κανονισμό του, το ΙΚΑ  χορηγεί σύνταξη αναπηρίας για μία διετία καταρχήν, για δεύτερη στην συνέχεια και  εν τέλει για αόριστη διάρκεια.  Ήτοι ο χρόνος απονομής τέτοιας οριστικής σύνταξης είναι πάνω από 6 έτη, χρόνος όμως στον οποίο θα έχει επέλθει η παραγραφή των αξιώσεων  τόσο του παθόντος όσο και του ΙΚΑ ως προς τον υπόχρεο προς αποζημίωση.

Και τούτο διότι κατά την επικρατούσα θέση η παραγραφή της αξίωσης του παθόντος αρχίζει από την τέλεση του ζημιογόνου γεγονότος και την επέλευση της ζημίας στον παθόντα για όλες τις προβλεπτές στο χρόνο αυτό αξιώσεις του, ασχέτως εάν αυτές μπορούν να προσδιορισθούν  ποσοτικά, ενώ ταυτόχρονα σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις του ΙΚΑ  (αλλά και των λοιπών ασφαλιστικών φορέων), το ΙΚΑ υποκαθιστάμενο στις αξιώσεις του παθόντος  από το τροχαίο ατύχημα έναντι του υποχρέου, σε όσες υπάρχει ποιοτική και χρονική αναλογία, ασκεί εν τέλει την αξίωση του παθόντος κατά του υποχρέου με αποτέλεσμα και ως προς το ΙΚΑ να αρχίζει η πενταετής παραγραφή των αξιώσεων από την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος, ασχέτως εάν το ΙΚΑ έχει προσδιορίσει ποσοτικά και ποιοτικά τις παροχές που θα καταβάλλει στον παθόντα  Α.Π 738/2003.

Η πιο πάνω άποψη της απόφασης του Αρείου Πάγου, προκειμένου να επικυρώσει την απόφαση του Εφετείου, ακολούθησε την συλλογιστική ότι επί αυτοδικαίας υποκατάστασεως του συνταξιοδοτικού φορέα η ζημία του παθόντος ως προς τα διαφυγόντα κέρδη όχι μόνο δεν είναι ορισμένη αλλά ότι είναι και ενδεχόμενη, αφού εν τέλει ερμηνεύοντάς την το μηνιαίο μέγεθος της απώλειας διαφυγόντων κερδών  δεν δύναται να προσδιορισθεί από τούδε  και για το μέλλον.

Σύμφωνα όμως με το 929 του Α.Κ και το άρθρο 298 Α.Κ, όπως πιο πάνω αναπτύχθηκαν, η ζημία του παθόντος για την ικανοποίηση της οποίας απαιτείται πιθανολόγηση και όχι βεβαιότητα  και ορισμένη είναι και έχει πιθανολογηθεί. Γι’  αυτό και άλλωστε  i) επιδικάσθηκε για  το χρονικό διάστημα που αντιστοιχεί στο αντίστοιχο χρονικό διάστημα για το οποίο έχει εκδοθεί απόφαση από το ΙΚΑ ii)  μπορεί να προσδιορισθεί σε μηνιαίες περιοδικές παροχές για το μέλλον.

Το γεγονός ότι  ένας δημόσιος  ασφαλιστικός φορέας  ακολουθεί διαδικασίες, κανονισμούς  τόσο πολύπλοκους, γραφειοκρατικούς και ανοργάνωτους, δεν πρέπει να αποβαίνει σε βάρος του παθόντος, χωρίς ταυτόχρονα,  όμως, να εμποδίζεται η υποκατάσταση του ασφαλιστικού φορέα.

Και τούτο διότι ουσιαστικά στην πρώτη δικαστική προσπάθεια του παθόντος που ουσιαστικά διαρκεί μία πενταετία, στις πλείστες των περιπτώσεων έχει εκδοθεί μία απόφαση του ασφαλιστικού φορέα. Μέχρι δε την λήψη της πενιχρής αποζημίωσης του ο παθών από τα δικαστήρια, έχει υποβληθεί σε έξοδα και καταστάσεις που α) η αποζημίωση που λαμβάνει καλύπτει αυτές τις ανάγκες  β) δεν αντέχει να περιμένει δικαστικώς  για μία ακόμη τετραετία, πενταετία για την επιδίκαση αποζημίωσης λόγω διαφυγόντων κερδών ανά διετία σύμφωνα με τις «ορέξεις» του ασφαλιστικού φορέα, ούτε μπορεί να καταβάλλει συνεχώς δικαστικά ένσημα για να διακόπτει τις παραγραφές.

Ο ασφαλιστικός φορέας  (ΙΚΑ) προκειμένου καταρχήν να χορηγήσει καταρχήν επιδόματα ασθενείας στον παθόντα, λαμβάνει από τον παθόντα εγγράφως μεταξύ άλλων και  δελτίο τροχαίο ατυχήματος  από το οποίο προκύπτουν οι υπόχρεοι προς αποζημίωση . Ουδείς εμποδίζει τον ασφαλιστικό φορέα να ασκήσει τα δικαιώματά του.

Προς αποφυγή, λοιπόν,  όλων των παραπάνω πρέπει να επιδικάζεται η μηνιαία περιοδική παροχή των διαφυγόντων κερδών στον παθόντα , ακόμα και όταν  ο ασφαλιστικός φορέας δεν έχει ακόμη εκδώσει απόφαση οριστικής και αορίστου διάρκειας σύνταξης.

Η καταβολή των παροχών αυτών  εφόσον γίνεται κατά μήνα δεν γεννά οιοδήποτε  ουσιαστικό θέμα απαλλοτρίωσης των αξιώσεων του ασφαλιστικού φορέα  έναντι του υποχρέου προς αποζημίωση. Και τούτο επέρχεται μέσα από την λειτουργία της 334 ΚΠΟΛΔ μεταρρυθμιστικής αγωγής, η οποία μπορεί ν’ ασκηθεί  για κάθε ουσιώδη μεταβολή των συνθηκών που επήλθαν μετά την τελεσιδικία της απόφασης, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η έκδοση  απόφασης σύνταξης του ασφαλιστικού φορέα.

Μάλιστα για το κατεπείγον της υπόθεσης διατάσσονται καιασφαλιστικά μέτρα με το 728 παρ 2 και 729 παρ 5 Κ.Πολ.Δ, με τα οποία μπορεί να διακοπεί ή και μειωθεί προσωρινά η μηνιαία περιοδική παροχή. (ΚΡΗΤΙΚΟΣ παρ. 37 επ.) .

          Προς επίρρωση των παραπάνω και με βάση την θέση της νομολογίας περί αυτοδίκαιης υποκατάστασης του ΙΚΑ και των λοιπών ασφαλιστικών φορέων (πλην του Δημοσίου) στις αξιώσεις του παθόντος από την ημεροχρονολογία του ατυχήματος και εφ’ όσον το ΙΚΑ υποχρεούται να καταβάλλει παροχές και σύνταξη αναπηρίας ή σύνταξη στην χήρα και στα τέκνα λόγω θανάτου  τίθενται τα εξής ερωτήματα :

1) Υπάρχει ή όχι εύλογος χρόνος στον οποίο πρέπει ν’ αναμένεται η χορήγηση σύνταξης αναπηρίας η σύνταξης λόγω θανάτου  είτε προσωρινής  είτε οριστικής διάρκειας;

2)  Ποια η θέση της νομολογίας, όταν  π.χ. στην σημερινή εποχή ο ασφαλιστικός φορέας, παρόλο που είναι υποχρεωμένος προς καταβολή παροχών, δεν εκδίδει τις διαπιστωτικές πράξεις του ΔΙΟΙΚΗΤΗ ΤΟΥ.

3) Ποια η θέση της Νομολογίας  όταν ο ασφαλιστικός φορέας παρά το γεγονός ότι έχει εκδώσει αποφάσεις περί σύνταξης είτε προσωρινές είτε αόριστες,   δεν τις καταβάλλει  λόγω  έλλειψης χρημάτων ;

4) Ποια η θέση της νομολογίας  όταν κατόπιν αποφάσεως  του δικαστηρίου διατάσσεται η προσκόμιση από τον ενάγοντα βεβαίωσης του ασφαλιστικού φορέα τι θα καλύψει για όλα τα χρόνια της ζωής του ενάγοντος όταν είναι μάλιστα γνωστό  πώς πχ το ΙΚΑ  δεν μπορεί ποτέ να χορηγήσει τέτοιες βεβαιώσεις, την στιγμή που απαιτούνται, με βάση τα παραπάνω, 4-5 χρόνια τουλάχιστον για την χορήγηση σύνταξης αόριστης διάρκειας.

            Για όλες τις παραπάνω περιπτώσεις πρέπει να γίνει δεκτό νομολογιακά ότι και στις περιπτώσεις του συνταξοδιοτικού φορέα, η αυτοδίκαιη μεταβίβαση της απαίτησης του παθόντος στον ασφαλιστικό φορέα (εφ’ όσον υπάρχει ποιοτική και ποσοτική αναλογία) τελεί υπό την διαλυτική αίρεση  ότι  ο ασφαλιστικός φορέας α) έχει προσδιορίσει  τα χρηματικά ποσά που οφείλει στον παθόντα και β) ότι τα έχει καταβάλλει σ αυτόν, προκειμένου να μην επιδικάζονται τα αντίστοιχα ποσά σ τον παθόντα που αφορούν μελλοντικές ζημίες. Μάλιστα υπάρχουν πλείστες αποφάσεις για θετικές μελλοντικές ζημίες, όπως π.χ.  για την ενέργεια χειρουργικών επεμβάσεων σε ιδιωτικά νοσοκομεία,   οι οποίες δέχονται ότι εφ’ όσον ο παθών κατά το απόλυτο δικαίωμά του στην ελεύθερη επιλογή ιατρού διαλέγει τελικά να χειρουργηθεί ιδωτικά χωρίς την μεσολάβηση ασφαλιστικού φορέα, τότε αφενός μεν δεν υπάρχει υποκατάσταση του ασφαλιστικού φορέα και ότι σε κάθε περίπτωση τεκμαίρεται σιωπηρή παραίτηση του παθόντος από όποιες τυχόν καλύψεις θα τύγχανε από τον ασφαλιστικό φορέα.

Με τον τρόπο αυτό έχει ξεπερασθεί στις περιπτώσεις αυτές η ένσταση ενεργητικής νομιμοποίησης που προβάλλεται.

Αναλογικά επομένως, πρέπει να εφαρμοσθεί η παραπάνω λύση και για τυχόν εφ όρου ζωής ζητούμενα μελλοντικά διαφυγόντα εισοδήματα εκ της εργασίας ή από διατροφή.              

Π.χ.  εφόσον κατά την συζήτηση της αγωγής στον πρώτο βαθμό  υπάρχει σύνταξη αναπηρίας  που έχει λήξει και δεν έχει ανανεωθεί, τότε με την προσκόμιση βεβαίωσης από τον ασφαλιστικό φορέα ότι δεν έχει εκδοθεί νέα συνταξιοδοτική πράξη επιδικάζονται τα διαφυγόντα κέρδη με την μορφή  περιοδικών παροχών. Με την τυχόν έκδοση απόφασης του φορέα, εάν η υπόθεση είναι στον δεύτερο βαθμό γίνεται αντίστοιχη περικοπή. Εάν δε είναι τελεσίδικη η απόφαση, ακολουθείται η διαδικασία της μεταρρύθμισης της απόφασης.

Ένας άλλος τρόπος που υπεδείχθη νομολογιακά από το Εφετείο Αθηνών είναι ότι για τον χρόνο που επιδικάζονται τα διαφυγόντα κέρδη αντίστοιχα θα περικόπτονται κατά το τεκμαιρόμενο ποσό που θα λάβει ο παθών από τον ασφαλιστικό φορέα.

Δηλαδή, έστω ότι έχουμε απόφαση του ασφαλιστικού φορέα περί συνταξιοδότησης για 2 έτη, με ποσό 300 ευρώ μηνιαίως και για χρονικό διάστημα από 2010 μέχρι 2012 και βρισκόμαστε στον β΄ βαθμό.

Η απόφαση διαγιγνώσκει ζημία 600 ευρώ μηνιαίως. Με την αγωγή ζητείται απώλεια εισοδήματος μέχρι το 2020.  Η απόφαση δέχεται ότι ο παθών θα λαμβάνει σύνταξη από τον ασφαλιστικό φορέα τουλάχιστον 300 ευρώ μηνιαίως μέχρι το 2020 και αφαιρεί το μηνιαίο αυτό ποσό επιδικάζοντας το υπόλοιπο μηνιαίως μέχρι το 2020.

Στην περίπτωση ουσιώδους  μεταβολής των γεγονότων, από αυτά που έλαβε υπόψη του ο β΄ βαθμός  κατά την έκδοση της απόφασης, ακολουθείται η διαδικασία της μεταρρύθμισης της απόφασης.

3.2         Η έννοια «πρόωρο»  δημιούργησε  θέματα ερμηνείας της καθότι δεν απαντάται σε κανένα, εξ όσων γνωρίζω, κείμενο Νόμου.

 Με τις υπ’ αριθ.  122/2006, 2076/2006, 377/2009 αποφάσεις του Αρείου Πάγου,  κρίθηκε ότι η απόρριψη της αγωγής ως πρόωρης και ανεπίδεκτης δικαστικής εκτίμησης για τον παραπάνω λόγο δεν αποτελεί τομή, δηλαδή δεν γίνεται ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς ούτε και παράγεται δεδικασμένο.

(Αντίθετη είναι  η υπ’  αριθ.  39/2007 απόφαση του ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ η οποία δεν ταύτισε την απόρριψη της αγωγής ως προώρου με την έννοια του 263 Α.Κ, δηλαδή για λόγους τυπικούς).

3.3         Η υπ’ αριθμ 377/2009 απόφαση του ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ, αναφέρει ότι η παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής που απορρίφθηκε ως πρόωρα ασκούμενης θεωρείται ως μηδέποτε διακοπείσα εάν δεν ασκηθεί εκ νέου η αγωγή εντός εξαμήνου από την τυπική απορριψή της (πρόωρο) .

Η θέση αυτή της νομολογίας είναι συνεπής σε σχέση με την παραδοχή της ότι η παραγραφή των προβλεπτών ζημιών του παθόντος είναι ενιαία, αρχίζει από την ημέρα επέλευσης του συμβάντος ασχέτως εάν οι επί μέρους αξιώσεις του παθόντος μπορούν να είναι δικαστικά επιδιώξιμες με την έννοια της συγκεκριμενοποίησής τους κατά είδος και κατά ποσό.

Η θέση όμως της νομολογίας δημιουργεί αδικίες, αφού δεν είναι λογικό και δίκαιο να απορρίπτεται η αγωγή ως ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης γιατί δεν μπορεί κατά τον συγκεκριμένο χρόνο να προσδιορισθεί η ακριβής μελλοντική ζημία του παθόντος, λόγω μη οριστικοποιήσεως της απαίτησης έναντι  του ασφαλιστικού φορέα και ταυτόχρονα να υπάγεται στο άρθρο 263 Α.Κ αυτή η απόρριψη ότι τάχα είναι για λόγους τυπικούς, έτσι ώστε να απαιτείται εκ νέου έγερση νέας αγωγής εντός  6 μηνών για να θεωρηθεί η παραγραφή διακοπείσα στον χρόνο έγερση της πρώτης αγωγής.

Αντίθετα  εάν ακολουθηθεί το σκεπτικό των αποφάσεων αυτών που απορρίπτουν το αγωγικό κονδύλιο ως ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης, τότε θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι αφού το ΔΙΚΑΖΟΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ  δεν  μπορεί να τάμει την διαφορά, αυτή τότε δεν είναι προβλεπτή και δικαστικά επιδιώξιμη αφού δεν μπορεί να ορισθεί ποσοτικά.

Πρακτικό παράδειγμα δυσκολίας των ως άνω παραδοχών είναι το εξής:

Aνάπηρη γυναίκα ζητά μελλοντική απώλεια εισοδήματος για χρονικό διάστημα από το 2005 μέχρι το 2032. Εκδίδεται απόφαση τελεσίδικη τον Ιούνιο του  2009, η  οποία επιδικάζει μηνιαίες περιοδικές παροχές  ως μελλοντική  ζημία μέχρι το 2012 ενώ απορρίπτει το λοιπό αγωγικό κονδύλιο ως πρόωρο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης   είτε διότι  μπορεί να υπάρξουν αβέβαιες οικονομικές συνθήκες, είτε διότι η επιστήμη προοδεύει και μπορεί να αποκατασταθεί η αναπηρία της.

Η  ως άνω παθούσα ασκεί εντός εξαμήνου νέα αγωγή, ως είναι υποχρεωμένη,  και λαμβάνει δικάσιμο τον Ιούνιο του 2010  και εάν αναβληθεί, η υπόθεση  λαμβάνει νέα δικάσιμο τον Ιανουάριο του 2011.  Κατά την δικάσιμο αυτή  ερωτάται τι θα έχει αλλάξει από την τελεσίδικη παραδοχή της πρώτης αγωγής ότι έχει ασκηθεί πρόωρα έτσι  ώστε το δικαστήριο να εκδώσει απόφαση επί της ουσίας επί της νέας αγωγής. Απολύτως τίποτα.  Η παθούσα θα καταβάλλει δικαστικό ένσημο, θα υποβληθεί σε έξοδα , έτσι ώστε στην συνέχεια να ασκήσει και τρίτη αγωγή,   ώστε να καταληφθεί χρόνος από το 2012 και εφεξής. Επομένως, όλη την ζωή της η παθούσα θα είναι στα δικαστήρια, για την ικανοποίηση των αξιώσεών της.

Η απόρριψη της αγωγής ως πρόωρης δεν στηρίζεται στο Νόμο  ούτε και  υπάγεται στο άρθρο 263 Α.Κ   Και τούτο διότι στην έννοια της απόρριψης της αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς κατά το άρθρο 263 Α.Κ. σύμφωνα με την θεωρία υπάγεται η απόρριψη της αγωγής τυπικώς για λόγους δικονομικούς, που συνεπάγουν ακυρότητα η απαράδεκτό της αγωγήςΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΣΕΛΊΔΑ 485 και Α.Π 576/1948 ΕΕΝ 16, ΑΠ 80 /1955 ΝοΒ 3,385, όπως από έλλειψη αναγκαίων προϋποθέσεων της δίκης, απαράδεκτο του τύπου της διαδικασίας, έλλειψη ικανότητος για παράσταση, αναρμοδιότητα κλπ ( ΒΑΘΡΑΚΟΚΟΙΛΗΣ ΕΡΜΑΚ άρθρο 263 Α.Κ) .

Η απόρριψη της αγωγής ως προώρου δεν συναντάται σε κανένα νομοθετικό κείμενο. Ούτε μπορεί να αντληθεί εξ αντιδιαστολής επιχείρημα από την διάταξη του άρθρου 69 Κ.Πολ.Δ. περ. ε΄  που επιτρέπει την πρόωρη έγερση της αγωγής  όταν  το δικαίωμα εξαρτάται από την πλήρωση αίρεσης η την επέλευση γεγονότος. Και τούτο διότι:

Α)     όταν το άρθρο 269 Κ.Πολ.Δ. αναφέρεται σε πλήρωση αίρεσης η επέλευση γεγονότος πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον νομικό δικαίωμα προσδοκίας για την πλήρωση της αίρεσης, το δε γεγονός να προβλέπεται και να πιθανολογείται ως σφόδρα πιθανό κατά την άσκηση της αγωγής, θα πρέπει δε αμφότερα να πληρωθούν  το αργότερο κατά την έκδοση της απόφασης, όπως πχ στην περίπτωση που ασκείται αγωγή από την ασφαλιστική εταιρεία κατά του ασφαλισμένου της που τελεί σε κατάσταση μέθης για την περίπτωση που το δικαστήριο κρίνει ότι αυτός από υπαιτιότητά του και σε αιτιώδη συνάφεια με την μέθη του επέφερε το βλαπτικό αποτέλεσμα

Β)      στις μεν περιπτώσεις απόρριψης της αγωγής ως πρόωρης  λόγω  αστάθμητων οικονομικών παραγόντων στο μέλλον, της τυχόν αλλαγής του βιοτικού επιπέδου της ζωής, την πρόοδο  της επιστήμης,  τα επικαλούμενα από τις αποφάσεις αυτά μελλοντικά γεγονότα είναι ΠΛΗΡΩΣ ΥΠΟΘΕΤΙΚΑ ΚΑΙ ΠΛΗΡΩΣ ΑΒΕΒΑΙΑ ΚΑΙ ΚΑΘΟΛΟΥ ΠΡΟΣΔΩΚΟΜΕΝΑ έτσι ώστε να αντληθεί εξ αντιδιαστολής επιχείρημα από την διάταξη του άρθρου 69Κ.Πολ.Δ.

Γ)     στις μεν περιπτώσεις απόρριψης της αγωγής ως πρόωρης λόγω ενδεχόμενης ζημίας συνισταμένης  στην μη έκδοση απόφασης  σύνταξης από τον ασφαλιστικό φορέα, το δικαίωμα που εξαρτάται από την πλήρωση της αίρεσης  i) δεν αφορά το δικαίωμα του παθόντος αφού αυτό είναι εξ αρχής  ορισμένο και δικαστικά επιδιώξιμο,  ii) το δικαίωμα του ασφαλιστικού φορέα (ΙΚΑ), που είναι το δικαίωμα υποκατάστασής του στις αξιώσεις του παθόντος, έχει ήδη σχηματισθεί  από την χρόνο της ζημίας, όπου αρχίζει η παραγραφή της αξίωσης, και δεν εξαρτάται από καμμία πλήρωση αιρέσεως, όπως π.χ. είναι η απόφαση του Διοικητού του ΙΚΑ. Αυτό συνέβαινε μέχρι την θέσπιση του  άρθρου 18 του ν. 1654/1986.

                  Με τις παραπάνω σκέψεις ,πρέπει ν αποκατασταθεί στην σωστή νομική της βάση η αξίωση του παθόντος για τις μελλοντικές ζημίες του, ώστε να μην απορρίπτονται ως πρόωρα τα αγωγικά κονδύλια.

ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΩΛΕΤΤΗΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΑΘΗΝΩΝ

.

Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, με την οποία θεσπίζεται το δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησης εκείνου ο οποίος προσβλήθηκε στα έννομα αγαθά του είτε με τη μορφή της ηθικής βλάβης είτε με τη μορφή της ψυχικής οδύνης, απασχόλησε κατά το εντελώς πρόσφατο παρελθόν τη νομολογία του Αρείου Πάγου και μάλιστα επανειλημμένα. Η ενασχόληση αυτή του Ακυρωτικού με το εν λόγω ζήτημα της μη περιουσιακής ζημίας αποδεικνύει τη ρευστότητα ενός θεσμού, ο οποίος επηρεάζεται άμεσα, ίσως περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο θεσμό του αστικού δικαίου, όχι μόνο από τις κοινωνικοοικονομικές εξελίξεις αλλά και από τις εναλλασσόμενες αξιολογικές παραστάσεις που επικρατούν στην κοινωνία και των οποίων άμεσος δέκτης οφείλει να είναι ο δικαστής. Παράλληλα όμως αυτή η ενασχόληση φανερώνει και την ευαισθησία, τη γνώση και τη λεπτή προσέγγιση με την οποία ο εφαρμοστής του δικαίου οφείλει να χειρίζεται τα θέματα της επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω της ιδιαιτερότητας αυτού του θεσμού. Η ιδιαιτερότητα αυτή συνίσταται στο γεγονός ότι ο εν λόγω θεσμός δεν παρουσιάζει τη σταθερότητα και την «μαθηματική» σχεδόν αντιστοιχία μεταξύ της ζημίας και της αποκατάστασής της που υπάρχει στην περίπτωση της περιουσιακής ζημίας. Αντίθετα εδώ, δηλαδή στην περίπτωση της μη περιουσιακής ζημίας, καλείται ο ίδιος ο δικαστής να χρησιμοποιήσει σε μεγάλο εύρος αξιολογικά στοιχεία και να τα εντάξει μέσα στο πλαίσιο που του έχει ορίσει ο νομοθέτης, ώστε να καταλήξει στο αντίστοιχο συμπέρασμα. 
Η πρώτη ευχάριστη εξέλιξη στη νομολογία του Αρείου Πάγου αφορά τον προσδιορισμό του όρου «οικογένεια» του άρθρου 932 εδαφ. γ΄του ΑΚ, δηλαδή την περίπτωση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης. Το ζήτημα που απασχόλησε αυτό το δικαστήριο ήταν αν ο προσδιορισμός του κύκλου των προσώπων τα οποία αποτελούν την οικογένεια, συνιστά «πρόκριμα», το οποίο επιλύεται με βάση τις διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου στο οποίο παραπέμπουν οι σχετικές διατάξεις του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου ή αν ο προσδιορισμός αυτός γίνεται άμεσα από το ελληνικό δίκαιο. Έτσι, ενώ με την υπ αριθ 3/2007 απόφαση αυτού του δικαστηρίου υιοθετήθηκε η πρώτη άποψη η οποία και φάνηκε να παγιώνεται με σειρά αποφάσεών του που επακολούθησαν και που υιοθέτησαν την ίδια θέση, δύο χρόνια αργότερα εκδόθηκαν άλλες αποφάσεις, οι οποίες ανέτρεψαν την προηγούμενη νομολογία και υιοθέτησαν τη δεύτερη θέση. Την οριστική λύση στο ζήτημα αυτό έδωσε η υπ αριθ. 10/2011 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου η οποία, ομόφωνα και με σύμφωνη εισαγγελική πρόταση, ακολούθησε την τελευταία αυτή θέση και μάλιστα δέχθηκε ότι για τον προσδιορισμό του κύκλου των προσώπων που απαρτίζουν την οικογένεια του θανόντος εφαρμόζεται άμεσα το ελληνικό δίκαιο χωρίς να υπάρχει ανάγκη προσφυγής στις διατάξεις του ελληνικού διεθνούς δικαίου, άποψη που είχαν υιοθετήσει με την ίδια ακριβώς διατύπωση και δύο προγενέστερες αποφάσεις αυτού του δικαστηρίου . 
Το δεύτερο ζήτημα με το οποίο επίσης επανειλημμένα ασχολήθηκε ο Άρειος Πάγος ήταν εάν η συνταγματικά προβλεπόμενη αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος) έχει άμεσο πεδίο εφαρμογής στην εύλογη χρηματική ικανοποίηση του άρθρου 932 του ΑΚ και επομένως αν η αρχή αυτή λαμβάνεται υπόψη απευθείας από το δικαστή ή αν αυτή απευθύνεται μόνο στον κοινό νομοθέτη. Το εν λόγω δικαστήριο με την υπ αριθ. 6/2009 απόφαση της Ολομελείας του δέχθηκε ότι η αρχή της αναλογικότητας δεν απευθύνεται άμεσα στον δικαστή, αλλά στον κοινό νομοθέτη και επομένως η παραβίασή της από τον δικαστή της ουσίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης. Πολύ σημαντική και με ενδιαφέρουσα επιχειρηματολογία είναι η άποψη της μειοψηφίας τεσσάρων μελών αυτού του δικαστηρίου, τα οποία υιοθετούν την εντελώς αντίθετη άποψη. Οι δικαστές αυτοί δέχονται συγκεκριμένα ότι η αρχή της αναλογικότητας απευθύνεται, εκτός από το νομοθέτη, και στον δικαστή και ότι επομένως η παραβίασή της ιδρύει τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔικ. Τη θέση της πλειοψηφίας έχουν ακολουθήσει τόσο προγενέστερες όσο και μεταγενέστερες αποφάσεις αυτού του δικαστηρίου . Την άποψη εξάλλου της μειοψηφίας είχε δεχτεί παλαιότερα η υπ αριθ. 132/2006 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου . Παράλληλα με τη νομολογιακή επεξεργασία του ζητήματος αυτού υπήρξε και γόνιμη σχετική ενασχόληση στη νομική φιλολογία, από θεωρητικούς οι οποίοι προχώρησαν σε διατύπωση συγκροτημένων σκέψεων και προτάσεων για την επιτυχή επίλυση του εν λόγω προβλήματος . Είναι σημαντικό και πρέπει να τονισθεί ότι όλες οι πάρα πάνω αποφάσεις του Αρείου Πάγου, αλλά και το μεγαλύτερο μέρος των σχετικών μελετών αναφέρονται στο ζήτημα που αφορά και η παρούσα μελέτη, δηλαδή τον προσδιορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης του άρθρου 932 ΑΚ, με τη διαφορά ότι σ’αυτές το ζήτημα εξετάζεται από τη σκοπιά της εφαρμογής από τον δικαστή του συναφούς συνταγματικού όρου της αναλογικότητας . 
Το τρίτο ζήτημα το οποίο απασχόλησε πρόσφατα τους δικαστές του Ακυρωτικού ήταν ακριβώς ο νομικός χαρακτηρισμός του όρου εύλογο του άρθρου 932 του ΑΚ. Αν δηλαδή το περιεχόμενο αυτού του όρου αφήνεται στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, η κρίση του οποίου σχηματίζεται από την αξιολόγηση πραγματικών γεγονότων ή αν ο όρος αυτός αποτελεί αόριστη νομική έννοια, η οποία χρειάζεται ερμηνευτική εξειδίκευση από το δικαστή, δηλαδή αν σχηματίζεται εκτός από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και από αντίστοιχη αξιολογική κρίση. Η πρακτική συνέπεια που απορρέει από τις δύο διαφορετικές αυτές απόψεις είναι ότι κατά μεν την πρώτη δεν υπάρχει υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια, οπότε και δεν υπάρχει περιθώριο ελέγχου της σχετικής κρίσης του δικαστή της ουσίας από τον Άρειο Πάγο, ενώ κατά την δεύτερη άποψη υπάρχει υπαγωγή αυτού του πορίσματος στη νομική έννοια της «εύλογης» χρηματικής ικανοποίησης και επομένως η κρίση του δικαστή ελέγχεται αναιρετικά. Η θέση που υιοθετούσε ο Άρειος Πάγος μέχρι πρόσφατα, ειδικά στο ζήτημα της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης του άρθρου 932 του ΑΚ, ήταν ότι η σχετική κρίση περιέχει μόνο εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, άρα δεν γεννάται και ζήτημα υπαγωγικού συλλογισμού, ενώ στη θεωρία υποστηριζόταν η αντίθετη άποψη, όπως θα καταδειχθεί από την ανάλυση που ακολουθεί πάρα κάτω. Πρόσφατα όμως το ίδιο δικαστήριο με την υπ αριθ. 1178/2009 απόφασή του παρέπεμψε στην Ολομέλεια, να κριθεί από αυτήν ως ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, αν η ηθική βλάβη και η εύλογη χρηματική ικανοποίηση αποτελούν αόριστες νομικές έννοιες, η εξειδίκευση των οποίων υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Η παραπομπή αυτή του εν λόγω ζητήματος στην Ολομέλεια, η απόφαση της οποίας αναμένεται, καταδεικνύει ακριβώς την αγωνία ίσως και την ανησυχία των δικαστών του Τμήματος που αποφάσισε την παραπομπή για την αρνητική εξέλιξη που παρατηρείται στη νομολογία των πρωτοβάθμιων κυρίως δικαστηρίων ως προς το ζήτημα των επιδικαζόμενων ποσών χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Η αρνητική αυτή εξέλιξη εντοπίζεται κυρίως στις περιπτώσεις των τροχαίων ατυχημάτων, όχι όμως και στις άλλες περιπτώσεις όπου επιδικάζεται χρηματική ικανοποίηση, (όπως π.χ. στο εργατικό ατύχημα κλπ. ), στα οποία τροχαία ατυχήματα τα επιδικαζόμενα ποσά είναι τόσο χαμηλά, ώστε οδηγούν σε πλήρη απαξίωση του θεσμού, όπως θα καταδειχθεί από τις αποφάσεις που αναφέρονται πάρα κάτω. 


ΙΙ. ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ

Α. Η απαξίωση του θεσμού και η ανομοιομορφία στα επιδικαζόμενα ποσά-παραδείγματα από τη νομολογία


Ένα από τα πλέον οδυνηρά φαινόμενα της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας είναι ο βαρύς φόρος αίματος, νέων κυρίως ανθρώπων, που αυτή καλείται να πληρώνει κάθε χρόνο στα τροχαία ατυχήματα. Στην τραγική αυτή κατάσταση η ελληνική πολιτεία έχει «γυρίσει» κυριολεκτικά την πλάτη της, αρνούμενη να λάβει τα μέτρα εκείνα που την υποχρεώνουν να λάβει, τουλάχιστον στον τομέα της κυκλοφοριακής αγωγής, τόσο ο συνταγματικός όσο και ο κοινός νομοθέτης (άρθρο 5 παρ. 2 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει την προστασία της ζωής των κοινωνών, άρθρο 16 παρ. 2 του Συντάγματος που θεσπίζει την παιδεία, επομένως και την κυκλοφοριακή αγωγή, ως βασική αποστολή του κράτους για τη διάπλαση των ελλήνων σε υπεύθυνους πολίτες, επομένως και για τη συμπεριφορά τους ως οδηγών οχημάτων ή πεζών. Με το άρθρο 12 παρ. 10 του ΚΟΚ εξάλλου έχει θεσπισθεί ήδη από το έτος 1999 -νόμος 2696/1999- η υποχρέωση της πολιτείας να λάβει τα αναγκαία μέτρα που απαιτούνται ώστε το μάθημα της Οδικής Κυκλοφορίας να διδάσκεται στα σχολεία σε όλες τις βαθμίδες. Από τότε έχουν περάσει 12 ολόκληρα «χαμένα» χρόνια χωρίς η νομοθετική αυτή επιταγή να έχει υλοποιηθεί, λόγω της πλήρους αβελτηρίας και εγκληματικής αδιαφορίας των αρμοδίων εκάστοτε κυβερνητικών οργάνων). Έτσι ο αριθμός των τροχαίων ατυχημάτων στη χώρα μας αυξάνεται αντί να μειώνεται, με πλήρη ευθύνη της ελληνικής πολιτείας ενώ και ο αριθμός των πολιτών που επηρεάζονται άμεσα ή έμμεσα από αυτά παραμένει απαράδεκτα μεγάλος. Την κατάσταση αυτή, η οποία έχει εξελιχθεί σε «μοιραίο» πλέον φαινόμενο, επιβαρύνει και η πρακτική ορισμένων δικαστών, οι οποίοι δεν φροντίζουν να απαλύνουν, έστω και στο ελάχιστο και με τα μέσα που τους παρέχει ο νόμος, τον πόνο εκείνων που έχουν πληγεί από τροχαία ατυχήματα, όπως επιβάλει η ισχύουσα νομοθεσία. Ειδικώτερα, το μοναδικό μέσο που προβλέπει ο νομοθέτης του ΑΚ για την απάμβλυνση του ψυχικού πόνου είναι η ικανοποίηση της ηθικής βλάβης να γίνεται σε χρήμα. Παρατηρείται λοιπόν τελευταία στη νομολογία το φαινόμενο να επιδικάζονται πολύ χαμηλά ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, με αποτέλεσμα όχι μόνο να εξουδετερώνεται ο σκοπός του νομοθέτη ο οποίος θέσπισε τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, αλλά και να παραβιάζεται ευθέως το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της προσωπικότητας, που συνδέεται άμεσα με τη σωματική υγεία και την ψυχική γαλήνη των πολιτών όπως επίσης και με την προστασία αυτών των αγαθών. Χαρακτηριστικό της νοοτροπίας αυτής από την οποία διακατέχονται ορισμένοι έλληνες δικαστές, κυρίως πρωτοδίκες, είναι η πρόσφατη νομολογία των πρωτοδικείων της περιφέρειας του Εφετείου Πατρών, με την έρευνα της οποίας ειδικώτερα ασχοληθήκαμε και την παραθέτουμε ενδεικτικά. (Οι πάρα κάτω αναφερόμενες αποφάσεις δεν έχουν δημοσιευθεί ακόμα στα νομικά περιοδικά.) Η πλέον χαρακτηριστική από τις πάρα πάνω αποφάσεις είναι η υπ αριθ. 150/2009 απόφαση του ΜονΠρωτΠατρών, με την οποία επιδικάσθηκε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των πεντακοσίων (500)!!! ευρώ σε επιβάτη οχήματος ο οποίος υπέστη κάταγμα βραχιονίου οστού, υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση, παρέμεινε στο νοσοκομείο κλινήρης επί πέντε ημέρες, έφερε νάρθηκα επί τρίμηνο και του καταλογίσθηκε συνυπαιτιότητα ποσοστού 20%, επειδή δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας. Αξίζει να σημειωθεί ότι το σκεπτικό αυτής της απόφασης στηρίζεται στην ακόλουθη επιχειρηματολογία: 1) Ότι κατά τη σταθερή νομολογία του Αρείου Πάγου ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας και η κρίση του αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου είτε ως παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας στον καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποίησης δεν υπόκειται στον έλεγχο του ακυρωτικού. 2) Ότι στον προσδιορισμό του συγκεκριμένου κονδυλίου δεν εφαρμόζεται απευθείας από τα δικαστήρια η αρχή της αναλογικότητας. 3) Ότι το ποσό που καθόρισε το δικαστήριο της ουσίας δεν ελέγχεται για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 932 του ΑΚ. Για τη θεμελίωση των απόψεών της αυτών η εν λόγω απόφαση παραπέμπει στην πρόσφατη σχετική νομολογία του Αρείου Πάγου. Με βάση τις πάρα πάνω νομικές σκέψεις και την εκτίμηση των προσδιοριστικών παραγόντων, μεταξύ των οποίων και η οικογενειακή του κατάσταση (ο παθών «ήταν έγγαμος με τρία ανήλικα τέκνα, διαμένων σε μισθωμένη οικία, αντί μηνιαίου μισθώματος της τάξης των 280 ευρώ», αναφέρει σχετικά η απόφαση) το δικαστήριο αποτιμά τη θλίψη και την ταλαιπωρία του στο «δίκαιο και εύλογο ποσό (και για λόγους επιείκειας) των πεντακοσίων (500) ευρώ». Το τελευταίο αυτό απόσπασμα της απόφασης αναφέρεται για να καταδείξει τη σύγχυση που υπάρχει ως προς την έννοια του ευλόγου του άρθρου 932 του ΑΚ, η οποία εκλαμβάνεται στην απόφαση αυτή με την έννοια που τη χρησιμοποιεί ο νομοθέτης του ΑΚ στις περιπτώσεις της αποκατάστασης της περιουσιακής ζημίας, π.χ. άρθρα 225, 286, 387 ΑΚ. Όμως είναι αναμφισβήτητο ότι άλλος είναι ο νομοθετικός σκοπός που εξυπηρετείται στην τελευταία αυτή περίπτωση και γι αυτό αναγνωρίζεται ως επιβαλλόμενη η μειωμένη αποζημίωση για λόγους επιείκειας. Η μηχανιστική μεταφορά του περιεχομένου αυτής της έννοιας και στην αποκατάσταση της μη περιουσιακής ζημίας, αποτελεί λογικά και νομικά ερμηνευτικό σφάλμα που παραγνωρίζει εντελώς την ίδια τη λειτουργία, τη φύση και το σκοπό της καθιέρωσης από το νομοθέτη του θεσμού της χρηματικής ικανοποίησης, η οποία στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να είναι μειωμένη, όπως εσφαλμένα δέχεται η πάρα πάνω απόφαση. Αλλά και η υπ αριθ. 376/2009 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου κινείται προς την ίδια κατεύθυνση με την προηγούμενη, της υποβάθμισης δηλαδή του θεσμού της χρηματικής ικανοποίησης, αφού επιδίκασε για την αιτία αυτή το ποσό των 6.500 ευρώ σε οδηγό ο οποίος υπέστη σωματική βλάβη σε τροχαίο ατύχημα και ο οποίος, σύμφωνα με τις παραδοχές αυτής της απόφασης, δεν εβαρύνετο με καμία υπαιτιότητα. Αυτός ο παθών υπέστη κάταγμα του μηριαίου οστού, θλάση στην περιοχή των πνευμόνων, πνευμονική εμβολή, παρέμεινε στην εντατική μονάδα νοσοκομείου επί ένα μήνα, υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση (οστεοσύνθεση), του παρουσιάστηκε ακολούθως φλεβική θρόμβωση, νοσηλεύτηκε εκ νέου επί δεκαήμερο και του έγινε ενδομυελική ήλωση, ενώ παρέμεινε ανίκανος για εργασία επί 15 μήνες. Κατά των δύο πάρα πάνω αποφάσεων έχουν ασκηθεί εφέσεις ενώπιον του Εφετείου Πατρών και αναμένεται η έκδοση των σχετικών αποφάσεων. Από τις υπόλοιπες αποφάσεις των πρωτοδικείων της περιφέρειας του Εφετείου Πατρών αναφέρουμε ενδεικτικά τις ακόλουθες: 1) Την υπ αριθ. 792/2007 απόφαση του ΜονΠρωτΠατρών, η οποία επιδίκασε για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στον παθόντα σε τροχαίο ατύχημα το ποσό των 1000 ευρώ, το οποίο το Εφετείο Πατρών αύξησε σε 12.000 ευρώ 
με την υπ αριθ. 337/2009 απόφασή του. 2) Την υπ αριθ. 176/2007 απόφαση του ΜονΠρωτΑγρινίου, η οποία για την ίδια αιτία επιδίκασε 12.000 ευρώ , ενώ το Εφετείο Πατρών με την υπ αριθ. 280/2009 απόφασή του αύξησε αυτό το ποσό σε 20.000 ευρώ. 3) Την υπ αριθ. 205/2004 απόφαση του ΜονΠρωτΗλείας η οποία επιδίκασε για την ίδια αιτία ποσό 8.000 ευρώ, το οποίο αυξήθηκε σε 40.000 ευρώ με την υπ αριθ. 319/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών. 4) Την υπ αριθ. 451/2007 απόφαση του ίδιου πάρα πάνω δικαστηρίου, η οποία επιδίκασε 3.000 ευρώ και το Εφετείο με την υπ αριθ. 119/2009 απόφασή του αύξησε αυτό το ποσό σε 15.000 ευρώ. 5) Την υπ αριθ. 120/2007 απόφαση του ΜονΠρωτΗλείας η οποία επιδίκασε 4.000 ευρώ, ενώ το Εφετείο Πατρών με την υπ αριθ. 279/2009 απόφασή του το αύξησε σε 22.000 ευρώ και τέλος 6) Την υπ αριθ. 303/2005 απόφαση του ΜονΠρωτΛευκάδας, η οποία επιδίκασε 3.000 ευρώ, ποσό το οποίο αυξήθηκε σε 10.000 ευρώ με την υπ αριθ. 242/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Ένα δεύτερο στοιχείο που διακρίνει την ελληνική νομολογία ως προς το ζήτημα της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης είναι, εκτός από την επιδίκαση χαμηλών ποσών, και η ανομοιομορφία των επιδικαζόμενων ποσών σε υποθέσεις που παρουσιάζουν ουσιαστική αντιστοιχία μεταξύ τους. Έτσι επί ομοίων σχεδόν περιπτώσεων σωματικής βλάβης ή θανάτου συγγενούς, όταν πρόκειται για ψυχική οδύνη των οικείων του που συμβαίνουν σε τροχαία ατυχήματα, παρατηρείται μεγάλη διαφορά στα ποσά που επιδικάζονται για χρηματική ικανοποίηση. Όπως ορθά παρατηρείται η διαφορά αυτή φθάνει πολλές φορές σε σημείο ώστε για σωματική βλάβη του αυτού είδους (π.χ. τραυματισμός οφθαλμού ) το ένα δικαστήριο να επιδικάζει ένα εξευτελιστικό ποσό και το άλλο να επιδικάζει ποσό, το οποίο σύμφωνα με την ελληνική δικαστηριακή πρακτική μπορεί να χαρακτηρισθεί υπερβολικό ή αυθαίρετο. Είναι χαρακτηριστικό ότι η παρατήρηση αυτή δεν γίνεται από έναν θεωρητικό του δικαίου, αλλά από ένα διακεκριμένο δικαστικό λειτουργό ο οποίος πέρασε από όλες τις βαθμίδες της ιεραρχίας, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε ειδικά ως θεωρητικός ερευνητής με αυτό το θεσμό και για τους λόγους αυτούς η άποψή του έχει ιδιάζουσα βαρύτητα. 

Από την παράθεση των προαναφερόμενων αποφάσεων, που όλες τους έχουν εκδοθεί στο πρόσφατο παρελθόν, προκύπτει ότι το επίκαιρο πρόβλημα για τον θεσμό της χρηματικής ικανοποίησης, δεν είναι μόνο η παρατηρούμενη στη νομολογία ανομοιόμορφη μεταχείριση παρόμοιων υποθέσεων από τα δικαστήρια της χώρας μας, όπως επισημαίνει και ο συγγραφέας Σ.Πατεράκης, αλλά και ο άμεσος κίνδυνος πλήρους υποβάθμισης και απαξίωσης του θεσμού, λόγω των πολύ χαμηλών ποσών που επιδικάζονται. Αν δε η ανομοιομορφία που παρατηρείται στα επιδικαζόμενα ποσά θίγει καίρια τον βασικό πυλώνα της δικαιοσύνης που είναι η ασφάλεια του δικαίου, ενώ παράλληλα δημιουργεί στους πολίτες την αίσθηση της αδικίας η οποία απορρέει από την ανισότητα στην απονομή της δικαιοσύνης , η επιδίκαση αυτών των πολύ χαμηλών ποσών παραβιάζει ευθέως τη θεμελιώδη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, η οποία θεσπίζει τη συνταγματική πλέον προστασία της προσωπικότητας, ειδική εκδήλωση της οποίας αποτελούν και η ζωή, η σωματική ακεραιτότητα και η υγεία του ανθρώπου, όπως θα καταδειχθεί πάρα κάτω. Ο θεμελιακός μάλιστα χαρακτήρας της πάρα πάνω συνταγματικής διάταξης καταφαίνεται και από το γεγονός ότι αυτή δεν υπόκειται σε αναθεώρηση (άρθρ. 110 παρ. 1 του Συντάγματος). 



Β. ΟΙ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΟΜΕΝΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΑΙΤΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ ΜΕΣΑ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΤΟΥΣ 

1. Τα αίτια

Ο συγγραφέας Σ.Πατεράκης υποστηρίζει ότι η ανομοιομορφία που παρατηρείται στα δικαστήρια της ουσίας ως προς την επιδίκαση διαφορετικών ποσών χρηματικής ικανοποίησης επί παρομοίων περιπτώσεων όπως επίσης και η επιδίκαση πολύ χαμηλών ποσών οφείλεται στις ακόλουθες αιτίες: 1) Στη μη επαρκή ενασχόληση των εφαρμοστών του δικαίου με την έννοια, τη φύση και τον σκοπό της ικανοποίησης της ηθικής βλάβης. 2) Στην έλλειψη αξιόπιστων πινάκων νομολογιακών επιθεωρήσεων, οι οποίοι συντάσσονται μετά από διεξοδική κρίση των μεμονωμένων περιπτώσεων, όπως π.χ. συμβαίνει στη Γερμανία, και οι οποίοι πίνακες θα μπορούσαν να αποτελέσουν σε αυτή τη βάση την αφετηρία για μια σε κάποιο βαθμό ομοιόμορφη πρακτική επιμέτρησης των ποσών της χρηματικής ικανοποίησης και 3) στο γεγονός ότι οι διάδικοι πολλές φορές ζητούν συμβολικά ποσά για την ικανοποίηση της μη περιουσιακής ζημίας και ότι, για το λόγο αυτό αυτοί καθίστανται υπαίτιοι, κατά την άποψη αυτού του συγγραφέα, της επιδίκασης εξευτελιστικών ποσών 
Ο συγγραφέας εξάλλου και επίσης κορυφαίος δικαστικός λειτουργός Α.Κρητικός, ο οποίος έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με το τροχαίο ατύχημα, επισημαίνει την ανομοιομορφία αυτή η οποία παρατηρείται στη νομολογία ως προς το ύψος των επιδικαζόμενων ποσών για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία και αποδίδει στις ακόλουθες δύο αιτίες: 1) Στην ιδιαιτερότητα του καθοριζόμενου εκάστοτε ποσού της χρηματικής ικανοποίησης, το οποίο και επιδικάζεται με βάση τα πρόσφορα προς τούτο προσδιοριστικά στοιχεία της κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης και τα οποία σπάνια μπορεί να ταυτίζονται μεταξύ τους στις διάφορες περιπτώσεις και 2) στο γεγονός ότι επειδή, κατά την άποψη του συγγραφέα, τα προσδιοριστικά αυτά στοιχεία ανάγονται σε εκτίμηση αποδείξεων και διαφεύγουν τον αναιρετικό έλεγχο δεν υπάρχει περίπτωση να επιτευχθεί ενότητα της νομολογίας μέσω των αποφάσεων του Ακυρωτικού 
Άλλοι συγγραφείς αποδίδουν την προαναφερόμενη έλλειψη ενιαίας αντιμετώπισης από τη νομολογία των επιδικαζόμενων ποσών στο γεγονός ότι οι δικαστικές αποφάσεις σχεδόν στο σύνολό τους δεν έχουν ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όπως απαιτεί το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος, αλλά καταλήγουν στην επιδίκαση των ποσών της χρηματικής ικανοποίησης μετά από μία γενική και αόριστη αντιμετώπιση του ζητήματος. Το στοιχείο αυτό αποτελεί, κατά τους υποστηρικτές αυτής της άποψης, χαρακτηριστική χρόνια αδυναμία του συνόλου σχεδόν της ελληνικής νομολογίας 
Ενδεικτικό παράδειγμα από τη νομολογία είναι εκείνο που αναφέρεται από τον Γ.Καράκωστα και καταδεικνύει όχι μόνο το «εξευτελιστικό», κατά τον συγγραφέα, ποσό που επιδικάστηκε λόγω ψυχικής οδύνης, αλλά και την «άνιση αντιμετώπιση» από τους έλληνες δικαστές ορισμένων ενδεικτικών περιπτώσεων . Έτσι με την υπ αριθ. 1290/1977 απόφασή του το Εφετείο Αθηνών επιδίκασε σε ανήλικο τέκνο για την ψυχική οδύνη που δοκίμασε από τον θάνατο του πατέρα του 5.000 δραχμές, ενώ το ίδιο δικαστήριο εκτίμησε ότι η προσβολή της προσωπικότητας την οποία υπέστη δικηγόρος από την απόπειρα εκτέλεσης εις βάρος του εντάλματος προσωπικής κράτησης για χρέος του προς το Δημόσιο, το οποίο αυτός είχε εξοφλήσει, ανερχόταν σε 15.000 δραχμές, ποσό το οποίο και του επιδίκασε 


2. Οι προτεινόμενες λύσεις

Οι λύσεις που προτείνονται από τους πάρα πάνω συγγραφείς και με τις οποίες επιτυγχάνεται, όπως οι ίδιοι παραδέχονται, όχι η επίλυση αλλά η άμβλυνση του προβλήματος, είναι οι ακόλουθες: 1) Η σύνταξη πινάκων προσδιορισμού των επιδικαζομένων από τα δικαστήρια ποσών χρηματικής ικανοποίησης επί παρομοίων περιπτώσεων. Επισημαίνεται όμως από τους εν λόγω συγγραφείς ότι οι πίνακες αυτοί αποτελούν απλά την αφετηρία για μία, σε κάποιο βαθμό ομοιόμορφη πρακτική, με τη λήψη υπόψη των ποικίλων περιστάσεων της μεμονωμένης περίπτωσης και δεν μπορούν οι εν λόγω πίνακες να διεκδικήσουν απόλυτη αξία, ακριβώς λόγω της ιδιαιτερότητας που παρουσιάζει κάθε περίπτωση. Αυτοί μπορούν απλά να χρησιμοποιηθούν μόνο ως ένα βοήθημα προσανατολισμού του δικαστή . Έτσι το δικαστήριο της ουσίας, ξεκινώντας από τις περιπτώσεις που περιέχονται στον πίνακα και εμφανίζουν κάποια ομοιότητα με την κρινόμενη, θα λαμβάνει υπόψη, προς μείωση ή επαύξηση του ποσού, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης περίπτωσης σε συνδυασμό με τις εν τω μεταξύ επελθούσες οικονομικές εξελίξεις και τις τυχόν μεταβεβλημένες αξιολογικές παραστάσεις . 


