210 9824002 | 6977 000 500 | Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.   |

Αρθρα - Απόψεις

Άρθρα-Απόψεις

Ατυχήματα σε διαβάσεις πεζών
ή πλησίον αυτών με θύματα πεζούς
Κατανομή υπαιτιότητας & Νομολογιακές εφαρμογές

Υπό Αθανασίου Γ. Κρητικού,
Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου ε.τ., Δ.Ν.


Ι. Το πρόβλημα
ΙΙ. Νομοθετική ρύθμιση
ΙΙΙ. Σημασία της ρυθμίσεως
IV. Κατηγορίες περιπτώσεων
Α. Ατύχημα με θύμα πεζό που επιχειρεί να διασχίσει το οδόστρωμα σε σημείο
όπου λείπει διάβαση πεζών
1. Αποκλειστική υπαιτιότητα οδηγού
2. Συρρέουσα υπαιτιότητα οδηγού και πεζού
Περιπτώσεις από τη νομολογία
Β. Ατυχήματα σε διαβάσεις πεζών ή εγγύς διαβάσεων
Ι. Ατυχήματα μέσα σε σηματοδοτούμενη διάβαση πεζών
1. Με πράσινο σήμα για πεζούς
2. Με ερυθρό σήμα για πεζούς
α) Αποκλειστική υπαιτιότητα πεζού
β) Συρρέουσα ευθύνη πεζού και οδηγού ατυχήματος
II. Ατυχήματα σε διάβαση μη σηματοδοτούμενη
1. Αποκλειστική υπαιτιότητα οδηγού
2. Συρρέουσα υπαιτιότητα οδηγού και πεζού.
ΙΙΙ. Ατύχημα εκτός διαβάσεως και σε απόσταση απ’ αυτή.
1. Παράσυρση πεζού εκτός διαβάσεως (σηματοδοτούμενης ή μη) που βρίσκεται 
σε μικρή απόσταση η εγγύς αυτής
2. Παράσυρση πεζού εκτός διαβάσεως που βρίσκεται σε απόσταση από το σημείο 
του ατυχήματος από 7,80 μ. μέχρι 11,50 μ.
3. Παράσυρση πεζού εκτός διαβάσεως που βρίσκεται σε απόσταση από το σημείο 
του ατυχήματος 30 μ. και περισσότερο


Ι. Το πρόβλημα
Η δημόσια κυκλοφορία σε οδούς γίνεται από οχήματα, πεζούς και ζώα. Μεταξύ τους δημιουργείται σχέση εντάσεως, όταν πεζοί ή ζώα πρόκειται να διασχίσουν ή κινηθούν σε οδόστρωμα χρησιμοποιούμενο για την οδική κυκλοφορία. Όλοι επιθυμούν χάριν της ταχύτητας να έχουν προτεραιότητα έναντι των άλλων. Τα οχήματα έναντι των πεζών και οι τελευταίοι έναντι των οχημάτων. Η ανάγκη ανακύπτει, όταν πρέπει να διακοπεί η κυκλοφορία των οχημάτων προκειμένου πεζός ή πεζοί να διασχίσουν συγκεκριμένο οδόστρωμα για να περαιωθούν είτε σε νησίδα ασφαλείας είτε στο έναντι πεζοδρόμιο. Η σύγκρουση αυτή μεταξύ των χρηστών της κυκλοφορίας επιχειρείται να λυθεί με τη ρυθμιστική παρέμβαση του νομοθέτη σε σύμπραξη με την αρμόδια διοικητική υπηρεσία. Ειδικότερα τούτο επιδιώκεται να γίνει με τη δημιουργία διαβάσεων πεζών με σηματοδότηση ή όχι για πεζούς και οχήματα.

Η κίνηση πεζού μέσα σε σηματοδοτούμενη διάβαση πεζών θεωρητικώς κατά κανόνα προσφέρει μείζονα ασφάλεια των πεζών που χρησιμοποιούν τη διάβαση έναντι των οχημάτων που χρησιμοποιούν το οδόστρωμα στο οποίο υπάρχει η σηματοδοτούμενη διάβαση πεζών. Μικρότερη ασφάλεια προσφέρει σε πεζούς η κίνηση αυτών απλώς μέσα σε διάβαση πεζών. Δεν ισχύει όμως το ίδιο για πεζούς που πρόκειται να διασχίσουν οδόστρωμα χωρίς σ’ αυτό να υπάρχουν διαβάσεις πεζών. Οι σχετικές ρυθμίσεις γίνονται συνήθως με κριτήριο κυρίως την πυκνότητα της κυκλοφορίας οχημάτων και πεζών.


ΙΙ. Νομοθετική ρύθμιση

Η σχετική νομοθετική ρύθμιση περιέχεται στα άρθρα 6 και 7 του ΚΟΚ όπως προσθέτως και στα άρθρα 38 &4 και 39 & 1 στοιχεία α΄ και β΄, 42 και παρ.4 του ΚΟΚ.


ΙΙΙ. Σημασία της ρυθμίσεως

Η ρύθμιση στοχεύει προεχόντως σε διευκόλυνση της κυκλοφορίας οχημάτων και πεζών. Συγχρόνως όμως αξιοποιείται, όταν συμβαίνει ατύχημα με θύμα συνήθως πεζό. Ένα από τα κρίσιμα ζητήματα που γεννώνται σε τέτοιου είδους περιπτώσεις είναι ποίο από τα συμπλεκόμενα πρόσωπα (οδηγός οχήματος ή πεζός) έχει προτεραιότητα διελεύσεως και αν και υπό ποίες προϋποθέσεις θα μπορούσε να αποφευχθεί το ατύχημα. Δηλαδή αν ο οδηγός οχήματος επιχείρησε κάποια ενέργεια ή παρέλειψε να πράξει κάτι με αποτέλεσμα η πράξη ή παράλειψη και συμβάλει αιτιωδώς στην πρόκληση και στην έκταση του ατυχήματος. Το ίδιο ισχύει όταν το ζήτημα εξετάζεται από την πλευρά του πεζού. Όλα τα σκεπτικά ζητήματα συνήθως περιστρέφονται στο ζήτημα του προσδιορισμού της υπαιτιότητας στο επελθόν ατύχημα. Δηλαδή ποίο πρόσωπο από τα εμπλεκόμενα σε ατύχημα βαρύνει η υπαιτιότητα (αποκλειστική ή συρρέουσα, εφόσον, ως συνήθως, προβληθεί σύσταση συνυπαιτιότητας κατά την ΑΚ 300). Η νομολογία έχει την ευκαιρία να αντιμετωπίσει σχετικά ζητήματα. Η έρευνα της νομολογίας από τις αποφάσεις των δικαστηρίων που δημοσιεύθηκαν σε νομικά περιοδικά την τελευταία τριακονταετία παρέχει την ακόλουθη εικόνα. Για διευκόλυνση της έρευνας επιχειρείται κατά το δυνατό κατηγοριοποίηση των περιπτώσεων.


IV. Κατηγορίες περιπτώσεων

Α. Ατύχημα με θύμα πεζό που επιχειρεί να διασχίσει το οδόστρωμα σε σημεία όπου λείπει διάβαση πεζών.
Η βασική νομοθετική ρύθμιση περιέχεται στην παρ. ε΄ της παρ.4 του άρθ. 38 ΚΟΚ που ορίζει ότι: Οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα υποχρεούνται: α) &.....ε)Αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ’ αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεα δε θα διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του.

1. Αποκλειστική υπαιτιότητα οδηγού 
Εφόσον πεζός επιχειρήσει να διασχίσει οδόστρωμα σύμφωνα με τη μνημονευόμενη παραπάνω ρύθμιση, τότε κατά κανόνα σε περίπτωση ατυχήματος με θύμα του πεζό, η αποκλειστική υπαιτιότητα θα βαρύνει τον οδηγό του οχήματος. Συνήθως η αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού θα προκύπτει από την υψηλή ταχύτητα πέρα του επιτρεπόμενου ορίου στο σημείο του ατυχήματος, και την επιδεικνυόμενη αμέλεια του οδηγού ο οποίος ενώ θα έπρεπε και θα μπορούσε δεν αντιλαμβάνεται τον πεζό διασχίζοντα το οδόστρωμα. Σε πολλές τέτοιες περιπτώσεις ο πεζός θα έχει διανύσει το μείζον τμήμα του οδοστρώματος όταν παρασύρεται από το όχημα και θα υπολείπεται μόνο μικρό τμήμα αυτού. Μεγάλη σημασία εμφανίζει το ζήτημα όταν το ατύχημα γίνεται νύκτα με ανεπαρκή τεχνητό φωτισμό ή όταν επικρατούν άσχημες καιρικές συνθήκες, παρακωλύουσες την ορατότητα (π.χ. δυνατή βροχή, καπνός, ομίχλη, χιονόπτωση κ.λ.π)
Από τη νομολογία αξίζει ν’ αναφερθούν οι παρακάτω αποφάσεις που δέχθηκαν αποκλειστική υπαιτιότητα οδηγού παρασύροντος με το όχημα πεζό διασχίζοντα το οδόστρωμα εκτός διαβάσεως που τέτοιες δεν υπήρχαν πλησίον του τόπου του ατυχήματος:
ΕφΑθ. 8443/1996 ΕπΣυγκΔ 1997,33 - ΕφΑθ 8615/1996 ΕπΣυγκΔ 1997,202 - ΕφΑθ 205/1995 ΕπΣυγκΔ 1998,552 - ΕφΑθ 12362/1988 ΕπΣυγκΔ 1990,90 - ΕφΑθ 12243/1988 ΕπΣυγκΔ 1990,428 - ΕφΑθ 2941/1981 ΕπΣυγκΔ 1983/504 - ΜπρΑθ 6168/2001 ΕπΣυγκΔ 2002,53 - ΜπρΘεσ 19275/1997 ΕπΣυγκΔ 1998,496 - ΜπρΘεσ 3054/1988 ΕπΣυγκΔ 1989,252 - ΜπρΑθ 19275/1997 ΕπΣυγκΔ 1998,554 - ΜπρΑθ 4921/1986 ΕπΣυγκΔ 1988,250 - ΜπρΑθ 947/1981 ΕπΣυγκ Δ 1981,238.
Από τις μνημονευόμενες παραπάνω αποφάσεις αξίζει να επισημανθεί η ΜπρΑθ 19275/1997 ΕπΣυγκΔ 1998,554 η οποία με βάση την παραδοχή ότι ο πεζός την 9-5-1995 και ώρα 04.30 (πρωινή) είχε διανύσει από το πλάτους 16μ. οδόστρωμα απόσταση 14,5μ. δέχθηκε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού κρίνοντας συγχρόνως ότι η ανίχνευση στο αίμα του πεζού οινοπνεύματος σε ποσοστό 1,04%ο, δεν τελούσε σε αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ότι ο πεζός ενόψει της ανιχνευθείσης ποσότητας οινοπνεύματος τελούσε σε κατάσταση πλήρους μέθης η οποία κατά τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης επηρεάζει την ικανότητα του προσώπου να προβαίνει σε ακριβείς κατά προσέγγιση εκτιμήσεις των αποστάσεων, δηλαδή να εκτιμήσει ο εν μέθη πεζός σε ποία απόσταση βρισκόταν το όχημα όταν ξεκινούσε να διασχίσει το οδόστρωμα και να βεβαιωθεί ότι θα μπορούσε να ολοκληρώσει το πέρασμα δεδομένου του πλάτους του οδοστρώματος. Τα πράγματα καθίστανται περισσότερο δυσχερή όταν το ατύχημα υπήρξε θανατηφόρο για τον πεζό γιατί δεν μπορεί, τότε, να διευκρινισθεί το άνω ζήτημα.

2. Συρρέουσα υπαιτιότητα οδηγού και πεζού
Στις περισσότερες περιπτώσεις ατυχημάτων εκτός διαβάσεως πεζών με θύματα τους τελευταίους συναντάται συρρέουσα υπαιτιότητα των οδηγών οχημάτων και των πεζών. Εναπόκειται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας να προσδιορίσει ειδικότερα την αμέλεια κάθε εμπλεκόμενου προσώπου και καθορίσει το ποσοστό υπαιτιότητας πράγμα που έχει σημασία στον τελικό καθορισμό της αποζημιώσεως για τη, ζημία που υφίσταται ο παθών- πεζός και λαμβάνεται υπόψη στον καθορισμό της ηθικής βλάβης και σε περίπτωση θανατώσεως του θύματος της ψυχικής οδύνης των μελών της οικογενείας του (ΑΚ 932)
Από το μεγάλο αριθμό των αποφάσεων που δημοσιεύονται σε νομικά περιοδικά αναφέρονται ενδεικτικώς και κατά κατηγορίες οι παρακάτω ομάδες περιπτώσεις:

1. Περιπτώσεις με προέχουσα αμέλεια του οδηγού οχήματος. Σ’ αυτές ο οδηγός βαρύνεται είτε γιατί δεν αντιλήφθηκε από ικανή απόσταση τον διασχίζοντα το οδόστρωμα είτε γιατί εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα την οποία δεν φρόντισε να μειώσει είτε γιατί δεν προέβη σε αποφευκτικό ελιγμό. Αντιστρόφως ο πεζός βαρύνεται με αμέλεια γιατί ανελέγκτως εισήλθε στο οδόστρωμα, το οποίο επιχείρησε να διασχίσει χωρίς να συμμορφωθεί προς τις επιταγές του εδαφίου ε’ της παρ. 4 του άρθ. 38 Κ.Ο.Κ.

α. Αμέλεια του οδηγού σε ποσοστό 80% και αμέλεια του πεζού σε ποσοστό 20%. Τέτοιες χαρακτηριστικές περιπτώσεις από τη νομολογία είναι οι παρακάτω: ΕφΛαρ 919/2005 ΕπΣυγκΔ 2006,285 ΕφΑθ 3653/1999 ΕπΣυγκΔ 2001,279 ΕφΠειρ 622/1995 ΕπΣυγκΔ 1995,527 ΕφΑθ 5212/1993 ΕπΣυγκΔ 1994,537

β. Αμέλεια του οδηγού σε ποσοστό 70% και αμέλεια του πεζού σε ποσοστό 30%. Τέτοιες ενδεικτικές περιπτώσεις από τη νομολογία είναι οι παρακάτω: ΕφΠατρ 768/2006 ΑχΝομ 2007,642 - ΕφΛαρ 454/2006 ΕπΣυγκΔ 206,433 - ΕφΝαυπλ 12/1999 ΕπΣυγκΔ 1999,246 - ΕφΘεσ 35781997 ΕπΣυγκΔ 1998,204 - ΕφΠειρ 829/1993 ΕπΣυγκΔ 1995,57 - ΕφΚερκ 79/1992 ΕπΣυγκΔ 1992,462 - ΕφΑθ 1924/1992 και ΜΠρΑθ 822/1995 ΕπΣυγκΔ 1999,445 - ΕφΑθ 8914/1990 ΕπΣυγκΔ 1992,195 - ΕφΑθ 10933/1990 ΕπΣυγκΔ 1992,517 - ΕφΘεσ 2409/1990 ΕπΣυγκΔ 1992,188 - ΕφΑθ 7024/1986 ΕπΣυγκΔ 1988,178 - ΕφΑθ 11062/1981 ΕπΣυγκΔ 1982,28 επ - ΜΠρΘεσ 14887/2001 ΕπΣυγκΔ 2002,155 - ΤριμΔιοικΠρΑθ 4113/1995 ΕπΣυγκΔ 1995,362 - ΜΠρΑθ 1442/1994 ΕπΣυγκΔ 1994.464 - ΜΠρΑρτ 134/1993 ΕπΣκγΔ 1995,246 - ΜΠρΦλωρ 252/1987 ΕπΣυγκΔ 1989,376 επ - ΜΠρΑθ 1678/1980 ΕπΣυγκΔ 1982,179

γ. Αμέλεια του οδηγού σε ποσοστό 60% και αμέλεια του πεζού σε ποσοστό 40%. 
Τέτοιες ενδεικτικές περιπτώσεις από τη νομολογία είναι οι παρακάτω: ΕφΑθ 4279/1994 ΕπΣυγκΔ 1197,15 επ - ΕφΑθ 162/1979 (εσφαλμένως αναγράφεται ως έτος αποφάσεως 1989) ΕπΣυγκΔ 1981,233 και 1992,157 - ΕφΑθ 784/1989 ΕπΣυγκΔ 1990,316 επ και 1991,369 - ΕφΑθ 13274/1988 ΕπΣυγκΔ 1992,48 - ΜΠρΞάνθ 13/1993 ΕπΣυγκΔ 1994,541.

δ. Ίση υπαιτιότητα οδηγού οχήματος και πεζού (50%-50%). Τέτοιες ενδεικτικά περιπτώσεις είναι οι παρακάτω: ΕφΚρ 238/2000 ΕπΣυγκΔ 2000,364 - ΕφΘεσ 117/1988 ΕπΣυγκΔ 1989, 194 - ΕφΑθ 10933/1986 ΕπΣυγκΔ 1991,520 - ΜΠρΕδεσ 332/1980 ΕπΣυγκΔ 1981,240.


Περιπτώσεις από τη νομολογία με προέχουσα υπαιτιότητα πεζού έναντι του οδηγού οχήματος:
Σ’ αυτές τις περιπτώσεις ο πεζός επιχειρεί να διασχίσει το οδόστρωμα συνήθως ανέλεγκτα δηλαδή δεν λαμβάνει υπόψη την απόσταση του ερχόμενου οχήματος και δεν εκτιμά ορθώς την ταχύτητα με την οποία το τελευταίο κινείται. Από την άλλη πλευρά ο οδηγός ενός τέτοιου οχήματος συνήθως αιφνιδιάζεται και δεν επιχειρεί την δυνατή αποφευκτική ενέργεια, η οποία θα μπορούσε να έχει θετικά αποτελέσματα. Όταν μάλιστα η είσοδος του πεζού στο οδόστρωμα γίνεται κατά τρόπο που δεν επιτρέπει στον οδηγό οποιαδήποτε αποφευκτική ενέργεια, τότε συνήθως ο πεζός θα κρίνεται αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος. Τέτοιες ενδεικτικές περιπτώσεις από τη νομολογία μπορούν να’ αναφερθούν οι παρακάτω:
1. Αμέλεια του πεζού σε ποσοστό 80% και του οδηγού οχήματος σε ποσοστό 20%: ΕφΑθ 5436/1986 ΕπΣυγκΔ 1987,12 - ΜΠρΘεσ 6212/1987 ΕπΣυγκΔ 1988,511 - ΜπρΘεσ 4013/1987 ΕπΣυγκΔ 1988,509 επ.

2. Αμέλεια του πεζού σε ποσοστό 70% και του οδηγού οχήματος σε ποσοστό 30%: ΕφΑθ 3886/1994 ΕπΣυγκΔ 1995,253 - ΕφΠατρ 327/2006 ΑχΝομ 2004,625 

3. Αμέλεια του πεζού σε ποσοστό 60% και του οδηγού οχήματος σε ποσοστό 40%: ΕφΑθ 5358/2004 ΕπΣυγκΔ 2005,144


Β. Ατυχήματα μέσα σε διαβάσεις πεζών ή εγγύς διαβάσεων.

Ένας ικανός αριθμός ατυχημάτων με θύματα πεζούς γίνεται είτε μέσα σε διαβάσεις πεζών (σηματοδοτούμενες ή όχι) είτε εγγύς τέτοιων διαβάσεων. Ανάλογα με το σημείο στο οποίο γίνεται το ατύχημα και σε συνδυασμό με άλλες περιστάσεις εκτιμάται η υπαιτιότητα στο ατύχημα και προσδιορίζεται το ποσοστό της, αν η υπαιτιότητα βαρύνει αμφότερα τα εμπλεκόμενα πρόσωπα.

Ι. Ατυχήματα μέσα σε σηματοδοτούμενη διάβαση πεζών 

1. Με πράσινο σήμα για τους πεζούς
Σύμφωνα με το εδάφιο (α) της παρ.1 του άρθ. 7 Κ.Ο.Κ οι πεζοί μπορούν να διασχίζουν το οδόστρωμα όταν βλέπουν για την πορεία τους πράσινο σταθερό φως με σύμβολο άτομο που βαδίζει. Αντιστοίχως οι οδηγοί οχημάτων όταν έχουν για την πορεία τους ερυθρό σταθερό φως κυκλικής μορφής υποχρεούνται να σταματήσουν προς της ειδικής γραμμής διακοπής (βλ. εδάφιο β΄ της παρ.1 του άρθρ. 6 του ΚΟΚ). Και τούτο οφείλουν να πράττουν ανεξαρτήτως αν διέρχονται ή όχι πεζοί από τη διάβαση. Αν οι χρήστες της οδού συμμορφώνονται προς τις άνω ρυθμίσεις είναι φανερό ότι κατά κανόνα δεν θα συμβαίνουν ατυχήματα. Παρόλα αυτά δεν γίνεται πάντοτε έτσι. Ειδικότερα συμβαίνουν ατυχήματα με θύματα πεζούς οι οποίοι διέρχονται τη σηματοδοτούμενη διάβαση που έχει πράσινο φως. Συνιστάται επομένως στους πεζούς και όταν ακόμη διασχίζουν σηματοδοτούμενη διάβαση με πράσινο φως να προσέχουν ιδιαίτερα αν τα οχήματα σταματούν προ του ερυθρού γι’ αυτά σηματοδότη προκειμένου να τους παραχωρήσουν προτεραιότητα.
Κατά κανόνα σε τέτοιες περιπτώσεις η αποκλειστική ευθύνη για ατύχημα που συμβαίνει θα καταλογίζεται στον οδηγό του οδικού οχήματος που συνήθως θα παραβιάζει τον ερυθρό γι’ αυτό φως του σηματοδότη. Τέτοιες ενδεικτικές περιπτώσεις από τη νομολογία αντιμετωπίσθηκαν από τις παρακάτω αποφάσεις: ΕφΑθ 705/2003 ΕπΣυγκΔ 2003,435 - ΕφΑθ 6872/1997 ΕπΣυγκΔ 2000,636 - ΕφΑθ 5088/1993 ΕπΣυγκΔ 1994,535 - ΕφΑθ 10753/1990 ΕπΣυγκΔ 1990,51 - ΕφΑθ 12362/1988 ΕπΣυγκΔ 1990,92 - ΕφΘεσ 1420/1987 ΕπΣυγκΔ 1987,365 - ΜΠρΑθ 5165,2007 ΕπΣυγκΔ 2008,404 - ΜΠρΑθ 4840/1991 ΕπΣυγκΔ 1992,75

2. Με ερυθρό σήμα για τους πεζούς
α. Αποκλειστική υπαιτιότητα πεζού
Κρίθηκε ο πεζός αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος όταν εισέρχεται στη διάβαση για να τη διασχίσει τη στιγμή που ο σηματοδότης δείχνει για την πορεία του ερυθρό (απαγορευτικό) σήμα. Βλ. έτσι ΕφΑθ 2214/1978 ΕπΣυγκΔ 1981,246 - ΜπρΘεσ 20222/2001 αναφερόμενη από τον Νικ. Σιαπέρα στη μελέτη του δημοσιευμένη στην ΕπΣυγκΔ 2005,194 (198) - ΜΠρΑθ 4631/1987 ΕπΣυγκΔ 1987,419 επ.

β. Συρρέουσα ευθύνη πεζού και οδηγού οδικού οχήματος
Τέτοια συρρέουσα ευθύνη δέχονται ενδεικτικώς οι παρακάτω αποφάσεις: ΕφΑθ 288/1989 ΕπΣυγκΔ 1989,369 (πεζός: 70% - οδηγός 30%). Η υπαιτιότητα σε βάρος του οδηγού στηρίχθηκε κυρίως, στο γεγονός, ότι εκινείτο με ταχύτητα μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης. Ομοίως τα ίδια ποσοστά δέχθηκε και η ΕφΑθ 1425/1999 ΕπΣυγκΔ 2001,284. Η υπαιτιότητα σε βάρος του οδηγού του οχήματος στηρίχθηκε στο γεγονός ότι αυτός καίτοι αντιλήφθηκε, άλλως όφειλε ν’ αντιληφθεί τον πεζό να διασχίζει κάθετα το οδόστρωμα εντός διαβάσεως εντούτοις δεν ανέκοψε ταχύτητα.
Η απόφαση του ΕφΑθ 4392/1990 ΕπΣυγκΔ 1993,39 καταλόγισε στον μεν πεζό υπαιτιότητα σε ποσοστό 20%, στον δε οδηγό του οχήματος υπαιτιότητα σε ποσοστό 80%. Το μεγάλο ποσοστό σε βάρος του οδηγού δικαιολογείται κατά την απόφαση γιατί ο οδηγός δεν διέκοψε την πορεία του ενόψει κιτρίνου σταθερού φωτός του σηματοδότη και ενώ στην πορεία του βρισκόταν η πεζή που διέσχιζε κάθετα το οδόστρωμα, ενώ για την πεζή η συνυπαιτιότητα στηρίχθηκε στο ότι επιχείρησε κάθετη διέλευση του οδοστρώματος πριν ανάψει ο πράσινος γι’ αυτή σηματοδότης και σταματήσουν όλα τα οχήματα.

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ο οδηγός οχήματος καίτοι έχει για την πορεία του πράσινο φως και αντιστοίχως ερυθρό φως ο διερχόμενος τη διάβαση πεζός δεν σημαίνει ότι απαλλάσσεται από την υποχρέωση να επιχειρήσει κάθε δυνατό ελιγμό προς αποφυγή του ατυχήματος. Επομένως συνυπαιτιότητά του δύναται να στηριχθεί στο ότι εκινείτο με ταχύτητα μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης, εφόσον αυτή συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα, ή παρέλειψε κάποιο δυνατό αποφευκτικό ελιγμό που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μείωση των συνεπειών του ατυχήματος.


ΙΙ. Ατύχημα σε διάβαση μη σηματοδοτούμενη

Οι βασικές νομοθετικές ρυθμίσεις περιέχονται στο άρθ 38 §4 εδ δ΄και άρθ. 39§§1,2 και 4 του ΚΟΚ. Από τις διατάξεις αυτές και ιδίως από την πρώτη τούτων προκύπτει ότι ο πεζός δεν έχει τη δυνατότητα κατά πάντα χρόνο να κατέρχεται στο οδόστρωμα προκειμένου να διασχίσει μη σηματοδοτούμενη διάβαση. Οφείλει προηγουμένως να λάβει υπόψη και να εκτιμήσει ορθά την απόσταση και την ταχύτητα των οχημάτων που πλησιάζουν. Μόνο εφόσον κατ’ αντικειμενική κρίση μπορεί να ολοκληρώσει τέτοια προσπάθεια, επιτρέπεται τότε να διασχίσει τη διάβαση. Τότε και οι οδηγοί οχημάτων, υποχρεούνται να πλησιάζουν τη διάβαση με ταχύτητα τόσο μικρή ώστε να μην εκθέτουν σε κίνδυνο τους πεζούς που τη χρησιμοποιούν ή εισέρχονται σ’ αυτή παραχωρώντας έτσι υπό τις άνω προϋποθέσεις προτεραιότητα διελεύσεως στους πεζούς. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο πεζός δεν αποκτά προτεραιότητα έναντι των οχημάτων από τη στιγμή που θελήσει να διασχίσει διάβαση πεζών εφόσον δεν ακολουθεί την επιταγή που διατυπώνεται στο εδάφιο (ε΄) της παρ. 4 του άρθρ. 38 ΚΟΚ.

1. Αποκλειστική υπαιτιότητα οδηγού
Σε ικανό αριθμό περιπτώσεων έχει καταλογισθεί αποκλειστική υπαιτιότητα για ατύχημα (παράσυρση πεζού μέσα σε μη σηματοδοτούμενη διάβαση) στον οδηγό. Η υπαιτιότητα αυτή στηρίζεται στο γεγονός ότι ο οδηγός κινείται με υπερβολική ταχύτητα και δεν αντιλαμβάνεται την ύπαρξη διαβάσεως πεζών και τη διέλευση από αυτές πεζών, ιδιαίτερα μάλιστα όταν οι τελευταίοι έχουν διασχίσει το μείζον τμήμα της διαβάσεως που σημαίνει ότι όταν εισήλθαν στη διάβαση τα ζημιογόνα αυτοκίνητα ήσαν σε απόσταση τέτοια ώστε λαμβανομένης υπόψη και της επιτρεπόμενης ταχύτητας μπορούσαν να υπολογίζουν οι πεζοί την ακίνδυνη διέλευση της διαβάσεως. Αν αντιθέτως η παράσυρση του πεζού γίνεται στην αρχή της διαβάσεως, συνάγεται εντεύθεν ότι οι πεζοί δεν συμμορφώθηκαν με τη ρύθμιση του εδαφίου (δ) της παρ. 4 του άρθ. 38 ΚΟΚ.
Η νομολογία είχε την ευκαιρία να ασχοληθεί με τέτοιες υποθέσεις στις οποίες δέχθηκε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος. Ενδεικτικώς μπορούν ν’ αναφερθούν οι παρακάτω αποφάσεις: ΕφΑθ 8878/1995 ΕπΣυγκΔ 1997,11 - ΕφΠειρ 1152/1991 ΕπΣυγκΔ 1991, 542 - ΕφΑθ 11184/1988 ΕπΣυγκΔ 1990,126 - ΕφΑθ 13714/1988 ΕπΣυγκΔ 1992,46 (αφορά περίπτωση παρασύρσεως δύο ηλικιωμένων πεζών ηλικίας 88 και 79 ετών που διέσχιζαν το οδόστρωμα μέσα σε διαβάσεις πεζών που ήσαν εμφανείς) ΜΠρΗρακλείου 60/2006 ΕπΣυγκΔ 2007,512 (αφορά περίπτωση οδηγού ΙΧΕ ο οποίος κινούμενος με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα και υπό την επήρεια οινοπνεύματος παρέσυρε 6 χρονο που διέσχιζε με τους γονείς του το οδόστρωμα ΕΝΤΟΣ ΔΙΑΒΑΣΕΩΝ) ΜΠρΑθ 5793/1989 ΕπΣυγκΔ 1990, 313 (αφορά περίπτωση παρασύρσεως πεζών από όχημα που διέσχιζαν το οδόστρωμα εντός διαβάσεων και είχαν διέλθει το μείζον τμήμα του εκ τριών λωρίδων οδοστρώματος και υπολείπονταν ακόμη διάστημα 1,5μ.)

2. Συρρέουσα υπαιτιότητα οδηγού οχήματος και πεζού.
Σε ορισμένες περιπτώσεις έχει διαγνωσθεί με απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας συρρέουσα υπαιτιότητα του εμπλακέντος στο ατύχημα οδηγού οχήματος και του εντός των διαβάσεων παρασυρθέντος πεζού βλ. σχετικώς την απόφαση του ΕφΛαρ 179/19980 ΕπΣυγκΔ 1983,304 που δέχθηκε υπαιτιότητα του εμπλακέντος οδηγού σε ποσοστό 70% και του παρασυρθέντος εντός διαβάσεων πεζού σε ποσοστό 30%. Την αμέλεια του οδηγού στήριξε στο γεγονός εκινείτο με ταχύτητα υπερβαίνουσα την οριζόμενη βάσει πινακίδας σε 40 Χ/Ω, την οποία δεν ανέκοψε μολονότι αντιλήφθηκε τον παθόντα από ικανή απόσταση. Την συντρέχουσα αμέλεια του πεζού στήριξε στην παραδοχή ότι αυτός επιχείρησε να διέλθει την διάβαση παρά το γεγονός ότι αντιλήφθηκε την επικίνδυνη οδήγηση του οχήματος και περαιτέρω γιατί στάθμευσε αποτόμως μέσα στη διάβαση, την οποία δεν μπορούσε να προβλέψει ο οδηγός υπολαμβάνοντας ότι μέχρι να πλησιάσει τη διάβαση, ο πεζός θα είχε διέλθει.



ΙΙΙ. Ατύχημα εκτός διαβάσεως και σε απόσταση από αυτή.