3. Κριτική των προαναφερόμενων απόψεων

Οι πάρα πάνω εκτιθέμενες απόψεις ως προς τα αίτια της ανομοιομορφίας στην επιδίκαση των ποσών της χρηματικής ικανοποίησης και του χαμηλού ύψους αυτών, οι οποίες μάλιστα προέρχονται από συγγραφείς με πλούσια δικαστηριακή πείρα και επομένως έχουν αντιμετωπίσει το πρόβλημα όχι μόνο θεωρητικά αλλά και ως ζωντανό βιοτικό συμβάν που απαιτεί δίκαιη και ορθή λύση, καταδεικνύει και τη σοβαρότητα του ζητήματος. Η εισαγωγή στην δικαστηριακή πρακτική αντίστοιχων πινάκων νομολογιακών επιθεωρήσεων ομολογείται και από τους δύο πάρα πάνω συγγραφείς ότι δεν μπορεί να επιλύσει το πρόβλημα, αλλά μόνο να το αμβλύνει. Η θέση αυτή είναι σωστή, γιατί η εφαρμογή του συστήματος των πινάκων δεν επιφέρει και τη λύση στο ζήτημα της «εξατομίκευσης» και της «συγκεκριμενοποίησης» του επιδικαστέου ποσού της χρηματικής ικανοποίησης, που είναι και το ζητούμενο. Η επισήμανση επίσης του Σ.Πατεράκη ότι αίτιο του προβλήματος είναι η ανεπαρκής ενασχόληση των εφαρμοστών του δικαίου με την έννοια, τη φύση και το σκοπό του εν λόγω θεσμού, είναι προφανώς βάσιμη, αφού προέρχεται από ένα έμπειρο δικαστικό λειτουργό ο οποίος λόγω ακριβώς αυτής της ιδιότητάς του έχει γνωρίσει από άμεση αντίληψη τον τρόπο με τον οποίο χειρίζονται οι συνάδελφοί του, εφαρμοστές του δικαίου, αυτό το ζήτημα. Δεν φαίνεται όμως πειστική η άποψη αυτού του συγγραφέα ότι μία από τις αιτίες της επιδίκασης εξευτελιστικών ποσών ηθικής βλάβης αποτελεί το γεγονός ότι οι ίδιοι οι διάδικοι πολλές φορές ζητούν δήθεν συμβολικά ποσά για τη μη περιουσιακή τους ζημία. Στους νομικούς της πράξης που ασχολούνται με το τροχαίο ατύχημα είναι γνωστό ότι συνήθως τα υψηλότερα κονδύλια των αγωγών στην περίπτωση τροχαίων ατυχημάτων είναι εκείνα της ψυχικής οδύνης, όταν υπάρχει θάνατος συγγενούς, και της ηθικής βλάβης όταν υπάρχει σωματική βλάβη. Εάν εξάλλου ο εν λόγω συγγραφέας υπονοεί τα χαμηλά πράγματι ποσά που ζητούν οι παθόντες ως χρηματική ικανοποίηση ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων, το γεγονός αυτό και μόνο δεν αρκεί να προσφέρει πειστικότητα στην άποψη αυτή. Και αυτό διότι είναι γνωστό στους νομικούς της πράξης, δικηγόρους και δικαστές, ότι οι δικαιούχοι ζητούν συμβολικά ποσά διότι επιφυλάσσονται, για λόγους που είναι αυτονόητοι, να ασκήσουν τις σχετικές αξιώσεις τους ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, γεγονός που αποτελεί θεμιτή σκοπιμότητα την οποία ακολουθούν πάγια οι δικηγόροι που χειρίζονται τα τροχαία ατυχήματα από την πλευρά των παθόντων. 

4. Η άποψή μας

Από την ανάλυση των πάρα πάνω απόψεων προκύπτει ότι οι προαναφερόμενοι συγγραφείς δεν αποδέχονται τη θέση που υποστηρίζεται στη νομική βιβλιογραφία ότι τα αίτια του προβλήματος εντοπίζονται κυρίως στον μη ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννοιας του «ευλόγου» του άρθρου 932 του ΑΚ που έχει επικρατήσει στη νομολογία. Σύμφωνα με αυτή την θέση, με την οποία και εμείς συντασσόμαστε, η εύλογη χρηματική ικανοποίηση της προαναφερόμενης διάταξης αποτελεί αόριστη νομική έννοια η οποία πρέπει να εξειδικεύεται από τον εφαρμοστή του δικαίου με τις κατάλληλες ερμηνευτικές μεθόδους. Κατά συνέπεια η έννοια αυτή δεν αποτελεί πραγματικό άλλά νομικό ζήτημα, αφού προϋποθέτει ερμηνευτική εξειδίκευση η οποία και γίνεται με βάση τους κανόνες της λογικής και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή με βάση αντικειμενικά αξιολογικά κριτήρια και όχι με υποκειμενικά κριτήρια άσχετα και ασυμβίβαστα με την έννοια του «ευλόγου» . 



ΙΙΙ. Ο ΝΟΜΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΥΛΟΓΗΣ ΧΡΗΜΑΤΙΚΗΣ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 932 ΑΚ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΤΙΤΙΘΕΜΕΝΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ

1. Η θέση της νομολογίας του Αρείου Πάγου

Όπως αναφέρθηκε πάρα πάνω, η πάγια θέση της νομολογίας του Αρείου Πάγου ήταν, μέχρι την έκδοση της υπ αριθ. 1178/2009 απόφασης αυτού του δικαστηρίου με την οποία το ζήτημα παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση γεγονότων χωρίς την υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια, ώστε να υπάρξει περιθώριο εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου. Αναγκαία λογική συνέπεια αυτής της θέσης είναι ότι οι προσδιοριστικοί παράγοντες του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης (π.χ. βαρύτητα του πταίσματος του ζημιώσαντος, είδος και έκταση της προσβολής, κοινωνικοοικονομική κατάσταση των εμπλεκομένων μερών κλπ) αποτελούν απλά μέσα με βάση τα οποία το δικαστήριο καταλήγει στον προσδιορισμό του ποσού και δεν αποτελούν στοιχεία του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου. Όλη αυτή η επιχειρηματολογία του Αρείου Πάγου στηρίζεται στην παραδοχή ότι το «εύλογο» της χρηματικής ικανοποίησης του άρθρου 932 του ΑΚ δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια, η οποία και πρέπει να εξειδικευθεί. Επομένως αν η δικαστική απόφαση δεν προβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση στον προσδιορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αυτή είναι εσφαλμένη και θα ελεγχθεί με βάση τους κανόνες που θέτει η ίδια η διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ και στα πλαίσια που οριοθετούν το σχετικό έλεγχο οι διατάξεις που ρυθμίζουν τα ένδικα μέσα. Επομένως στην περίπτωση αυτή ο έλεγχος περιορίζεται μόνο στο ενδεχόμενο σφάλμα ως προς την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και σε ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο οποίος έλεγχος γίνεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ουσίας, δηλαδή όχι από τον Άρειο Πάγο. 


2. Η άποψη της θεωρίας- Ο χαρακτηρισμός της έννοιας «εύλογη» χρηματική ικανοποίηση του άρθρου 932 ΑΚ ως αόριστης νομικής έννοιας.

Στη νομική βιβλιογραφία υποστηρίζεται, αντίθετα με την προαναφερόμενη θέση του Αρείου Πάγου, ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση εντάσσεται στην κατηγορία των αποκαλούμενων αόριστων νομικών εννοιών, οι οποίες και πρέπει να εξειδικευθούν από το δικαστή με τις κατάλληλες ερμηνευτικές μεθόδους. Η πρακτική συνέπεια αυτής της άποψης είναι ότι η ερμηνευτική διαδικασία που ακολουθεί ο δικαστής συνιστά υπαγωγικό συλλογισμό, ο οποίος υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Προκειμένου να γίνει κατανοητή η θέση αυτή των υποστηρικτών αυτής της άποψης, πρέπει να γίνει μία σύντομη εννοιολογική ανάλυση και προσέγγιση του όρου «αόριστη νομική έννοια». 
Κατ αρχήν από την άποψη της τυπικής λογικής έννοια είναι ένα σύνολο κρίσεων με τις οποίες ορίζεται τα βάθος και το πλάτος του νοουμένου αντικειμένου. Οι έννοιες εκφράζονται με λέξεις, οι οποίες αποτελούν και τα σύμβολά τους, έτσι ώστε οι λέξεις να καθίστανται οι σταθεροί φορείς του νοήματος των εννοιών και των αντικειμένων που δηλώνονται με αυτά. Εξάλλου οι κανόνες δικαίου κατά το πραγματικό μέρος τους απαρτίζονται από νομικές έννοιες και ως τέτοιες νοούνται εκείνες που αναφέρονται σε πραγματικά γεγονότα τα οποία και αποτελούν τις εμπειρικές προϋποθέσεις των νομικών γεγονότων. Νομικό γεγονός είναι το πραγματικό εκείνο γεγονός το οποίο έχει νομική σημασία και συνιστά σύνθετη έννοια, που απαρτίζεται α) από το υποθετικό πραγματικό γεγονός το οποίο περιέχεται στη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και β) από την πρόσθετη κρίση για τη νομική σημασία που αποδίδεται σε αυτό από την κρατούσα έννομη τάξη. Επομένως η κρίση για τη νομική σημασία του πραγματικού γεγονότος είναι πάντοτε κρίση νομική, αφού με αυτήν αποφαινόμαστε ότι το συγκεκριμένο πραγματικό γεγονός έχει τη σημασία την οποία του προσδίδει ο κανόνας δικαίου . Ο προσδιορισμός τέλος των νομικών γεγονότων ως στοιχείο του πραγματικού σκέλους του κανόνα δικαίου, γίνεται με νομικούς όρους που αναφέρονται σε σαφείς, κατά κανόνα, έννοιες. Τέτοιες σαφείς, αλλιώς ορισμένες, έννοιες είναι εκείνες για τις οποίες έχουμε σαφή γνώση και των γνωρισμάτων τους, δηλαδή του βάθους τους και του πλήθους των αντικειμένων που περιλαμβάνονται στην τάξη τους, δηλαδή του πλάτους τους . Αόριστες δε έννοιες είναι εκείνες των οποίων και το βάθος και το πλάτος είναι «επαρκώς αβέβαια» . Στην πρώτη κατηγορία των «ορισμένων εννοιών» ανήκουν π.χ. η πώληση, η μίσθωση, το χρησιδάνειο κλπ., ενώ στη δεύτερη κατηγορία υπάγονται οι έννοιες των χρηστών ηθών, του σπουδαίου λόγου, της ασέλγειας κλπ. Οι αόριστες έννοιες έχουν τα ακόλουθα δύο χαρακτηριστικά: 1) Είναι μεν «γενικές» και «αφηρημένες», όπως μπορεί να είναι κάθε έννοια της οποίας τα γνωρίσματα δεν επαρκούν για τον ακριβή προσδιορισμό του αντικειμένου στο οποίο αυτές αναφέρονται και 2) μπορούν να γίνουν «ορισμένες», αφού εμπεριέχουν τα στοιχεία εκείνα πάνω στα οποία μπορεί να στηριχθεί η ερμηνεία για να προχωρήσει στην εξειδίκευση του περιεχομένου τους. Ο προσδιορισμός εξάλλου της νομικής έννοιας είτε αυτή είναι ορισμένη είτε αόριστη, η ανάλυση δηλαδή των στοιχείων της σε πρόταση οι προϋποθέσεις της οποίας να συμπίπτουν εννοιολογικά προς τα στοιχεία του συγκεκριμένου βιοτικού συμβάντος, είναι αναγκαία διότι χωρίς αυτό τον προσδιορισμό, δεν μπορεί να υλοποιηθεί η λειτουργία του επαγωγικού συλλογισμού στην εφαρμογή του δικαίου . Με τη λειτουργία ακριβώς του επαγωγικού συλλογισμού συνδέεται και η διάκριση μεταξύ «περιγραφικών εννοιών» (descriptive Begriffe) και «κανονιστικών ή αξιολογικών εννοιών» (normative Begriffe), που αποτελούν και τα στοιχεία του κανόνα δικαίου. Ως περιγραφικές έννοιες νοούνται εκείνες που αναφέρονται σε αντικείμενα των οποίων λαμβάνουμε γνώση και περιγράφουμε με την αντίληψή μας μέσω των αισθήσεων ή με οποιονδήποτε άλλο εμπειρικό τρόπο. Ως κανονιστικές νοούνται εκείνες οι έννοιες οι οποίες προϋποθέτουν πάντοτε μία αξιολόγηση η οποία συνίσταται στη λειτουργική σχέση που υπάρχει μεταξύ του παραστατικού αντικειμένου και του αξιολογικού αισθήματος . Με βάση την πάρα πάνω διάκριση και την βασική αρχή του δικαίου ότι μόνο τα πράγματα περιγράφονται ενώ οι έννοιες ορίζονται, οι περιγραφικές έννοιες εξαρτώνται από την απλή διάγνωση των πραγματικών περιστατικών και την υπαγωγή τους στα «περιγραφικά» προσδιοριζόμενα στοιχεία της νομικής έννοιας. Οι αξιολογικές όμως έννοιες εξαρτώνται από την εκτίμηση των περιστατικών με βάση είτε ειδικώτερα αξιολογικά κριτήρια, τα οποία αντλούνται από ένα σύμπλεγμα κανόνων δικαίου είτε από γενικότερα κριτήρια αξίας στα οποία αναφέρεται ο κανόνας δικαίου . 
Με βάση την ανάλυση που προηγήθηκε συνάγεται το συμπέρασμα ότι το στοιχείο του «ευλόγου» της χρηματικής ικανοποίησης φέρει όλα τα χαρακτηριστικά της αόριστης νομικής έννοιας και πρέπει να χαρακτηριστεί σαν τέτοια, αφού 1) τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ατομική περίπτωση θα πρέπει να ενταχθούν στην έννοια του «ευλόγου», την οποία έννοια και πρέπει να εξειδικεύσει ο δικαστής δια της ερμηνευτικής οδού και με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια που έχει θεσπίσει η νομολογία και η θεωρία (π.χ. την βαρύτητα του πταίσματος, τη σοβαρότητα της βλάβης, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των εμπλεκομένων μερών κλπ.) και ακολούθως να υπαγάγει τα πραγματικά αυτά περιστατικά «ευλόγου», που αποτελεί πλέον τη μείζονα πρόταση αυτού, προκειμένου να καταλήξει στο αντίστοιχο συμπέρασμα (έννομη συνέπεια). 2) Διότι στην ίδια την πάρα πάνω διάταξη εμπεριέχονται όλα εκείνα τα στοιχεία τα οποία είναι αναγκαία για να προχωρήσει ο εφαρμοστής του δικαίου στην εξειδίκευση του περιεχομένου τους. 






ΙV. Η ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΗ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ «ΕΥΛΟΓΗ» ΧΡΗΜΑΤΙΚΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΣΤΡΩΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΝΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΥ


Α. Η ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΗ ΤΗΣ ΑΟΡΙΣΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ

Η εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας που επιτυγχάνεται με την ερμηνευτική μέθοδο, συνδέεται στενά με τα κενά που υπάρχουν στο νόμο και τα οποία ηθελημένα αφήνονται από τον νομοθέτη (μη αληθή κενά), προκειμένου ο δικαστής να συγκεκριμενοποιήσει αυτός πλέον την νομοθετική βούληση και να την εφαρμόσει στην ατομική περίπτωση . Ουσιαστικό στοιχείο για την ανεύρεση αυτής της νομοθετικής βούλησης είναι η διαπίστωση από τον εφαρμοστή του δικαίου του λόγου για τον οποίο ο νομοθέτης άφησε αρρύθμιστο το συγκεκριμένο ζήτημα, γεγονός το οποίο συνδέεται με την αιτία της καθιέρωσης των αόριστων νομικών εννοιών γενικά. Όπως υποστηρίζεται στη θεωρία, η χρησιμοποίηση του στοιχείου αυτού από τον νομοθέτη έχει σαν σκοπό τη δικαιότερη ρύθμιση των περιπτώσεων εκείνων οι οποίες δεν μπορούν να επιλυθούν με τρόπο ικανοποιητικό από τους κανόνες δικαίου, οι οποίοι περιέχουν τυποποιημένη και γενική ρύθμιση. Για το λόγο αυτό ακριβώς οι αόριστες έννοιες εμπεριέχουν κάποιο βαθμό αβεβαιότητας και αοριστίας, μειονέκτημα το οποίο αντισταθμίζεται αφενός μεν με την δικαιότερη ρύθμιση της ατομικής περίπτωσης αφετέρου δε με την δημιουργία κατευθυντηρίων γραμμών κατά την εφαρμογή αυτών των εννοιών, ώστε να επιτυγχάνεται κάποια ισορροπία μεταξύ της δικαιοσύνης που εξατομικεύει και της τάσης για την ομοιομορφία και τη σταθερότητα του δικαίου .
Ειδικότερα, όσον αφορά την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ο νομοθέτης επέλεξε να αναθέσει στον δικαστή να σταθμίσει εκείνος τις ειδικές συνθήκες της κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης και, κινούμενος μέσα στα πλαίσια της νομοθετικής του βούλησης αλλά και του σκοπού του κανόνα δικαίου, να προσδιορίσει και ακολούθως να επιδικάσει το ποσό εκείνο που αυτός θεωρεί «εύλογο». Ο λόγος για τον οποίο επέλεξε ο νομοθέτης αυτήν την λύση έχει εντοπιστεί και διερευνηθεί εδώ και πολλά χρόνια από έναν από τους πιο σημαντικούς νομικούς του αιώνα μας, τον Κων/νο Τριανταφυλλόπουλο, και είναι ο ακόλουθος: Στην περίπτωση της περιουσιακής ζημίας ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να επιδικάσει ως αποζημίωση συγκεκριμένο ποσό και ειδικότερα εκείνο το οποίο προκύπτει από την σύγκριση της περιουσιακής κατάστασης του ζημιωθέντος πριν από την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος με εκείνην στην οποία η περιουσιακή αυτή κατάσταση βρίσκεται μετά το ζημιογόνο γεγονός. Η διαφορά αυτή ακριβώς συνιστά και την ζημία του βλαβέντος στα έννομα αγαθά του κοινωνού και η σχετική καταμέτρησή της γίνεται με το κοινό μέτρο, που είναι το χρήμα. Όμως με το χρήμα μπορούν αν μετρηθούν και να συγκριθούν στοιχεία που είναι όμοια μεταξύ τους και όχι στοιχεία αντικαταστατά προς αναντικατάστατα και αναπλήρωτα, όπως είναι η ηθική βλάβη, η λύπη, η στενοχώρια κλπ. Άλλωστε και μετά την επέλευση αυτών των αρνητικών συνεπειών η περιουσία του παθόντος, αναγόμενη σε χρήμα, παραμένει η αυτή. Λόγω λοιπόν αυτής της αδυναμίας «μαθηματικού αντισταθμίσματος» μεταξύ ζημίας και ηθικής βλάβης ο νομοθέτης δεν είναι σε θέση να διατυπώσει γενικό κανόνα και για το λόγο αυτό βρίσκεται στην ανάγκη να παραπέμψει τη λύση στο δικαστή, στον οποίο και υποδεικνύει την αυτονόητη αρχή ότι η κρίση του αυτή πρέπει να είναι εύλογη . Η κρίση αυτή για τον προσδιορισμό του ευλόγου της χρηματικής ικανοποίησης από τον εφαρμοστή του δικαίου, συνδέεται άμεσα με το πρόβλημα της ερμηνείας του δικαίου και με την συγκρότηση της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού. Στην διανοητική αυτή εργασία του ο δικαστής δεν είναι ελεύθερος, αλλά τα όριά του προσδιορίζονται και περιορίζονται από τα ακόλουθα στοιχεία: 1) Η ανεύρεση του περιεχομένου του κανόνα δικαίου πρέπει να γίνεται με την ερμηνευτική διαδικασία της «τελολογικής εξειδίκευσης». Η διαδικασία αυτή, με βάση την οποία πραγματώνεται η ιδέα του δικαίου στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, περιλαμβάνει τα ακόλουθα δύο βασικά στάδια: α) Αρχικά την υπαγωγή του κρινόμενου βιοτικού συμβάντος στον ειδικό κανόνα ο οποίος διέπει την έννομη σχέση, και εν προκειμένω στη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ. β) Ακολούθως την ένταξη αυτής της διάταξης στην συνολική αξιολογική κλίμακα της έννομης τάξης και τον ειδικότερο σκοπό θέσπισής της, ώστε αυτή να πραγματώνει την ιδέα του δικαίου . 2) Η σύνθεση των δύο πάρα πάνω στοιχείων προϋποθέτει αναγκαστικά την τελεολογική γνώση της συγκεκριμένης διάταξης, δηλαδή την ανεύρεση της νομοθετικής βούλησης η οποία εκφράζεται με αυτή. Και αυτό διότι το περιεχόμενο οποιουδήποτε κανόνα δικαίου υπαγορεύεται από τον σκοπό του δικαίου και οι κανόνες αυτοί αποτελούν ακριβώς τα μέσα για την εξυπηρέτηση αυτού του σκοπού . 3) Η εξειδίκευση αυτή γίνεται πάντοτε με αντικειμενικά κριτήρια, διότι με την χρησιμοποίηση των αόριστων εννοιών, της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης εν προκειμένω, γίνεται αναφορά στην ίδια την ιδέα του δικαίου μέσω των κρατούντων αξιολογικών κριτηρίων στα οποία έμμεσα αναφέρεται ο κανόνας του δικαίου . Τα κριτήρια αυτά είναι κατ΄αρχήν όσα η νομολογία και η θεωρία έχουν επισημάνει ως πρόσφορα προσδιοριστικά στοιχεία για την συγκρότηση της αντίστοιχης δικαστικής κρίσης (π.χ. ο βαθμός του πταίσματος, η βαρύτητα της βλάβης, οι οικονομικές σχέσεις των εμπλεκομένων μερών κλπ.) .
Προκειμένου όμως ο δικαστής να ανιχνεύσει τη νομοθετική βούληση, όπως αυτή ενσωματώνεται στο συγκεκριμένο κανόνα του δικαίου και εν προκειμένω στη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, πρέπει εκτός από τα αξιολογικά κριτήρια να γνωρίζει καλά και να λαμβάνει υπόψη του κάθε φορά τους ακόλουθους παράγοντες: 1) Την ιστορική εξέλιξη του θεσμού της αποκατάστασης της μη περιουσιακής ζημίας μέσα στην ελληνική κοινωνία, δηλαδή τα στοιχεία που συνθέτουν την ουσία της διαχρονικότητάς του. 2) Τη νομική φύση, το σκοπό και τη λειτουργία του θεσμού και 3) τη θέση που κατέχει ο θεσμός στην αξιολογική κλίμακα της ελληνικής έννομης τάξης. Τα στοιχεία αυτά θα αναφερθούν επιγραμματικά και μόνο στο βαθμό που μπορούν να βοηθήσουν στην κατανόηση του ρόλου που αυτά παίζουν στο σχηματισμό της αντίστοιχης δικαστικής κρίσης. 


1. Η ιστορική εξέλιξη του θεσμού

Η γνώση της ιστορικής εξέλιξης του θεσμού της χρηματικής ικανοποίησης μέσα στους αιώνες υποβοηθεί σημαντικά το έργο του δικαστή, διότι τον καθιστά κοινωνό της διαχρονικής εξέλιξής του και τον οδηγεί στην συνειδητοποίηση το γεγονότος ότι αυτός δεν αποτελεί προϊόν της σύγχρονης νομικής επιστήμης και νομοθεσίας, αλλά έχει βαθιές τις ρίζες του στην δομή της ελληνικής κοινωνίας ήδη από τα πρώτα χρόνια της συγκρότησής της ως πόλης-κράτους. Από τότε ο θεσμός διαμορφώθηκε ακολουθώντας τις οικονομικές εξελίξεις αλλά και τις αξιολογικές παραστάσεις που τον προσδιορίζουν. Έτσι ο δικαστής συνειδητοποιεί την ευθύνη που έχει ως «δυνάμει» νομοθέτης, ο οποίος καλείται να εφαρμόσει στην πράξη αξίες οι οποίες συνοδεύουν ολόκληρη την εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας από την αρχαιότητα έως σήμερα. Είναι χαρακτηριστικοί οι δικανικοί λόγοι των ρητόρων της αρχαίας Αθήνας και συγκεκριμένα εκείνοι του Ισοκράτους κατά Λοχίτου (396-5) και Δημοσθένους κατά Μηδείου (537-72) στους οποίους γίνεται αναφορά για τη μη περιουσιακή ζημία και την αντίστοιχη ικανοποίησή της. Στον πρώτο από αυτούς ο ρήτορας υποστηρίζει ότι ο εντολέας του ζητεί ικανοποίηση όχι για την βλάβη που προξένησε σε αυτόν ο ξυλοδαρμός, αλλά για τον εξευτελισμό και την προσβολή του ένεκα αυτού, για τα οποία οι ελεύθεροι πολίτες πρέπει να θυμώνουν όσο γίνεται και να λαβαίνουν τη μεγαλύτερη ικανοποίηση («ουχ υπέρ της άλλης βλάβης της εκ των πληγών γενομένης αλλά υπέρ της αικίας και της ατιμίας ήκω παρ αυτού δίκην ληψόμενος, υπέρ ων προσήκει τις ελευθέροις μάλιστ&οργίζεσθαι και μεγίστης τυγχάνειν τιμωρίας». Στον δεύτερο εξάλλου λόγο ο Δημοσθένης ισχυρίζεται ότι δεν προκαλεί συνήθως την οργή (του πληγέντος) ο ξυλοδαρμός, αλλά ο (επαγόμενος) εξευτελισμός « ου γαρ η πληγή παρέστηκεν την οργήν, αλλά η ατιμία.» . 

2. Νομική φύση, σκοπός και λειτουργία του θεσμού

Αν η γνώση της ιστορικής εξέλιξης του θεσμού υποβοηθεί τον δικαστή στον σχηματισμό της σχετικής κρίσης του, τα στοιχεία που αναφέρονται πάρα πάνω, ως επικεφαλίδα αυτού του κεφαλαίου, είναι αναγκαία για την συγκρότηση αυτής της κρίσης. Κι΄αυτό γιατί αυτά αποτελούν «την επικαιροποίηση», το καταστάλαγμα, της ιστορικής εξέλιξης του θεσμού και της μορφής που αυτός έχει λάβει υπό την επίδραση των οικονομικών εξελίξεων και των αξιολογικών παραστάσεων που έχουν μεσολαβήσει κατά την δεδομένη χρονική στιγμή κατά την οποία καλείται αυτός να αποφασίσει. Για την νομική φύση και τον σκοπό που υπηρετεί ο θεσμός της χρηματικής ικανοποίησης υπάρχει μεγάλη σε έκταση ενασχόληση των επιστημόνων, με αντίστοιχες δημοσιεύσεις, στις οποίες και παραπέμπουμε . Ήδη από τα μέσα του περασμένου αιώνα ο Κ.Τριανταφυλλόπουλος εντόπισε την ιδιαιτερότητα της ικανοποίησης της ηθικής βλάβης έναντι της περιουσιακής ζημίας. Έτσι, υποστηρίζει ο εν λόγω συγγραφέας, ενώ η τελευταία εξαφανίζεται εντελώς ή περίπου, εφόσον αποκατασταθεί είτε φυσικώς (in natura) είτε σε χρήμα, δεν συμβαίνει το ίδιο και με την μη περιουσιακή ζημία. Κι΄αυτό συμβαίνει διότι όταν προσβάλλονται συναισθήματα συμπάθειας, αγάπης ή ευγενούς διάθεσης προς ένα πρόσωπο ή πράγμα, η χορήγηση χρηματικού ποσού δεν είναι δυνατόν να τερματίσει αναδρομικά την ηθική βλάβη που προήλθε από την προσβολή, δηλαδή δεν είναι δυνατόν να εξαφανίσει την θλίψη για την απώλεια προσφιλούς προσώπου, πόνους του τραύματος, ψυχική ταραχή, πικρία ή οργή ή «να προσπορίσει διαφυγούσα ιδεώδη απόλαυση». Σ αυτήν ακριβώς την ιδιαιτερότητα της μη περιουσιακής ζημίας, την αντιφατικότητα δηλαδή ανάμεσα στην προσβολή έννομων αγαθών που από τη φύση τους δεν είναι επιδεκτικά χρηματικής ικανοποίησης και στον χρηματικό χαρακτήρα της αποκατάστασης οφείλεται και η πολυδιάσπαση των υποστηριζόμενων απόψεων ως προς τον σκοπό τον οποίο εξυπηρετεί η ικανοποίηση της μη περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης, όροι που χρησιμοποιούνται ταυτόσημα στον ΑΚ. Πάντως η άποψη που επικρατεί στην ελληνική νομολογία είναι ότι η χρηματική ικανοποίηση του άρθρου 932 του ΑΚ έχει κατά βάση λειτουργία εξισορροπητική, χωρίς να αποτελεί είδος ποινής ή κύρωσης κατά του υπεύθυνου της αδικοπραξίας και ο σκοπός της συνίσταται στην «ηθική παρηγοριά και ψυχική ανακούφιση του παθόντος». 


3. Η ένταξη του θεσμού στην αξιολογική κλίμακα της ελληνικής έννομης τάξης-Χρηματική ικανοποίηση και προστασία της προσωπικότητας.

Εδώ και πολλά χρόνια οι θεωρητικοί ερευνητές έχουν επισημάνει τη στενή σχέση που υπάρχει μεταξύ της μη περιουσιακής ζημίας και της προστασίας της προσωπικότητας. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1940 ο καθηγητής Παν.Ζέπος υποστήριζε ότι « Ηθική ζημία και δίκαιο της προσωπικότητος είναι θεσμοί ιστάμενοι προς αλλήλους εγγύς και βαίνοντες παραλλήλως εν τη καθόλου εξελίξει του αστικού δικαίου». Επομένως, συνεχίζει ο ίδιος συγγραφέας «το δίκαιο της ηθικής ικανοποιήσεως βαίνει παραλλήλως προς το δίκαιο της προσωπικότητος και η εξέλιξή του προσδιορίζεται αναγκαίως από την εξέλιξη του τελευταίου» . Ο ελληνικός ΑΚ καθιερώνει γενικό δικαίωμα της προσωπικότητας με τη διάταξη του άρθρου 57 αυτού, ειδική έκφανση του οποίου αποτελεί η διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, αφού στην έννοια της προσωπικότητας περιλαμβάνονται αναμφισβήτητα και ο ψυχικός και συναισθηματικός κόσμος του ανθρώπου, ο οποίος θίγεται από τους ψυχικούς πόνους που προκαλούνται από την προσβολή των εννόμων αγαθών τα οποία αναφέρονται σε αυτή τη διάταξη. Τα τελευταία αυτά αγαθά, που αποτελούν ειδική εκδήλωση του δικαίου της προσωπικότητας, βρίσκονται, από την άποψη της ιεράρχησης των αξιών από τον έλληνα νομοθέτη, στην πρώτη βαθμίδα της έννομης τάξης της χώρας μας. Και αυτό διότι οι πάρα πάνω διατάξεις που προστατεύουν την προσωπικότητα του ανθρώπου κατοχυρώνονται συνταγματικά από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του Συντάγματος . Είναι ενδεικτικό της μέριμνας του συνταγματικού νομοθέτη να τονίσει την ειδική ποιοτική βαρύτητα των δικαιωμάτων που απορρέουν από την προσωπικότητα, το ότι αυτός έχει εντάξει τη σχετική διάταξη στα πρώτα άρθρα του Συντάγματος και αμέσως μετά από τις διατάξεις για το πολίτευμα και την προστασία του, γεγονός που είναι ερμηνευτικά πολύ σημαντικό από την άποψη της νομοτεχνικής διάρθρωσης. Αλλά για τον ερμηνευτή και εφαρμοστή του δικαίου είναι ενδεικτική και η ορολογία που χρησιμοποιεί ο συνταγματικός νομοθέτης όταν ορίζει ότι ο σεβασμός και η προστασία της ανθρώπινης αξίας (αξιοπρέπειας) αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας. Η θεμελιώδης αυτή συνταγματική αρχή εκφράζει μία βασική αξιολογική επιταγή που ισχύει για ολόκληρη την έννομη τάξη και καταλαμβάνει κατά συνέπεια και τον χώρο του αστικού δικαίου, όπου επιβάλλεται η προστασία της προσωπικότητας να είναι πλήρης. Παράλληλα η αρχή αυτή δεσμεύει κάθε πολιτειακό όργανο που ασκεί κρατική λειτουργία, επομένως και τον δικαστή ο οποίος είναι υποχρεωμένος αφενός μεν να κινηθεί κατά την ερμηνεία του άρθρου 932 του ΑΚ μέσα στα πλαίσια που του επιβάλει ο συνταγματικός νομοθέτης αφετέρου δε να μην εφαρμόζει διάταξη νόμου αντίθετη προς το Σύνταγμα (άρθρ. 93 παρ. 4 του Συντάγματος). Η προαναφερόμενη συνταγματική αξιολόγηση των έννομων αγαθών που συνδέονται με την προσωπικότητα δεν περιορίζεται μόνο στον πάρα πάνω ιδιαίτερο χαρακτήρα τους αλλά επεκτείνεται και στα μέσα προστασίας αυτών, όπως προκύπτει από το ίδιο το κείμενο του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος. Αφού λοιπόν ο έλληνας νομοθέτης έχει θεσπίσει τη χρηματική ικανοποίηση ως το πιο αποτελεσματικό μέσο για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης και την αστική προστασία της προσωπικότητας, δεν είναι δυνατό ο δικαστής να επιδικάζει «εξευτελιστικά ποσά» ως χρηματική ικανοποίηση, διότι τότε έρχεται σε αντίθεση όχι μόνο τη βούληση του κοινού νομοθέτη και τον σκοπό που εξυπηρετεί η διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, μέσω της οποία εκφράστηκε αυτή η βούληση, αλλά και με τα ίδια τα θεμέλια της συνταγματικής έννομης τάξης, ουσιώδες στοιχείο της οποίας αποτελεί η προσωπικότητα του ανθρώπου. 

Επομένως ο έλληνας εφαρμοστής του δικαίου θα πρέπει να έχει επίγνωση ότι όταν επιδικάζει χρηματική ικανοποίηση εξειδικεύει και εφαρμόζει όχι μόνο την επιταγή του κοινού νομοθέτη, αλλά και συνταγματική επιταγή, η οποία του καθορίζει τις ερμηνευτικές οδούς που αυτός πρέπει να ακολουθήσει, ώστε να υλοποιήσει στην πράξη το σεβασμό και την προστασία της προσωπικότητας. 


Β. Η ΚΑΤΑΣΤΡΩΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΥ-ΤΟ ΕΥΛΟΓΟ ΩΣ ΜΕΙΖΩΝ ΠΡΟΤΑΣΗ ΑΥΤΟΥ

Η φύση των αόριστων εννοιών γίνεται εμφανής κατά τη συγκρότηση του νομικού συλλογισμού. Δια του συλλογισμού αυτού επιτυγχάνεται η διάγνωση και επίλυση μιας συγκεκριμένης διαφοράς, η οποία και επέρχεται με την εφαρμογή του αντίστοιχου κανόνα δικαίου. Δεν είναι δε νοητή η εφαρμογή του δικαίου χωρίς τη χρησιμοποίηση αυτού του συλλογισμού, αφού η οποιαδήποτε κρίση δεν είναι τίποτε άλλο από έναν συμπεπτυγμένο συλλογισμό όπως και κάθε συλλογισμός είναι μία συμπεπτυγμένη κρίση. Τα στοιχεία από τα οποία απαρτίζεται αυτός ο συλλογισμός είναι τα ακόλουθα: 1) η μείζων πρόταση, δηλαδή ο κανόνας δικαίου ο οποίος περιλαμβάνει τις νόμιμες προϋποθέσεις που προκαλούν, σύμφωνα με τη νομοθετική βούληση, την οριζόμενη έννομη συνέπεια (λόγος) και την ακολουθία, δηλαδή ακριβώς την έννομη συνέπεια η οποία μπορεί να είναι ένα δημόσιο ή ιδιωτικό δικαίωμα ή αντίστοιχη υποχρέωση ή η απόσβεση ή η αλλοίωση αυτών . Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι αν υπάρξει ως πραγματικό βιοτικό συμβάν η περίπτωση που υποθετικά περιγράφεται στον κανόνα δικαίου, και στο ζήτημα που μας απασχολεί ειδικώτερα θάνατος ή σωματική βλάβη που οφείλεται σε τροχαίο ατύχημα επέρχεται η προβλεπόμενη από τη διάταξη έννομη συνέπεια (ακολουθία), δηλαδή η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης η οποία και πρέπει να είναι «εύλογη». 2) Η ελάσσων πρόταση, η οποία περιλαμβάνει μία οντολογική κρίση, τη διαπίστωση δηλαδή των πραγματικών γεγονότων και μία κατηγορική κρίση, την υπαγωγή δηλαδή των πραγματικών γεγονότων που διαπιστώθηκαν στις πραγματικές προϋποθέσεις του κανόνα δικαίου και 3) Το συμπέρασμα, το οποίο συνίσταται στο ότι για τα πραγματικά γεγονότα που στοιχειοθετούν το συγκεκριμένο βιοτικό συμβάν καταφάσκεται ή όχι η έννομη συνέπεια (ακολουθία της μείζονος πρότασης) . Έτσι π.χ. στη σύμβαση έργου του άρθρου 681 του ΑΚ, της οποίας η μείζων πρόταση αποτελεί έννοια ορισμένη ο συλλογισμός του δικαστή θα λάβει την ακόλουθη μορφή: 
Σύμβαση έργου (Σ) είναι η συμφωνία (α) για την εκτέλεση ενός έργου (β) με αντάλλαγμα την καταβολή αμοιβής (γ) (μείζων πρόταση). 
Οι διάδικοι συμφώνησαν, στο συγκεκριμένο βιοτικό συμβάν που καλείται να κρίνει ο δικαστής, τη βαφή της οικίας του εναγομένου με υλικά του αντιδίκου του και συνολική αμοιβή 500 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο (Β) (ελάσσων πρόταση). 
Η συμφωνία αυτή (α) έχει ως αντικείμενο την εκτέλεση ενός έργου (β) με αντάλλαγμα την καταβολή αμοιβής (γ). 
Άρα η συμφωνία των διαδίκων (Β) είναι σύμβαση έργου (Σ) αφού αυτή έχει όλα τα στοιχεία της έννοιας που συνιστά τη μείζονα πρόταση του συλλογισμού. 

Σ= α+β+γ
Β= α+β+γ
Άρα Β=Σ 

Ο προαναφερόμενος συλλογισμός είναι συνήθως απλός ως προς το πρώτο σκέλος του και δεν απαιτεί ιδιαίτερη διανοητική εργασία και πρωτοβουλία από τον δικαστή, αφού ο τελευταίος θα αντλήσει την έννοια που συγκροτεί τη μείζονα πρόταση και εν προκειμένω τη σύμβαση έργου απευθείας από το νόμο ή τη νομολογία. Δηλαδή στην περίπτωση αυτή ο δικαστής «αναπαριστά» με τρόπο σχεδόν μαθηματικό μία έτοιμη ξένη σκέψη, δηλαδή μια σκέψη που του παρέχεται ήδη προσδιορισμένη. Όταν όμως η μείζων πρόταση περιέχει αόριστη έννοια, όπως π.χ. την έννοια του ευλόγου, τότε ο δικαστής υποχρεούται να προσδιορίσει ο ίδιος το περιεχόμενο της αόριστης αυτής έννοιας, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτό τις κατάλληλες ερμηνευτικές μεθόδους. Η πνευματική εργασία του δικαστή προκειμένου αυτός να συγκροτήσει τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού στην περίπτωση της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης του άρθρου 932 του ΑΚ, θα έχει την εξής πορεία: Θα πρέπει να προσδιορισθεί κατ αρχήν το περιεχόμενο της αόριστης νομικής έννοιας που αποτελεί και τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού. Για το σκοπό αυτό ο δικαστής θα προχωρήσει στην ανάλυση των στοιχείων αυτής της έννοιας και θα καταλήξει σε πρόταση, οι προϋποθέσεις της οποίας να συμπίπτουν εννοιολογικά προς τα στοιχεία που αποτελούν το συγκεκριμένο ατομικό δεδομένο ώστε να λειτουργήσει ο επαγωγικός συλλογισμός . Η ανάλυση αυτή γίνεται με τη βοήθεια κριτηρίων τα οποία «νοηματοδοτούνται αποκλειστικά με βάση την κλίμακα των σκοπών της τελολογικά δομημένης έννομης τάξης μας» . Δηλαδή η αόριστη νομική έννοια «εύλογο» θα πρέπει να αναλυθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε τα στοιχεία της μείζονος πρότασης να έχουν τόσα και τέτοια χαρακτηριστικά γνωρίσματα που να ταυτίζονται με τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των γεγονότων που συνιστούν τη συγκεκριμένη ατομική περίπτωση .Η μορφή που παίρνει σε αυτή την περίπτωση ο δικανικός συλλογισμός γίνεται κατανοητή από το ακόλουθο παράδειγμα: Αν υπάρξει περίπτωση επί αδικοπραξίας για την οποία οφείλεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, οι προσδιοριστικοί παράγοντες, δηλαδή 
1) Η βαρύτητα και το είδος της προσβολής να έχουν τα α+β+γ χαρακτηριστικά 
2) Ο βαθμός υπαιτιότητας τα δ+ε+ζ χαρακτηριστικά 
3) Η κοινωνική θέση και η οικονομική κατάσταση του ζημιώσαντος τα η+θ χαρακτηριστικά και 
4) Η κοινωνική θέση και η οικονομική κατάσταση του ζημιώσαντος τα ι+κ χαρακτηριστικά (λόγος)
τότε η εύλογη χρηματική ικανοποίηση θα πρέπει να ανέρχεται σε Χ ποσό ευρώ (ακολουθία).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση έστω ότι συνυπάρχουν τα πάρα πάνω χαρακτηριστικά στοιχεία δηλαδή α+β+γ+δ+ε+ζ+η+θ+ι+κ. 
Επομένως στην περίπτωση αυτή η εύλογη χρηματική ικανοποίηση θα είναι Χ ποσού ευρώ . 
Σε ένα τροχαίο λοιπόν ατύχημα κατά το οποίο προκλήθηκε σωματική βλάβη εις βάρος του Α με αποκλειστική υπαιτιότητα του Β, η οποία και γεννά υποχρέωση του τελευταίου για χρηματική ικανοποίηση του παθόντος λόγω ηθικής βλάβης, ο δικαστής θα λειτουργήσει με τον ακόλουθο τρόπο, προκειμένου να συγκροτήσει τον σχετικό δικανικό συλλογισμό. 
1) Χαρακτηριστικά της σωματικής βλάβης: κάταγμα μηριαίου οστού (α) + χειρουργική επέμβαση (β) + υποχρέωση κλινοστατισμού επί ένα μήνα (γ)
2) Στοιχεία της υπαιτιότητας: παραβίαση ερυθρού σηματοδότη (δ) + υπερβολική ταχύτητα (ε) + οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνεύματος (ζ) 
3) Κοινωνική θέση και περιουσιακή κατάσταση του Β: ιδιωτικός υπάλληλος, άγαμος (η) + μηνιαίος μισθός 1500 ευρώ χωρίς άλλα εισοδήματα (θ) 
4) Κοινωνική θέση και περιουσιακή κατάσταση του Α: οικοδόμος, έγγαμος με δύο παιδιά (ι) + μηνιαίος μισθός 1300 ευρώ κατά μέσο όρο και υποχρέωση καταβολής μηνιαίου μισθώματος 350 ευρώ (κ) 
Αν συντρέχουν όλες οι πάρα πάνω συνθήκες τότε η χρηματική ικανοποίηση που πρέπει να επιδικασθεί κυμαίνεται από 15.000 έως 20.000 ευρώ. 
Στην κρινόμενη περίπτωση συνυπάρχουν όλα τα πάρα πάνω στοιχεία, δηλαδή α+β+γ+δ+ε+ζ+η+θ+ι+κ. 
Επομένως ο δικαστής θα επιδικάσει για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης οποιοδήποτε ποσό βρίσκεται μέσα στα πλαίσια των 15.000 & 20.000 ευρώ. Και αυτό γιατί το εν λόγω ποσό τελεί σε σχέση ευθέως ανάλογη προς τα ατομικά και ιδιαίτερα στοιχεία της συγκεκριμένης περίπτωσης. Ο στόχος αυτός επιτυγχάνεται ακριβώς με την πάρα πάνω εξειδίκευση της έννοιας του ευλόγου μέχρι τέτοιο βαθμό ακριβείας, ώστε η έννοια αυτή να μπορέσει να επιτελέσει τη ρυθμιστική της λειτουργίας στην ατομική περίπτωση .
Όπως προκύπτει από το πάρα πάνω παράδειγμα το επιδικαστέο ποσό Χ δεν είναι επακριβώς προσδιορισμένο, αλλά με το σύμβολο Χ ορίζεται ένα πλαίσιο ποσού, κυμαινόμενο στην περίπτωσή μας μεταξύ 15.000-20.000 ευρώ, διότι εκείνο που ενδιαφέρει από άποψη υπαγωγικού συλλογισμού είναι το επιδικαζόμενο ποσό να τελεί σε σχέση ευθέως ανάλογη προς τα ατομικά και ιδιαίτερα στοιχεία της περίπτωσης, ώστε αυτό να είναι εύλογο. Ο δικαστής λοιπόν θα προσδιορίσει με τον συλλογισμό του ποια είναι τα δύο άκρα του πλαισίου, δηλαδή το ανώτατο και το κατώτατο και μέσα στο πλαίσιο αυτό θα κινηθεί, ασκώντας το δικαίωμα που του παρέχει ο νομοθέτης, δηλαδή την διακριτική ευχέρεια ή ελεύθερη εκτίμηση, προκειμένου αυτός να αποφανθεί για το ακριβές ύψος του επιδικαστέου ποσού. Αν λοιπόν στο προαναφερόμενο παράδειγμα ο δικαστής επιδικάσει οποιοδήποτε ποσό το οποίο θα κυμαίνεται από τις 15.000-20.000 ευρώ, τότε αυτός έχει κάνει ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που διαπιστώθηκαν στη νομική έννοια του ευλόγου, όπως αυτή εξειδικεύεται ερμηνευτικά και αποτελεί τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού . Έτσι λοιπόν ο προσδιορισμός του πλαισίου εντός του οποίου οφείλει να κινηθεί ο δικαστής, προκειμένου να ορίσει το εύλογο, γίνεται με την εξειδίκευση της αόριστης αυτής έννοιας και με βάση αντικειμενικά κριτήρια. Δηλαδή στην περίπτωση αυτή υπάρχει υπαγωγικός συλλογισμός ο οποίος και ελέγχεται αναιρετικά. Όμως ο ακριβής καθορισμός του επιδικαστέου ποσού, το οποίο θα πρέπει να εμπεριέχεται μέσα σε αυτά τα πλαίσια, αφήνεται στην υποκειμενική αξιολόγηση και την περί δικαίου συνείδηση του δικαστή, χωρίς αυτός να διαμορφώνει υπαγωγικό συλλογισμό. Επομένως η τελευταία αυτή κρίση του δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού εδώ λείπει το αντικειμενικό κριτήριο . Και αυτό διότι « ελεύθερη εκτίμηση ή διακριτική εξουσία» του δικαστή σημαίνει ακριβώς την ελεύθερη επιλογή μεταξύ περισσότερων και εξίσου νόμιμων λύσεων, οι οποίες λύσεις είναι ακριβώς νόμιμες διότι βρίσκονται μέσα στο καθορισμένο πλαίσιο. 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ 

Από την ανάπτυξη που προηγήθηκε συνάγεται το συμπέρασμα ότι η ανομοιομορφία των επιδικαζόμενων ποσών χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης όπως και το χαμηλό ύψος αυτών, οφείλονται στο γεγονός ότι ο δικαστής της ουσίας δεν είναι εξοπλισμένος με έναν συγκροτημένο δικανικό συλλογισμό, προκειμένου να προσδιορίσει το ουσιαστικό περιεχόμενο της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, που αποτελεί τη μείζονα πρόταση αυτού. Η αιτία αυτού του φαινομένου είναι η πάγια θέση του Αρείου Πάγου ότι δηλαδή ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης γίνεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια. Η άποψη αυτή έχει υποστεί σκληρή κριτική και από τους ίδιους τους πρώην δικαστές του Ακυρωτικού, οι οποίοι θεωρούν ότι χαρακτηρίζεται από αρνητική ακαμψία και απολυτότητα , ενώ υποστηρίζεται ότι ο δικαστής δεν αρκεί να εκτιμά απλά τα πραγματικά περιστατικά αλλά πρέπει να συνάπτει κατά σχέση αναλογίας την ηθική βλάβη με τους προσδιοριστικούς παράγοντες, δηλαδή στην ουσία να προβαίνει σε αξιολογική κρίση η οποία συνιστά υπαγωγικό συλλογισμό . Η κριτική αυτή καταδεικνύει και την εσφαλμένη προσέγγιση της έννοιας του ευλόγου που γίνεται από τον Άρειο Πάγο, αφού, όπως έχει σωστά παρατηρηθεί, μόνο η παραδοχή των γυμνών πραγματικών περιστατικών δεν περιέχει αξιολογική κρίση, δηλαδή υπαγωγικό συλλογισμό και επομένως είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο. Οποιαδήποτε όμως εργασία του δικαστή που ακολουθεί μετά την παραδοχή αυτών των περιστατικών, και ειδικώτερα η υπαγωγή αυτών στην προσήκουσα νομική διάταξη, αποτελεί κρίση νομική η οποία ελέγχεται αναιρετικά . Άλλωστε και ο ίδιος ο Άρειος Πάγος έχει δεχθεί επανειλημμένως ότι η εξειδίκευση άλλων αόριστων εννοιών, όπως π.χ. «σπουδαίος λόγος» αποτελεί νομική έννοια υποκείμενη στον έλεγχο του Αρείου Πάγου . Αντίθετα η παραδοχή της άποψης ότι το εύλογο αποτελεί αόριστη νομική έννοια θα προσφέρει στον δικαστή της ουσίας, μέσα από τη διαμόρφωση σταθερών κατευθυντηρίων γραμμών για τον προσδιορισμό του πλαισίου της εκάστοτε επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, τον απαραίτητο θεωρητικό και πρακτικό εξοπλισμό ώστε αυτός να καταλήξει σε ορθή κρίση. Οι κατευθυντήριες αυτές γραμμές θα διαμορφωθούν από τη νομολογία του Αρείου Πάγου, ο οποίος δεν καθίσταται έτσι τριτοβάθμιο δικαστήριο ουσίας, φόβος που έχει εκφραστεί από πολλές πλευρές, αφού στην περίπτωση αυτή το Ακυρωτικό δεν ελέγχει τα πραγματικά περιστατικά για να καταλήξει αν ήταν ορθό ή όχι το επιδικασθέν ποσό, αλλά μόνο τον υπαγωγικό συλλογισμό, δηλαδή αν το επιδικασθέν ποσό βρίσκεται μέσα στα όρια του νόμιμου πλαισίου, όπως αυτό προσδιορίζεται πάρα πάνω . Με τον τρόπο αυτό θα επιτευχθεί ενότητα στη νομολογία και θα αντιμετωπισθούν τα φαινόμενα που παρατηρούνται μέχρι σήμερα, της επιδίκασης δηλαδή «εξευτελιστικών ή ανομοιόμορφων» ποσών για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ενώ θα τοποθετηθεί ο θεσμός αυτός της αποκατάστασης της μη περιουσιακής ζημίας στο στέρεο βάθρο που της έχει επιφυλάξει ο έλληνας συνταγματικός και κοινός νομοθέτης. 
-------------------------------

(Σημ.Εκδ.)
Πολλοί είναι αυτοί που παραπονιούνται ότι τα τελευταία χρόνια παρατηρείται αύξηση των επιδικαζομένων για Ψυχική Οδύνη - Ηθική Βλάβη κονδυλίων εξ ΑΚ 932 (μέχρι και 400%), γεγονός που προκαλεί προβλήματα και δυσχεραίνει την ομαλή λειτουργία των ασφαλιστικών εταιριών, που καλούνται να καταβάλλουν υπέρογκα ποσά στους δικαιούχους.
Μια μικρή όμως αναδρομή στην νομολογία του παρελθόντος και μάλιστα όταν οι αποζημιώσεις επιδικάζοντο με ιστορικό εθνικό μας νόμισμα, την δραχμή, αποδεικνύει ότι ο μέσος όρος των τότε (προ 10ετίας και πλέον) επιδικαζομένων εξ ΑΚ 932 κονδυλίων από τα δευτεροβάθμια δικαστήρια, ανήρχετο κατά μέσο όρο, από 50.000.000 δρχ έως 80.000.000 δρχ. (ενίοτε δε έφθανε και τα 100.000.000 δρχ). 
Σήμερα παρατηρείται κάθετη ΜΕΙΩΣΗ των ανωτέρω επιδικαζόμενων ποσών με μέση τιμή τα 50.000 ευρώ ανά δικαιούχο συγγενή πρώτου βαθμού (και να είμαστε ευχαριστημένοι), δηλαδή το ισόποσο των 17.037.500 δραχμών, όταν μάλιστα η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αναπροσαρμόσει τα κατώτατα όρια ασφαλίσεως, αναγνωρίζοντας την ανάγκη για μεγαλύτερη προστασία των θυμάτων από τροχαία ατυχήματα και όταν εκ του λόγου αυτού (όπως λέγετε) αναπροσαρμόζονται συνεχώς (και ορθώς) και σε ετήσια βάση τα ασφάλιστρα. 


(Συμπέρασμα: αναπροσαρμογή ασφαλίσματος - αναπροσαρμογή ασφαλίστρου αλλά ΜΕΙΩΣΗ κατά πέντε φορές επιδικαζομένων κατά μέσο όρο ποσών. Εκτός και αν κάποιος συνεχίζει να κάνει το λάθος να εξομοιώνει το ευρώ με τις δραχμές δηλαδή τα 50.000 ευρώ με τα 50.000.000 δρχ. δεν νομίζουμε όμως ότι αντέχει ο υπολογισμός αυτός σε μια στρεβλωμένη τέτοια ισοτιμία). 
Είμαστε ΥΠΕΡΜΑΧΟΙ της Ιδιωτικής Ασφάλισης και του έργου που καλούνται να προσφέρουν οι υγιείς ασφαλιστικές εταιρίες, ασφαλίζοντας υπό το θεσμό της υποχρεωτικής ασφάλισης των αυτοκινήτων «τον εκ της κυκλοφορίας κίνδυνο», ένα κίνδυνο συνεχώς αυξανόμενο στις μέρες μας, όταν συνεχίζει να επιδεικνύεται το ίδιο έλλειμμα στην κυκλοφοριακή αγωγή των νεοελλήνων. Πέραν της αύξησης των προστίμων που επιχειρούν οι αρμόδιοι και των σκληρών διοικητικών ποινών (αφαίρεση άδειας ικανότητας και πινακίδων κυκλοφορίας) που προέβλεψε ο Νέος Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας, δεν διαφαίνεται άλλη προσπάθεια με επίκεντρο την πρόληψη, είτε με την εφαρμογή κατάλληλων εκπαιδευτικών προγραμμάτων των νέων οδηγών - προσαρμοσμένα στις σύγχρονες κυκλοφοριακές συνθήκες - είτε στην διαμόρφωση κυκλοφοριακής αγωγής σε όλους τους συμμετέχοντες στην κυκλοφορία (πεζούς και οδηγούς).

Άρθρα - Απόψεις

Αντισυνταγματικότητα και παράβαση Κοινοτικού Δικαίου με τις προτεινόμενες αλλαγές για το Επικουρικό κεφάλαιο 


Άρθρο 48 του σχεδίου νόμου για τα πιστωτικά ιδρύματα και το καθεστώς του Επικουρικού Κεφαλαίου


Με το άρθρο 48 του σχεδίου νόμου «Ενισχυμένα μέτρα εποπτείας και εξυγίανσης των Πιστωτικών Ιδρυμάτων - Ρύθμιση θεμάτων χρηματοπιστωτικού χαρακτήρα - Κύρωση της Σύμβασης - Πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και των τροποποιήσεών της και άλλες διατάξεις» που κατατέθηκε στις 1-9-2011 στη Βουλή, εισάγεται διάταξη με την οποία ουσιαστικά επιβάλλεται μερική παύση πληρωμών από το «Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης Ατυχημάτων από Αυτοκίνητα».
Δεν είναι αληθές το αναφερόμενο σε δημοσιεύματα και εκπομπές ότι νομοθετικός σκοπός της διάταξης είναι η περικοπή των αποζημιώσεων.
Η αλήθεια είναι ότι οι αποζημιώσεις παραμένουν ως έχουν πλην όμως το Επικουρικό Κεφάλαιο και μόνο παύει να καταβάλει αποζημιώσεις για χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη και για ψυχική οδύνη ενώ επιβάλλεται ανώτατο όριο 100.000 Ευρώ και μάλιστα με κλιμακωτή ποσόστωση για τις αποζημιώσεις επί των λοιπών αξιώσεων (πλην της ηθικής βλάβης και της ψυχικής οδύνης) που το Επικουρικό Κεφάλαιο καταβάλλει σε περιπτώσεις υποκατάστασης ασφαλιστή του οποίου ανακλήθηκε η άδεια ή πτώχευσε.
1. ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗΣ ΠΑΝΤΕΛΩΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ, ΤΗΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗΣ ΤΟΥ ΝΑ ΚΑΤΑΒΑΛΕΙ ΧΡΗΜΑΤΙΚΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΛΟΓΩ ΗΘΙΚΗΣ ΒΛΑΒΗΣ Η ΨΥΧΙΚΗΣ ΟΔΥΝΗΣ
1α. Τι σημαίνει για τους παθόντες η κατάργηση της υποχρέωσης του Επικουρικού Κεφαλαίου να αποζημιώνει ψυχική οδύνη και ηθική βλάβη παρότι προβλέπεται τέτοια αποζημίωση στον Αστικό Κώδικα (932 ΑΚ):
Παράδειγμα 1ο: Σε περίπτωση θανατηφόρου ατυχήματος τα ορφανά παιδιά, η χήρα, οι γονείς και όσοι εκ του Νόμου δικαιούνται ψυχικής οδύνης δεν θα λαμβάνουν καμία απολύτως αποζημίωση από το Επικουρικό Κεφάλαιο παρά μόνο για την κατασκευή του τάφου του προσφιλούς τους προσώπου, τις τυχόν υλικές ζημίες του οχήματος και για τυχόν αξιώσεις τους εκ διατροφής. Την χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη θα δικαιούνται να την αναζητήσουν μόνο από τον υπαίτιο αν αυτός δεν είναι άγνωστος και αν έχει περιουσία
Παράδειγμα 2ο: Σε περίπτωση τροχαίου ατυχήματος ακόμη και με σοβαρότατο τραυματισμό, ο παθών ακόμη και αν έχει μείνει μόνιμα ανάπηρος δεν δικαιούται καμία αποζημίωση από το Επικουρικό Κεφάλαιο για την ηθική βλάβη που θα έχει υποστεί από τον τραυματισμό του, την οποία θα την αναζητήσουν από τον υπαίτιο αν αυτός δεν είναι άγνωστος και αν έχει περιουσία.
1β Τι σημαίνει για τους υπαίτιους οδηγούς η κατάργηση της υποχρέωσης του Επικουρικού Κεφαλαίου να αποζημιώνει ψυχική οδύνη και ηθική βλάβη παρότι προβλέπεται τέτοια αποζημίωση στον Αστικό Κώδικα (932 ΑΚ):
Τόσο σε περίπτωση θανατηφόρου ατυχήματος όσο και στις λοιπές περιπτώσεις ατυχημάτων ακόμη και με σοβαρότατο τραυματισμό, ο υπαίτιος οδηγός είτε είναι ανασφάλιστος κατά τον χρόνο του ατυχήματος ή ασφαλισμένος κατά τον χρόνο του ατυχήματος, αλλά η εταιρία του μεταγενεστέρως πτώχευσε ή ανακλήθηκε η άδειά της, υποχρεούται εξ ιδίων χρημάτων να αποζημιώσει στο σύνολό της την ψυχική οδύνη των συγγενών και την ηθική βλάβη του θύματος. 
1γ. Η εξαίρεση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και ψυχικής οδύνης από την αποζημίωση του Επικουρικού Κεφαλαίου είναι αντίθετη με το Κοινοτικό Δίκαιο.
Το άρθρο 1 παρ.4 εδ.α& της 84/5/ΕΟΚ Κοινοτικής Οδηγίας η οποία ρυθμίζει το καθεστώς του Επικουρικού Κεφαλαίου και η οποία ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο με το Π.Δ. 264/91 προβλέπει ρητά την υποχρέωση του Επικουρικού Κεφαλαίου να αποζημιώνει πλήρως τα θύματα τουλάχιστον εντός των ορίων της υποχρέωσης ασφάλισης. Κατά συνέπεια, εφόσον η υποχρέωση ασφάλισης καλύπτει και τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και ψυχικής οδύνης, δεν μπορεί το συγκεκριμένο κονδύλιο να εξαιρεθεί της υποχρέωσης αποζημίωσης του Επικουρικού Κεφαλαίου.
2. ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΠΙΒΟΛΗΣ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΟΡΙΟΥ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ αν ο υπαίτιος του ατυχήματος ήταν ασφαλισμένος σε εταιρία η οποία μεταγενεστέρως πτώχευσε ή ανακλήθηκε η άδειά της.
2α. Τι σημαίνει για τους παθόντες η επιβολή ανωτάτου ορίου αποζημίωσης από το Επικουρικό Κεφάλαιο αν ο υπαίτιος του ατυχήματος ήταν ασφαλισμένος σε εταιρία η οποία μεταγενεστέρως πτώχευσε ή ανακλήθηκε η άδειά της.
Στα ανωτέρω παραδείγματα, ακόμη και οι λοιπές (πλέον της ψυχικής οδύνης και της ηθικής βλάβης) αξιώσεις των συγγενών, κυρίως από στέρηση διατροφής (1ο παράδειγμα) και του παθόντα, κυρίως από στέρηση εισοδημάτων εκ της εργασίας του, οι οποίες αν είναι μόνιμα ανάπηρος αφορούν όλο το υπόλοιπο της ζωής του (2ο παράδειγμα), αποζημιώνονται πλέον μερικώς από το Επικουρικό Κεφάλαιο αν ο δράστης του ατυχήματος ήταν ασφαλισμένος σε εταιρία η οποία μεταγενεστέρως πτώχευσε ή ανακλήθηκε η άδειά της.
Συγκεκριμένα, επιβάλλεται ανώτατο όριο αποζημίωσης 100.000 Ευρώ για τις αξιώσεις αυτές του παθόντα, πλην όμως, ακόμη και αυτή η αποζημίωση δεν καλύπτεται πλήρως από το Επικουρικό Κεφάλαιο αλλά υπόκειται παντελώς αδικαιολόγητα και αυθαίρετα σε κλιμακωτή ποσόστωση ανάλογα με το ύψος της ζημίας και μάλιστα στα σοβαρότερα ατυχήματα το ποσό που θα καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι λίγο μεγαλύτερο από το ήμισυ της συνολικής αποζημίωσης.(π.χ. για ζημία έως 2.000 Ευρώ καταβάλλεται το 90% της αποζημίωσης από το Επικουρικό Κεφάλαιο, για ζημία από 10.001 Ευρώ έως 30.000 Ευρώ καταβάλλεται το 75% της αποζημίωσης, για ζημία από 60.001 έως 100.000 καταβάλλεται το 60% της αποζημίωσης κ.ο.κ.).
Το υπόλοιπο της αποζημίωσης που δεν θα καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο, τα θύματα και σε περίπτωση θανατηφόρου ατυχήματος, οι συγγενείς των θυμάτων θα δικαιούνται να τα αναζητήσουν από τον υπαίτιο οδηγό αν αυτός έχει περιουσία.
2β. Τι σημαίνει για τους υπαιτίους οδηγούς η επιβολή ανωτάτου ορίου αποζημίωσης από το Επικουρικό Κεφάλαιο αν η εταιρία στην οποία ήταν ασφαλισμένοι μεταγενεστέρως πτώχευσε ή ανακλήθηκε η άδειά της
Τόσο σε περίπτωση θανατηφόρου ατυχήματος όσο και στις λοιπές περιπτώσεις ατυχημάτων ακόμη και με σοβαρότατο τραυματισμό, ο υπαίτιος οδηγός παρότι ήταν ασφαλισμένος κατά τον χρόνο του ατυχήματος, παρότι δεν φέρει καμία ευθύνη για ένα εξωτερικό της βούλησης και δράσης γεγονός, όπως είναι η μεταγενέστερη πτώχευση ή ανάκλησης της άδειας της ασφαλιστικής του εταιρίας, τιμωρείται να καταβάλει το επιπλέον ποσό αυτού που θα καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο εξ ιδίων χρημάτων.
2γ. Η ρύθμιση με την οποία επιβάλλεται ανώτατο όριο αποζημίωσης από το Επικουρικό Κεφάλαιο αν ο υπαίτιος του ατυχήματος ήταν ασφαλισμένος σε εταιρία η οποία μεταγενεστέρως πτώχευσε ή ανακλήθηκε η άδειά της είναι αντισυνταγματική καθώς απαλλοτριώνονται μερικώς τα περιουσιακά δικαιώματα που ενσωματώνονται στην ασφάλιση, κατά παράβαση του άρθρου 17 του Συντάγματος, το οποίο προστατεύει και τα ενοχικά δικαιώματα, και του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ
2δ. Η επιβολή ανωτάτου ορίου αποζημίωσης του Επικουρικού Κεφαλαίου είναι αντίθετη με το Κοινοτικό Δίκαιο (84/5/ΕΟΚ Κοινοτική Οδηγία).
Ο εθνικός νομοθέτης δεν μπορεί να περιορίσει το ύψος της αποζημίωσης παρά μονάχα να προσδώσει ή όχι επικουρικό χαρακτήρα στην παρέμβαση του Επικουρικού Κεφαλαίου (δηλαδή αν μέρος της αποζημίωσης του θύματος καλύπτεται από ασφαλιστικό ταμείο τότε όπως συμβαίνει σήμερα το Επικουρικό Κεφάλαιο καταβάλλει το υπόλοιπο της δικαιούμενης αποζημίωσης
2ε..Η ρύθμιση με την οποία επιβάλλεται ανώτατο όριο αποζημίωσης από το Επικουρικό Κεφάλαιο αν ο υπαίτιος του ατυχήματος ήταν ασφαλισμένος σε εταιρία η οποία μεταγενεστέρως πτώχευσε ή ανακλήθηκε η άδειά της είναι προφανώς αυθαίρετη και παράνομη καθώς ο παθών θα έχει πληρώσει το σύνολο του δικαστικού ενσήμου για το σύνολο της αποζημίωσης που αιτείται είτε η αγωγή του είναι καταψηφιστική είτε αναγνωριστική (άρθρο 70 ν.3994/2011), αλλά θα λάβει από το Επικουρικό Κεφάλαιο μόνο ένα μέρος από τη δικαιούμενη αποζημίωση.
2στ. Η ρύθμιση με την οποία επιβάλλεται ανώτατο όριο αποζημίωσης από το Επικουρικό Κεφάλαιο αν ο υπαίτιος του ατυχήματος ήταν ασφαλισμένος σε εταιρία η οποία μεταγενεστέρως πτώχευσε ή ανακλήθηκε η άδειά της είναι νομοτεχνικά κακότεχνη. 
α. Ενώ στις περιπτώσεις του άγνωστου οδηγού και του ανασφάλιστου υπάρχει ρητή αναφορά στην παραγραφή, στην περίπτωση της ανάκλησης της άδειας ή πτώχευσης του ασφαλιστή δεν υπάρχει καμία αναφορά στην παραγραφή. Θα πρέπει και στην περίπτωση αυτή να αναφερθεί ότι η σχετική αξίωση υπόκειται στην κατά το άρθρο 10 παρ.2 παραγραφή.
β. Δεν διευκρινίζεται ως θα όφειλε αν το όριο αποζημίωσης (πλαφόν) είναι ανά ατύχημα ή ανά θύμα
Δεδομένου ότι πλέον στο Ελληνικό δίκαιο (άρθρο 33 παρ. 2 ν.3746/2009 (ΦΕΚ 27Α/6-2-2009) το οποίο τροποποίησε το άρθρο 6 παρ. 5 του ΠΔ 237/86 (κωδ. ν.489/1976).), κατ΄εφαρμογή Κοινοτικής Οδηγίας (υπ αριθμ. 2005/14/ΕΚ) οι αποζημιώσεις υπολογίζονται ανά θύμα και όχι ανά ατύχημα, θα έπρεπε και η συγκεκριμένη διάταξη να εναρμονίζεται με την νομοθετική αυτή κατεύθυνση.
3. ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΤΑΞΗΣ.
3α. Παράδειγμα Από την αναδρομικότητα της διάταξης καταλαμβάνονται ατυχήματα τα οποία έχουν συμβεί μέχρι τη τυχόν δημοσίευση της σχετικής ρύθμισης ακόμη και αν έχουν συζητηθεί σε πρώτο και σε δεύτερο βαθμό, ακόμη και αν τα θύματα έχουν εξετασθεί από πραγματογνώμονες ιατρούς που όρισε το δικαστήριο, ακόμη και αν έχουν μεσολαβήσει 10 και 12 χρόνια από το ατύχημα και δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, ακόμη και αν έχει κερδηθεί σε νομικό επίπεδο η υπόθεση στον Άρειο Πάγο και επανεξετάζεται από το Εφετείο ως δικαστήριο παραπομπής, κ.ο.κ.
3β. Η αναδρομική εφαρμογή που προβλέπει η συγκεκριμένη διάταξη είναι αντισυνταγματική και δεν μπορεί να εφαρμοσθεί από τα Δικαστήρια καθώς με την αναδρομή ο νομοθέτης παρεμβαίνει στην απονομή της δικαιοσύνης, προσκρούει δε στην πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου η οποία προβλέπει ότι απαγορεύεται η αναδρομικότητα του νόμου όταν προσβάλλει κεκτημένα δικαιώματα κατά το άρθρο 17 του Συντάγματος στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα ενοχικά δικαιώματα όπως είναι οι αξιώσεις του παθόντα από τροχαίο ατύχημα (ΟλΑΠ 6/2007, ΑΠ 1939/2009).
Κατά συνέπεια καμία διάταξη δεν μπορεί να έχει εφαρμογή για τροχαία ατυχήματα που συνέβησαν προ της δημοσίευσής της στην ΕτΚ.
4. Η ΡΥΘΜΙΣΗ ΘΑ ΠΡΟΚΑΛΕΣΕΙ ΣΩΡΕΙΑ ΔΙΚΩΝ ΚΑΙ ΘΑ ΟΔΗΓΗΣΕΙ ΣΤΟΝ ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟ ΤΟΥ ΟΓΚΟΥ ΤΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΥΛΗΣ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΒΑΡΥΝΣΗ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ, θυμάτων και υπαιτίων.
Η συγκεκριμένη ρύθμιση, όχι μόνο δεν θα βοηθήσει στην αποσυμφόρηση των δικαστηρίων αλλά θα πολλαπλασιάσει τον όγκο της δικαστικής ύλης, καθώς για ένα ατύχημα θα ανοίγονται περισσότερες της μίας δίκες με πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης και ανακοπές κατ αυτών, δίκες για προσωπική κράτηση, δίκες για συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας του υπαίτιου οδηγού, ποινικές δίκες κατά του υπαιτίου καθώς τα θύματα πλέον δεν θα δηλώνουν ότι δεν επιθυμούν ποινική δίωξη του υπαιτίου κατά το άρθρο 315 Ποινικού Κώδικα κλπ. 
5.Τα υπαρκτά προβλήματα του Επικουρικού Κεφαλαίου δεν επιλύονται με την μερική παύση πληρωμών των «δανειστών» του που στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι τραπεζίτες, αλλά μία ιδιαίτερα αδύναμη κοινωνικά και οικονομικά ομάδα πολιτών που απαρτίζεται κατά κύριο λόγο από ανάπηρους εξ αυτοκινητικών ατυχημάτων και από ορφανά, χήρες και γονείς θυμάτων τροχαίων ατυχημάτων.
Είναι αδιανόητο το κράτος να παρεμβαίνει κατά τέτοιο προστατευτικό τρόπο υπέρ ενός νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, οι δε ρυθμίσεις αυτές δεν απορρέουν από υποχρεώσεις της χώρας μας για τη μείωση δημοσίων δαπανών.
Η λύση των προβλημάτων του Επικουρικού Κεφαλαίου απαιτεί πολιτική βούληση για ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών στην ασφαλιστική αγορά και αύξηση των πόρων του Επικουρικού Κεφαλαίου από τα ασφάλιστρα των συμβολαίων αστικής ευθύνης από τροχαία ατυχήματα, καθώς και από την πάταξη του διαρκώς διογκούμενου φαινομένου των ανασφάλιστων οχημάτων.
Καταλήγοντας, η προτεινόμενη ρύθμιση είναι αντισυνταγματική, αντίκειται στο Κοινοτικό Δίκαιο, είναι άδικη και κοινωνικά ανάλγητη καθώς τιμωρούνται τα θύματα αλλά και οι ασφαλισμένοι τροχαίων ατυχημάτων, υπάρχει δε κίνδυνος να γίνει προπομπός και υπόδειγμα και αντίστοιχων ρυθμίσεων που θα αφορούν μετά το Επικουρικό Κεφάλαιο, και τις ασφαλιστικές εταιρίες.
Είναι προφανές ότι επιστρέφουμε στο καθεστώς προ του 1976, οπότε εισήχθηκε ο νόμος περί υποχρεωτικής ασφάλισης οχημάτων (ν. 489/76) και τα τροχαία ατυχήματα και οι αποζημιώσεις εξ αυτών μετατρέπονται και πάλι σε νομική και οικονομική ζούγκλα με εν δυνάμει θύματα όλους του Έλληνες πολίτες που τυχόν εμπλακούν σε τροχαίο ατύχημα.

Ηλίας Ι. Κλάππας
Δικηγόρος Πειραιά
Μέλος Δ.Σ. Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά

Η ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ μετά το Ν. 3557/2007
Θέματα Διαχρονικού Δικαίου
Υπό Ευθυμίου Κ. Καραϊσκου
Δικηγόρου Λαμίας

ΣΣ Δημοσιεύεται στην Επιθεώρηση Συγκοινωνιακού Δικαίου Τεύχος Απρίλιος 2010 Σελ. 146

1. Στο άρθρο 18 του ΕισΝΑΚ ορίζεται ότι, οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την παραγραφή εφαρμόζονται και στις αξιώσεις που έχουν γεννηθεί αλλά δεν έχουν ακόμη παραγραφεί κατά την εισαγωγή του. Η έναρξη όμως, η αναστολή και η διακοπή της παραγραφής κρίνεται, ως προς τον πριν από την εισαγωγή του Κώδικα χρόνο, σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει έως τώρα. Αν ο χρόνος παραγραφής του Κώδικα είναι συντομότερος από αυτόν που προβλέπει το έως τώρα δίκαιο, υπολογίζεται ο συντομότερος, από την εισαγωγή του Κώδικα και αρχίζει από αυτήν. Στη περίπτωση όμως που ο χρόνος παραγραφής του έως τώρα δικαίου συμπληρώνεται νωρίτερα από το συντομότερο που ορίζεται στον Κώδικα, η παραγραφή συμπληρώνεται μόλις περάσει ο χρόνος παραγραφής του έως τώρα δικαίου. Από τις διατάξεις αυτές του ως άνω άρθρου 18 του ΕισΝΑΚ οι οποίες ρυθμίζουν μεν ζητήματα διαχρονικού δικαίου που προέκυψαν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, αλλά απηχούν γενική αρχή διαχρονικού δικαίου και έχουν εφαρμογή, όχι μόνο επί των περί παραγραφής διατάξεων του ΑΚ και του προ αυτού δικαίου, αλλά και επί κάθε άλλης περί παραγραφής διατάξεως νεοτέρου νόμου, συνάγεται ότι, όταν οι διατάξεις νεοτέρου νόμου ορίζουν μακρότερο χρόνο παραγραφής σε σχέση με το χρόνο παραγραφής που καθόριζε ο προηγούμενος νόμος, εφαρμογή έχει ο νεότερος νόμος, επί των αξιώσεων που είχαν γεννηθεί υπό την ισχύ του προηγουμένου νόμου, αλλά δεν παραγράφηκαν ή αποσβέστηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του νέου νόμου, διότι αν επήλθε το αποτέλεσμα αυτό, δεν ανατρέπεται από το νέο νόμο, εκτός αν ο νομοθέτης προσδώσει στη νέα διάταξη αναδρομική δύναμη εντός των επιτρεπτών συνταγματικών ορίων. Δεν εφαρμόζεται δε η περί της υπαγωγής στην επιφέρουσα την ταχύτερη συμπλήρωση της παραγραφής διάταξη δεύτερη παράγραφος του προαναφερθέντος άρθρου 18, διότι η παράγραφος αυτή προϋποθέτει για την εφαρμογή της, την καθιέρωση στο νεότερο νόμο βραχύτερης παραγραφής [βλ. Ολ.Α.Π. 13/2006, ΑΠ 1051/2002, ΝΟΒ 2003/253, ΑΠ 258/2002 αδημοσίευτη και Εφετ. Αθην.74/2008, ΕλλΔνση 2008/1523, Μον. Πρωτ. Λάρισας 192/2010 και 609/2009 αδημοσίευτες].
1.1. Για το ζήτημα αυτό βλ. και Κρητικού «Αποζημίωση από αυτοκινητικό ατυχήματα» εκδ. 2008 σελ. 714-715, κατά το οποίο : «.Η διαφορά του χρόνου παραγραφής του προγενεστέρου από το ισχύον δίκαιο (δύο έτη και πέντε έτη, αντιστοίχως) θέτει ενδιαφέροντα ζητήματα διαχρονικού δικαίου. Το νέο δίκαιο δεν περιέχει ειδική περί τούτου ρύθμιση. Επιβάλλεται, επομένως, να αναζητηθούν αλλαχού σχετικές ρυθμίσεις για την επίλυση του. Πλέον πρόσφορη κρίνεται η προσφυγή στο αρθ. 18 του ΕισΝΑΚ, η διάταξη του οποίου δύναται να χρησιμοποιηθεί ως μία κατευθυντήρια σκέψη και είναι σύμφω¬νη προς τη θεωρία του διαχρονικού δικαίου 235. Βέβαια από την ΑΚ2 καθιερώνεται η θεμελιακή για το δίκαιο αρχή της μη αναδρομικότητας του νόμου. Η ρύθμιση αυτή αφορά τη γνήσια αναδρομή. Δεν εφαρμόζεται όμως στη μη γνήσια αναδρομή, δηλαδή όταν ο νέος νόμος καλείται να ρυθμίσει έννομες συνέπειες που γεννήθηκαν μετά την έναρξη εφαρμογής του, αλλά πηγάζουν από έννομες σχέσεις ή καταστάσεις προϋφιστάμενες του νόμου. Επομένως όταν η παραγραφή έχει αρχίσει υπό το παλαιό δίκαιο και δεν έχει συμπληρωθεί κατά την έναρξη εφαρμογής του νέου δικαίου που επιμηκύνει την παραγραφή, τότε η τελευταία συνεχίζεται υπό το νέο δίκαιο και συμπληρώνεται κατά τους ορισμούς του νέου δικαίου. Δεν πρόκειται για απαγορευμένη γνήσια αναδρομή, αλλά για επιτρεπτή μη γνήσια αναδρομή. Από την διάταξη του αρθ. 18 ΕισΝΑΚ ορίζονται τα ακόλουθα: «Οι διατάξεις του ΑΚ για την παραγραφή εφαρμόζονται και στις αξιώσεις που έχουν γεννηθεί, αλλά δεν έχουν ακόμη παραγραφεί κατά την εισαγωγή του. Η έναρξη όμως, η αναστολή και η διακοπή της παραγραφής κρίνεται ως προς το πριν από την εισαγωγή του Κώδικα χρόνο, σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει έως τώρα». Η βασική διαπίστωση που προκύπτει από την αμέσως ανωτέρω εκτεθείσα διάταξη είναι ότι η διετής παραγραφή της αξιώσεως του παθόντος που άρχισε να τρέχει πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 3557/2007 (14.5.2007) ενόσω δεν είχε ακόμη συμπληρωθεί κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία, εφεξής καθίσταται πενταετής στο σύνολο της»

2.- Ητοι κατά τα άνω, όταν η παραγραφή έχει αρχίσει υπό το παλαιό δίκαιο και δεν έχει συμπληρωθεί κατά την έναρξη εφαρμογής του νέου δικαίου που επιμηκύνει την παραγραφή, τότε η τελευταία συνεχίζει υπό το νέο δίκαιο και συμπληρώνεται κατά τους ορισμούς του νέου δικαίου.
3.- Συνεπώς, είναι λοιπόν προφανές ότι:
3.1.- Με το άρθρο 7 του Ν.3557/2007, αντικαταστάθηκε η παρ.2 του άρθρου 10 του Π.Δ.237/1986 και έλαβε την ακόλουθη διατύπωση : «Η αξίωση παραγράφεται μετά πάροδο πέντε (5) ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας για την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής». Η διάταξη αυτή, ισχύουσα από το χρόνο δημοσίευσης του εν λόγω νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από την 14/05/2007 [ΦΕΚ Α΄100], καταλαμβάνει και τις περιπτώσεις, για τις οποίες, κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος του εν λόγω νόμου, δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της διετίας, που όριζε για την παραγραφή των εν λόγω αξιώσεων, η παρ.2 του άρθρου 10 του Π.Δ.237/1986. 
3.2.- Η δε διετής παραγραφή της αξιώσεως του παθόντος, που άρχισε να τρέχει πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 3557/2007 (14.5.2007) ενόσω δεν είχε ακόμη συμπληρωθεί κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία, εφεξής καθίσταται πενταετής στο σύνολο της
3.2.1.& Παράδειγμα: Εφόσον ένα ατύχημα συνέβη την 30-07-2005, ο χρόνος της διετίας, που όριζε για την παραγραφή, η παρ.2 του άρθρου 10 του Π.Δ.237/1986, συμπληρώθηκε στις 30/07/2007, ήτοι κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του Ν.3557/207 [14/05/2007], δεν είχε συμπληρωθεί αυτός, δηλαδή στη περίπτωση αυτή, ισχύει ο πενταετής χρόνος παραγραφής του άρθρου 7 του Ν.3557/2007.

ΣΣ βλ. Ομοίως σχετική Νομολογία στην ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ τεύχος Απρίλιος 2010 Σελ. 189

 Αντισυνταγματικότητα διάταξης 
περί περιορισμού της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου 
στις περιπτώσεις πτώχευσης ασφαλιστικής εταιρείας 
ή ανάκλησης της άδειάς της 
και ανάγκη άμεσης νομοθετικής τροποποίησής της

Υπό Ηλία Ι. Κλάππας, Δικηγόρου Πειραιά,
Μέλους Δ.Σ. του Δ.Σ.Πειραιά
ΣΣ Δημοσιεύεται στο τεύχος Αυγούστου της Επιθεώρησης Συγκοινωνιακού Δικαίου

1 Ισχύον νομοθετικό καθεστώς
Το «Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων» με τη μορφή νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, συστάθηκε με το άρθρο 16 ν.489/1976 και ήδη άρθρο 16 του προεδρικού διατάγματος 237/1986, με το οποίο κωδικοποιήθηκε η νομοθεσία «περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης».
Κατά την έννοια του ιδρυτικού νόμου (άρθρο 1 εδ. δ΄ ν.489/1976) το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι ασφαλιστής και σκοπός της σύστασής του είναι «η καταβολή ασφαλιστικής αποζημίωσης για αστική ευθύνη από αυτοκινητικά ατυχήματα κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 19» (άρθρο 17 ν.489/1976).
Με τη σύσταση ενός φερέγγυου νομικού προσώπου, του οποίου η οικονομική επιβίωση στηρίζεται στις εισφορές των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και των ασφαλισμένων στον κλάδο αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα (άρθρο 20 παρ.1 ν.489/1976), καθώς και με τη χορήγηση στον παθόντα ευθείας αγωγικής αξίωσης κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου (άρθρο 19 παρ. 3 εδ. α΄ ν.489/1976), ο νομοθέτης επιδίωξε να συμπληρώσει την προστασία που παρέχει ο θεσμός της υποχρεωτικής ασφάλισης αυτοκινήτων και στις περιπτώσεις που ο θεσμός αυτός δεν μπορεί να λειτουργήσει, ώστε να κατοχυρώνονται τα νόμιμα δικαιώματα των ζημιούμενων προσώπων και όλων των ασφαλισμένων.
Το Επικουρικό Κεφάλαιο υποχρεούται κατά νόμο σε καταβολή αποζημίωσης στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει ή δεν διαπιστώνεται ενεργός ασφάλιση, καθώς και όταν, ενώ προϋπάρχει ασφαλιστική κάλυψη, δεν μπορεί να υλοποιηθεί από τον ασφαλιστή. Οι περιπτώσεις αυτές προβλέπονται περιοριστικά στο άρθρο 19 παρ. 1 π.δ. 237/86 (το οποίο κωδικοποίησε το ν. 489/76), όπως συμπληρώθηκε με το ν. 3746/2009 το οποίο εισήγαγε και πέμπτη περίπτωση ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου (άρθρο 19 παρ. 1 εδ. ε΄ π.δ. 237/86). 
Όσον αφορά στην έκταση ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου, αυτή ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 εδ. α’ π.δ. 237/1986, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 5 παρ. 3 του ΠΔ 264/1991 και προβλέπει ότι «η αποζημίωση του Επικουρικού Κεφαλαίου περιορίζεται στη συμπλήρωση του ποσού που υποχρεούται να καταβάλει το ασφαλιστικό ταμείο ή άλλος οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης για την αυτή αιτία στον ζημιωθέντα».
Κατά συνέπεια, η αποζημίωση του Επικουρικού Κεφαλαίου είναι επικουρική ως προς τις παροχές που υποχρεούται να καταβάλει ο Οργανισμός Κοινωνικής Ασφάλισης, με την έννοια ότι, στο μέτρο που ο ζημιωθείς από την αδικοπραξία δικαιούται να καλύψει την ζημία του από ασφαλιστικό ταμείο ή άλλο Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης, επέρχεται απαλλαγή του Επικουρικού Κεφαλαίου .
Η διάταξη αυτή καθιερώνει εξαίρεση από τον κανόνα του άρθρου 930 εδ. γ΄ ΑΚ που προβλέπει ότι «η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε». Ωστόσο, η εξαίρεση αυτή αφορά στην έκταση της αποζημιωτικής ευθύνης μόνο του Επικουρικού Κεφαλαίου, καθώς προβλέπει ότι, όταν νόμω υπόχρεο προς αποζημίωση είναι το Επικουρικό Κεφάλαιο, ο ζημιωθείς δεν έχει δικαίωμα έναντι του Επικουρικού Κεφαλαίου αθροιστικής απόληψης των ασφαλιστικών παροχών και της αποζημίωσης, ανεξαρτήτως ποιος είναι ο Οργανισμός Κοινωνικής Ασφάλισης και αν προβλέπεται νομοθετικά για αυτόν υποκατάστασή του στα δικαιώματα του ζημιωθέντα.
Ακριβώς επειδή με το άρθρο 19 παρ. 5 εδ. α΄ π.δ. 237/1986 εισάγεται εξαίρεση στη διάταξη του άρθρου 930 εδ. γ΄ ΑΚ ως προς την έκταση της υποχρέωσης αποζημίωσης του Επικουρικού Κεφαλαίου ως νόμω υπόχρεου και όχι ως προς την έκταση της αξίωσης αποζημίωσης του ζημιωθέντα, για το λόγο αυτό, ούτε το ΙΚΑ ούτε οποιοσδήποτε άλλος φορέας κοινωνικής ασφάλισης νομιμοποιούνται, σε περίπτωση υποκατάστασής τους στις αξιώσεις του ζημιωθέντα, να απαιτήσουν από το Επικουρικό Κεφάλαιο όσα κατέβαλαν στο ασφαλιστικά καλυπτόμενο πρόσωπο του ζημιωθέντα. 
Η έκταση των αξιώσεων αποζημίωσης του ζημιωθέντα ποικίλλει ανάλογα αν υφίσταται περίπτωση υποκατάστασης του Οργανισμού Κοινωνικής Ασφάλισης κατά το ποσό των ασφαλιστικών παροχών.
Κατά πρώτον, στις περιπτώσεις που νομοθετικά προβλέπεται υποκατάσταση Οργανισμού Κοινωνικής Ασφάλισης στα δικαιώματα του ζημιωθέντα κατά το ποσό των ασφαλιστικών παροχών, ο ζημιωθείς έχει αποζημιωτική αξίωση τόσο κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου όσο και κατά του ζημιώσαντα για το ποσό πλέον αυτού που υποχρεούται να του καταβάλει ο Οργανισμός Κοινωνικής Ασφάλισης. Ο ζημιώσας, ωστόσο, παραμένει κατά νόμο υπόχρεος έναντι του Οργανισμού Κοινωνικής Ασφάλισης που υποκατέστησε τον ζημιωθέντα, για το ποσό που ο Οργανισμός υποχρεούται να καταβάλει στον ζημιωθέντα.
Κατά δεύτερον, στις περιπτώσεις που δεν προβλέπεται υποκατάσταση του Οργανισμού Κοινωνικής Ασφάλισης, ο ζημιωθείς έχει αποζημιωτική αξίωση κατά μεν του Επικουρικού Κεφαλαίου για το ποσό πλέον αυτού που υποχρεούται να του καταβάλει ο Οργανισμός Κοινωνικής Ασφάλισης, κατά δε του ζημιώσαντα για το σύνολο της αποζημίωσης, δικαιούμενος σε αθροιστική απ’ αυτόν απόληψη και του ποσού που αντιστοιχεί στην παροχή από τον Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης.
Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση, η έκταση της υποχρέωσης αποζημίωσης του ζημιώσαντα έναντι του ζημιωθέντα και, σε περίπτωση υποκατάστασης, έναντι του οργανισμού κοινωνικής ασφάλισης παραμένει ακέραιη, όπως άλλωστε προβλέπει το άρθρο 930 εδ. γ΄ ΑΚ. 
2 Αντισυνταγματική στέρηση περιουσιακών ενοχικών δικαιωμάτων του ασφαλισμένου και παραβίαση της αρχής της ισότητας του νόμου
Η ρύθμιση του άρθρου 19 παρ. 5 εδ. α΄ π.δ. 237/86 εντάσσεται στη νομοθετική πολιτική περί επικουρικότητας της αποζημίωσης του Επικουρικού Κεφαλαίου έναντι των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης .
Έχει κριθεί ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου, δηλαδή όταν το ατύχημα προήλθε από άγνωστο οδηγό, από ανασφάλιστο όχημα ή προκλήθηκε από πρόθεση, αλλά και στην περίπτωση οριστικής ανάκλησης της άδειας λειτουργίας του ασφαλιστή ή πτώχευσής του ή όταν απέβη άκαρπη η σε βάρος του εκτέλεση, χωρίς να έχει σημασία το γεγονός ότι αρχικά είχε εναχθεί ο ασφαλιστής του οποίου μεταγενέστερα ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, διότι, κατά την άποψη της νομολογίας του Ανωτάτου Ακυρωτικού, με την υπεισέλευση στη θέση του ασφαλιστή του Επικουρικού Κεφαλαίου, το τελευταίο αντιμετωπίζεται σαν να εναγόταν από την αρχή και άρα θα είχε τη δυνατότητα προβολής του ισχυρισμού από το άρθρο 19 παρ. 5 του ν. 489/1976. 
Ωστόσο, η ρύθμιση αυτή δεν δικαιολογείται δικαιοπολιτικά στις περιπτώσεις που κατά νόμω ευθύνεται το Επικουρικό Κεφάλαιο επειδή υπεισήλθε στη θέση του ασφαλιστή που πτώχευσε ή η σε βάρος του εκτέλεση απέβη άκαρπη ή ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας του (άρθρο 19 παρ. 1 περ. δ΄ π.δ. 237/1986).
Στις περιπτώσεις αυτές, η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 π.δ. 237/1986 παράγει ιδιαιτέρως ανεπιεική και άδικα αποτελέσματα για τον ασφαλισμένο της εταιρίας η οποία πτωχεύει ή ανακαλείται η άδειά της μετά την ημέρα του ατυχήματος ή κατά της οποίας κατέστη αδύνατη η αναγκαστική εκτέλεση. Ο ασφαλισμένος εταιρείας, ο οποίος έχει τηρήσει πλήρως τη νόμιμη υποχρέωσή του για ασφάλιση του οχήματός του, εμφανίζεται να «τιμωρείται» από το νομοθέτη για την πτώχευση, την αδυναμία σε βάρος της αναγκαστικής εκτέλεσης ή την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της εταιρείας του, δηλαδή για ένα εξωτερικό γεγονός ανεξάρτητο της βούλησής του, για το οποίο δεν έχει καμία υπαιτιότητα, με αποτέλεσμα να μην καλύπτεται ασφαλιστικά από το Επικουρικό Κεφάλαιο και να υποχρεούται, μόνος αυτός, να καταβάλει στον ζημιωθέντα και, σε περίπτωση υποκατάστασης αυτού, στο ασφαλιστικό ταμείο ή οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης που έχει υποκατασταθεί στις αξιώσεις του ζημιωθέντα, ό,τι τυχόν αυτό κατέβαλε στον ασφαλισμένο του.
Παρά, μάλιστα, τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 4 π.δ. 237/1986 που ρητά προβλέπει ότι σε περίπτωση πτώχευσης ή ανάκλησης της άδειας του ασφαλιστή, το Επικουρικό Κεφάλαιο υπεισέρχεται όχι σε μέρος, αλλά στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του ασφαλιστή που πηγάζουν από την ασφαλιστική σύμβαση και παρά το γεγονός ότι η διάταξη αυτή είναι ειδικότερη από τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 π.δ. 237/1986, η νομολογία, επικαλούμενη την περιορισμένη έκταση της αποζημίωσης του Επικουρικού Κεφαλαίου βάσει της διάταξης του άρθρου 19 παρ. 5, δεν αναγνωρίζει δικαίωμα στον (πρώην) ασφαλισμένο- ζημιώσαντα να στραφεί κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου ως ειδικού διαδόχου της ασφαλιστικής του εταιρίας και να ασκήσει την αγωγή αναγωγής που έχει ο ασφαλισμένος κατά της ασφαλιστικής εταιρίας κατ’ άρθρον 10 ν.2496/1997, αιτούμενος να του καταβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιο κάθε ποσό που θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον ζημιωθέντα ή, σε περίπτωση υποκατάστασης, στον ασφαλιστικό οργανισμό που στρέφεται εναντίον του. 
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 π.δ. 237/1986 δημιουργεί διάκριση μεταξύ προσώπων της αυτής κατηγορίας (ασφαλισμένων του κλάδου ασφάλισης αστικής ευθύνης εκ τροχαίων ατυχημάτων) με βάση ένα συγκυριακό και τυχαίο γεγονός, ανεξάρτητο της βούλησης και της συμπεριφοράς των προσώπων αυτών, όπως είναι η μεταγενέστερη πτώχευση ή ανάκληση της άδειας του ασφαλιστή.
Λαμβανομένου υπόψη ότι η εποπτεία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων 
δεν είναι ευθύνη των ασφαλισμένων, αλλά θεσμικών οργάνων, στα οποία η Πολιτεία έχει αναθέσει τη σχετική αρμοδιότητα, η επιλογή του συγκεκριμένου ασφαλιστή που εν συνεχεία πτωχεύει ή ανακαλείται η άδειά του, μεταξύ των κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή υφισταμένων επιχειρήσεων που νομίμως λειτουργούν με άδεια των αρμόδιων εποπτικών αρχών, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ως πλημμελής συμπεριφορά του ασφαλισμένου, για την οποία δικαιολογείται να υποστεί δυσμενείς έννομες συνέπειες.
Κατά συνέπεια, η διάκριση που εισάγει το άρθρο 19 παρ. 5 π.δ. 237/1986 μεταξύ των ασφαλισμένων εντός του υφιστάμενου συστήματος υποχρεωτικής ασφάλισης αστικής ευθύνης εκ τροχαίων ατυχημάτων, με την οποία αυτοί των οποίων η εταιρεία πτωχεύει ή ανακαλείται η άδειά της, καθίστανται ανασφάλιστοι ως προς το ποσό που υποχρεούται να καταβάλει ο οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης του παθόντα, επιβάλλεται με βάση συγκυριακά και τυχαία γεγονότα και δεν προκύπτει από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος. 
Κατά τον τρόπο αυτό, η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 π.δ. 237/1986 εισάγει δυσμενή εξαίρεση και διάκριση, ανεπίδεκτη δικαιολόγησης, σε βάρος των ασφαλισμένων των εταιρειών που πτωχεύουν ή ανακαλείται η άδειά τους, η οποία ανεπίτρεπτα δημιουργεί άνιση μεταχείριση ουσιωδώς όμοιων έννομων σχέσεων και καταστάσεων και περιορίζει αδικαιολόγητα δικαιώματα των ασφαλισμένων αυτών κατ’ εξαίρεση του υφιστάμενου γενικότερου κανόνα του άρθρου 25 παρ.4 π.δ. 237/1986 που προβλέπει την υποκατάσταση του Επικουρικού Κεφαλαίου στο σύνολο των υποχρεώσεων και δικαιωμάτων του ασφαλιστή από την ασφαλιστική σύμβαση. 
Επομένως, η διάταξη αυτή είναι ανίσχυρη και τα δικαστήρια οφείλουν να μην την εφαρμόζουν (άρθρα 87 παρ.2 και 120 του Συντάγματος), καθώς έρχεται σε αντίθεση με τη συνταγματική επιταγή του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος που ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, και από την οποία επιταγή απορρέει όχι μόνο η έναντι του νόμου ισότητα των Ελλήνων, αλλά και η ισότητα του νόμου έναντι αυτών, ήτοι η δέσμευση του νομοθέτη, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει δυσμενείς εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος . 
Πλέον και παράλληλα με τα ανωτέρω, η διάταξη του άρθρου 19 παρ.5 εδ.α΄ π.δ.237/1986, ελέγχεται ως αντισυνταγματική με βάση το άρθρο 17 του Συντάγματος, αντίκειται δε και στο υπερνομοθετικής ισχύος Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ).
Ειδικότερα, το άρθρο 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ το οποίο κυρώθηκε μαζί με την ίδια τη σύμβαση με το ν.δ. 53/1974 (ΦΕΚ Α΄ 256/20-9-1974) και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων, προβλέπει ότι «παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ει μη δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός κράτους, όπως θέση εν ισχύ νόμους, ους ήθελε κρίνη αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών, συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον, ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». 
Κατά συνέπεια, στην έννοια της προστατευόμενης από το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ περιουσίας, περιλαμβάνονται τόσο τα εμπράγματα δικαιώματα όσο και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα. Καλύπτονται, συνεπώς, και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και, ειδικότερα, οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά .
Στην προκειμένη περίπτωση, η ασφάλεια αστικής ευθύνης αποτελεί ένα σημαντικό περιουσιακό ενοχικό δικαίωμα για τον ασφαλισμένο, το οποίο συνίσταται στις περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις που ο ασφαλισμένος έχει έναντι του ασφαλιστή μέχρι του ποσού του ασφαλίσματος, σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού γεγονότος, και εμπίπτει στην έννοια του όρου «περιουσία» του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και στην έννοια του όρου «ιδιοκτησία» του άρθρου 17 του Συντάγματος.
Σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ.4 π.δ. 237/1986, το Επικουρικό Κεφάλαιο αποτελεί ex lege ειδικό διάδοχο της ασφαλιστικής εταιρείας που πτώχευσε ή ανακλήθηκε η άδειά της στο σύνολο των υποχρεώσεων αυτής που απορρέουν από τις συμβάσεις αστικής ευθύνης εκ τροχαίων ατυχημάτων, καθώς όπως ρητώς προβλέπεται «από την ημερομηνία που η ασφαλιστική επιχείρηση κηρύσσεται σε κατάσταση πτώχευσης ή ανακαλείται η άδεια λειτουργίας της για παράβαση νόμου, το Επικουρικό Κεφάλαιο υπεισέρχεται αυτοδίκαια στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της ασφαλιστικής επιχείρησης που πηγάζουν από ασφαλιστικές συμβάσεις του κλάδου αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα».
Συνεπώς, η στέρηση από τον ασφαλισμένο-ζημιώσαντα των περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεών του έναντι του Επικουρικού Κεφαλαίου, ειδικού διαδόχου της ασφαλιστικής του εταιρείας, για το ποσό που υποχρεούται να καταβάλει ο οργανισμός κοινωνικής ασφάλισης του ζημιωθέντα, εξαιτίας και μόνο του λόγου ότι ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας του ασφαλιστή του ή αυτός πτώχευσε, χωρίς να συντρέχει λόγος δημοσίου συμφέροντος ή ωφέλειας, συνιστά παράνομη στέρηση περιουσιακού δικαιώματος αντικείμενη στο άρθρο 17 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
3 Ανάγκη άμεσης νομοθετικής τροποποίησης της διάταξης 
Ενόψει αυτών, υπάρχει ανάγκη άμεσης νομοθετικής τροποποίησης, προκειμένου να εξαιρεθεί η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 19 παρ. 5 εδ. α΄ π.δ. 237/1986 στις περιπτώσεις ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου κατά το άρθρο 19 παρ. 1 περ. δ’ πδ. 237/1986, δηλαδή στις περιπτώσεις πτώχευσης του ασφαλιστή ή ανάκλησης της άδειας λειτουργίας του μετά την επέλευση του ατυχήματος ή άκαρπης σε βάρος του εκτέλεσης, ώστε στις περιπτώσεις αυτές να εξακολουθεί να ευθύνεται το Επικουρικό Κεφάλαιο και να καλύπτει ασφαλιστικά τους κατά νόμω υπόχρεους για τις σε βάρος τους αξιώσεις εκ του ατυχήματος, για το ποσό που υποχρεούται να καταβάλει ο Οργανισμός Κοινωνικής Ασφάλισης στον ζημιωθέντα. 
Η νομοθετική αυτή τροποποίηση δεν προσκρούει στο Κοινοτικό Δίκαιο, δεδομένου ότι η απόδοση επικουρικού χαρακτήρα στην αποζημίωση του Επικουρικού Κεφαλαίου, καθώς και η έκταση και οι περιπτώσεις εφαρμογής της αρχής της επικουρικότητας της αποζημιωτικής ευθύνης αυτού, είναι αποκλειστικά επιλογή του εθνικού νομοθέτη, όπως αυτή εκφράστηκε με το άρθρο 5 παρ. 3 π.δ. 264/1991. Η κοινοτική οδηγία 84/5/ΕΟΚ, για την ενσωμάτωση της οποίας στο εθνικό δίκαιο εκδόθηκε το π.δ. 264/1991, όχι μόνο δεν υποχρεώνει τον εθνικό νομοθέτη σε συγκεκριμένη νομοθετική ρύθμιση για τις περιπτώσεις ανάκλησης της άδειας ή πτώχευσης του ασφαλιστή ή άκαρπης αναγκαστικής εκτέλεσης κατ’ αυτού, αλλά αρκείται σε κατευθυντήριες οδηγίες (πλαίσιο δικαίου) με δυνατότητα επιλογής, αναφερόμενη, μάλιστα, μόνο σε περιπτώσεις ζημιών και βλαβών από όχημα αγνώστων στοιχείων ή ανασφάλιστο. 
Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 εδ. α΄ της 84/5/ΕΟΚ Κοινοτικής Οδηγίας, στα πλαίσια εφαρμογής της οποίας εισήχθη η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 εδ. α΄ πδ 237/1986 με το άρθρο 5 παρ. 3 του ΠΔ 264/1991, προβλέπει ότι «κάθε κράτος μέρος ιδρύει ή εγκρίνει οργανισμό, αποστολή του οποίου είναι να αποκαθιστά, τουλάχιστον εντός των ορίων της υποχρέωσης ασφάλισης, τις υλικές ζημίες ή τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται από όχημα αγνώστων στοιχείων ή για το οποίο δεν έχει εκπληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης της παραγράφου 1. Η διάταξη αυτή δεν θίγει το δικαίωμα των κρατών μελών να προσδώσουν ή όχι στην παρέμβαση του οργανισμού αυτού επικουρικό χαρακτήρα».
Κατά συνέπεια, η προτεινόμενη νομοθετική τροποποίηση δεν αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο και ο εθνικός νομοθέτης δεν περιορίζεται από αυτό προκειμένου να προχωρήσει στην τροποποίηση της διάταξης του άρθρου 19 παρ. 5 εδ. α΄ πδ 237/1986.
Η νομοθετική αυτή τροποποίηση μπορεί να γίνει με την εισαγωγή ενός νέου εδαφίου, μετά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 5 εδ. δ’ π.δ. 237/86, το οποίο θα περιέχει διάταξη που θα είναι νομοτεχνικά παρόμοια με αυτή που εισήγαγε το άρθρο 10 παρ. 2 ν.3557/2007 για το Ελληνικό Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης , και προτείνεται να προβλέπει ότι 
«Το προηγούμενο εδάφιο (19 παρ. 5 εδ. α΄ π.δ. 237/1986) δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση δ΄ της παρ. 1 του αυτού άρθρου (19 π.δ. 237/86)».