Η διάταξη του εδαφίου (δ) της §4 του άρθρ. 38 ΚΟΚ με την προαναφερθείσα παραπάνω διατύπωση δεν καθιερώνει δικαίωμα προτεραιότητας υπέρ των πεζών υπό την έννοια ότι ο πεζός δύναται να κατέρχεται στο οδόστρωμα προκειμένου να διασχίσει μη σηματοδοτούμενη διάβαση πεζών και να υποχρεώνει έτσι τα διερχόμενα οχήματα να διακόπτουν υποχρεωτικά την πορεία τους προκειμένου να του παραχωρήσουν προτεραιότητα. Κάτι τέτοιο άλλωστε θα ήταν άκρως επικίνδυνο και θα προκαλούσε κινδύνους ατυχημάτων ιδιαίτερα μεταξύ των οχημάτων.
Σύμφωνα με την άνω διάταξη ο πεζός δικαιούται να διασχίσει διάβαση λαμβάνοντας υπόψη την απόσταση και την ταχύτητα των οχημάτων, τα οποία από την πλευρά τους πρέπει, εφόσον τούτο δεν συνδέεται με κινδύνους, να μειώνουν ταχύτητα για να διευκολύνουν τον πεζό μέχρι να ολοκληρώσει ο τελευταίος τη διέλευση της διαβάσεως παραχωρώντας έτσι με τον τρόπο αυτό προτεραιότητα στον πεζό σύμφωνα με το τελευταίο υποεδάφιο του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2 του άρθ. 39 ΚΟΚ.
Η καθημερινή πρακτική δείχνει ότι πολλές φορές πεζοί προσπαθούν να διασχίσουν οδόστρωμα όχι ακριβώς μέσα από τις υπάρχουσες διαβάσεις πεζών (σηματοδοτούμενες ή μη) αλλά από σημείο που βρίσκονται πλησίον αυτών. Γεννάται τότε ζήτημα πως πρέπει να αντιμετωπίζονται τέτοιοι πεζοί. Κατά μία επιεική άποψη τέτοιοι πεζοί εφόσον το σημείο διελεύσεώς τους από απόσταση περίπου 10 μ. από τις ευδιάκριτες διαβάσεις πεζών πρέπει να αντιμετωπίζονται ως διερχόμενοι από διάβαση πεζών πράγμα που έχει σημασία στο θέμα της υπαιτιότητας. Πάντως όσο απομακρύνεται το σημείο ενός ατυχήματος από τις ευδιάκριτες διαβάσεις πεζών, τόσο περισσότερο πρέπει να αυξάνει η προσοχή επιμέρους του πεζού και η υπαιτιότητα να βαρύνει περισσότερο τον πεζό. Βέβαια στην τελική κρίση βαρύνουν όλες οι συνοδεύουσες ένα ατύχημα περιστάσεις που δεν είναι τις περισσότερες φορές γνωστές εκ των προτέρων.
Παρακάτω θα παρατεθούν ορισμένες ενδεικτικές περιπτώσεις από τη νομολογία και θα καταβληθεί προσπάθεια μήπως είναι δυνατό να διατυπωθούν κατευθυντήριες σκέψεις. Η παράθεση της νομολογίας θα γίνει με βάση το κριτήριο της αποστάσεως του σημείου του ατυχήματος από τις υπάρχουσες διαβάσεις πεζών.

1. Παράσυρση πεζού εκτός διαβάσεως (σηματοδοτούμενη ή μη) που βρίσκεται σε μικρή απόσταση ή εγγύς αυτής.
Σε μια τέτοια περίπτωση η νομολογία δέχθηκε με κάποια θα μπορούσε να ισχυρισθεί κανείς, αυστηρότητα έναντι του πεζού προέχουσα μεν υπαιτιότητα του οδηγού οχήματος, αλλά παράλληλα και σε σημαντικό βαθμό υπαιτιότητα του πεζού. Εν προκειμένω μπορούν να αναφερθούν από τις δημοσιευθείσες αποφάσεις η ΕφΘεσ 1387/2004 ΕπΣυγκΔ 2004, 342 που δέχθηκε επί παρασύρσεως πεζού εκτός σηματοδοτούμενης διαβάσεως πεζών που βρισκόταν σε μικρή, αλλά μη καθοριζόμενη στην απόφαση, απόσταση από το σημείο του ατυχήματος, συμβολή στο ατύχημα του μεν οδηγού σε ποσοστό 60% του δε πεζού σε ποσοστό 40%, ενώ το ΕφΑθ 2051/1978 ΕπΣυγκΔ 1981,247 δέχθηκε σε ατύχημα που έγινε εγγύς των διαβάσεων με θύμα πεζό υπαιτιότητα του μεν οδηγού σε ποσοστό 70%, του δε πεζού σε ποσοστό 30%

2. Παράσυρση πεζού εκτός διαβάσεως που βρίσκεται σε απόσταση από το σημείο του ατυχήματος από 7,80μ. μέχρι 11,5μ.
α. Η απόφαση του ΕφΑθ 15357/1988 ΕπΣυγκΔ 1990,106 είχε να κρίνει περίπτωση παρασύρσεως πεζής που βαδίζει με τη φίλη της σε απόσταση 7,80μ. από σηματοδοτούμενη διάβαση πεζών που έδειχνε πράσινο φως για τους πεζούς γιατί αυτή (διάβαση) ήταν κατειλημμένη από σταθμεύοντα οχήματα προ του ερυθρού γι’ αυτά σηματοδότη. Ενώ η άνω πεζή πλησίαζε στο πεζοδρόμιο ο ερυθρός για τα οχήματα σηματοδότης έγινε πράσινος, οπότε και ξεκίνησε το ζημιογόνο όχημα και παρέσυρε την πεζή. Το Εφετείο τελικώς δέχθηκε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού χωρίς καμία συνυπαιτιότητα να βαρύνει την πεζή. Κατά την απόφαση μόνη η εκτός διαβάσεων κίνηση της πεζής δεν συντέλεσε στο ατύχημα, το οποίο θα αποφευγόταν αν ο οδηγός κατέβαλε την επιβαλλόμενη προσοχή.
β. Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του ΜΠρΑθ 1275/2005 ΕπΣυγκΔ 2005, 568 ο ηλικίας 72 ετών πεζός επιχείρησε να διασχίσει καθέτως το οδόστρωμα της οδού Φιλολάου σε σημείο απέχων απόσταση μικρότερη των 8μ. από την υπάρχουσα διάβαση πεζών οπότε και παρασύρθηκε από διερχόμενη μοτοσικλέτα που εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα πέρα του επιτρεπόμενου ορίου των 50χ/ω. Με την άνω απόφαση ο οδηγός της μοτοσικλέτας κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος χωρίς καμία συνυπαιτιότητα να βαρύνει τον πεζό δεδομένου ότι και αν επιχειρούσε τη διάσχιση του οδοστρώματος από την εγγύς υπάρχουσα διάβαση και πάλι θα παρασυρόταν από την ιλιγγιωδώς κινούμενη μοτοσικλέτα, δηλαδή η κίνηση του πεζού εκτός διαβάσεως δεν συνδέεται αιτιωδώς με την παράσυρση.
γ. Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του ΕφΑθ 1324/1989 ΕπΣυγκΔ 1989,335 πεζός παρασύρθηκε όταν ανέλεγκτα επιχείρησε να διασχίσει το οδόστρωμα από σημείο που βρισκόταν σε απόσταση μη υπερβαίνουσα τα 10μ. από σηματοδοτούμενη διάβαση πεζών. Με την άνω απόφαση το μείζον ποσοστό υπαιτιότητας, ήτοι 85% καταλογίσθηκε στον οδηγό του ζημιογόνου οχήματος και μόλις ποσοστό 15% στον παρασυρθέντα πεζό γιατί ανέλεγκτα προσπάθησε να διασχίσει το οδόστρωμα.
δ. Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του ΕφΑθ 15125/1988 ΕπΣυγκΔ1990,371 ο πεζός παρασύρθηκε από δίκυκλο μοτοποδήλατο τη στιγμή που ανέλεγκτα επιχειρούσε την 09:00 ώρα να διασχίσει καθέτως το προς Αμπελοκήπους ρεύμα της λεωφόρου Κηφισίας εκτός διαβάσεως πεζών που βρίσκονταν σε απόσταση 11.30μ. από το σημείο του ατυχήματος. Με την άνω απόφαση καταλογίσθηκε σε καθένα από τους εμπλακέντες (οδηγός – πεζός) ίσος βαθμός υπαιτιότητας (50%). Ειδικότερα στον οδηγό καταλογίσθηκε ότι παρόλο που αντιλήφθηκε τον πεζό από απόσταση 30μ. να διασχίζει καθέτως τη λεωφόρο, εντούτοις δεν ανέκοψε την υπερβολική ταχύτητα των 60 χ/ω με την οποία εκινείτο. Στον πεζό καταλογίσθηκε το ίδιο ποσοστό υπαιτιότητας γιατί αυτός αποπειράθηκε να διασχίσει καθέτως την άνω λεωφόρο που εμφανίζει μεγάλη κυκλοφοριακή κίνηση εκτός διαβάσεων βιαστικά και ανέλεγκτα.
ε. Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του ΕφΑθ 6460/1987 ΕπΣυγκΔ 1989,371 το ατύχημα έγινε όταν η παθούσα επιχειρούσε να διασχίσει καθέτως την οδό Πατησίων των Αθηνών εκτός σηματοδοτούμενης διαβάσεως πεζών που απείχε από το σημείο της παρασύρσεως (17) μέτρα και έδειχνε πράσινο για τα αυτοκίνητα και ερυθρό για πεζούς. Η πεζή στην άνω βιαστική της προσπάθεια γλίστρησε και έπεσε στο οδόστρωμα και ο οδηγός του οχήματος λόγω της μεγάλης ταχύτητας, του ανεπαρκούς φωτισμού γιατί ήταν νύκτα και γιατί δεν φορούσε όπως έπρεπε τα γυαλιά μυωπίας του, την εξέλαβε ως «μαύρη σακούλα σκουπιδιών» και για το λόγο αυτό πέρασε με το οδηγούμενο απ’ αυτόν αυτοκίνητο πάνω από το σώμα της τραυματίζοντάς την θανάσιμα. Με την άνω απόφαση υπαιτιότητα σε ποσοστό 50% καταλογίσθηκε σον οδηγό του οχήματος. Το ίδιο αυτό ποσοστό καταλογίσθηκε και στην πεζή η οποία βιαστικά και απρόσεκτα κινούμενη προσπάθησε να διασχίσει το οδόστρωμα εκτός των πλησίον σηματοδοτούμενης διαβάσεως πεζών.
στ. Κατά τις παραδοχές του ΕφΑθ 6325/2000 ΕπΣυγκΔ 2005,209 η πεζή την 23:50 ώρα της 19-9-1997 επιχείρησε να διασχίσει τη λεωφόρο Μεσογείων των Αθηνών πλησίον διαβάσεως σηματοδοτούμενης που έδειχνε κόκκινο φως για τους πεζούς και πράσινο φως για τα οχήματα οπότε και παρασύρθηκε από διερχόμενο όχημα, ο οδηγός του οποίου παρά την τροχοπέδηση που ενήργησε δεν μπόρεσε ν’ αποφύγει την πεζή, η οποία και με την παλινδρόμηση επί του οδοστρώματος παραπλάνησε τον οδηγό ώστε αυτός να προβεί στους ορθούς αποφευκτικούς ελιγμούς. Με την προαναφερόμενη απόφαση η αποκλειστική υπαιτιότητα για το ατύχημα καταλογίσθηκε στην ίδια την πεζή χωρίς καμία συνυπαιτιότητα να βαρύνει τον οδηγό ο οποίος υπό τις άνω συνθήκες δεν μπορούσε ν’ αποφύγει το ατύχημα.
ζ. Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του ΕφΑθ 333/1999 ΕπΣυγκΔ 2000,42 επ. το ατύχημα έγινε την 04:15 (πρωινή) ώρα της 28-11-1996. Τότε ο εναγόμενος οδηγώντας το μοτοποδήλατό του εκινείτο επί της οδού Θηβών στο Αιγάλεω με κατεύθυνση προς Περιστέρι. Το μοτοποδήλατο διήλθε τη διασταύρωση της άνω οδού με την οδό Βορείου Ηπείρου τη στιγμή που οι φωτεινοί σηματοδότες έδειχναν για τα οχήματα πράσινο φως. Σε απόσταση (15) μέτρων από την άνω διασταύρωση παρέσυρε τον πεζό ο οποίος προσπαθούσε κάθετα να διασχίσει την οδό Θηβών από αριστερά προς τα δεξιά και τότε είχε διανύσει το μισό του πλάτους 9μ. οδοστρώματος. Με την άνω απόφαση το μείζον ποσοστό υπαιτιότητας (80%) καταλογίσθηκε στον πεζό, ενώ ποσοστό 20% καταλογίσθηκε στον οδηγό γιατί αυτός εκινείτο με ανεπαρκή φωτισμό παρόλο ότι ήταν νύκτα με αυξημένη ταχύτητα και δεν είχε τεταμένη την προσοχή του ώστε εν περιπτώσει ανάγκης να προβεί στον κατάλληλο αποφευκτικό ελιγμό βλ. ακόμη και ΕφΑθ 8615/1996 ΕπΣυγκΔ 1997,202


3. Παράσυρση πεζού εκτός διαβάσεως που βρίσκεται σε απόσταση από το σημείο του ατυχήματος 30μ. και περισσότερο.

Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του ΜΠρΑθ 1719/1989 ΕπΣυγκΔ 1990,420 πεζή που είχε διασχίσει τα 3/4 του οδοστρώματος εκτός διαβάσεως παρασύρθηκε από αυτοκίνητο που εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα και σταμάτησε μετά την παράσυρση σε απόσταση 80μ. Με την άνω απόφαση η αποκλειστική υπαιτιότητα για το ατύχημα καταλογίσθηκε στον οδηγό χωρίς καμία συνυπαιτιότητα να βαρύνει τον ενάγουσα – πεζή, η οποία μετά από έλεγχο κατήλθε στο οδόστρωμα και εύλογα πίστευε ότι μπορούσε να το διασχίσει χωρίς κίνδυνο για την ίδια και τους τρίτους. Προστίθεται περαιτέρω στην απόφαση ότι η παράλειψη της πεζής να χρησιμοποιήσει τις αποχρωματισμένες και ευρισκόμενες σε απόσταση 30μ. διαβάσεις δεν τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα.
Αντιθέτως με τη απόφαση του ΜπρΘεσ 29816/2002 (αναφέρεται στη μελέτη Νικ. Σιαπέρα ΕπΣυγκΔ 2005,194 (198) καταλογίσθηκε υπαιτιότητα για το ατύχημα σε πεζό και σε ποσοστό 60% ο οποίος επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα από σημείο που δεν υπήρχαν διαβάσεις πεζών (τέτοιες υπήρχαν σε απόσταση από το εν λόγω σημείο) και επιχείρησε να εξέλθει στο απέναντι πεζοδρόμιο διερχόμενος ανάμεσα από σταματημένα λόγω φωτεινού σηματοδότη οχήματα χωρίς προηγουμένως να ελέγξει και να βεβαιωθεί ότι δεν παρεμποδίζει την κυκλοφορία. Αντιθέτως στον οδηγό του ζημιογόνου οχήματος καταλογίσθηκε μικρότερο ποσοστό υπαιτιότητας (40%).
Κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου το ατύχημα έγινε την 05:11 (πρωινή) ώρα της 25-11-1995 στην παραλιακή λεωφόρο Θεσ/νίκης πλησίον του ξενοδοχείου «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΠΑΛΛΑΣ». Τότε η οδηγός του οχήματος κινούμενη με υπερβολική ταχύτητα πέρα της επιτρεπόμενης των 50χ/ω δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως δύο νεαρούς πεζούς οι οποίοι προσπαθούσαν εκτός διαβάσεως να διασχίσουν καθέτως το οδόστρωμα πιασμένοι χέρι & χέρι με αποτέλεσμα να τους παρασύρει. Με την απόφαση του ΕφΘεσ 215/2000 ΕπΣυγκΔ 2000,408 καταλογίσθηκε για το ατύχημα υπαιτιότητα στην μεν οδηγό 70% στους δε πεζούς 30%. Η συνυπαιτιότητα των πεζών στηρίχθηκε στη διαπίστωση ότι οι πεζοί δεν χρησιμοποίησαν τη διάβαση πεζών που υπήρχε σε απόσταση 40μ. ούτε την υπάρχουσα σε μικρότερη απόσταση αερογέφυρα χωρίς προηγουμένως να κοιτάξουν αν κινούνται οχήματα στο οδόστρωμα της λεωφόρου.
Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του ΜΠρΑθ 5887/1990 ΕπΣυγκΔ 1992,310 το ατύχημα συνέβη όταν ο πεζός προσπαθώντας να διασχίσει κάθετα τη λεωφόρο είχε διανύσει τις δύο από τις τρεις λωρίδες κυκλοφορίας και ενόσω βρισκόταν στην τρίτη λωρίδα κυκλοφορίας. Στον οδηγό καταλογίσθηκε υπαιτιότητα σε ποσοστό 20% γιατί δεν ανέκοψε ταχύτητα, αλλά συνέχισε την πορεία του με την ίδια ταχύτητα και δεν ενήργησε αποφευκτικό ελιγμό. Στον παθόντα πεζό καταλογίσθηκε υπαιτιότητα ποσοστό 80% γιατί επιχείρησε ανέλεγκτα και βιαστικά να διασχίσει το οδόστρωμα με πυκνή κυκλοφοριακή κίνηση και εκτός υπόγειας διαβάσεως πεζών που βρίσκονταν σε απόσταση (54μ) από το σημείο του ατυχήματος.
Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του ΜΠρΗρακλείου 465/1997 ΕπΣυγκΔ 1998,228 το ατύχημα συνέβη γιατί ο οδηγός παρέσυρε τον πεζό που επιχειρούσε να διασχίσει το οδόστρωμα παρόλη τη δυνατότητα που είχε ο οδηγός να αντιληφθεί τον πεζό και παρά την προσπάθειά του να ειδοποιήσει τον πεζό με ηχητικό σήμα. Με την απόφαση καταλογίσθηκε στον οδηγό υπαιτιότητα σε ποσοστό 70%. Στον παθόντα πεζό καταλογίσθηκε υπαιτιότητα σε ποσοστό 30% γιατί προσπάθησε βραδυπορώντας να διασχίσει καθέτως το οδόστρωμα εθνικής οδού στην οποία κινούνται οχήματα με αυξημένη ταχύτητα και δεν χρησιμοποίησε τη διάβαση πεζών που βρισκόταν σε απόσταση 60-70μ από το σημείο του ατυχήματος.
Κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του ΕφΑθ 12123/1979 ΕπΣυγκΔ 1983,507 σε χρόνο που οι δύο γυναίκες επιχείρησαν πεζές να διασχίσουν το οδόστρωμα της εθνικής οδού (περιοχή Κάτω Πατησίων & Αθηνών) και σε χρόνο που αυτές είχαν διανύσει τις δύο από τις τρεις λωρίδες κυκλοφορίας. Στον οδηγό καταλογίσθηκε υπαιτιότητα σε ποσοστό 60% γιατί καίτοι η οδός ήταν ευθεία σε απόσταση 1000μ. αυτός κινούμενος με ταχύτητα 70χ/ω καθυστερημένα τις αντιλήφθηκε από απόσταση μόλις 15μ., ενώ έπρεπε νωρίτερα. Στην παθούσα πεζή καταλογίσθηκε υπαιτιότητα σε ποσοστό 40% γιατί δεν ήλεγξε προηγουμένως την κίνηση των οχημάτων και δεν χρησιμοποίησε την εναέρια διάβαση πεζών, που υπήρχαν σε απόσταση 200μ.
Σχολιάζοντας την αιτιολογία της άνω αποφάσεως σχετικώς με το ορισθέν ποσοστό συνυπαιτιότητας της αιτούσας πεζής θα μπορούσε να διατυπώσει την άποψη ότι φαίνεται μάλλον υπερβολική η αξίωση που κατευθύνεται στο βάρος του πεζού να χρησιμοποιήσει διάβαση πεζών που βρίσκεται σε τόσο μεγάλη απόσταση (βλ. σχ. Αρθ. 190 παρ.2 του ιταλικού Codice della Strada που ορίζει την απόσταση αυτή σε 100μ.). Επομένως μάλλον δεν επιτρέπεται να καταλογίζεται στον πεζό ότι δεν χρησιμοποίησε διάβαση ευρισκόμενη σε τόσο μακρινή απόσταση. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ελαφρύνει τη θέση του πεζού. Ο τελευταίος προτιθέμενος να διασχίσει καθέτως εθνική οδό με πυκνή κυκλοφορία οχημάτων που αναπτύσσουν υψηλές ταχύτητες και οι οδηγοί των οποίων συνήθως δεν αναμένουν διάβαση πεζών, όταν λείπουν διαβάσεις, έχει την υποχρέωση να επιδείξει ιδιαίτερη προσοχή και να συμμορφωθεί προς τις επιταγές του εδαφίου (ε) της παρ. 4 του άρθρ. 38 ΚΟΚ, δηλαδή να διέλθει το οδόστρωμα κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μη παρεμποδιστεί η κυκλοφορία των οχημάτων, ώστε τα τελευταία να μην αναγκασθούν σε αιφνίδια τροχοπέδηση που θα προκαλέσει κινδύνους γενικώς στην κυκλοφορία.
Κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου ΕφΑθ 2209/1999 ΕπΣυγκΔ 2005,206 το ατύχημα έγινε την 04:50 πρωινή ώρα της 24-12-1993. Τότε ο ηλικίας 18 ετών που βρισκόταν υπό την επήρεια μέθης γιατί στο αίμα του ανιχνεύθηκε οινόπνευμα σε ποσοστό 1,55 %ο επιχείρησε να διασχίσει το πλάτος 15,80μ. και αποτελούμενο από (5) λωρίδες κυκλοφορίας οδόστρωμα της λεωφόρου Συγγρού. Κατά την απόφαση στον οδηγό δεν καταλογίσθηκε καμία υπαιτιότητα γιατί έβαινε κανονικά στη λωρίδα κυκλοφορίας του και δεν είχε τη δυνατότητα αποφευκτικού ελιγμού γιατί αντιλήφθηκε τον πεζό μόλις στα 5μ. όταν ο πεζός αιφνιδίως παρεμβλήθηκε στην πορεία του. Η αποκλειστική υπαιτιότητα για το ατύχημα ενόψει των άνω παραδοχών καταλογίσθηκε στον πεζό, ο οποίος μάλιστα και δεν χρησιμοποίησε τις πλησίον του ατυχήματος υπόγειες για πεζούς διαβάσεις.
Κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου ΜΠρΑθ 3524 ΕπΣυγκΔ 1988,173 επ. ο πεζός επιχείρησε εκτός διαβάσεων (υπόγειες υπήρχαν λίγο πιο κάτω από το σημείο του ατυχήματος) να διασχίσει το οδόστρωμα της λεωφόρου Συγγρού πλάτους 13,50μ. Ο πεζός παρασύρθηκε από το όχημα όταν είχε διανύσει απόσταση 12.50μ. και υπολειπόταν ακόμη διάστημα 1μ. για να ανέλθει στο κράσπεδο της κλεισμένης με κιγκλιδώματα νησίδας ασφαλείας. Με την απόφαση στον οδηγό καταλογίσθηκε υπαιτιότητα σε ποσοστό 70% γιατί εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα και έπρεπε να είχε αντιληφθεί τον πεζό αφού ο τελευταίος κατά την παράσυρση είχε διανύσει τόση απόσταση. Στον πεζό καταλογίσθηκε υπαιτιότητα σε ποσοστό 30% γιατί ανέλεγκτα επιχείρησε να διασχίσει το οδόστρωμα εκτός διαβάσεων που υπήρχαν σε μικρή απόσταση.

ΟΙ ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΙ ΧΡΗΜΑΤΙΚΗΣ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗΣ ΛΟΓΩ ΨΥΧΙΚΗΣ ΟΔΥΝΗΣ ΕΠΙ ΤΡΟΧΑΙΩΝ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ ΜΕ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΛΛΟΔΑΠΟΤΗΤΑΣ

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΤΗΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ 
ΚΑΙ Η ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ 864/2007 
(ΡΩΜΗ ΙΙ)

Β΄ ΜΕΡΟΣ
Υπό Γεωργίου Αμπατζή 
Δικηγόρου Πατρών

ΣΣ (Δημοσιεύεται στην Επ.Συγκ.Δικ. 2009/482 & Τεύχος Οκτώβριος 2009)

Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Το ζήτημα που αποτελεί το αντικείμενο της μελέτης αυτής της εργασίας, μας απασχόλησε και πάλι εντελώς πρόσφατα. Ειδικότερα στο τεύχος του μηνός Φεβρουαρίου του έτους 2009 (σελ. 66 έως 77) δημοσιεύτηκε σχετική εργασία μας, στην οποία παρουσιάστηκαν οι θέσεις της νομολογίας των δικαστηρίων της χώρας μας επί του ζητήματος αυτού, αναφέρθηκαν οι αποφάσεις που εκδόθηκαν γι΄αυτό το θέμα σε περιληπτική απόδοσή τους και έγινε κριτική των θέσεων αυτών, ενώ παράλληλα έγινε μνεία και των διατάξεων του Κανονισμού 864/2007, γνωστού ως «ΡΩΜΗ ΙΙ» (εφεξής «Κανονισμός») και η επίδραση των διατάξεών του στην ελληνική έννομη τάξη.
Η ανάγκη η οποία επέβαλε την εκ νέου ενασχόλησή μας με το προαναφερόμενο θέμα είναι ότι από την δημοσίευση της πρώτης εργασίας μέχρι σήμερα υπήρξε μια σημαντική εξέλιξη στην νομολογία τόσο του Αρείου Πάγου όσο και των δικαστηρίων της ουσίας, ως προς την ερμηνεία των άρθρων 26 και 932 του ΑΚ. Η παρούσα μελέτη αποτελεί ακριβώς τη συνέχεια και συμπλήρωση της πρώτης πάρα πάνω εργασίας μας. 


ΙΙ. Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Κατ’αρχήν η υπ αριθ. 798/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου (αδημ.), η οποία ασχολήθηκε με τον θάνατο αλβανού υπηκόου σε τροχαίο ατύχημα το οποίο συνέβη στην Ελλάδα, έκρινε ότι το ζήτημα αν είναι κάποιος ή όχι μέλος της ίδιας οικογένειας με το θύμα ενός τροχαίου ατυχήματος δεν κρίνεται κατά το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο (άρθρο 932 Α.Κ.), αλλά κατά τις διατάξεις των άρθρων 14, 17, 22 και 23 του Α.Κ., ανάλογα με το αν πρόκειται για σύζυγο ή τέκνα, οι οποίες διατάξεις οδηγούν στην εφαρμογή του αλβανικού δικαίου. Την ίδια ακριβώς θέση και με παρόμοια διατύπωση υιοθέτησε και η υπ΄αριθ. 799/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου (αδημ.), η οποία αντιμετώπισε επίσης θάνατο αλβανού υπηκόου και η οποία δέχθηκε ότι για την κρίση αν είναι ή όχι κάποιος μέλος της ίδιας οικογένειας με το θύμα εφαρμόζονται οι πάρα πάνω διατάξεις του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου οι οποίες στη συγκεκριμένη περίπτωση παραπέμπουν, κατά την απόφαση, στην εφαρμογή του αλβανικού δικαίου.
Έτσι φάνηκε να παγιώνεται πλέον στη νομολογία του Αρείου Πάγου, μετά και την υπ΄αριθ. 3/20071 απόφαση αυτού του δικαστηρίου η οποία είχε υιοθετήσει την ίδια ακριβώς θέση, η άποψη ότι η έννοια του όρου «οικογένεια» του άρθρου 932 εδάφ. γ του Α.Κ. δεν ρυθμίζεται από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, αλλά από τις προαναφερόμενες διατάξεις του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, οι οποίες και παραπέμπουν στην εφαρμογή διατάξεων αλλοδαπού ουσιαστικού δικαίου. 
Στην προαναφερόμενη σταθερή νομολογία του Αρείου Πάγου ως προς το ζήτημα του προσδιορισμού του κύκλου των προσώπων τα οποία απαρτίζουν την «οικογένεια» του άρθρου 932 εδ. γ, επέφερε το πρώτο ρήγμα η υπ΄αριθ. 1847/2009 απόφαση αυτού του δικαστηρίου2. Το Δ΄ Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου το οποίο εξέδωσε την πάρα πάνω απόφαση, αντιμετώπισε τροχαίο ατύχημα αλβανού υπηκόου κατά το οποίο αυτός θανατώθηκε και οι συγγενείς του, σύζυγος και τέκνα του θανόντος, είχαν εγείρει αξιώσεις ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης. Τρία από τα μέλη της σύνθεσης αυτού του δικαστηρίου τάχθηκαν υπέρ της άποψης ότι ο καθορισμός των μελών της «οικογένειας» του θύματος, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη, γίνεται με βάση τις διατάξεις των άρθρων 13, 14, 17, 22 και 23 του Α.Κ., οι οποίες στη συγκεκριμένη περίπτωση παραπέμπουν στην εφαρμογή του αλλοδαπού δικαίου. Δύο από τα μέλη του εν λόγω δικαστηρίου υποστήριξαν την άποψη ότι ο κύκλος των προσώπων που ανήκουν στην «οικογένεια» καθορίζεται από το ελληνικό δίκαιο και συγκεκριμένα από τις διατάξεις των άρθρων 26 και 932 του ΑΚ, με βάση την ερμηνεία της αόριστης νομικής έννοιας της «οικογένειας», όπως αυτή έχει προσδιορισθεί από τη νομολογία των δικαστηρίων της χώρας μας. Στην περίπτωση αυτή, όπως δέχεται η μειοψηφούσα γνώμη, εφαρμόζονται ασφαλώς και οι πάρα πάνω διατάξεις του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, όχι όμως για να καθοριστεί με βάση αυτές ο κύκλος των προσώπων που ανήκουν στην «οικογένεια», αλλά προκειμένου να ερευνηθεί στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση η συνδρομή των προϋποθέσεων που θέτει το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο για να υπάρξει η συγγενική σχέση. Δεδομένου ότι η πάρα πάνω απόφαση ελήφθη με διαφορά μιάς ψήφου, η έρευνα του σχετικού λόγου αναιρέσεως που αφορούσε το πάρα πάνω ζήτημα παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 563 παρ. 2 εδ. β του Κ.Πολ.Δικ. Έτσι το πρόβλημα που αντιμετώπισε πρόσφατα η νομολογία των δικαστηρίων της ουσίας ως προς το εφαρμοστέο δίκαιο για τον καθορισμό της έννοιας της «οικογένειας» του άρθρου 932 εδ. γ του Κ.Πολ.Δικ. επανήλθε στο προσκήνιο και η διχογνωμία που είχε ανακύψει μεταφέρθηκε και στο ανώτατο δικαστήριο της χώρας μας. Αναμένεται πλέον από την Ολομέλεια του ανώτατου δικαστηρίου να δώσει την λύση στο λεπτό αυτό νομικό ζήτημα, το οποίο εξακολουθεί να απασχολεί συχνά τα δικαστήρια της ουσίας.