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Πρόσφατα, με την υπ αριθμόν 637/2010 απόφαση του ο Άρειος Πάγος εξαίρεσε σχεδόν το σύνολο του κυκλοφορούντος νόμιμα Ελληνικού πληθυσμού από την προβλεπόμενη ασφαλιστική προστασία και κατέστησε την εκ του Νόμου υποχρεωτική ασφάλιση των οχημάτων έναντι τρίτων κενή περιεχομένου. 

Συγκεκριμένα, επί αγωγής αποζημίωσης συγγενών ανυπαίτιας συνεπιβαίνουσας σε ασφαλισμένο δίκυκλο μοτοποδήλατο, λόγω του θανάσιμου τραυματισμού της από αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του δικύκλου, έκρινε ο Άρειος Πάγος, ότι επειδή η συνεπιβαίνουσα ήταν ιδιοκτήτρια του οχήματος και λήπτρια της ασφάλισης, οι συγγενείς της δεν έχουν αξίωση αποζημίωσης κατά της ασφαλιστικής εταιρίας, διότι δεν θεωρείτο η θανούσα τρίτη. 
Επισημαίνεται ότι επί της υποθέσεως αυτής το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και το Εφετείο Αθηνών είχαν κρίνει ότι οι συγγενείς της θανατωθείσας συνεπιβαίνουσας τυγχάνουν τρίτοι και επεδίκασαν σε αυτούς αποζημίωση για ψυχική οδύνη.
Η απόφαση αυτή προκαλεί διττό πρόβλημα στο σύγχρονο ασφαλιστικό δίκαιο της χώρας μας, έχει τεράστιες κοινωνικές επικίνδυνες προεκτάσεις και γεννά πολλά ειδικότερα σοβαρότατα ζητήματα, τα οποία αφορούν άμεσα το σύνολο της Ελληνικής κοινωνίας και πρέπει να τύχουν μελέτης και άμεσης επίλυσης.
Στο παρόν άρθρο, εκτός από την ανάλυση της προφανούς κοινωνικής διασάλευσης, που προκαλούν οι παραδοχές της ανωτέρω απόφασης, γίνεται προσπάθεια προσέγγισης και των νομικών θεμάτων που ανακύπτουν, λόγω των νομοθετικών κενών και αντιφάσεων που ενυπάρχουν στις σχετικές νομοθετικές διατάξεις.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΠΡΟΕΚΤΑΣΕΙΣ

- Γνωρίζουμε όταν είμαστε επιβάτες ασφαλισμένων οχημάτων για πόσους από εμάς δεν καλύπτονται οι ζημίες που υφιστάμεθα;

- Πόσοι από εμάς οδηγούμε ασφαλισμένα οχήματα χωρίς να γνωρίζουμε ότι η αστική μας ευθύνη δεν καλύπτεται από την ασφαλιστική εταιρία, ενώ εμείς ευθυνόμαστε με την προσωπική μας περιουσία;

Καθημερινά, κανείς μας δεν περιορίζεται στην οδήγηση οχημάτων ιδιοκτησίας του και μόνον.
Οδηγούμε και οχήματα συγγενικών και φιλικών μας προσώπων, προσώπων του ευρύτερου κοινωνικού και επαγγελματικού μας κύκλου, με συνεπιβαίνοντες τους ίδιους τους ιδιοκτήτες τους, αλλά και εμείς οι ίδιοι, είμαστε συνεπιβάτες σε οχήματα ιδιοκτησίας μας, τα οποία παραχωρούμε οικειοθελώς και οδηγούν οδηγοί των παραπάνω κατηγοριών. 
Η καθημερινή αυτή πρακτική, σύμφωνα με την πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου, κρύβει καλά στημένες παγίδες και εμπίπτει σε μία νέα άγνωστη εξαίρεση από την ασφαλιστική σύμβαση, η οποία σε ουδέν ασφαλιστήριο συμβόλαιο αναγράφεται, την οποία σχεδόν ουδείς από εμάς γνωρίζει.
Ποίος από εμάς δηλαδή γνωρίζει ότι όταν οδηγεί όχημα, το οποίο είναι ιδιοκτησίας του/της συζύγου μας, των τέκνων μας, των γονέων μας, των αδερφών μας, των συγγενών μας, του εργοδότη μας, των φίλων μας ή οποιοδήποτε όχημα του οποίου δεν είμαστε εμείς οι ιδιοκτήτες ή οι αποκλειστικοί ιδιοκτήτες, με συνεπιβαίνοντα τον εκάστοτε ιδιοκτήτη ή συνιδιοκτήτη του ή τον λήπτη της ασφάλισης του και προκαλέσουμε εξ αμελείας μας ατύχημα, κατά το οποίο τραυματίζεται ή θανατώνεται αυτός ο συνεπιβαίνων, τότε κατά την άνω απόφαση τόσον εμείς που οδηγούμε όσον και οι συνεπιβαίνοντες βρισκόμαστε εν αγνοία μας σε ανασφάλιστο όχημα, που ουδείς το καλύπτει ασφαλιστικά και ο συνεπιβαίνων ζημιωθείς δεν αποζημιώνεται από ασφαλιστική εταιρία; 

Είμαστε επομένως αντιμέτωποι με μία πραγματικότητα, η οποία καταργεί την ασφαλιστική κάλυψη ως εξής:
Πρώτον: Εξαιρεί από την ασφαλιστική κάλυψη οποιονδήποτε οδηγό επιληφθεί νόμιμα ξένου οχήματος με συνεπιβαίνοντα τον ιδιοκτήτη ή συνιδιοκτήτη αυτού ή τον λήπτη της ασφάλισης αυτού, με αποτέλεσμα σε περίπτωση που από υπαιτιότητα του οδηγού αυτού τραυματιστεί ή θανατωθεί ο συνεπιβάτης αυτός – ιδιοκτήτης κλπ. - , να υποχρεούται προσωπικά ο ίδιος ο οδηγός να καταβάλει οιαδήποτε ζημία του τραυματισθέντα ή θανατωθέντα εξ ιδίων χρημάτων, χωρίς να καλύπτεται από την ασφαλιστική σύμβαση. 

Δεύτερον: Εξαιρεί από την ασφαλιστική κάλυψη τον ιδιοκτήτη ή συνιδιοκτήτη του οχήματος και τον λήπτη της ασφάλισης και τον νόμιμο εκπρόσωπο του ιδιοκτήτη του οχήματος νομικού προσώπου, εάν, συνεπιβαίνων στο όχημα ιδιοκτησίας του, τραυματισθεί ή θανατωθεί από αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού, στον οποίο νόμιμα παραχώρησε την οδήγηση του ασφαλισμένου οχήματος του, και στερεί πλήρως στον ίδιο και την οικογένεια του τη δυνατότητα αποζημίωσης του από ασφαλιστικό οργανισμό.
Όλοι γνωρίζουμε ότι δεν απαγορεύεται είτε να είμαστε συνεπιβάτες μέσα στα οχήματα μας είτε να παραχωρούμε νόμιμα την οδήγηση του οχήματος μας σε άλλα πρόσωπα.
Πως όμως θα προστατευθούμε στις περιπτώσεις που επιβάλλεται η παραχώρηση της οδήγησης του οχήματος, είτε για λόγους αδυναμίας μας να οδηγήσουμε λόγω κατανάλωσης αλκοόλ είτε για άλλους αντικειμενικούς λόγους υγείας, ηλικίας, εργασίας, προσωπικού οδηγού;
Τι θα γίνει στην περίπτωση του προσωπικού οδηγού;
Ποίος ο λόγος να συνάπτουμε ασφαλιστικές συμβάσεις και να καταβάλουμε ασφάλιστρα, όταν καλύπτουμε όλα τα άλλα πρόσωπα εκτός ημών των ιδίων, των οικείων μας και των εργαζομένων μας; 
Η μόνη λύση φαίνεται να βρίσκεται στο εξής παράλογο: στην εκ των προτέρων πρόβλεψη των θεμάτων αυτών, ώστε να προηγείται της νόμιμης παραχώρησης της οδήγησης, η μεταβίβαση του οχήματος στο όνομα του εκάστοτε οδηγού. Μόνο έτσι θα απαλλαγούμε από την ιδιότητα του ασφαλισμένου και τις εξαιρέσεις που μας επιφυλάσσει αυτή.

Ο ΝΟΜΙΚΟΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΣ

Πλην της διαταραχής και του αδιεξόδου που προκαλεί στο κοινωνικό σύνολο η υπ αριθμόν 637/2010 ΑΠ, αποκαλύπτει και το εύρος των νομοθετικών ατελειών και προβλημάτων του Νόμου 489/1976 και εν γένει του ασφαλιστικού δικαίου, τα οποία αποτελούν αντικείμενο της παρούσας.
Στη συγκεκριμένη απόφαση έκρινε ο Άρειος Πάγος κατ εφαρμογή του άρθρου 7 Ν. 489/1976, ότι δεν θεωρούνται τρίτοι κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1 και του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 489/1976 ο κύριος του αυτοκινήτου και ο λήπτης της ασφάλισης, όταν, συνεπιβαίνοντες στο όχημα τους, από πταίσμα του οδηγού του οχήματος τραυματιστούν ή θανατωθούν.
Το άρθρο 7 του ν. 489/1976, που εφάρμοσε η άνω απόφαση, όπως ισχύει σήμερα προβλέπει ότι «Δεν θεωρούνται τρίτοι, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 2 παράγραφος 1 και του άρθρου 6 παράγραφος 2: α) Ο οδηγός του αυτοκινήτου που προξένησε τη ζημιά. β) Κάθε πρόσωπο του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με την σύμβαση ασφάλισης. γ) Εκείνος ο οποίος έχει καταρτίσει μετά του ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση. δ) Οι νόμιμοι εκπρόσωποι νομικού προσώπου που είναι ασφαλισμένο ή εταιρίας που δεν έχει αποκτήσει νομική προσωπικότητα..».

ΤΟ ΑΡΘΡΟ 7 ΚΑΙ Η ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗ ΤΟΥ
Και ναι μεν εκ πρώτης το άρθρο 7, ως διατυπώνεται, φαίνεται ως η εφαρμοστέα διάταξη, μία προσεκτικότερη όμως προσέγγιση και μελέτη του Ν. 489/1976 καταδεικνύει ότι το άρθρο αυτό εμφανίζει πασιφανή αξιολογική αντινομία με το σύνολο των διατάξεων του Νόμου 489/1976 και ιδίως αυτών που επιβάλλουν την υποχρεωτική ασφάλιση.
Συγκεκριμένα, τις διατάξεις αυτές των άρθρων 2 παρ. 1 του ιδίου Νόμου « Ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα επί οδού, υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση, την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος» και 6 παρ. 1, 2 του ιδίου Νόμου « Η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή υπεύθυνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου. Εξαιρείται η αστική ευθύνη των προσώπων που επελήφθησαν του αυτοκινήτου με κλοπή ή βία και αυτών που προκάλεσαν το ατύχημα εκ προθέσεως Η ασφαλιστική κάλυψη πρέπει να περιλαμβάνει την έναντι τρίτων αστική ευθύνη εξαιτίας θανάτωσης ή σωματικής βλάβης ή ζημιών σε πράγματα, στην οποία περιλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη ή ηθική βλάβη, καθώς και την αστική ευθύνη λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών έναντι των μελών της οικογένειας του ασφαλισμένου, οδηγού ή κάθε άλλου προσώπου του οποίου η αστική ευθύνη καλύπτεται σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο, ανεξάρτητα από δεσμό συγγενείας&». 
Δηλαδή, ο ίδιος ο νόμος που εισάγει και επιβάλλει την υποχρεωτική ασφάλιση για τις έναντι τρίτων προκαλούμενες ζημίες από την κυκλοφορία οχημάτων, παράβαση για την οποία προβλέπονται αυστηρότατες ποινικές και διοικητικές κυρώσεις, και την υποχρεωτική κάλυψη της ευθύνης οιουδήποτε προσώπου συνδέεται με το ζημιογόνο όχημα, καθώς και την κάλυψη της αστικής ευθύνης έναντι όλων των επιβαινόντων, ο ίδιος νόμος με μία γενικόλογη και ασαφή διατύπωση του εισάγει με το άρθρο 7 τέτοιο αριθμό εξαιρέσεων, που καθιστούν πλήρως ανενεργή την ασφαλιστική σύμβαση σε τεράστιο αριθμό τροχαίων ατυχημάτων για ολόκληρο τον πληθυσμό της Ελλάδας. 
Το ακριβές νόημα και ο σκοπός του νομοθέτη στο σύνολο του ελληνικού ασφαλιστικού δικαίου και στο νόμο 489/1976 είναι να καλυφθεί η αστική ευθύνη του κάθε οδηγού ασφαλισμένου οχήματος και να καλυφθεί η ζημία κάθε ανυπαίτιου ζημιωθέντος προσώπου από την κυκλοφορία του οχήματος αυτού. 
Τρεις είναι οι λόγοι της σύναψης σύμβασης ασφαλίσεως, κατ αρχήν η συχνότητα των προκαλούμενων εξ αμελείας ζημιών από την κυκλοφορία των οχημάτων, κατά δεύτερον οι ιδιομορφίες που εμφανίζει η απαίτηση του θύματος και κατά τρίτον και σημαντικότερον ο κίνδυνος θεμελιώσεως υποχρεώσεως έναντι των προσώπων που συνδέονται με το αυτοκίνητο για την αποζημίωση των προσώπων που ζημιώθηκαν από αυτοκινητικό ατύχημα, τους οποίους στοχεύει να καλύψει ο ασφαλιστικός νόμος.
Κύριος σκοπός της σύναψης ασφαλιστικής συμβάσεως ήταν εξ αρχής και είναι η έναντι ανταλλάγματος μετάθεση στον ασφαλιστή των περιουσιακής φύσεως δυσμενών συνεπειών της πρόκλησης ατυχήματος. Αρχικά, η σύμβαση ασφαλίσεως ήταν προαιρετική και από 1-1-1976 που άρχισε να ισχύει ο Ν. 489/1976 υποχρεωτική λόγω και της ραγδαίας αύξησης των κυκλοφορούντων οχημάτων. 
Η υποχρεωτικότητα επί ποινή αυστηρότατων κυρώσεων της ασφαλιστικής σύμβασης περιέχεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 του Ν. 489/1976, διάταξη αναγκαστικού δικαίου, που από την εισαγωγή της στην Ελληνική νομοθεσία την 1-1-1976 μέχρι και σήμερα, παρά τις αλλεπάλληλες τροποποιήσεις του νόμου δεν έχει τροποποιηθεί. 
Διάταξη αναγκαστικού δικαίου, όπως προκύπτει από την επιτακτικότητα της διατύπωσης του κανόνα, είναι επίσης και η διάταξη του άρθρου 6 του Ν. 489/1976, η οποία προβλέπει τα πρόσωπα των οποίων η αστική ευθύνη καλύπτεται.
Αρχικά με την εισαγωγή του Ν. 489/1976 το άρθρο 6 παρ. 1, 2 είχε ως εξής: « Η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπευθύνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου. Εξαιρείται η ασφαλιστική ευθύνη των προσώπων που επελήφθησαν του αυτοκινήτου με κλοπή ή βία και αυτών που προκάλεσαν το ατύχημα εκ προθέσεως. Η ασφαλιστική κάλυψη πρέπει να περιλαμβάνει την έναντι τρίτων αστική ευθύνη εξ αιτίας θανάτωσης ή σωματικής βλάβης ή ζημιών σε πράγματα στην οποία περιλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη ή ηθική βλάβη. Αυτή πρέπει επίσης να περιλαμβάνει την αστική ευθύνη έναντι των επιβαινόντων του αυτοκινήτου προσώπων (γενική κάλυψη) » και προέβλεπε και τις κατηγορίες των προσώπων των οποίων η αστική ευθύνη καλύπτετο υποχρεωτικά από τη σύμβαση ασφαλίσεως, χωρίς να μπορεί να υπάρξει απαλλακτική συμφωνία ασφαλισμένου & ασφαλιστή για οιοδήποτε από τα πρόσωπα αυτά, ήτοι τον κύριο, τον κάτοχο και κάθε οδηγό ή προστηθέντα για την οδήγηση ή υπεύθυνο του ασφαλισμένου αυτοκινήτου αλλά και κυρίως επέβαλε την υποχρεωτική κάλυψη όλων των ζημιών για όλους τους επιβάτες του οχήματος. 
Μετά και την Οδηγία 84/5 ΕΟΚ, « Τα μέλη της οικογένειας του ασφαλισμένου, του οδηγού ή κάθε άλλου προσώπου το οποίο φέρει σε περίπτωση ατυχήματος την αστική ευθύνη η οποία καλύπτεται από την ασφάλιση του άρθρου 1 παράγραφος 1, δεν μπορούν να αποκλειστούν, λόγω του δεσμού συγγένειας, από το δικαίωμα ασφάλισης για τις σωματικές βλάβες τους» το άρθρο τροποποιήθηκε, όπως πάντα καθυστερημένα, με το άρθρο 2 του Π.Δ. 237/1986 και εν συνεχεία με το άρθρο 2 του ΠΔ 264/1991, ως έχει σήμερα « η ασφαλιστική κάλυψη πρέπει να περιλαμβάνει την έναντι τρίτων αστική ευθύνη εξαιτίας θανάτωσης ή σωματικής βλάβης ή ζημιών σε πράγματα, στην οποία περιλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη ή ηθική βλάβη καθώς και την αστική ευθύνη λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών έναντι των μελών της οικογενείας του ασφαλισμένου, οδηγού ή κάθε άλλου προσώπου του οποίου η αστική ευθύνη καλύπτεται σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο, ανεξάρτητα από δεσμό συγγενείας ».
Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται δηλαδή τόσο στον κύριο ή κάτοχο όσο και στον ασφαλιστή η αποδοχή της σχετικής προτάσεως προς κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, η οποία είναι σύμβαση αναγκαστική που επιβάλει υποχρέωση ασφάλισης στα πρόσωπα που συνδέονται με το αυτοκίνητο. Παρά δε την εισβολή της άνω διάταξης στη συμβατική ελευθερία του ατόμου είναι Συνταγματική η διάταξη ενόψει του μείζονος σημασίας κοινωνικού σκοπού που επιδιώκει. 
Για την επίτευξη του επιδιωκόμενου κοινωνικού σκοπού εξειδικεύει ο Νόμος ότι υποχρεωτικά την ιδιότητα του ασφαλισμένου του άρθρου 1 του Ν. 489/1976 έχουν ο κύριος, ο κάτοχος, κάθε οδηγός προστηθείς για την οδήγηση και ο υπεύθυνος του ασφαλισμένου αυτοκινήτου, ακριβώς για να διευρύνει τον κύκλο των προστατευόμενων προσώπων ένθεν και ένθεν και από την πλευρά του ζημιώσαντος και από την πλευρά του ζημιωθέντος, διότι η σύμβαση ασφαλίσεως δεν ασφαλίζει πρόσωπα αλλά ασφαλίζει το όχημα για οποιαδήποτε ζημία προκληθεί από την κυκλοφορία του. 
Και ενώ σύμφωνα με το άρθρο 6 η ασφαλιστική σύμβαση αδιαστίκτως καλύπτει υποχρεωτικά όλα ανεξαιρέτως τα πρόσωπα, ανεξαρτήτως της οιασδήποτε σχέσης τους με το αυτοκίνητο, τον ΚΑΘΕ οδηγό, παρά ταύτα έρχεται η κρίσιμη διάταξη του άρθρου 7 του Ν. 489/1976 και εισάγει εξαιρέσεις από την ανωτέρω υποχρεωτική διάταξη. Αρχικά την 1-1-1976 το άρθρο 7 είχε ως εξής: « Δεν θεωρούνται τρίτοι κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 2 παράγραφος 1 και του άρθρου 6 παράγραφος 2: α) Ο οδηγός του αυτοκινήτου που προξένησε τη ζημία β) Κάθε πρόσωπο του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με σύμβαση ασφάλισης γ) Εκείνος ο οποίος έχει καταρτίσει μετά του ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση. δ) Οι σύζυγοι των προσώπων τα οποία αναφέρονται στις προηγούμενες περιπτώσεις ως και οι συγγενείς αυτών είτε εξ αίματος, είτε εξ αγχιστείας, εφόσον κατοικούν στην αυτή στέγη ή διατρέφονται, από αυτούς ή εφόσον μεταφέρονται με το αυτοκίνητο το οποίο προξένησε τη ζημία ε) Οι νόμιμοι εκπρόσωποι νομικού προσώπου που είναι ασφαλισμένο ή εμπορικής εταιρίας που δεν έχει αποκτήσει νομική προσωπικότητα, ως και οι σύζυγοι αυτών». 
Σε συμμόρφωση με την Οδηγία 84/5 ΕΟΚ, με την τροποποίηση του άρθρου 7 του Νόμου 489/1976 με το άρθρο 4 του π.δ. 264/1991, καταργήθηκαν πλήρως οι εξαιρέσεις λόγω συγγένειας της περίπτωσης (δ) του άρθρου 7 και διατηρήθηκαν οι λοιπές εξαιρέσεις αδιακρίτως.
Οι προβλεπόμενες όμως στο άρθρο 7 του νόμου εξαιρέσεις είναι ασαφείς, έρχονται σε αντίφαση με τις εκπεφρασμένες αξιολογήσεις των ανωτέρω άρθρων 2 παρ. 1 και 6 παρ. 1, 2 και πρέπει να ερμηνευτούν.
Διότι, πως είναι δυνατόν να εξαιρούνται πλήρως όλες οι περιπτώσεις τραυματισμού ή θανάτωσης του καταρτίσαντος την ασφαλιστική σύμβαση, του ιδιοκτήτη, του κατόχου του αυτοκινήτου κλπ, όταν είναι ανυπαίτιοι επιβάτες και ουδεμία σχέση έχουν με την πρόκληση του ατυχήματος; 
Η σύμβαση ασφαλίσεως, ασφαλίζουσα το όχημα για οποιαδήποτε ζημία προκληθεί από την κυκλοφορία του, προεβλέπετο ήδη από τον πρώτο νόμο περί ασφάλισης των εξ αυτοκινήτου ζημιών Νόμο ΓΠν της 4/5/1911 με τίτλο «περί της εκ των αυτοκινήτων ποινικής και αστικής ευθύνης».
Και ναι μεν περιελάμβανε στο άρθρο 12 αυτού την έως τότε, πριν την εισαγωγή της υποχρεωτικής ασφάλισης αυτοκινήτου, σύμφωνη με τις κρατούσες τότε κοινωνικές αντιλήψεις διάταξη « ο νόμος δεν έχει εφαρμογή υπέρ των επιβαινόντων του ζημιώσαντος αυτοκινήτου, ως επίσης υπέρ των δι αυτού μεταφερόμενων πραγμάτων » και εξαιρούσε τους επιβαίνοντες του οχήματος, διότι μέχρι το 1911, που ελάχιστα οχήματα κυκλοφορούσαν στην χώρα μας και ουδείς γνώριζε την ασφαλιστική κάλυψη η ευθύνη του οδηγού, αστική και ποινική, για τα μεταφερόμενα υπ αυτόν πρόσωπα και πράγματα φάνταζε εκτός κοινωνικής πραγματικότητας.
Η εν συνεχεία εισαγωγή με τον Νόμο 489/1976 των εξαιρέσεων του άρθρου 7 αποτέλεσε κατάλοιπο της ανωτέρω διάταξης του νόμου του 1911 για τους επιβάτες παράλληλα με την προσπάθεια να προστατευτούν οι νέες για την Ελληνική νομική και κοινωνική πραγματικότητα ασφαλιστικές εταιρίες από ενδεχόμενες περιπτώσεις συμπαικτικών ατυχημάτων και μόνον. 
Τούτο διαφαίνεται άλλωστε και από την τύχη των περιπτώσεων των εξαιρέσεων του άρθρου 7, οι οποίες αρχικά ήταν πέντε (5), από τις οποίες η μεν πρώτη περίπτωση «Ο οδηγός του αυτοκινήτου που προξένησε τη ζημία», μολονότι δεν έχει καταργηθεί μέχρι σήμερα, είναι κατά κοινή ομολογία διάταξη πλεονασματική, που έπρεπε να έχει προ πολλού καταργηθεί, διότι στην περίπτωση αυτή το πρόσωπο του ζημιωθέντος συμπίπτει με το πρόσωπο του υπαιτίου και δεν πληρούται καν το πραγματικό της αδικοπραξίας, η δε τέταρτη περίπτωση, η σχετική με τους συγγενείς των ασφαλισμένων προσώπων έχει προ πολλού ήδη καταργηθεί.
Το άρθρο 7 είναι ασαφές, χρήζει τροποποίησης και πρέπει να ερμηνεύεται πάντα, εναρμονιζόμενο με το άρθρο 6 του ιδίου Νόμου, που ρυθμίζει αφενός την υποχρεωτική κάλυψη της αστικής ευθύνης οιουδήποτε, κάθε οδηγού και κάθε προσώπου, που συνδέεται με το αυτοκίνητο και αφετέρου την υποχρεωτική κάλυψη των ζημιών των επιβαινόντων του οχήματος, αλλά και σύμφωνα με τις επιταγές του Συντάγματος και τις αρχές για την προστασία της προσωπικότητας και της περιουσίας όλων ανεξαιρέτως των ανυπαίτιων θυμάτων των τροχαίων ατυχημάτων και του Κοινοτικού Δικαίου, και να συνάδει με τη βασική λειτουργία του ν. 489/1976, που συνίσταται στο ότι αφού το ίδιο το κράτος δεν μπορεί μόνο του να αναλάβει την προστασία των ζημιούμενων σε αυτοκινητικά ατυχήματα, η ασφάλιση της αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα επιτελεί κοινωνική λειτουργία και αποτελεί συγκεκριμενοποίηση της αρχής του κοινωνικού κράτους δικαίου. 
Αλλά και από την επισκόπηση της νομοθεσίας των υπολοίπων Ευρωπαϊκών Κρατών για το θέμα αυτό, οδηγούμαστε στην ίδια ερμηνευτική προσέγγιση, ότι δηλαδή δεν εξαιρούνται της ασφαλιστικής κάλυψης οι επιβάτες του ασφαλισμένου οχήματος, οιαδήποτε σχέση και αν έχουν με το ζημιογόνο όχημα. 
Ενδεικτικά, στο χώρο του Γερμανικού Δικαίου (ΑΚΒ) στις διατάξεις που περιλαμβάνονται στους γενικούς όρους για την ασφάλεια της αστικής ευθύνης των αυτοκινήτων προβλέπεται ότι: «Α.1.5.6. Το δικαίωμα αποζημίωσης έναντι ενός συνασφαλισμένου προσώπου.
Δεν υφίσταται ασφαλιστική κάλυψη για ζημιές υλικές ή περιουσίας που προκλήθηκαν σε εσάς (ασφαλισμένος), τον κάτοχο ή τον ιδιοκτήτη του οχήματος κατά την χρήση του οχήματος από ένα συνασφαλισμένο πρόσωπο. Όμως για προσωπικές βλάβες υφίσταται ασφαλιστική κάλυψη, όταν π.χ. εσείς ως επιβάτης του οχήματος σας τραυματιστείτε ».
Άλλωστε, το περιεχόμενο αυτό της διάταξης του άρθρου 7 ουδείς ασφαλιζόμενος γνωρίζει, μη νομίμως δεν αναγράφεται στα ασφαλιστήρια συμβόλαια και αντίκειται και στους γενικούς όρους των συναλλαγών. 
Επιπλέον, το σοβαρότερο επιχείρημα της ανωτέρω ερμηνευτικής προσέγγισης του άρθρου 7 πηγάζει από το γεγονός ότι δεν προβλέπεται τέτοιου είδους ασφάλιση, που να καλύπτει δηλαδή τις μη νόμιμες και ασαφείς αυτές εξαιρέσεις του άρθρου 7, ώστε να δύνανται να τύχουν οι ασφαλισμένοι αυτής της ασφάλισης.
Η δε ανυπαρξία αυτού του είδους της ασφάλισης δεν καλύπτεται και δεν πρέπει να συγχέεται με την ασφάλιση ιδίων ζημιών ως και την ασφάλιση προσωπικών ατυχημάτων, διότι αφορούν σε διαφορετικές κατηγορίες ζημιών, η μεν πρώτη σε υλικές ζημίες η δε δεύτερη δεν αφορά στον κίνδυνο που προέρχεται από την κυκλοφορία του αυτοκινήτου και δεν προϋποθέτει την τέλεση αδικοπραξίας, αλλά αφορά σε οποιοδήποτε ατύχημα ανεξαρτήτως υπαιτιότητας. 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Η αξίωση του ασφαλισμένου, όταν είναι επιβάτης εδράζεται κατευθείαν στη διάταξη του άρθρου 6 του ν. 489/1976 και δε διέρχεται μέσα από το αόριστο και ασαφές άρθρο 7 του ν. 489/1976, ώστε να εξαιρείται για τις ζημίες, τις οποίες υφίσταται ως συνεπιβάτης λόγω της ιδιότητας του ως ασφαλισμένου και μόνον, δεδομένου μάλιστα ότι σε κάθε περίπτωση ο προκαλέσας το ατύχημα ευθύνεται έναντι του ζημιωθέντος και η ιδιότητα του, ως ασφαλισμένου, δεν αίρει την υποχρέωση της ασφαλιστικής εταιρίας για ασφαλιστική κάλυψη του υπαιτίου οδηγού. Κάτι τέτοιο άλλωστε θα ήταν αντίθετο και με την προβλεπόμενη υποχρεωτική πλέον ασφάλιση των επιβαινόντων του άρθρου 6 του Ν. 489/1976, όπως ισχύει σήμερα μετά την τροποποίηση του με τον Ν. 3746/2009, που κατάργησε πλήρως όλες τις προισχύσασες περιπτώσεις εξαιρέσεων επιβαινόντων ή μη.
-------------------------------

Άρθρα-Απόψεις

Ατυχήματα σε διαβάσεις πεζών
ή πλησίον αυτών με θύματα πεζούς
Κατανομή υπαιτιότητας & Νομολογιακές εφαρμογές

Υπό Αθανασίου Γ. Κρητικού,
Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου ε.τ., Δ.Ν.


Ι. Το πρόβλημα
ΙΙ. Νομοθετική ρύθμιση
ΙΙΙ. Σημασία της ρυθμίσεως
IV. Κατηγορίες περιπτώσεων
Α. Ατύχημα με θύμα πεζό που επιχειρεί να διασχίσει το οδόστρωμα σε σημείο
όπου λείπει διάβαση πεζών
1. Αποκλειστική υπαιτιότητα οδηγού
2. Συρρέουσα υπαιτιότητα οδηγού και πεζού
Περιπτώσεις από τη νομολογία
Β. Ατυχήματα σε διαβάσεις πεζών ή εγγύς διαβάσεων
Ι. Ατυχήματα μέσα σε σηματοδοτούμενη διάβαση πεζών
1. Με πράσινο σήμα για πεζούς
2. Με ερυθρό σήμα για πεζούς
α) Αποκλειστική υπαιτιότητα πεζού
β) Συρρέουσα ευθύνη πεζού και οδηγού ατυχήματος
II. Ατυχήματα σε διάβαση μη σηματοδοτούμενη
1. Αποκλειστική υπαιτιότητα οδηγού
2. Συρρέουσα υπαιτιότητα οδηγού και πεζού.
ΙΙΙ. Ατύχημα εκτός διαβάσεως και σε απόσταση απ’ αυτή.
1. Παράσυρση πεζού εκτός διαβάσεως (σηματοδοτούμενης ή μη) που βρίσκεται 
σε μικρή απόσταση η εγγύς αυτής
2. Παράσυρση πεζού εκτός διαβάσεως που βρίσκεται σε απόσταση από το σημείο 
του ατυχήματος από 7,80 μ. μέχρι 11,50 μ.
3. Παράσυρση πεζού εκτός διαβάσεως που βρίσκεται σε απόσταση από το σημείο 
του ατυχήματος 30 μ. και περισσότερο


Ι. Το πρόβλημα
Η δημόσια κυκλοφορία σε οδούς γίνεται από οχήματα, πεζούς και ζώα. Μεταξύ τους δημιουργείται σχέση εντάσεως, όταν πεζοί ή ζώα πρόκειται να διασχίσουν ή κινηθούν σε οδόστρωμα χρησιμοποιούμενο για την οδική κυκλοφορία. Όλοι επιθυμούν χάριν της ταχύτητας να έχουν προτεραιότητα έναντι των άλλων. Τα οχήματα έναντι των πεζών και οι τελευταίοι έναντι των οχημάτων. Η ανάγκη ανακύπτει, όταν πρέπει να διακοπεί η κυκλοφορία των οχημάτων προκειμένου πεζός ή πεζοί να διασχίσουν συγκεκριμένο οδόστρωμα για να περαιωθούν είτε σε νησίδα ασφαλείας είτε στο έναντι πεζοδρόμιο. Η σύγκρουση αυτή μεταξύ των χρηστών της κυκλοφορίας επιχειρείται να λυθεί με τη ρυθμιστική παρέμβαση του νομοθέτη σε σύμπραξη με την αρμόδια διοικητική υπηρεσία. Ειδικότερα τούτο επιδιώκεται να γίνει με τη δημιουργία διαβάσεων πεζών με σηματοδότηση ή όχι για πεζούς και οχήματα.

Η κίνηση πεζού μέσα σε σηματοδοτούμενη διάβαση πεζών θεωρητικώς κατά κανόνα προσφέρει μείζονα ασφάλεια των πεζών που χρησιμοποιούν τη διάβαση έναντι των οχημάτων που χρησιμοποιούν το οδόστρωμα στο οποίο υπάρχει η σηματοδοτούμενη διάβαση πεζών. Μικρότερη ασφάλεια προσφέρει σε πεζούς η κίνηση αυτών απλώς μέσα σε διάβαση πεζών. Δεν ισχύει όμως το ίδιο για πεζούς που πρόκειται να διασχίσουν οδόστρωμα χωρίς σ’ αυτό να υπάρχουν διαβάσεις πεζών. Οι σχετικές ρυθμίσεις γίνονται συνήθως με κριτήριο κυρίως την πυκνότητα της κυκλοφορίας οχημάτων και πεζών.


ΙΙ. Νομοθετική ρύθμιση

Η σχετική νομοθετική ρύθμιση περιέχεται στα άρθρα 6 και 7 του ΚΟΚ όπως προσθέτως και στα άρθρα 38 &4 και 39 & 1 στοιχεία α΄ και β΄, 42 και παρ.4 του ΚΟΚ.


ΙΙΙ. Σημασία της ρυθμίσεως

Η ρύθμιση στοχεύει προεχόντως σε διευκόλυνση της κυκλοφορίας οχημάτων και πεζών. Συγχρόνως όμως αξιοποιείται, όταν συμβαίνει ατύχημα με θύμα συνήθως πεζό. Ένα από τα κρίσιμα ζητήματα που γεννώνται σε τέτοιου είδους περιπτώσεις είναι ποίο από τα συμπλεκόμενα πρόσωπα (οδηγός οχήματος ή πεζός) έχει προτεραιότητα διελεύσεως και αν και υπό ποίες προϋποθέσεις θα μπορούσε να αποφευχθεί το ατύχημα. Δηλαδή αν ο οδηγός οχήματος επιχείρησε κάποια ενέργεια ή παρέλειψε να πράξει κάτι με αποτέλεσμα η πράξη ή παράλειψη και συμβάλει αιτιωδώς στην πρόκληση και στην έκταση του ατυχήματος. Το ίδιο ισχύει όταν το ζήτημα εξετάζεται από την πλευρά του πεζού. Όλα τα σκεπτικά ζητήματα συνήθως περιστρέφονται στο ζήτημα του προσδιορισμού της υπαιτιότητας στο επελθόν ατύχημα. Δηλαδή ποίο πρόσωπο από τα εμπλεκόμενα σε ατύχημα βαρύνει η υπαιτιότητα (αποκλειστική ή συρρέουσα, εφόσον, ως συνήθως, προβληθεί σύσταση συνυπαιτιότητας κατά την ΑΚ 300). Η νομολογία έχει την ευκαιρία να αντιμετωπίσει σχετικά ζητήματα. Η έρευνα της νομολογίας από τις αποφάσεις των δικαστηρίων που δημοσιεύθηκαν σε νομικά περιοδικά την τελευταία τριακονταετία παρέχει την ακόλουθη εικόνα. Για διευκόλυνση της έρευνας επιχειρείται κατά το δυνατό κατηγοριοποίηση των περιπτώσεων.


IV. Κατηγορίες περιπτώσεων

Α. Ατύχημα με θύμα πεζό που επιχειρεί να διασχίσει το οδόστρωμα σε σημεία όπου λείπει διάβαση πεζών.
Η βασική νομοθετική ρύθμιση περιέχεται στην παρ. ε΄ της παρ.4 του άρθ. 38 ΚΟΚ που ορίζει ότι: Οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα υποχρεούνται: α) &.....ε)Αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ’ αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεα δε θα διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του.

1. Αποκλειστική υπαιτιότητα οδηγού 
Εφόσον πεζός επιχειρήσει να διασχίσει οδόστρωμα σύμφωνα με τη μνημονευόμενη παραπάνω ρύθμιση, τότε κατά κανόνα σε περίπτωση ατυχήματος με θύμα του πεζό, η αποκλειστική υπαιτιότητα θα βαρύνει τον οδηγό του οχήματος. Συνήθως η αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού θα προκύπτει από την υψηλή ταχύτητα πέρα του επιτρεπόμενου ορίου στο σημείο του ατυχήματος, και την επιδεικνυόμενη αμέλεια του οδηγού ο οποίος ενώ θα έπρεπε και θα μπορούσε δεν αντιλαμβάνεται τον πεζό διασχίζοντα το οδόστρωμα. Σε πολλές τέτοιες περιπτώσεις ο πεζός θα έχει διανύσει το μείζον τμήμα του οδοστρώματος όταν παρασύρεται από το όχημα και θα υπολείπεται μόνο μικρό τμήμα αυτού. Μεγάλη σημασία εμφανίζει το ζήτημα όταν το ατύχημα γίνεται νύκτα με ανεπαρκή τεχνητό φωτισμό ή όταν επικρατούν άσχημες καιρικές συνθήκες, παρακωλύουσες την ορατότητα (π.χ. δυνατή βροχή, καπνός, ομίχλη, χιονόπτωση κ.λ.π)
Από τη νομολογία αξίζει ν’ αναφερθούν οι παρακάτω αποφάσεις που δέχθηκαν αποκλειστική υπαιτιότητα οδηγού παρασύροντος με το όχημα πεζό διασχίζοντα το οδόστρωμα εκτός διαβάσεως που τέτοιες δεν υπήρχαν πλησίον του τόπου του ατυχήματος:
ΕφΑθ. 8443/1996 ΕπΣυγκΔ 1997,33 - ΕφΑθ 8615/1996 ΕπΣυγκΔ 1997,202 - ΕφΑθ 205/1995 ΕπΣυγκΔ 1998,552 - ΕφΑθ 12362/1988 ΕπΣυγκΔ 1990,90 - ΕφΑθ 12243/1988 ΕπΣυγκΔ 1990,428 - ΕφΑθ 2941/1981 ΕπΣυγκΔ 1983/504 - ΜπρΑθ 6168/2001 ΕπΣυγκΔ 2002,53 - ΜπρΘεσ 19275/1997 ΕπΣυγκΔ 1998,496 - ΜπρΘεσ 3054/1988 ΕπΣυγκΔ 1989,252 - ΜπρΑθ 19275/1997 ΕπΣυγκΔ 1998,554 - ΜπρΑθ 4921/1986 ΕπΣυγκΔ 1988,250 - ΜπρΑθ 947/1981 ΕπΣυγκ Δ 1981,238.
Από τις μνημονευόμενες παραπάνω αποφάσεις αξίζει να επισημανθεί η ΜπρΑθ 19275/1997 ΕπΣυγκΔ 1998,554 η οποία με βάση την παραδοχή ότι ο πεζός την 9-5-1995 και ώρα 04.30 (πρωινή) είχε διανύσει από το πλάτους 16μ. οδόστρωμα απόσταση 14,5μ. δέχθηκε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού κρίνοντας συγχρόνως ότι η ανίχνευση στο αίμα του πεζού οινοπνεύματος σε ποσοστό 1,04%ο, δεν τελούσε σε αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ότι ο πεζός ενόψει της ανιχνευθείσης ποσότητας οινοπνεύματος τελούσε σε κατάσταση πλήρους μέθης η οποία κατά τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης επηρεάζει την ικανότητα του προσώπου να προβαίνει σε ακριβείς κατά προσέγγιση εκτιμήσεις των αποστάσεων, δηλαδή να εκτιμήσει ο εν μέθη πεζός σε ποία απόσταση βρισκόταν το όχημα όταν ξεκινούσε να διασχίσει το οδόστρωμα και να βεβαιωθεί ότι θα μπορούσε να ολοκληρώσει το πέρασμα δεδομένου του πλάτους του οδοστρώματος. Τα πράγματα καθίστανται περισσότερο δυσχερή όταν το ατύχημα υπήρξε θανατηφόρο για τον πεζό γιατί δεν μπορεί, τότε, να διευκρινισθεί το άνω ζήτημα.

2. Συρρέουσα υπαιτιότητα οδηγού και πεζού
Στις περισσότερες περιπτώσεις ατυχημάτων εκτός διαβάσεως πεζών με θύματα τους τελευταίους συναντάται συρρέουσα υπαιτιότητα των οδηγών οχημάτων και των πεζών. Εναπόκειται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας να προσδιορίσει ειδικότερα την αμέλεια κάθε εμπλεκόμενου προσώπου και καθορίσει το ποσοστό υπαιτιότητας πράγμα που έχει σημασία στον τελικό καθορισμό της αποζημιώσεως για τη, ζημία που υφίσταται ο παθών- πεζός και λαμβάνεται υπόψη στον καθορισμό της ηθικής βλάβης και σε περίπτωση θανατώσεως του θύματος της ψυχικής οδύνης των μελών της οικογενείας του (ΑΚ 932)
Από το μεγάλο αριθμό των αποφάσεων που δημοσιεύονται σε νομικά περιοδικά αναφέρονται ενδεικτικώς και κατά κατηγορίες οι παρακάτω ομάδες περιπτώσεις:

1. Περιπτώσεις με προέχουσα αμέλεια του οδηγού οχήματος. Σ’ αυτές ο οδηγός βαρύνεται είτε γιατί δεν αντιλήφθηκε από ικανή απόσταση τον διασχίζοντα το οδόστρωμα είτε γιατί εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα την οποία δεν φρόντισε να μειώσει είτε γιατί δεν προέβη σε αποφευκτικό ελιγμό. Αντιστρόφως ο πεζός βαρύνεται με αμέλεια γιατί ανελέγκτως εισήλθε στο οδόστρωμα, το οποίο επιχείρησε να διασχίσει χωρίς να συμμορφωθεί προς τις επιταγές του εδαφίου ε’ της παρ. 4 του άρθ. 38 Κ.Ο.Κ.

α. Αμέλεια του οδηγού σε ποσοστό 80% και αμέλεια του πεζού σε ποσοστό 20%. Τέτοιες χαρακτηριστικές περιπτώσεις από τη νομολογία είναι οι παρακάτω: ΕφΛαρ 919/2005 ΕπΣυγκΔ 2006,285 ΕφΑθ 3653/1999 ΕπΣυγκΔ 2001,279 ΕφΠειρ 622/1995 ΕπΣυγκΔ 1995,527 ΕφΑθ 5212/1993 ΕπΣυγκΔ 1994,537

β. Αμέλεια του οδηγού σε ποσοστό 70% και αμέλεια του πεζού σε ποσοστό 30%. Τέτοιες ενδεικτικές περιπτώσεις από τη νομολογία είναι οι παρακάτω: ΕφΠατρ 768/2006 ΑχΝομ 2007,642 - ΕφΛαρ 454/2006 ΕπΣυγκΔ 206,433 - ΕφΝαυπλ 12/1999 ΕπΣυγκΔ 1999,246 - ΕφΘεσ 35781997 ΕπΣυγκΔ 1998,204 - ΕφΠειρ 829/1993 ΕπΣυγκΔ 1995,57 - ΕφΚερκ 79/1992 ΕπΣυγκΔ 1992,462 - ΕφΑθ 1924/1992 και ΜΠρΑθ 822/1995 ΕπΣυγκΔ 1999,445 - ΕφΑθ 8914/1990 ΕπΣυγκΔ 1992,195 - ΕφΑθ 10933/1990 ΕπΣυγκΔ 1992,517 - ΕφΘεσ 2409/1990 ΕπΣυγκΔ 1992,188 - ΕφΑθ 7024/1986 ΕπΣυγκΔ 1988,178 - ΕφΑθ 11062/1981 ΕπΣυγκΔ 1982,28 επ - ΜΠρΘεσ 14887/2001 ΕπΣυγκΔ 2002,155 - ΤριμΔιοικΠρΑθ 4113/1995 ΕπΣυγκΔ 1995,362 - ΜΠρΑθ 1442/1994 ΕπΣυγκΔ 1994.464 - ΜΠρΑρτ 134/1993 ΕπΣκγΔ 1995,246 - ΜΠρΦλωρ 252/1987 ΕπΣυγκΔ 1989,376 επ - ΜΠρΑθ 1678/1980 ΕπΣυγκΔ 1982,179

γ. Αμέλεια του οδηγού σε ποσοστό 60% και αμέλεια του πεζού σε ποσοστό 40%. 
Τέτοιες ενδεικτικές περιπτώσεις από τη νομολογία είναι οι παρακάτω: ΕφΑθ 4279/1994 ΕπΣυγκΔ 1197,15 επ - ΕφΑθ 162/1979 (εσφαλμένως αναγράφεται ως έτος αποφάσεως 1989) ΕπΣυγκΔ 1981,233 και 1992,157 - ΕφΑθ 784/1989 ΕπΣυγκΔ 1990,316 επ και 1991,369 - ΕφΑθ 13274/1988 ΕπΣυγκΔ 1992,48 - ΜΠρΞάνθ 13/1993 ΕπΣυγκΔ 1994,541.

δ. Ίση υπαιτιότητα οδηγού οχήματος και πεζού (50%-50%). Τέτοιες ενδεικτικά περιπτώσεις είναι οι παρακάτω: ΕφΚρ 238/2000 ΕπΣυγκΔ 2000,364 - ΕφΘεσ 117/1988 ΕπΣυγκΔ 1989, 194 - ΕφΑθ 10933/1986 ΕπΣυγκΔ 1991,520 - ΜΠρΕδεσ 332/1980 ΕπΣυγκΔ 1981,240.


Περιπτώσεις από τη νομολογία με προέχουσα υπαιτιότητα πεζού έναντι του οδηγού οχήματος:
Σ’ αυτές τις περιπτώσεις ο πεζός επιχειρεί να διασχίσει το οδόστρωμα συνήθως ανέλεγκτα δηλαδή δεν λαμβάνει υπόψη την απόσταση του ερχόμενου οχήματος και δεν εκτιμά ορθώς την ταχύτητα με την οποία το τελευταίο κινείται. Από την άλλη πλευρά ο οδηγός ενός τέτοιου οχήματος συνήθως αιφνιδιάζεται και δεν επιχειρεί την δυνατή αποφευκτική ενέργεια, η οποία θα μπορούσε να έχει θετικά αποτελέσματα. Όταν μάλιστα η είσοδος του πεζού στο οδόστρωμα γίνεται κατά τρόπο που δεν επιτρέπει στον οδηγό οποιαδήποτε αποφευκτική ενέργεια, τότε συνήθως ο πεζός θα κρίνεται αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος. Τέτοιες ενδεικτικές περιπτώσεις από τη νομολογία μπορούν να’ αναφερθούν οι παρακάτω:
1. Αμέλεια του πεζού σε ποσοστό 80% και του οδηγού οχήματος σε ποσοστό 20%: ΕφΑθ 5436/1986 ΕπΣυγκΔ 1987,12 - ΜΠρΘεσ 6212/1987 ΕπΣυγκΔ 1988,511 - ΜπρΘεσ 4013/1987 ΕπΣυγκΔ 1988,509 επ.

2. Αμέλεια του πεζού σε ποσοστό 70% και του οδηγού οχήματος σε ποσοστό 30%: ΕφΑθ 3886/1994 ΕπΣυγκΔ 1995,253 - ΕφΠατρ 327/2006 ΑχΝομ 2004,625 

3. Αμέλεια του πεζού σε ποσοστό 60% και του οδηγού οχήματος σε ποσοστό 40%: ΕφΑθ 5358/2004 ΕπΣυγκΔ 2005,144


Β. Ατυχήματα μέσα σε διαβάσεις πεζών ή εγγύς διαβάσεων.

Ένας ικανός αριθμός ατυχημάτων με θύματα πεζούς γίνεται είτε μέσα σε διαβάσεις πεζών (σηματοδοτούμενες ή όχι) είτε εγγύς τέτοιων διαβάσεων. Ανάλογα με το σημείο στο οποίο γίνεται το ατύχημα και σε συνδυασμό με άλλες περιστάσεις εκτιμάται η υπαιτιότητα στο ατύχημα και προσδιορίζεται το ποσοστό της, αν η υπαιτιότητα βαρύνει αμφότερα τα εμπλεκόμενα πρόσωπα.

Ι. Ατυχήματα μέσα σε σηματοδοτούμενη διάβαση πεζών 

1. Με πράσινο σήμα για τους πεζούς
Σύμφωνα με το εδάφιο (α) της παρ.1 του άρθ. 7 Κ.Ο.Κ οι πεζοί μπορούν να διασχίζουν το οδόστρωμα όταν βλέπουν για την πορεία τους πράσινο σταθερό φως με σύμβολο άτομο που βαδίζει. Αντιστοίχως οι οδηγοί οχημάτων όταν έχουν για την πορεία τους ερυθρό σταθερό φως κυκλικής μορφής υποχρεούνται να σταματήσουν προς της ειδικής γραμμής διακοπής (βλ. εδάφιο β΄ της παρ.1 του άρθρ. 6 του ΚΟΚ). Και τούτο οφείλουν να πράττουν ανεξαρτήτως αν διέρχονται ή όχι πεζοί από τη διάβαση. Αν οι χρήστες της οδού συμμορφώνονται προς τις άνω ρυθμίσεις είναι φανερό ότι κατά κανόνα δεν θα συμβαίνουν ατυχήματα. Παρόλα αυτά δεν γίνεται πάντοτε έτσι. Ειδικότερα συμβαίνουν ατυχήματα με θύματα πεζούς οι οποίοι διέρχονται τη σηματοδοτούμενη διάβαση που έχει πράσινο φως. Συνιστάται επομένως στους πεζούς και όταν ακόμη διασχίζουν σηματοδοτούμενη διάβαση με πράσινο φως να προσέχουν ιδιαίτερα αν τα οχήματα σταματούν προ του ερυθρού γι’ αυτά σηματοδότη προκειμένου να τους παραχωρήσουν προτεραιότητα.
Κατά κανόνα σε τέτοιες περιπτώσεις η αποκλειστική ευθύνη για ατύχημα που συμβαίνει θα καταλογίζεται στον οδηγό του οδικού οχήματος που συνήθως θα παραβιάζει τον ερυθρό γι’ αυτό φως του σηματοδότη. Τέτοιες ενδεικτικές περιπτώσεις από τη νομολογία αντιμετωπίσθηκαν από τις παρακάτω αποφάσεις: ΕφΑθ 705/2003 ΕπΣυγκΔ 2003,435 - ΕφΑθ 6872/1997 ΕπΣυγκΔ 2000,636 - ΕφΑθ 5088/1993 ΕπΣυγκΔ 1994,535 - ΕφΑθ 10753/1990 ΕπΣυγκΔ 1990,51 - ΕφΑθ 12362/1988 ΕπΣυγκΔ 1990,92 - ΕφΘεσ 1420/1987 ΕπΣυγκΔ 1987,365 - ΜΠρΑθ 5165,2007 ΕπΣυγκΔ 2008,404 - ΜΠρΑθ 4840/1991 ΕπΣυγκΔ 1992,75

2. Με ερυθρό σήμα για τους πεζούς
α. Αποκλειστική υπαιτιότητα πεζού
Κρίθηκε ο πεζός αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος όταν εισέρχεται στη διάβαση για να τη διασχίσει τη στιγμή που ο σηματοδότης δείχνει για την πορεία του ερυθρό (απαγορευτικό) σήμα. Βλ. έτσι ΕφΑθ 2214/1978 ΕπΣυγκΔ 1981,246 - ΜπρΘεσ 20222/2001 αναφερόμενη από τον Νικ. Σιαπέρα στη μελέτη του δημοσιευμένη στην ΕπΣυγκΔ 2005,194 (198) - ΜΠρΑθ 4631/1987 ΕπΣυγκΔ 1987,419 επ.

β. Συρρέουσα ευθύνη πεζού και οδηγού οδικού οχήματος
Τέτοια συρρέουσα ευθύνη δέχονται ενδεικτικώς οι παρακάτω αποφάσεις: ΕφΑθ 288/1989 ΕπΣυγκΔ 1989,369 (πεζός: 70% - οδηγός 30%). Η υπαιτιότητα σε βάρος του οδηγού στηρίχθηκε κυρίως, στο γεγονός, ότι εκινείτο με ταχύτητα μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης. Ομοίως τα ίδια ποσοστά δέχθηκε και η ΕφΑθ 1425/1999 ΕπΣυγκΔ 2001,284. Η υπαιτιότητα σε βάρος του οδηγού του οχήματος στηρίχθηκε στο γεγονός ότι αυτός καίτοι αντιλήφθηκε, άλλως όφειλε ν’ αντιληφθεί τον πεζό να διασχίζει κάθετα το οδόστρωμα εντός διαβάσεως εντούτοις δεν ανέκοψε ταχύτητα.
Η απόφαση του ΕφΑθ 4392/1990 ΕπΣυγκΔ 1993,39 καταλόγισε στον μεν πεζό υπαιτιότητα σε ποσοστό 20%, στον δε οδηγό του οχήματος υπαιτιότητα σε ποσοστό 80%. Το μεγάλο ποσοστό σε βάρος του οδηγού δικαιολογείται κατά την απόφαση γιατί ο οδηγός δεν διέκοψε την πορεία του ενόψει κιτρίνου σταθερού φωτός του σηματοδότη και ενώ στην πορεία του βρισκόταν η πεζή που διέσχιζε κάθετα το οδόστρωμα, ενώ για την πεζή η συνυπαιτιότητα στηρίχθηκε στο ότι επιχείρησε κάθετη διέλευση του οδοστρώματος πριν ανάψει ο πράσινος γι’ αυτή σηματοδότης και σταματήσουν όλα τα οχήματα.

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ο οδηγός οχήματος καίτοι έχει για την πορεία του πράσινο φως και αντιστοίχως ερυθρό φως ο διερχόμενος τη διάβαση πεζός δεν σημαίνει ότι απαλλάσσεται από την υποχρέωση να επιχειρήσει κάθε δυνατό ελιγμό προς αποφυγή του ατυχήματος. Επομένως συνυπαιτιότητά του δύναται να στηριχθεί στο ότι εκινείτο με ταχύτητα μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης, εφόσον αυτή συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα, ή παρέλειψε κάποιο δυνατό αποφευκτικό ελιγμό που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μείωση των συνεπειών του ατυχήματος.


ΙΙ. Ατύχημα σε διάβαση μη σηματοδοτούμενη

Οι βασικές νομοθετικές ρυθμίσεις περιέχονται στο άρθ 38 §4 εδ δ΄και άρθ. 39§§1,2 και 4 του ΚΟΚ. Από τις διατάξεις αυτές και ιδίως από την πρώτη τούτων προκύπτει ότι ο πεζός δεν έχει τη δυνατότητα κατά πάντα χρόνο να κατέρχεται στο οδόστρωμα προκειμένου να διασχίσει μη σηματοδοτούμενη διάβαση. Οφείλει προηγουμένως να λάβει υπόψη και να εκτιμήσει ορθά την απόσταση και την ταχύτητα των οχημάτων που πλησιάζουν. Μόνο εφόσον κατ’ αντικειμενική κρίση μπορεί να ολοκληρώσει τέτοια προσπάθεια, επιτρέπεται τότε να διασχίσει τη διάβαση. Τότε και οι οδηγοί οχημάτων, υποχρεούνται να πλησιάζουν τη διάβαση με ταχύτητα τόσο μικρή ώστε να μην εκθέτουν σε κίνδυνο τους πεζούς που τη χρησιμοποιούν ή εισέρχονται σ’ αυτή παραχωρώντας έτσι υπό τις άνω προϋποθέσεις προτεραιότητα διελεύσεως στους πεζούς. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο πεζός δεν αποκτά προτεραιότητα έναντι των οχημάτων από τη στιγμή που θελήσει να διασχίσει διάβαση πεζών εφόσον δεν ακολουθεί την επιταγή που διατυπώνεται στο εδάφιο (ε΄) της παρ. 4 του άρθρ. 38 ΚΟΚ.

1. Αποκλειστική υπαιτιότητα οδηγού
Σε ικανό αριθμό περιπτώσεων έχει καταλογισθεί αποκλειστική υπαιτιότητα για ατύχημα (παράσυρση πεζού μέσα σε μη σηματοδοτούμενη διάβαση) στον οδηγό. Η υπαιτιότητα αυτή στηρίζεται στο γεγονός ότι ο οδηγός κινείται με υπερβολική ταχύτητα και δεν αντιλαμβάνεται την ύπαρξη διαβάσεως πεζών και τη διέλευση από αυτές πεζών, ιδιαίτερα μάλιστα όταν οι τελευταίοι έχουν διασχίσει το μείζον τμήμα της διαβάσεως που σημαίνει ότι όταν εισήλθαν στη διάβαση τα ζημιογόνα αυτοκίνητα ήσαν σε απόσταση τέτοια ώστε λαμβανομένης υπόψη και της επιτρεπόμενης ταχύτητας μπορούσαν να υπολογίζουν οι πεζοί την ακίνδυνη διέλευση της διαβάσεως. Αν αντιθέτως η παράσυρση του πεζού γίνεται στην αρχή της διαβάσεως, συνάγεται εντεύθεν ότι οι πεζοί δεν συμμορφώθηκαν με τη ρύθμιση του εδαφίου (δ) της παρ. 4 του άρθ. 38 ΚΟΚ.
Η νομολογία είχε την ευκαιρία να ασχοληθεί με τέτοιες υποθέσεις στις οποίες δέχθηκε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος. Ενδεικτικώς μπορούν ν’ αναφερθούν οι παρακάτω αποφάσεις: ΕφΑθ 8878/1995 ΕπΣυγκΔ 1997,11 - ΕφΠειρ 1152/1991 ΕπΣυγκΔ 1991, 542 - ΕφΑθ 11184/1988 ΕπΣυγκΔ 1990,126 - ΕφΑθ 13714/1988 ΕπΣυγκΔ 1992,46 (αφορά περίπτωση παρασύρσεως δύο ηλικιωμένων πεζών ηλικίας 88 και 79 ετών που διέσχιζαν το οδόστρωμα μέσα σε διαβάσεις πεζών που ήσαν εμφανείς) ΜΠρΗρακλείου 60/2006 ΕπΣυγκΔ 2007,512 (αφορά περίπτωση οδηγού ΙΧΕ ο οποίος κινούμενος με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα και υπό την επήρεια οινοπνεύματος παρέσυρε 6 χρονο που διέσχιζε με τους γονείς του το οδόστρωμα ΕΝΤΟΣ ΔΙΑΒΑΣΕΩΝ) ΜΠρΑθ 5793/1989 ΕπΣυγκΔ 1990, 313 (αφορά περίπτωση παρασύρσεως πεζών από όχημα που διέσχιζαν το οδόστρωμα εντός διαβάσεων και είχαν διέλθει το μείζον τμήμα του εκ τριών λωρίδων οδοστρώματος και υπολείπονταν ακόμη διάστημα 1,5μ.)

2. Συρρέουσα υπαιτιότητα οδηγού οχήματος και πεζού.
Σε ορισμένες περιπτώσεις έχει διαγνωσθεί με απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας συρρέουσα υπαιτιότητα του εμπλακέντος στο ατύχημα οδηγού οχήματος και του εντός των διαβάσεων παρασυρθέντος πεζού βλ. σχετικώς την απόφαση του ΕφΛαρ 179/19980 ΕπΣυγκΔ 1983,304 που δέχθηκε υπαιτιότητα του εμπλακέντος οδηγού σε ποσοστό 70% και του παρασυρθέντος εντός διαβάσεων πεζού σε ποσοστό 30%. Την αμέλεια του οδηγού στήριξε στο γεγονός εκινείτο με ταχύτητα υπερβαίνουσα την οριζόμενη βάσει πινακίδας σε 40 Χ/Ω, την οποία δεν ανέκοψε μολονότι αντιλήφθηκε τον παθόντα από ικανή απόσταση. Την συντρέχουσα αμέλεια του πεζού στήριξε στην παραδοχή ότι αυτός επιχείρησε να διέλθει την διάβαση παρά το γεγονός ότι αντιλήφθηκε την επικίνδυνη οδήγηση του οχήματος και περαιτέρω γιατί στάθμευσε αποτόμως μέσα στη διάβαση, την οποία δεν μπορούσε να προβλέψει ο οδηγός υπολαμβάνοντας ότι μέχρι να πλησιάσει τη διάβαση, ο πεζός θα είχε διέλθει.



ΙΙΙ. Ατύχημα εκτός διαβάσεως και σε απόσταση από αυτή.

Η διάταξη του εδαφίου (δ) της §4 του άρθρ. 38 ΚΟΚ με την προαναφερθείσα παραπάνω διατύπωση δεν καθιερώνει δικαίωμα προτεραιότητας υπέρ των πεζών υπό την έννοια ότι ο πεζός δύναται να κατέρχεται στο οδόστρωμα προκειμένου να διασχίσει μη σηματοδοτούμενη διάβαση πεζών και να υποχρεώνει έτσι τα διερχόμενα οχήματα να διακόπτουν υποχρεωτικά την πορεία τους προκειμένου να του παραχωρήσουν προτεραιότητα. Κάτι τέτοιο άλλωστε θα ήταν άκρως επικίνδυνο και θα προκαλούσε κινδύνους ατυχημάτων ιδιαίτερα μεταξύ των οχημάτων.
Σύμφωνα με την άνω διάταξη ο πεζός δικαιούται να διασχίσει διάβαση λαμβάνοντας υπόψη την απόσταση και την ταχύτητα των οχημάτων, τα οποία από την πλευρά τους πρέπει, εφόσον τούτο δεν συνδέεται με κινδύνους, να μειώνουν ταχύτητα για να διευκολύνουν τον πεζό μέχρι να ολοκληρώσει ο τελευταίος τη διέλευση της διαβάσεως παραχωρώντας έτσι με τον τρόπο αυτό προτεραιότητα στον πεζό σύμφωνα με το τελευταίο υποεδάφιο του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2 του άρθ. 39 ΚΟΚ.
Η καθημερινή πρακτική δείχνει ότι πολλές φορές πεζοί προσπαθούν να διασχίσουν οδόστρωμα όχι ακριβώς μέσα από τις υπάρχουσες διαβάσεις πεζών (σηματοδοτούμενες ή μη) αλλά από σημείο που βρίσκονται πλησίον αυτών. Γεννάται τότε ζήτημα πως πρέπει να αντιμετωπίζονται τέτοιοι πεζοί. Κατά μία επιεική άποψη τέτοιοι πεζοί εφόσον το σημείο διελεύσεώς τους από απόσταση περίπου 10 μ. από τις ευδιάκριτες διαβάσεις πεζών πρέπει να αντιμετωπίζονται ως διερχόμενοι από διάβαση πεζών πράγμα που έχει σημασία στο θέμα της υπαιτιότητας. Πάντως όσο απομακρύνεται το σημείο ενός ατυχήματος από τις ευδιάκριτες διαβάσεις πεζών, τόσο περισσότερο πρέπει να αυξάνει η προσοχή επιμέρους του πεζού και η υπαιτιότητα να βαρύνει περισσότερο τον πεζό. Βέβαια στην τελική κρίση βαρύνουν όλες οι συνοδεύουσες ένα ατύχημα περιστάσεις που δεν είναι τις περισσότερες φορές γνωστές εκ των προτέρων.
Παρακάτω θα παρατεθούν ορισμένες ενδεικτικές περιπτώσεις από τη νομολογία και θα καταβληθεί προσπάθεια μήπως είναι δυνατό να διατυπωθούν κατευθυντήριες σκέψεις. Η παράθεση της νομολογίας θα γίνει με βάση το κριτήριο της αποστάσεως του σημείου του ατυχήματος από τις υπάρχουσες διαβάσεις πεζών.

1. Παράσυρση πεζού εκτός διαβάσεως (σηματοδοτούμενη ή μη) που βρίσκεται σε μικρή απόσταση ή εγγύς αυτής.
Σε μια τέτοια περίπτωση η νομολογία δέχθηκε με κάποια θα μπορούσε να ισχυρισθεί κανείς, αυστηρότητα έναντι του πεζού προέχουσα μεν υπαιτιότητα του οδηγού οχήματος, αλλά παράλληλα και σε σημαντικό βαθμό υπαιτιότητα του πεζού. Εν προκειμένω μπορούν να αναφερθούν από τις δημοσιευθείσες αποφάσεις η ΕφΘεσ 1387/2004 ΕπΣυγκΔ 2004, 342 που δέχθηκε επί παρασύρσεως πεζού εκτός σηματοδοτούμενης διαβάσεως πεζών που βρισκόταν σε μικρή, αλλά μη καθοριζόμενη στην απόφαση, απόσταση από το σημείο του ατυχήματος, συμβολή στο ατύχημα του μεν οδηγού σε ποσοστό 60% του δε πεζού σε ποσοστό 40%, ενώ το ΕφΑθ 2051/1978 ΕπΣυγκΔ 1981,247 δέχθηκε σε ατύχημα που έγινε εγγύς των διαβάσεων με θύμα πεζό υπαιτιότητα του μεν οδηγού σε ποσοστό 70%, του δε πεζού σε ποσοστό 30%

2. Παράσυρση πεζού εκτός διαβάσεως που βρίσκεται σε απόσταση από το σημείο του ατυχήματος από 7,80μ. μέχρι 11,5μ.
α. Η απόφαση του ΕφΑθ 15357/1988 ΕπΣυγκΔ 1990,106 είχε να κρίνει περίπτωση παρασύρσεως πεζής που βαδίζει με τη φίλη της σε απόσταση 7,80μ. από σηματοδοτούμενη διάβαση πεζών που έδειχνε πράσινο φως για τους πεζούς γιατί αυτή (διάβαση) ήταν κατειλημμένη από σταθμεύοντα οχήματα προ του ερυθρού γι’ αυτά σηματοδότη. Ενώ η άνω πεζή πλησίαζε στο πεζοδρόμιο ο ερυθρός για τα οχήματα σηματοδότης έγινε πράσινος, οπότε και ξεκίνησε το ζημιογόνο όχημα και παρέσυρε την πεζή. Το Εφετείο τελικώς δέχθηκε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού χωρίς καμία συνυπαιτιότητα να βαρύνει την πεζή. Κατά την απόφαση μόνη η εκτός διαβάσεων κίνηση της πεζής δεν συντέλεσε στο ατύχημα, το οποίο θα αποφευγόταν αν ο οδηγός κατέβαλε την επιβαλλόμενη προσοχή.
β. Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του ΜΠρΑθ 1275/2005 ΕπΣυγκΔ 2005, 568 ο ηλικίας 72 ετών πεζός επιχείρησε να διασχίσει καθέτως το οδόστρωμα της οδού Φιλολάου σε σημείο απέχων απόσταση μικρότερη των 8μ. από την υπάρχουσα διάβαση πεζών οπότε και παρασύρθηκε από διερχόμενη μοτοσικλέτα που εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα πέρα του επιτρεπόμενου ορίου των 50χ/ω. Με την άνω απόφαση ο οδηγός της μοτοσικλέτας κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος χωρίς καμία συνυπαιτιότητα να βαρύνει τον πεζό δεδομένου ότι και αν επιχειρούσε τη διάσχιση του οδοστρώματος από την εγγύς υπάρχουσα διάβαση και πάλι θα παρασυρόταν από την ιλιγγιωδώς κινούμενη μοτοσικλέτα, δηλαδή η κίνηση του πεζού εκτός διαβάσεως δεν συνδέεται αιτιωδώς με την παράσυρση.
γ. Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του ΕφΑθ 1324/1989 ΕπΣυγκΔ 1989,335 πεζός παρασύρθηκε όταν ανέλεγκτα επιχείρησε να διασχίσει το οδόστρωμα από σημείο που βρισκόταν σε απόσταση μη υπερβαίνουσα τα 10μ. από σηματοδοτούμενη διάβαση πεζών. Με την άνω απόφαση το μείζον ποσοστό υπαιτιότητας, ήτοι 85% καταλογίσθηκε στον οδηγό του ζημιογόνου οχήματος και μόλις ποσοστό 15% στον παρασυρθέντα πεζό γιατί ανέλεγκτα προσπάθησε να διασχίσει το οδόστρωμα.
δ. Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του ΕφΑθ 15125/1988 ΕπΣυγκΔ1990,371 ο πεζός παρασύρθηκε από δίκυκλο μοτοποδήλατο τη στιγμή που ανέλεγκτα επιχειρούσε την 09:00 ώρα να διασχίσει καθέτως το προς Αμπελοκήπους ρεύμα της λεωφόρου Κηφισίας εκτός διαβάσεως πεζών που βρίσκονταν σε απόσταση 11.30μ. από το σημείο του ατυχήματος. Με την άνω απόφαση καταλογίσθηκε σε καθένα από τους εμπλακέντες (οδηγός – πεζός) ίσος βαθμός υπαιτιότητας (50%). Ειδικότερα στον οδηγό καταλογίσθηκε ότι παρόλο που αντιλήφθηκε τον πεζό από απόσταση 30μ. να διασχίζει καθέτως τη λεωφόρο, εντούτοις δεν ανέκοψε την υπερβολική ταχύτητα των 60 χ/ω με την οποία εκινείτο. Στον πεζό καταλογίσθηκε το ίδιο ποσοστό υπαιτιότητας γιατί αυτός αποπειράθηκε να διασχίσει καθέτως την άνω λεωφόρο που εμφανίζει μεγάλη κυκλοφοριακή κίνηση εκτός διαβάσεων βιαστικά και ανέλεγκτα.
ε. Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του ΕφΑθ 6460/1987 ΕπΣυγκΔ 1989,371 το ατύχημα έγινε όταν η παθούσα επιχειρούσε να διασχίσει καθέτως την οδό Πατησίων των Αθηνών εκτός σηματοδοτούμενης διαβάσεως πεζών που απείχε από το σημείο της παρασύρσεως (17) μέτρα και έδειχνε πράσινο για τα αυτοκίνητα και ερυθρό για πεζούς. Η πεζή στην άνω βιαστική της προσπάθεια γλίστρησε και έπεσε στο οδόστρωμα και ο οδηγός του οχήματος λόγω της μεγάλης ταχύτητας, του ανεπαρκούς φωτισμού γιατί ήταν νύκτα και γιατί δεν φορούσε όπως έπρεπε τα γυαλιά μυωπίας του, την εξέλαβε ως «μαύρη σακούλα σκουπιδιών» και για το λόγο αυτό πέρασε με το οδηγούμενο απ’ αυτόν αυτοκίνητο πάνω από το σώμα της τραυματίζοντάς την θανάσιμα. Με την άνω απόφαση υπαιτιότητα σε ποσοστό 50% καταλογίσθηκε σον οδηγό του οχήματος. Το ίδιο αυτό ποσοστό καταλογίσθηκε και στην πεζή η οποία βιαστικά και απρόσεκτα κινούμενη προσπάθησε να διασχίσει το οδόστρωμα εκτός των πλησίον σηματοδοτούμενης διαβάσεως πεζών.
στ. Κατά τις παραδοχές του ΕφΑθ 6325/2000 ΕπΣυγκΔ 2005,209 η πεζή την 23:50 ώρα της 19-9-1997 επιχείρησε να διασχίσει τη λεωφόρο Μεσογείων των Αθηνών πλησίον διαβάσεως σηματοδοτούμενης που έδειχνε κόκκινο φως για τους πεζούς και πράσινο φως για τα οχήματα οπότε και παρασύρθηκε από διερχόμενο όχημα, ο οδηγός του οποίου παρά την τροχοπέδηση που ενήργησε δεν μπόρεσε ν’ αποφύγει την πεζή, η οποία και με την παλινδρόμηση επί του οδοστρώματος παραπλάνησε τον οδηγό ώστε αυτός να προβεί στους ορθούς αποφευκτικούς ελιγμούς. Με την προαναφερόμενη απόφαση η αποκλειστική υπαιτιότητα για το ατύχημα καταλογίσθηκε στην ίδια την πεζή χωρίς καμία συνυπαιτιότητα να βαρύνει τον οδηγό ο οποίος υπό τις άνω συνθήκες δεν μπορούσε ν’ αποφύγει το ατύχημα.
ζ. Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του ΕφΑθ 333/1999 ΕπΣυγκΔ 2000,42 επ. το ατύχημα έγινε την 04:15 (πρωινή) ώρα της 28-11-1996. Τότε ο εναγόμενος οδηγώντας το μοτοποδήλατό του εκινείτο επί της οδού Θηβών στο Αιγάλεω με κατεύθυνση προς Περιστέρι. Το μοτοποδήλατο διήλθε τη διασταύρωση της άνω οδού με την οδό Βορείου Ηπείρου τη στιγμή που οι φωτεινοί σηματοδότες έδειχναν για τα οχήματα πράσινο φως. Σε απόσταση (15) μέτρων από την άνω διασταύρωση παρέσυρε τον πεζό ο οποίος προσπαθούσε κάθετα να διασχίσει την οδό Θηβών από αριστερά προς τα δεξιά και τότε είχε διανύσει το μισό του πλάτους 9μ. οδοστρώματος. Με την άνω απόφαση το μείζον ποσοστό υπαιτιότητας (80%) καταλογίσθηκε στον πεζό, ενώ ποσοστό 20% καταλογίσθηκε στον οδηγό γιατί αυτός εκινείτο με ανεπαρκή φωτισμό παρόλο ότι ήταν νύκτα με αυξημένη ταχύτητα και δεν είχε τεταμένη την προσοχή του ώστε εν περιπτώσει ανάγκης να προβεί στον κατάλληλο αποφευκτικό ελιγμό βλ. ακόμη και ΕφΑθ 8615/1996 ΕπΣυγκΔ 1997,202


3. Παράσυρση πεζού εκτός διαβάσεως που βρίσκεται σε απόσταση από το σημείο του ατυχήματος 30μ. και περισσότερο.

Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του ΜΠρΑθ 1719/1989 ΕπΣυγκΔ 1990,420 πεζή που είχε διασχίσει τα 3/4 του οδοστρώματος εκτός διαβάσεως παρασύρθηκε από αυτοκίνητο που εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα και σταμάτησε μετά την παράσυρση σε απόσταση 80μ. Με την άνω απόφαση η αποκλειστική υπαιτιότητα για το ατύχημα καταλογίσθηκε στον οδηγό χωρίς καμία συνυπαιτιότητα να βαρύνει τον ενάγουσα – πεζή, η οποία μετά από έλεγχο κατήλθε στο οδόστρωμα και εύλογα πίστευε ότι μπορούσε να το διασχίσει χωρίς κίνδυνο για την ίδια και τους τρίτους. Προστίθεται περαιτέρω στην απόφαση ότι η παράλειψη της πεζής να χρησιμοποιήσει τις αποχρωματισμένες και ευρισκόμενες σε απόσταση 30μ. διαβάσεις δεν τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα.
Αντιθέτως με τη απόφαση του ΜπρΘεσ 29816/2002 (αναφέρεται στη μελέτη Νικ. Σιαπέρα ΕπΣυγκΔ 2005,194 (198) καταλογίσθηκε υπαιτιότητα για το ατύχημα σε πεζό και σε ποσοστό 60% ο οποίος επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα από σημείο που δεν υπήρχαν διαβάσεις πεζών (τέτοιες υπήρχαν σε απόσταση από το εν λόγω σημείο) και επιχείρησε να εξέλθει στο απέναντι πεζοδρόμιο διερχόμενος ανάμεσα από σταματημένα λόγω φωτεινού σηματοδότη οχήματα χωρίς προηγουμένως να ελέγξει και να βεβαιωθεί ότι δεν παρεμποδίζει την κυκλοφορία. Αντιθέτως στον οδηγό του ζημιογόνου οχήματος καταλογίσθηκε μικρότερο ποσοστό υπαιτιότητας (40%).
Κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου το ατύχημα έγινε την 05:11 (πρωινή) ώρα της 25-11-1995 στην παραλιακή λεωφόρο Θεσ/νίκης πλησίον του ξενοδοχείου «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΠΑΛΛΑΣ». Τότε η οδηγός του οχήματος κινούμενη με υπερβολική ταχύτητα πέρα της επιτρεπόμενης των 50χ/ω δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως δύο νεαρούς πεζούς οι οποίοι προσπαθούσαν εκτός διαβάσεως να διασχίσουν καθέτως το οδόστρωμα πιασμένοι χέρι & χέρι με αποτέλεσμα να τους παρασύρει. Με την απόφαση του ΕφΘεσ 215/2000 ΕπΣυγκΔ 2000,408 καταλογίσθηκε για το ατύχημα υπαιτιότητα στην μεν οδηγό 70% στους δε πεζούς 30%. Η συνυπαιτιότητα των πεζών στηρίχθηκε στη διαπίστωση ότι οι πεζοί δεν χρησιμοποίησαν τη διάβαση πεζών που υπήρχε σε απόσταση 40μ. ούτε την υπάρχουσα σε μικρότερη απόσταση αερογέφυρα χωρίς προηγουμένως να κοιτάξουν αν κινούνται οχήματα στο οδόστρωμα της λεωφόρου.
Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του ΜΠρΑθ 5887/1990 ΕπΣυγκΔ 1992,310 το ατύχημα συνέβη όταν ο πεζός προσπαθώντας να διασχίσει κάθετα τη λεωφόρο είχε διανύσει τις δύο από τις τρεις λωρίδες κυκλοφορίας και ενόσω βρισκόταν στην τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας. Στον οδηγό καταλογίσθηκε υπαιτιότητα σε ποσοστό 20% γιατί δεν ανέκοψε ταχύτητα, αλλά συνέχισε την πορεία του με την ίδια ταχύτητα και δεν ενήργησε αποφευκτικό ελιγμό. Στον παθόντα πεζό καταλογίσθηκε υπαιτιότητα ποσοστό 80% γιατί επιχείρησε ανέλεγκτα και βιαστικά να διασχίσει το οδόστρωμα με πυκνή κυκλοφοριακή κίνηση και εκτός υπόγειας διαβάσεως πεζών που βρίσκονταν σε απόσταση (54μ) από το σημείο του ατυχήματος.
Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του ΜΠρΗρακλείου 465/1997 ΕπΣυγκΔ 1998,228 το ατύχημα συνέβη γιατί ο οδηγός παρέσυρε τον πεζό που επιχειρούσε να διασχίσει το οδόστρωμα παρόλη τη δυνατότητα που είχε ο οδηγός να αντιληφθεί τον πεζό και παρά την προσπάθειά του να ειδοποιήσει τον πεζό με ηχητικό σήμα. Με την απόφαση καταλογίσθηκε στον οδηγό υπαιτιότητα σε ποσοστό 70%. Στον παθόντα πεζό καταλογίσθηκε υπαιτιότητα σε ποσοστό 30% γιατί προσπάθησε βραδυπορώντας να διασχίσει καθέτως το οδόστρωμα εθνικής οδού στην οποία κινούνται οχήματα με αυξημένη ταχύτητα και δεν χρησιμοποίησε τη διάβαση πεζών που βρισκόταν σε απόσταση 60-70μ από το σημείο του ατυχήματος.
Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του ΕφΑθ 12123/1979 ΕπΣυγκΔ 1983,507 σε χρόνο που οι δύο γυναίκες επιχείρησαν πεζές να διασχίσουν το οδόστρωμα της εθνικής οδού (περιοχή Κάτω Πατησίων & Αθηνών) και σε χρόνο που αυτές είχαν διανύσει τις δύο από τις τρεις λωρίδες κυκλοφορίας. Στον οδηγό καταλογίσθηκε υπαιτιότητα σε ποσοστό 60% γιατί καίτοι η οδός ήταν ευθεία σε απόσταση 1000μ. αυτός κινούμενος με ταχύτητα 70χ/ω καθυστερημένα τις αντιλήφθηκε από απόσταση μόλις 15μ., ενώ έπρεπε νωρίτερα. Στην παθούσα πεζή καταλογίσθηκε υπαιτιότητα σε ποσοστό 40% γιατί δεν ήλεγξε προηγουμένως την κίνηση των οχημάτων και δεν χρησιμοποίησε την εναέρια διάβαση πεζών, που υπήρχαν σε απόσταση 200μ.
Σχολιάζοντας την αιτιολογία της άνω αποφάσεως σχετικώς με το ορισθέν ποσοστό συνυπαιτιότητας της αιτούσας πεζής θα μπορούσε να διατυπώσει την άποψη ότι φαίνεται μάλλον υπερβολική η αξίωση που κατευθύνεται στο βάρος του πεζού να χρησιμοποιήσει διάβαση πεζών που βρίσκεται σε τόσο μεγάλη απόσταση (βλ. σχ. Αρθ. 190 παρ.2 του ιταλικού Codice della Strada που ορίζει την απόσταση αυτή σε 100μ.). Επομένως μάλλον δεν επιτρέπεται να καταλογίζεται στον πεζό ότι δεν χρησιμοποίησε διάβαση ευρισκόμενη σε τόσο μακρινή απόσταση. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ελαφρύνει τη θέση του πεζού. Ο τελευταίος προτιθέμενος να διασχίσει καθέτως εθνική οδό με πυκνή κυκλοφορία οχημάτων που αναπτύσσουν υψηλές ταχύτητες και οι οδηγοί των οποίων συνήθως δεν αναμένουν διάβαση πεζών, όταν λείπουν διαβάσεις, έχει την υποχρέωση να επιδείξει ιδιαίτερη προσοχή και να συμμορφωθεί προς τις επιταγές του εδαφίου (ε) της παρ. 4 του άρθρ. 38 ΚΟΚ, δηλαδή να διέλθει το οδόστρωμα κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μη παρεμποδιστεί η κυκλοφορία των οχημάτων, ώστε τα τελευταία να μην αναγκασθούν σε αιφνίδια τροχοπέδηση που θα προκαλέσει κινδύνους γενικώς στην κυκλοφορία.
Κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου ΕφΑθ 2209/1999 ΕπΣυγκΔ 2005,206 το ατύχημα έγινε την 04:50 πρωινή ώρα της 24-12-1993. Τότε ο ηλικίας 18 ετών που βρισκόταν υπό την επήρεια μέθης γιατί στο αίμα του ανιχνεύθηκε οινόπνευμα σε ποσοστό 1,55 %ο επιχείρησε να διασχίσει το πλάτος 15,80μ. και αποτελούμενο από (5) λωρίδες κυκλοφορίας οδόστρωμα της λεωφόρου Συγγρού. Κατά την απόφαση στον οδηγό δεν καταλογίσθηκε καμία υπαιτιότητα γιατί έβαινε κανονικά στη λωρίδα κυκλοφορίας του και δεν είχε τη δυνατότητα αποφευκτικού ελιγμού γιατί αντιλήφθηκε τον πεζό μόλις στα 5μ. όταν ο πεζός αιφνιδίως παρεμβλήθηκε στην πορεία του. Η αποκλειστική υπαιτιότητα για το ατύχημα ενόψει των άνω παραδοχών καταλογίσθηκε στον πεζό, ο οποίος μάλιστα και δεν χρησιμοποίησε τις πλησίον του ατυχήματος υπόγειες για πεζούς διαβάσεις.
Κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου ΜΠρΑθ 3524 ΕπΣυγκΔ 1988,173 επ. ο πεζός επιχείρησε εκτός διαβάσεων (υπόγειες υπήρχαν λίγο πιο κάτω από το σημείο του ατυχήματος) να διασχίσει το οδόστρωμα της λεωφόρου Συγγρού πλάτους 13,50μ. Ο πεζός παρασύρθηκε από το όχημα όταν είχε διανύσει απόσταση 12.50μ. και υπολειπόταν ακόμη διάστημα 1μ. για να ανέλθει στο κράσπεδο της κλεισμένης με κιγκλιδώματα νησίδας ασφαλείας. Με την απόφαση στον οδηγό καταλογίσθηκε υπαιτιότητα σε ποσοστό 70% γιατί εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα και έπρεπε να είχε αντιληφθεί τον πεζό αφού ο τελευταίος κατά την παράσυρση είχε διανύσει τόση απόσταση. Στον πεζό καταλογίσθηκε υπαιτιότητα σε ποσοστό 30% γιατί ανέλεγκτα επιχείρησε να διασχίσει το οδόστρωμα εκτός διαβάσεων που υπήρχαν σε μικρή απόσταση.

ΟΙ ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΙ ΧΡΗΜΑΤΙΚΗΣ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗΣ ΛΟΓΩ ΨΥΧΙΚΗΣ ΟΔΥΝΗΣ ΕΠΙ ΤΡΟΧΑΙΩΝ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ ΜΕ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΛΛΟΔΑΠΟΤΗΤΑΣ

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΤΗΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ 
ΚΑΙ Η ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ 864/2007 
(ΡΩΜΗ ΙΙ)

Β΄ ΜΕΡΟΣ
Υπό Γεωργίου Αμπατζή 
Δικηγόρου Πατρών

ΣΣ (Δημοσιεύεται στην Επ.Συγκ.Δικ. 2009/482 & Τεύχος Οκτώβριος 2009)

Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Το ζήτημα που αποτελεί το αντικείμενο της μελέτης αυτής της εργασίας, μας απασχόλησε και πάλι εντελώς πρόσφατα. Ειδικότερα στο τεύχος του μηνός Φεβρουαρίου του έτους 2009 (σελ. 66 έως 77) δημοσιεύτηκε σχετική εργασία μας, στην οποία παρουσιάστηκαν οι θέσεις της νομολογίας των δικαστηρίων της χώρας μας επί του ζητήματος αυτού, αναφέρθηκαν οι αποφάσεις που εκδόθηκαν γι΄αυτό το θέμα σε περιληπτική απόδοσή τους και έγινε κριτική των θέσεων αυτών, ενώ παράλληλα έγινε μνεία και των διατάξεων του Κανονισμού 864/2007, γνωστού ως «ΡΩΜΗ ΙΙ» (εφεξής «Κανονισμός») και η επίδραση των διατάξεών του στην ελληνική έννομη τάξη.
Η ανάγκη η οποία επέβαλε την εκ νέου ενασχόλησή μας με το προαναφερόμενο θέμα είναι ότι από την δημοσίευση της πρώτης εργασίας μέχρι σήμερα υπήρξε μια σημαντική εξέλιξη στην νομολογία τόσο του Αρείου Πάγου όσο και των δικαστηρίων της ουσίας, ως προς την ερμηνεία των άρθρων 26 και 932 του ΑΚ. Η παρούσα μελέτη αποτελεί ακριβώς τη συνέχεια και συμπλήρωση της πρώτης πάρα πάνω εργασίας μας. 


ΙΙ. Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Κατ’αρχήν η υπ αριθ. 798/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου (αδημ.), η οποία ασχολήθηκε με τον θάνατο αλβανού υπηκόου σε τροχαίο ατύχημα το οποίο συνέβη στην Ελλάδα, έκρινε ότι το ζήτημα αν είναι κάποιος ή όχι μέλος της ίδιας οικογένειας με το θύμα ενός τροχαίου ατυχήματος δεν κρίνεται κατά το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο (άρθρο 932 Α.Κ.), αλλά κατά τις διατάξεις των άρθρων 14, 17, 22 και 23 του Α.Κ., ανάλογα με το αν πρόκειται για σύζυγο ή τέκνα, οι οποίες διατάξεις οδηγούν στην εφαρμογή του αλβανικού δικαίου. Την ίδια ακριβώς θέση και με παρόμοια διατύπωση υιοθέτησε και η υπ΄αριθ. 799/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου (αδημ.), η οποία αντιμετώπισε επίσης θάνατο αλβανού υπηκόου και η οποία δέχθηκε ότι για την κρίση αν είναι ή όχι κάποιος μέλος της ίδιας οικογένειας με το θύμα εφαρμόζονται οι πάρα πάνω διατάξεις του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου οι οποίες στη συγκεκριμένη περίπτωση παραπέμπουν, κατά την απόφαση, στην εφαρμογή του αλβανικού δικαίου.
Έτσι φάνηκε να παγιώνεται πλέον στη νομολογία του Αρείου Πάγου, μετά και την υπ΄αριθ. 3/20071 απόφαση αυτού του δικαστηρίου η οποία είχε υιοθετήσει την ίδια ακριβώς θέση, η άποψη ότι η έννοια του όρου «οικογένεια» του άρθρου 932 εδάφ. γ του Α.Κ. δεν ρυθμίζεται από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, αλλά από τις προαναφερόμενες διατάξεις του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, οι οποίες και παραπέμπουν στην εφαρμογή διατάξεων αλλοδαπού ουσιαστικού δικαίου. 
Στην προαναφερόμενη σταθερή νομολογία του Αρείου Πάγου ως προς το ζήτημα του προσδιορισμού του κύκλου των προσώπων τα οποία απαρτίζουν την «οικογένεια» του άρθρου 932 εδ. γ, επέφερε το πρώτο ρήγμα η υπ΄αριθ. 1847/2009 απόφαση αυτού του δικαστηρίου2. Το Δ΄ Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου το οποίο εξέδωσε την πάρα πάνω απόφαση, αντιμετώπισε τροχαίο ατύχημα αλβανού υπηκόου κατά το οποίο αυτός θανατώθηκε και οι συγγενείς του, σύζυγος και τέκνα του θανόντος, είχαν εγείρει αξιώσεις ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης. Τρία από τα μέλη της σύνθεσης αυτού του δικαστηρίου τάχθηκαν υπέρ της άποψης ότι ο καθορισμός των μελών της «οικογένειας» του θύματος, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη, γίνεται με βάση τις διατάξεις των άρθρων 13, 14, 17, 22 και 23 του Α.Κ., οι οποίες στη συγκεκριμένη περίπτωση παραπέμπουν στην εφαρμογή του αλλοδαπού δικαίου. Δύο από τα μέλη του εν λόγω δικαστηρίου υποστήριξαν την άποψη ότι ο κύκλος των προσώπων που ανήκουν στην «οικογένεια» καθορίζεται από το ελληνικό δίκαιο και συγκεκριμένα από τις διατάξεις των άρθρων 26 και 932 του ΑΚ, με βάση την ερμηνεία της αόριστης νομικής έννοιας της «οικογένειας», όπως αυτή έχει προσδιορισθεί από τη νομολογία των δικαστηρίων της χώρας μας. Στην περίπτωση αυτή, όπως δέχεται η μειοψηφούσα γνώμη, εφαρμόζονται ασφαλώς και οι πάρα πάνω διατάξεις του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, όχι όμως για να καθοριστεί με βάση αυτές ο κύκλος των προσώπων που ανήκουν στην «οικογένεια», αλλά προκειμένου να ερευνηθεί στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση η συνδρομή των προϋποθέσεων που θέτει το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο για να υπάρξει η συγγενική σχέση. Δεδομένου ότι η πάρα πάνω απόφαση ελήφθη με διαφορά μιάς ψήφου, η έρευνα του σχετικού λόγου αναιρέσεως που αφορούσε το πάρα πάνω ζήτημα παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 563 παρ. 2 εδ. β του Κ.Πολ.Δικ. Έτσι το πρόβλημα που αντιμετώπισε πρόσφατα η νομολογία των δικαστηρίων της ουσίας ως προς το εφαρμοστέο δίκαιο για τον καθορισμό της έννοιας της «οικογένειας» του άρθρου 932 εδ. γ του Κ.Πολ.Δικ. επανήλθε στο προσκήνιο και η διχογνωμία που είχε ανακύψει μεταφέρθηκε και στο ανώτατο δικαστήριο της χώρας μας. Αναμένεται πλέον από την Ολομέλεια του ανώτατου δικαστηρίου να δώσει την λύση στο λεπτό αυτό νομικό ζήτημα, το οποίο εξακολουθεί να απασχολεί συχνά τα δικαστήρια της ουσίας.


ΙΙΙ. Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ 

Τα δικαστήρια της ουσίας απασχόλησαν πολλές φορές τροχαία ατυχήματα που συνέβησαν επί ελληνικού εδάφους και στα οποία θανατώθηκαν αλλοδαποί, γεγονός το οποίο επέβαλε την εκ μέρους τους ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 26 και 932 του ΑΚ. Και αυτό γιατί στις πάρα πάνω περιπτώσεις είχαν εγερθεί αξιώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης των συγγενών των θυμάτων. Μερικές από τις αποφάσεις αυτές που εκδόθηκαν επί του ζητήματος αυτού, και οι οποίες είναι ενδεικτικές των αντίστοιχων λύσεων τις οποίες επεδίωξε να δώσει η ελληνική νομολογία, είναι οι ακόλουθες: 1) Η υπ αριθ. 5158/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (αδημ.), η οποία είχε να αντιμετωπίσει το πραγματικό γεγονός της διεκδίκησης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης των αλβανών υπηκόων, συγγενών θανατωθέντος σε τροχαίο ατύχημα, αλβανού επίσης υπηκόου. Η απόφαση αυτή ακολούθησε πιστά τις θέσεις και τη συλλογιστική της υπ αριθ. 3/2007 απόφασης του Αρείου Πάγου και εφάρμοσε αλβανικό δίκαιο και συγκεκριμένα το άρθρο 643 του αλβανικού ΑΚ. Ακολούθως επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης μόνο στην ανήλικη θυγατέρα του θανατωθέντος, ενώ απέρριψε το σχετικό αίτημα των γονέων και των αδελφών του θανατωθέντος. 
2) Η υπ αριθ. 4998/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (αδημ.) εφαρμόζει επίσης αλβανικό δίκαιο για τον προσδιορισμό των προσώπων που δικαιούνται να λάβουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης για το θάνατο του συγγενούς τους αλβανού επίσης υπηκόου, διευρύνει όμως την έννοια της οικογένειας στην οποία συμπεριλαμβάνει, εκτός από τα τέκνα του θανατωθέντος, ανήλικα και ενήλικα, τα εγγόνια του, τον σύζυγο, τους γονείς, τους αδελφούς και τις αδελφές, τα τέκνα των προαποβιωσάντων αδελφών, όπως επίσης και τους παππούδες και τις γιαγιάδες. 
3) Η υπ αριθ. 2265/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (αδημ.) δέχθηκε την άποψη ότι το ζήτημα αν ανήκει κάποιος στην οικογένεια του θύματος και έχει ως εκ τούτου απαίτηση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 26 του ΑΚ η οποία παραπέμπει σε εφαρμογή του ελληνικού δικαίου. Με βάση αυτή την παραδοχή της η εν λόγω απόφαση, εφαρμόζοντας το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στους αδελφούς του θανατωθέντος σε τροχαίο ατύχημα αλβανού υπηκόου, αλβανούς επίσης υπηκόους και κατοίκους Αλβανίας, ως ανήκοντες στην οικογένεια του θύματος. (Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε από την προαναφερόμενη υπ αριθ. 798/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου). 
4) Η υπ αριθ. 8626/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (αδημ.) εφάρμοσε επίσης το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο (αρθ. 932 ΑΚ) και επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στους γονείς και τους αδελφούς αλβανίδας υπηκόου η οποία θανατώθηκε σε τροχαίο ατύχημα που συνέβη στην Ελλάδα, αλβανούς επίσης υπηκόους. (Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε με την προαναφερόμενη 799/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου). 
5) Η υπ αριθ. 4734/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών3 έκρινε ότι το αν ανήκει ή όχι κάποιος στην οικογένεια του θύματος είναι ζήτημα το οποίο κρίνεται από το αλλοδαπό ουσιαστικό δίκαιο, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν το αλβανικό, στο οποίο παραπέμπουν οι διατάξεις των άρθρων 13,14,17 και 18 του ΑΚ. 
6) Η υπ αριθ. 6680/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών4 εφαρμόζει επίσης το αλβανικό δίκαιο, αλλά, αφού διαπιστώνει ότι από τα στοιχεία που της προσκομίσθηκαν δεν κατέστη δυνατό να προσδιορισθεί η έννοια της οικογένειας, σύμφωνα με το αλβανικό δίκαιο, θεωρεί ότι το αλβανικό δίκαιο ταυτίζεται ως προς το ζήτημα αυτό με το ελληνικό δίκαιο και ακολούθως προσδιορίζει τα μέλη της οικογένειας του θανόντος με βάση τις διατάξεις του ελληνικού ουσιαστικού δικαίου και συμπεριέλαβε σε αυτήν τη σύζυγο του θανόντος, το τέκνο του, τη μητέρα του, τους αδελφούς του και τον πεθερό και την πεθερά του. 
7) Συναφή προς την πάρα πάνω θέση ακολουθεί και η υπ αριθ. 397/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ΕΣυγκΔ 2009/515), η οποία δέχεται ότι για τον προσδιορισμό της έννοιας της οικογένειας εφαρμοστέο είναι το αλλοδαπό δίκαιο που ορίζουν οι σχετικές διατάξεις του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Επειδή όμως το πακιστανικό δίκαιο, το οποίο ήταν εφαρμοστέο κατά την άποψη του δικαστηρίου αυτού λόγω της ιθαγένειας του θανόντος, δεν προβλέπει το θεσμό της ψυχικής οδύνης και επομένως δεν προσδιορίζει και τα πρόσωπα τα οποία δικαιούνται να ζητήσουν το αντίστοιχο χρηματικό ποσό ως συγκροτούντα την οικογένεια του θύματος, τότε, αποφαίνεται η εν λόγω απόφαση, ότι τα σχετικά ζητήματα θα κριθούν από τις διατάξεις του ημεδαπού δικαίου και μάλιστα από το άρθρο 932 του ΑΚ. Την ίδια ακριβώς συλλογιστική ακολουθεί και η υπ αριθ. 928/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών5, η οποία είχε να αντιμετωπίσει θανάσιμο τραυματισμό ινδού υπηκόου. 
8) Η υπ αριθ. 1159/2009 του Εφετείου Αθηνών6 η οποία εκδίκασε αγωγή των αλβανικής ιθαγένειας συγγενών του θανατωθέντος σε τροχαίο ατύχημα, επίσης αλβανού υπηκόου, δέχθηκε ότι για τον προσδιορισμό του κύκλου των προσώπων που ανήκουν στην οικογένεια του θανόντος και επομένως δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, εφαρμοστέο είναι το ελληνικό δίκαιο και ειδικώτερα η διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ. 
Η παράθεση των πάρα πάνω αποφάσεων, μερικές από τις οποίες αναφέρονται και στην πρώτη πάρα πάνω εργασία μας (ΕπΣυγκΔ 2009 σελ. 66-77) πλην όμως κρίθηκε σκόπιμο για την πληρότητα της ανάλυσης να αναφερθούν και πάλι, έγινε για να καταδειχθεί η σύγχυση που επικρατεί στην ελληνική νομολογία ως προς την ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 26 και 932 του ΑΚ. 
Η έλλειψη λοιπόν ενιαίας αντιμετώπισης του ζητήματος αυτού από τη νομολογία καθιστά αναγκαία την εγγύτερη ανάλυση των πάρα πάνω κρίσιμων διατάξεων και ιδιαίτερα του άρθρου 26 του ΑΚ. Η ανάλυση αυτή επιτυγχάνεται με την ορθή ερμηνευτική προσέγγιση αυτής της διάταξης, η οποία περιλαμβάνει τις βασικές ερμηνευτικές κατευθύνσεις των κανόνων του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου και κυρίως αυτές που υιοθετούνται από τον κοινοτικό νομοθέτη. Ακολούθως πρέπει να ενταχθεί η ερμηνεία του άρθρου 26 του ΑΚ σε αυτό το ερμηνευτικό πλαίσιο, αλλά και να αναλυθεί η έννοια του «προκρίματος». 