ΙΙΙ. Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ 

Τα δικαστήρια της ουσίας απασχόλησαν πολλές φορές τροχαία ατυχήματα που συνέβησαν επί ελληνικού εδάφους και στα οποία θανατώθηκαν αλλοδαποί, γεγονός το οποίο επέβαλε την εκ μέρους τους ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 26 και 932 του ΑΚ. Και αυτό γιατί στις πάρα πάνω περιπτώσεις είχαν εγερθεί αξιώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης των συγγενών των θυμάτων. Μερικές από τις αποφάσεις αυτές που εκδόθηκαν επί του ζητήματος αυτού, και οι οποίες είναι ενδεικτικές των αντίστοιχων λύσεων τις οποίες επεδίωξε να δώσει η ελληνική νομολογία, είναι οι ακόλουθες: 1) Η υπ αριθ. 5158/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (αδημ.), η οποία είχε να αντιμετωπίσει το πραγματικό γεγονός της διεκδίκησης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης των αλβανών υπηκόων, συγγενών θανατωθέντος σε τροχαίο ατύχημα, αλβανού επίσης υπηκόου. Η απόφαση αυτή ακολούθησε πιστά τις θέσεις και τη συλλογιστική της υπ αριθ. 3/2007 απόφασης του Αρείου Πάγου και εφάρμοσε αλβανικό δίκαιο και συγκεκριμένα το άρθρο 643 του αλβανικού ΑΚ. Ακολούθως επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης μόνο στην ανήλικη θυγατέρα του θανατωθέντος, ενώ απέρριψε το σχετικό αίτημα των γονέων και των αδελφών του θανατωθέντος. 
2) Η υπ αριθ. 4998/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (αδημ.) εφαρμόζει επίσης αλβανικό δίκαιο για τον προσδιορισμό των προσώπων που δικαιούνται να λάβουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης για το θάνατο του συγγενούς τους αλβανού επίσης υπηκόου, διευρύνει όμως την έννοια της οικογένειας στην οποία συμπεριλαμβάνει, εκτός από τα τέκνα του θανατωθέντος, ανήλικα και ενήλικα, τα εγγόνια του, τον σύζυγο, τους γονείς, τους αδελφούς και τις αδελφές, τα τέκνα των προαποβιωσάντων αδελφών, όπως επίσης και τους παππούδες και τις γιαγιάδες. 
3) Η υπ αριθ. 2265/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (αδημ.) δέχθηκε την άποψη ότι το ζήτημα αν ανήκει κάποιος στην οικογένεια του θύματος και έχει ως εκ τούτου απαίτηση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 26 του ΑΚ η οποία παραπέμπει σε εφαρμογή του ελληνικού δικαίου. Με βάση αυτή την παραδοχή της η εν λόγω απόφαση, εφαρμόζοντας το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στους αδελφούς του θανατωθέντος σε τροχαίο ατύχημα αλβανού υπηκόου, αλβανούς επίσης υπηκόους και κατοίκους Αλβανίας, ως ανήκοντες στην οικογένεια του θύματος. (Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε από την προαναφερόμενη υπ αριθ. 798/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου). 
4) Η υπ αριθ. 8626/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (αδημ.) εφάρμοσε επίσης το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο (αρθ. 932 ΑΚ) και επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στους γονείς και τους αδελφούς αλβανίδας υπηκόου η οποία θανατώθηκε σε τροχαίο ατύχημα που συνέβη στην Ελλάδα, αλβανούς επίσης υπηκόους. (Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε με την προαναφερόμενη 799/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου). 
5) Η υπ αριθ. 4734/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών3 έκρινε ότι το αν ανήκει ή όχι κάποιος στην οικογένεια του θύματος είναι ζήτημα το οποίο κρίνεται από το αλλοδαπό ουσιαστικό δίκαιο, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν το αλβανικό, στο οποίο παραπέμπουν οι διατάξεις των άρθρων 13,14,17 και 18 του ΑΚ. 
6) Η υπ αριθ. 6680/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών4 εφαρμόζει επίσης το αλβανικό δίκαιο, αλλά, αφού διαπιστώνει ότι από τα στοιχεία που της προσκομίσθηκαν δεν κατέστη δυνατό να προσδιορισθεί η έννοια της οικογένειας, σύμφωνα με το αλβανικό δίκαιο, θεωρεί ότι το αλβανικό δίκαιο ταυτίζεται ως προς το ζήτημα αυτό με το ελληνικό δίκαιο και ακολούθως προσδιορίζει τα μέλη της οικογένειας του θανόντος με βάση τις διατάξεις του ελληνικού ουσιαστικού δικαίου και συμπεριέλαβε σε αυτήν τη σύζυγο του θανόντος, το τέκνο του, τη μητέρα του, τους αδελφούς του και τον πεθερό και την πεθερά του. 
7) Συναφή προς την πάρα πάνω θέση ακολουθεί και η υπ αριθ. 397/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ΕΣυγκΔ 2009/515), η οποία δέχεται ότι για τον προσδιορισμό της έννοιας της οικογένειας εφαρμοστέο είναι το αλλοδαπό δίκαιο που ορίζουν οι σχετικές διατάξεις του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Επειδή όμως το πακιστανικό δίκαιο, το οποίο ήταν εφαρμοστέο κατά την άποψη του δικαστηρίου αυτού λόγω της ιθαγένειας του θανόντος, δεν προβλέπει το θεσμό της ψυχικής οδύνης και επομένως δεν προσδιορίζει και τα πρόσωπα τα οποία δικαιούνται να ζητήσουν το αντίστοιχο χρηματικό ποσό ως συγκροτούντα την οικογένεια του θύματος, τότε, αποφαίνεται η εν λόγω απόφαση, ότι τα σχετικά ζητήματα θα κριθούν από τις διατάξεις του ημεδαπού δικαίου και μάλιστα από το άρθρο 932 του ΑΚ. Την ίδια ακριβώς συλλογιστική ακολουθεί και η υπ αριθ. 928/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών5, η οποία είχε να αντιμετωπίσει θανάσιμο τραυματισμό ινδού υπηκόου. 
8) Η υπ αριθ. 1159/2009 του Εφετείου Αθηνών6 η οποία εκδίκασε αγωγή των αλβανικής ιθαγένειας συγγενών του θανατωθέντος σε τροχαίο ατύχημα, επίσης αλβανού υπηκόου, δέχθηκε ότι για τον προσδιορισμό του κύκλου των προσώπων που ανήκουν στην οικογένεια του θανόντος και επομένως δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, εφαρμοστέο είναι το ελληνικό δίκαιο και ειδικώτερα η διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ. 
Η παράθεση των πάρα πάνω αποφάσεων, μερικές από τις οποίες αναφέρονται και στην πρώτη πάρα πάνω εργασία μας (ΕπΣυγκΔ 2009 σελ. 66-77) πλην όμως κρίθηκε σκόπιμο για την πληρότητα της ανάλυσης να αναφερθούν και πάλι, έγινε για να καταδειχθεί η σύγχυση που επικρατεί στην ελληνική νομολογία ως προς την ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 26 και 932 του ΑΚ. 
Η έλλειψη λοιπόν ενιαίας αντιμετώπισης του ζητήματος αυτού από τη νομολογία καθιστά αναγκαία την εγγύτερη ανάλυση των πάρα πάνω κρίσιμων διατάξεων και ιδιαίτερα του άρθρου 26 του ΑΚ. Η ανάλυση αυτή επιτυγχάνεται με την ορθή ερμηνευτική προσέγγιση αυτής της διάταξης, η οποία περιλαμβάνει τις βασικές ερμηνευτικές κατευθύνσεις των κανόνων του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου και κυρίως αυτές που υιοθετούνται από τον κοινοτικό νομοθέτη. Ακολούθως πρέπει να ενταχθεί η ερμηνεία του άρθρου 26 του ΑΚ σε αυτό το ερμηνευτικό πλαίσιο, αλλά και να αναλυθεί η έννοια του «προκρίματος». 

IV. Η ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ 864/2007 («ΡΩΜΗ ΙΙ»)
Ο ερμηνευτής του κανόνα του άρθρου 26 του ΑΚ πρέπει να τον αντιμετωπίζει κατ αρχήν ως κανόνα του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Αυτό σημαίνει ότι, ακολουθώντας την τελολογική μέθοδο, πρέπει να στρέφει «ερευνητικό το βλέμμα περί τον διεθνή ορίζοντα» σύμφωνα με την εύστοχη διατύπωση του καθηγητή Ηλία Κρίσπη7, δηλαδή να προσπαθεί να προσεγγίσει ερμηνευτικά τη συγκεκριμένη διάταξη λαμβάνοντας υπόψη και τα συμφέροντα των λοιπών εμπλεκομένων στην ρυθμιστέα σχέση πολιτειών8 και ιδιαίτερα των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οποία ανήκει και η χώρα μας, όπως τα συμφέροντα αυτά προσδιορίζονται από τον κοινοτικό νομοθέτη. 
Είναι κατ΄αρχήν δεδομένο ότι η διχογνωμία που παρουσιάζεται στη νομολογία των δικαστηρίων της χώρας μας έχει περιορισμένο χρονικό ορίζοντα, αφού αυτή συνδέεται άμεσα με την ερμηνεία, κυριολεκτικά με τον προσδιορισμό του πλάτους της έννοιας, του άρθρου 26 του Α.Κ., το οποίο αντικαταστάθηκε στο σύνολό του από τις διατάξεις του κανονισμού 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Ιουλίου 2007 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές, γνωστού ως «ΡΩΜΗ ΙΙ», ο οποίος άρχισε να ισχύει από τις 11 Ιανουαρίου 2009, σύμφωνα με το άρθρο 32 αυτού9. Επομένως η πάρα πάνω ερμηνευτική διχογνωμία δεν γεννάται για τα τροχαία εκείνα ατυχήματα τα οποία εμπίπτουν στην ρύθμιση του κανονισμού από την άποψη των χρονικών ορίων ισχύος αυτού. Κι αυτό γιατί ο εν λόγω κανονισμός περιλαμβάνει λεπτομερείς διατάξεις, οι οποίες ρυθμίζουν το ζήτημα του εφαρμοστέου δικαίου κατά τρόπο ο οποίος διαφέρει ριζικά από τη ρύθμιση του άρθρου 26 του Α.Κ. και στο πλάτος της έννοιας των διατάξεων αυτών εμπεριέχεται και ο προσδιορισμός του κύκλου των προσώπων τα οποία δικαιούνται να λάβουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, όπως θα φανεί από την ανάπτυξη που ακολουθεί.
Ειδικότερα ο κανονισμός εισάγει ως συνδετικά στοιχεία του εφαρμοστέου δικαίου την «άμεση ζημία» (lex loci damni) (άρθρο 4 παρ. 1) αντί εκείνου της πολιτείας όπου διαπράχθηκε το αδίκημα του άρθρου 26 του Α.Κ. (lex loci delicti commissi), την κοινή συνήθη διαμονή των εμπλακέντων στο ατύχημα προσώπων (άρθρο 4 παρ. 2) ως παρέκκλιση του πάρα πάνω κανόνα και τον προδήλως στενότερο δεσμό του τροχαίου ατυχήματος με κάποια άλλη χώρα (άρθρο 4 παρ. 3) ως ρήτρα διαφυγής. Με το άρθρο 14 εξάλλου του Κανονισμού προβλέπεται η δυνατότητα υπαγωγής του ατυχήματος (της αδικοπραξίας γενικότερα) στο δίκαιο που επιλέγουν τα μέρη. 
Εκτεταμένη ανάπτυξη των διατάξεων του κανονισμού έχει δημοσιευτεί σε προηγούμενα τεύχη του περιοδικού10 και για το λόγο αυτό δεν θεωρείται σκόπιμη η επανάληψή τους. Για τις ανάγκες αυτής της εργασία θα επισημανθούν μόνο τα ακόλουθα ζητήματα:

1) Οι διατάξεις του Κανονισμού αντικαθιστούν πλήρως το άρθρο 26 του Α.Κ. και ρυθμίζουν αυτές πλέον και μόνο το εφαρμοστέο δίκαιο επί των εξωσυμβατικών ενοχών. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται ανεξάρτητα από την ιθαγένεια των εμπλακέντων στο ατύχημα προσώπων, δηλαδή τόσο για τους ημεδαπούς όσο και για τους αλλοδαπούς11. Επομένως η άποψη που υποστηρίχθηκε πρόσφατα, ότι οι διατάξεις του Κανονισμού καταλαμβάνουν μόνο τα πρόσωπα εκείνα που ανήκουν σε κράτη-μέλη δεσμευόμενα από αυτές τις ρυθμίσεις και όχι επί ζημιωθέντων οι οποίοι έχουν την ιθαγένεια κράτους-μέλους μη δεσμευόμενου από την κοινοτική ρύθμιση12, δεν φαίνεται να ευσταθεί. Η άποψη αυτή παραγνωρίζει την έννοια και τη λειτουργία του άρθρου 4 του ΑΚ, που αποτελεί κανόνα αναγκαστικού δικαίου, αλλά και τη νομική φύση της νομοθετικής παραγωγής του κοινοτικού νομοθέτη που εκφράζεται με τους κανονισμούς. Ειδικώτερα με το άρθρο 4 του ΑΚ εισάγεται η θεμελιώδης αρχή της εξομοίωσης του αλλοδαπού προς τον ημεδαπό από την άποψη του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Αυτό σημαίνει ότι το δίκαιο που διέπει κάθε σχέση ευρίσκεται με βάση τους ίδιους κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου και για τον αλλοδαπό και για τον ημεδαπό12α. Ο κανονισμός εξάλλου συνιστά την κατ εξοχήν πράξη του κοινοτικού νομοθέτη που διαθέτει αμεσότητα, με την έννοια ότι οι διατάξεις του εφαρμόζονται στην εθνική έννομη τάξη ως εσωτερικό δίκαιο, χωρίς να χρειάζεται να παρεμβληθεί οποιαδήποτε ενέργεια εκ μέρους του εθνικού νομοθέτη είτε με τη μορφή της μετατροπής είτε με εκείνη της αναπαραγωγής του μέσω της δημοσίευσης σε εθνικό επίπεδο, όπως ρητά αναγνωρίζεται από το άρθρο 189 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης12β. Περιθώριο εφαρμογής στις περιπτώσεις αυτές του άρθρου 26 του Α.Κ., όπως υποστηρίζει η πάρα πάνω άποψη, δεν υφίσταται, αφού το εν λόγω άρθρο έχει καταργηθεί και έχει αντικατασταθεί πλήρως από τις διατάξεις του Κανονισμού. 
2) Από τις προαναφερόμενες διατάξεις του κανονισμού, οι οποίες ορίζουν το εφαρμοστέο δίκαιο επί των τροχαίων ατυχημάτων (άρθρο 4 παρ. 1, 2 και 3 και άρθρο 14) προσδιορίζεται αυτοτελώς και το δίκαιο το οποίο διέπει τον καθορισμό των προσώπων τα οποία δικαιούνται να λάβουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης σε περίπτωση θανάτου συγγενούς τους. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι ο καθορισμός του κύκλου των προσώπων τα οποία ανήκουν στην οικογένεια του θύματος κατά το άρθρο 932 εδ. γ του Α.Κ. γίνεται με βάση το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο του κράτους, του οποίου το δίκαιο αυτό είναι εφαρμοστέο, σύμφωνα με τις πάρα πάνω διατάξεις του κανονισμού, και όχι με βάση το ουσιαστικό δίκαιο κάποιου άλλου κράτους. Αν λοιπόν σε όλα τα πάρα πάνω παραδείγματα που απασχόλησαν τη Νομολογία εφαρμόζονταν οι διατάξεις του κανονισμού και ειδικότερα εκείνη του άρθρου 4 παρ. 1 αυτού, τότε ο προσδιορισμός των προσώπων που δικαιούνται να λάβουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης θα έπρεπε να γίνει με βάση το δίκαιο του τόπου στον οποίο επήλθε η άμεση ζημία, δηλαδή από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, εφόσον η άμεση αυτή ζημία, δηλαδή ο θάνατος, επήλθε μέσα στην ελληνική επικράτεια. Η θέση αυτή του κοινοτικού νομοθέτη προκύπτει με σαφήνεια από τα ακόλουθα στοιχεία: α) Από την διάταξη του άρθρου 15 εδ. 1 και περ. στ΄, όπου ορίζεται ότι « το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές δυνάμει του παρόντος κανονισμού διέπει ιδίως & τα πρόσωπα που δικαιούνται αποκατάστασης της προσωπικής ζημίας που υπέστησαν». β) Από την πρόταση της Επιτροπής13, στην οποία, κατά την ανάλυση της προαναφερόμενης διάταξης, αναφέρονται τα εξής: « Η πάρα πάνω έννοια ρυθμίζει ιδίως το θέμα αν κάποιο πρόσωπο πέραν του «αμέσως ζημιωθέντος» μπορεί να επιτύχει αποκατάσταση της βλάβης την οποία υπέστη και αυτό «εξ ανακλάσεως» ως συνέπεια της βλάβης που έπληξε το θύμα. Η βλάβη αυτή μπορεί να είναι ηθική, για παράδειγμα η οδύνη που προκαλείται από το θάνατο οικείου ή περιουσιακή, για παράδειγμα η ζημία των παιδιών ή του συζύγου του θανόντος & ». Στη διεθνή βιβλιογραφία αναφέρεται ότι ως προς το ζήτημα του προσδιορισμού του εφαρμοστέου δικαίου επί των αξιώσεων χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης ο κοινοτικός νομοθέτης είχε να επιλέξει μεταξύ των ακόλουθων δύο λύσεων: Ή να θεσπίσει ως εφαρμοστέο δίκαιο το δίκαιο της πολιτείας όπου ο αξιών την ψυχική οδύνη συγγενής έχει το κέντρο των βιοτικών του σχέσεων, και η οποία είναι συνήθως ο τόπος της συνήθους διαμονής του ή το δίκαιο της πολιτείας στην οποία επήλθε η άμεση ζημία. Η αδιάστικτη διατύπωση του άρθρου 4 παρ. 1 του Κανονισμού, κατά το οποίο « το εφαρμοστέο δίκαιο επί εξωσυμβατικής ενοχής η οποία απορρέει από αδικοπραξία είναι το δίκαιο της χώρας στην οποία επέρχεται η ζημία, ανεξαρτήτως της χώρας στην οποία έλαβε χώρα το ζημιογόνο γεγονός καθώς και της χώρας ή των χωρών στις οποίες το εν λόγω γεγονός παράγει έμμεσα αποτελέσματα &», οδηγεί στο βέβαιο συμπέρασμα ότι ο κοινοτικός νομοθέτης επέλεξε την δεύτερη από τις πάρα πάνω λύσεις14. Εξαίρεση βέβαια από αυτόν τον κανόνα υπάρχει στην σπάνια εμφανιζόμενη στην πράξη περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 4 παρ. 2 του Κανονισμού (παρέκκλιση από τον πάρα πάνω γενικό κανόνα) οπότε εφαρμόζεται το δίκαιο της κοινής συνήθους διαμονής των εμπλακέντων στο ατύχημα προσώπων. Αυτό θα συμβεί αν π.χ. δύο Έλληνες με τόπο συνήθους διαμονής τους στην Ελλάδα εμπλέκονται σε τροχαίο ατύχημα το οποίο συμβαίνει σε γερμανικό έδαφος. Στην περίπτωση αυτή θα εφαρμοστεί το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 του Κανονισμού.
3) Εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία για το ζήτημα που απασχολεί την παρούσα εργασία είναι η ερμηνευτική προσέγγιση των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, από την σκοπιά του κοινοτικού νομοθέτη. Η προσέγγιση αυτή μπορεί να αποτελέσει και τον αποφασιστικό ερμηνευτικό «μίτο» για την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 26, το οποίο εφαρμόζεται για τα τροχαία ατυχήματα τα οποία συνέβησαν πριν από την έναρξη του Κανονισμού, και 932 εδ.γ του Α.Κ. Ήδη πριν αρχίσει οποιαδήποτε προετοιμασία των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την θέσπιση ενιαίων κανόνων που θα ορίζουν το εφαρμοστέο δίκαιο επί των εξωσυμβατικών ενοχών, κυκλοφορούσε ευρέως η άποψη ότι ο στόχος τον οποίο θα πρέπει να υπηρετούν οι κανόνες του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου είναι η εξυπηρέτηση των συμφερόντων των μερών τα οποία εμπλέκονται σε ένα τροχαίο ατύχημα. Ως τέτοια εξυπηρέτηση δεν θεωρείται βέβαια η ευνοϊκή μεταχείριση του ενός ή του άλλου μέρους, αλλά η διασφάλιση ότι το δίκαιο το οποίο θα ρυθμίσει τις σχέσεις τους θα είναι προβλεπτό από αυτούς15. Την βασική αυτή αρχή ενσωμάτωσε και ο κοινοτικός νομοθέτης στις διατάξεις του Κανονισμού, όπως προκύπτει από το προοίμιο εκτιμήσεων, το οποίο προτάσσεται των διατάξεων αυτών. Στο προοίμιο αυτό τονίζεται ότι η ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς προϋποθέτει την δυνατότητα πρόβλεψης του εφαρμοστέου δικαίου σε μια συγκεκριμένη σχέση, γεγονός το οποίο εγγυάται και την ασφάλεια του δικαίου. Ο στόχος αυτός επιτυγχάνεται όταν οι κανόνες σύγκρουσης δικαίων που ισχύουν στα κράτη-μέλη ορίζουν ως εφαρμοστέο το αυτό εθνικό (εσωτερικό) δίκαιο, ανεξάρτητα από το κράτος ενώπιον των δικαστηρίων του οποίου ασκείται η αγωγή16. Η ύπαρξη των ενιαίων αυτών κανόνων δημιουργεί στον κοινοτικό νομοθέτη την προσδοκία της βελτίωσης της προβλεψιμότητας των δικαστικών αποφάσεων και της εξασφάλισης με τον τρόπο αυτό εύλογης ισορροπίας μεταξύ των συμφερόντων του φερομένου ως υπαίτιου και του ζημιωθέντος. Αντίθετα η διασπορά των στοιχείων της υπόθεσης σε περισσότερες χώρες αποτελεί πηγή αβεβαιότητας για το εφαρμοστέο δίκαιο και για το λόγο αυτό πρέπει να αποφεύγεται17. Αλλά και στην πρόταση της επιτροπής είναι διάχυτο αυτό το πνεύμα της επιδίωξης της ασφάλειας του δικαίου κατά την θέσπιση, ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που εισάγει ο Κανονισμός. Εδώ τονίζεται ότι μεταξύ των κρατών-μελών υπήρχαν σημαντικές διαφορές σε διάφορα ζητήματα, μεταξύ των οποίων βασικό είναι το ζήτημα της αποζημίωσης λόγω ηθικής βλάβης, συμπεριλαμβανομένης της αποζημίωσης τρίτων. Έχοντας λοιπόν ο κοινοτικός νομοθέτης επίγνωση ότι η εναρμόνιση του ουσιαστικού δικαίου των κρατών-μελών δεν μπορεί να πραγματωθεί στο άμεσο μέλλον, η ενοποίηση των κανόνων του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου είναι εκείνη που θα οδηγήσει άμεσα στον επιθυμητό στόχο. Ο στόχος αυτός είναι η προβλεψιμότητα από τα μέρη του εφαρμοστέου δικαίου, μέσω της οποίας επιτυγχάνεται και η ασφάλεια του δικαίου, και η αποφυγή της διασποράς μεταξύ διαφόρων κρατών όχι μόνο του γενεσιουργού της ευθύνης γενονότος, αλλά και της ίδιας της ζημίας18. Είναι ενδεικτικό, από την άποψη της νομοθετικής πολιτικής του κοινοτικού νομοθέτη, ότι αυτός δεν επέλεξε ως βασικό κανόνα εφαρμοστέου δικαίου την αρχή της εύνοιας προς τον ζημιωθέντα, όπως είχε προτείνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η οποία συνίσταται στην δυνατότητα που προσφέρεται στον τελευταίο να επιλέξει το ευνοϊκότερο γι΄αυτόν δίκαιο (forum shopping). Η πρόταση αυτή του Κοινοβουλίου απορρίφθηκε με τη σκέψη ότι ενδεχόμενη υιοθέτησή της θα οδηγούσε σε πολυδιάσπαση του εφαρμοστέου δικαίου και σε συνακόλουθη επανεισαγωγή του στοιχείου της νομικής αβεβαιότητας, το οποίο είναι αντίθετο προς το γενικό στόχο του Κανονισμού19. Η πάρα πάνω λύση που επελέγη από τον κοινοτικό νομοθέτη, ανεξάρτητα από τις δικαιοπολιτικές αντιρρήσεις που μπορεί να έχει κάποιος ιδιαίτερα ως προς την ανάγκη προστασίας του αδύνατου μέρους που κατά κανόνα είναι ο ζημιωθείς έναντι του ζημιώσαντος και του ασφαλιστή του, αποτελεί το τεθειμένο και ισχύον σήμερα δίκαιο στην χώρα μας, οι ρυθμίσεις του οποίου διέπουν τα τροχαία ατυχήματα τα οποία συμβαίνουν πλέον εντός των χρονικών πλαισίων ισχύος του Κανονισμού και διέπονται από τις διατάξεις του. Μάλιστα η λύση που επιλέχθηκε από τον κοινοτικό νομοθέτη χαρακτηρίστηκε ως επιτυχής από τους ευρωπαίους θεωρητικούς ερευνητές, κυρίως διότι κατά την άποψή τους, επιφέρει εξισορρόπηση των εκατέρωθεν συμφερόντων και απομακρύνει τον κίνδυνο να εφαρμοστεί μη προβλεπτό εκ των προτέρων δίκαιο, πράγμα το οποίο θα οδηγούσε σε ανασφάλεια ως προς το εφαρμοστέο δίκαιο20


V. Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 26 του Α.Κ. ΚΑΙ Ο ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΛΑΤΟΥΣ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ ΤΟΥ

Η ανάπτυξη της θέσης του κοινοτικού νομοθέτη που έγινε αμέσως πάρα πάνω είχε σαν στόχο την υποβοήθηση της ερμηνείας του άρθρου 26 του Α.Κ. ως κανόνα του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου και κυρίως του προσδιορισμού του πλάτους της έννοιας αυτού. Κι αυτό γιατί η ερμηνεία του άρθρου 932 εδ. γ και ειδικότερα ο προσδιορισμός της έννοιας της «οικογένειας» αυτής της διάταξης συνδέεται άμεσα με το καθορισμό του πλάτους της έννοιας του άρθρου 26 του Α.Κ. Εφόσον ο σκοπός των διατάξεων του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου που αφορά τις εξωσυμβατικές ενοχές, όπως οι διατάξεις αυτές διαμορφώνονται σήμερα από την κοινοτική νομοθεσία και ιδιαίτερα από τον Κανονισμό, είναι η ασφάλεια του δικαίου η οποία επιτυγχάνεται με την προβλεψιμότητα του εφαρμοστέου δικαίου και επί της ίδιας της ζημίας, όπως αναφέρεται πάρα πάνω, η ερμηνεία των διατάξεων αυτού οφείλει να εξυπηρετεί αυτό το σκοπό. Πώς προσεγγίζεται αυτός ο σκοπός από τον ερμηνευτή και τον εφαρμοστή του δικαίου; Με την αποφυγή της διασποράς των στοιχείων της υπόθεσης σε περισσότερες χώρες, η οποία διασπορά προκαλεί ανασφάλεια και κατά συνέπεια και ανισορροπία μεταξύ των συμφερόντων του φερόμενου ως υπαιτίου και του ζημιωθέντος, όπως δέχεται και ο κοινοτικός νομοθέτης, κατά την ανάπτυξη που προηγήθηκε. Την θέση αυτή του νομοθέτη δεν θα πρέπει να αγνοήσει ο έλληνας εφαρμοστής του δικαίου, αλλά να την εφαρμόσει ως ερμηνευτικό οδηγό και για τα τροχαία ατυχήματα που έχουν συμβεί πριν από την έναρξη ισχύος του Κανονισμού, δηλαδή πριν από την 11-1-2009 και δεν καταλαμβάνονται από τις διατάξεις αυτού, όπως έχουμε αναφέρει σε άλλη θέση21. 
Στην ελληνική νομική επιστήμη και την νομολογία έχουν πρυτανεύσει οι πάρα πάνω αρχές κατά την ερμηνεία του άρθρου 26 του Α.Κ. Έτσι τόσο οι συγγραφείς όσο και η νομολογία δέχονται ότι ο καθορισμός των προσώπων που δικαιούνται αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, γίνεται από το δίκαιο που υποδεικνύει το άρθρο 26 του Α.Κ. Επομένως στο πλάτος της έννοιας αυτής της διάταξης εμπεριέχεται και ο κύκλος των προσώπων τα οποία απαρτίζουν την οικογένεια του θύματος ενός τροχαίου ατυχήματος. Σε όλες λοιπόν τις περιπτώσεις κατά τις οποίες συμβαίνει θάνατος αλλοδαπού, ο οποίος εμπλέκεται σε τροχαίο ατύχημα επί ελληνικού εδάφους, ο καθορισμός του κύκλου των προσώπων τα οποία απαρτίζουν την «οικογένειά» του και δικαιούνται επομένως να λάβουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης θα γίνει από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, δηλαδή από την διάταξη του άρθρου 932 εδ. γ του Α.Κ. . Κι αυτό γιατί, όταν οι σχετικές αξιώσεις υποβάλλονται ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων, τότε τόσο η lex loci delicti commisi όσο και η lex causae, δηλαδή η πολιτεία στην οποία διαπράχθηκε το αδίκημα, συμπίπτουν και υποδεικνύουν ως εφαρμοστέο το ελληνικό δίκαιο.
Από την νομολογία αναφέρουμε ενδεικτικά τις ακόλουθες αποφάσεις, οι οποίες έχουν υιοθετήσει την πάρα πάνω υποστηριζόμενη άποψη: Πρωτ. Αθ. 705/1974 (ΝΟΒ 23 σελ. 527), Εφ.Αθ. 2027/1986 (Ελλ.Δ/νη 27 σελ 1133), Εφ.Θεσ. 1308/1987 (Αρμ 1988 σελ. 889), Εφ.Λαρ.119/2001 (Δικογρ. 2001 σελ. 222), Εφ.Δωδ. 16/2005 (δημοσίευση σε ΝΟΜΟΣ), Εφ.Αθ. 4451/2007 (Επ.Συγκ.Δικ. 2007 σελ. 287 κ.επ.), Εφ.Αθ. 1159/2009 (Επ.Συγκ.Δικ. 2009 σελ. 79). 
Πρέπει να σημειωθεί ότι ορισμένες από τις πάρα πάνω αναφερόμενες αποφάσεις δεν κάνουν ευθέως λόγο για τους «δικαιούχους» της αποζημίωσης, αλλά για την «έκταση» αυτής. Όπως όμως ορθά έχει παρατηρηθεί22 το ζήτημα του προσδιορισμού των «ιδίω δικαίω» δικαιουμένων σε αποζημίωση προσώπων συνδέεται άμεσα με το ζήτημα της έκτασης της αποζημίωσης, αφού η έκταση αυτής συναρτάται προς τον αριθμό των δικαιούχων της. Όμως όλες ανεξαιρέτως οι πάρα πάνω αποφάσεις δέχονται ότι η έκταση της αποζημίωσης είναι ζήτημα το οποίο κρίνεται από το δίκαιο που υποδεικνύει το άρθρο 26 του Α.Κ., δηλαδή σε όλες τις πάρα πάνω περιπτώσεις από το ελληνικό δίκαιο.
Επίσης και στην νομική βιβλιογραφία οι συγγραφείς ομόφωνα δέχονται ότι από το άρθρο 26 του Α.Κ. ρυθμίζεται ο κύκλος των δικαιούχων σε αποζημίωση προσώπων (Α.Κρητικός «Αποζημίωση από Τροχαία Αυτοκινητικά Ατυχήματα» εκδ. 1987, σελ. 218 αριθ. 487, Γ. Μαριδάκης, Ελληνικό Διεθνές Δίκαιο, τόμος Α, παρ. 31, σελ. 421, Α. Γραμματικάκη-Αλεξίου, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, εκδ. Β, (1998), σελ. 303, Αικ. Τενεκίδου-Φραγκοπούλου «Η Αδικοπραξία κατά το Ιδ.Διεθνές Δίκαιο» σελ. 46, 122 και 125, Β. Παπαδήμας «Το Προδικαστικόν Ζήτημα εις το Ιδ.Διεθνές Δίκαιον», σελ. 109, Β.Βαθρακοκοίλης, «ΕΡΝΟΜΑΚ», άρθρο 26, σελ. 187, Πολυζωγόπουλος, Εισήγηση στο 21ο Συνέδριο της Ένωσης Ελλήνων Δικονομολόγων, σελ. 255).
Στις προαναφερόμενες πάγιες θέσεις της νομολογίας και της επιστήμης υπήρξε πρόσφατα διαφοροποίηση, η οποία στον χώρο της θεωρίας εκφράστηκε από τον συγγραφέα και επίτιμο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου Αθανάσιο Κρητικό23 και στον χώρο της νομολογίας από τις αποφάσεις που αναφέρονται πάρα πάνω. Ο εν λόγω συγγραφέας υποστηρίζει ότι ο καθορισμός των προσώπων που δικαιούνται να αξιώσουν την χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης δεν γίνεται από το άρθρο 26 του Α.Κ., αλλά αποτελεί πρόκριμα ρυθμιζόμενο από τον οικείο κανόνα του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου και ειδικότερα από τις διατάξεις των άρθρων 14, 18 και 28 του Α.Κ.24. 


VΙ. Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΤΑΞΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 932 εδαφ. γ του Α.Κ. ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΚΟΠΙΑ ΤΟΥ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
Η «ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ» ΩΣ ΠΡΟΚΡΙΜΑ

Η ορθότητα ή μη της πάρα πάνω άποψης που υιοθετείται από τον συγγραφέα Α. Κρητικό και τις αποφάσεις του Αρείου Πάγου που προαναφέρθηκαν, εξαρτάται από το εάν ο προσδιορισμός του κύκλου των προσώπων τα οποία αποτελούν την οικογένεια του θύματος κατά το άρθρο 932 εδ. γ΄του Α.Κ. αποτελεί πρόκριμα ή όχι. Αν κανείς υιοθετήσει την καταφατική θέση, τότε μοιραία οδηγείται στην εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13, 14, 17 22 και 23 του Α.Κ. Αν όμως ακολουθήσει την αντίθετη άποψη τότε καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο προσδιορισμός του κύκλου αυτών των προσώπων εμπίπτει στην ρύθμιση του ελληνικού ουσιαστικού δικαίου. Είναι λοιπόν αναγκαίο να ερευνηθεί η ακριβής νομική φύση της διάταξης του άρθρου 932 εδ. γ του Α.Κ. και το εάν και κατά πόσο ο όρος «οικογένεια» που περιέχεται σε αυτήν την διάταξη αποτελεί «πρόκριμα» του κυρίου ζητήματος που είναι η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης.
Για τη διευκρίνιση αυτού του ζητήματος πρέπει να τονισθούν τα ακόλουθα:
1) Όπως έχει γίνει δεκτό στη νομική βιβλιογραφία πρόκριμα ή προδικαστικό ζήτημα είναι μια σχέση, από την ύπαρξη ή την ανυπαρξία της οποίας εξαρτάται η ύπαρξη ή ανυπαρξία, το κύρος ή το ελάττωμα μιας άλλης σχέσης που ονομάζεται «κύρια σχέση»25. Τα προκρίματα εμφανίζονται όχι μόνο στο ιδιωτικό διεθνές δίκαιο μιας χώρας αλλά και στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου αυτής26. 
Στην περίπτωση κατά την οποία ο έλληνας δικαστής έχει να αντιμετωπίσει την αξίωση χρηματικής ικανοποίησης των αλλοδαπών συγγενών του επίσης αλλοδαπού ο οποίος θανατώθηκε σε τροχαίο ατύχημα που συνέβη στην Ελλάδα, τότε ο εφαρμοστέος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, που είναι η διάταξη του άρθρου 932 εδαφ. γ του Α.Κ., σύμφωνα με το άρθρο 26 του ίδιου κώδικα, θα πρέπει να αντιμετωπισθεί ως κανόνας του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, αφού στοιχεία του τελευταίου «υφέρπουν» στην πάρα πάνω διάταξη, λόγω των στοιχείων αλλοδαπότητας που έχει η ρυθμιστέα σχέση. Στην περίπτωση αυτή το κύριο ζήτημα είναι η αξίωση της χρηματικής ικανοποίησης των συγγενών του θανόντος λόγω ακριβώς ψυχικής οδύνης. Εκείνο το οποίο πρέπει να χαρακτηρισθεί ως προς την ακριβή νομική του φύση είναι ο όρος «οικογένεια». Αν δηλαδή η τελευταία αποτελεί έννομη σχέση ή κάποιο άλλο νομικό μόρφωμα. Και αυτό γιατί, όπως παρατηρεί ο καθηγητής Ηλίας Κρίσπης, ως πρόκριμα της κύριας σχέσης μπορεί να χαρακτηρισθεί μόνο η έννομη σχέση, δηλαδή η βιοτική σχέση μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων που ρυθμίζεται από το δίκαιο. Αν αντίθετα το ερευνητέο στοιχείο του κανόνα δικαίου δεν αποτελεί έννομη σχέση, αλλά συνιστά είτε νομικό είτε πραγματικό περιστατικό είτε και κατ’επέκταση «θεσμό δικαίου», σύμφωνα με τη βούληση του νομοθέτη του forum, τότε «δεν γεννάται ζήτημα προσφυγής στο ελληνικό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, προκειμένου αυτό να ορίσει εφαρμοστέο δίκαιο, αλλά αναζητείται αυτάρκως το πνεύμα του έλληνα νομοθέτη στα πλαίσια και στην όλη οικονομία του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου»27 και 27α. Η άποψη αυτή του πάρα πάνω καθηγητή αποτελεί και το «κλειδί» κυριολεκτικά για την επίλυση του ζητήματος αν για τον προσδιορισμό του κύκλου των προσώπων που ανήκουν στην οικογένεια του θύματος κατά το άρθρο 932 εδαφ. γ΄του ΑΚ, θα εφαρμοστεί ελληνικό δίκαιο ή πρέπει να γίνει προσφυγή στους κανόνες του ελληνικού διεθνούς δικαίου, προκειμένου αυτοί να καθορίζουν το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο. 
2) Εκείνο λοιπόν που έχει σημασία είναι να προσδιορισθεί ποια είναι, κατά το πνεύμα του έλληνα νομοθέτη, η ακριβής φύση του όρου οικογένεια στην πάρα πάνω διάταξη. 
Πρέπει κατ΄αρχήν να τονισθεί ότι η έννοια της «οικογένειας» όπως αυτή ορίζεται στην διάταξη αυτή, αποτελεί «έννοια πλάτους», δηλαδή προσδιορίζει τον αριθμό των προσώπων που περιλαμβάνονται στην τάξη της28. Ποιος είναι ο ακριβής αριθμός αυτών των προσώπων δεν καθορίζεται από αυτήν την διάταξη, αλλά ούτε και από καμιά άλλη διάταξη του Α.Κ.29. Παράλληλα δεν υπάρχει και διάταξη του ελληνικού διεθνούς δικαίου η οποία να επιτάσσει την εφαρμογή άλλου δικαίου πλην του ελληνικού διεθνούς δικαίου, για τον καθορισμό της έννοιας του όρου οικογένεια30. Έτσι το γεγονός του προσδιορισμού των μελών της οικογένειας του θύματος ο νομοθέτης το άφησε σκόπιμα αρρύθμιστο «προφανώς διότι δεν ηθέλησε να διαγράψει δεσμευτικά τα όρια ενός θεσμού ο οποίος ως εκ της φύσεώς του, υφίσταται αναγκαίως τις επιδράσεις εκ των κοινωνικών διαφοροποιήσεων κατά την διαδρομή του χρόνου»31 . 
Ποια λοιπόν πρόσωπα θα θεωρηθούν σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ότι είναι φορείς της αξίωσης, ως μέλη της οικογένειας του θύματος, αποτελεί ζήτημα πραγματικό, το οποίο κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από τον δικαστή. Το ότι εξάλλου ο νομοθέτης δεν θέλησε με τον όρο «οικογένεια» να δημιουργήσει ιδιαίτερο πρόσωπο, το οποίο θα δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη, αλλά υποδήλωσε περιληπτικά τα φυσικά πρόσωπα που το κάθε ένα από αυτά έχει αξίωση, δεν σημαίνει ότι η σχέση αφέθηκε αρρύθμιστη στο σύνολό της. Αντίθετα, αναγκαία προϋπόθεση για να περιληφθεί κάποιος στην έννοια της οικογένειας είναι η ύπαρξη του στοιχείου της συγγένειας. Έτσι ο πάρα πάνω όρος έχει διαπλαστεί από τον έλληνα νομοθέτη ως «αόριστη νομική έννοια» του ελληνικού ουσιαστικού δικαίου, η εξειδίκευση της οποίας επαφίεται στα ελληνικά δικαστήρια32.
3) Από την ίδια τη φύση του όρου οικογένεια απορρέει και ο νομικός χαρακτήρας της ως θεσμού, από τον οποίο απορρέουν περισσότερες από μία έννομες σχέσεις οι οποίες, με βάση ορισμένα χαρακτηριστικά, συγκροτούν μία έννοια με ιδιαίτερη κοινωνική ή οικονομική σημασία. Ο θεσμός της οικογένειας ως σύνολο δεν μπορεί να αποτελέσει «πρόκριμα», κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά μόνο τα επί μέρους στοιχεία της που συγκροτούν την αντίστοιχη έννομη σχέση. Θεμέλιο αυτής της έννομης σχέσης είναι οι επί μέρους συγγενικές σχέσεις, οι οποίες συνδέουν τον φερόμενο ως δικαιούχο με το θύμα. Η εγκυρότητα και οι προϋποθέσεις για τη συγκρότηση κατά το νόμο της αντίστοιχης συγγενικής σχέσης, αποτελεί ακριβώς και το πρόκριμα, το οποίο ρυθμίζεται από τις σχετικές διατάξεις του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Έτσι π.χ. η ύπαρξη ή όχι συζυγικής σχέσης με το θύμα, δηλ. η ύπαρξη έγκυρου γάμου με αυτό, θα κριθεί από το δίκαιο στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 13 του Α.Κ., η ύπαρξη της σχέσης γονέως και τέκνου θα κριθεί από το δίκαιο στο οποίο παραπέμπουν τα άρθρα 18 και 19 του Α.Κ. κλπ. Οι συγγενικές αυτές σχέσεις αποτελούν και την έννοια του βάθους του όρου «οικογένεια», δηλαδή εμπεριέχουν το σύνολο των γνωρισμάτων που χαρακτηρίζουν τα πρόσωπα τα οποία περιλαμβάνονται στην αντίστοιχη συγγενική σχέση33. Αφού λοιπόν γίνεται συγκεκριμένος προσδιορισμός των ποιοτικών στοιχείων τα οποία συγκροτούν την έννοια της συγγένειας μέσω του αλλοδαπού δικαίου στο οποίο παραπέμπουν οι πάρα πάνω διατάξεις του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, είναι δεδομένο ότι οι συγγενικές αυτές σχέσεις αποτελούν «έννομες» σχέσεις κατά την έννοια που αναφέρεται πάρα πάνω και συγκροτούν παράλληλα αυτές και μόνο τις προκριματικές σχέσεις, τις οποίες οφείλει να αξιολογήσει ο δικαστής και να οδηγηθεί στην εφαρμογή του δικαίου το οποίο ορίζει ως εφαρμοστέο το ελληνικό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο για τις προκριματικές αυτές σχέσεις.


VΙ. ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Από την ανάπτυξη που προηγήθηκε καθίσταται σαφές ότι η άποψη που θεωρεί ότι ο προσδιορισμός του κύκλου των προσώπων τα οποία συγκροτούν την έννοια της οικογένειας του άρθρου 932 εδαφ. γ΄ του ΑΚ ρυθμίζεται από το δίκαιο στο οποίο παραπέμπουν οι διατάξεις του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, παρουσιάζει τα ακόλουθα μειονεκτήματα: 
1) Επιφέρει διασπορά μεταξύ διαφόρων κρατών των στοιχείων της υπόθεσης με αποτέλεσμα να υπάρχει νομική αβεβαιότητα ως προς το εφαρμοστέο δίκαιο, αφού αυτό δεν είναι δυνατό να προβλεφθεί από τα εμπλεκόμενα μέρη και συνακόλουθη ανασφάλεια δικαίου. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις των πάρα πάνω αποφάσεων οι οποίες εφάρμοσαν το αλβανικό δίκαιο για την αντιμετώπιση του ζητήματος της ψυχικής οδύνης των συγγενών του θανόντος και μάλιστα διαφορετικές διατάξεις του ίδιου αυτού δικαίου. Έτσι με την άποψη αυτή δεν εξυπηρετείται ούτε ο σκοπός της θέσπισης των κανόνων του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, αλλά ούτε και η βούληση του κοινοτικού νομοθέτη, όπως αναπτύσσεται στο κεφάλαιο V αυτής της μελέτης. 
2) Οι πάρα πάνω αποφάσεις που εφαρμόζουν αλλοδαπό ουσιαστικό δίκαιο, στο οποίο παραπέμπουν οι σχετικές διατάξεις του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, στηρίζονται σε διατάξεις αυτού του δικαίου οι οποίες έχουν θεσπισθεί για να εξυπηρετούν εντελώς διαφορετικούς σκοπούς και δεν προσδιορίζουν ούτε παρέχουν ερμηνευτικό βοήθημα για τον προσδιορισμό του όρου «οικογένεια» του άρθρου 932 εδαφ. γ΄του ΑΚ. Πλην όμως η αναλογική αυτή εφαρμογή δεν γίνεται δεκτή από τους συγγραφείς ούτε για το ελληνικό δίκαιο. Πώς θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή τέτοια αναλογία για το αλλοδαπό δίκαιο; Το πάρα πάνω πρόβλημα είναι φυσικό να υπάρχει, αφού οι αλλοδαπές αυτές έννομες τάξεις, όπως π.χ. είναι το αλβανικό ή το πακιστανικό ή το ινδικό δίκαιο αγνοούν εντελώς τον θεσμό της ψυχικής οδύνης. 
3) Η θέση αυτή είναι κατά την άποψή μας λανθασμένη και από καθαρά δογματική άποψη. Και αυτό γιατί η έννοια της «οικογένειας», όπως αυτή διαμορφώθηκε από τον έλληνα νομοθέτη, δεν συγκεντρώνει τα στοιχεία της «έννομης σχέσης», η οποία και μόνο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «πρόκριμα» και να εφαρμοσθεί επ΄αυτού το αλλοδαπό ουσιαστικό δίκαιο, στο οποίο παραπέμπουν οι σχετικές διατάξεις του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Η οικογένεια αποτελεί θεσμό του δικαίου, ο οποίος περιλαμβάνει στο πλάτος του ένα σύνολο εννόμων σχέσεων και έχει χαρακτηρισθεί ως αόριστη νομική έννοια. Έννομες σχέσεις αποτελούν μόνο οι επί μέρους συγγενικές σχέσεις, οι οποίες συναθροιζόμενες συγκροτούν την έννοια της οικογένειας και αποτελούν αυτές και μόνο «προκρίματα», αφού συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις χαρακτηρισμού τους ως «προκριμάτων». Τα στοιχεία της υπόστασης και της εγκυρότητας της αντίστοιχης συγγενικής σχέσης είναι αυτά τα οποία ελέγχονται από το, ενδεχομένως εφαρμοστέο, αλλοδαπό ουσιαστικό δίκαιο στο οποίο παραπέμπει το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο. 
4) Η άποψη αυτή οδηγεί σε αντιφάσεις ως προς το πλάτος της έννοιας του άρθρου 26 του Α.Κ., το οποίο παραπέμπει στην εφαρμογή του ελληνικού ουσιαστικού δικαίου ως προς την έκταση της ζημίας, όπως δέχεται πάγια η νομολογία, ακόμα και η απόφαση 3/2007 του Αρείου Πάγου, αλλά και η νομική βιβλιογραφία. Αν ο κύκλος των προσώπων που δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης άλλοτε διευρύνεται και άλλοτε συστέλλεται, ανάλογα με τις προβλέψεις του εφαρμοστέου αλλοδαπού δικαίου, αυτό επηρεάζει άμεσα και την έκταση της ζημίας, η οποία πλέον τίθεται εκτός της ρυθμίσεως του ελληνικού δικαίου και υπέρ των ρυθμίσεων που προβλέπουν τα εφαρμοστέα εκάστοτε αλλοδαπά δίκαια. Δηλαδή το αλλοδαπό δίκαιο καλείται πλέον να προσδιορίσει με τρόπο έμμεσο και την έκταση της αποζημίωσης. Έτσι οδηγούμεθα σε εντελώς εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 26 του ΑΚ, η οποία δεν έχει γίνει αποδεκτή από καμία απολύτως θεωρητική η νομολογιακή θέση. 
Αντίθετα η άποψη η οποία δέχεται ότι ο προσδιορισμός του κύκλου των προσώπων τα οποία ανήκουν στην οικογένεια γίνεται από το ελληνικό δίκαιο, είναι κατά τη γνώμη μας ορθότερη, αφού συγκεντρώνει τα ακόλουθα πλεονεκτήματα: 
1) Απομακρύνει τον κίνδυνο διασποράς των στοιχείων της υπόθεσης σε διάφορες έννομες τάξεις και εξυπηρετεί έτσι το πνεύμα των κανόνων του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου αλλά και τη βούληση του κοινοτικού νομοθέτη, αφού διασφαλίζει την προβλεψιμότητα του εφαρμοστέου δικαίου και κατά συνέπεια και την ασφάλεια γενικά του δικαίου. 
2) Η άποψη αυτή εμφανίζει δογματική συνέπεια, αφού αντιμετωπίζει το πλάτος της εννοίας του όρου οικογένεια, δηλαδή των αριθμό των μελών που ανήκουν σε αυτήν, όχι ως πρόκριμα αλλά με βάση το ελληνικό δίκαιο, ως αόριστη νομική έννοια, όπως αυτή έχει διαπλασθεί νομολογιακά. 
3) Η εν λόγω θέση εναρμονίζεται πλήρως με την πάγια άποψη της νομολογίας και τη θεωρίας ως προς τον προσδιορισμό του πλάτους της εννοίας του άρθρου 26 του ΑΚ, στο οποίο περιλαμβάνει και την έκταση της ζημίας, η οποία είναι συνάρτηση του αριθμού των προσώπων τα οποία δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, ως ανήκοντα στην οικογένεια του θύματος. 
Από την πάρα πάνω ανάλυση συνάγεται, κατά τη γνώμη μας, ότι η προκριτέα και ενδεδειγμένη λύση είναι αυτή που προτείνεται από τη δεύτερη από τις πάρα πάνω εκτιθέμενες απόψεις και σύμφωνα με την οποία ο προσδιορισμός του αριθμού των προσώπων που ανήκουν στην οικογένεια του θύματος, είτε αυτό είναι ημεδαπός είτε αλλοδαπός, πρέπει να γίνεται από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο. 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
1. Επ.Συγκ.Δ. 2007, σελ. 272-273, με εκτενή κριτική και σχόλια της σύνταξης του περιοδικού.
2. ΕπΣυγκΔ 2009, σελ. 448 κ.επ.
3. Επ.Συγκ.Δ. 2009, σελ. 504 επ.
4. ΕπΣυγκΔ 2009 σελ. 461 κ.επ.
5. ΕπΣυγκΔ 2009 σελ. 531 επ.
6. ΕπΣυγκΔ 2009 σελ. 79 κ.επ.
7. Ηλίας Κρίσπης «Ιδιωτικόν Διεθνές Δίκαιον», Γεν. Μέρος, έκδ. 1970 σελ. 238
8. Ευτυχία Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη «Η Αδικοπρακτική Ευθύνη εξ Αυτοκινητικού Ατυχήματος» εκδ. 1974 σελ. 45 και 99.
9. Ε.Ε.L 199 της 31-7-2007, σελ. 40 κ.επ.
10. Επ.Συγκ.Δ. 2008 σελ. 354-368, 418-424 και 482-491
11. Α. Κρητικός «Αξιώσεις Αποζημιώσεως Ενώπιον Ελληνικών Δικαστηρίων Αλλοδαπών.», σελ. 19-20.
12. Α.Κρητικός «Αποζημίωση από Τροχαία Αυτοκινητικά Ατυχήματα», εκδ. 2008 σελ. 542
12α. Ηλίας Κρίσπης, οπ.παρ. Ειδ. Μέρος εκδ. 1967 σελ. 87
12β. Ν.Σκανδάμης «Ευρωπαϊκό Δίκαιο» εκδ. 1994 σελ. 444 κ.επ.
13. Πρόταση Επιτροπής COM (2003) 427 τελικό, εφεξής Πρόταση της Επιτροπής, σελ. 28 του ελληνικού κειμένου. Για την έννοια της & άμεσης ζημίας; βλέπετε Γ.Αμπατζή, Επ.Συγκ.Δ. 2008 σελ. 354 κ.επ. και ιδιαίτερα σελ. 360-363
14. Th. Graziano/C. Rabels Z. 73 (2009) σελ. 31 κ.επ. και ιδιαίτερα σελ. 32
15. Ευτυχία Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, οπ.παρ. σελ. 101-102
16. Προοίμιο εκτιμήσεων αριθ. 6
17. Προοίμιο εκτιμήσεων αριθ. 16 και 35
18. Πρόταση Επιτροπής σελ. 5 και 6
19. Πρόταση Επιτροπής σελ. 13, Α. Staudinger σε SVR 2005, σελ. 1
20. Th. Graziano, οπ.παρ. σελ. 33, Wagner σε IPR 2008, σελ. 20
21. Επ.Συγκ.Δ. 2009 σελ. 66 και ιδιαίτερα σελ. 73
22. Ευτυχία Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, οπ.παρ. σελ. 166
23. Α.Κρητικός, «Αποζημίωση από Τροχαία Αυτοκινητικά Ατυχήματα», εκδ. 2008 σελ. 540
24. Α. Κρητικός, οπ.παρ. σελ. 540, ο ίδιος «Αξιώσεις Αποζημιώσεως Ενώπιον Ελληνικών Δικαστηρίων Αλλοδαπών.», σελ. 55 κ.επ.
25. Σ. Βρέλλης «Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο» εκδ. Γ σελ. 107
26. Β. Παπαδήμας «Το προδικαστικό Ζήτημα εις το Ιδιωτικός Διεθνές Δίκαιον» σελ. 15 και 24
27. Η. Κρίσπης, όπ.παρ. Γεν.Μέρος σελ. 186-187
27α. Για τη διάκριση μεταξύ έννομης σχέσης και θεσμού βλέπετε Κ.Σημαντήρα ΓενΑρχαί του Αστικού Δικαίου εκδ. 1976 σελ. 116-117, Π.Λαδάς ΓενΑρχές Αστικού Δικαίου εκδ. 2007 σελ. 178 κ.επ. και ιδιαίτερα σελ. 187-188
28. Ε. Π. Παπανούτσος, «Λογική», Β έκδοση, σελ. 34
29. Σ. Πατεράκης «Η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης» εκδ. β (2001) σελ. 304
30. Εφ.Αθ. 445/2007 Επ.Συγκ.Δ. 2007, σελ. 287 κ.επ.
31. Α.Π. (Ολομέλεια) 762/1992 Ποιν.Χρον. ΜΒ σελ. 665 κ.επ.
32. Γεωργιάδης σε Γεωργιάδη-Σταθόπουλου Ειδ.Ενοχ. τόμος δ, άρθρο 932 σελ. 818, Μιχ. Μαργαρίτης σε ΝΟΒ 55 σελ. 1240 κ.επ., Ι. Σπυριδάκης «Το Αδίκημα κατά Α.Κ. 914» σελ. 186
33. Ε.Π.Παπανούτσος, όπ.παρ. σελ. 34

Άρθρα - Απόψεις

Η εφαρμογή των Ν. 489/1976 και ΑσφΝ 
στην υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης 
από Ατυχήματα Αυτοκινήτων. 
Η εφαρμογή του ΑσφΝ στην ασφαλιστική κάλυψη 
των προαιρετικών κινδύνων αυτοκινήτου.

Σκέψεις με αφορμή την με αριθμό 16708/ 2008 απόφαση 
του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης
(δημοσιευόμενη κατωτέρω Σελ )
του Χρήστου Σαχπατζίδη Δικηγόρου Γιαννιτσών

Η με αριθμό 16708/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης θίγει μια σειρά από σημαντικά ζητήματα της ασφάλισης αστικής ευθύνης αυτοκινήτου λαμβάνοντας υπόψη της τη νομοθετική ρύθμιση που εισάγει ο Ν. 2496/1997 (ΑσφΝ).

1. Για την εφαρμογή του ΑσφΝ στην υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων.
Κατ αρχήν η απόφαση τάσσεται υπέρ της εφαρμογής του ΑσφΝ στην υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης, στηρίζοντας την (ορθή) αυτή θέση της τόσο στην ΑΠ 779 / 2007 (ΝΟΜΟΣ), όσο και στο εξ αντιδιαστολής επιχείρημα που προσφέρει το άρθρο 26 παρ. 6 του ΑσφΝ το τελευταίο ορίζει ότι «οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται στην υποχρεωτική ασφάλιση ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων». Συνεπώς εάν ο νομοθέτης ήθελε την μη εφαρμογή του ΑσφΝ στην υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης, θα προέβλεπε κάτι τέτοιο ρητά για το σύνολο των διατάξεων του ΑσφΝ και όχι μόνον για το άρθρο 26 αυτού. Υπέρ της εφαρμογής του ΑσφΝ βλ. επίσης ΑΠ 1485 / 2005, ΝοΒ 2006 / 392, ΑΠ 230 / 2008, ΝΟΜΟΣ contra ΑΠ 1491 / 2006.

Αλλά πέραν των παραπάνω, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι με τον ΑσφΝ επιχειρήθηκε να αναμορφωθεί το νομοθετικό πλαίσιο που ρυθμίζει την σύμβαση ασφάλισης στις σχέσεις μεταξύ ασφαλιστή και λήπτη ασφάλισης ασφαλισμένου. Βέβαια ανάλογες ρυθμίσεις προέβλεπε και ο Ν. 489/1976, όπως ισχύει σήμερα, όμως αφορούσε κυρίως τη σχέση ασφαλιστή και ζημιωθέντος τρίτου (βλ. Ράνια Χατζηνικολάου - Αγγελίδου, Ιδιωτικό Ασφαλιστικό Δίκαιο 2008, παρ. 31, σελ. 257). Ορθότερη λοιπόν φαίνεται η θέση ότι «οι συμβατικές σχέσεις ασφαλιστή αστικής ευθύνης αυτοκινήτων και λήπτη της ασφάλισης - ασφαλισμένου διέπονται από τον ασφαλιστικό νόμο στο μέτρο που συμβιβάζονται με τον Ν. 489/1976 για τους ασφαλιστικούς όρους» (βλ. Ι. Ρόκας, Ιδιωτική Ασφάλιση, 11η έκδοση - 2006, σ. 326). Εάν ο νομοθέτης είχε την πρόθεση να αποκλείσει την εφαρμογή του ΑσφΝ από την υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης, θα το είχε κάνει έστω και εκ των υστέρων με το Ν. 3557/2007, με τον οποίο επέφερε τροποποιήσεις στο Ν. 489/1976 και (κυρίως) κατήργησε την Υ.Α. Κ4/585/1978. Τουναντίον σε ορισμένες τροποποιήσεις του (με τον πρόσφατο Ν. 3557/2007) έλαβε υπ\\\' όψιν του τις γενικές αρχές του ΑσφΝ, όπως λ.χ. στο προστεθέν άρθρο 6α (περί σύμβασης προσωρινής κάλυψης και χορήγησης ειδικού σήματος από τον ασφαλιστή), το οποίο «εξειδικεύει», κατά κάποιο τρόπο, την παρ. 2 του άρθρου 2 του ΑσφΝ (περί εγγράφου προσωρινής κάλυψης).

Συμπερασματικά λοιπόν θα λέγαμε ότι «ο ΑσφΝ (Ν. 2496/1997) θα συνεχίζει να εφαρμόζεται συμπληρωματικά για κάθε θέμα που δεν ρυθμίζεται πλέον ειδικά από τον τροποποιημένο Ν. 489/1976» (βλ. Ράνια Χατζηνικολάου - Αγγελίδου, ό.π. , σελ. 257).

2. Ο Ν. 489/1976 και οι εξαιρέσεις υποχρεωτικής ασφάλισης αστικής ευθύνης.
Οι σχέσεις μεταξύ ασφαλιστή και λήπτη ασφάλισης (αντισυμβαλλόμενου) - ασφαλισμένου στην υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης και ειδικότερα οι εξαιρέσεις της ασφάλισης καθορίζονται υποχρεωτικά από τον Ν. 489/1976, όπως ισχύει πλέον μετά τις τροποποιήσεις που ο Ν. 3557/2007 (ΦΕΚ Α’ 100 / 14/5/2007) επέφερε κυρίως με την προσθήκη (άρθρ. 4 Ν. 3557/2007) των παρ. 1 α΄, β΄, γ και 2 του άρθρου 6β και με την κατάργηση (άρθρ. 17 Ν. 3557/2007) της κατ΄ εξουσιοδότηση εκδοθείσας ΥΑ Κ4/585/1978.

«Άρθρο 6β. Εξαιρέσεις της κάλυψης.
§1. Εξαιρούνται από την ασφάλιση ζημίες που προκαλούνται:
α) από οδηγό ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί.
β) από οδηγό, ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Ν. 2696/ 1999, ΦΕΚ 57 Α΄) όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος. Αν το αυτοκίνητο όχημα που εμπλέκεται στο ατύχημα ανήκει κατά κυριότητα σε επιχείρηση εκμίσθωσης επιβατικών αυτοκινήτων οχημάτων, το δικαίωμα αναγωγής του ασφαλιστή ασκείται μόνο κατά του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου οχήματος, εφόσον υφίσταται έγκυρο μισθωτικό έγγραφο.
γ) από αυτοκίνητο όχημα του οποίου γίνεται διαφορετική χρήση από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας, εφόσον η χρήση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος.
§2. Με τη σύμβαση ασφάλισης επιτρέπεται να ορίζονται, πέραν των περιπτώσεων της προηγούμενης παραγράφου, και άλλες περιπτώσεις εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, εφόσον οι περιπτώσεις αυτές, αφορούν μόνο προαιρετική ασφαλιστική κάλυψη. Κάθε άλλη εξαίρεση είναι αυτοδικαίως άκυρη.».
Επίσης με το άρθρο 17 Ν. 3557 / 2007 «από την έναρξη ισχύος του νόμου καταργείται η υπ\\\' αριθμ. Κ4/585/1978 απόφαση του υπουργού εμπορίου (ΦΕΚ 795 ΤΑΕ και ΕΠΕ)». 

Ι. Έτσι το ποίες διατάξεις θα εφαρμοστούν κάθε φορά, εξαρτάται από τον κρίσιμο χρόνο, δηλαδή από το πότε επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος: για τις περιπτώσεις που ο ασφαλιστικός κίνδυνος επήλθε μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 3557/2007 εφαρμόζεται ο Ν. 489/1976 και η προμνησθείσα ΥΑ, ενώ για τις μετέπειτα ο τροποποιηθείς (με το Ν.3557/2007) Ν. 489/1976.

Πάντως θα πρέπει να σημειωθεί ότι φαίνεται να υπάρχει διχογνωμία για το εφαρμοστέο δίκαιο στις περιπτώσεις εκείνες που το ασφαλιστήριο είχε ήδη εκδοθεί πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 3557/2007 και η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε μετά την έναρξη ισχύος. Κατά μία άποψη «θα ισχύουν οι εκ των ως άνω επιτρεπτές εξαιρέσεις της καταργηθείσας και ως συμβατικό κείμενο ισχύουσας Υπ. Απόφασης, διότι η ασφαλιστική επιχείρηση έχει υπολογίσει το ασφάλιστρο με βάση την ισχύ των εξαιρέσεων αυτών, ενώ ο νόμος δεν προβλέπει την αναδρομική ισχύ του& διαφορετική ερμηνεία ανεπίτρεπτα θα προσέβαλε κεκτημένα συμβατικά δικαιώματα» (βλ. Ι. Ρόκας, Ασφαλιστικός Κώδικας, 2η έκδοση 2008, σ. 107, υποσημ. 151). Αντίθετη άποψη υποστηρίζει ότι «προϋφιστάμενες της ενάρξεως ισχύος του Ν. 3557 / 2007 ασφαλιστικές συμβάσεις που περιέχουν λόγο εξαιρέσεως μη διατηρηθέντα ουσιαστικώς από το Ν. 3557 / 2007 μέσω της παρ. 1 του άρθρου 6β Ν. 489/1976 καταλαμβάνονται από το νέο δίκαιο υπό την προϋπόθεση ότι δεν επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση υπό το παλαιό δίκαιο. Στην περίπτωση αυτή ο λόγος εξαιρέσεως που τυπικά υπάρχει στη σύμβαση ασφαλίσεως καθίσταται εφεξής αυτοδικαίως άκυρος και πρέπει να απαλειφθεί και τυπικώς κατά την ανανέωση της ασφαλιστικής συμβάσεως. Επομένως ο ασφαλιστής δεν μπορεί κατά νόμο να επικαλεστεί μετά το Ν. 3557/2007 ένα τέτοιο λόγο αποκλεισμού αν μετά την ισχύ του νόμου αυτού επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση». Η άποψη αυτή βασίζεται στην ρύθμιση της παρ. 4 του άρθρου 33 του Ν. 2496/1997 που ορίζει ότι οι κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου υφιστάμενες ασφαλιστικές συμβάσεις διέπονται εφεξής από τον παρόντα νόμο ρύθμιση που (κατά τη θέση αυτή) «πρέπει να εφαρμοστεί αναλόγως και για την κρίση του ενταύθα θέματος» (Αθ. Κρητικός, Αποζημίωση από Αυτοκινητικά Ατυχήματα, 2008, σελ. 650, παρ. 28, π. 77).

ΙΙ. Προϋσχύσαν καθεστώς εξαιρέσεων με βάση την Κ4/585/1978 (προ της έναρξης ισχύος του Ν. 3557/2007).
Η νομολογία έχει ήδη προ πολλού καταλήξει στην πάγια θέση ότι η Υ.Α είναι αντισυνταγματική, ως κειμένη εκτός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, που παρασχέθηκε στον Υπουργό Ανάπτυξης, και ως εκ τούτου δεν δεσμεύει τα δικαστήριά μας στην εφαρμογή της. Δηλαδή η ΥΑ (ιδίως ως προς τη διάταξη του άρθρ. 25 § 6 & 8) δεν καθορίζει κάποιον γενικό όρο της ασφαλιστικής σύμβασης, σύμφωνα με την εξουσιοδότηση που παρασχέθηκε στον Υπ. Εμπορίου (Ανάπτυξης πλέον) με το άρθρο 6 § 7 του Ν. 489/1976, αλλά επιβάλλει περιορισμό της ευθύνης του ασφαλιστή έναντι του ζημιωθέντος, η οποία προβλέπεται από τον ίδιο νόμο (αρθρ. 6 του ν. 489/76), βλ. Αθ. Κρητικός, ό.π., σ. 551 παρ. 25 π. 24 επ. και ενδεικτικά ΑΠ 1006 / 2005 ΕλλΔνη 2006, 217 & ΑΠ 813/1997 Επιθ.Συγκ.Δικ. 1997, 548 & ΑΠ 106/1987 ΕλλΔ 1988, 293 & ΑΠ 1410/1983 ΝοΒ 32, 1199 & ΕφΑθ 930/1993 Επιθ.Συγκ.Δικ. 1994, 13.

Έτσι η νομολογία έχει πλέον παγιωθεί στην θέση ότι οι εξαιρέσεις της παραπάνω ΥΑ είναι έγκυρες και ισχυρές στις σχέσεις μεταξύ ασφαλιστή και λήπτη ασφάλισης (αντισυμβαλλόμενου) - ασφαλισμένου, εφόσον περιληφθούν στην ασφαλιστική σύμβαση ως συμβατικοί όροι, είτε με την ενσωμάτωσή τους σ αυτήν είτε με παραπομπή στην Υπουργική Απόφαση (Κ4/585/78) ή ακόμα με παραπομπή μόνον στον αριθμό του Φ.Ε.Κ., αφού μέσω της αναφοράς αυτής είναι δυνατή και η γνώση του περιεχομένου της ΑΥΕ (βλ. ενδεικτικά ΑΠ 230/2008, ΝΟΜΟΣ & ΑΠ 1491/2006 ΝΟΜΟΣ & ΑΠ 426/2002 ΧρΙΔ 2002, 413 & ΑΠ 30/2002 ΕλλΔ 2002, 715 & ΑΠ 1022/2001 Επιθ.Συγκ.Δικ. 2002, 24 & ΑΠ 588/2001 ΝΟΜΟΣ & ΑΠ 751/2000, ΕλλΔ 2001, 95 &ΑΠ 639/1994 ΕλλΔ 1995, 333 & ΕφΛαρ 289/2002, ΤΝΠ ΔΣΑ. 