IV. Η ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ 864/2007 («ΡΩΜΗ ΙΙ»)
Ο ερμηνευτής του κανόνα του άρθρου 26 του ΑΚ πρέπει να τον αντιμετωπίζει κατ αρχήν ως κανόνα του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Αυτό σημαίνει ότι, ακολουθώντας την τελολογική μέθοδο, πρέπει να στρέφει «ερευνητικό το βλέμμα περί τον διεθνή ορίζοντα» σύμφωνα με την εύστοχη διατύπωση του καθηγητή Ηλία Κρίσπη7, δηλαδή να προσπαθεί να προσεγγίσει ερμηνευτικά τη συγκεκριμένη διάταξη λαμβάνοντας υπόψη και τα συμφέροντα των λοιπών εμπλεκομένων στην ρυθμιστέα σχέση πολιτειών8 και ιδιαίτερα των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οποία ανήκει και η χώρα μας, όπως τα συμφέροντα αυτά προσδιορίζονται από τον κοινοτικό νομοθέτη. 
Είναι κατ΄αρχήν δεδομένο ότι η διχογνωμία που παρουσιάζεται στη νομολογία των δικαστηρίων της χώρας μας έχει περιορισμένο χρονικό ορίζοντα, αφού αυτή συνδέεται άμεσα με την ερμηνεία, κυριολεκτικά με τον προσδιορισμό του πλάτους της έννοιας, του άρθρου 26 του Α.Κ., το οποίο αντικαταστάθηκε στο σύνολό του από τις διατάξεις του κανονισμού 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Ιουλίου 2007 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές, γνωστού ως «ΡΩΜΗ ΙΙ», ο οποίος άρχισε να ισχύει από τις 11 Ιανουαρίου 2009, σύμφωνα με το άρθρο 32 αυτού9. Επομένως η πάρα πάνω ερμηνευτική διχογνωμία δεν γεννάται για τα τροχαία εκείνα ατυχήματα τα οποία εμπίπτουν στην ρύθμιση του κανονισμού από την άποψη των χρονικών ορίων ισχύος αυτού. Κι αυτό γιατί ο εν λόγω κανονισμός περιλαμβάνει λεπτομερείς διατάξεις, οι οποίες ρυθμίζουν το ζήτημα του εφαρμοστέου δικαίου κατά τρόπο ο οποίος διαφέρει ριζικά από τη ρύθμιση του άρθρου 26 του Α.Κ. και στο πλάτος της έννοιας των διατάξεων αυτών εμπεριέχεται και ο προσδιορισμός του κύκλου των προσώπων τα οποία δικαιούνται να λάβουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, όπως θα φανεί από την ανάπτυξη που ακολουθεί.
Ειδικότερα ο κανονισμός εισάγει ως συνδετικά στοιχεία του εφαρμοστέου δικαίου την «άμεση ζημία» (lex loci damni) (άρθρο 4 παρ. 1) αντί εκείνου της πολιτείας όπου διαπράχθηκε το αδίκημα του άρθρου 26 του Α.Κ. (lex loci delicti commissi), την κοινή συνήθη διαμονή των εμπλακέντων στο ατύχημα προσώπων (άρθρο 4 παρ. 2) ως παρέκκλιση του πάρα πάνω κανόνα και τον προδήλως στενότερο δεσμό του τροχαίου ατυχήματος με κάποια άλλη χώρα (άρθρο 4 παρ. 3) ως ρήτρα διαφυγής. Με το άρθρο 14 εξάλλου του Κανονισμού προβλέπεται η δυνατότητα υπαγωγής του ατυχήματος (της αδικοπραξίας γενικότερα) στο δίκαιο που επιλέγουν τα μέρη. 
Εκτεταμένη ανάπτυξη των διατάξεων του κανονισμού έχει δημοσιευτεί σε προηγούμενα τεύχη του περιοδικού10 και για το λόγο αυτό δεν θεωρείται σκόπιμη η επανάληψή τους. Για τις ανάγκες αυτής της εργασία θα επισημανθούν μόνο τα ακόλουθα ζητήματα:

1) Οι διατάξεις του Κανονισμού αντικαθιστούν πλήρως το άρθρο 26 του Α.Κ. και ρυθμίζουν αυτές πλέον και μόνο το εφαρμοστέο δίκαιο επί των εξωσυμβατικών ενοχών. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται ανεξάρτητα από την ιθαγένεια των εμπλακέντων στο ατύχημα προσώπων, δηλαδή τόσο για τους ημεδαπούς όσο και για τους αλλοδαπούς11. Επομένως η άποψη που υποστηρίχθηκε πρόσφατα, ότι οι διατάξεις του Κανονισμού καταλαμβάνουν μόνο τα πρόσωπα εκείνα που ανήκουν σε κράτη-μέλη δεσμευόμενα από αυτές τις ρυθμίσεις και όχι επί ζημιωθέντων οι οποίοι έχουν την ιθαγένεια κράτους-μέλους μη δεσμευόμενου από την κοινοτική ρύθμιση12, δεν φαίνεται να ευσταθεί. Η άποψη αυτή παραγνωρίζει την έννοια και τη λειτουργία του άρθρου 4 του ΑΚ, που αποτελεί κανόνα αναγκαστικού δικαίου, αλλά και τη νομική φύση της νομοθετικής παραγωγής του κοινοτικού νομοθέτη που εκφράζεται με τους κανονισμούς. Ειδικώτερα με το άρθρο 4 του ΑΚ εισάγεται η θεμελιώδης αρχή της εξομοίωσης του αλλοδαπού προς τον ημεδαπό από την άποψη του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Αυτό σημαίνει ότι το δίκαιο που διέπει κάθε σχέση ευρίσκεται με βάση τους ίδιους κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου και για τον αλλοδαπό και για τον ημεδαπό12α. Ο κανονισμός εξάλλου συνιστά την κατ εξοχήν πράξη του κοινοτικού νομοθέτη που διαθέτει αμεσότητα, με την έννοια ότι οι διατάξεις του εφαρμόζονται στην εθνική έννομη τάξη ως εσωτερικό δίκαιο, χωρίς να χρειάζεται να παρεμβληθεί οποιαδήποτε ενέργεια εκ μέρους του εθνικού νομοθέτη είτε με τη μορφή της μετατροπής είτε με εκείνη της αναπαραγωγής του μέσω της δημοσίευσης σε εθνικό επίπεδο, όπως ρητά αναγνωρίζεται από το άρθρο 189 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης12β. Περιθώριο εφαρμογής στις περιπτώσεις αυτές του άρθρου 26 του Α.Κ., όπως υποστηρίζει η πάρα πάνω άποψη, δεν υφίσταται, αφού το εν λόγω άρθρο έχει καταργηθεί και έχει αντικατασταθεί πλήρως από τις διατάξεις του Κανονισμού. 
2) Από τις προαναφερόμενες διατάξεις του κανονισμού, οι οποίες ορίζουν το εφαρμοστέο δίκαιο επί των τροχαίων ατυχημάτων (άρθρο 4 παρ. 1, 2 και 3 και άρθρο 14) προσδιορίζεται αυτοτελώς και το δίκαιο το οποίο διέπει τον καθορισμό των προσώπων τα οποία δικαιούνται να λάβουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης σε περίπτωση θανάτου συγγενούς τους. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι ο καθορισμός του κύκλου των προσώπων τα οποία ανήκουν στην οικογένεια του θύματος κατά το άρθρο 932 εδ. γ του Α.Κ. γίνεται με βάση το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο του κράτους, του οποίου το δίκαιο αυτό είναι εφαρμοστέο, σύμφωνα με τις πάρα πάνω διατάξεις του κανονισμού, και όχι με βάση το ουσιαστικό δίκαιο κάποιου άλλου κράτους. Αν λοιπόν σε όλα τα πάρα πάνω παραδείγματα που απασχόλησαν τη Νομολογία εφαρμόζονταν οι διατάξεις του κανονισμού και ειδικότερα εκείνη του άρθρου 4 παρ. 1 αυτού, τότε ο προσδιορισμός των προσώπων που δικαιούνται να λάβουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης θα έπρεπε να γίνει με βάση το δίκαιο του τόπου στον οποίο επήλθε η άμεση ζημία, δηλαδή από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, εφόσον η άμεση αυτή ζημία, δηλαδή ο θάνατος, επήλθε μέσα στην ελληνική επικράτεια. Η θέση αυτή του κοινοτικού νομοθέτη προκύπτει με σαφήνεια από τα ακόλουθα στοιχεία: α) Από την διάταξη του άρθρου 15 εδ. 1 και περ. στ΄, όπου ορίζεται ότι « το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές δυνάμει του παρόντος κανονισμού διέπει ιδίως & τα πρόσωπα που δικαιούνται αποκατάστασης της προσωπικής ζημίας που υπέστησαν». β) Από την πρόταση της Επιτροπής13, στην οποία, κατά την ανάλυση της προαναφερόμενης διάταξης, αναφέρονται τα εξής: « Η πάρα πάνω έννοια ρυθμίζει ιδίως το θέμα αν κάποιο πρόσωπο πέραν του «αμέσως ζημιωθέντος» μπορεί να επιτύχει αποκατάσταση της βλάβης την οποία υπέστη και αυτό «εξ ανακλάσεως» ως συνέπεια της βλάβης που έπληξε το θύμα. Η βλάβη αυτή μπορεί να είναι ηθική, για παράδειγμα η οδύνη που προκαλείται από το θάνατο οικείου ή περιουσιακή, για παράδειγμα η ζημία των παιδιών ή του συζύγου του θανόντος & ». Στη διεθνή βιβλιογραφία αναφέρεται ότι ως προς το ζήτημα του προσδιορισμού του εφαρμοστέου δικαίου επί των αξιώσεων χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης ο κοινοτικός νομοθέτης είχε να επιλέξει μεταξύ των ακόλουθων δύο λύσεων: Ή να θεσπίσει ως εφαρμοστέο δίκαιο το δίκαιο της πολιτείας όπου ο αξιών την ψυχική οδύνη συγγενής έχει το κέντρο των βιοτικών του σχέσεων, και η οποία είναι συνήθως ο τόπος της συνήθους διαμονής του ή το δίκαιο της πολιτείας στην οποία επήλθε η άμεση ζημία. Η αδιάστικτη διατύπωση του άρθρου 4 παρ. 1 του Κανονισμού, κατά το οποίο « το εφαρμοστέο δίκαιο επί εξωσυμβατικής ενοχής η οποία απορρέει από αδικοπραξία είναι το δίκαιο της χώρας στην οποία επέρχεται η ζημία, ανεξαρτήτως της χώρας στην οποία έλαβε χώρα το ζημιογόνο γεγονός καθώς και της χώρας ή των χωρών στις οποίες το εν λόγω γεγονός παράγει έμμεσα αποτελέσματα &», οδηγεί στο βέβαιο συμπέρασμα ότι ο κοινοτικός νομοθέτης επέλεξε την δεύτερη από τις πάρα πάνω λύσεις14. Εξαίρεση βέβαια από αυτόν τον κανόνα υπάρχει στην σπάνια εμφανιζόμενη στην πράξη περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 4 παρ. 2 του Κανονισμού (παρέκκλιση από τον πάρα πάνω γενικό κανόνα) οπότε εφαρμόζεται το δίκαιο της κοινής συνήθους διαμονής των εμπλακέντων στο ατύχημα προσώπων. Αυτό θα συμβεί αν π.χ. δύο Έλληνες με τόπο συνήθους διαμονής τους στην Ελλάδα εμπλέκονται σε τροχαίο ατύχημα το οποίο συμβαίνει σε γερμανικό έδαφος. Στην περίπτωση αυτή θα εφαρμοστεί το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 του Κανονισμού.
3) Εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία για το ζήτημα που απασχολεί την παρούσα εργασία είναι η ερμηνευτική προσέγγιση των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, από την σκοπιά του κοινοτικού νομοθέτη. Η προσέγγιση αυτή μπορεί να αποτελέσει και τον αποφασιστικό ερμηνευτικό «μίτο» για την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 26, το οποίο εφαρμόζεται για τα τροχαία ατυχήματα τα οποία συνέβησαν πριν από την έναρξη του Κανονισμού, και 932 εδ.γ του Α.Κ. Ήδη πριν αρχίσει οποιαδήποτε προετοιμασία των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την θέσπιση ενιαίων κανόνων που θα ορίζουν το εφαρμοστέο δίκαιο επί των εξωσυμβατικών ενοχών, κυκλοφορούσε ευρέως η άποψη ότι ο στόχος τον οποίο θα πρέπει να υπηρετούν οι κανόνες του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου είναι η εξυπηρέτηση των συμφερόντων των μερών τα οποία εμπλέκονται σε ένα τροχαίο ατύχημα. Ως τέτοια εξυπηρέτηση δεν θεωρείται βέβαια η ευνοϊκή μεταχείριση του ενός ή του άλλου μέρους, αλλά η διασφάλιση ότι το δίκαιο το οποίο θα ρυθμίσει τις σχέσεις τους θα είναι προβλεπτό από αυτούς15. Την βασική αυτή αρχή ενσωμάτωσε και ο κοινοτικός νομοθέτης στις διατάξεις του Κανονισμού, όπως προκύπτει από το προοίμιο εκτιμήσεων, το οποίο προτάσσεται των διατάξεων αυτών. Στο προοίμιο αυτό τονίζεται ότι η ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς προϋποθέτει την δυνατότητα πρόβλεψης του εφαρμοστέου δικαίου σε μια συγκεκριμένη σχέση, γεγονός το οποίο εγγυάται και την ασφάλεια του δικαίου. Ο στόχος αυτός επιτυγχάνεται όταν οι κανόνες σύγκρουσης δικαίων που ισχύουν στα κράτη-μέλη ορίζουν ως εφαρμοστέο το αυτό εθνικό (εσωτερικό) δίκαιο, ανεξάρτητα από το κράτος ενώπιον των δικαστηρίων του οποίου ασκείται η αγωγή16. Η ύπαρξη των ενιαίων αυτών κανόνων δημιουργεί στον κοινοτικό νομοθέτη την προσδοκία της βελτίωσης της προβλεψιμότητας των δικαστικών αποφάσεων και της εξασφάλισης με τον τρόπο αυτό εύλογης ισορροπίας μεταξύ των συμφερόντων του φερομένου ως υπαίτιου και του ζημιωθέντος. Αντίθετα η διασπορά των στοιχείων της υπόθεσης σε περισσότερες χώρες αποτελεί πηγή αβεβαιότητας για το εφαρμοστέο δίκαιο και για το λόγο αυτό πρέπει να αποφεύγεται17. Αλλά και στην πρόταση της επιτροπής είναι διάχυτο αυτό το πνεύμα της επιδίωξης της ασφάλειας του δικαίου κατά την θέσπιση, ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που εισάγει ο Κανονισμός. Εδώ τονίζεται ότι μεταξύ των κρατών-μελών υπήρχαν σημαντικές διαφορές σε διάφορα ζητήματα, μεταξύ των οποίων βασικό είναι το ζήτημα της αποζημίωσης λόγω ηθικής βλάβης, συμπεριλαμβανομένης της αποζημίωσης τρίτων. Έχοντας λοιπόν ο κοινοτικός νομοθέτης επίγνωση ότι η εναρμόνιση του ουσιαστικού δικαίου των κρατών-μελών δεν μπορεί να πραγματωθεί στο άμεσο μέλλον, η ενοποίηση των κανόνων του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου είναι εκείνη που θα οδηγήσει άμεσα στον επιθυμητό στόχο. Ο στόχος αυτός είναι η προβλεψιμότητα από τα μέρη του εφαρμοστέου δικαίου, μέσω της οποίας επιτυγχάνεται και η ασφάλεια του δικαίου, και η αποφυγή της διασποράς μεταξύ διαφόρων κρατών όχι μόνο του γενεσιουργού της ευθύνης γενονότος, αλλά και της ίδιας της ζημίας18. Είναι ενδεικτικό, από την άποψη της νομοθετικής πολιτικής του κοινοτικού νομοθέτη, ότι αυτός δεν επέλεξε ως βασικό κανόνα εφαρμοστέου δικαίου την αρχή της εύνοιας προς τον ζημιωθέντα, όπως είχε προτείνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η οποία συνίσταται στην δυνατότητα που προσφέρεται στον τελευταίο να επιλέξει το ευνοϊκότερο γι΄αυτόν δίκαιο (forum shopping). Η πρόταση αυτή του Κοινοβουλίου απορρίφθηκε με τη σκέψη ότι ενδεχόμενη υιοθέτησή της θα οδηγούσε σε πολυδιάσπαση του εφαρμοστέου δικαίου και σε συνακόλουθη επανεισαγωγή του στοιχείου της νομικής αβεβαιότητας, το οποίο είναι αντίθετο προς το γενικό στόχο του Κανονισμού19. Η πάρα πάνω λύση που επελέγη από τον κοινοτικό νομοθέτη, ανεξάρτητα από τις δικαιοπολιτικές αντιρρήσεις που μπορεί να έχει κάποιος ιδιαίτερα ως προς την ανάγκη προστασίας του αδύνατου μέρους που κατά κανόνα είναι ο ζημιωθείς έναντι του ζημιώσαντος και του ασφαλιστή του, αποτελεί το τεθειμένο και ισχύον σήμερα δίκαιο στην χώρα μας, οι ρυθμίσεις του οποίου διέπουν τα τροχαία ατυχήματα τα οποία συμβαίνουν πλέον εντός των χρονικών πλαισίων ισχύος του Κανονισμού και διέπονται από τις διατάξεις του. Μάλιστα η λύση που επιλέχθηκε από τον κοινοτικό νομοθέτη χαρακτηρίστηκε ως επιτυχής από τους ευρωπαίους θεωρητικούς ερευνητές, κυρίως διότι κατά την άποψή τους, επιφέρει εξισορρόπηση των εκατέρωθεν συμφερόντων και απομακρύνει τον κίνδυνο να εφαρμοστεί μη προβλεπτό εκ των προτέρων δίκαιο, πράγμα το οποίο θα οδηγούσε σε ανασφάλεια ως προς το εφαρμοστέο δίκαιο20


V. Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 26 του Α.Κ. ΚΑΙ Ο ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΛΑΤΟΥΣ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ ΤΟΥ

Η ανάπτυξη της θέσης του κοινοτικού νομοθέτη που έγινε αμέσως πάρα πάνω είχε σαν στόχο την υποβοήθηση της ερμηνείας του άρθρου 26 του Α.Κ. ως κανόνα του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου και κυρίως του προσδιορισμού του πλάτους της έννοιας αυτού. Κι αυτό γιατί η ερμηνεία του άρθρου 932 εδ. γ και ειδικότερα ο προσδιορισμός της έννοιας της «οικογένειας» αυτής της διάταξης συνδέεται άμεσα με το καθορισμό του πλάτους της έννοιας του άρθρου 26 του Α.Κ. Εφόσον ο σκοπός των διατάξεων του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου που αφορά τις εξωσυμβατικές ενοχές, όπως οι διατάξεις αυτές διαμορφώνονται σήμερα από την κοινοτική νομοθεσία και ιδιαίτερα από τον Κανονισμό, είναι η ασφάλεια του δικαίου η οποία επιτυγχάνεται με την προβλεψιμότητα του εφαρμοστέου δικαίου και επί της ίδιας της ζημίας, όπως αναφέρεται πάρα πάνω, η ερμηνεία των διατάξεων αυτού οφείλει να εξυπηρετεί αυτό το σκοπό. Πώς προσεγγίζεται αυτός ο σκοπός από τον ερμηνευτή και τον εφαρμοστή του δικαίου; Με την αποφυγή της διασποράς των στοιχείων της υπόθεσης σε περισσότερες χώρες, η οποία διασπορά προκαλεί ανασφάλεια και κατά συνέπεια και ανισορροπία μεταξύ των συμφερόντων του φερόμενου ως υπαιτίου και του ζημιωθέντος, όπως δέχεται και ο κοινοτικός νομοθέτης, κατά την ανάπτυξη που προηγήθηκε. Την θέση αυτή του νομοθέτη δεν θα πρέπει να αγνοήσει ο έλληνας εφαρμοστής του δικαίου, αλλά να την εφαρμόσει ως ερμηνευτικό οδηγό και για τα τροχαία ατυχήματα που έχουν συμβεί πριν από την έναρξη ισχύος του Κανονισμού, δηλαδή πριν από την 11-1-2009 και δεν καταλαμβάνονται από τις διατάξεις αυτού, όπως έχουμε αναφέρει σε άλλη θέση21. 
Στην ελληνική νομική επιστήμη και την νομολογία έχουν πρυτανεύσει οι πάρα πάνω αρχές κατά την ερμηνεία του άρθρου 26 του Α.Κ. Έτσι τόσο οι συγγραφείς όσο και η νομολογία δέχονται ότι ο καθορισμός των προσώπων που δικαιούνται αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, γίνεται από το δίκαιο που υποδεικνύει το άρθρο 26 του Α.Κ. Επομένως στο πλάτος της έννοιας αυτής της διάταξης εμπεριέχεται και ο κύκλος των προσώπων τα οποία απαρτίζουν την οικογένεια του θύματος ενός τροχαίου ατυχήματος. Σε όλες λοιπόν τις περιπτώσεις κατά τις οποίες συμβαίνει θάνατος αλλοδαπού, ο οποίος εμπλέκεται σε τροχαίο ατύχημα επί ελληνικού εδάφους, ο καθορισμός του κύκλου των προσώπων τα οποία απαρτίζουν την «οικογένειά» του και δικαιούνται επομένως να λάβουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης θα γίνει από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, δηλαδή από την διάταξη του άρθρου 932 εδ. γ του Α.Κ. . Κι αυτό γιατί, όταν οι σχετικές αξιώσεις υποβάλλονται ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων, τότε τόσο η lex loci delicti commisi όσο και η lex causae, δηλαδή η πολιτεία στην οποία διαπράχθηκε το αδίκημα, συμπίπτουν και υποδεικνύουν ως εφαρμοστέο το ελληνικό δίκαιο.
Από την νομολογία αναφέρουμε ενδεικτικά τις ακόλουθες αποφάσεις, οι οποίες έχουν υιοθετήσει την πάρα πάνω υποστηριζόμενη άποψη: Πρωτ. Αθ. 705/1974 (ΝΟΒ 23 σελ. 527), Εφ.Αθ. 2027/1986 (Ελλ.Δ/νη 27 σελ 1133), Εφ.Θεσ. 1308/1987 (Αρμ 1988 σελ. 889), Εφ.Λαρ.119/2001 (Δικογρ. 2001 σελ. 222), Εφ.Δωδ. 16/2005 (δημοσίευση σε ΝΟΜΟΣ), Εφ.Αθ. 4451/2007 (Επ.Συγκ.Δικ. 2007 σελ. 287 κ.επ.), Εφ.Αθ. 1159/2009 (Επ.Συγκ.Δικ. 2009 σελ. 79). 
Πρέπει να σημειωθεί ότι ορισμένες από τις πάρα πάνω αναφερόμενες αποφάσεις δεν κάνουν ευθέως λόγο για τους «δικαιούχους» της αποζημίωσης, αλλά για την «έκταση» αυτής. Όπως όμως ορθά έχει παρατηρηθεί22 το ζήτημα του προσδιορισμού των «ιδίω δικαίω» δικαιουμένων σε αποζημίωση προσώπων συνδέεται άμεσα με το ζήτημα της έκτασης της αποζημίωσης, αφού η έκταση αυτής συναρτάται προς τον αριθμό των δικαιούχων της. Όμως όλες ανεξαιρέτως οι πάρα πάνω αποφάσεις δέχονται ότι η έκταση της αποζημίωσης είναι ζήτημα το οποίο κρίνεται από το δίκαιο που υποδεικνύει το άρθρο 26 του Α.Κ., δηλαδή σε όλες τις πάρα πάνω περιπτώσεις από το ελληνικό δίκαιο.
Επίσης και στην νομική βιβλιογραφία οι συγγραφείς ομόφωνα δέχονται ότι από το άρθρο 26 του Α.Κ. ρυθμίζεται ο κύκλος των δικαιούχων σε αποζημίωση προσώπων (Α.Κρητικός «Αποζημίωση από Τροχαία Αυτοκινητικά Ατυχήματα» εκδ. 1987, σελ. 218 αριθ. 487, Γ. Μαριδάκης, Ελληνικό Διεθνές Δίκαιο, τόμος Α, παρ. 31, σελ. 421, Α. Γραμματικάκη-Αλεξίου, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, εκδ. Β, (1998), σελ. 303, Αικ. Τενεκίδου-Φραγκοπούλου «Η Αδικοπραξία κατά το Ιδ.Διεθνές Δίκαιο» σελ. 46, 122 και 125, Β. Παπαδήμας «Το Προδικαστικόν Ζήτημα εις το Ιδ.Διεθνές Δίκαιον», σελ. 109, Β.Βαθρακοκοίλης, «ΕΡΝΟΜΑΚ», άρθρο 26, σελ. 187, Πολυζωγόπουλος, Εισήγηση στο 21ο Συνέδριο της Ένωσης Ελλήνων Δικονομολόγων, σελ. 255).
Στις προαναφερόμενες πάγιες θέσεις της νομολογίας και της επιστήμης υπήρξε πρόσφατα διαφοροποίηση, η οποία στον χώρο της θεωρίας εκφράστηκε από τον συγγραφέα και επίτιμο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου Αθανάσιο Κρητικό23 και στον χώρο της νομολογίας από τις αποφάσεις που αναφέρονται πάρα πάνω. Ο εν λόγω συγγραφέας υποστηρίζει ότι ο καθορισμός των προσώπων που δικαιούνται να αξιώσουν την χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης δεν γίνεται από το άρθρο 26 του Α.Κ., αλλά αποτελεί πρόκριμα ρυθμιζόμενο από τον οικείο κανόνα του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου και ειδικότερα από τις διατάξεις των άρθρων 14, 18 και 28 του Α.Κ.24. 


VΙ. Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΤΑΞΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 932 εδαφ. γ του Α.Κ. ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΚΟΠΙΑ ΤΟΥ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
Η «ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ» ΩΣ ΠΡΟΚΡΙΜΑ

Η ορθότητα ή μη της πάρα πάνω άποψης που υιοθετείται από τον συγγραφέα Α. Κρητικό και τις αποφάσεις του Αρείου Πάγου που προαναφέρθηκαν, εξαρτάται από το εάν ο προσδιορισμός του κύκλου των προσώπων τα οποία αποτελούν την οικογένεια του θύματος κατά το άρθρο 932 εδ. γ΄του Α.Κ. αποτελεί πρόκριμα ή όχι. Αν κανείς υιοθετήσει την καταφατική θέση, τότε μοιραία οδηγείται στην εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13, 14, 17 22 και 23 του Α.Κ. Αν όμως ακολουθήσει την αντίθετη άποψη τότε καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο προσδιορισμός του κύκλου αυτών των προσώπων εμπίπτει στην ρύθμιση του ελληνικού ουσιαστικού δικαίου. Είναι λοιπόν αναγκαίο να ερευνηθεί η ακριβής νομική φύση της διάταξης του άρθρου 932 εδ. γ του Α.Κ. και το εάν και κατά πόσο ο όρος «οικογένεια» που περιέχεται σε αυτήν την διάταξη αποτελεί «πρόκριμα» του κυρίου ζητήματος που είναι η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης.
Για τη διευκρίνιση αυτού του ζητήματος πρέπει να τονισθούν τα ακόλουθα:
1) Όπως έχει γίνει δεκτό στη νομική βιβλιογραφία πρόκριμα ή προδικαστικό ζήτημα είναι μια σχέση, από την ύπαρξη ή την ανυπαρξία της οποίας εξαρτάται η ύπαρξη ή ανυπαρξία, το κύρος ή το ελάττωμα μιας άλλης σχέσης που ονομάζεται «κύρια σχέση»25. Τα προκρίματα εμφανίζονται όχι μόνο στο ιδιωτικό διεθνές δίκαιο μιας χώρας αλλά και στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου αυτής26. 
Στην περίπτωση κατά την οποία ο έλληνας δικαστής έχει να αντιμετωπίσει την αξίωση χρηματικής ικανοποίησης των αλλοδαπών συγγενών του επίσης αλλοδαπού ο οποίος θανατώθηκε σε τροχαίο ατύχημα που συνέβη στην Ελλάδα, τότε ο εφαρμοστέος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, που είναι η διάταξη του άρθρου 932 εδαφ. γ του Α.Κ., σύμφωνα με το άρθρο 26 του ίδιου κώδικα, θα πρέπει να αντιμετωπισθεί ως κανόνας του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, αφού στοιχεία του τελευταίου «υφέρπουν» στην πάρα πάνω διάταξη, λόγω των στοιχείων αλλοδαπότητας που έχει η ρυθμιστέα σχέση. Στην περίπτωση αυτή το κύριο ζήτημα είναι η αξίωση της χρηματικής ικανοποίησης των συγγενών του θανόντος λόγω ακριβώς ψυχικής οδύνης. Εκείνο το οποίο πρέπει να χαρακτηρισθεί ως προς την ακριβή νομική του φύση είναι ο όρος «οικογένεια». Αν δηλαδή η τελευταία αποτελεί έννομη σχέση ή κάποιο άλλο νομικό μόρφωμα. Και αυτό γιατί, όπως παρατηρεί ο καθηγητής Ηλίας Κρίσπης, ως πρόκριμα της κύριας σχέσης μπορεί να χαρακτηρισθεί μόνο η έννομη σχέση, δηλαδή η βιοτική σχέση μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων που ρυθμίζεται από το δίκαιο. Αν αντίθετα το ερευνητέο στοιχείο του κανόνα δικαίου δεν αποτελεί έννομη σχέση, αλλά συνιστά είτε νομικό είτε πραγματικό περιστατικό είτε και κατ’επέκταση «θεσμό δικαίου», σύμφωνα με τη βούληση του νομοθέτη του forum, τότε «δεν γεννάται ζήτημα προσφυγής στο ελληνικό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, προκειμένου αυτό να ορίσει εφαρμοστέο δίκαιο, αλλά αναζητείται αυτάρκως το πνεύμα του έλληνα νομοθέτη στα πλαίσια και στην όλη οικονομία του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου»27 και 27α. Η άποψη αυτή του πάρα πάνω καθηγητή αποτελεί και το «κλειδί» κυριολεκτικά για την επίλυση του ζητήματος αν για τον προσδιορισμό του κύκλου των προσώπων που ανήκουν στην οικογένεια του θύματος κατά το άρθρο 932 εδαφ. γ΄του ΑΚ, θα εφαρμοστεί ελληνικό δίκαιο ή πρέπει να γίνει προσφυγή στους κανόνες του ελληνικού διεθνούς δικαίου, προκειμένου αυτοί να καθορίζουν το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο. 
2) Εκείνο λοιπόν που έχει σημασία είναι να προσδιορισθεί ποια είναι, κατά το πνεύμα του έλληνα νομοθέτη, η ακριβής φύση του όρου οικογένεια στην πάρα πάνω διάταξη. 
Πρέπει κατ΄αρχήν να τονισθεί ότι η έννοια της «οικογένειας» όπως αυτή ορίζεται στην διάταξη αυτή, αποτελεί «έννοια πλάτους», δηλαδή προσδιορίζει τον αριθμό των προσώπων που περιλαμβάνονται στην τάξη της28. Ποιος είναι ο ακριβής αριθμός αυτών των προσώπων δεν καθορίζεται από αυτήν την διάταξη, αλλά ούτε και από καμιά άλλη διάταξη του Α.Κ.29. Παράλληλα δεν υπάρχει και διάταξη του ελληνικού διεθνούς δικαίου η οποία να επιτάσσει την εφαρμογή άλλου δικαίου πλην του ελληνικού διεθνούς δικαίου, για τον καθορισμό της έννοιας του όρου οικογένεια30. Έτσι το γεγονός του προσδιορισμού των μελών της οικογένειας του θύματος ο νομοθέτης το άφησε σκόπιμα αρρύθμιστο «προφανώς διότι δεν ηθέλησε να διαγράψει δεσμευτικά τα όρια ενός θεσμού ο οποίος ως εκ της φύσεώς του, υφίσταται αναγκαίως τις επιδράσεις εκ των κοινωνικών διαφοροποιήσεων κατά την διαδρομή του χρόνου»31 . 
Ποια λοιπόν πρόσωπα θα θεωρηθούν σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ότι είναι φορείς της αξίωσης, ως μέλη της οικογένειας του θύματος, αποτελεί ζήτημα πραγματικό, το οποίο κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από τον δικαστή. Το ότι εξάλλου ο νομοθέτης δεν θέλησε με τον όρο «οικογένεια» να δημιουργήσει ιδιαίτερο πρόσωπο, το οποίο θα δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη, αλλά υποδήλωσε περιληπτικά τα φυσικά πρόσωπα που το κάθε ένα από αυτά έχει αξίωση, δεν σημαίνει ότι η σχέση αφέθηκε αρρύθμιστη στο σύνολό της. Αντίθετα, αναγκαία προϋπόθεση για να περιληφθεί κάποιος στην έννοια της οικογένειας είναι η ύπαρξη του στοιχείου της συγγένειας. Έτσι ο πάρα πάνω όρος έχει διαπλαστεί από τον έλληνα νομοθέτη ως «αόριστη νομική έννοια» του ελληνικού ουσιαστικού δικαίου, η εξειδίκευση της οποίας επαφίεται στα ελληνικά δικαστήρια32.
3) Από την ίδια τη φύση του όρου οικογένεια απορρέει και ο νομικός χαρακτήρας της ως θεσμού, από τον οποίο απορρέουν περισσότερες από μία έννομες σχέσεις οι οποίες, με βάση ορισμένα χαρακτηριστικά, συγκροτούν μία έννοια με ιδιαίτερη κοινωνική ή οικονομική σημασία. Ο θεσμός της οικογένειας ως σύνολο δεν μπορεί να αποτελέσει «πρόκριμα», κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά μόνο τα επί μέρους στοιχεία της που συγκροτούν την αντίστοιχη έννομη σχέση. Θεμέλιο αυτής της έννομης σχέσης είναι οι επί μέρους συγγενικές σχέσεις, οι οποίες συνδέουν τον φερόμενο ως δικαιούχο με το θύμα. Η εγκυρότητα και οι προϋποθέσεις για τη συγκρότηση κατά το νόμο της αντίστοιχης συγγενικής σχέσης, αποτελεί ακριβώς και το πρόκριμα, το οποίο ρυθμίζεται από τις σχετικές διατάξεις του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Έτσι π.χ. η ύπαρξη ή όχι συζυγικής σχέσης με το θύμα, δηλ. η ύπαρξη έγκυρου γάμου με αυτό, θα κριθεί από το δίκαιο στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 13 του Α.Κ., η ύπαρξη της σχέσης γονέως και τέκνου θα κριθεί από το δίκαιο στο οποίο παραπέμπουν τα άρθρα 18 και 19 του Α.Κ. κλπ. Οι συγγενικές αυτές σχέσεις αποτελούν και την έννοια του βάθους του όρου «οικογένεια», δηλαδή εμπεριέχουν το σύνολο των γνωρισμάτων που χαρακτηρίζουν τα πρόσωπα τα οποία περιλαμβάνονται στην αντίστοιχη συγγενική σχέση33. Αφού λοιπόν γίνεται συγκεκριμένος προσδιορισμός των ποιοτικών στοιχείων τα οποία συγκροτούν την έννοια της συγγένειας μέσω του αλλοδαπού δικαίου στο οποίο παραπέμπουν οι πάρα πάνω διατάξεις του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, είναι δεδομένο ότι οι συγγενικές αυτές σχέσεις αποτελούν «έννομες» σχέσεις κατά την έννοια που αναφέρεται πάρα πάνω και συγκροτούν παράλληλα αυτές και μόνο τις προκριματικές σχέσεις, τις οποίες οφείλει να αξιολογήσει ο δικαστής και να οδηγηθεί στην εφαρμογή του δικαίου το οποίο ορίζει ως εφαρμοστέο το ελληνικό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο για τις προκριματικές αυτές σχέσεις.


VΙ. ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Από την ανάπτυξη που προηγήθηκε καθίσταται σαφές ότι η άποψη που θεωρεί ότι ο προσδιορισμός του κύκλου των προσώπων τα οποία συγκροτούν την έννοια της οικογένειας του άρθρου 932 εδαφ. γ΄ του ΑΚ ρυθμίζεται από το δίκαιο στο οποίο παραπέμπουν οι διατάξεις του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, παρουσιάζει τα ακόλουθα μειονεκτήματα: 
1) Επιφέρει διασπορά μεταξύ διαφόρων κρατών των στοιχείων της υπόθεσης με αποτέλεσμα να υπάρχει νομική αβεβαιότητα ως προς το εφαρμοστέο δίκαιο, αφού αυτό δεν είναι δυνατό να προβλεφθεί από τα εμπλεκόμενα μέρη και συνακόλουθη ανασφάλεια δικαίου. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις των πάρα πάνω αποφάσεων οι οποίες εφάρμοσαν το αλβανικό δίκαιο για την αντιμετώπιση του ζητήματος της ψυχικής οδύνης των συγγενών του θανόντος και μάλιστα διαφορετικές διατάξεις του ίδιου αυτού δικαίου. Έτσι με την άποψη αυτή δεν εξυπηρετείται ούτε ο σκοπός της θέσπισης των κανόνων του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, αλλά ούτε και η βούληση του κοινοτικού νομοθέτη, όπως αναπτύσσεται στο κεφάλαιο V αυτής της μελέτης. 
2) Οι πάρα πάνω αποφάσεις που εφαρμόζουν αλλοδαπό ουσιαστικό δίκαιο, στο οποίο παραπέμπουν οι σχετικές διατάξεις του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, στηρίζονται σε διατάξεις αυτού του δικαίου οι οποίες έχουν θεσπισθεί για να εξυπηρετούν εντελώς διαφορετικούς σκοπούς και δεν προσδιορίζουν ούτε παρέχουν ερμηνευτικό βοήθημα για τον προσδιορισμό του όρου «οικογένεια» του άρθρου 932 εδαφ. γ΄του ΑΚ. Πλην όμως η αναλογική αυτή εφαρμογή δεν γίνεται δεκτή από τους συγγραφείς ούτε για το ελληνικό δίκαιο. Πώς θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή τέτοια αναλογία για το αλλοδαπό δίκαιο; Το πάρα πάνω πρόβλημα είναι φυσικό να υπάρχει, αφού οι αλλοδαπές αυτές έννομες τάξεις, όπως π.χ. είναι το αλβανικό ή το πακιστανικό ή το ινδικό δίκαιο αγνοούν εντελώς τον θεσμό της ψυχικής οδύνης. 
3) Η θέση αυτή είναι κατά την άποψή μας λανθασμένη και από καθαρά δογματική άποψη. Και αυτό γιατί η έννοια της «οικογένειας», όπως αυτή διαμορφώθηκε από τον έλληνα νομοθέτη, δεν συγκεντρώνει τα στοιχεία της «έννομης σχέσης», η οποία και μόνο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «πρόκριμα» και να εφαρμοσθεί επ΄αυτού το αλλοδαπό ουσιαστικό δίκαιο, στο οποίο παραπέμπουν οι σχετικές διατάξεις του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Η οικογένεια αποτελεί θεσμό του δικαίου, ο οποίος περιλαμβάνει στο πλάτος του ένα σύνολο εννόμων σχέσεων και έχει χαρακτηρισθεί ως αόριστη νομική έννοια. Έννομες σχέσεις αποτελούν μόνο οι επί μέρους συγγενικές σχέσεις, οι οποίες συναθροιζόμενες συγκροτούν την έννοια της οικογένειας και αποτελούν αυτές και μόνο «προκρίματα», αφού συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις χαρακτηρισμού τους ως «προκριμάτων». Τα στοιχεία της υπόστασης και της εγκυρότητας της αντίστοιχης συγγενικής σχέσης είναι αυτά τα οποία ελέγχονται από το, ενδεχομένως εφαρμοστέο, αλλοδαπό ουσιαστικό δίκαιο στο οποίο παραπέμπει το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο. 
4) Η άποψη αυτή οδηγεί σε αντιφάσεις ως προς το πλάτος της έννοιας του άρθρου 26 του Α.Κ., το οποίο παραπέμπει στην εφαρμογή του ελληνικού ουσιαστικού δικαίου ως προς την έκταση της ζημίας, όπως δέχεται πάγια η νομολογία, ακόμα και η απόφαση 3/2007 του Αρείου Πάγου, αλλά και η νομική βιβλιογραφία. Αν ο κύκλος των προσώπων που δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης άλλοτε διευρύνεται και άλλοτε συστέλλεται, ανάλογα με τις προβλέψεις του εφαρμοστέου αλλοδαπού δικαίου, αυτό επηρεάζει άμεσα και την έκταση της ζημίας, η οποία πλέον τίθεται εκτός της ρυθμίσεως του ελληνικού δικαίου και υπέρ των ρυθμίσεων που προβλέπουν τα εφαρμοστέα εκάστοτε αλλοδαπά δίκαια. Δηλαδή το αλλοδαπό δίκαιο καλείται πλέον να προσδιορίσει με τρόπο έμμεσο και την έκταση της αποζημίωσης. Έτσι οδηγούμεθα σε εντελώς εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 26 του ΑΚ, η οποία δεν έχει γίνει αποδεκτή από καμία απολύτως θεωρητική η νομολογιακή θέση. 
Αντίθετα η άποψη η οποία δέχεται ότι ο προσδιορισμός του κύκλου των προσώπων τα οποία ανήκουν στην οικογένεια γίνεται από το ελληνικό δίκαιο, είναι κατά τη γνώμη μας ορθότερη, αφού συγκεντρώνει τα ακόλουθα πλεονεκτήματα: 
1) Απομακρύνει τον κίνδυνο διασποράς των στοιχείων της υπόθεσης σε διάφορες έννομες τάξεις και εξυπηρετεί έτσι το πνεύμα των κανόνων του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου αλλά και τη βούληση του κοινοτικού νομοθέτη, αφού διασφαλίζει την προβλεψιμότητα του εφαρμοστέου δικαίου και κατά συνέπεια και την ασφάλεια γενικά του δικαίου. 
2) Η άποψη αυτή εμφανίζει δογματική συνέπεια, αφού αντιμετωπίζει το πλάτος της εννοίας του όρου οικογένεια, δηλαδή των αριθμό των μελών που ανήκουν σε αυτήν, όχι ως πρόκριμα αλλά με βάση το ελληνικό δίκαιο, ως αόριστη νομική έννοια, όπως αυτή έχει διαπλασθεί νομολογιακά. 
3) Η εν λόγω θέση εναρμονίζεται πλήρως με την πάγια άποψη της νομολογίας και τη θεωρίας ως προς τον προσδιορισμό του πλάτους της εννοίας του άρθρου 26 του ΑΚ, στο οποίο περιλαμβάνει και την έκταση της ζημίας, η οποία είναι συνάρτηση του αριθμού των προσώπων τα οποία δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, ως ανήκοντα στην οικογένεια του θύματος. 
Από την πάρα πάνω ανάλυση συνάγεται, κατά τη γνώμη μας, ότι η προκριτέα και ενδεδειγμένη λύση είναι αυτή που προτείνεται από τη δεύτερη από τις πάρα πάνω εκτιθέμενες απόψεις και σύμφωνα με την οποία ο προσδιορισμός του αριθμού των προσώπων που ανήκουν στην οικογένεια του θύματος, είτε αυτό είναι ημεδαπός είτε αλλοδαπός, πρέπει να γίνεται από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο. 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
1. Επ.Συγκ.Δ. 2007, σελ. 272-273, με εκτενή κριτική και σχόλια της σύνταξης του περιοδικού.
2. ΕπΣυγκΔ 2009, σελ. 448 κ.επ.
3. Επ.Συγκ.Δ. 2009, σελ. 504 επ.
4. ΕπΣυγκΔ 2009 σελ. 461 κ.επ.
5. ΕπΣυγκΔ 2009 σελ. 531 επ.
6. ΕπΣυγκΔ 2009 σελ. 79 κ.επ.
7. Ηλίας Κρίσπης «Ιδιωτικόν Διεθνές Δίκαιον», Γεν. Μέρος, έκδ. 1970 σελ. 238
8. Ευτυχία Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη «Η Αδικοπρακτική Ευθύνη εξ Αυτοκινητικού Ατυχήματος» εκδ. 1974 σελ. 45 και 99.
9. Ε.Ε.L 199 της 31-7-2007, σελ. 40 κ.επ.
10. Επ.Συγκ.Δ. 2008 σελ. 354-368, 418-424 και 482-491
11. Α. Κρητικός «Αξιώσεις Αποζημιώσεως Ενώπιον Ελληνικών Δικαστηρίων Αλλοδαπών.», σελ. 19-20.
12. Α.Κρητικός «Αποζημίωση από Τροχαία Αυτοκινητικά Ατυχήματα», εκδ. 2008 σελ. 542
12α. Ηλίας Κρίσπης, οπ.παρ. Ειδ. Μέρος εκδ. 1967 σελ. 87
12β. Ν.Σκανδάμης «Ευρωπαϊκό Δίκαιο» εκδ. 1994 σελ. 444 κ.επ.
13. Πρόταση Επιτροπής COM (2003) 427 τελικό, εφεξής Πρόταση της Επιτροπής, σελ. 28 του ελληνικού κειμένου. Για την έννοια της & άμεσης ζημίας; βλέπετε Γ.Αμπατζή, Επ.Συγκ.Δ. 2008 σελ. 354 κ.επ. και ιδιαίτερα σελ. 360-363
14. Th. Graziano/C. Rabels Z. 73 (2009) σελ. 31 κ.επ. και ιδιαίτερα σελ. 32
15. Ευτυχία Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, οπ.παρ. σελ. 101-102
16. Προοίμιο εκτιμήσεων αριθ. 6
17. Προοίμιο εκτιμήσεων αριθ. 16 και 35
18. Πρόταση Επιτροπής σελ. 5 και 6
19. Πρόταση Επιτροπής σελ. 13, Α. Staudinger σε SVR 2005, σελ. 1
20. Th. Graziano, οπ.παρ. σελ. 33, Wagner σε IPR 2008, σελ. 20
21. Επ.Συγκ.Δ. 2009 σελ. 66 και ιδιαίτερα σελ. 73
22. Ευτυχία Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, οπ.παρ. σελ. 166
23. Α.Κρητικός, «Αποζημίωση από Τροχαία Αυτοκινητικά Ατυχήματα», εκδ. 2008 σελ. 540
24. Α. Κρητικός, οπ.παρ. σελ. 540, ο ίδιος «Αξιώσεις Αποζημιώσεως Ενώπιον Ελληνικών Δικαστηρίων Αλλοδαπών.», σελ. 55 κ.επ.
25. Σ. Βρέλλης «Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο» εκδ. Γ σελ. 107
26. Β. Παπαδήμας «Το προδικαστικό Ζήτημα εις το Ιδιωτικός Διεθνές Δίκαιον» σελ. 15 και 24
27. Η. Κρίσπης, όπ.παρ. Γεν.Μέρος σελ. 186-187
27α. Για τη διάκριση μεταξύ έννομης σχέσης και θεσμού βλέπετε Κ.Σημαντήρα ΓενΑρχαί του Αστικού Δικαίου εκδ. 1976 σελ. 116-117, Π.Λαδάς ΓενΑρχές Αστικού Δικαίου εκδ. 2007 σελ. 178 κ.επ. και ιδιαίτερα σελ. 187-188
28. Ε. Π. Παπανούτσος, «Λογική», Β έκδοση, σελ. 34
29. Σ. Πατεράκης «Η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης» εκδ. β (2001) σελ. 304
30. Εφ.Αθ. 445/2007 Επ.Συγκ.Δ. 2007, σελ. 287 κ.επ.
31. Α.Π. (Ολομέλεια) 762/1992 Ποιν.Χρον. ΜΒ σελ. 665 κ.επ.
32. Γεωργιάδης σε Γεωργιάδη-Σταθόπουλου Ειδ.Ενοχ. τόμος δ, άρθρο 932 σελ. 818, Μιχ. Μαργαρίτης σε ΝΟΒ 55 σελ. 1240 κ.επ., Ι. Σπυριδάκης «Το Αδίκημα κατά Α.Κ. 914» σελ. 186
33. Ε.Π.Παπανούτσος, όπ.παρ. σελ. 34

Άρθρα - Απόψεις

Η εφαρμογή των Ν. 489/1976 και ΑσφΝ 
στην υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης 
από Ατυχήματα Αυτοκινήτων. 
Η εφαρμογή του ΑσφΝ στην ασφαλιστική κάλυψη 
των προαιρετικών κινδύνων αυτοκινήτου.

Σκέψεις με αφορμή την με αριθμό 16708/ 2008 απόφαση 
του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης
(δημοσιευόμενη κατωτέρω Σελ )
του Χρήστου Σαχπατζίδη Δικηγόρου Γιαννιτσών

Η με αριθμό 16708/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης θίγει μια σειρά από σημαντικά ζητήματα της ασφάλισης αστικής ευθύνης αυτοκινήτου λαμβάνοντας υπόψη της τη νομοθετική ρύθμιση που εισάγει ο Ν. 2496/1997 (ΑσφΝ).

1. Για την εφαρμογή του ΑσφΝ στην υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων.
Κατ αρχήν η απόφαση τάσσεται υπέρ της εφαρμογής του ΑσφΝ στην υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης, στηρίζοντας την (ορθή) αυτή θέση της τόσο στην ΑΠ 779 / 2007 (ΝΟΜΟΣ), όσο και στο εξ αντιδιαστολής επιχείρημα που προσφέρει το άρθρο 26 παρ. 6 του ΑσφΝ το τελευταίο ορίζει ότι «οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται στην υποχρεωτική ασφάλιση ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων». Συνεπώς εάν ο νομοθέτης ήθελε την μη εφαρμογή του ΑσφΝ στην υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης, θα προέβλεπε κάτι τέτοιο ρητά για το σύνολο των διατάξεων του ΑσφΝ και όχι μόνον για το άρθρο 26 αυτού. Υπέρ της εφαρμογής του ΑσφΝ βλ. επίσης ΑΠ 1485 / 2005, ΝοΒ 2006 / 392, ΑΠ 230 / 2008, ΝΟΜΟΣ contra ΑΠ 1491 / 2006.