Μάλιστα νομολογιακά γίνεται δεκτό ότι για τη συνομολόγηση του όρου δεν απαιτείται οπωσδήποτε η υπογραφή του ασφαλισμένου, αλλά η καθ\\\' οιονδήποτε τρόπο αποδοχή της σύμβασης, ρητής ή σιωπηρής• αποδοχή η οποία μπορεί να συναχθεί από τις περιστάσεις: επικόλληση του ειδικού σήματος στο παμπρίτζ, καταβολή ασφαλίστρων, υποβολή υπεύθυνης δήλωσης ατυχήματος στον ασφαλιστή, προσκόμιση ασφαλιστηρίου στο Τμήμα Τροχαίας μετά από ατύχημα κ.λπ.: βλ. ΑΠ 1006/2005 ΕλλΔνη 2006, 217 - ΑΠ 826/2005 ΕλλΔνη 2006, 103 - ΑΠ 324/2005 ΕλλΔνη 2006, 1636 - ΑΠ 308/2005 ΕλλΔνη 2006, 1359 - ΑΠ 735/2004, ΕλλΔνη 2006, 1010 - ΑΠ 432/2004 ΕλλΔνη 2006, 1009 – ΕφΙωαν 261/2007 Αρμ 2009, 236.

ΙΙΙ. Ισχύον καθεστώς εξαιρέσεων με βάση το άρθρο 6β § 1 Ν. 489/1976 (μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 3557/2007).
Όπως προαναφέρεται, με το άρθρο 17 παρ. 1 εδ. γ΄ του Ν. 3557 / 2007 καταργήθηκε ολόκληρη η προμνησθείσα ΥΑ και προστέθηκε στο Ν. 489 / 1976 το άρθρο 6β παρ. 1 εδ. α& β& και γ, στο οποίο διατυπώνονται περιοριστικά τρεις μόνον περιπτώσεις εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη (βλ. παραπάνω)& ενώ παράλληλα δεν παρέχεται η δυνατότητα στα συμβαλλόμενα μέρη να συμφωνήσουν οποιαδήποτε επιπλέον εξαίρεση κάλυψης. Κάθε άλλη εξαίρεση είναι αυτοδικαίως άκυρη (βλ. Αθ. Κρητικός, ό.π., σελ. 630, παρ. 10).

Όμως προβληματισμός διατυπώνεται σχετικά με το χαρακτηρισμό της πρώτης περίπτωσης (εξαίρεση λόγω έλλειψης άδειας οδήγησης), για το εάν αφορά γνήσια εξαίρεση ή κεκαλυμμένο ασφαλιστικό βάρος. Να σημειωθεί ότι στην πρώτη περίπτωση, δηλαδή της γνήσιας εξαίρεσης, η απαλλαγή του ασφαλιστή επέρχεται χωρίς άλλο, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που τη συγκροτούν& αντίθετα εάν πρόκειται περί (κεκαλυμμένου) ασφαλιστικού βάρους για την απαλλαγή του ασφαλιστή απαιτείται η συνδρομή υπαιτιότητας, δηλαδή κρίνεται από τη συμπεριφορά του λήπτη ασφάλισης - ασφαλισμένου (βλ. Αθ. Κρητικός, ό.π., σελ. 642, παρ. 43, καθώς και Ράνια Χατζηνικολάου - Αγγελίδου, ό.π. σ. 167). Έτσι μία άποψη τάσσεται υπέρ της θέσης ότι η εν λόγω εξαίρεση αποτελεί κεκαλυμμένο ασφαλιστικό βάρος, γεγονός που, παρά τη μη ρητή διατύπωση του νόμου, απαιτεί την συνδρομή αιτιώδους συνάφειας «μεταξύ της παραβάσεως του ασφαλιστικού βάρους, δηλαδή της ελλείψεως άδειας ικανότητας οδηγού και του ατυχήματος» (βλ. Αθ. Κρητικός ό.π. σ. 641, παράγραφος 37). Αντίθετη άποψη υποστηρίζει ότι η εν λόγω εξαίρεση «δεν αποτελεί κεκαλυμμένο βάρος, αν και έχει και αυτό τη φύση υποχρέωσης (δηλαδή βάρους) που θέτει ο ασφαλιστής στον ασφαλισμένο», (βλ. Ι. Ρόκας, Ασφαλιστικός Κώδικας, 2008, σ. 109, υποσημ. 157) . Ωστόσο κι ο τελευταίος αναγνωρίζει ότι «η κριτική αντιμετώπιση της ομοίου περιεχομένου εξαίρεσης του άρθρου 25 παρ. 6 της ΥΑ Κ4 / 585 / 1978 από τη νομολογία και τη θεωρία, αλλά και η αντίθεσή της προς την υπ\\\' αριθμ. 000306 απόφαση της 24 Γενικής Διεύθυνσης της Ε.Ε. και τη νομολογία του ΔΕΚ, είναι πιθανόν να οδηγήσουν τη νομολογία στο χαρακτηρισμό και αυτής της εξαίρεσης ως καλυμμένο ασφαλιστικό βάρος και να θέσει ως προϋπόθεση για την εφαρμογή τους την ύπαρξη τουλάχιστον αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της μη ύπαρξης της άδειας οδήγησης και της ζημίας, λαμβάνοντας υπόψη και το ότι ο νόμος δεν αναφέρει ρητά ότι δεν απαιτείται αιτιώδης σύνδεσμος, χωρίς ν αλλάζει κάτι αν η έλλειψη αυτή συμπληρωθεί από το ασφαλιστήριο» (βλ. Ι. Ρόκας, ό.π.).

Σε ό,τι αφορά τις υπόλοιπες δύο εξαιρέσεις κάλυψης (οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών και χρήση του αυτοκινήτου διαφορετική από την αναγραφόμενη στην άδεια κυκλοφορίας του αντίστοιχα) η γραμματική διατύπωση του νόμου υποδεικνύει σαφώς ότι πρόκειται περί κεκαλυμμένων ασφαλιστικών βαρών, καθώς απαιτείται συνδρομή αιτιώδους συναφείας μεταξύ της παράβασης της υποχρέωσης (βάρους) από τον ασφαλισμένο και της ζημίας.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει με έμφαση να τονισθεί ότι οι παραπάνω εξαιρέσεις αφορούν στις σχέσεις μεταξύ ασφαλιστή και λήπτη ασφάλισης - ασφαλισμένου και όχι μεταξύ τρίτου - παθόντος και ασφαλιστή• έναντι του παθόντα ο ασφαλιστής δεν μπορεί να προβάλει τις ενστάσεις που αφορούν στη σύμβαση ασφάλισης και τις σχέσεις του με τον αντισυμβαλλόμενο - ασφαλισμένο του.

3. Τέλος σε ό,τι αφορά την ασφάλιση των προαιρετικών κινδύνων αυτοκινήτου το νομοθετικό πλαίσιο καθορίζεται κατά βάση από τον ΑσφΝ, ενώ έχει εφαρμογή και ο ν. 2251/1994 (προστασία καταναλωτών) όπως ισχύει σήμερα. Τόσο η ίδια η ασφάλιση καθ εαυτήν, όσο και οποιαδήποτε εξαίρεση κάλυψης έχουν το χαρακτήρα συμβατικών δεσμεύσεων και ρυθμίζονται από τις παρ. 5 και 6 του άρθρου 2 του ΑσφΝ.
§ 5 Άρθρου 2 ΑσφΝ:
«Αν το περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου παρεκκλίνει από την αίτηση για ασφάλιση, οι παρεκκλίσεις θεωρούνται ότι έχουν εγκριθεί από την αρχή, εφόσον ο λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώνεται γραπτά εντός ενός (1) μηνός από την παραλαβή του ασφαλιστηρίου και εφόσον ο ασφαλιστής τον έχει ενημερώσει για την παρέκκλιση και για το δικαίωμα εναντίωσης γραπτά ή με σημείωση στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου, στοιχειοθετημένη με εντονότερα στοιχεία από τα λοιπά, ώστε να υποπίπτει εύκολα στην αντίληψη και έχει χορηγήσει σε αυτόν σε χωριστό έντυπο υπόδειγμα δήλωσης εναντίωσης. Αν ο ασφαλιστής παρέλειψε να ενημερώσει ως άνω τον λήπτη και να του χορηγήσει το ως άνω υπόδειγμα, τότε οι παρεκκλίσεις δεν δεσμεύουν τον λήπτη της ασφάλισης και θεωρείται ότι έχει συμφωνηθεί το περιεχόμενο της αίτησης για ασφάλιση». 

Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι καθοριστικής σημασίας έγγραφο αποτελεί η αίτηση - πρόταση ασφάλισης, που πρακτικά υπογράφει ο λήπτης ασφάλισης και όπου θα πρέπει να αναγράφονται όλες οι εξαιρέσεις. Έτσι εάν στην αίτησή του ο ασφαλιστής δεν αναφέρει κάποια συγκεκριμένη εξαίρεση (π.χ. σε ασφάλιση Προσ. Ατυχήματος του οδηγού του καλυπτόμενου οχήματος για την περίπτωση θανάτου του κατά την οδήγηση συμφωνείται η καταβολή ασφαλίσματος ύψους 20.000 €, χωρίς να αναφέρεται οποιαδήποτε εξαίρεση) και στη συνέχεια εκδώσει ασφαλιστήριο στους γενικούς ή/και ειδικούς όρους του οποίου περιέχεται ως συμβατικός πλέον όρος κάποια εξαίρεση (λ.χ. στο παραπάνω παράδειγμα ο ασφαλιστής περιλάβει στο ασφαλιστήριο ως εξαίρεση της συγκεκριμένης κάλυψης την περίπτωση κατά την οποία ο ασφαλισμένος - οδηγός είναι ανυπαίτιος του ατυχήματος), τότε αυτός (ασφαλιστής) θα πρέπει:
1. να ενημερώσει τον λήπτη της ασφάλισης για την παρέκκλιση αυτή με εντονότερα στοιχεία και στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου (ή με άλλο ξεχωριστό έγγραφο), 
2. να τον ενημερώσει για το δικαίωμά του να εναντιωθεί στην παρέκκλιση – εξαίρεση αυτή με τον προαναφερθέντα τρόπο και
3. να του χορηγήσει το ειδικό έντυπο εναντίωσης.

Μόνον με τις παραπάνω προϋποθέσεις και μετά την άπρακτη από πλευράς λήπτη της ασφάλισης παρέλευση ενός (1) μήνα από την παραλαβή του ασφαλιστηρίου, είναι έγκυρος ο ασφαλιστικός όρος εξαίρεσης και δεσμεύει το λήπτη ασφάλισης. Σε διαφορετική περίπτωση, δηλαδή σε περίπτωση που ο ασφαλιστής παραλείψει να προβεί σωρευτικά και στις τρεις παραπάνω αναφερόμενες υποχρεώσεις του, ο νομοθέτης είναι εξαιρετικά σαφής: «… τότε οι παρεκκλίσεις δεν δεσμεύουν τον λήπτη της ασφάλισης και θεωρείται ότι έχει συμφωνηθεί το περιεχόμενο της αίτησης για ασφάλιση». Βλ. Ράνια Χατζηνικολάου – Αγγελίδου «Ασφαλιστική Σύμβαση – Προστασία του ασφαλισμένου ως καταναλωτή», έκδοση 2000, σελ. 270: «η ασφαλιστική σύμβαση ισχύει όπως είχε συμφωνηθεί στο προσυμβατικό στάδιο σύμφωνα με την αίτηση του ασφαλισμένου και οι παρεκκλίσεις του ασφαλιστή δεν δεσμεύουν τον ασφαλισμένο» (βλ. AD HOC ΕφΘ 1385 / 2006, ΕπΣυγΔ 2006,369, καθώς και ΠΠΘεσ 16708/2008, που δημοσιεύεται στο παρόν τεύχος).

Αντίθετα, εάν παραδοθεί το ασφαλιστήριο αλλά όχι και οι ασφαλιστικοί όροι με τα χωριστά έντυπα εναντίωσης, τότε οι συνέπειες διαφέρουν και καθορίζονται από την επόμενη παράγραφο, την § 6 του άρθρου 2 του ν. 2496/1997:

«Αν ο ασφαλιστής δεν παρέδωσε στον λήπτη της ασφάλισης κάποια από τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 4 παρ. 2 περίπτωση Η και παρ. 3 περίπτωση Δ του ν.δ/τος 400/1970, όπως ισχύει, (πληροφορίες άσχετες του ερευνώμενου ζητήματος) κατά το χρόνο της υποβολής της αίτησης για ασφάλιση ή αν δεν παρέδωσε τους ασφαλιστικούς όρους σύμφωνα με την παρ. 4 του παρόντος άρθρου, τότε η σύμβαση θεωρείται ότι έχει συναφθεί με βάση το ασφαλιστήριο, τους ασφαλιστικούς όρους, καθώς και τις τυχόν επιπλέον πληροφορίες που προσδιορίζουν γενικά τη συγκεκριμένη σύμβαση, εφόσον ο λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώνεται γραπτά εντός δεκατεσσάρων (14) ημερών από την παράδοση του ασφαλιστηρίου. Αν παρέλθει αυτή η προθεσμία άπρακτη, η σύμβαση ισχύει αναδρομικά, από το χρόνο της σύναψής της. Η ως άνω προθεσμία δεν αρχίζει, αν ο ασφαλιστής δεν έχει ενημερώσει σχετικά με το δικαίωμα εναντίωσης τον λήπτη της ασφάλισης γραπτά ή με ευκρινή σημείωση στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου και δεν έχει χορηγήσει σε αυτόν σε χωριστό έντυπο υπόδειγμα δήλωσης εναντίωσης. Το δικαίωμα εναντίωσης αποσβέννυται μετά πάροδο δέκα (10) μηνών από την πληρωμή του πρώτου ασφαλίστρου. Σε περίπτωση εναντίωσης, ματαιούται η σύναψη της σύμβασης. Το βάρος της απόδειξης της παράδοσης των εγγράφων φέρει ο ασφαλιστής. Οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου αυτού δεν θίγονται».
Ενώ στην § 8: «Όλοι οι όροι του ασφαλιστηρίου πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα εύλογα συμφέροντα του λήπτη της ασφάλισης και του ασφαλισμένου και να γράφονται με σαφήνεια και με ευδιάκριτα στοιχεία».

Με την παραπάνω διάταξη της παρ. 6 ο νομοθέτης επιθυμεί διακαώς, θα λέγαμε, να πάψει κάθε αβεβαιότητα ή αμφισβήτηση γύρω από τους ασφαλιστικούς όρους. Δημιουργεί τις προϋποθέσεις, ώστε «το ασφαλιστικό προϊόν να αυτοπροσδιορίζεται χωρίς να δημιουργούνται ελλείψεις ουσιωδών στοιχείων» (Ράνια Χατζηνικολάου – Αγγελίδου, ο.π. σελ. 274). Έτσι, κι αν ακόμη δεν παραδοθούν από τον ασφαλιστή οι ασφαλιστικοί όροι, δηλαδή οι γενικοί και ειδικοί όροι της ασφαλιστικής σύμβασης, η ασφάλιση δεν είναι μετέωρη από πλευράς ισχυόντων ασφαλιστικών όρων, αλλά διέπεται από τους ασφαλιστικούς όρους που προσδιορίζουν γενικά το είδος της συγκεκριμένης ασφάλισης. Αντίθετα, αν ο λήπτης της ασφάλισης ασκήσει το δικαίωμα εναντίωσης, που του παρέχει ο νόμος, τότε η σύμβαση ακυρώνεται αναδρομικά από τη σύναψή της. 

Εδώ επανέρχεται η αβεβαιότητα: Ποίοι είναι άραγε οι ασφαλιστικοί όροι, που προσδιορίζουν γενικά το είδος αυτό της ασφάλισης (λ.χ. της ασφάλισης Προσωπικού Ατυχήματος οδηγού); Και άραγε σ’ αυτούς εμπεριέχεται και μια εξαίρεση (του πιο πάνω παραδείγματος) ή όχι; Και με βάση τα προεκτεθέντα, θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ως «εύλογο» το συμφέρον του λήπτη (παρ.8 του άρθρου 2 ΑσφΝ), ώστε να μην εξαιρείται από την ασφάλισή του η εν λόγω περίπτωση; 

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονισθεί ότι υφίστανται ουσιώδεις διαφορές μεταξύ των ρυθμίσεων των παρ. 5 και 6 του άρθρου 2 ΑσφΝ: Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι η πρώτη αφορά στις παρεκκλίσεις μεταξύ του περιεχομένου του ασφαλιστηρίου και εκείνου της αίτησης για ασφάλιση• η δεύτερη (παρ. 6) αφορά στη μη παράδοση των ασφαλιστικών όρων μαζί με το ασφαλιστήριο. Προβλέπεται διαφορετική προθεσμία εναντίωσης κ.λπ.. Και στις δύο περιπτώσεις (παρ. 5 και 6 του άρθρου 2 ΑσφΝ) το βάρος απόδειξης της παράδοση των εγγράφων το φέρει ο ασφαλιστής (βλ. ΕφΘ 1385 / 2006, ΕπΣυγΔ 2006, 369, καθώς και ΠΠΘεσ 16708/2008, που δημοσιεύεται στο παρόν τεύχος).

Να σημειώσουμε βέβαια ότι οι διατάξεις του ΑσφΝ και ιδιαίτερα των §§ 4, 5 και 6 του άρθρου 2, που μόλις προσεγγίσαμε, καθιερώνονται ως κανόνες «ημιαναγκαστικού δικαίου από το άρθρο 33 § 1 αυτού με την έννοια ότι, εάν δεν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στον ΑσφΝ, με την ασφαλιστική σύμβαση δεν μπορούν να περιορισθούν τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, παρά μόνον να διευρυνθούν» (βλ. Ι. Ρόκας, «Ιδιωτική Ασφάλιση», έκδοση 2002, § 112, σελ. 128) .

Σημειωτέον επίσης ότι οι πιο πάνω σκέψεις μπορούν να έχουν ανάλογη εφαρμογή και στην ασφάλιση αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων για τις περιπτώσεις του πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 3557/2007 καθεστώτος, δηλαδή όπου έχει εφαρμογή η ΥΑ Κ4/585/1978 (βλ. ΠΠΘεσ 16708/2008 του παρόντος τεύχους). Και τούτο διότι υπό το προϊσχύσαν αυτό καθεστώς οι εξαιρέσεις ασφάλισης αποτελούν συμβατικούς όρους, σε αντίθεση με το ισχύον καθεστώς (μετά το Ν. 3557/2007), που αποτελούν εκ του νόμου εξαιρέσεις, κατά τα αναφερόμενα παραπάνω• εκτενέστερη αναφορά βλ. στην εισήγηση του γράφοντος στο 1ο Πανελλήνιο Συνέδριο για το ζήτημα της Μέθης, «Το Τροχαίο Ατύχημα – Βέροια 2003», Πρακτικά Συνεδρίου, έκδοση ΕπΣυγΔ 2004, σ. 317 επ.). 
Μέχρι σήμερα φοβούμαι πως δεν έχει αποδοθεί από τους συμμετέχοντες στην απονομή της δικαιοσύνης (και κυρίως από εμάς τους δικηγόρους) η πρέπουσα σημασία που έχει ο ΑσφΝ για την κατανόηση της λειτουργίας της ασφαλιστικής σύμβασης, όπως την προσεγγίσαμε παραπάνω. 

Τέλος με το σημείωμα αυτό είναι αυτονόητο πως δεν μπορούμε να προσεγγίσουμε τα θιγόμενα ζητήματα σε όλες τις πτυχές τους. Φιλοδοξία του γράφοντος είναι να θίξει τις σημαντικότερες πλευρές τους και να προκαλέσει ανάλογες συζητήσεις γύρω από αυτά. Ειδικότερα το ζήτημα των προαιρετικών καλύψεων αυτοκινήτου υπό το πρίσμα του ΑσφΝ και του Ν. 2251 / 1994 (προστασία καταναλωτών, όπως ισχύει σήμερα) αποτελεί ένα ευρύτατο πεδίο ανάλογων προβληματισμών, επί των οποίων όμως θα επανέλθουμε με ειδικότερη αναφορά.
-----------------------

Διάγραμμα
Ι. Ιστορικό & Ερωτήματα
ΙΙ. Απαντήσεις
1. Στο πρώτο ερώτημα: Η οφειλή χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη ρυθμίζεται από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, οι δικαιούχοι δε αυτής από το αλβανικό
2. Στο δεύτερο ερώτημα: Μέσω της διαδικασίας της προσαρμογής στην οικογένεια του θανόντος κατά το αλβανικό δίκαιο, τα μέλη της οποίας δικαιούνται κατά τις προϋποθέσεις του ελληνικού δικαίου χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης τους (την οποία δεν προβλέπει το αλβανικό δίκαιο), οπωσδήποτε ανήκουν η σύζυγος και το ανήλικο τέκνο του και οπωσδήποτε δεν ανήκουν τα αδέλφια, ο πεθερός και η πεθερά του, ενώ η μητέρα του θανόντος μάλλον πρέπει να θεωρηθεί μέλος της οικογένειάς του
3. Στο τρίτο ερώτημα: Η συμβίωση με τον θανόντα ασκεί ουσιώδη επιρροή στην κρίση της οφειλής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, σύμφωνα με το εφαρμοστέο αλβανικό ουσιαστικό δίκαιο σχετικά με πρόσωπα που δεν αποτελούν μέλη της στενής τουλάχιστον οικογένειας του θανόντος
III. Σύνοψη των απαντήσεων

Ι. Ιστορικό & Ερωτήματα
1. Τέθηκαν υπόψη μας τα ακόλουθα:
α) Σύντομο ιστορικό της δικηγόρου Μ. Δ.
β) Η υπ&αριθμ. 1888/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. 
γ) Η νομική πληροφορία του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου της 25/05/07 με αρ. πρωτ. 347 και θέμα «Δικαιούχοι αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης κατά το Αλβανικό δίκαιο».
δ) Η απάντηση της 01/06/07 του Αλβανού καθηγητή Κ.Γ. της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου των Τιράνων επί ερωτήματος για τη ρύθμιση του αλβανικού δικαίου στο ζήτημα της αποζημίωσης και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης σε περίπτωση θανάτου προσώπου.
2. Από τα παραπάνω προκύπτουν τα εξής: 
α) Εργάτης αλβανικής ιθαγένειας πέθανε σε εργατικό ατύχημα στην Ελλάδα κατά την εκπλήρωση σύμβασης εργασίας που εκτελείτο στην Ελλάδα. 
β) Η χήρα του θανόντος (που διέμενε στην Ελλάδα, προφανώς μαζί με τον θανόντα) για λογαριασμό της και για λογαριασμό του ανήλικου τέκνο τους, η φερόμενη ως μητέρα του θανόντος (που διέμενε στην Αλβανία), ο πεθερός και η πεθερά του (που διέμεναν στην Αλβανία), καθώς και έξι άτομα (που επίσης διέμεναν στην Αλβανία) φερόμενα ως αδελφοί του (όλοι οι παραπάνω αλβανικής ιθαγένειας) άσκησαν αγωγή στα ελληνικά δικαστήρια, ζητώντας μεταξύ άλλων χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν λόγω αυτού του θανάτου.
γ) Η ΕφΑθ 1888/2007 στη συγκεκριμένη υπόθεση έκρινε ότι, για να προσδιοριστεί ποια από τα παραπάνω πρόσωπα δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης εξαιτίας του θανάτου αυτού, εφαρμοστέο είναι το αλβανικό ουσιαστικό δίκαιο. Κρίθηκε χαρακτηριστικά από το δικαστήριο ότι (φύλλο 7/σελ I, II, φύλλο 8/ σελ I, έμφαση δική μας): 
«Με την προαναφερθείσα διάταξη (άρθρο 26 ΑΚ), δεν λύνονται όλα τα θέματα διότι υπάρχουν προκριματικές έννομες σχέσεις, που επιβάλλουν την ένταξή τους σε άλλον κανόνα δικαίου. Τα προκρίματα ρυθμίζονται συνήθως από τον οικείο κανόνα ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, που τα καλύπτει, και όχι από το άρθρο 26 ΑΚ, όπως είναι το θέμα, ποια πρόσωπα ανήκουν στην οικογένεια του θανόντος (άρθρο 932 ΑΚ), για να δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης. Ειδικότερα, το ζήτημα, αν οι γονείς, ο αδελφός ο πενθερός και η πενθερά του θανατωθέντος, ανήκουν στην οικογένεια του, θα κριθεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο, που υποδεικνύεται από τη διάταξη του άρθρου 18 του ΑΚ, δηλαδή αν τόσο ο θανατωθείς, όσο και τα πρόσωπα που έχουν αλβανική ιθαγένεια, ανήκουν στην οικογένεια του τελευταίου (πρβλ. ΑΠ 356/2002 Δνη 44, 169 ΕφΑθ 4067/2002, Δνη 2003, 219, ΕφΑθ 824/2000, Δνη 20042,479)&το αλβανικό ουσιαστικό δίκαιο, ρυθμίζει το θέμα των προσώπων που δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης, για ψυχική οδύνη, από το θάνατο προσώπου» 
δ) Ενόψει της παραπάνω κρίσης της η ΕφΑθ 1888/2007 και δεδομένου πως το δικαστήριο τόνισε πως δεν γνωρίζει τις σχετικές ρυθμίσεις του αλβανικού δικαίου για την έννοια της «οικογένειας», τα μέλη της οποίας δικαιούνται καταρχήν χρηματική ικανοποίηση ψυχικής οδύνης, διετάχθη η επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης, προκειμένου να (φύλλο 8/σελ II και φύλλο 9/ σελ I):
«προσκομιστεί, με την φροντίδα του επιμελέστερου των διαδίκων, γνωμοδότηση του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου, από την οποία προκύπτει και σύμφωνα με το αλβανικό δίκαιο, του οποίου να προσκομιστούν και οι σχετικές διατάξεις, ποια πρόσωπα ανήκουν στην οικογένεια του θανόντος από αδικοπραξία και δικαιούνται να ζητήσουν χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, από το θάνατο προσώπου, και ειδικότερα, αν στους δικαιούμενους εκ της ανωτέρω αιτίας περιλαμβάνονται, η σύζυγος, τα τέκνα, οι γονείς και οι αδελφοί του θανόντος, καθώς και οι εξ αγχιστείας συγγενείς αυτού, πενθερός και πενθερά» 
ε) Κατά το αλβανικό δίκαιο, σε περίπτωση θανάτου δικαίωμα ψυχικής οδύνης των συγγενών του θανόντος δεν αναγνωρίζεται από τον νόμο.
στ) Η σχετική διάταξη του αλβανικού αστικού κώδικα προβλέπει μόνο δικαίωμα αποζημίωσης περιουσιακής ζημίας λόγω του θανάτου προσώπου. Συγκεκριμένα το άρθρο 643 παρ. 1 του αλβανικού αστικού κώδικα ορίζει (έμφαση δική μας):
«Στην περίπτωση προκλήσεως θανάτου προσώπου, η αποζημίωση περιλαμβάνει: α) τα έξοδα διατροφής και διαβιώσεως των ανήλικων τέκνων του, της συζύγου του και των ανίκανων για εργασία γονέων που βάρυναν εν όλω ή εν μέρει τον θανόντα, καθώς και των προσώπων που συμβιώνουν με την οικογένεια του θανόντος και που έχουν έναντι αυτού δικαίωμα διατροφής β) τα απαραίτητα έξοδα για την κηδεία του θανόντος στο μέτρο που ανταποκρίνονται στην προσωπική και οικογενειακή του θέση... »

3. Ενόψει των ανωτέρω ζητήθηκε η γνώμη μας στα ακόλουθα ερωτήματα:
1. Τίθεται ζήτημα χρηματικής ικανοποίησης της ψυχικής οδύνης κάποιων ή όλων από τα παραπάνω πρόσωπα (σύζυγος, τέκνα, γονείς και αδελφοί του θανόντος, καθώς και εξ αγχιστείας συγγενείς αυτού, πενθερός και πενθερά) στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο; Ειδικότερα, με βάση ποιο ουσιαστικό δίκαιο θα κριθεί εάν οι ενάγοντες στην παραπάνω αγωγή δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη λόγω του θανάτου του εργάτη αλβανικής ιθαγένειας; Περαιτέρω, με βάση ποιο ουσιαστικό δίκαιο θα κριθεί ποιοι έχουν τέτοιο δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησης της ψυχικής οδύνης;
2. Ανάλογα με την απάντηση στο πρώτο ερώτημα, εφόσον κρίσιμη για τον προσδιορισμό των προσώπων που δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης για την ψυχική οδύνη είναι η έννοια της «οικογένειας» κατά το αλβανικό δίκαιο, ποια πρόσωπα την απαρτίζουν βάσει του αλβανικού δικαίου για τις ανάγκες εφαρμογής του δικαίου της αποζημίωσης και της χρηματικής ικανοποίησης της ψυχικής οδύνης, λαμβάνοντας υπόψη την απουσία ρύθμισης από το αλβανικό δίκαιο περί αξίωσης για χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης των συγγενών γενικά του θανόντος, αλλά και τις διατάξεις του για τους δικαιούχους αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία σε περίπτωση θανάτου προσώπου; 
3. Ανάλογα με τις απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα, ασκεί επίδραση στην κρίση αν κάποιο πρόσωπο αποτελεί μέλος της οικογένειας του θανόντος ή, σε κάθε περίπτωση, δικαιούται χρηματική ικανοποίηση ψυχικής οδύνης κατά το εφαρμοστέο δίκαιο το γεγονός της συμβίωσής του ή μη με τον θανόντα; 

ΙΙ. Απαντήσεις
1. Στο πρώτο ερώτημα: Η οφειλή χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη ρυθμίζεται από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, οι δικαιούχοι δε αυτής από το αλβανικό

4. Σύμφωνα με την ΑΚ 26 στις ενοχές από αδίκημα (όπως και στις περιπτώσεις αντικειμενικής ευθύνης, βλ. ΑΠ 3/2007, ΕφΑθ 1152/1986, ΕΕμπΔ 1986, 654, ΠολΠρωτΑθ 705/1974, ΝοΒ 1975, 527, Βρέλλη, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, 2001, σελ. 248, Τενεκίδου & Φραγκοπούλου, Η αδικοπραξία κατά το Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, 1956, 93 - 132, Γραμματικάκη-Αλεξίου/Παππασιώπη-Πασιά/Βασιλακάκη, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, β έκδ, 1998, σελ 293 επ, άρα κατά μια γνώμη και στο εργατικό ατύχημα, ενώ κατά άλλη μάλλον κρατούσα γνώμη το εργατικό ατύχημα ρυθμίζεται από το δίκαιο της σύμβασης εργασίας, στο πλαίσιο της οποίας συνέβη – lex laboris, βλ. σχετικά ΑΠ 6/1998, ΝοΒ 1999, 389 – 390, ΑΠ 1149/1994, ΔΕΕ 1995, 535, ΑΠ 57/1961, ΕΕμπΔ 1962, 100 & 101, Βρέλλη οπ, σελ. 224 και σημ. 38 ) εφαρμοστέο είναι το δίκαιο του τόπου τέλεσής τους (βλ. Ολ. ΑΠ 14/1997, ΝοΒ 1998, 43, ΑΠ 1066/1999, ΕλλΔνη 1999, 1571, Ολ. ΑΠ 9/1995, ΝοΒ 1996, 487, Βρέλλη οπ, σελ. 244 επ, Γραμματικάκη-Αλεξίου/Παππασιώπη-Πασιά/Βασιλακάκη οπ, ιδίως σελ 303). 
5. Ως τόπος τέλεσης του αδικήματος θεωρείται ο τόπος, όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός (βλ. Ολ. ΑΠ 14/1997, ΝοΒ 1998, 43, ΑΠ 1066/1999, ΕλλΔνη 1999, 1571, Ολ. ΑΠ 9/1995, ΝοΒ 1996, 487, Βρέλλη οπ, σελ. 245 – 246), όπως και ο τόπος όπου επήλθαν τα αποτελέσματά του (βλ. Βρέλλη οπ, σελ. 245 – 246, ιδίως για τη μικτή θεωρία και τη θεωρία του βαρύνοντος τόπου που επιλέγεται με βάση την αρχή της εγγύτητας, δηλαδή με βάση την ένταση των δεσμών που εμφανίζει μια αδικοπραξία με κάποιον από τους τόπους, Τενεκίδου & Φραγκοπούλου οπ, σελ. 64, ιδίως βλ. την ΠολΠρωτΑθ 11096/1982, ΕλλΔνη1983, 1252). Εάν κατά τα παραπάνω περισσότερα δίκαια διεκδικούν εφαρμογή (λόγω της πολλαπλότητας των τόπων τέλεσης του αδικήματος), το δικαίωμα επιλογής ανήκει στον αδικηθέντα (βλ. Βρέλλη οπ, σελ. 245 & 246, με περαιτέρω παραπομπές, ιδίως ΠολΠρωτΑθ 11096/1982 οπ). 
6. Κατά το δίκαιο του τόπου τέλεσης του αδικήματος κρίνεται μεταξύ άλλων και το ζήτημα του «ποιο είναι το είδος και η έκταση της οφειλόμενης αποζημίωσης (άρθρα 914, 297, 298 για την περιουσιακή ζημία και 932 για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου λόγω ψυχικής οδύνης)» (βλ. ΑΠ 3/2007, Ολ. ΑΠ 14/1997, ΝοΒ 1998, 43, ΑΠ 1066/1999, ΕλλΔνη 1999, 1571, Ολ. ΑΠ 9/1995, ΝοΒ 1996, 487, Βρέλλη οπ, σελ. 248, Κρητικό, Αποζημίωση από Τροχαία Αυτοκινητικά Ατυχήματα, γεκδ, 1998, παρ.1009, σελ 355). Κατά το ίδιο δίκαιο κρίνεται και «εάν, σε περίπτωση θανάτωσης του προσώπου τα μέλη της οικογενείας του έχουν ή όχι εξ ιδίου δικαίου προσωπική αξίωση κατά των υπόχρεων» (ΑΠ 3/2007, ΕφΑθ 322/2005, ΕλλΔνη 2006, 576, ΕφΑθ 4067/2002, ΕλλΔνη 2003, 219, ΕφΑθ 6824/2000, ΕλλΔνη 2001, 479, ΕφΠειρ 120/2004, ΕλλΔνη 2004, 877, ΜονΠρωτΛαρ 80/2000, ΕφΡόδου 190/2003, Κρητικό οπ, παρ.1008 επ, σελ 354 επ). 
7. Ταυτόχρονα βέβαια έκρινε ο Άρειος Πάγος για το ίδιο ακριβώς ζήτημα (ΑΠ 3/2007, έμφαση δική μας): 
«Δεν είναι όμως (η ΑΚ 26) η μόνη εφαρμοστέα διάταξη του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Μπορεί να καταστεί αναγκαία η προσφυγή και σε άλλες διατάξεις του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Έτσι για την κρίση του θέματος εάν είναι ή όχι κάποιος μέλος της ίδιας οικογένειας με τον θανατωθέντα, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, καθίσταται αναγκαία η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13, 14, 17, 22 και 23 ΑΚ (ανάλογα δηλαδή εάν πρόκειται για σύζυγο ή τέκνα)». 
8. Προκειμένου να γίνει απόλυτα κατανοητή η παραπάνω ορθή κρίση του Αρείου Πάγου και να εξηγηθεί η παραπάνω υπό αρ. 2 γ κρίση της ΕφΑθ 1888/2007, απαιτείται η παράθεση ορισμένων βασικών στοιχείων της γενικής θεωρίας του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου: Όταν επιδιώκεται η ανεύρεση του εφαρμοστέου ουσιαστικού δικαίου για τη ρύθμιση μιας έννομης σχέσης με βάση τους κανόνες σύγκρουσης του forum, συχνά ανακύπτουν προδικαστικά ζητήματα ή προκρίματα. Πρόκριμα είναι μια σχέση, από την ύπαρξη ή ανυπαρξία της οποίας, από το κύρος ή την ελαττωματικότητά της, εξαρτάται η ύπαρξη ή ανυπαρξία, το κύρος ή η ελαττωματικότητα μιας άλλης σχέσης, της κύριας σχέσης, για τη ρύθμιση της οποίας ενδιαφερόμαστε (βλ. Μαριδάκη, Ιδιωτικόν Διεθνές Δίκαιον, Γενικαί Αρχαί, β εκδ, 1967,§ 20, σελ. 289 επ Βρέλλη, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, 2001, σελ. 103, Κρίσπη, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, Γενικό Μέρος, § 25, σελ. 153 & 154). 
9. Από τη στιγμή που με βάση τους κανόνες σύγκρουσης του forum έχει βρεθεί το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο (lex causae) που θα ρυθμίσει μια σχέση, είναι δυνατόν στο ίδιο το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο να εμφανισθεί κάποιο πρόκριμα, δηλαδή κατά τα παραπάνω μια (έννομη) σχέση από την ύπαρξη της οποίας εξαρτάται η έννομη συνέπεια που απαγγέλει ο κανόνας της lex causae της κύριας σχέσης (βλ. Βρέλλη οπ, σελ. 104, Κρίσπη οπ, σελ. 154 επ.). Οπότε τίθεται το ζήτημα ποιο δίκαιο διέπει την έννομη σχέση του προκρίματος (βλ. Βρέλλη οπ, σελ. 104, Κρίσπη οπ, σελ. 155). 
10. Κατά τις πλέον κρατούσες θεωρίες (για τον σεβασμό κεκτημένων δικαιωμάτων, βλ. Βρέλλη οπ, σελ. 105, Γραμματικάκη-Αλεξίου/Παππασιώπη-Πασιά/Βασιλακάκη οπ, σελ 94 επ) το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο του forum θα προσδιορίσει το ουσιαστικό δίκαιο, το οποίο θα απαντήσει εάν υπάρχει ή όχι η συνιστώσα το πρόκριμα έννομη σχέση (θεωρία της lex fori, προκειμένου να εξυπηρετηθεί το αίτημα της εσωτερικής αρμονίας & μια σχέση υφίσταται ή δεν υφίσταται στο forum είτε αντιμετωπίζεται ως κύρια σχέση είτε ως πρόκριμα, βλ. Βρέλλη οπ, σελ. 105, Κρίσπη οπ, σελ. 172 επ), ενώ κατά τη θεωρία της lex causae το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει το πρόκριμα υποδεικνύεται από τους κανόνες σύγκρουσης του κράτους της lex causae της έννομης σχέσης, δηλαδή από το (ενδεχομένως και αλλοδαπό) ιδιωτικό διεθνές δίκαιο του κράτους της lex causae (βλ. Βρέλλη οπ, σελ. 104, Κρίσπη οπ, σελ. 156 επ, προκειμένου να ικανοποιηθεί το αίτημα της διεθνούς αρμονίας, με την έννοια ότι η σχέση που συνιστά το πρόκριμα υφίσταται ή μη έναντι του forum ανάλογα με το εάν υφίσταται ή μη έναντι του κράτους του εφαρμοστέου δικαίου, βλ. Βρέλλη οπ, σελ. 106), χωρίς αυτό να προσκρούει ειδικά στον χώρο των προκριμάτων στην απαγόρευση της αναπαραπομπής (renvoi) κατά την ΑΚ 32 (βλ. Βρέλλη οπ, σελ. 102, 104). 
11. Ενόψει των ανωτέρω πορισμάτων της γενικής θεωρίας του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου για τα προκρίματα και σε σχέση με την παραπάνω κρίση της ΑΠ 3/2007 σημειώνουμε τα εξής: Σε ενοχές από αδίκημα εφαρμοστέο είναι το δίκαιο του τόπου τέλεσης του αδικήματος. Το δίκαιο αυτό θα κρίνει εάν και ποιοί έχουν δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης. Εάν τόπος τέλεσης του αδικήματος είναι η Ελλάδα, εφαρμοστέο είναι το ελληνικό δίκαιο της αδικοπραξίας και της αποζημίωσης.
12. Η λύση δεν διαφέρει εάν στο εργατικό ατύχημα εφαρμοσθεί το δίκαιο που υποδεικνύει η ΑΚ 25 ή οι διατάξεις του άρθρου 6 της σύμβασης της Ρώμης για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές, δηλαδή το δίκαιο που διέπει τη σύμβαση εργασίας, το οποίο κατά κανόνα τόσο με βάση τη ΣυμβΡώμης όσο και την ΑΚ 25 είναι το δίκαιο του τόπου, όπου παρέχεται η εργασία (βλ. σχετικά Βρέλλη οπ, σελ. 219 & 226, Παπασιώπη-Πασιά, Το εφαρμοστέο στη σύμβαση δίκαιο ελλείψει συμφωνίας των μερών κατά την Κοινοτική Σύμβαση του 1980 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές & Καταναλωτικές και εργατικές συμβάσεις, ΝοΒ 1992, σελ. 1344 επ, πρβλ Γραμματικάκη-Αλεξίου/Παππασιώπη-Πασιά/Βασιλακάκη οπ, σελ 304-306 σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο στη συρροή συμβατικής και εξωσυμβατικής ευθύνης, όπου παρατηρείται πως, ακόμη και όταν εφαρμοστέο είναι το δίκαιο της σύμβασης σε περίπτωση που συρρέει συμβατική με εξωσυμβατική ευθύνη, οι ιδιαιτερότητες της τελευταίας, όπως η χρηματική ικανοποίηση ψυχικής οδύνης που δεν απαντάται στη συμβατική ευθύνη, θα κριθούν με βάση τους κανόνες σύγκρουσης του αδικήματος). Άρα, όταν η σύμβαση εργασίας εκτελείται στην Ελλάδα, εφαρμοστέο θα είναι πάλι το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο της αποζημίωσης και της χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης και ψυχικής οδύνης. 
13. Επομένως, στα εργατικά ατυχήματα που τελούνται στην Ελλάδα βάσει συμβάσεων εργασίας που εκτελούνται στην Ελλάδα (είτε ως εφαρμοστέο κριθεί το δίκαιο του τόπου τέλεσης του αδικήματος είτε το δίκαιο της σύμβασης εργασίας και τελικά το δίκαιο του τόπου παροχής της εργασίας) το ποιοι έχουν δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησης της ψυχικής οδύνης λόγω θανάτου ρυθμίζεται από το άρθρο 932 ΑΚ, που απονέμει τέτοιο δικαίωμα στα μέλη της «οικογένειας» του θανόντος. 
14. Η έννοια όμως της οικογένειας του θανόντος συνιστά πρόκριμα στην εφαρμοστέα lex causae, δηλαδή στον συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο οδηγούν οι κανόνες σύγκρουσης του forum. Η έννοια αυτή, άρα και ο προσδιορισμός των προσώπων που ανήκουν στην «οικογένεια» του θανόντος, αποτελεί νομική έννοια και όχι καθαρά πραγματικό γεγονός (βλ. Πατεράκη, Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, β εκδ, 2001, σελ. 297, Γεωργιάδη σε ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου άρθρο 932, αρ. 14-17, Σταθόπουλο, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, 2004, σελ. 837, Κρητικό οπ, παρ.953 επ, σελ 333 επ, βλ. και Ολ ΑΠ 762/1992, ΠοινΧρ ΜΒ, 665, Ολ. ΑΠ 21/2000, ΑΠ 319/2006, ΑΠ 731/2005, δημοσιευμένη στη ΝΟΜΟΣ με αρ. 375008, όπου κρίθηκε: «Στη διάταξη αυτή δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου «οικογένεια του θύματος», προφανώς γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος, ως εκ της φύσεώς του, υφίσταται αναγκαίως τις επιδράσεις εκ των κοινωνικών διαφοροποιήσεων κατά τη διαδρομή του χρόνου. Κατά την αληθή, όμως, έννοια της εν λόγω διατάξεως, που απορρέει από το σκοπό της θεσπίσεώς της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, που δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλειά του και, προς ανακούφιση του ηθικού πόνου αυτών, στοχεύει η διάταξη αυτή...»). Συνεπώς, η εξειδίκευσή της αόριστης κατά τα παραπάνω νομικής έννοιας θα γίνει, με βάση τη θεωρία της lex fori, σύμφωνα με το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο του forum, ενώ, με βάση τη θεωρία της lex causae, σύμφωνα με το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο του κράτους του εφαρμοστέου δικαίου στην κύρια σχέση. 
15. Στη συγκεκριμένη περίπτωση τόπος τέλεσης του αδικήματος, ως τόπος όπου συνέβη το εργατικό ατύχημα που οδήγησε στο θάνατο του Αλβανού υπηκόου ή τόπος εκτέλεσης της σύμβασης εργασίας, ήταν η Ελλάδα (ως τόπος τέλεσης του αδικήματος θα μπορούσε να θεωρηθεί ενδεχομένως και η Αλβανία, ως τόπος όπου έγινε αισθητή η ζημία από κάποιους ενάγοντες που διέμεναν εκεί). Εφόσον τα μέρη έχουν επιχειρηματολογήσει με βάση το ελληνικό δίκαιο, οπωσδήποτε εφαρμοστέο στην κύρια σχέση ουσιαστικό δίκαιο είναι το ελληνικό. 
16. Συνεπώς, το εάν υφίσταται αξίωση χρηματικής ικανοποίησης της ψυχικής οδύνης των οικείων του θύματος κρίνεται με βάση το ελληνικό δίκαιο. Κατά την ΑΚ 932 εδ γ τέτοια αξίωση έχουν α) τα μέλη της «οικογένειας» του θανόντος, β) εφόσον αποδειχθεί ότι αποτελούν μέλη της οικογένειάς του και γ) επιπλέον εφόσον πράγματι αισθάνθηκαν οξύ ψυχικό πόνο λόγω του θανάτου, εξαιτίας του δεσμού που είχαν με τον θανόντα (βλ. Γεωργιάδη σε ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρο 932, αρ 9 επ, Κρητικό οπ, παρ 936, σελ 327, ιδίως βλ. ΑΠ 731/2005 οπ, όπου χαρακτηριστικά κρίθηκε «...η επιδίκαση της από το άρθρο 932 εδ. 3 ΑΚ προβλεπόμενης χρηματικής ικανοποίησης στα δικαιούμενα πρόσωπα, τελεί υπό την αυτονόητη προυπόθεση, που συνιστά πραγματικό ζήτημα, της ύπαρξης, κατ εκτίμηση του δικαστή της ουσίας, μεταξύ αυτών και του θανατωθέντος, όταν ο τελευταίος ζούσε, αισθημάτων αγάπης και στοργής, η διαπίστωση της ανυπαρξίας των οποίων μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό, είτε όλων των προσώπων αυτών, είτε κάποιων ή κάποιου από αυτούς, από την επιδίκαση της εν λόγω χρηματικής ικανοποίησης...»). Για τα δύο τελευταία ζητήματα, ως κυρίως πραγματικά, δεν μπορούμε να εκφέρουμε γνώμη.
17. Όπως προαναφέρθηκε όμως η έννοια της οικογένειας του θανόντος, που συναντάται στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου του κράτους της lex causae (εδώ του ελληνικού ουσιαστικού δικαίου) και από τον προσδιορισμό της οποίας εξαρτάται το ποιοι από τους ενάγοντες έχουν δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησης ψυχικής οδύνης (εφόσον εννοείται συντρέχουν και οι παραπάνω επισημανθείσες κυρίως πραγματικές προϋποθέσεις της ΑΚ 932 εδ. γ), είναι νομική έννοια. Ως τέτοια η «οικογένεια» του θανόντος (για την εφαρμογή των διατάξεων περί ψυχικής οδύνης σε περίπτωση θανάτου) αποτελεί πρόκριμα του κανόνα της lex causae, που πρέπει να προσδιορισθεί από το δίκαιο.
18. Σύμφωνα με την ανάλυση που προηγήθηκε, κατά τη θεωρία της lex fori σχετικά με τα προκρίματα στην εφαρμοστέα lex causae (παραπάνω αρ 10) το ποιοι αποτελούν μέλη της οικογένειας του θανόντος και δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση ψυχικής οδύνης θα καθορισθεί με βάση το δίκαιο, που υποδεικνύει το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο του forum, στη συγκεκριμένη περίπτωση το ελληνικό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο. Άρα, κρίσιμοι είναι οι κανόνες των ΑΚ 13-14, 17-23 (βλ. Βρέλλη οπ, σελ 275 επ), που υποδεικνύουν κατά κανόνα ως εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο για τον προσδιορισμό των μελών της οικογένειας του θανόντος το δίκαιο της ιθαγένειας του θανόντος, που στη συγκεκριμένη περίπτωση τυχαίνει να είναι και δίκαιο της κοινής ιθαγένειας όλων (θανόντος και αιτούντων χρηματική ικανοποίηση), συνεπώς το αλβανικό ουσιαστικό δίκαιο. 
19. Κατά τη θεωρία της lex causae σχετικά με τα προκρίματα στην εφαρμοστέα lex causae (παραπάνω αρ. 10) το ποιοι αποτελούν μέλη της οικογένειας του θανόντος θα καθορισθεί με βάση το ουσιαστικό δίκαιο που υποδεικνύει το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο της lex causae, δηλαδή στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, με βάση το ουσιαστικό δίκαιο που υποδεικνύει πάλι το ελληνικό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο (αφού εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο στην κύρια σχέση της ενδεχόμενης οφειλής χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη είναι το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο). Άρα, τελικά το παραπάνω υπό αρ. 18 συμπέρασμα δεν ανατρέπεται.
20. Το αλβανικό ουσιαστικό δίκαιο τελικά ως δίκαιο της ιθαγένειας του θανόντος (αλλά και όλων των αιτούντων χρηματική ικανοποίηση ψυχικής οδύνης) θα καθορίσει ποιοι αποτελούν μέλη της «οικογένειας» του θανόντος και δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη λόγω του θανάτου του κατά την ΑΚ 932 (σύμφωνα και με την παραπάνω ορθή κρίση της ΑΠ 3/2007: «για την κρίση του θέματος εάν είναι ή όχι κάποιος μέλος της ίδιας οικογένειας με τον θανατωθέντα, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, καθίσταται αναγκαία η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13, 14, 17, 22 και 23 ΑΚ (ανάλογα δηλαδή εάν πρόκειται για σύζυγο ή τέκνα»), εφόσον εννοείται ο δεσμός συγγένειάς τους αποδεικνύεται, όπως και ο ψυχικός & πραγματικός δεσμός τους με τον θανόντα, ο οποίος δικαιολογεί τον οξύ ψυχικό πόνο που αισθάνθηκαν λόγω του θανάτου του και στηρίζει την αξίωσή τους για χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης αυτής, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω υπό αρ. 16.
21. Η ορθότητα του παραπάνω συμπεράσματος ενισχύεται και από την ΕφΑθ 322/2005 (ΕλλΔνη 2006, 576, πρβλ. ΕφΑθ 4067/2002, ΕλλΔνη 2003, 219, ΕφΑθ 6824/2000, ΕλλΔνη 2001, 479, ΕφΠειρ 120/2004, ΕλλΔνη 2004, 877, ΜονΠρωτΛαρ 80/2000, ΕφΡόδου 190/2003), η οποία (ΕφΑθ 322/2005) σε όμοια υπόθεση θανάτωσης Αλβανού υπηκόου σε (αυτοκινητικό όμως) ατύχημα που συνέβη στην Ελλάδα, δέχθηκε τα εξής (έμφαση δική μας): 
«Κατά τη διάταξη του άρθρου 26 ΑΚ, & οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της πολιτείας όπου διαπράχθηκε το αδίκημα.Επομένως, αν πρόκειται για αυτοκινητικό ατύχημα που συνέβη στην Ελλάδα, συνεπεία του οποίου θανατώθηκε αλλοδαπός, τότε η έννομη σχέση διέπεται από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο, βάσει του οποίου θα κριθούν, μεταξύ άλλων: ο κύκλος των προστατευομένων εννόμων αγαθών,το είδος της ευθύνης (υποκειμενική & αντικειμενική), οι συνέπειες του αδικήματος, η έκταση της αποζημιώσεως για την περιουσιακή ζημία (άρθρα 297, 298 ΑΚ), το πρόσωπο του δικαιούχου αυτής, το αν στη συγκεκριμένη περίπτωση θεμελιώνεται και με ποιες προϋποθέσεις απαίτηση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης (αρθ. 932 εδ. α ΑΚ), ποιοι είναι οι δικαιούχοι αυτής, Όμως, η διάταξη του άρθρου 26 ΑΚ, δεν λύνει όλα τα θέματα, ιδίως όταν υπάρχουν προκριματικές έννομες σχέσεις, όπως στην περίπτωση που πρόκειται να κριθεί ποια πρόσωπα ανήκουν στην οικογένεια αυτού, ώστε να δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, οπότε θα εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρου 18 ΑΚ (ΟλΑΠ 14/1997 ΕλΔ 38.1036),Εν προκειμένω, από το ένδικο τροχαίο ατύχημα που συνέβη στην Ελλάδα, το θανατωθέν πρόσωπο, & ήταν αλβανικής ιθαγένειας και υπηκοότητας. Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω, στην κρινόμενη περίπτωση εφαρμοστέο είναι το Ελληνικό Δίκαιο, όσον αφορά στις προϋποθέσεις και στην έκταση της αποζημιώσεως λόγω θανατώσεως προσώπου, ενώ αναφορικά με τους δικαιούχους της αποζημιώσεως και της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης εφαρμοστέο δίκαιο είναι το Αλβανικό, ως εκ της αλβανικής ιθαγένειας και υπηκοότητας του θανόντος προσώπου».
22. Για τους λόγους αυτούς και η όμοια κρίση της ΕφΑθ 1888/2007 στη συγκεκριμένη διαφορά, που αφορά τα τεθέντα ερωτήματα και αναφέρθηκε παραπάνω υπό αρ. 2γ, είναι ορθή και έχει προφανώς την έννοια που ανωτέρω εξηγήθηκε.
23. Συμπέρασμα. Το εάν υφίσταται δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης στη συγκεκριμένη περίπτωση θα κριθεί με βάση το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο (ΑΚ 932 εδ γ) ως δίκαιο του τόπου, όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός (αλλά και ως δίκαιο που διήπε τη συγκεκριμένη σύμβαση εργασίας). Τέτοιο δικαίωμα έχουν τα μέλη της «οικογένειας» του θανόντος κατά την ΑΚ 932 εδ γ. Το ποιοι εντάσσονται στα μέλη της οικογένειας του θανόντος συνιστά νομική έννοια, αποτελεί πρόκριμα του ουσιαστικού κανόνα δικαίου του κράτους του εφαρμοστέου δικαίου, από τη λύση του οποίου εξαρτάται η ρύθμιση της κύριας έννομης σχέσης (αν και ποιοι δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη) και θα καθορισθεί είτε με τη θεωρία της lex fori είτε με τη θεωρία της lex causae κατά το αλβανικό ουσιαστικό δίκαιο, το οποίο υποδεικνύεται ως εφαρμοστέο από το ελληνικό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο (το οποίο αλβανικό ουσιαστικό δίκαιο είναι το δίκαιο της κοινής ιθαγένειας όλων των εμπλεκομένων), σχετικά με την έννοια της «οικογένειας», της οποίας τα μέλη δικαιούνται αποζημίωση για περιουσιακή ζημία και χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη λόγω του θανάτου προσώπου μέλους της «οικογένειας». 

2. Στο δεύτερο ερώτημα: Μέσω της διαδικασίας της προσαρμογής στην οικογένεια του θανόντος κατά το αλβανικό δίκαιο, τα μέλη της οποίας δικαιούνται κατά τις προϋποθέσεις του ελληνικού δικαίου χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης τους (την οποία δεν προβλέπει το αλβανικό δίκαιο), οπωσδήποτε ανήκουν η σύζυγος και το ανήλικο τέκνο του και οπωσδήποτε δεν ανήκουν τα αδέλφια, ο πεθερός και η πεθερά του, ενώ η μητέρα του θανόντος μάλλον πρέπει να θεωρηθεί μέλος της οικογένειάς του