Αλλά πέραν των παραπάνω, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι με τον ΑσφΝ επιχειρήθηκε να αναμορφωθεί το νομοθετικό πλαίσιο που ρυθμίζει την σύμβαση ασφάλισης στις σχέσεις μεταξύ ασφαλιστή και λήπτη ασφάλισης ασφαλισμένου. Βέβαια ανάλογες ρυθμίσεις προέβλεπε και ο Ν. 489/1976, όπως ισχύει σήμερα, όμως αφορούσε κυρίως τη σχέση ασφαλιστή και ζημιωθέντος τρίτου (βλ. Ράνια Χατζηνικολάου - Αγγελίδου, Ιδιωτικό Ασφαλιστικό Δίκαιο 2008, παρ. 31, σελ. 257). Ορθότερη λοιπόν φαίνεται η θέση ότι «οι συμβατικές σχέσεις ασφαλιστή αστικής ευθύνης αυτοκινήτων και λήπτη της ασφάλισης - ασφαλισμένου διέπονται από τον ασφαλιστικό νόμο στο μέτρο που συμβιβάζονται με τον Ν. 489/1976 για τους ασφαλιστικούς όρους» (βλ. Ι. Ρόκας, Ιδιωτική Ασφάλιση, 11η έκδοση - 2006, σ. 326). Εάν ο νομοθέτης είχε την πρόθεση να αποκλείσει την εφαρμογή του ΑσφΝ από την υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης, θα το είχε κάνει έστω και εκ των υστέρων με το Ν. 3557/2007, με τον οποίο επέφερε τροποποιήσεις στο Ν. 489/1976 και (κυρίως) κατήργησε την Υ.Α. Κ4/585/1978. Τουναντίον σε ορισμένες τροποποιήσεις του (με τον πρόσφατο Ν. 3557/2007) έλαβε υπ\\\' όψιν του τις γενικές αρχές του ΑσφΝ, όπως λ.χ. στο προστεθέν άρθρο 6α (περί σύμβασης προσωρινής κάλυψης και χορήγησης ειδικού σήματος από τον ασφαλιστή), το οποίο «εξειδικεύει», κατά κάποιο τρόπο, την παρ. 2 του άρθρου 2 του ΑσφΝ (περί εγγράφου προσωρινής κάλυψης).

Συμπερασματικά λοιπόν θα λέγαμε ότι «ο ΑσφΝ (Ν. 2496/1997) θα συνεχίζει να εφαρμόζεται συμπληρωματικά για κάθε θέμα που δεν ρυθμίζεται πλέον ειδικά από τον τροποποιημένο Ν. 489/1976» (βλ. Ράνια Χατζηνικολάου - Αγγελίδου, ό.π. , σελ. 257).

2. Ο Ν. 489/1976 και οι εξαιρέσεις υποχρεωτικής ασφάλισης αστικής ευθύνης.
Οι σχέσεις μεταξύ ασφαλιστή και λήπτη ασφάλισης (αντισυμβαλλόμενου) - ασφαλισμένου στην υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης και ειδικότερα οι εξαιρέσεις της ασφάλισης καθορίζονται υποχρεωτικά από τον Ν. 489/1976, όπως ισχύει πλέον μετά τις τροποποιήσεις που ο Ν. 3557/2007 (ΦΕΚ Α’ 100 / 14/5/2007) επέφερε κυρίως με την προσθήκη (άρθρ. 4 Ν. 3557/2007) των παρ. 1 α΄, β΄, γ και 2 του άρθρου 6β και με την κατάργηση (άρθρ. 17 Ν. 3557/2007) της κατ΄ εξουσιοδότηση εκδοθείσας ΥΑ Κ4/585/1978.

«Άρθρο 6β. Εξαιρέσεις της κάλυψης.
§1. Εξαιρούνται από την ασφάλιση ζημίες που προκαλούνται:
α) από οδηγό ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί.
β) από οδηγό, ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Ν. 2696/ 1999, ΦΕΚ 57 Α΄) όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος. Αν το αυτοκίνητο όχημα που εμπλέκεται στο ατύχημα ανήκει κατά κυριότητα σε επιχείρηση εκμίσθωσης επιβατικών αυτοκινήτων οχημάτων, το δικαίωμα αναγωγής του ασφαλιστή ασκείται μόνο κατά του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου οχήματος, εφόσον υφίσταται έγκυρο μισθωτικό έγγραφο.
γ) από αυτοκίνητο όχημα του οποίου γίνεται διαφορετική χρήση από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας, εφόσον η χρήση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος.
§2. Με τη σύμβαση ασφάλισης επιτρέπεται να ορίζονται, πέραν των περιπτώσεων της προηγούμενης παραγράφου, και άλλες περιπτώσεις εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, εφόσον οι περιπτώσεις αυτές, αφορούν μόνο προαιρετική ασφαλιστική κάλυψη. Κάθε άλλη εξαίρεση είναι αυτοδικαίως άκυρη.».
Επίσης με το άρθρο 17 Ν. 3557 / 2007 «από την έναρξη ισχύος του νόμου καταργείται η υπ\\\' αριθμ. Κ4/585/1978 απόφαση του υπουργού εμπορίου (ΦΕΚ 795 ΤΑΕ και ΕΠΕ)». 

Ι. Έτσι το ποίες διατάξεις θα εφαρμοστούν κάθε φορά, εξαρτάται από τον κρίσιμο χρόνο, δηλαδή από το πότε επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος: για τις περιπτώσεις που ο ασφαλιστικός κίνδυνος επήλθε μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 3557/2007 εφαρμόζεται ο Ν. 489/1976 και η προμνησθείσα ΥΑ, ενώ για τις μετέπειτα ο τροποποιηθείς (με το Ν.3557/2007) Ν. 489/1976.

Πάντως θα πρέπει να σημειωθεί ότι φαίνεται να υπάρχει διχογνωμία για το εφαρμοστέο δίκαιο στις περιπτώσεις εκείνες που το ασφαλιστήριο είχε ήδη εκδοθεί πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 3557/2007 και η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε μετά την έναρξη ισχύος. Κατά μία άποψη «θα ισχύουν οι εκ των ως άνω επιτρεπτές εξαιρέσεις της καταργηθείσας και ως συμβατικό κείμενο ισχύουσας Υπ. Απόφασης, διότι η ασφαλιστική επιχείρηση έχει υπολογίσει το ασφάλιστρο με βάση την ισχύ των εξαιρέσεων αυτών, ενώ ο νόμος δεν προβλέπει την αναδρομική ισχύ του& διαφορετική ερμηνεία ανεπίτρεπτα θα προσέβαλε κεκτημένα συμβατικά δικαιώματα» (βλ. Ι. Ρόκας, Ασφαλιστικός Κώδικας, 2η έκδοση 2008, σ. 107, υποσημ. 151). Αντίθετη άποψη υποστηρίζει ότι «προϋφιστάμενες της ενάρξεως ισχύος του Ν. 3557 / 2007 ασφαλιστικές συμβάσεις που περιέχουν λόγο εξαιρέσεως μη διατηρηθέντα ουσιαστικώς από το Ν. 3557 / 2007 μέσω της παρ. 1 του άρθρου 6β Ν. 489/1976 καταλαμβάνονται από το νέο δίκαιο υπό την προϋπόθεση ότι δεν επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση υπό το παλαιό δίκαιο. Στην περίπτωση αυτή ο λόγος εξαιρέσεως που τυπικά υπάρχει στη σύμβαση ασφαλίσεως καθίσταται εφεξής αυτοδικαίως άκυρος και πρέπει να απαλειφθεί και τυπικώς κατά την ανανέωση της ασφαλιστικής συμβάσεως. Επομένως ο ασφαλιστής δεν μπορεί κατά νόμο να επικαλεστεί μετά το Ν. 3557/2007 ένα τέτοιο λόγο αποκλεισμού αν μετά την ισχύ του νόμου αυτού επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση». Η άποψη αυτή βασίζεται στην ρύθμιση της παρ. 4 του άρθρου 33 του Ν. 2496/1997 που ορίζει ότι οι κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου υφιστάμενες ασφαλιστικές συμβάσεις διέπονται εφεξής από τον παρόντα νόμο ρύθμιση που (κατά τη θέση αυτή) «πρέπει να εφαρμοστεί αναλόγως και για την κρίση του ενταύθα θέματος» (Αθ. Κρητικός, Αποζημίωση από Αυτοκινητικά Ατυχήματα, 2008, σελ. 650, παρ. 28, π. 77).

ΙΙ. Προϋσχύσαν καθεστώς εξαιρέσεων με βάση την Κ4/585/1978 (προ της έναρξης ισχύος του Ν. 3557/2007).
Η νομολογία έχει ήδη προ πολλού καταλήξει στην πάγια θέση ότι η Υ.Α είναι αντισυνταγματική, ως κειμένη εκτός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, που παρασχέθηκε στον Υπουργό Ανάπτυξης, και ως εκ τούτου δεν δεσμεύει τα δικαστήριά μας στην εφαρμογή της. Δηλαδή η ΥΑ (ιδίως ως προς τη διάταξη του άρθρ. 25 § 6 & 8) δεν καθορίζει κάποιον γενικό όρο της ασφαλιστικής σύμβασης, σύμφωνα με την εξουσιοδότηση που παρασχέθηκε στον Υπ. Εμπορίου (Ανάπτυξης πλέον) με το άρθρο 6 § 7 του Ν. 489/1976, αλλά επιβάλλει περιορισμό της ευθύνης του ασφαλιστή έναντι του ζημιωθέντος, η οποία προβλέπεται από τον ίδιο νόμο (αρθρ. 6 του ν. 489/76), βλ. Αθ. Κρητικός, ό.π., σ. 551 παρ. 25 π. 24 επ. και ενδεικτικά ΑΠ 1006 / 2005 ΕλλΔνη 2006, 217 & ΑΠ 813/1997 Επιθ.Συγκ.Δικ. 1997, 548 & ΑΠ 106/1987 ΕλλΔ 1988, 293 & ΑΠ 1410/1983 ΝοΒ 32, 1199 & ΕφΑθ 930/1993 Επιθ.Συγκ.Δικ. 1994, 13.

Έτσι η νομολογία έχει πλέον παγιωθεί στην θέση ότι οι εξαιρέσεις της παραπάνω ΥΑ είναι έγκυρες και ισχυρές στις σχέσεις μεταξύ ασφαλιστή και λήπτη ασφάλισης (αντισυμβαλλόμενου) - ασφαλισμένου, εφόσον περιληφθούν στην ασφαλιστική σύμβαση ως συμβατικοί όροι, είτε με την ενσωμάτωσή τους σ αυτήν είτε με παραπομπή στην Υπουργική Απόφαση (Κ4/585/78) ή ακόμα με παραπομπή μόνον στον αριθμό του Φ.Ε.Κ., αφού μέσω της αναφοράς αυτής είναι δυνατή και η γνώση του περιεχομένου της ΑΥΕ (βλ. ενδεικτικά ΑΠ 230/2008, ΝΟΜΟΣ & ΑΠ 1491/2006 ΝΟΜΟΣ & ΑΠ 426/2002 ΧρΙΔ 2002, 413 & ΑΠ 30/2002 ΕλλΔ 2002, 715 & ΑΠ 1022/2001 Επιθ.Συγκ.Δικ. 2002, 24 & ΑΠ 588/2001 ΝΟΜΟΣ & ΑΠ 751/2000, ΕλλΔ 2001, 95 &ΑΠ 639/1994 ΕλλΔ 1995, 333 & ΕφΛαρ 289/2002, ΤΝΠ ΔΣΑ. 

Μάλιστα νομολογιακά γίνεται δεκτό ότι για τη συνομολόγηση του όρου δεν απαιτείται οπωσδήποτε η υπογραφή του ασφαλισμένου, αλλά η καθ\\\' οιονδήποτε τρόπο αποδοχή της σύμβασης, ρητής ή σιωπηρής• αποδοχή η οποία μπορεί να συναχθεί από τις περιστάσεις: επικόλληση του ειδικού σήματος στο παμπρίτζ, καταβολή ασφαλίστρων, υποβολή υπεύθυνης δήλωσης ατυχήματος στον ασφαλιστή, προσκόμιση ασφαλιστηρίου στο Τμήμα Τροχαίας μετά από ατύχημα κ.λπ.: βλ. ΑΠ 1006/2005 ΕλλΔνη 2006, 217 - ΑΠ 826/2005 ΕλλΔνη 2006, 103 - ΑΠ 324/2005 ΕλλΔνη 2006, 1636 - ΑΠ 308/2005 ΕλλΔνη 2006, 1359 - ΑΠ 735/2004, ΕλλΔνη 2006, 1010 - ΑΠ 432/2004 ΕλλΔνη 2006, 1009 – ΕφΙωαν 261/2007 Αρμ 2009, 236.

ΙΙΙ. Ισχύον καθεστώς εξαιρέσεων με βάση το άρθρο 6β § 1 Ν. 489/1976 (μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 3557/2007).
Όπως προαναφέρεται, με το άρθρο 17 παρ. 1 εδ. γ΄ του Ν. 3557 / 2007 καταργήθηκε ολόκληρη η προμνησθείσα ΥΑ και προστέθηκε στο Ν. 489 / 1976 το άρθρο 6β παρ. 1 εδ. α& β& και γ, στο οποίο διατυπώνονται περιοριστικά τρεις μόνον περιπτώσεις εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη (βλ. παραπάνω)& ενώ παράλληλα δεν παρέχεται η δυνατότητα στα συμβαλλόμενα μέρη να συμφωνήσουν οποιαδήποτε επιπλέον εξαίρεση κάλυψης. Κάθε άλλη εξαίρεση είναι αυτοδικαίως άκυρη (βλ. Αθ. Κρητικός, ό.π., σελ. 630, παρ. 10).

Όμως προβληματισμός διατυπώνεται σχετικά με το χαρακτηρισμό της πρώτης περίπτωσης (εξαίρεση λόγω έλλειψης άδειας οδήγησης), για το εάν αφορά γνήσια εξαίρεση ή κεκαλυμμένο ασφαλιστικό βάρος. Να σημειωθεί ότι στην πρώτη περίπτωση, δηλαδή της γνήσιας εξαίρεσης, η απαλλαγή του ασφαλιστή επέρχεται χωρίς άλλο, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που τη συγκροτούν& αντίθετα εάν πρόκειται περί (κεκαλυμμένου) ασφαλιστικού βάρους για την απαλλαγή του ασφαλιστή απαιτείται η συνδρομή υπαιτιότητας, δηλαδή κρίνεται από τη συμπεριφορά του λήπτη ασφάλισης - ασφαλισμένου (βλ. Αθ. Κρητικός, ό.π., σελ. 642, παρ. 43, καθώς και Ράνια Χατζηνικολάου - Αγγελίδου, ό.π. σ. 167). Έτσι μία άποψη τάσσεται υπέρ της θέσης ότι η εν λόγω εξαίρεση αποτελεί κεκαλυμμένο ασφαλιστικό βάρος, γεγονός που, παρά τη μη ρητή διατύπωση του νόμου, απαιτεί την συνδρομή αιτιώδους συνάφειας «μεταξύ της παραβάσεως του ασφαλιστικού βάρους, δηλαδή της ελλείψεως άδειας ικανότητας οδηγού και του ατυχήματος» (βλ. Αθ. Κρητικός ό.π. σ. 641, παράγραφος 37). Αντίθετη άποψη υποστηρίζει ότι η εν λόγω εξαίρεση «δεν αποτελεί κεκαλυμμένο βάρος, αν και έχει και αυτό τη φύση υποχρέωσης (δηλαδή βάρους) που θέτει ο ασφαλιστής στον ασφαλισμένο», (βλ. Ι. Ρόκας, Ασφαλιστικός Κώδικας, 2008, σ. 109, υποσημ. 157) . Ωστόσο κι ο τελευταίος αναγνωρίζει ότι «η κριτική αντιμετώπιση της ομοίου περιεχομένου εξαίρεσης του άρθρου 25 παρ. 6 της ΥΑ Κ4 / 585 / 1978 από τη νομολογία και τη θεωρία, αλλά και η αντίθεσή της προς την υπ\\\' αριθμ. 000306 απόφαση της 24 Γενικής Διεύθυνσης της Ε.Ε. και τη νομολογία του ΔΕΚ, είναι πιθανόν να οδηγήσουν τη νομολογία στο χαρακτηρισμό και αυτής της εξαίρεσης ως καλυμμένο ασφαλιστικό βάρος και να θέσει ως προϋπόθεση για την εφαρμογή τους την ύπαρξη τουλάχιστον αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της μη ύπαρξης της άδειας οδήγησης και της ζημίας, λαμβάνοντας υπόψη και το ότι ο νόμος δεν αναφέρει ρητά ότι δεν απαιτείται αιτιώδης σύνδεσμος, χωρίς ν αλλάζει κάτι αν η έλλειψη αυτή συμπληρωθεί από το ασφαλιστήριο» (βλ. Ι. Ρόκας, ό.π.).

Σε ό,τι αφορά τις υπόλοιπες δύο εξαιρέσεις κάλυψης (οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών και χρήση του αυτοκινήτου διαφορετική από την αναγραφόμενη στην άδεια κυκλοφορίας του αντίστοιχα) η γραμματική διατύπωση του νόμου υποδεικνύει σαφώς ότι πρόκειται περί κεκαλυμμένων ασφαλιστικών βαρών, καθώς απαιτείται συνδρομή αιτιώδους συναφείας μεταξύ της παράβασης της υποχρέωσης (βάρους) από τον ασφαλισμένο και της ζημίας.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει με έμφαση να τονισθεί ότι οι παραπάνω εξαιρέσεις αφορούν στις σχέσεις μεταξύ ασφαλιστή και λήπτη ασφάλισης - ασφαλισμένου και όχι μεταξύ τρίτου - παθόντος και ασφαλιστή• έναντι του παθόντα ο ασφαλιστής δεν μπορεί να προβάλει τις ενστάσεις που αφορούν στη σύμβαση ασφάλισης και τις σχέσεις του με τον αντισυμβαλλόμενο - ασφαλισμένο του.

3. Τέλος σε ό,τι αφορά την ασφάλιση των προαιρετικών κινδύνων αυτοκινήτου το νομοθετικό πλαίσιο καθορίζεται κατά βάση από τον ΑσφΝ, ενώ έχει εφαρμογή και ο ν. 2251/1994 (προστασία καταναλωτών) όπως ισχύει σήμερα. Τόσο η ίδια η ασφάλιση καθ εαυτήν, όσο και οποιαδήποτε εξαίρεση κάλυψης έχουν το χαρακτήρα συμβατικών δεσμεύσεων και ρυθμίζονται από τις παρ. 5 και 6 του άρθρου 2 του ΑσφΝ.
§ 5 Άρθρου 2 ΑσφΝ:
«Αν το περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου παρεκκλίνει από την αίτηση για ασφάλιση, οι παρεκκλίσεις θεωρούνται ότι έχουν εγκριθεί από την αρχή, εφόσον ο λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώνεται γραπτά εντός ενός (1) μηνός από την παραλαβή του ασφαλιστηρίου και εφόσον ο ασφαλιστής τον έχει ενημερώσει για την παρέκκλιση και για το δικαίωμα εναντίωσης γραπτά ή με σημείωση στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου, στοιχειοθετημένη με εντονότερα στοιχεία από τα λοιπά, ώστε να υποπίπτει εύκολα στην αντίληψη και έχει χορηγήσει σε αυτόν σε χωριστό έντυπο υπόδειγμα δήλωσης εναντίωσης. Αν ο ασφαλιστής παρέλειψε να ενημερώσει ως άνω τον λήπτη και να του χορηγήσει το ως άνω υπόδειγμα, τότε οι παρεκκλίσεις δεν δεσμεύουν τον λήπτη της ασφάλισης και θεωρείται ότι έχει συμφωνηθεί το περιεχόμενο της αίτησης για ασφάλιση». 

Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι καθοριστικής σημασίας έγγραφο αποτελεί η αίτηση - πρόταση ασφάλισης, που πρακτικά υπογράφει ο λήπτης ασφάλισης και όπου θα πρέπει να αναγράφονται όλες οι εξαιρέσεις. Έτσι εάν στην αίτησή του ο ασφαλιστής δεν αναφέρει κάποια συγκεκριμένη εξαίρεση (π.χ. σε ασφάλιση Προσ. Ατυχήματος του οδηγού του καλυπτόμενου οχήματος για την περίπτωση θανάτου του κατά την οδήγηση συμφωνείται η καταβολή ασφαλίσματος ύψους 20.000 €, χωρίς να αναφέρεται οποιαδήποτε εξαίρεση) και στη συνέχεια εκδώσει ασφαλιστήριο στους γενικούς ή/και ειδικούς όρους του οποίου περιέχεται ως συμβατικός πλέον όρος κάποια εξαίρεση (λ.χ. στο παραπάνω παράδειγμα ο ασφαλιστής περιλάβει στο ασφαλιστήριο ως εξαίρεση της συγκεκριμένης κάλυψης την περίπτωση κατά την οποία ο ασφαλισμένος - οδηγός είναι ανυπαίτιος του ατυχήματος), τότε αυτός (ασφαλιστής) θα πρέπει:
1. να ενημερώσει τον λήπτη της ασφάλισης για την παρέκκλιση αυτή με εντονότερα στοιχεία και στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου (ή με άλλο ξεχωριστό έγγραφο), 
2. να τον ενημερώσει για το δικαίωμά του να εναντιωθεί στην παρέκκλιση – εξαίρεση αυτή με τον προαναφερθέντα τρόπο και
3. να του χορηγήσει το ειδικό έντυπο εναντίωσης.

Μόνον με τις παραπάνω προϋποθέσεις και μετά την άπρακτη από πλευράς λήπτη της ασφάλισης παρέλευση ενός (1) μήνα από την παραλαβή του ασφαλιστηρίου, είναι έγκυρος ο ασφαλιστικός όρος εξαίρεσης και δεσμεύει το λήπτη ασφάλισης. Σε διαφορετική περίπτωση, δηλαδή σε περίπτωση που ο ασφαλιστής παραλείψει να προβεί σωρευτικά και στις τρεις παραπάνω αναφερόμενες υποχρεώσεις του, ο νομοθέτης είναι εξαιρετικά σαφής: «… τότε οι παρεκκλίσεις δεν δεσμεύουν τον λήπτη της ασφάλισης και θεωρείται ότι έχει συμφωνηθεί το περιεχόμενο της αίτησης για ασφάλιση». Βλ. Ράνια Χατζηνικολάου – Αγγελίδου «Ασφαλιστική Σύμβαση – Προστασία του ασφαλισμένου ως καταναλωτή», έκδοση 2000, σελ. 270: «η ασφαλιστική σύμβαση ισχύει όπως είχε συμφωνηθεί στο προσυμβατικό στάδιο σύμφωνα με την αίτηση του ασφαλισμένου και οι παρεκκλίσεις του ασφαλιστή δεν δεσμεύουν τον ασφαλισμένο» (βλ. AD HOC ΕφΘ 1385 / 2006, ΕπΣυγΔ 2006,369, καθώς και ΠΠΘεσ 16708/2008, που δημοσιεύεται στο παρόν τεύχος).

Αντίθετα, εάν παραδοθεί το ασφαλιστήριο αλλά όχι και οι ασφαλιστικοί όροι με τα χωριστά έντυπα εναντίωσης, τότε οι συνέπειες διαφέρουν και καθορίζονται από την επόμενη παράγραφο, την § 6 του άρθρου 2 του ν. 2496/1997:

«Αν ο ασφαλιστής δεν παρέδωσε στον λήπτη της ασφάλισης κάποια από τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 4 παρ. 2 περίπτωση Η και παρ. 3 περίπτωση Δ του ν.δ/τος 400/1970, όπως ισχύει, (πληροφορίες άσχετες του ερευνώμενου ζητήματος) κατά το χρόνο της υποβολής της αίτησης για ασφάλιση ή αν δεν παρέδωσε τους ασφαλιστικούς όρους σύμφωνα με την παρ. 4 του παρόντος άρθρου, τότε η σύμβαση θεωρείται ότι έχει συναφθεί με βάση το ασφαλιστήριο, τους ασφαλιστικούς όρους, καθώς και τις τυχόν επιπλέον πληροφορίες που προσδιορίζουν γενικά τη συγκεκριμένη σύμβαση, εφόσον ο λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώνεται γραπτά εντός δεκατεσσάρων (14) ημερών από την παράδοση του ασφαλιστηρίου. Αν παρέλθει αυτή η προθεσμία άπρακτη, η σύμβαση ισχύει αναδρομικά, από το χρόνο της σύναψής της. Η ως άνω προθεσμία δεν αρχίζει, αν ο ασφαλιστής δεν έχει ενημερώσει σχετικά με το δικαίωμα εναντίωσης τον λήπτη της ασφάλισης γραπτά ή με ευκρινή σημείωση στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου και δεν έχει χορηγήσει σε αυτόν σε χωριστό έντυπο υπόδειγμα δήλωσης εναντίωσης. Το δικαίωμα εναντίωσης αποσβέννυται μετά πάροδο δέκα (10) μηνών από την πληρωμή του πρώτου ασφαλίστρου. Σε περίπτωση εναντίωσης, ματαιούται η σύναψη της σύμβασης. Το βάρος της απόδειξης της παράδοσης των εγγράφων φέρει ο ασφαλιστής. Οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου αυτού δεν θίγονται».
Ενώ στην § 8: «Όλοι οι όροι του ασφαλιστηρίου πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα εύλογα συμφέροντα του λήπτη της ασφάλισης και του ασφαλισμένου και να γράφονται με σαφήνεια και με ευδιάκριτα στοιχεία».

Με την παραπάνω διάταξη της παρ. 6 ο νομοθέτης επιθυμεί διακαώς, θα λέγαμε, να πάψει κάθε αβεβαιότητα ή αμφισβήτηση γύρω από τους ασφαλιστικούς όρους. Δημιουργεί τις προϋποθέσεις, ώστε «το ασφαλιστικό προϊόν να αυτοπροσδιορίζεται χωρίς να δημιουργούνται ελλείψεις ουσιωδών στοιχείων» (Ράνια Χατζηνικολάου – Αγγελίδου, ο.π. σελ. 274). Έτσι, κι αν ακόμη δεν παραδοθούν από τον ασφαλιστή οι ασφαλιστικοί όροι, δηλαδή οι γενικοί και ειδικοί όροι της ασφαλιστικής σύμβασης, η ασφάλιση δεν είναι μετέωρη από πλευράς ισχυόντων ασφαλιστικών όρων, αλλά διέπεται από τους ασφαλιστικούς όρους που προσδιορίζουν γενικά το είδος της συγκεκριμένης ασφάλισης. Αντίθετα, αν ο λήπτης της ασφάλισης ασκήσει το δικαίωμα εναντίωσης, που του παρέχει ο νόμος, τότε η σύμβαση ακυρώνεται αναδρομικά από τη σύναψή της. 

Εδώ επανέρχεται η αβεβαιότητα: Ποίοι είναι άραγε οι ασφαλιστικοί όροι, που προσδιορίζουν γενικά το είδος αυτό της ασφάλισης (λ.χ. της ασφάλισης Προσωπικού Ατυχήματος οδηγού); Και άραγε σ’ αυτούς εμπεριέχεται και μια εξαίρεση (του πιο πάνω παραδείγματος) ή όχι; Και με βάση τα προεκτεθέντα, θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ως «εύλογο» το συμφέρον του λήπτη (παρ.8 του άρθρου 2 ΑσφΝ), ώστε να μην εξαιρείται από την ασφάλισή του η εν λόγω περίπτωση; 

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονισθεί ότι υφίστανται ουσιώδεις διαφορές μεταξύ των ρυθμίσεων των παρ. 5 και 6 του άρθρου 2 ΑσφΝ: Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι η πρώτη αφορά στις παρεκκλίσεις μεταξύ του περιεχομένου του ασφαλιστηρίου και εκείνου της αίτησης για ασφάλιση• η δεύτερη (παρ. 6) αφορά στη μη παράδοση των ασφαλιστικών όρων μαζί με το ασφαλιστήριο. Προβλέπεται διαφορετική προθεσμία εναντίωσης κ.λπ.. Και στις δύο περιπτώσεις (παρ. 5 και 6 του άρθρου 2 ΑσφΝ) το βάρος απόδειξης της παράδοση των εγγράφων το φέρει ο ασφαλιστής (βλ. ΕφΘ 1385 / 2006, ΕπΣυγΔ 2006, 369, καθώς και ΠΠΘεσ 16708/2008, που δημοσιεύεται στο παρόν τεύχος).

Να σημειώσουμε βέβαια ότι οι διατάξεις του ΑσφΝ και ιδιαίτερα των §§ 4, 5 και 6 του άρθρου 2, που μόλις προσεγγίσαμε, καθιερώνονται ως κανόνες «ημιαναγκαστικού δικαίου από το άρθρο 33 § 1 αυτού με την έννοια ότι, εάν δεν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στον ΑσφΝ, με την ασφαλιστική σύμβαση δεν μπορούν να περιορισθούν τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, παρά μόνον να διευρυνθούν» (βλ. Ι. Ρόκας, «Ιδιωτική Ασφάλιση», έκδοση 2002, § 112, σελ. 128) .

Σημειωτέον επίσης ότι οι πιο πάνω σκέψεις μπορούν να έχουν ανάλογη εφαρμογή και στην ασφάλιση αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων για τις περιπτώσεις του πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 3557/2007 καθεστώτος, δηλαδή όπου έχει εφαρμογή η ΥΑ Κ4/585/1978 (βλ. ΠΠΘεσ 16708/2008 του παρόντος τεύχους). Και τούτο διότι υπό το προϊσχύσαν αυτό καθεστώς οι εξαιρέσεις ασφάλισης αποτελούν συμβατικούς όρους, σε αντίθεση με το ισχύον καθεστώς (μετά το Ν. 3557/2007), που αποτελούν εκ του νόμου εξαιρέσεις, κατά τα αναφερόμενα παραπάνω• εκτενέστερη αναφορά βλ. στην εισήγηση του γράφοντος στο 1ο Πανελλήνιο Συνέδριο για το ζήτημα της Μέθης, «Το Τροχαίο Ατύχημα – Βέροια 2003», Πρακτικά Συνεδρίου, έκδοση ΕπΣυγΔ 2004, σ. 317 επ.). 
Μέχρι σήμερα φοβούμαι πως δεν έχει αποδοθεί από τους συμμετέχοντες στην απονομή της δικαιοσύνης (και κυρίως από εμάς τους δικηγόρους) η πρέπουσα σημασία που έχει ο ΑσφΝ για την κατανόηση της λειτουργίας της ασφαλιστικής σύμβασης, όπως την προσεγγίσαμε παραπάνω. 

Τέλος με το σημείωμα αυτό είναι αυτονόητο πως δεν μπορούμε να προσεγγίσουμε τα θιγόμενα ζητήματα σε όλες τις πτυχές τους. Φιλοδοξία του γράφοντος είναι να θίξει τις σημαντικότερες πλευρές τους και να προκαλέσει ανάλογες συζητήσεις γύρω από αυτά. Ειδικότερα το ζήτημα των προαιρετικών καλύψεων αυτοκινήτου υπό το πρίσμα του ΑσφΝ και του Ν. 2251 / 1994 (προστασία καταναλωτών, όπως ισχύει σήμερα) αποτελεί ένα ευρύτατο πεδίο ανάλογων προβληματισμών, επί των οποίων όμως θα επανέλθουμε με ειδικότερη αναφορά.
-----------------------

Διάγραμμα
Ι. Ιστορικό & Ερωτήματα
ΙΙ. Απαντήσεις
1. Στο πρώτο ερώτημα: Η οφειλή χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη ρυθμίζεται από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, οι δικαιούχοι δε αυτής από το αλβανικό
2. Στο δεύτερο ερώτημα: Μέσω της διαδικασίας της προσαρμογής στην οικογένεια του θανόντος κατά το αλβανικό δίκαιο, τα μέλη της οποίας δικαιούνται κατά τις προϋποθέσεις του ελληνικού δικαίου χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης τους (την οποία δεν προβλέπει το αλβανικό δίκαιο), οπωσδήποτε ανήκουν η σύζυγος και το ανήλικο τέκνο του και οπωσδήποτε δεν ανήκουν τα αδέλφια, ο πεθερός και η πεθερά του, ενώ η μητέρα του θανόντος μάλλον πρέπει να θεωρηθεί μέλος της οικογένειάς του
3. Στο τρίτο ερώτημα: Η συμβίωση με τον θανόντα ασκεί ουσιώδη επιρροή στην κρίση της οφειλής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, σύμφωνα με το εφαρμοστέο αλβανικό ουσιαστικό δίκαιο σχετικά με πρόσωπα που δεν αποτελούν μέλη της στενής τουλάχιστον οικογένειας του θανόντος
III. Σύνοψη των απαντήσεων

Ι. Ιστορικό & Ερωτήματα
1. Τέθηκαν υπόψη μας τα ακόλουθα:
α) Σύντομο ιστορικό της δικηγόρου Μ. Δ.
β) Η υπ&αριθμ. 1888/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. 
γ) Η νομική πληροφορία του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου της 25/05/07 με αρ. πρωτ. 347 και θέμα «Δικαιούχοι αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης κατά το Αλβανικό δίκαιο».
δ) Η απάντηση της 01/06/07 του Αλβανού καθηγητή Κ.Γ. της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου των Τιράνων επί ερωτήματος για τη ρύθμιση του αλβανικού δικαίου στο ζήτημα της αποζημίωσης και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης σε περίπτωση θανάτου προσώπου.
2. Από τα παραπάνω προκύπτουν τα εξής: 
α) Εργάτης αλβανικής ιθαγένειας πέθανε σε εργατικό ατύχημα στην Ελλάδα κατά την εκπλήρωση σύμβασης εργασίας που εκτελείτο στην Ελλάδα. 
β) Η χήρα του θανόντος (που διέμενε στην Ελλάδα, προφανώς μαζί με τον θανόντα) για λογαριασμό της και για λογαριασμό του ανήλικου τέκνο τους, η φερόμενη ως μητέρα του θανόντος (που διέμενε στην Αλβανία), ο πεθερός και η πεθερά του (που διέμεναν στην Αλβανία), καθώς και έξι άτομα (που επίσης διέμεναν στην Αλβανία) φερόμενα ως αδελφοί του (όλοι οι παραπάνω αλβανικής ιθαγένειας) άσκησαν αγωγή στα ελληνικά δικαστήρια, ζητώντας μεταξύ άλλων χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν λόγω αυτού του θανάτου.
γ) Η ΕφΑθ 1888/2007 στη συγκεκριμένη υπόθεση έκρινε ότι, για να προσδιοριστεί ποια από τα παραπάνω πρόσωπα δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης εξαιτίας του θανάτου αυτού, εφαρμοστέο είναι το αλβανικό ουσιαστικό δίκαιο. Κρίθηκε χαρακτηριστικά από το δικαστήριο ότι (φύλλο 7/σελ I, II, φύλλο 8/ σελ I, έμφαση δική μας): 
«Με την προαναφερθείσα διάταξη (άρθρο 26 ΑΚ), δεν λύνονται όλα τα θέματα διότι υπάρχουν προκριματικές έννομες σχέσεις, που επιβάλλουν την ένταξή τους σε άλλον κανόνα δικαίου. Τα προκρίματα ρυθμίζονται συνήθως από τον οικείο κανόνα ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, που τα καλύπτει, και όχι από το άρθρο 26 ΑΚ, όπως είναι το θέμα, ποια πρόσωπα ανήκουν στην οικογένεια του θανόντος (άρθρο 932 ΑΚ), για να δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης. Ειδικότερα, το ζήτημα, αν οι γονείς, ο αδελφός ο πενθερός και η πενθερά του θανατωθέντος, ανήκουν στην οικογένεια του, θα κριθεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο, που υποδεικνύεται από τη διάταξη του άρθρου 18 του ΑΚ, δηλαδή αν τόσο ο θανατωθείς, όσο και τα πρόσωπα που έχουν αλβανική ιθαγένεια, ανήκουν στην οικογένεια του τελευταίου (πρβλ. ΑΠ 356/2002 Δνη 44, 169 ΕφΑθ 4067/2002, Δνη 2003, 219, ΕφΑθ 824/2000, Δνη 20042,479)&το αλβανικό ουσιαστικό δίκαιο, ρυθμίζει το θέμα των προσώπων που δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης, για ψυχική οδύνη, από το θάνατο προσώπου» 
δ) Ενόψει της παραπάνω κρίσης της η ΕφΑθ 1888/2007 και δεδομένου πως το δικαστήριο τόνισε πως δεν γνωρίζει τις σχετικές ρυθμίσεις του αλβανικού δικαίου για την έννοια της «οικογένειας», τα μέλη της οποίας δικαιούνται καταρχήν χρηματική ικανοποίηση ψυχικής οδύνης, διετάχθη η επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης, προκειμένου να (φύλλο 8/σελ II και φύλλο 9/ σελ I):
«προσκομιστεί, με την φροντίδα του επιμελέστερου των διαδίκων, γνωμοδότηση του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου, από την οποία προκύπτει και σύμφωνα με το αλβανικό δίκαιο, του οποίου να προσκομιστούν και οι σχετικές διατάξεις, ποια πρόσωπα ανήκουν στην οικογένεια του θανόντος από αδικοπραξία και δικαιούνται να ζητήσουν χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, από το θάνατο προσώπου, και ειδικότερα, αν στους δικαιούμενους εκ της ανωτέρω αιτίας περιλαμβάνονται, η σύζυγος, τα τέκνα, οι γονείς και οι αδελφοί του θανόντος, καθώς και οι εξ αγχιστείας συγγενείς αυτού, πενθερός και πενθερά» 
ε) Κατά το αλβανικό δίκαιο, σε περίπτωση θανάτου δικαίωμα ψυχικής οδύνης των συγγενών του θανόντος δεν αναγνωρίζεται από τον νόμο.
στ) Η σχετική διάταξη του αλβανικού αστικού κώδικα προβλέπει μόνο δικαίωμα αποζημίωσης περιουσιακής ζημίας λόγω του θανάτου προσώπου. Συγκεκριμένα το άρθρο 643 παρ. 1 του αλβανικού αστικού κώδικα ορίζει (έμφαση δική μας):
«Στην περίπτωση προκλήσεως θανάτου προσώπου, η αποζημίωση περιλαμβάνει: α) τα έξοδα διατροφής και διαβιώσεως των ανήλικων τέκνων του, της συζύγου του και των ανίκανων για εργασία γονέων που βάρυναν εν όλω ή εν μέρει τον θανόντα, καθώς και των προσώπων που συμβιώνουν με την οικογένεια του θανόντος και που έχουν έναντι αυτού δικαίωμα διατροφής β) τα απαραίτητα έξοδα για την κηδεία του θανόντος στο μέτρο που ανταποκρίνονται στην προσωπική και οικογενειακή του θέση... »

3. Ενόψει των ανωτέρω ζητήθηκε η γνώμη μας στα ακόλουθα ερωτήματα:
1. Τίθεται ζήτημα χρηματικής ικανοποίησης της ψυχικής οδύνης κάποιων ή όλων από τα παραπάνω πρόσωπα (σύζυγος, τέκνα, γονείς και αδελφοί του θανόντος, καθώς και εξ αγχιστείας συγγενείς αυτού, πενθερός και πενθερά) στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο; Ειδικότερα, με βάση ποιο ουσιαστικό δίκαιο θα κριθεί εάν οι ενάγοντες στην παραπάνω αγωγή δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη λόγω του θανάτου του εργάτη αλβανικής ιθαγένειας; Περαιτέρω, με βάση ποιο ουσιαστικό δίκαιο θα κριθεί ποιοι έχουν τέτοιο δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησης της ψυχικής οδύνης;
2. Ανάλογα με την απάντηση στο πρώτο ερώτημα, εφόσον κρίσιμη για τον προσδιορισμό των προσώπων που δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης για την ψυχική οδύνη είναι η έννοια της «οικογένειας» κατά το αλβανικό δίκαιο, ποια πρόσωπα την απαρτίζουν βάσει του αλβανικού δικαίου για τις ανάγκες εφαρμογής του δικαίου της αποζημίωσης και της χρηματικής ικανοποίησης της ψυχικής οδύνης, λαμβάνοντας υπόψη την απουσία ρύθμισης από το αλβανικό δίκαιο περί αξίωσης για χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης των συγγενών γενικά του θανόντος, αλλά και τις διατάξεις του για τους δικαιούχους αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία σε περίπτωση θανάτου προσώπου; 
3. Ανάλογα με τις απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα, ασκεί επίδραση στην κρίση αν κάποιο πρόσωπο αποτελεί μέλος της οικογένειας του θανόντος ή, σε κάθε περίπτωση, δικαιούται χρηματική ικανοποίηση ψυχικής οδύνης κατά το εφαρμοστέο δίκαιο το γεγονός της συμβίωσής του ή μη με τον θανόντα; 

ΙΙ. Απαντήσεις
1. Στο πρώτο ερώτημα: Η οφειλή χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη ρυθμίζεται από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, οι δικαιούχοι δε αυτής από το αλβανικό