24. Για την απάντηση στο ερώτημα αυτό αναγκαίες είναι επίσης ορισμένες προκαταρκτικές παρατηρήσεις από τη σκοπιά της γενικής θεωρίας του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Ενώ σκοπός του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου είναι η δικαιότερη ρύθμιση σχέσεων με στοιχεία αλλοδαπότητας από ό,τι αν αυτές ρυθμίζονταν με βάση το ουσιαστικό δίκαιο του forum που εφαρμόζεται σε σχέσεις χωρίς στοιχεία αλλοδαπότητας, παρατηρείται κάποιες φορές η χρησιμοποίηση των κανόνων σύγκρουσης να οδηγεί σε πιο άδικα και μη παραδεκτά (τουλάχιστον στο σύνολό τους) αποτελέσματα ή στη δημιουργία καταστάσεων που φαίνονται αδιέξοδες ή των οποίων η αντιμετώπιση δεν είναι ευχερής (βλ. Βρέλλη οπ, σελ. 117, όπου ως παράδειγμα αναφέρεται η ρύθμιση της επιμέλειας του προσώπου εξώγαμου τέκνου που αναγνωρίστηκε, όταν το δίκαιο που διέπει τη σχέση του με τον εξώγαμο γεννήτορα, πχ. το δίκαιο της ιθαγένειας του πατέρα κατά την ΑΚ 20 αρ. 3, παρέχει μετά την αναγνώριση του τέκνου την επιμέλεια στον πατέρα, ενώ το δίκαιο που διέπει τις σχέσεις αυτού του τέκνου με τη μητέρα του, πχ το δίκαιο της ιθαγένειας της μητέρας κατά την ΑΚ 19 αρ. 3, εξακολουθεί και μετά την αναγνώριση να παρέχει την επιμέλεια στη μητέρα ή δεν θεωρεί έγκυρη την αναγνώριση & Ο Κρίσπης οπ, σελ. 347 & 349, ομιλεί για πραγματική αδυναμία εφαρμογής αλλοδαπής διάταξης, την οποία αντιδιαστέλλει προς τη νομική, με την τελευταία να αναφέρεται στην επιφύλαξη της δημόσιας τάξης).
25. Προκειμένου να αντιμετωπισθούν τέτοιες αδιέξοδες καταστάσεις, που προκαλούνται λόγω της μη αρμονικής διάρθρωσης κανόνων, οι οποίοι ανήκουν σε διαφορετικές έννομες τάξεις, ο δικαστής του forum καλείται να «προσαρμόσει» τους εφαρμοστέους κανόνες δικαίου, αλλοιώνοντας επιτρεπτά το περιεχόμενό τους στη συγκεκριμένη περίπτωση («προσαρμογή», βλ. Βρέλλη οπ, σελ. 118-119). Η προσαρμογή θα γίνει με την κατάλληλη ερμηνεία του αλλοδαπού δικαίου (σύμφωνα με τις δικές του αρχές ερμηνείας και το πνεύμα του, αλλά και τις γενικά παραδεκτές αρχές ερμηνείας του δικαίου, βλ. Μαριδάκη οπ, σελ. 326 & 327, Βρέλλη οπ, σελ. 112-113, Ψωμά οπ, ΕλλΔνη 2001, σελ. 627-628, Ευρυγένη, Η Εφαρμογή του Αλλοδαπού Δικαίου, 1956, §73, σελ. 195-197, Κρίσπη οπ, σελ. 346 & 347, ΑΠ 1375/1994, ΕλλΔνη 1996, 623-624) ή ενδεχομένως και με την υποκατάσταση της lex fori στη θέση ξένης ρύθμισης (ως τελευταίας επιλογής για λόγους σεβασμού του αλλοδαπού δικαίου, που κρίνεται εφαρμοστέο βάσει των κανόνων σύγκρουσης του forum, και επίτευξης κατά το δυνατόν διεθνούς αρμονίας των λύσεων, βλ Γραμματικάκη-Αλεξίου/Παππασιώπη-Πασιά/Βασιλακάκη οπ, σελ 4, Ευρυγένη, Η εφαρμογή αλλοδαπού δικαίου, 1956, σελ. 1 επ, πρβλ Μαριδάκη οπ, σελ. 346 & 347), εφόσον η ξένη ρύθμιση δεν μπορεί να εφαρμοσθεί (βλ. Βρέλλη οπ, σελ. 119, πρβλ Γραμματικάκη-Αλεξίου/Παππασιώπη-Πασιά/Βασιλακάκη οπ, σελ 11 για τα κενά του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου και την πλήρωσή τους με αναλογία νόμου ή δικαίου). Στην κατεύθυνση αυτή μπορεί να αξιοποιηθεί και η έννοια και λειτουργία της δημόσιας τάξης κατά την ΑΚ 33 (βλ. Βρέλλη οπ, σελ. 119, Γραμματικάκη-Αλεξίου/Παππασιώπη-Πασιά/Βασιλακάκη οπ, σελ 78 επ). Σημειώνουμε όμως πως η υποκατάσταση της lex fori στη θέση της ξένης ρύθμισης, ενδεχομένως μέσω της αξιοποίησης της ΑΚ 33, θα είναι δυνατή, μόνο εάν και στην έκταση που η ξένη ρύθμιση, αφού διαπιστωθεί το περιεχόμενό της, κριθεί αντίθετη στην ελληνική διεθνή δημόσια τάξη (βλ. ιδίως ΕφΘρ 21/1988, Αρμ. 1988, 600, ΠολΠρωτ Βόλου 10/1999, δημοσιευμένη στη Νόμος με αρ. 273162) 
26. Κατά τον Κρίσπη μάλιστα (οπ, σελ. 349) σε τέτοιες αδιέξοδες καταρχάς καταστάσεις ο δικαστής του forum οφείλει να ρυθμίζει τη σχέση με δίκαιη κρίση (ex aequo et bono), τηρώντας κατά το δυνατόν το πνεύμα της lex causae. Παρόμοια κατά τον Μαριδάκη {οπ, σελ. 330 & 331, με παραπομπές σε παραδείγματα ιδίως στην κλασική μελέτη του Rabel σε RabelsZ 5 (1931), σελ. 286, έμφαση δική μας}:
«Το κατά τους κανόνας ιδ. δ. δ. εφαρμοστέον αλλοδαπόν δίκαιον ενδέχεται να τάσση προϋποθέσεις εφαρμογής μη δυναμένας να υπάρξουν έξω της αλλοδαπής Πολιτείας. Ο δικαστής, παρά ταύτα, δεν θα εγκαταλείψη τήν σχέσιν αρρύθμιστον, αλλά θα την ρυθμίση κατά τό καθολικόν πνεύμα υπό τό οποίον η αλλοδαπή Πολιτεία ρυθμίζει το σχετικόν θεσμόν». 
27. Στη συγκεκριμένη περίπτωση φαίνεται να τίθεται τέτοια ανάγκη «προσαρμογής». Διότι, ενώ σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν το εάν οφείλεται χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης των μελών της «οικογένειας» του θανόντος κρίνεται με βάση το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο και τέτοια χρηματική ικανοποίηση οφείλεται κατά την ΑΚ 932 εδ γ, το ποιοι αποτελούν μέλη της οικογένειας του θανόντος (ώστε να δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη) διέπεται από το αλβανικό ουσιαστικό δίκαιο, όπως ορθά έκρινε και η ΕφΑθ 1888/2007 (παραπάνω υπό αρ. 2γ). Το τελευταίο όμως δεν αναγνωρίζει δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησης της ψυχικής οδύνης στα μέλη της οικογένειας του θανόντος και συνεπώς δεν ορίζει ποιοι την αποτελούν για τις ανάγκες εφαρμογής των διατάξεων περί χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη.
28. Ταυτόχρονα, το αλβανικό δίκαιο δεν απαγορεύει τη χορήγηση χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη (απλά δεν την προβλέπει) ούτε είναι αδύνατο κατά αυτό να προσδιορισθεί η έννοια της «οικογένειας» του θανόντος για τις ανάγκες του δικαίου της αποζημίωσης λόγω θανάτου προσώπου, όπως θα καταστεί σαφές από την ανάλυση που ακολουθεί. Συνεπώς, η σχετική ρύθμιση του αλβανικού δικαίου δεν μπορεί ολικά να παραμερισθεί {όπως θα μπορούσε να συμβεί, εάν το αλβανικό δίκαιο απαγόρευε πλήρως το δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη και κρινόταν πως η ρύθμιση αυτή, τουλάχιστον για τον στενό πυρήνα της οικογένειας του θανόντος, είναι αντίθετη στην ελληνική διεθνή δημόσια τάξη κατά την ΑΚ 33 (βλ. Μαριδάκη οπ, σελ. 346 & 347 και ιδίως παρακάτω υπό αρ. 39-40), ή εάν κατά το αλβανικό δίκαιο ήταν αδύνατο να προσδιορισθεί η έννοια της «οικογένειας» του θανόντος για τις ανάγκες εφαρμογής της συγκεκριμένης ρύθμισης & Βλ. ιδίως ad hoc την ΕφΘρ 21/1988, Αρμ. 1988, 600, κατά την οποία σε θανατηφόρο αυτοκινητικό ατύχημα στην Ελλάδα με θύμα Ρουμανικής υπηκοότητας εφαρμοστέο ήταν το ρουμανικό ουσιαστικό δίκαιο για την εξεύρεση των δικαιούχων χρηματικής ικανοποίησης & το ρουμανικό Σύνταγμα όμως απαγόρευε την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για μη περιουσιακή ζημία & μάλιστα το Ανώτατο Ρουμανικό δικαστήριο είχε κηρύξει αντισυνταγματικές διατάξεις κοινών νόμων που χορηγούσαν δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησης, ως αντίθετες στις αρχές τις σοσιαλιστικής νομοθεσίας & για αυτό και το ελληνικό δικαστήριο έκρινε τη σχετική αλλοδαπή ρύθμιση αντίθετη στην ελληνική διεθνή δημόσια τάξη & πρβλ και ΠολΠρωτ Βόλου 10/1999, δημοσιευμένη στη Νόμος με αρ. 273162}. 
29. Συνεπώς, οι σχετικές ρυθμίσεις του αλβανικού ουσιαστικού δικαίου για το ποιοι αποτελούν μέλη της οικογένειας του θανόντος σε θέματα λήψης αποζημίωσης περιουσιακής ζημίας λόγω του θανάτου συγγενούς προσώπου θα πρέπει να ληφθούν κατά το δυνατόν υπόψη και να καταβληθεί προσπάθεια ερμηνείας τους με τις αρχές ερμηνείας και το πνεύμα του αλβανικού δικαίου, αλλά και τις γενικές αρχές ερμηνείας του δικαίου, που προφανώς υιοθετούνται από όλα τα δίκαια (όπως π.χ. η γραμματική ερμηνεία ή η αναλογία ως μέθοδος πλήρωσης κενών του δικαίου, βλ. Δωρή, Εισαγωγή στο Αστικό Δίκαιο, Α τεύχος, 1991, σελ. 164 επ, 181 επ, Σούρλα, Μια εισαγωγή στην επιστήμη του δικαίου, 1995, σελ. 144 επ, 191 επ, Γεωργιάδη, Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου, β& εκδ, 1997, σελ 50 επ, 56 επ). O σκοπός αυτής της εργασίας θα είναι να προσδιορισθεί ποιοι κατά το ουσιαστικό αλβανικό δίκαιο (κατά το πνεύμα του τουλάχιστον) θα μπορούσαν να δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης. Το ερμηνευτικό πόρισμα δε, στο οποίο με την παραπάνω διαδικασία θα καταλήξουμε, μπορεί να ελεγχθεί στη διαδικασία της προσαρμογής κατά τα παραπάνω από τη σκοπιά της ελληνικής έννομης τάξης (πρβλ ΑΚ 33), έτσι ώστε να προσαρμοσθεί και να επιτευχθεί δίκαιη-επιεικής λύση της διαφοράς.
30. Ενόψει των παραπάνω παρατηρήσεων, για να προσδιορισθούν τα μέλη της «οικογένειας» του θανόντος κατά το αλβανικό δίκαιο, τα οποία δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης τους λόγω του θανάτου του οικείου τους κατά το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο (ΑΚ 932), πλέον δόκιμο φαίνεται να στηριχθεί κανείς στις αντίστοιχες διατάξεις του αλβανικού δικαίου για τους δικαιούχους αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου (αφού το αλβανικό ουσιαστικό δίκαιο δεν προβλέπει κατά τα προαναφερθέντα χρηματική ικανοποίηση ψυχικής οδύνης), δηλαδή στο παραπάνω υπό αρ. 2 στ άρθρο 643 του αλβανικού αστικού κώδικα. Διότι αυτές είναι οι διατάξεις που ρυθμίζουν ζήτημα που ομοιάζει περισσότερο με το ερευνώμενο στην παρούσα
31. Δεν φαίνεται μάλιστα να αρκεί για την άντληση ασφαλών συμπερασμάτων η έρευνα του γενικού αλβανικού δικαίου της συγγένειας, αφού αυτό προφανώς προσδιορίζει τους δεσμούς συγγένειας και τον τρόπο ίδρυσής τους, όχι όμως την έννοια της οικογένειας, που τα μέλη της δικαιούνται αποζημίωση για περιουσιακή ζημιά ή χρηματική ικανοποίηση σε περίπτωση θανάτου οικείου. Τούτο αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι και στο πλαίσιο του ελληνικού ουσιαστικού δικαίου της χρηματικής ικανοποίησης της ψυχικής οδύνης, κατά την ΑΚ 932 (συγκριτικού δικαίου επιχείρημα, για την αξία του οποίου στη φάση εφαρμογής του αλλοδαπού δικαίου, όταν το επιτάσσουν οι κανόνες σύγκρουσης του forum, βλ Γραμματικάκη-Αλεξίου/Παππασιώπη-Πασιά/Βασιλακάκη οπ, σελ 15), τα μέλη της «οικογένειας» του θανόντος, που δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση, δεν προσδιορίζονται με αναφορά απλώς στις διατάξεις του οικογενειακού δικαίου του Αστικού Κώδικα για τη συγγένεια, αλλά κυρίως με αναφορά στη διάταξη της ΑΚ 57 παρ. 1 εδ. β (βλ. Πατεράκη οπ, σελ. 292 επ, ιδίως σελ. 298 με αναλυτικές παραπομπές στις διάφορες θεωρητικές γνώμες, ιδίως Ζέπο, ΑΙΔ 1943, σελ. 314 επ, 357 επ, Λιτζερόπουλο, Θέμις ΝΑ, σελ. 659, Σούρλα σε ΕρμΑΚ, άρθρο 59, αρ. 17, Βαβούσκο, ΕΕΝ 22, σελ. 1278), κατά την οποία στην οικογένεια του θανόντος ανήκουν κατά κανόνα ο σύζυγος, οι κατιόντες, οι ανιόντες, τα αδέλφια και οι κληρονόμοι από διαθήκη (βλ αντί πολλών Καρακατσάνη σε ΑΚ Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, άρθρο 57, άρ.32).
32. Το συμπέρασμα στο οποίο θα καταλήξουμε από την παραπάνω απόπειρα ερμηνείας της διάταξης του άρθρου 643 παρ. 1 του αλβανικού ΑΚ για το ποιοι αποτελούν μέλη της οικογένειας του θανόντος σχετικά με τη λήψη αποζημίωσης για την περιουσιακή ζημία που υπέστησαν λόγω του θανάτου του μπορεί να εφαρμοσθεί αναλογικά (η αναλογία αποτελεί γενικά παραδεκτή μέθοδο πλήρωσης κενών του δικαίου, βλ παραπάνω υπό αρ 28, υποθέτουμε λοιπόν ότι υιοθετείται και από το αλβανικό δίκαιο) και στο ερευνώμενο στην παρούσα ζήτημα της χρηματικής ικανοποίησης της ψυχικής οδύνης, το οποίο δεν ρυθμίζεται από το αλβανικό δίκαιο.
33. Σύμφωνα με την 643 παρ. 1 του αλβανικού ΑΚ, σε περίπτωση θανάτου προσώπου, αποζημίωση οφείλεται χωρίς άλλες προϋποθέσεις (εκτός από τη γενική προϋπόθεση ο θανών να βαρυνόταν με τα έξοδα διατροφής των προσώπων αυτών) (α) στα ανήλικα τέκνα του θανόντος και (β) στη σύζυγό του, ενώ με προϋποθέσεις (να είναι ανίκανοι προς εργασία) οφείλεται και (γ) στους γονείς του θανόντος. Για άλλα πρόσωπα, εκτός των προαναφερθέντων, η παραπάνω διάταξη του αλβανικού ΑΚ ορίζει πως μπορεί να οφείλεται αποζημίωση «των προσώπων που συμβιώνουν με την οικογένεια του θανόντος και που έχουν έναντι αυτού δικαίωμα διατροφής». Δηλαδή το αλβανικό δίκαιο φαίνεται να διακρίνει δυο κατηγορίες δικαιούχων: (α) Μέλη της οικογένειας, στα οποία ανήκουν τα ανήλικα τέκνα, η σύζυγος και με προϋποθέσεις οι γονείς του θανόντος, (β) άλλα πρόσωπα, στα οποία πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά προϋποθέσεις υποχρέωσης διατροφής και συμβίωσης. 
34. Από τη γραμματική διατύπωση της παραπάνω διάταξης (η γραμματική ερμηνεία του νόμου αποτελεί γενικά παραδεκτή μέθοδο ερμηνείας του με αναφορά σε κάθε δίκαιο, αλλά και γενικότερα σε κάθε κείμενο, βλ παραπάνω υπό αρ 29) συνάγεται πως στην «οικογένεια» του θανόντος ανήκουν τα ανήλικα τέκνα του και η σύζυγός του, υπό προϋποθέσεις δε οι γονείς του (να είναι ανίκανοι για εργασία), ενώ οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο αντιδιαστέλλεται προς την «οικογένεια» του θανόντος («καθώς και των προσώπων που συμβιώνουν με την οικογένεια του θανόντος και που έχουν έναντι αυτού δικαίωμα διατροφής»). 
35. Άρα, με τη χρήση του ερμηνευτικού επιχειρήματος εξ αντιδιαστολής (λογικό επιχείρημα, που αξιοποιείται σε κάθε προσπάθεια ερμηνείας κειμένου, βλ. Γεωργιάδη, Γενικές Αρχές οπ, σελ. 54-55), στην «οικογένεια» του θανόντος κατά το αλβανικό δίκαιο για τους σκοπούς του ποιοι μπορούν να λάβουν αποζημίωση περιουσιακής ζημίας τους (έξοδα διατροφής και διαβίωσης) λόγω του θανάτου του οικείου τους δεν ανήκουν τρίτα πρόσωπα, πλην των ανηλίκων τέκνων, της συζύγου και των γονέων του θανόντος (εφόσον, τουλάχιστον για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας, οι γονείς είναι ανίκανοι προς εργασία και διατρέφονταν από τον θανόντα). Τρίτα πρόσωπα, εκτός των παραπάνω μελών της οικογένειας του θανόντος, δικαιούνται αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία που υπέστησαν λόγω του θανάτου του προσώπου (έξοδα διατροφής και διαβίωσης) υπό πρόσθετες προϋποθέσεις, εφόσον δηλαδή συμβιώνουν με την οικογένεια του θανόντος και είχαν έναντι του θανόντος δικαίωμα διατροφής.
36. Αφού λοιπόν κατά την παραπάνω σαφή ρύθμιση του αλβανικού δικαίου οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο, εκτός της συζύγου, των ανήλικων τέκνων και των ανίκανων για εργασία γονέων δεν θεωρείται πως ανήκει στην οικογένεια του θανόντος, ανεξάρτητα από το αν τελικά μπορεί να δικαιούται αποζημίωση της περιουσιακής ζημίας που υπέστη λόγω του θανάτου του προσώπου (αν συμβίωνε με την οικογένεια του θανόντος και είχε δικαίωμα διατροφής έναντι αυτού), οποιοδήποτε τέτοιο τρίτο πρόσωπο δεν μπορεί να έχει αξίωση χρηματικής ικανοποίησης ψυχικής οδύνης λόγω του θανάτου κατά το πνεύμα τουλάχιστον του εφαρμοστέου αλβανικού ουσιαστικού δικαίου, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω ιδίως υπό αρ. 33-35. Διότι αυτή χορηγείται μεν δυνάμει του ελληνικού ουσιαστικού δικαίου της ψυχικής οδύνης, μόνο όμως στα μέλη της οικογένειας του θανόντος κατά το αλβανικό ουσιαστικό δίκαιο. 
37. Συνεπώς, τα αδέλφια του θανόντος, όπως και ο πεθερός και η πεθερά αυτού, δεν δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη λόγω του θανάτου του προσώπου, γιατί δεν αποτελούν μέλη της «οικογένειάς» του κατά το αλβανικό δίκαιο (το γράμμα και το πνεύμα του). 
38. Όσον αφορά τη μητέρα του θανόντος στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και η παραπάνω ρύθμιση του αλβανικού δικαίου της χορηγεί δικαίωμα αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία λόγω του θανάτου του γιου της (έξοδα διατροφής και διαβίωσης που βάρυναν τον θανόντα) μόνο αν η ίδια είναι ανίκανη προς εργασία και ο θανών βαρυνόταν με τη διατροφή της, εν τούτοις η ρύθμιση αυτή φαίνεται να τη συμπεριλαμβάνει στην έννοια της «οικογένειας» του θανόντος, αντιδιαστέλλοντάς τη προς οποιοδήποτε άλλο τρίτο πρόσωπο (το οποίο δικαιούται αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, μόνο αν επιπλέον συμβίωνε με την οικογένεια του θανόντος, έχοντας έναντι αυτού δικαίωμα διατροφής). Επομένως, μάλλον ορθότερο είναι να γίνει δεκτό πως η μητέρα του θανόντος εντάσσεται κατά το αλβανικό δίκαιο στην οικογένειά του και συνεπώς δικαιούται χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης της λόγω του θανάτου του, εφόσον ασφαλώς η σχέση συγγένειας και ο ψυχικός δεσμός της με τον θανόντα αποδειχθεί, όπως απαιτεί η ΑΚ 932, κατά τα προαναφερθέντα (ιδίως υπό αρ. 16). 
39. Το παραπάνω συμπέρασμα δεν προσκρούει στη συγκεκριμένη περίπτωση στις θεμελιώδεις ηθικές, οικονομικές, πολιτικές, κοινωνικές αντιλήψεις της ελληνικής έννομης τάξης, δηλαδή στη διεθνή δημόσια τάξη κατά την ΑΚ 33 (βλ. ΑΠ 1206/1982, ΝοΒ 1983, 1169, ΑΠ 985, 1982, ΝοΒ 1983, 999, Βρέλλη οπ, σελ. 120, Κρίσπη, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, Γενικόν Μέρος, 1970, 360), ώστε η εφαρμογή του να πρέπει να αποκρουσθεί (βλ αντί πολλών Γραμματικάκη-Αλεξίου/Παππασιώπη-Πασιά/Βασιλακάκη οπ., σελ 87). Διότι, ακόμη και εάν η λήψη χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη λόγω θανάτου μέλους της οικογένειας προσώπου θεωρείτο πως απηχεί θεμελιώδη αρχή της ελληνικής έννομης τάξης σχετικά με την προστασία του στενού πυρήνα της οικογένειας, εντασσόμενη στη διεθνή δημόσια τάξη κατά την ΑΚ 33 (πράγμα όχι ανεπίδεκτο αντιρρήσεων, βλ. π.χ. το γενικότερα υποστηριζόμενο πως η συνταγματική προστασία της οικογένειας κατά την 21 παρ.1 Σ δεν επιβάλλει πχ το θεσμό της νόμιμης μοίρας, γιατί ανήκει στην αρμοδιότητα του κοινού νομοθέτη η επιλογή των τρόπων προστασίας της οικογένειας, βλ σχετικά Σταθόπουλο σε ΑΚ Γεωργιάδη- Σταθόπουλου, ΕισαγΠαρ 1825-1845, αρ 7, Κασιμάτη, ΤοΣ 1981, 41), ασφαλώς η αρχή αυτή δεν μπορεί να περιλαμβάνει οποιαδήποτε πρόσωπα έχουν δεσμούς συγγένειας με τον θανόντα, αλλά μόνο τον στενό πυρήνα της οικογένειας, που απαρτίζει η σύζυγος, τα τέκνα και οι γονείς ενός προσώπου {βλ. Πατεράκη οπ, σελ. 292 επ, με αναλυτικές παραπομπές στη θεωρία για την έννοια της στενής οικογένειας σε αντιδιαστολή με τις έννοιες της ευρείας και της ευρύτατης οικογένειας- Είναι ευρέως αποδεκτή η διάκριση στενής οικογένειας και συγγένειας, συμφώνα με την οποία η οικογένεια αποτελείται από άτομα που συνδέονται μεταξύ τους με δεσμούς αίματος, γάμου, αναγνώρισης ή υιοθεσίας και διαμένουν διαρκώς κάτω από την ίδια στέγη (οίκος) σε αντιδιαστολή με την ευρεία έννοια της οικογένειας που στηρίζεται γενικά στη συγγένεια}.
40. Αυτό αποδεικνύεται, σε συμφωνία με τη συνταγματική προστασία της οικογένειας (21 παρ 1 Σ), από το γεγονός ότι ο κοινός νομοθέτης αναγνωρίζει δικαίωμα νόμιμης μοίρας μόνο στη σύζυγο, τα τέκνα και τους γονείς του κληρονομούμενου (αν δεν υπάρχουν τέκνα) κατά τις ΑΚ 1825 επ (βλ Σταθόπουλο οπ, ΕισαγΠαρ 1825-1845, αρ 12) και όχι στα αδέλφια ή τον πεθερό ή την πεθερά του. Η δε αναγνώριση του δικαιώματος αυτού γίνεται για λόγους κυρίως προστασίας της οικογένειας {βλ αντί πολλών Σταθόπουλο οπ, ΕισαγΠαρ 1825-1845, αρ. 4 επ, ο οποίος ορθά παρατηρεί «Σκοπός του θεσμού της νόμιμης μοίρας είναι η προστασία των στενών συγγενών και του συζύγου των κληρονομουμένου και μέσω αυτής η προστασία του θεσμού της οικογένειας & ο δεσμός του αίματος, αλλά και η συναισθηματική επικοινωνία και σύνδεση που σφυρηλατείται με τη συμβίωση και την κοινή πορεία στην καθημερινή ζωή, που μπορεί να φθάνει έως την ένωση των τυχών των μελών της οικογένειας, δημιουργούν μεταξύ τους ηθικό καθήκον ψυχικής και υλικής συμπαράστασης (πρβλ και ΑΚ 1386, 1507). Κατά την κοινή αντίληψη τα πολύ κοντινά μας πρόσωπα (τέκνα, γονείς, σύζυγος) δικαιούνται ηθικά κατά κανόνα περισσότερο από τρίτους, ξένους κλπ, να έχουν συμμετοχή στη ζωή μας, άρα και στη μετά θάνατον περιουσία μας»}.
41. Για τους λόγους αυτούς η ρύθμιση του αλβανικού δικαίου, όπως ερμηνεύεται για τις ανάγκες της in concreto προσαρμογής δεν προσκρούει, κατά τη γνώμη μας, στην ελληνική διεθνή δημόσια τάξη, σύμφωνα με την προηγηθείσα ανάλυση. Γιατί από το αλβανικό δίκαιο (το γράμμα και το πνεύμα του) συνάγεται ρύθμιση της υπό κρίση έννομης σχέσης κατά τα παραπάνω, που δεν προσκρούει στη συγκεκριμένη περίπτωση στις θεμελιώδεις αντιλήψεις της ελληνικής έννομης τάξης, κατά την ΑΚ 33. 
42. Συμπέρασμα. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι κατά το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο (ελληνικό για τον προσδιορισμό εάν οφείλεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και αλβανικό για τον προσδιορισμό των μελών της «οικογένειας» του θανόντος, ως νομική έννοια που απαντά στην εφαρμοστέα lex causae, τα οποία μέλη δικαιούνται τέτοια χρηματική ικανοποίηση, μέσα από τη διαδικασία της προσαρμογής):
α) Οπωσδήποτε τέτοιο δικαίωμα έχουν το ανήλικο τέκνο και η σύζυγος του θανόντος Αλβανού υπηκόου που σκοτώθηκε σε εργατικό ατύχημα στην Ελλάδα βάσει σύμβασης εργασίας, κατά την οποία η εργασία παρεχόταν στην Ελλάδα (εφόσον βέβαια συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις της ΑΚ 932 που προαναφέρθηκαν, δηλαδή η απόδειξη της σχέσης συγγένειας και του δεσμού των μελών της οικογένειας με τον θανόντα, που δικαιολογεί την ψυχική οδύνη τους και τη λήψη χρηματικής ικανοποίησης).
β) Οπωσδήποτε τέτοιο δικαίωμα δεν έχουν τα αδέλφια, ο πεθερός και η πεθερά του θανόντος. 
γ) Η μητέρα του θανόντος κατά τη μάλλον ορθότερη γνώμη (και πιο σύμφωνη με τις αντιλήψεις της ελληνικής έννομης τάξης) εντάσσεται στα μέλη της οικογένειας του θανόντος και έχει καταρχήν δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησης της ψυχικής οδύνης της. 

3. Στο τρίτο ερώτημα: Η συμβίωση με τον θανόντα ασκεί ουσιώδη επιρροή στην κρίση της οφειλής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, σύμφωνα με το εφαρμοστέο αλβανικό ουσιαστικό δίκαιο, σχετικά με πρόσωπα που δεν αποτελούν μέλη της στενής τουλάχιστον οικογένειας του θανόντος

43. Με βάση την ανάλυση που προηγήθηκε το ζήτημα αν η συμβίωση ενός προσώπου με τον θανόντα συνιστά κρίσιμο στοιχείο, ώστε το πρόσωπο αυτό να αποτελεί μέλος της οικογένειας του θανόντος και να δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης ψυχικής οδύνης, κρίνεται από το αλβανικό ουσιαστικό δίκαιο. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν μέλη της οικογένειας του θανόντος (βάσει του άρθρου 643 του ΑλβΑΚ) είναι η σύζυγός του, τα ανήλικα τέκνα του και οι ανίκανοι προς εργασία γονείς του, χωρίς να απαιτείται επιπροσθέτως να συμβίωναν με τον θανόντα, όπως προκύπτει από το γράμμα της παραπάνω διάταξης του ΑλβΑΚ. Άλλα πρόσωπα δε (αδέλφια, πεθερός, πεθερά), ανεξάρτητα από το αν συμβίωναν με τον θανόντα, δεν αποτελούν μέλη της οικογένειάς του και δεν δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση ψυχικής οδύνης.
44. Ακόμη όμως και αν υποθέταμε πως κατά το εφαρμοστέο αλβανικό ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχοι αποζημίωσης και (αναλογικά) χρηματικής ικανοποίησης μπορούν να είναι και τρίτα πρόσωπα, αυτό θα ίσχυε σύμφωνα με το γράμμα της 643 παρ. 1 του ΑλβΑΚ, υπό την πρόσθετη προϋπόθεση πως τα τρίτα αυτά πρόσωπα συμβίωναν με την οικογένεια του θανόντος, ώστε να δικαιολογείται ο έντονος ψυχικός δεσμός τους με τον θανόντα, η ψυχική οδύνη τους λόγω του θανάτου του και η ανάγκη χρηματικής ικανοποίησής της. Συγκεκριμένα, κατά το γράμμα της παραπάνω διάταξης του ΑλβΑΚ, για να δικαιούται οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο (εκτός της συζύγου, των ανήλικων τέκνων και των ανίκανων προς εργασία γονέων) αποζημίωση περιουσιακής ζημίας που υπέστη λόγω του θανάτου (έξοδα διατροφής και διαβίωσης), ακόμη και αν είχε δικαίωμα διατροφής έναντι του θανόντος, πρέπει επιπλέον να συμβίωνε με την οικογένεια του θανόντος. 
45. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση όσα τέθηκαν υπόψη μας (παραπάνω υπό αρ. 1 & 2), ο πεθερός, η πεθερά και τα φερόμενα ως αδέλφια του θανόντος δεν διέμεναν μαζί του (αφού ο θανών διέμενε στην Ελλάδα, οι λοιποί στην Αλβανία). Άρα, δεν συμβίωναν με το θανόντα και τον στενό πυρήνα της οικογενείας του. Και υπό αυτή την εκδοχή επομένως δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησης ψυχικής οδύνης τους δεν φαίνεται να υφίσταται. 
46. Το συμπέρασμα αυτό δεν έρχεται σε αντίθεση με τα κρατούντα στην ελληνική έννομη τάξη. Διότι και στο πλαίσιο της ερμηνείας της ΑΚ 932 εδ γ σε σχέσεις που δεν έχουν στοιχεία αλλοδαπότητας γίνεται δεκτό ναι μεν πως η συμβίωση δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ένταξη ενός προσώπου στην «οικογένεια» άλλου όσον αφορά την εφαρμογή της ΑΚ 932 εδ. γ (ΑΠ 319/2006, δημοσιευμένη στη ΝΟΜΟΣ με αρ. 399655, ΑΠ 731/2005 οπ), αλλά λαμβάνεται υπόψη τουλάχιστον για την απόδειξη του ψυχικού πόνου που υπέστη κάποιος λόγω του θανάτου άλλου (ο οποίος ψυχικός πόνος δικαιολογεί τη λήψη χρηματικής ικανοποίησης), όπως και για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης της ψυχικής οδύνης του, ιδίως αν το πρόσωπο δεν ανήκει στους στενούς συγγενείς του θανόντος (σύζυγος, τέκνα, γονείς, βλ. Πατεράκη οπ, σελ. 297 επ, Σταθόπουλο, ΓενΕνοχ οπ, σελ. 837 ΑΠ 185/1998, ΕλλΔνη 1998, 838, ΑΠ 1054/1998, ΕλλΔνη 1998, 1551, Ολ ΑΠ 762/1992, ΠοινΧρ ΜΒ 665, ΑΠ 1631/1990, ΝοΒ 1991, 612, ΕφΑθ 4420/1985, ΕλλΔνη 26, 960).

ΙΙΙ. Σύνοψη των απαντήσεων
47. Η ανάλυση που προηγήθηκε επιτρέπει τις εξής απαντήσεις στα ερωτήματα που τέθηκαν:
1. Η οφειλή χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη ρυθμίζεται από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο (ΑΚ 932 εδ. γ), οι δικαιούχοι δε αυτής από το αλβανικό (ιδίως Αλβ ΑΚ 643). Στη συγκεκριμένη περίπτωση τίθεται ζήτημα χρηματικής ικανοποίησης για ψυχική οδύνη λόγω του θανάτου του προσώπου των μελών της «οικογένειάς» του. 
2. Μέσω της διαδικασίας της προσαρμογής στην οικογένεια του θανόντος κατά το αλβανικό δίκαιο, τα μέλη της οποίας δικαιούνται κατά τις προϋποθέσεις του ελληνικού δικαίου χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης τους (την οποία δεν προβλέπει το αλβανικό δίκαιο), οπωσδήποτε ανήκουν η σύζυγος και το ανήλικο τέκνο του και οπωσδήποτε δεν ανήκουν τα αδέλφια, ο πεθερός και η πεθερά. Η μητέρα του θανόντος (εφόσον αποδειχθεί η σχέση γονέα & τέκνου) μάλλον ορθότερο είναι να θεωρηθεί πως ανήκει κατά το εφαρμοστέο αλβανικό ουσιαστικό δίκαιο στην οικογένειά του και δικαιούται χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης της, κατά τις προϋποθέσεις όμως του ελληνικού δικαίου (ΑΚ 932). 
3. Σε κάθε περίπτωση, κατά το εφαρμοστέο αλβανικό ουσιαστικό δίκαιο σχετικά με τους δικαιούχους χρηματικής ικανοποίησης ψυχικής οδύνης λόγω θανάτου προσώπου, τρίτα πρόσωπα (εκτός της συζύγου, των ανήλικων τέκνων και των ανίκανων προς εργασία γονέων του θανόντος), θα μπορούσαν να δικαιούνται τέτοια χρηματική ικανοποίηση, μόνο αν συμβίωναν με τον θανόντα και τον στενό πυρήνα της οικογένειάς του. 

Αθήνα 27/09/07

Οι γνωμοδοτούντες 


Χ. Π. Παμπούκης Γ. Σ. Νικολαϊδης
Αναπλ. Καθηγητής Νομικής Σχολής Μ.Δ. Αστικού, Εμπορικού,
Πανεπιστημίου Αθηνών Διεθνούς Δικαίου και 
Δικηγόρος Φιλοσοφίας του Δικαίου 
Πανεπιστημίου Αθηνών
Δικηγόρος

Ελισάβετ Σαατζίδου-Παντελιάδου,
Δρ του Τμήματος Εφαρμοσμένης Πληροφορικής
ΕΕΔΙΠ του Τμήματος Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής
Πανεπιστήμιο Μακεδονίας


Ελισάβετ Σαατζίδου-Παντελιάδου,
Δρ του Τμήματος Εφαρμοσμένης Πληροφορικής
ΕΕΔΙΠ του Τμήματος Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής
Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

Μαθήματα Επιμόρφωσης Εκπαιδευτών Υποψηφίων Οδηγών

Ζητήματα σχετικά με το επάγγελμα του Εκπαιδευτή 
Σύστημα Ελέγχου Συμπεριφοράς Οδηγών (Σ.Ε.Σ.Ο.)

Εισαγωγή
Α΄ Κεφάλαιο: Ζητήματα που σχετίζονται με το επάγγελμα 
του Εκπαιδευτή Υποψηφίων Οδηγών
1. Το επάγγελμα του Εκπαιδευτή Υποψηφίων Οδηγών γενικά
1.1. Ορισμός
1.2. Έργο
1.3. Προϋποθέσεις άσκησης επαγγέλματος
1.4. Χώρος άσκησης επαγγέλματος
2. Εκπαίδευση υποψηφίων εκπαιδευτών ως προϋπόθεση για τη λήψη άδειας άσκησης επαγγέλματος
2.1. Ο Οργανισμός Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης (Ο.Ε.Ε.Κ.)
2.2. Η διδακτέα ύλη 
2.3. Το Δίπλωμα
3. Επιμόρφωση Εκπαιδευτών

Β΄ Κεφάλαιο: Το Σύστημα Ελέγχου Συμπεριφοράς Οδηγών (Σ.Ε.Σ.Ο.)
1. Πεδίο εφαρμογής του Σ.Ε.Σ.Ο.
2. Οι παραβάσεις του Κ.Ο.Κ. που εντάσσονται στο Σ.Ε.Σ.Ο. και οι βαθμοί ποινής
2.1. Βαθμοί ποινής 3
2.2. Βαθμοί ποινής 5
2.3. Βαθμοί ποινής 7
2.4. Βαθμοί ποινής 9
3. Η βεβαίωση των παραβάσεων
3.1. Εκθέσεις βεβαίωσης παράβασης (κλήσεις)
3.1.1. Έκθεση βεβαίωσης παράβασης με γνωστοποίηση στον παραβάτη
3.1.2. Έκθεση βεβαίωσης παράβασης με βάση τον αριθμό κυκλοφορίας
3.2. Καταλογισμός παράβασης με βάση τη συνιδιοκτησία
3.3. Το δικαίωμα αντίρρησης του οδηγού
3.4. Εγγραφή Εκθέσεων βεβαίωσης παράβασης
3.5. Αρμόδια υπηρεσία αποστολής των εγγραφών
3.6. Επεξεργασία εγγραφών. Τήρηση αρχείου
3.7. Χρόνος τήρησης εγγραφών
4. Προειδοποιητικό έγγραφο
4.1. Τρόπος αποστολής
4.2. Περιεχόμενο του εγγράφου
4.3. Μη αποστολή προειδοποιητικού εγγράφου
4.4. Μη παραλαβή προειδοποιητικού εγγράφου
5. Οι κυρώσεις των παραβάσεων
5.1. Συρροή παραβάσεων
5.2. Αφαίρεση άδειας οδήγησης
5.2.1. Αφαίρεση άδειας οδήγησης με τη συμπλήρωση 25 βαθμών ποινής
5.2.1.1. Η σημασία της αφαίρεσης της άδειας
5.2.1.2. Αποστολή του εγγράφου αφαίρεσης άδειας
5.2.1.3. Το περιεχόμενο του εγγράφου
5.2.1.4. Μη συμμόρφωση του παραβάτη-οδηγού με το περιεχόμενο του εγγράφου
5.2.1.5. Δήλωση απώλειας ή κλοπής του παραβάτη-οδηγού
5.2.1.5.1. Ψευδής δήλωση
5.2.1.6. Λοιπή διαδικασία αφαίρεσης άδειας
5.2.2. Αφαίρεση άδειας οδήγησης με την επανάληψη συγκεκριμένης παράβασης εντός έτους
6. Διαγραφή παραβάσεων
7. Επαναχορήγηση της άδειας μετά την αφαίρεση
7.1. Δικαίωμα συμμετοχής στις εξετάσεις
7.1.1. Επανεξέταση μετά 6 μήνες
7.1.2. Επανεξέταση μετά από 1 ή 2 χρόνια
7.1.3. Επανεξέταση προσδιοριζόμενη από ανεκτέλεστα αφαιρετήρια
7.2. Η επανεξέταση των υποψηφίων οδηγών
7.2.1. Επανεξέταση για άδεια οδήγησης αυτοκινήτων ή μοτοσικλετών
7.2.2. Επανεξέταση για άδεια οδήγησης μοτοποδηλάτου
7.2.3. Ανάκληση της αφαιρεθείσας άδειας
7.2.4. Καταχώριση στο μηχανογραφικό αρχείο




1. Εισαγωγή

Όπως είναι γνωστό, με την ψήφιση του ν. 3542/2007 (ΦΕΚ Α΄ 50/2.3.2007) «Τροποποιήσεις διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (κωδ. ν. 2696/1999, ΦΕΚ Α΄ 57/23.3.1999)» επήλθαν τροποποιήσεις στους σχετικούς με την οδική κυκλοφορία κανόνες, αλλά και στο Σύστημα Ελέγχου Συμπεριφοράς Οδηγών (Σ.Ε.Σ.Ο.). Στις τροποποιήσεις αυτές ανήκουν αφενός η νέα διατύπωση του άρθρου 94 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.), και, αφετέρου η έκδοση της νέας ΚΥΑ 21504/2601 για το Σ.Ε.Σ.Ο. – point system.
Με αφορμή την κατά τα παραπάνω πρόσφατη τροποποίηση του Κ.Ο.Κ. – που αποτελεί όχι απλά ένα νομικό κείμενο αλλά έναν κανόνα ζωής - συμμετέχουμε στην επιμόρφωση των Εκπαιδευτών παρουσιάζοντας θέματα από τη Νομοθεσία της Οδικής Κυκλοφορίας.
Στα επόμενα μαθήματα, και, ειδικότερα, στο Α΄ Κεφάλαιο, θα επιχειρήσουμε την παρουσίαση θεμάτων που σχετίζονται με το επάγγελμα του εκπαιδευτή υποψηφίων οδηγών, την εκπαίδευση, το έργο και την επιμόρφωσή του με βάση το π.δ. 208/2002 και σκοπό την παρουσίαση στοιχείων από τη νομική ρύθμιση που αφορά την πρόσβαση και την άσκηση του επαγγέλματος του Εκπαιδευτή Υποψηφίων Οδηγών. Σκοπός μας, επίσης, είναι η καταγραφή των δικών σας απόψεων και παρατηρήσεων ενόψει και της επικείμενης έκδοσης της υπουργικής απόφασης που θα ρυθμίζει εκ νέου ή διαφορετικά τα παραπάνω ζητήματα.
Στη συνέχεια, στο Β΄ Κεφάλαιο των μαθημάτων, θα ασχοληθούμε με το αναθεωρημένο Σύστημα Ελέγχου Συμπεριφοράς Οδηγών (Σ.Ε.Σ.Ο.), όπως καθιερώνεται στο άρθρο 107 του Κ.Ο.Κ. και ρυθμίζεται από την πρόσφατη κοινή υπουργική απόφαση υπ αριθμ. 21504/2601, η οποία, μεταξύ άλλων, αναβαθμολογεί τις παραβιάσεις που επηρεάζουν την οδική ασφάλεια, καθορίζει τον τρόπο συγκέντρωσης και καταχώρισης των στοιχείων για τις παραβάσεις του Κ.Ο.Κ. και θέτει τους όρους επαναχορήγησης της αφαιρεθείσας άδειας οδήγησης.