4. Σύμφωνα με την ΑΚ 26 στις ενοχές από αδίκημα (όπως και στις περιπτώσεις αντικειμενικής ευθύνης, βλ. ΑΠ 3/2007, ΕφΑθ 1152/1986, ΕΕμπΔ 1986, 654, ΠολΠρωτΑθ 705/1974, ΝοΒ 1975, 527, Βρέλλη, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, 2001, σελ. 248, Τενεκίδου & Φραγκοπούλου, Η αδικοπραξία κατά το Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, 1956, 93 - 132, Γραμματικάκη-Αλεξίου/Παππασιώπη-Πασιά/Βασιλακάκη, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, β έκδ, 1998, σελ 293 επ, άρα κατά μια γνώμη και στο εργατικό ατύχημα, ενώ κατά άλλη μάλλον κρατούσα γνώμη το εργατικό ατύχημα ρυθμίζεται από το δίκαιο της σύμβασης εργασίας, στο πλαίσιο της οποίας συνέβη – lex laboris, βλ. σχετικά ΑΠ 6/1998, ΝοΒ 1999, 389 – 390, ΑΠ 1149/1994, ΔΕΕ 1995, 535, ΑΠ 57/1961, ΕΕμπΔ 1962, 100 & 101, Βρέλλη οπ, σελ. 224 και σημ. 38 ) εφαρμοστέο είναι το δίκαιο του τόπου τέλεσής τους (βλ. Ολ. ΑΠ 14/1997, ΝοΒ 1998, 43, ΑΠ 1066/1999, ΕλλΔνη 1999, 1571, Ολ. ΑΠ 9/1995, ΝοΒ 1996, 487, Βρέλλη οπ, σελ. 244 επ, Γραμματικάκη-Αλεξίου/Παππασιώπη-Πασιά/Βασιλακάκη οπ, ιδίως σελ 303). 
5. Ως τόπος τέλεσης του αδικήματος θεωρείται ο τόπος, όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός (βλ. Ολ. ΑΠ 14/1997, ΝοΒ 1998, 43, ΑΠ 1066/1999, ΕλλΔνη 1999, 1571, Ολ. ΑΠ 9/1995, ΝοΒ 1996, 487, Βρέλλη οπ, σελ. 245 – 246), όπως και ο τόπος όπου επήλθαν τα αποτελέσματά του (βλ. Βρέλλη οπ, σελ. 245 – 246, ιδίως για τη μικτή θεωρία και τη θεωρία του βαρύνοντος τόπου που επιλέγεται με βάση την αρχή της εγγύτητας, δηλαδή με βάση την ένταση των δεσμών που εμφανίζει μια αδικοπραξία με κάποιον από τους τόπους, Τενεκίδου & Φραγκοπούλου οπ, σελ. 64, ιδίως βλ. την ΠολΠρωτΑθ 11096/1982, ΕλλΔνη1983, 1252). Εάν κατά τα παραπάνω περισσότερα δίκαια διεκδικούν εφαρμογή (λόγω της πολλαπλότητας των τόπων τέλεσης του αδικήματος), το δικαίωμα επιλογής ανήκει στον αδικηθέντα (βλ. Βρέλλη οπ, σελ. 245 & 246, με περαιτέρω παραπομπές, ιδίως ΠολΠρωτΑθ 11096/1982 οπ). 
6. Κατά το δίκαιο του τόπου τέλεσης του αδικήματος κρίνεται μεταξύ άλλων και το ζήτημα του «ποιο είναι το είδος και η έκταση της οφειλόμενης αποζημίωσης (άρθρα 914, 297, 298 για την περιουσιακή ζημία και 932 για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου λόγω ψυχικής οδύνης)» (βλ. ΑΠ 3/2007, Ολ. ΑΠ 14/1997, ΝοΒ 1998, 43, ΑΠ 1066/1999, ΕλλΔνη 1999, 1571, Ολ. ΑΠ 9/1995, ΝοΒ 1996, 487, Βρέλλη οπ, σελ. 248, Κρητικό, Αποζημίωση από Τροχαία Αυτοκινητικά Ατυχήματα, γεκδ, 1998, παρ.1009, σελ 355). Κατά το ίδιο δίκαιο κρίνεται και «εάν, σε περίπτωση θανάτωσης του προσώπου τα μέλη της οικογενείας του έχουν ή όχι εξ ιδίου δικαίου προσωπική αξίωση κατά των υπόχρεων» (ΑΠ 3/2007, ΕφΑθ 322/2005, ΕλλΔνη 2006, 576, ΕφΑθ 4067/2002, ΕλλΔνη 2003, 219, ΕφΑθ 6824/2000, ΕλλΔνη 2001, 479, ΕφΠειρ 120/2004, ΕλλΔνη 2004, 877, ΜονΠρωτΛαρ 80/2000, ΕφΡόδου 190/2003, Κρητικό οπ, παρ.1008 επ, σελ 354 επ). 
7. Ταυτόχρονα βέβαια έκρινε ο Άρειος Πάγος για το ίδιο ακριβώς ζήτημα (ΑΠ 3/2007, έμφαση δική μας): 
«Δεν είναι όμως (η ΑΚ 26) η μόνη εφαρμοστέα διάταξη του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Μπορεί να καταστεί αναγκαία η προσφυγή και σε άλλες διατάξεις του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Έτσι για την κρίση του θέματος εάν είναι ή όχι κάποιος μέλος της ίδιας οικογένειας με τον θανατωθέντα, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, καθίσταται αναγκαία η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13, 14, 17, 22 και 23 ΑΚ (ανάλογα δηλαδή εάν πρόκειται για σύζυγο ή τέκνα)». 
8. Προκειμένου να γίνει απόλυτα κατανοητή η παραπάνω ορθή κρίση του Αρείου Πάγου και να εξηγηθεί η παραπάνω υπό αρ. 2 γ κρίση της ΕφΑθ 1888/2007, απαιτείται η παράθεση ορισμένων βασικών στοιχείων της γενικής θεωρίας του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου: Όταν επιδιώκεται η ανεύρεση του εφαρμοστέου ουσιαστικού δικαίου για τη ρύθμιση μιας έννομης σχέσης με βάση τους κανόνες σύγκρουσης του forum, συχνά ανακύπτουν προδικαστικά ζητήματα ή προκρίματα. Πρόκριμα είναι μια σχέση, από την ύπαρξη ή ανυπαρξία της οποίας, από το κύρος ή την ελαττωματικότητά της, εξαρτάται η ύπαρξη ή ανυπαρξία, το κύρος ή η ελαττωματικότητα μιας άλλης σχέσης, της κύριας σχέσης, για τη ρύθμιση της οποίας ενδιαφερόμαστε (βλ. Μαριδάκη, Ιδιωτικόν Διεθνές Δίκαιον, Γενικαί Αρχαί, β εκδ, 1967,§ 20, σελ. 289 επ Βρέλλη, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, 2001, σελ. 103, Κρίσπη, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, Γενικό Μέρος, § 25, σελ. 153 & 154). 
9. Από τη στιγμή που με βάση τους κανόνες σύγκρουσης του forum έχει βρεθεί το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο (lex causae) που θα ρυθμίσει μια σχέση, είναι δυνατόν στο ίδιο το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο να εμφανισθεί κάποιο πρόκριμα, δηλαδή κατά τα παραπάνω μια (έννομη) σχέση από την ύπαρξη της οποίας εξαρτάται η έννομη συνέπεια που απαγγέλει ο κανόνας της lex causae της κύριας σχέσης (βλ. Βρέλλη οπ, σελ. 104, Κρίσπη οπ, σελ. 154 επ.). Οπότε τίθεται το ζήτημα ποιο δίκαιο διέπει την έννομη σχέση του προκρίματος (βλ. Βρέλλη οπ, σελ. 104, Κρίσπη οπ, σελ. 155). 
10. Κατά τις πλέον κρατούσες θεωρίες (για τον σεβασμό κεκτημένων δικαιωμάτων, βλ. Βρέλλη οπ, σελ. 105, Γραμματικάκη-Αλεξίου/Παππασιώπη-Πασιά/Βασιλακάκη οπ, σελ 94 επ) το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο του forum θα προσδιορίσει το ουσιαστικό δίκαιο, το οποίο θα απαντήσει εάν υπάρχει ή όχι η συνιστώσα το πρόκριμα έννομη σχέση (θεωρία της lex fori, προκειμένου να εξυπηρετηθεί το αίτημα της εσωτερικής αρμονίας & μια σχέση υφίσταται ή δεν υφίσταται στο forum είτε αντιμετωπίζεται ως κύρια σχέση είτε ως πρόκριμα, βλ. Βρέλλη οπ, σελ. 105, Κρίσπη οπ, σελ. 172 επ), ενώ κατά τη θεωρία της lex causae το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει το πρόκριμα υποδεικνύεται από τους κανόνες σύγκρουσης του κράτους της lex causae της έννομης σχέσης, δηλαδή από το (ενδεχομένως και αλλοδαπό) ιδιωτικό διεθνές δίκαιο του κράτους της lex causae (βλ. Βρέλλη οπ, σελ. 104, Κρίσπη οπ, σελ. 156 επ, προκειμένου να ικανοποιηθεί το αίτημα της διεθνούς αρμονίας, με την έννοια ότι η σχέση που συνιστά το πρόκριμα υφίσταται ή μη έναντι του forum ανάλογα με το εάν υφίσταται ή μη έναντι του κράτους του εφαρμοστέου δικαίου, βλ. Βρέλλη οπ, σελ. 106), χωρίς αυτό να προσκρούει ειδικά στον χώρο των προκριμάτων στην απαγόρευση της αναπαραπομπής (renvoi) κατά την ΑΚ 32 (βλ. Βρέλλη οπ, σελ. 102, 104). 
11. Ενόψει των ανωτέρω πορισμάτων της γενικής θεωρίας του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου για τα προκρίματα και σε σχέση με την παραπάνω κρίση της ΑΠ 3/2007 σημειώνουμε τα εξής: Σε ενοχές από αδίκημα εφαρμοστέο είναι το δίκαιο του τόπου τέλεσης του αδικήματος. Το δίκαιο αυτό θα κρίνει εάν και ποιοί έχουν δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης. Εάν τόπος τέλεσης του αδικήματος είναι η Ελλάδα, εφαρμοστέο είναι το ελληνικό δίκαιο της αδικοπραξίας και της αποζημίωσης.
12. Η λύση δεν διαφέρει εάν στο εργατικό ατύχημα εφαρμοσθεί το δίκαιο που υποδεικνύει η ΑΚ 25 ή οι διατάξεις του άρθρου 6 της σύμβασης της Ρώμης για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές, δηλαδή το δίκαιο που διέπει τη σύμβαση εργασίας, το οποίο κατά κανόνα τόσο με βάση τη ΣυμβΡώμης όσο και την ΑΚ 25 είναι το δίκαιο του τόπου, όπου παρέχεται η εργασία (βλ. σχετικά Βρέλλη οπ, σελ. 219 & 226, Παπασιώπη-Πασιά, Το εφαρμοστέο στη σύμβαση δίκαιο ελλείψει συμφωνίας των μερών κατά την Κοινοτική Σύμβαση του 1980 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές & Καταναλωτικές και εργατικές συμβάσεις, ΝοΒ 1992, σελ. 1344 επ, πρβλ Γραμματικάκη-Αλεξίου/Παππασιώπη-Πασιά/Βασιλακάκη οπ, σελ 304-306 σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο στη συρροή συμβατικής και εξωσυμβατικής ευθύνης, όπου παρατηρείται πως, ακόμη και όταν εφαρμοστέο είναι το δίκαιο της σύμβασης σε περίπτωση που συρρέει συμβατική με εξωσυμβατική ευθύνη, οι ιδιαιτερότητες της τελευταίας, όπως η χρηματική ικανοποίηση ψυχικής οδύνης που δεν απαντάται στη συμβατική ευθύνη, θα κριθούν με βάση τους κανόνες σύγκρουσης του αδικήματος). Άρα, όταν η σύμβαση εργασίας εκτελείται στην Ελλάδα, εφαρμοστέο θα είναι πάλι το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο της αποζημίωσης και της χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης και ψυχικής οδύνης. 
13. Επομένως, στα εργατικά ατυχήματα που τελούνται στην Ελλάδα βάσει συμβάσεων εργασίας που εκτελούνται στην Ελλάδα (είτε ως εφαρμοστέο κριθεί το δίκαιο του τόπου τέλεσης του αδικήματος είτε το δίκαιο της σύμβασης εργασίας και τελικά το δίκαιο του τόπου παροχής της εργασίας) το ποιοι έχουν δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησης της ψυχικής οδύνης λόγω θανάτου ρυθμίζεται από το άρθρο 932 ΑΚ, που απονέμει τέτοιο δικαίωμα στα μέλη της «οικογένειας» του θανόντος. 
14. Η έννοια όμως της οικογένειας του θανόντος συνιστά πρόκριμα στην εφαρμοστέα lex causae, δηλαδή στον συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο οδηγούν οι κανόνες σύγκρουσης του forum. Η έννοια αυτή, άρα και ο προσδιορισμός των προσώπων που ανήκουν στην «οικογένεια» του θανόντος, αποτελεί νομική έννοια και όχι καθαρά πραγματικό γεγονός (βλ. Πατεράκη, Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, β εκδ, 2001, σελ. 297, Γεωργιάδη σε ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου άρθρο 932, αρ. 14-17, Σταθόπουλο, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, 2004, σελ. 837, Κρητικό οπ, παρ.953 επ, σελ 333 επ, βλ. και Ολ ΑΠ 762/1992, ΠοινΧρ ΜΒ, 665, Ολ. ΑΠ 21/2000, ΑΠ 319/2006, ΑΠ 731/2005, δημοσιευμένη στη ΝΟΜΟΣ με αρ. 375008, όπου κρίθηκε: «Στη διάταξη αυτή δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου «οικογένεια του θύματος», προφανώς γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος, ως εκ της φύσεώς του, υφίσταται αναγκαίως τις επιδράσεις εκ των κοινωνικών διαφοροποιήσεων κατά τη διαδρομή του χρόνου. Κατά την αληθή, όμως, έννοια της εν λόγω διατάξεως, που απορρέει από το σκοπό της θεσπίσεώς της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, που δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλειά του και, προς ανακούφιση του ηθικού πόνου αυτών, στοχεύει η διάταξη αυτή...»). Συνεπώς, η εξειδίκευσή της αόριστης κατά τα παραπάνω νομικής έννοιας θα γίνει, με βάση τη θεωρία της lex fori, σύμφωνα με το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο του forum, ενώ, με βάση τη θεωρία της lex causae, σύμφωνα με το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο του κράτους του εφαρμοστέου δικαίου στην κύρια σχέση. 
15. Στη συγκεκριμένη περίπτωση τόπος τέλεσης του αδικήματος, ως τόπος όπου συνέβη το εργατικό ατύχημα που οδήγησε στο θάνατο του Αλβανού υπηκόου ή τόπος εκτέλεσης της σύμβασης εργασίας, ήταν η Ελλάδα (ως τόπος τέλεσης του αδικήματος θα μπορούσε να θεωρηθεί ενδεχομένως και η Αλβανία, ως τόπος όπου έγινε αισθητή η ζημία από κάποιους ενάγοντες που διέμεναν εκεί). Εφόσον τα μέρη έχουν επιχειρηματολογήσει με βάση το ελληνικό δίκαιο, οπωσδήποτε εφαρμοστέο στην κύρια σχέση ουσιαστικό δίκαιο είναι το ελληνικό. 
16. Συνεπώς, το εάν υφίσταται αξίωση χρηματικής ικανοποίησης της ψυχικής οδύνης των οικείων του θύματος κρίνεται με βάση το ελληνικό δίκαιο. Κατά την ΑΚ 932 εδ γ τέτοια αξίωση έχουν α) τα μέλη της «οικογένειας» του θανόντος, β) εφόσον αποδειχθεί ότι αποτελούν μέλη της οικογένειάς του και γ) επιπλέον εφόσον πράγματι αισθάνθηκαν οξύ ψυχικό πόνο λόγω του θανάτου, εξαιτίας του δεσμού που είχαν με τον θανόντα (βλ. Γεωργιάδη σε ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρο 932, αρ 9 επ, Κρητικό οπ, παρ 936, σελ 327, ιδίως βλ. ΑΠ 731/2005 οπ, όπου χαρακτηριστικά κρίθηκε «...η επιδίκαση της από το άρθρο 932 εδ. 3 ΑΚ προβλεπόμενης χρηματικής ικανοποίησης στα δικαιούμενα πρόσωπα, τελεί υπό την αυτονόητη προυπόθεση, που συνιστά πραγματικό ζήτημα, της ύπαρξης, κατ εκτίμηση του δικαστή της ουσίας, μεταξύ αυτών και του θανατωθέντος, όταν ο τελευταίος ζούσε, αισθημάτων αγάπης και στοργής, η διαπίστωση της ανυπαρξίας των οποίων μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό, είτε όλων των προσώπων αυτών, είτε κάποιων ή κάποιου από αυτούς, από την επιδίκαση της εν λόγω χρηματικής ικανοποίησης...»). Για τα δύο τελευταία ζητήματα, ως κυρίως πραγματικά, δεν μπορούμε να εκφέρουμε γνώμη.
17. Όπως προαναφέρθηκε όμως η έννοια της οικογένειας του θανόντος, που συναντάται στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου του κράτους της lex causae (εδώ του ελληνικού ουσιαστικού δικαίου) και από τον προσδιορισμό της οποίας εξαρτάται το ποιοι από τους ενάγοντες έχουν δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησης ψυχικής οδύνης (εφόσον εννοείται συντρέχουν και οι παραπάνω επισημανθείσες κυρίως πραγματικές προϋποθέσεις της ΑΚ 932 εδ. γ), είναι νομική έννοια. Ως τέτοια η «οικογένεια» του θανόντος (για την εφαρμογή των διατάξεων περί ψυχικής οδύνης σε περίπτωση θανάτου) αποτελεί πρόκριμα του κανόνα της lex causae, που πρέπει να προσδιορισθεί από το δίκαιο.
18. Σύμφωνα με την ανάλυση που προηγήθηκε, κατά τη θεωρία της lex fori σχετικά με τα προκρίματα στην εφαρμοστέα lex causae (παραπάνω αρ 10) το ποιοι αποτελούν μέλη της οικογένειας του θανόντος και δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση ψυχικής οδύνης θα καθορισθεί με βάση το δίκαιο, που υποδεικνύει το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο του forum, στη συγκεκριμένη περίπτωση το ελληνικό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο. Άρα, κρίσιμοι είναι οι κανόνες των ΑΚ 13-14, 17-23 (βλ. Βρέλλη οπ, σελ 275 επ), που υποδεικνύουν κατά κανόνα ως εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο για τον προσδιορισμό των μελών της οικογένειας του θανόντος το δίκαιο της ιθαγένειας του θανόντος, που στη συγκεκριμένη περίπτωση τυχαίνει να είναι και δίκαιο της κοινής ιθαγένειας όλων (θανόντος και αιτούντων χρηματική ικανοποίηση), συνεπώς το αλβανικό ουσιαστικό δίκαιο. 
19. Κατά τη θεωρία της lex causae σχετικά με τα προκρίματα στην εφαρμοστέα lex causae (παραπάνω αρ. 10) το ποιοι αποτελούν μέλη της οικογένειας του θανόντος θα καθορισθεί με βάση το ουσιαστικό δίκαιο που υποδεικνύει το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο της lex causae, δηλαδή στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, με βάση το ουσιαστικό δίκαιο που υποδεικνύει πάλι το ελληνικό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο (αφού εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο στην κύρια σχέση της ενδεχόμενης οφειλής χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη είναι το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο). Άρα, τελικά το παραπάνω υπό αρ. 18 συμπέρασμα δεν ανατρέπεται.
20. Το αλβανικό ουσιαστικό δίκαιο τελικά ως δίκαιο της ιθαγένειας του θανόντος (αλλά και όλων των αιτούντων χρηματική ικανοποίηση ψυχικής οδύνης) θα καθορίσει ποιοι αποτελούν μέλη της «οικογένειας» του θανόντος και δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη λόγω του θανάτου του κατά την ΑΚ 932 (σύμφωνα και με την παραπάνω ορθή κρίση της ΑΠ 3/2007: «για την κρίση του θέματος εάν είναι ή όχι κάποιος μέλος της ίδιας οικογένειας με τον θανατωθέντα, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, καθίσταται αναγκαία η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13, 14, 17, 22 και 23 ΑΚ (ανάλογα δηλαδή εάν πρόκειται για σύζυγο ή τέκνα»), εφόσον εννοείται ο δεσμός συγγένειάς τους αποδεικνύεται, όπως και ο ψυχικός & πραγματικός δεσμός τους με τον θανόντα, ο οποίος δικαιολογεί τον οξύ ψυχικό πόνο που αισθάνθηκαν λόγω του θανάτου του και στηρίζει την αξίωσή τους για χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης αυτής, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω υπό αρ. 16.
21. Η ορθότητα του παραπάνω συμπεράσματος ενισχύεται και από την ΕφΑθ 322/2005 (ΕλλΔνη 2006, 576, πρβλ. ΕφΑθ 4067/2002, ΕλλΔνη 2003, 219, ΕφΑθ 6824/2000, ΕλλΔνη 2001, 479, ΕφΠειρ 120/2004, ΕλλΔνη 2004, 877, ΜονΠρωτΛαρ 80/2000, ΕφΡόδου 190/2003), η οποία (ΕφΑθ 322/2005) σε όμοια υπόθεση θανάτωσης Αλβανού υπηκόου σε (αυτοκινητικό όμως) ατύχημα που συνέβη στην Ελλάδα, δέχθηκε τα εξής (έμφαση δική μας): 
«Κατά τη διάταξη του άρθρου 26 ΑΚ, & οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της πολιτείας όπου διαπράχθηκε το αδίκημα.Επομένως, αν πρόκειται για αυτοκινητικό ατύχημα που συνέβη στην Ελλάδα, συνεπεία του οποίου θανατώθηκε αλλοδαπός, τότε η έννομη σχέση διέπεται από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, βάσει του οποίου θα κριθούν, μεταξύ άλλων: ο κύκλος των προστατευομένων εννόμων αγαθών,το είδος της ευθύνης (υποκειμενική & αντικειμενική), οι συνέπειες του αδικήματος, η έκταση της αποζημιώσεως για την περιουσιακή ζημία (άρθρα 297, 298 ΑΚ), το πρόσωπο του δικαιούχου αυτής, το αν στη συγκεκριμένη περίπτωση θεμελιώνεται και με ποιες προϋποθέσεις απαίτηση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης (αρθ. 932 εδ. α ΑΚ), ποιοι είναι οι δικαιούχοι αυτής, Όμως, η διάταξη του άρθρου 26 ΑΚ, δεν λύνει όλα τα θέματα, ιδίως όταν υπάρχουν προκριματικές έννομες σχέσεις, όπως στην περίπτωση που πρόκειται να κριθεί ποια πρόσωπα ανήκουν στην οικογένεια αυτού, ώστε να δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, οπότε θα εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρου 18 ΑΚ (ΟλΑΠ 14/1997 ΕλΔ 38.1036),Εν προκειμένω, από το ένδικο τροχαίο ατύχημα που συνέβη στην Ελλάδα, το θανατωθέν πρόσωπο, & ήταν αλβανικής ιθαγένειας και υπηκοότητας. Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω, στην κρινόμενη περίπτωση εφαρμοστέο είναι το Ελληνικό Δίκαιο, όσον αφορά στις προϋποθέσεις και στην έκταση της αποζημιώσεως λόγω θανατώσεως προσώπου, ενώ αναφορικά με τους δικαιούχους της αποζημιώσεως και της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης εφαρμοστέο δίκαιο είναι το Αλβανικό, ως εκ της αλβανικής ιθαγένειας και υπηκοότητας του θανόντος προσώπου».
22. Για τους λόγους αυτούς και η όμοια κρίση της ΕφΑθ 1888/2007 στη συγκεκριμένη διαφορά, που αφορά τα τεθέντα ερωτήματα και αναφέρθηκε παραπάνω υπό αρ. 2γ, είναι ορθή και έχει προφανώς την έννοια που ανωτέρω εξηγήθηκε.
23. Συμπέρασμα. Το εάν υφίσταται δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης στη συγκεκριμένη περίπτωση θα κριθεί με βάση το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο (ΑΚ 932 εδ γ) ως δίκαιο του τόπου, όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός (αλλά και ως δίκαιο που διήπε τη συγκεκριμένη σύμβαση εργασίας). Τέτοιο δικαίωμα έχουν τα μέλη της «οικογένειας» του θανόντος κατά την ΑΚ 932 εδ γ. Το ποιοι εντάσσονται στα μέλη της οικογένειας του θανόντος συνιστά νομική έννοια, αποτελεί πρόκριμα του ουσιαστικού κανόνα δικαίου του κράτους του εφαρμοστέου δικαίου, από τη λύση του οποίου εξαρτάται η ρύθμιση της κύριας έννομης σχέσης (αν και ποιοι δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη) και θα καθορισθεί είτε με τη θεωρία της lex fori είτε με τη θεωρία της lex causae κατά το αλβανικό ουσιαστικό δίκαιο, το οποίο υποδεικνύεται ως εφαρμοστέο από το ελληνικό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο (το οποίο αλβανικό ουσιαστικό δίκαιο είναι το δίκαιο της κοινής ιθαγένειας όλων των εμπλεκομένων), σχετικά με την έννοια της «οικογένειας», της οποίας τα μέλη δικαιούνται αποζημίωση για περιουσιακή ζημία και χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη λόγω του θανάτου προσώπου μέλους της «οικογένειας». 

2. Στο δεύτερο ερώτημα: Μέσω της διαδικασίας της προσαρμογής στην οικογένεια του θανόντος κατά το αλβανικό δίκαιο, τα μέλη της οποίας δικαιούνται κατά τις προϋποθέσεις του ελληνικού δικαίου χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης τους (την οποία δεν προβλέπει το αλβανικό δίκαιο), οπωσδήποτε ανήκουν η σύζυγος και το ανήλικο τέκνο του και οπωσδήποτε δεν ανήκουν τα αδέλφια, ο πεθερός και η πεθερά του, ενώ η μητέρα του θανόντος μάλλον πρέπει να θεωρηθεί μέλος της οικογένειάς του

24. Για την απάντηση στο ερώτημα αυτό αναγκαίες είναι επίσης ορισμένες προκαταρκτικές παρατηρήσεις από τη σκοπιά της γενικής θεωρίας του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Ενώ σκοπός του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου είναι η δικαιότερη ρύθμιση σχέσεων με στοιχεία αλλοδαπότητας από ό,τι αν αυτές ρυθμίζονταν με βάση το ουσιαστικό δίκαιο του forum που εφαρμόζεται σε σχέσεις χωρίς στοιχεία αλλοδαπότητας, παρατηρείται κάποιες φορές η χρησιμοποίηση των κανόνων σύγκρουσης να οδηγεί σε πιο άδικα και μη παραδεκτά (τουλάχιστον στο σύνολό τους) αποτελέσματα ή στη δημιουργία καταστάσεων που φαίνονται αδιέξοδες ή των οποίων η αντιμετώπιση δεν είναι ευχερής (βλ. Βρέλλη οπ, σελ. 117, όπου ως παράδειγμα αναφέρεται η ρύθμιση της επιμέλειας του προσώπου εξώγαμου τέκνου που αναγνωρίστηκε, όταν το δίκαιο που διέπει τη σχέση του με τον εξώγαμο γεννήτορα, πχ. το δίκαιο της ιθαγένειας του πατέρα κατά την ΑΚ 20 αρ. 3, παρέχει μετά την αναγνώριση του τέκνου την επιμέλεια στον πατέρα, ενώ το δίκαιο που διέπει τις σχέσεις αυτού του τέκνου με τη μητέρα του, πχ το δίκαιο της ιθαγένειας της μητέρας κατά την ΑΚ 19 αρ. 3, εξακολουθεί και μετά την αναγνώριση να παρέχει την επιμέλεια στη μητέρα ή δεν θεωρεί έγκυρη την αναγνώριση & Ο Κρίσπης οπ, σελ. 347 & 349, ομιλεί για πραγματική αδυναμία εφαρμογής αλλοδαπής διάταξης, την οποία αντιδιαστέλλει προς τη νομική, με την τελευταία να αναφέρεται στην επιφύλαξη της δημόσιας τάξης).
25. Προκειμένου να αντιμετωπισθούν τέτοιες αδιέξοδες καταστάσεις, που προκαλούνται λόγω της μη αρμονικής διάρθρωσης κανόνων, οι οποίοι ανήκουν σε διαφορετικές έννομες τάξεις, ο δικαστής του forum καλείται να «προσαρμόσει» τους εφαρμοστέους κανόνες δικαίου, αλλοιώνοντας επιτρεπτά το περιεχόμενό τους στη συγκεκριμένη περίπτωση («προσαρμογή», βλ. Βρέλλη οπ, σελ. 118-119). Η προσαρμογή θα γίνει με την κατάλληλη ερμηνεία του αλλοδαπού δικαίου (σύμφωνα με τις δικές του αρχές ερμηνείας και το πνεύμα του, αλλά και τις γενικά παραδεκτές αρχές ερμηνείας του δικαίου, βλ. Μαριδάκη οπ, σελ. 326 & 327, Βρέλλη οπ, σελ. 112-113, Ψωμά οπ, ΕλλΔνη 2001, σελ. 627-628, Ευρυγένη, Η Εφαρμογή του Αλλοδαπού Δικαίου, 1956, §73, σελ. 195-197, Κρίσπη οπ, σελ. 346 & 347, ΑΠ 1375/1994, ΕλλΔνη 1996, 623-624) ή ενδεχομένως και με την υποκατάσταση της lex fori στη θέση ξένης ρύθμισης (ως τελευταίας επιλογής για λόγους σεβασμού του αλλοδαπού δικαίου, που κρίνεται εφαρμοστέο βάσει των κανόνων σύγκρουσης του forum, και επίτευξης κατά το δυνατόν διεθνούς αρμονίας των λύσεων, βλ Γραμματικάκη-Αλεξίου/Παππασιώπη-Πασιά/Βασιλακάκη οπ, σελ 4, Ευρυγένη, Η εφαρμογή αλλοδαπού δικαίου, 1956, σελ. 1 επ, πρβλ Μαριδάκη οπ, σελ. 346 & 347), εφόσον η ξένη ρύθμιση δεν μπορεί να εφαρμοσθεί (βλ. Βρέλλη οπ, σελ. 119, πρβλ Γραμματικάκη-Αλεξίου/Παππασιώπη-Πασιά/Βασιλακάκη οπ, σελ 11 για τα κενά του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου και την πλήρωσή τους με αναλογία νόμου ή δικαίου). Στην κατεύθυνση αυτή μπορεί να αξιοποιηθεί και η έννοια και λειτουργία της δημόσιας τάξης κατά την ΑΚ 33 (βλ. Βρέλλη οπ, σελ. 119, Γραμματικάκη-Αλεξίου/Παππασιώπη-Πασιά/Βασιλακάκη οπ, σελ 78 επ). Σημειώνουμε όμως πως η υποκατάσταση της lex fori στη θέση της ξένης ρύθμισης, ενδεχομένως μέσω της αξιοποίησης της ΑΚ 33, θα είναι δυνατή, μόνο εάν και στην έκταση που η ξένη ρύθμιση, αφού διαπιστωθεί το περιεχόμενό της, κριθεί αντίθετη στην ελληνική διεθνή δημόσια τάξη (βλ. ιδίως ΕφΘρ 21/1988, Αρμ. 1988, 600, ΠολΠρωτ Βόλου 10/1999, δημοσιευμένη στη Νόμος με αρ. 273162) 
26. Κατά τον Κρίσπη μάλιστα (οπ, σελ. 349) σε τέτοιες αδιέξοδες καταρχάς καταστάσεις ο δικαστής του forum οφείλει να ρυθμίζει τη σχέση με δίκαιη κρίση (ex aequo et bono), τηρώντας κατά το δυνατόν το πνεύμα της lex causae. Παρόμοια κατά τον Μαριδάκη {οπ, σελ. 330 & 331, με παραπομπές σε παραδείγματα ιδίως στην κλασική μελέτη του Rabel σε RabelsZ 5 (1931), σελ. 286, έμφαση δική μας}:
«Το κατά τους κανόνας ιδ. δ. δ. εφαρμοστέον αλλοδαπόν δίκαιον ενδέχεται να τάσση προϋποθέσεις εφαρμογής μη δυναμένας να υπάρξουν έξω της αλλοδαπής Πολιτείας. Ο δικαστής, παρά ταύτα, δεν θα εγκαταλείψη τήν σχέσιν αρρύθμιστον, αλλά θα την ρυθμίση κατά τό καθολικόν πνεύμα υπό τό οποίον η αλλοδαπή Πολιτεία ρυθμίζει το σχετικόν θεσμόν». 
27. Στη συγκεκριμένη περίπτωση φαίνεται να τίθεται τέτοια ανάγκη «προσαρμογής». Διότι, ενώ σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν το εάν οφείλεται χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης των μελών της «οικογένειας» του θανόντος κρίνεται με βάση το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο και τέτοια χρηματική ικανοποίηση οφείλεται κατά την ΑΚ 932 εδ γ, το ποιοι αποτελούν μέλη της οικογένειας του θανόντος (ώστε να δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη) διέπεται από το αλβανικό ουσιαστικό δίκαιο, όπως ορθά έκρινε και η ΕφΑθ 1888/2007 (παραπάνω υπό αρ. 2γ). Το τελευταίο όμως δεν αναγνωρίζει δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησης της ψυχικής οδύνης στα μέλη της οικογένειας του θανόντος και συνεπώς δεν ορίζει ποιοι την αποτελούν για τις ανάγκες εφαρμογής των διατάξεων περί χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη.
28. Ταυτόχρονα, το αλβανικό δίκαιο δεν απαγορεύει τη χορήγηση χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη (απλά δεν την προβλέπει) ούτε είναι αδύνατο κατά αυτό να προσδιορισθεί η έννοια της «οικογένειας» του θανόντος για τις ανάγκες του δικαίου της αποζημίωσης λόγω θανάτου προσώπου, όπως θα καταστεί σαφές από την ανάλυση που ακολουθεί. Συνεπώς, η σχετική ρύθμιση του αλβανικού δικαίου δεν μπορεί ολικά να παραμερισθεί {όπως θα μπορούσε να συμβεί, εάν το αλβανικό δίκαιο απαγόρευε πλήρως το δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη και κρινόταν πως η ρύθμιση αυτή, τουλάχιστον για τον στενό πυρήνα της οικογένειας του θανόντος, είναι αντίθετη στην ελληνική διεθνή δημόσια τάξη κατά την ΑΚ 33 (βλ. Μαριδάκη οπ, σελ. 346 & 347 και ιδίως παρακάτω υπό αρ. 39-40), ή εάν κατά το αλβανικό δίκαιο ήταν αδύνατο να προσδιορισθεί η έννοια της «οικογένειας» του θανόντος για τις ανάγκες εφαρμογής της συγκεκριμένης ρύθμισης & Βλ. ιδίως ad hoc την ΕφΘρ 21/1988, Αρμ. 1988, 600, κατά την οποία σε θανατηφόρο αυτοκινητικό ατύχημα στην Ελλάδα με θύμα Ρουμανικής υπηκοότητας εφαρμοστέο ήταν το ρουμανικό ουσιαστικό δίκαιο για την εξεύρεση των δικαιούχων χρηματικής ικανοποίησης & το ρουμανικό Σύνταγμα όμως απαγόρευε την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για μη περιουσιακή ζημία & μάλιστα το Ανώτατο Ρουμανικό δικαστήριο είχε κηρύξει αντισυνταγματικές διατάξεις κοινών νόμων που χορηγούσαν δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησης, ως αντίθετες στις αρχές τις σοσιαλιστικής νομοθεσίας & για αυτό και το ελληνικό δικαστήριο έκρινε τη σχετική αλλοδαπή ρύθμιση αντίθετη στην ελληνική διεθνή δημόσια τάξη & πρβλ και ΠολΠρωτ Βόλου 10/1999, δημοσιευμένη στη Νόμος με αρ. 273162}. 
29. Συνεπώς, οι σχετικές ρυθμίσεις του αλβανικού ουσιαστικού δικαίου για το ποιοι αποτελούν μέλη της οικογένειας του θανόντος σε θέματα λήψης αποζημίωσης περιουσιακής ζημίας λόγω του θανάτου συγγενούς προσώπου θα πρέπει να ληφθούν κατά το δυνατόν υπόψη και να καταβληθεί προσπάθεια ερμηνείας τους με τις αρχές ερμηνείας και το πνεύμα του αλβανικού δικαίου, αλλά και τις γενικές αρχές ερμηνείας του δικαίου, που προφανώς υιοθετούνται από όλα τα δίκαια (όπως π.χ. η γραμματική ερμηνεία ή η αναλογία ως μέθοδος πλήρωσης κενών του δικαίου, βλ. Δωρή, Εισαγωγή στο Αστικό Δίκαιο, Α τεύχος, 1991, σελ. 164 επ, 181 επ, Σούρλα, Μια εισαγωγή στην επιστήμη του δικαίου, 1995, σελ. 144 επ, 191 επ, Γεωργιάδη, Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου, β& εκδ, 1997, σελ 50 επ, 56 επ). O σκοπός αυτής της εργασίας θα είναι να προσδιορισθεί ποιοι κατά το ουσιαστικό αλβανικό δίκαιο (κατά το πνεύμα του τουλάχιστον) θα μπορούσαν να δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης. Το ερμηνευτικό πόρισμα δε, στο οποίο με την παραπάνω διαδικασία θα καταλήξουμε, μπορεί να ελεγχθεί στη διαδικασία της προσαρμογής κατά τα παραπάνω από τη σκοπιά της ελληνικής έννομης τάξης (πρβλ ΑΚ 33), έτσι ώστε να προσαρμοσθεί και να επιτευχθεί δίκαιη-επιεικής λύση της διαφοράς.
30. Ενόψει των παραπάνω παρατηρήσεων, για να προσδιορισθούν τα μέλη της «οικογένειας» του θανόντος κατά το αλβανικό δίκαιο, τα οποία δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης τους λόγω του θανάτου του οικείου τους κατά το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο (ΑΚ 932), πλέον δόκιμο φαίνεται να στηριχθεί κανείς στις αντίστοιχες διατάξεις του αλβανικού δικαίου για τους δικαιούχους αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου (αφού το αλβανικό ουσιαστικό δίκαιο δεν προβλέπει κατά τα προαναφερθέντα χρηματική ικανοποίηση ψυχικής οδύνης), δηλαδή στο παραπάνω υπό αρ. 2 στ άρθρο 643 του αλβανικού αστικού κώδικα. Διότι αυτές είναι οι διατάξεις που ρυθμίζουν ζήτημα που ομοιάζει περισσότερο με το ερευνώμενο στην παρούσα
31. Δεν φαίνεται μάλιστα να αρκεί για την άντληση ασφαλών συμπερασμάτων η έρευνα του γενικού αλβανικού δικαίου της συγγένειας, αφού αυτό προφανώς προσδιορίζει τους δεσμούς συγγένειας και τον τρόπο ίδρυσής τους, όχι όμως την έννοια της οικογένειας, που τα μέλη της δικαιούνται αποζημίωση για περιουσιακή ζημιά ή χρηματική ικανοποίηση σε περίπτωση θανάτου οικείου. Τούτο αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι και στο πλαίσιο του ελληνικού ουσιαστικού δικαίου της χρηματικής ικανοποίησης της ψυχικής οδύνης, κατά την ΑΚ 932 (συγκριτικού δικαίου επιχείρημα, για την αξία του οποίου στη φάση εφαρμογής του αλλοδαπού δικαίου, όταν το επιτάσσουν οι κανόνες σύγκρουσης του forum, βλ Γραμματικάκη-Αλεξίου/Παππασιώπη-Πασιά/Βασιλακάκη οπ, σελ 15), τα μέλη της «οικογένειας» του θανόντος, που δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση, δεν προσδιορίζονται με αναφορά απλώς στις διατάξεις του οικογενειακού δικαίου του Αστικού Κώδικα για τη συγγένεια, αλλά κυρίως με αναφορά στη διάταξη της ΑΚ 57 παρ. 1 εδ. β (βλ. Πατεράκη οπ, σελ. 292 επ, ιδίως σελ. 298 με αναλυτικές παραπομπές στις διάφορες θεωρητικές γνώμες, ιδίως Ζέπο, ΑΙΔ 1943, σελ. 314 επ, 357 επ, Λιτζερόπουλο, Θέμις ΝΑ, σελ. 659, Σούρλα σε ΕρμΑΚ, άρθρο 59, αρ. 17, Βαβούσκο, ΕΕΝ 22, σελ. 1278), κατά την οποία στην οικογένεια του θανόντος ανήκουν κατά κανόνα ο σύζυγος, οι κατιόντες, οι ανιόντες, τα αδέλφια και οι κληρονόμοι από διαθήκη (βλ αντί πολλών Καρακατσάνη σε ΑΚ Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, άρθρο 57, άρ.32).
32. Το συμπέρασμα στο οποίο θα καταλήξουμε από την παραπάνω απόπειρα ερμηνείας της διάταξης του άρθρου 643 παρ. 1 του αλβανικού ΑΚ για το ποιοι αποτελούν μέλη της οικογένειας του θανόντος σχετικά με τη λήψη αποζημίωσης για την περιουσιακή ζημία που υπέστησαν λόγω του θανάτου του μπορεί να εφαρμοσθεί αναλογικά (η αναλογία αποτελεί γενικά παραδεκτή μέθοδο πλήρωσης κενών του δικαίου, βλ παραπάνω υπό αρ 28, υποθέτουμε λοιπόν ότι υιοθετείται και από το αλβανικό δίκαιο) και στο ερευνώμενο στην παρούσα ζήτημα της χρηματικής ικανοποίησης της ψυχικής οδύνης, το οποίο δεν ρυθμίζεται από το αλβανικό δίκαιο.
33. Σύμφωνα με την 643 παρ. 1 του αλβανικού ΑΚ, σε περίπτωση θανάτου προσώπου, αποζημίωση οφείλεται χωρίς άλλες προϋποθέσεις (εκτός από τη γενική προϋπόθεση ο θανών να βαρυνόταν με τα έξοδα διατροφής των προσώπων αυτών) (α) στα ανήλικα τέκνα του θανόντος και (β) στη σύζυγό του, ενώ με προϋποθέσεις (να είναι ανίκανοι προς εργασία) οφείλεται και (γ) στους γονείς του θανόντος. Για άλλα πρόσωπα, εκτός των προαναφερθέντων, η παραπάνω διάταξη του αλβανικού ΑΚ ορίζει πως μπορεί να οφείλεται αποζημίωση «των προσώπων που συμβιώνουν με την οικογένεια του θανόντος και που έχουν έναντι αυτού δικαίωμα διατροφής». Δηλαδή το αλβανικό δίκαιο φαίνεται να διακρίνει δυο κατηγορίες δικαιούχων: (α) Μέλη της οικογένειας, στα οποία ανήκουν τα ανήλικα τέκνα, η σύζυγος και με προϋποθέσεις οι γονείς του θανόντος, (β) άλλα πρόσωπα, στα οποία πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά προϋποθέσεις υποχρέωσης διατροφής και συμβίωσης. 
34. Από τη γραμματική διατύπωση της παραπάνω διάταξης (η γραμματική ερμηνεία του νόμου αποτελεί γενικά παραδεκτή μέθοδο ερμηνείας του με αναφορά σε κάθε δίκαιο, αλλά και γενικότερα σε κάθε κείμενο, βλ παραπάνω υπό αρ 29) συνάγεται πως στην «οικογένεια» του θανόντος ανήκουν τα ανήλικα τέκνα του και η σύζυγός του, υπό προϋποθέσεις δε οι γονείς του (να είναι ανίκανοι για εργασία), ενώ οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο αντιδιαστέλλεται προς την «οικογένεια» του θανόντος («καθώς και των προσώπων που συμβιώνουν με την οικογένεια του θανόντος και που έχουν έναντι αυτού δικαίωμα διατροφής»). 
35. Άρα, με τη χρήση του ερμηνευτικού επιχειρήματος εξ αντιδιαστολής (λογικό επιχείρημα, που αξιοποιείται σε κάθε προσπάθεια ερμηνείας κειμένου, βλ. Γεωργιάδη, Γενικές Αρχές οπ, σελ. 54-55), στην «οικογένεια» του θανόντος κατά το αλβανικό δίκαιο για τους σκοπούς του ποιοι μπορούν να λάβουν αποζημίωση περιουσιακής ζημίας τους (έξοδα διατροφής και διαβίωσης) λόγω του θανάτου του οικείου τους δεν ανήκουν τρίτα πρόσωπα, πλην των ανηλίκων τέκνων, της συζύγου και των γονέων του θανόντος (εφόσον, τουλάχιστον για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας, οι γονείς είναι ανίκανοι προς εργασία και διατρέφονταν από τον θανόντα). Τρίτα πρόσωπα, εκτός των παραπάνω μελών της οικογένειας του θανόντος, δικαιούνται αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία που υπέστησαν λόγω του θανάτου του προσώπου (έξοδα διατροφής και διαβίωσης) υπό πρόσθετες προϋποθέσεις, εφόσον δηλαδή συμβιώνουν με την οικογένεια του θανόντος και είχαν έναντι του θανόντος δικαίωμα διατροφής.
36. Αφού λοιπόν κατά την παραπάνω σαφή ρύθμιση του αλβανικού δικαίου οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο, εκτός της συζύγου, των ανήλικων τέκνων και των ανίκανων για εργασία γονέων δεν θεωρείται πως ανήκει στην οικογένεια του θανόντος, ανεξάρτητα από το αν τελικά μπορεί να δικαιούται αποζημίωση της περιουσιακής ζημίας που υπέστη λόγω του θανάτου του προσώπου (αν συμβίωνε με την οικογένεια του θανόντος και είχε δικαίωμα διατροφής έναντι αυτού), οποιοδήποτε τέτοιο τρίτο πρόσωπο δεν μπορεί να έχει αξίωση χρηματικής ικανοποίησης ψυχικής οδύνης λόγω του θανάτου κατά το πνεύμα τουλάχιστον του εφαρμοστέου αλβανικού ουσιαστικού δικαίου, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω ιδίως υπό αρ. 33-35. Διότι αυτή χορηγείται μεν δυνάμει του ελληνικού ουσιαστικού δικαίου της ψυχικής οδύνης, μόνο όμως στα μέλη της οικογένειας του θανόντος κατά το αλβανικό ουσιαστικό δίκαιο. 
37. Συνεπώς, τα αδέλφια του θανόντος, όπως και ο πεθερός και η πεθερά αυτού, δεν δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη λόγω του θανάτου του προσώπου, γιατί δεν αποτελούν μέλη της «οικογένειάς» του κατά το αλβανικό δίκαιο (το γράμμα και το πνεύμα του). 
38. Όσον αφορά τη μητέρα του θανόντος στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και η παραπάνω ρύθμιση του αλβανικού δικαίου της χορηγεί δικαίωμα αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία λόγω του θανάτου του γιου της (έξοδα διατροφής και διαβίωσης που βάρυναν τον θανόντα) μόνο αν η ίδια είναι ανίκανη προς εργασία και ο θανών βαρυνόταν με τη διατροφή της, εν τούτοις η ρύθμιση αυτή φαίνεται να τη συμπεριλαμβάνει στην έννοια της «οικογένειας» του θανόντος, αντιδιαστέλλοντάς τη προς οποιοδήποτε άλλο τρίτο πρόσωπο (το οποίο δικαιούται αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, μόνο αν επιπλέον συμβίωνε με την οικογένεια του θανόντος, έχοντας έναντι αυτού δικαίωμα διατροφής). Επομένως, μάλλον ορθότερο είναι να γίνει δεκτό πως η μητέρα του θανόντος εντάσσεται κατά το αλβανικό δίκαιο στην οικογένειά του και συνεπώς δικαιούται χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης της λόγω του θανάτου του, εφόσον ασφαλώς η σχέση συγγένειας και ο ψυχικός δεσμός της με τον θανόντα αποδειχθεί, όπως απαιτεί η ΑΚ 932, κατά τα προαναφερθέντα (ιδίως υπό αρ. 16). 
39. Το παραπάνω συμπέρασμα δεν προσκρούει στη συγκεκριμένη περίπτωση στις θεμελιώδεις ηθικές, οικονομικές, πολιτικές, κοινωνικές αντιλήψεις της ελληνικής έννομης τάξης, δηλαδή στη διεθνή δημόσια τάξη κατά την ΑΚ 33 (βλ. ΑΠ 1206/1982, ΝοΒ 1983, 1169, ΑΠ 985, 1982, ΝοΒ 1983, 999, Βρέλλη οπ, σελ. 120, Κρίσπη, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, Γενικόν Μέρος, 1970, 360), ώστε η εφαρμογή του να πρέπει να αποκρουσθεί (βλ αντί πολλών Γραμματικάκη-Αλεξίου/Παππασιώπη-Πασιά/Βασιλακάκη οπ., σελ 87). Διότι, ακόμη και εάν η λήψη χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη λόγω θανάτου μέλους της οικογένειας προσώπου θεωρείτο πως απηχεί θεμελιώδη αρχή της ελληνικής έννομης τάξης σχετικά με την προστασία του στενού πυρήνα της οικογένειας, εντασσόμενη στη διεθνή δημόσια τάξη κατά την ΑΚ 33 (πράγμα όχι ανεπίδεκτο αντιρρήσεων, βλ. π.χ. το γενικότερα υποστηριζόμενο πως η συνταγματική προστασία της οικογένειας κατά την 21 παρ.1 Σ δεν επιβάλλει πχ το θεσμό της νόμιμης μοίρας, γιατί ανήκει στην αρμοδιότητα του κοινού νομοθέτη η επιλογή των τρόπων προστασίας της οικογένειας, βλ σχετικά Σταθόπουλο σε ΑΚ Γεωργιάδη- Σταθόπουλου, ΕισαγΠαρ 1825-1845, αρ 7, Κασιμάτη, ΤοΣ 1981, 41), ασφαλώς η αρχή αυτή δεν μπορεί να περιλαμβάνει οποιαδήποτε πρόσωπα έχουν δεσμούς συγγένειας με τον θανόντα, αλλά μόνο τον στενό πυρήνα της οικογένειας, που απαρτίζει η σύζυγος, τα τέκνα και οι γονείς ενός προσώπου {βλ. Πατεράκη οπ, σελ. 292 επ, με αναλυτικές παραπομπές στη θεωρία για την έννοια της στενής οικογένειας σε αντιδιαστολή με τις έννοιες της ευρείας και της ευρύτατης οικογένειας- Είναι ευρέως αποδεκτή η διάκριση στενής οικογένειας και συγγένειας, συμφώνα με την οποία η οικογένεια αποτελείται από άτομα που συνδέονται μεταξύ τους με δεσμούς αίματος, γάμου, αναγνώρισης ή υιοθεσίας και διαμένουν διαρκώς κάτω από την ίδια στέγη (οίκος) σε αντιδιαστολή με την ευρεία έννοια της οικογένειας που στηρίζεται γενικά στη συγγένεια}.
40. Αυτό αποδεικνύεται, σε συμφωνία με τη συνταγματική προστασία της οικογένειας (21 παρ 1 Σ), από το γεγονός ότι ο κοινός νομοθέτης αναγνωρίζει δικαίωμα νόμιμης μοίρας μόνο στη σύζυγο, τα τέκνα και τους γονείς του κληρονομούμενου (αν δεν υπάρχουν τέκνα) κατά τις ΑΚ 1825 επ (βλ Σταθόπουλο οπ, ΕισαγΠαρ 1825-1845, αρ 12) και όχι στα αδέλφια ή τον πεθερό ή την πεθερά του. Η δε αναγνώριση του δικαιώματος αυτού γίνεται για λόγους κυρίως προστασίας της οικογένειας {βλ αντί πολλών Σταθόπουλο οπ, ΕισαγΠαρ 1825-1845, αρ. 4 επ, ο οποίος ορθά παρατηρεί «Σκοπός του θεσμού της νόμιμης μοίρας είναι η προστασία των στενών συγγενών και του συζύγου των κληρονομουμένου και μέσω αυτής η προστασία του θεσμού της οικογένειας & ο δεσμός του αίματος, αλλά και η συναισθηματική επικοινωνία και σύνδεση που σφυρηλατείται με τη συμβίωση και την κοινή πορεία στην καθημερινή ζωή, που μπορεί να φθάνει έως την ένωση των τυχών των μελών της οικογένειας, δημιουργούν μεταξύ τους ηθικό καθήκον ψυχικής και υλικής συμπαράστασης (πρβλ και ΑΚ 1386, 1507). Κατά την κοινή αντίληψη τα πολύ κοντινά μας πρόσωπα (τέκνα, γονείς, σύζυγος) δικαιούνται ηθικά κατά κανόνα περισσότερο από τρίτους, ξένους κλπ, να έχουν συμμετοχή στη ζωή μας, άρα και στη μετά θάνατον περιουσία μας»}.
41. Για τους λόγους αυτούς η ρύθμιση του αλβανικού δικαίου, όπως ερμηνεύεται για τις ανάγκες της in concreto προσαρμογής δεν προσκρούει, κατά τη γνώμη μας, στην ελληνική διεθνή δημόσια τάξη, σύμφωνα με την προηγηθείσα ανάλυση. Γιατί από το αλβανικό δίκαιο (το γράμμα και το πνεύμα του) συνάγεται ρύθμιση της υπό κρίση έννομης σχέσης κατά τα παραπάνω, που δεν προσκρούει στη συγκεκριμένη περίπτωση στις θεμελιώδεις αντιλήψεις της ελληνικής έννομης τάξης, κατά την ΑΚ 33. 
42. Συμπέρασμα. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι κατά το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο (ελληνικό για τον προσδιορισμό εάν οφείλεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και αλβανικό για τον προσδιορισμό των μελών της «οικογένειας» του θανόντος, ως νομική έννοια που απαντά στην εφαρμοστέα lex causae, τα οποία μέλη δικαιούνται τέτοια χρηματική ικανοποίηση, μέσα από τη διαδικασία της προσαρμογής):
α) Οπωσδήποτε τέτοιο δικαίωμα έχουν το ανήλικο τέκνο και η σύζυγος του θανόντος Αλβανού υπηκόου που σκοτώθηκε σε εργατικό ατύχημα στην Ελλάδα βάσει σύμβασης εργασίας, κατά την οποία η εργασία παρεχόταν στην Ελλάδα (εφόσον βέβαια συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις της ΑΚ 932 που προαναφέρθηκαν, δηλαδή η απόδειξη της σχέσης συγγένειας και του δεσμού των μελών της οικογένειας με τον θανόντα, που δικαιολογεί την ψυχική οδύνη τους και τη λήψη χρηματικής ικανοποίησης).
β) Οπωσδήποτε τέτοιο δικαίωμα δεν έχουν τα αδέλφια, ο πεθερός και η πεθερά του θανόντος. 
γ) Η μητέρα του θανόντος κατά τη μάλλον ορθότερη γνώμη (και πιο σύμφωνη με τις αντιλήψεις της ελληνικής έννομης τάξης) εντάσσεται στα μέλη της οικογένειας του θανόντος και έχει καταρχήν δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησης της ψυχικής οδύνης της. 

3. Στο τρίτο ερώτημα: Η συμβίωση με τον θανόντα ασκεί ουσιώδη επιρροή στην κρίση της οφειλής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, σύμφωνα με το εφαρμοστέο αλβανικό ουσιαστικό δίκαιο, σχετικά με πρόσωπα που δεν αποτελούν μέλη της στενής τουλάχιστον οικογένειας του θανόντος

43. Με βάση την ανάλυση που προηγήθηκε το ζήτημα αν η συμβίωση ενός προσώπου με τον θανόντα συνιστά κρίσιμο στοιχείο, ώστε το πρόσωπο αυτό να αποτελεί μέλος της οικογένειας του θανόντος και να δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης ψυχικής οδύνης, κρίνεται από το αλβανικό ουσιαστικό δίκαιο. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν μέλη της οικογένειας του θανόντος (βάσει του άρθρου 643 του ΑλβΑΚ) είναι η σύζυγός του, τα ανήλικα τέκνα του και οι ανίκανοι προς εργασία γονείς του, χωρίς να απαιτείται επιπροσθέτως να συμβίωναν με τον θανόντα, όπως προκύπτει από το γράμμα της παραπάνω διάταξης του ΑλβΑΚ. Άλλα πρόσωπα δε (αδέλφια, πεθερός, πεθερά), ανεξάρτητα από το αν συμβίωναν με τον θανόντα, δεν αποτελούν μέλη της οικογένειάς του και δεν δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση ψυχικής οδύνης.
44. Ακόμη όμως και αν υποθέταμε πως κατά το εφαρμοστέο αλβανικό ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχοι αποζημίωσης και (αναλογικά) χρηματικής ικανοποίησης μπορούν να είναι και τρίτα πρόσωπα, αυτό θα ίσχυε σύμφωνα με το γράμμα της 643 παρ. 1 του ΑλβΑΚ, υπό την πρόσθετη προϋπόθεση πως τα τρίτα αυτά πρόσωπα συμβίωναν με την οικογένεια του θανόντος, ώστε να δικαιολογείται ο έντονος ψυχικός δεσμός τους με τον θανόντα, η ψυχική οδύνη τους λόγω του θανάτου του και η ανάγκη χρηματικής ικανοποίησής της. Συγκεκριμένα, κατά το γράμμα της παραπάνω διάταξης του ΑλβΑΚ, για να δικαιούται οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο (εκτός της συζύγου, των ανήλικων τέκνων και των ανίκανων προς εργασία γονέων) αποζημίωση περιουσιακής ζημίας που υπέστη λόγω του θανάτου (έξοδα διατροφής και διαβίωσης), ακόμη και αν είχε δικαίωμα διατροφής έναντι του θανόντος, πρέπει επιπλέον να συμβίωνε με την οικογένεια του θανόντος. 
45. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση όσα τέθηκαν υπόψη μας (παραπάνω υπό αρ. 1 & 2), ο πεθερός, η πεθερά και τα φερόμενα ως αδέλφια του θανόντος δεν διέμεναν μαζί του (αφού ο θανών διέμενε στην Ελλάδα, οι λοιποί στην Αλβανία). Άρα, δεν συμβίωναν με το θανόντα και τον στενό πυρήνα της οικογενείας του. Και υπό αυτή την εκδοχή επομένως δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησης ψυχικής οδύνης τους δεν φαίνεται να υφίσταται. 
46. Το συμπέρασμα αυτό δεν έρχεται σε αντίθεση με τα κρατούντα στην ελληνική έννομη τάξη. Διότι και στο πλαίσιο της ερμηνείας της ΑΚ 932 εδ γ σε σχέσεις που δεν έχουν στοιχεία αλλοδαπότητας γίνεται δεκτό ναι μεν πως η συμβίωση δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ένταξη ενός προσώπου στην «οικογένεια» άλλου όσον αφορά την εφαρμογή της ΑΚ 932 εδ. γ (ΑΠ 319/2006, δημοσιευμένη στη ΝΟΜΟΣ με αρ. 399655, ΑΠ 731/2005 οπ), αλλά λαμβάνεται υπόψη τουλάχιστον για την απόδειξη του ψυχικού πόνου που υπέστη κάποιος λόγω του θανάτου άλλου (ο οποίος ψυχικός πόνος δικαιολογεί τη λήψη χρηματικής ικανοποίησης), όπως και για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης της ψυχικής οδύνης του, ιδίως αν το πρόσωπο δεν ανήκει στους στενούς συγγενείς του θανόντος (σύζυγος, τέκνα, γονείς, βλ. Πατεράκη οπ, σελ. 297 επ, Σταθόπουλο, ΓενΕνοχ οπ, σελ. 837 ΑΠ 185/1998, ΕλλΔνη 1998, 838, ΑΠ 1054/1998, ΕλλΔνη 1998, 1551, Ολ ΑΠ 762/1992, ΠοινΧρ ΜΒ 665, ΑΠ 1631/1990, ΝοΒ 1991, 612, ΕφΑθ 4420/1985, ΕλλΔνη 26, 960).

ΙΙΙ. Σύνοψη των απαντήσεων
47. Η ανάλυση που προηγήθηκε επιτρέπει τις εξής απαντήσεις στα ερωτήματα που τέθηκαν:
1. Η οφειλή χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη ρυθμίζεται από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο (ΑΚ 932 εδ. γ), οι δικαιούχοι δε αυτής από το αλβανικό (ιδίως Αλβ ΑΚ 643). Στη συγκεκριμένη περίπτωση τίθεται ζήτημα χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη λόγω του θανάτου του προσώπου των μελών της «οικογένειάς» του. 
2. Μέσω της διαδικασίας της προσαρμογής στην οικογένεια του θανόντος κατά το αλβανικό δίκαιο, τα μέλη της οποίας δικαιούνται κατά τις προϋποθέσεις του ελληνικού δικαίου χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης τους (την οποία δεν προβλέπει το αλβανικό δίκαιο), οπωσδήποτε ανήκουν η σύζυγος και το ανήλικο τέκνο του και οπωσδήποτε δεν ανήκουν τα αδέλφια, ο πεθερός και η πεθερά. Η μητέρα του θανόντος (εφόσον αποδειχθεί η σχέση γονέα & τέκνου) μάλλον ορθότερο είναι να θεωρηθεί πως ανήκει κατά το εφαρμοστέο αλβανικό ουσιαστικό δίκαιο στην οικογένειά του και δικαιούται χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης της, κατά τις προϋποθέσεις όμως του ελληνικού δικαίου (ΑΚ 932). 
3. Σε κάθε περίπτωση, κατά το εφαρμοστέο αλβανικό ουσιαστικό δίκαιο σχετικά με τους δικαιούχους χρηματικής ικανοποίησης ψυχικής οδύνης λόγω θανάτου προσώπου, τρίτα πρόσωπα (εκτός της συζύγου, των ανήλικων τέκνων και των ανίκανων προς εργασία γονέων του θανόντος), θα μπορούσαν να δικαιούνται τέτοια χρηματική ικανοποίηση, μόνο αν συμβίωναν με τον θανόντα και τον στενό πυρήνα της οικογένειάς του. 

Αθήνα 27/09/07

Οι γνωμοδοτούντες 


Χ. Π. Παμπούκης Γ. Σ. Νικολαϊδης
Αναπλ. Καθηγητής Νομικής Σχολής Μ.Δ. Αστικού, Εμπορικού,
Πανεπιστημίου Αθηνών Διεθνούς Δικαίου και 
Δικηγόρος Φιλοσοφίας του Δικαίου 
Πανεπιστημίου Αθηνών
Δικηγόρος

ΕΛΕΝΗ ΜΕ ΠΛΑΓΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ newsletters prev1

legal bank

Newsletter

ΚΑΛΑΘΙ ΑΓΟΡΩΝ

Το καλάθι σας είναι άδειο.