Α΄ Κεφάλαιο

Ζητήματα που σχετίζονται με το επάγγελμα του Εκπαιδευτή Υποψηφίων Οδηγών

Σύμφωνα με το άρθρο 85 παρ. 2 ν. 3542/2007, η παρ. 6 (Άδειες εκπαιδευτών υποψηφίων οδηγών) του άρθρου 94 ν. 2696/1999 αντικαταστάθηκε ως εξής: «6. Με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών καθορίζονται τα της εκπαίδευσης και κατάρτισης των υποψηφίων εκπαιδευτών των υποψηφίων οδηγών και οδηγών, οι προϋποθέσεις, η διαδικασία, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, η σύνθεση των εξεταστικών επιτροπών και όλα τα θέματα που αφορούν τον τρόπο εξέτασης για τη χορήγηση άδειας εκπαιδευτή υποψηφίων οδηγών αυτοκινήτων και μοτοσικλετών, καθώς και τα των διοικητικών κυρώσεων και κυρώσεων για τους παραβάτες των διατάξεων της απόφασης αυτής.».
Παραπέρα στο άρθρο 94 προστίθεται νέα παράγραφος 7 που ορίζει ότι: «7. Με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών καθορίζονται: α) Οι προϋποθέσεις, η διαδικασία και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για τη χορήγηση άδειας ίδρυσης και λειτουργίας σχολής οδηγών και κέντρων θεωρητικής εκπαίδευσης υποψήφιων οδηγών (ΚΕΘΕΥΟ) αυτοκινήτων, τρίτροχων οχημάτων και μοτοσικλετών. β) τα της άσκησης του επαγγέλματος του εκπαιδευτή υποψήφιων οδηγών αυτοκινήτων και μοτοσικλετών και της λειτουργίας σχολών και κέντρων θεωρητικής εκπαίδευσης υποψήφιων οδηγών (ΚΕΘΕΥΟ) οδηγών αυτοκινήτων και μοτοσικλετών. γ) τα της εκπαίδευσης των εξεταστών και των υποψήφιων οδηγών αυτοκινήτων, μοτοσικλετών, τρίτροχων και τετράτροχων με την καθιέρωση υποχρεωτικών μαθημάτων, πριν από την εξέταση, καθώς και τα της επιμόρφωσης των εξεταστών και των εκπαιδευτών υποψήφιων οδηγών. Στην ίδια απόφαση μπορεί να ορισθεί ότι οι υποδείξεις που δίδονται από τον εξεταστή στον υποψήφιο οδηγό για τις ανάγκες των εξετάσεων και στο πλαίσιο αυτών, για χειρισμούς που αντιβαίνουν στις διατάξεις του παρόντος Κώδικα, είναι υποχρεωτικές για τον υποψήφιο οδηγό. δ) τα των διοικητικών κυρώσεων για τους παραβάτες των διατάξεων της απόφασης αυτής.».
Σύμφωνα με τα παραπάνω καταργείται η ρύθμιση της εκπαίδευσης και εξέτασης υποψήφιων εκπαιδευτών με προεδρικά διατάγματα και καθιερώνεται ότι στο εξής τα ζητήματα αυτά θα ρυθμίζονται με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών. Η ίδια ρύθμιση ισχύει και για τη λειτουργία των Σχολών Οδηγών.
Όμως, εν αναμονή της κατά τα παραπάνω υπουργικής απόφασης, τα εν λόγω ζητήματα ρυθμίζονται σήμερα από τις διατάξεις του π.δ. 208/2002 «Εκπαιδευτές Υποψήφιων Οδηγών, Σχολές Οδηγών, Κέντρα Θεωρητικής Εκπαίδευσης Υποψήφιων Οδηγών και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων», ΦΕΚ Α΄ 194/23.8.2002. 

1. Το επάγγελμα του Εκπαιδευτή Υποψήφιων Οδηγών γενικά

1.1. Ορισμός

Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 εκπαιδευτής υποψήφιων οδηγών αυτοκινήτων και μοτοσικλετών είναι το φυσικό πρόσωπο που κατέχει ισχύουσα άδεια άσκησης επαγγέλματος εκπαιδευτή υποψηφίων οδηγών.

1.2. Έργο

Το έργο του εκπαιδευτή σύμφωνα με το π.δ. είναι να παρέχει θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση σε υποψήφιους οδηγούς αυτοκινήτων, μοτοσικλετών και μοτοποδηλάτων κάθε κατηγορίας και υποκατηγορίας. να παρίσταται με εκπαιδευτικό όχημα κατά την πρακτική εξέταση των υποψήφιων οδηγών που διενεργείται στις κατά τόπους Υπηρεσίες Μεταφορών και Επικοινωνιών των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων. να παρέχει πρακτική εκπαίδευση σε κατόχους άδειας οδήγησης αυτοκινήτων, μοτοσικλετών και μοτοποδηλάτων για τη βελτίωση της ικανότητας οδήγησης (άρθρο 2 παρ. 1).

1.3. Προϋποθέσεις άσκησης επαγγέλματος

Ο ενδιαφερόμενος για την άσκηση του επαγγέλματος του εκπαιδευτή υποψήφιων οδηγών πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 2 παρ. 2. Οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει να συντρέχουν αθροιστικά στο πρόσωπο του ενδιαφερόμενου και είναι οι εξής:
(α) Να έχει ισχύουσα άδεια άσκησης επαγγέλματος εκπαιδευτή.
(β) Να είναι κάτοχος άδειας λειτουργίας Σχολής Οδηγών, ή σχολής ΚΕΘΕΥΟ (Κέντρο Θεωρητικής Εκπαίδευσης Υποψήφιων Οδηγών) που λειτουργεί νόμιμα, ή να είναι εταίρος ή μέτοχος νομικού προσώπου στο όνομα του οποίου έχει εκδοθεί άδεια λειτουργίας Σχολής Οδηγών ή σχολής ΚΕΘΕΥΟ, ή να εργάζεται με οποιαδήποτε σχέση εργασίας σε Σχολή Οδηγών ή σε ΚΕΘΕΥΟ που λειτουργεί νόμιμα.
(γ) Να είναι ασφαλισμένος στον ασφαλιστικό φορέα που προβλέπουν οι κείμενες διατάξεις, με τη συγκεκριμένη, κατά την προηγούμενη περίπτωση (β), ιδιότητα.
Η άδεια άσκησης επαγγέλματος εκπαιδευτή υποψήφιων οδηγών είναι άδεια που χορηγείται από την αρμόδια Υπηρεσία Μεταφορών και Επικοινωνιών σε φυσικό πρόσωπο που πληροί τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την εκπαίδευση υποψήφιων οδηγών (άρθρο 1 παρ. 4). Η παραπάνω άδεια χορηγείται υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 3.
Η Σχολή Οδηγών αυτοκινήτων και μοτοσικλετών είναι ο κατάλληλα διαμορφωμένος και εξοπλισμένος χώρος τον οποίο χρησιμοποιεί ο εκπαιδευτής για τις επαγγελματικές του ανάγκες στα πλαίσια της πρακτικής εκπαίδευσης των υποψήφιων οδηγών οχημάτων (άρθρο 1 παρ. 2). Η άδεια για την ίδρυση και λειτουργία Σχολής Οδηγών χορηγείται σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα από τις κατά τόπους αρμόδιες Υπηρεσίες Μεταφορών και Επικοινωνιών με απόφαση του οικείου Νομάρχη και υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 7.
Τέλος, Κέντρο Θεωρητικής Εκπαίδευσης Υποψήφιων Οδηγών (ΚΕΘΕΥΟ) είναι ο κατάλληλα διαμορφωμένος και εξοπλισμένος χώρος τον οποίο χρησιμοποιεί φυσικό ή νομικό πρόσωπο για τη θεωρητική εκπαίδευση των υποψήφιων οδηγών αυτοκινήτων οχημάτων. Στα ΚΕΘΕΥΟ είναι δυνατό να παρέχονται μαθήματα θεωρητικής εκπαίδευσης και σε κατόχους άδειας οδήγησης ή σε υποψήφιους οδηγούς μοτοποδηλάτων, για τους οποίους η θεωρητική εκπαίδευση δεν είναι υποχρεωτική (άρθρο 1 παρ. 3). Η άδεια ίδρυσης και λειτουργίας του ΚΕΘΕΥΟ χορηγείται σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 8.

1.4. Χώρος άσκησης του επαγγέλματος

Ο εκπαιδευτής ασκεί το επάγγελμά του αποκλειστικά εντός του νομού όπου βρίσκεται η έδρα της Σχολής ή σε νομό που έχει υποκατάστημα η Σχολή Οδηγών. Η Περιφέρεια Αττικής θεωρείται για το σκοπό του παρόντος π.δ. ως ενιαίος νομός. Η παράσταση εκπαιδευτή κατά τις πρακτικές εξετάσεις υποψήφιων εκπαιδευτών υποψήφιων οδηγών είναι ελεύθερη σε όλη τη χώρα (άρθρο 2 παρ. 3).

2. Εκπαίδευση υποψήφιων εκπαιδευτών ως προϋπόθεση για τη λήψη άδειας άσκησης επαγγέλματος

2.1. Ο Οργανισμός Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης (Ο.Ε.Ε.Κ.)

Ο Ο.Ε.Ε.Κ. είναι ο εκπαιδευτικός φορέας για την οργάνωση και λειτουργία προγραμμάτων επαγγελματικής κατάρτισης υποψήφιων εκπαιδευτών προς απόκτηση του Διπλώματος Επαγγελματικής Κατάρτισης Εκπαιδευτή Υποψήφιων Οδηγών . Ο Ο.Ε.Ε.Κ. καθορίζει το ωρολόγιο και αναλυτικό πρόγραμμα καθώς και τις εκπαιδευτικές περιόδους, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις που διέπουν τη λειτουργία των Ινστιτούτων Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ε.Κ.) . διενεργεί σε πανελλαδικό επίπεδο τις εξετάσεις των υποψήφιων εκπαιδευτών που ολοκλήρωσαν τα προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης και χορηγεί το Δίπλωμα.

2.2. Η διδακτέα ύλη

Το υπ αριθμό 5 παράρτημα του π.δ. αναφέρεται στη διδακτέα ύλη θεωρητικής και πρακτικής εκπαίδευσης των υποψήφιων εκπαιδευτών. Μεταξύ των μαθημάτων περιλαμβάνεται και η «Νομοθεσία οδικής κυκλοφορίας» με την οποία θα ασχοληθούμε ειδικότερα παρακάτω ενόψει και της πρόσφατης τροποποίησης των διατάξεων του ΚΟΚ, και κυρίως, της αναθεώρησης του Σ.Ε.Σ.Ο.

2.3. Το Δίπλωμα

Το Δίπλωμα Επαγγελματικής Κατάρτισης Εκπαιδευτή Υποψήφιων Οδηγών είναι δίπλωμα επιπέδου μεταδευτεροβάθμιας επαγγελματικής κατάρτισης και χορηγείται από τον Ο.Ε.Ε.Κ. σε φυσικό πρόσωπο που ολοκλήρωσε επιτυχώς την προβλεπόμενη εκπαίδευση ως εκπαιδευτής υποψήφιων οδηγών .

3. Επιμόρφωση Εκπαιδευτών

Το ζήτημα της επιμόρφωσης των εκπαιδευτών υποψήφιων οδηγών διαλαμβάνει το άρθρο 13 του π.δ. Σύμφωνα με αυτό οι κάτοχοι αδειών εκπαιδευτών υποψήφιων οδηγών που δεν είναι απόφοιτοι του Ο.Ε.Ε.Κ. ή του Εκπαιδευτικού φορέα του άρθρου 5 του π.δ. 404/199611α, οφείλουν να παρακολουθήσουν ταχύρρυθμο πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης επί της ύλης που διδάσκεται στα Ι.Ε.Κ. επί των τεσσάρων εγχειριδίων της θεωρητικής εκπαίδευσης υποψήφιων οδηγών, καθώς και επί του τρόπου εξέτασης των υποψήφιων οδηγών με βάση τις ισχύουσες διατάξεις του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών.
Με βάση το παραπάνω άρθρο 13 για την επιμόρφωση των εκπαιδευτών και δεδομένου ότι «το επάγγελμα του εκπαιδευτή υποψήφιων οδηγών αυτοκινήτων και μοτοσικλετών συνδέεται με την ασφάλεια της οδικής κυκλοφορίας, η οποία, αποβλέποντας κατά κύριο λόγο στην προστασία της ανθρώπινης ζωής, συνιστά λόγο δημοσίου συμφέροντος και δικαιολογεί την επιβολή όρων κατά την επιλογή και άσκηση του συγκεκριμένου επαγγέλματος καθό μέτρο αυτοί είναι αναγκαίοι και πρόσφοροι για την πραγμάτωσή της» θεωρούμε ότι η επιμόρφωση των εκπαιδευτών ως αποβλέπουσα στην προστασία της ανθρώπινης ζωής αποτελεί λόγο δημοσίου συμφέροντος και οφείλει να είναι διαρκής και επίκαιρη.


Β΄ Κεφάλαιο

Το Σύστημα Ελέγχου Συμπεριφοράς Οδηγών

Το άρθρο 107 ΚΟΚ με τίτλο Σύστημα Ελέγχου Συμπεριφοράς Οδηγών ορίζει τα παρακάτω: «1. Με απόφαση των Υπουργών Μεταφορών και Επικοινωνιών και Δημόσιας Τάξης καθιερώνεται Σύστημα Ελέγχου της Συμπεριφοράς των Οδηγών (ΣΕΣΟ) όλων των μηχανοκίνητων οχημάτων ή ορισμένων κατηγοριών εξ αυτών ή και των μοτοποδηλάτων, με τη συγκέντρωση και καταχώριση των στοιχείων για τις διαπραττόμενες από αυτούς παραβάσεις ορισμένων διατάξεων του παρόντος Κώδικα και της κατηγορίας αυτών. 2. Με την αυτή απόφαση καθορίζονται ο τρόπος συγκέντρωσης και καταχώρισης των πιο πάνω στοιχείων, η βαθμολόγηση των παραβάσεων και τα επιβαλλόμενα διοικητικά μέτρα στην περίπτωση συγκέντρωσης ορισμένης βαθμολογίας και μπορεί να ορίζεται ότι άδεια οδήγησης που αφαιρέθηκε, κατ εφαρμογή του συστήματος ελέγχου της συμπεριφοράς των οδηγών (ΣΕΣΟ), επαναχορηγείται μόνο μετά από εκπαίδευση του οδηγού με το ειδικό περιεχόμενο που ορίζει η απόφαση και εξέτασή του. 3. Τα πιο πάνω διοικητικά μέτρα επιβάλλονται και εκτελούνται παράλληλα και ανεξάρτητα με τις ποινικές κυρώσεις. 4. [Η παρ.4 καταργήθηκε με το άρθρο 95 του ν. 3542/2007 (ΦΕΚ Α΄ 50/2.3.2007)].».
Το εν λόγω άρθρο 107 του νέου ΚΟΚ καθιερώνει το Σύστημα Ελέγχου Συμπεριφοράς Οδηγών (Σ.Ε.Σ.Ο. & «point system»), δηλαδή, τη χρέωση των οδηγών με ορισμένους βαθμούς για ορισμένες παραβάσεις του ΚΟΚ που εντάσσονται στο Σύστημα.
Η διάταξη της παρ. 1 του παραπάνω άρθρου παρέχει εξουσιοδότηση στους Υπουργούς Μεταφορών και Επικοινωνιών και Δημόσιας Τάξης να καθορίσουν με κοινή υπουργική απόφαση (ΚΥΑ) το Σύστημα Ελέγχου Συμπεριφοράς Οδηγών (ΣΕΣΟ) όλων των μηχανοκίνητων οχημάτων ή ορισμένων κατηγοριών από αυτά ή ακόμα και των μοτοποδηλάτων.
Σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη αυτή το Σύστημα υλοποιείται με τη συγκέντρωση και καταχώριση των στοιχείων για τις παραβάσεις του ΚΟΚ που διαπράττονται από τους οδηγούς των οχημάτων αυτών.
Παραπέρα, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου με την ίδια Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) καθορίζεται και ο τρόπος συγκέντρωσης και καταχώρισης των παραπάνω στοιχείων, η βαθμολόγηση των παραβάσεων και τα διοικητικά μέτρα που επιβάλλονται στην περίπτωση που συγκεντρώνεται ορισμένη βαθμολογία. Επίσης η κατά τα παραπάνω Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) μπορεί να καθορίσει ότι η άδεια οδήγησης που αφαιρέθηκε κατ εφαρμογή του ΣΕΣΟ επαναχορηγείται μόνο μετά από εκπαίδευση του οδηγού, με το ειδικό περιεχόμενο που ορίζει η απόφαση, και εξέτασή του.
Τέλος, κατά την παρ. 3 του εν λόγω άρθρου τα διοικητικά μέτρα που προβλέπονται στην παρ. 2 επιβάλλονται και εκτελούνται παράλληλα και ανεξάρτητα με τις ποινικές κυρώσεις.
Αξίζει να σημειωθεί ότι για την αύξηση του ελέγχου της συμπεριφοράς των οδηγών καταργήθηκε η διάταξη του άρθρου 107 παρ. 4 που προέβλεπε ότι για όσες παραβάσεις, εντάσσονται στο ΣΕΣΟ «point system» δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του ΚΟΚ που προβλέπουν διοικητικές ποινές, καθώς και οι διατάξεις που προβλέπουν παρεπόμενες ποινές αφαίρεσης άδειας ικανότητας οδηγού.
Κατ εξουσιοδότηση των διατάξεων του άρθρου 107 του ΚΟΚ οι υπουργοί Μεταφορών και Επικοινωνιών και Δημόσιας Τάξης έχοντας υπόψη ότι για ορισμένες παραβάσεις του ΚΟΚ, οι οποίες είναι ενταγμένες στο ΣΕΣΟ, απαιτείται παράλληλα και η επιβολή διοικητικών κυρώσεων, για το λόγο ότι οι παραβάσεις αυτές επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό την οδική ασφάλεια και είναι κύριες αιτίες τροχαίων ατυχημάτων . ότι υπάρχει ανάγκη αναμόρφωσης της απόφασης «Σύστημα Ελέγχου Συμπεριφοράς Οδηγών αυτοκινήτων, μοτοσικλετών και μοτοποδηλάτων» εξέδωσαν τη νέα ΚΥΑ υπ αριθ. 21504/2601 (ΦΕΚ Β΄ 623/25.4.2007) «Σύστημα Ελέγχου Συμπεριφοράς Οδηγών Αυτοκινήτων, Μοτοσικλετών και Μοτοποδηλάτων (ΣΕΣΟ)», που ισχύει από 3.6.2007 . Από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παραπάνω απόφασης, καταργείται η ΚΥΑ υπ αριθ. 67754/8530/2002 (ΦΕΚ Β΄ 1510/2002) .

1. Πεδίο εφαρμογής του ΣΕΣΟ

Κατά το άρθρο 1 της ΚΥΑ στο Σύστημα εντάσσεται, ελέγχεται και παρακολουθείται η οδική συμπεριφορά κατόχων άδειας οδήγησης αυτοκινήτων, μοτοσικλετών και μοτοποδηλάτων, εφόσον η άδεια έχει εκδοθεί από ελληνική ή ξένη αρχή και ισχύει στην Ελλάδα σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις. Ο κατά τα παραπάνω έλεγχος διενεργείται από τα Αστυνομικά όργανα και από οποιαδήποτε άλλη αρχή στην οποία έχει εκχωρηθεί με νόμο η αρμοδιότητα εφαρμογής του ΚΟΚ.

2. Οι παραβάσεις του ΚΟΚ που εντάσσονται στο ΣΕΣΟ 
και οι βαθμοί ποινής

Στο ΣΕΣΟ εντάσσονται 23 παραβάσεις που επισύρουν βαθμούς ποινής από 3 έως 9, ανάλογα με την παράβαση. Στη συνέχεια με γνώμονα το άρθρο 2 της ΚΥΑ θα επιχειρήσουμε να κατατάξουμε τις παραβάσεις του ΚΟΚ (που εντάσσονται στο ΣΕΣΟ) ανάλογα με τη βαρύτητα του βαθμού ποινής τους.

2.1. Βαθμοί ποινής: 3

Άρθρο 3 Παραβίαση υποδείξεων και σημάτων που δίνουν οι τροχονόμοι 
Άρθρο 5 παρ. 8 περ. ε,ζ,ιγ Παραβίαση της οριζόντιας σήμανσης 
Άρθρο 12 παρ. 1 Αντικανονική συμπεριφορά οδηγού προς τους χρήστες της οδού 
Άρθρο 13 παρ. 2 Οδήγηση αυτοκινήτου με χρήση ηχητικών συσκευών ή τηλεόρασης. Οδήγηση με χρήση κινητού τηλεφώνου χωρίς ανοικτή ακρόαση ή χωρίς ασύρματη επικοινωνία 
Άρθρο 17 Αντικανονική συμπεριφορά κατά το προσπέρασμα 
Άρθρο 19
εκτός των παρ. 5 και 6 Παραβίαση γενικών διατάξεων που αφορούν την ταχύτητα και απόσταση ασφαλείας μεταξύ οχημάτων 
Άρθρο 25 Παραβίαση ειδικών κανόνων για τα οχήματα των δημοσίων συγκοινωνιών 
Άρθρο 26
παρ. 1 και 2 Παρακώλυση κυκλοφορίας σε ισόπεδο κόμβο 
Άρθρο 32
παρ.2,4,5,6,7 Ακατάλληλη φόρτωση φορτίου (δεν είναι καλά τοποθετημένο ή περιορίζει την ορατότητα του οδηγού ή δεν είναι καλά σημασμένο ή σύρεται στο έδαφος) 
Άρθρο 68 Παραβίαση της διάταξης για τα φώτα τροχοπέδησης (φρένων) 

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι κωδικοί ποινής (ΚΠ) που χρησιμοποιεί η ενλόγω ΚΥΑ σχηματίζονται από το γράμμα Γ που αντιστοιχεί αλφαβητικά στον αριθμό 3 (που είναι οι βαθμοί ποινής) και από τον αύξοντα αριθμό του άρθρου του ΚΟΚ για την παράβαση του οποίου ορίστηκαν βαθμοί ποινής 3. Δηλαδή, η πρώτη παράβαση του άρθρου 3 του ΚΟΚ, έχει κωδικό ποινής Γ1. η δεύτερη, του άρθρου 5 περ. ε, ζ, ιγ, έχει κωδικό ποινής Γ2. η τρίτη του άρθρου 12 παρ. 1, έχει κωδικό ποινής Γ3 κ.ο.κ.
Κατ εξαίρεση, η παράβαση του άρθρου 68 (Φώτα τροχοπέδησης), έχει ΚΠ: Φ1.

2.2. Βαθμοί ποινής: 5

Άρθρο 4
παρ. 11 Η παραβίαση των παρακάτω πινακίδων ή του συνδυασμού αυτών με πρόσθετες πινακίδες
P-5 Προτεραιότητα της αντιθέτως ερχόμενης κυκλοφορίας λόγω στενότητας του οδοστρώματος
Ρ-6 Προτεραιότητα έναντι της επερχόμενης κυκλοφορίας λόγω στενότητας του οδοστρώματος
Ρ-7 Απαγορεύεται η είσοδος σε όλα τα οχήματα
Ρ-8 Κλειστή οδός για όλα τα οχήματα και προς τις δύο κατευθύνσεις
Ρ-9 Απαγορεύεται η είσοδος σε μηχανοκίνητα οχήματα εκτός των διτρόχων μοτοσικλετών
Ρ-10 Απαγορεύεται η είσοδος στις μοτοσικλέτες
Ρ-12 Απαγορεύεται η είσοδος στα μοτοποδήλατα 
Ρ-13 Απαγορεύεται η είσοδος στα φορτηγά αυτοκίνητα
Ρ-14 Απαγορεύεται η είσοδος σε μηχανοκίνητο όχημα το οποίο σύρει ρυμουλκούμενο, πλην ημιρυμουλκούμενου ή ρυμουλκούμενου ενός άξονα
Ρ-19 Απαγορεύεται η είσοδος σε μηχανοκίνητα οχήματα
Ρ-20 Απαγορεύεται η είσοδος σε οχήματα ορισμένων κατηγοριών (π.χ. σε μηχανοκίνητα και ζωήλατα οχήματα)
Ρ-26 Απαγορεύεται η οδήγηση οχήματος σε απόσταση μικρότερη των (π.χ. 70) μέτρων από του προηγούμενου
Ρ-27 Απαγορεύεται η αριστερή στροφή
Ρ-28 Απαγορεύεται η δεξιά στροφή
Ρ-29 Απαγορεύεται η αναστροφή (στροφή κατά 180ο)
Ρ-30 Απαγορεύεται το προσπέρασμα μηχανοκίνητων οχημάτων, πλην των δίτροχων μοτοσικλετών χωρίς καλάθι
Ρ-31 Απαγορεύεται στους οδηγούς φορτηγών αυτοκινήτων, μέγιστου επιτρεπόμενου βάρους, που υπερβαίνει τους 3,5 τόνους να προσπερνούν άλλα οχήματα
Ρ-32 Η μέγιστη ταχύτητα περιορίζεται στον αναγραφόμενο αριθμό (π.χ. 50) χιλιόμετρα την ώρα
Ρ-45 Απαγορεύεται η είσοδος σε οχήματα που μεταφέρουν πάνω από ορισμένη ποσότητα εκρηκτικές ή εύφλεκτες ύλες
Ρ-46 Απαγορεύεται η είσοδος σε οχήματα που μεταφέρουν πάνω από ορισμένη ποσότητα ύλες οι οποίες μπορεί να προκαλέσουν μόλυνση υδάτων
Ρ-47 Υποχρεωτική κατεύθυνση πορείας προς τα αριστερά
Ρ-48 Υποχρεωτική κατεύθυνση πορείας προς τα δεξιά
Ρ-49 Υποχρεωτική κατεύθυνση πορείας προς τα εμπρός
Ρ-50 Υποχρεωτική κατεύθυνση πορείας με στροφή αριστερά ή δεξιά
Ρ-50α Υποχρεωτική κατεύθυνση πορείας με στροφή αριστερά
Ρ-50δ Υποχρεωτική κατεύθυνση πορείας με στροφή δεξιά
Ρ-51α Υποχρεωτική κατεύθυνση εμπρός ή αριστερά
Ρ-51δ Υποχρεωτική κατεύθυνση εμπρός ή δεξιά
Ρ-52 Υποχρεωτική διέλευση είτε από τη δεξιά είτε από την αριστερή πλευρά της νησίδας ή του εμποδίου
Ρ-52α Υποχρεωτική διέλευση μόνο από την αριστερή πλευρά της νησίδας ή του εμποδίου
Ρ-52δ Υποχρεωτική διέλευση μόνο από τη δεξιά πλευρά της νησίδας ή του εμποδίου
Ρ-53 Κυκλική υποχρεωτική διαδρομή
Ρ-54 Οδός υποχρεωτικής διέλευσης ποδηλάτων (απαγορευμένης της διέλευσης άλλων οχημάτων)
Ρ-55 Οδός υποχρεωτικής διέλευσης πεζών (πεζόδρομος, απαγορευμένης της διέλευσης άλλων εκτός πεζών, οχημάτων άμεσης ανάγκης και οχημάτων για την είσοδο-έξοδο σε παρόδιες ιδιοκτησίες)
Ρ-59 Υποχρεωτικές αντιολισθητικές αλυσίδες χιόνων σε δύο τουλάχιστον από τους κινητήριους τροχούς του αυτοκινήτου
Ρ-60 Ανώτατη ταχύτητα περιοχής
Ρ-65 Η κάθε κατηγορία χρηστών που απεικονίζει το αντίστοιχο σύμβολο πρέπει να χρησιμοποιεί την πλευρά του αντίστοιχου διαδρόμου που είναι ειδικά επιλεγμένη για αυτήν την κατηγορία
Ρ-66 Οι διάφορες κατηγορίες χρηστών που απεικονίζουν τα αντίστοιχα σύμβολα επιτρέπεται να χρησιμοποιούν ταυτόχρονα τον ειδικό διάδρομο
Ρ-67 Αποκλειστική διέλευση λεωφορείων ή τρόλλεϋ
Ρ-73α Υποχρεωτική κατεύθυνση πορείας οχημάτων μεταφοράς επικίνδυνων φορτίων προς τα αριστερά
Ρ-73δ Υποχρεωτική κατεύθυνση πορείας οχημάτων μεταφοράς επικίνδυνων φορτίων προς τα δεξιά
Ρ-74α Υποχρεωτική κατεύθυνση πορείας οχημάτων μεταφοράς επικίνδυνων φορτίων προς τα αριστερά
Ρ-74δ Υποχρεωτική κατεύθυνση πορείας οχημάτων μεταφοράς επικίνδυνων φορτίων προς τα δεξιά
Ρ-75 Επιβάλλει ιδιαίτερη προσοχή σε οχήματα που μεταφέρουν επικίνδυνες ύλες που μπορούν να προκαλέσουν μόλυνση των υδάτων
Άρθρο 12
παρ. 2,5,6 Διασκόρπιση στο οδόστρωμα υλικών που μπορούν να προκαλέσουν κίνδυνο. Μη χρήση ζώνης ασφαλείας ή μη κανονική χρήση της ή έλλειψη ειδικών μέσω συγκράτησης για παιδιά . Οδήγηση μοτοποδηλάτου, μοτοσικλέτας ή τρικύκλου χωρίς κουβούκλιο χωρίς ο οδηγός και ο επιβάτης να φοράει κράνος 
Άρθρο 16
παρ. 4 Κίνηση αντίθετα στην κυκλοφορία, σε πεζοδρόμια, πλατείες κ.λπ. 
Άρθρο 20
παρ. 10,12,13 Υπέρβαση της ταχύτητας μεταξύ των 20 και 30 χλμ/ώρα. Αντικανονική χρήση ταχογράφου και περιοριστή ταχύτητας 
Άρθρο 29
παρ. 1,3,4,5,6 Κυκλοφορία μοτοποδηλάτων στον αυτοκινητόδρομο. Μη σήμανση με προειδοποιητικό τρίγωνο ή ρυμούλκηση στον αυτοκινητόδρομο. Κυκλοφορία βαρέων οχημάτων στην 3η λωρίδα στον αυτοκινητόδρομο. Αντικανονική είσοδος και έξοδος στον αυτοκινητόδρομο 
Άρθρο 40
παρ. 1,2 Μη εφαρμογή των ειδικών κανόνων για τους οδηγούς μοτοποδηλάτων, μοτοσικλετών και τρίτροχων οχημάτων 
Άρθρο 42
παρ. 7α Οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ (περιεκτικότητα αλκοόλ στο αίμα από 0,50 g/l έως 0,80 g/l μετρούμενη με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 έως 0,40 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με συσκευή αλκοολόμετρου 
Άρθρο 44
παρ. 3 περ. γ΄ Ακολούθηση των οχημάτων άμεσης ανάγκης 
Άρθρο 52
παρ. 6 Κίνηση ή στάθμευση στις οδούς ή λωρίδες που κυκλοφορούν μόνο τα μέσα μαζικής μεταφοράς 
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι κωδικοί ποινής (ΚΠ) που χρησιμοποιεί η ΚΥΑ σχηματίζονται (για τις παραπάνω παραβάσεις) από το γράμμα Ε που αντιστοιχεί αλφαβητικά στον αριθμό 5 (που είναι οι βαθμοί ποινής) και από τον αύξοντα αριθμό του άρθρου του ΚΟΚ για την παράβαση του οποίου ορίστηκαν βαθμοί ποινής 5. Δηλαδή, η πρώτη παράβαση (με 5 βαθμούς ποινής), του άρθρου 4 παρ. 11 του ΚΟΚ, έχει κωδικό ποινής Ε1. η δεύτερη, του άρθρου 12 παρ. 2,5,6 έχει κωδικό ποινής Ε2 κ.ο.κ.

2.3. Βαθμοί ποινής: 7

Άρθρο 5
παρ. 8
περ α΄, β΄, γ΄, δ΄, ια΄ Παραβίαση της οριζόντιας σήμανσης (περιπτώσεις α:Απαγόρευση διάβασης διαγράμμισης. β:Απαγόρευση διάβασης διπλών διακεκομμένων γραμμών. γ:Απαγόρευση διάβασης συνεχούς γραμμής. δ:Απαγόρευση κίνησης σε κατά μήκος διαγραμμίσεις (ιππαστί). ια:Απαγόρευση διαφορετικής κατεύθυνσης
Άρθρο 17
παρ. 3 περ. α΄, β΄, ε΄, στ΄, ζ΄ και παρ. 4 Αντικανονική συμπεριφορά κατά το προσπέρασμα 
Άρθρο 26
παρ. 5 Παραβίαση προτεραιότητας 
Άρθρο 33 
παρ. 2 περ. α΄ και γ΄ Αντικανονική μεταφορά επιβατών και παιδιών με μοτοποδήλατα και μοτοσικλέτες 
Άρθρο 39 Αντικανονική συμπεριφορά οδηγών προς πεζούς 
Άρθρο 1 
ΚΥΑ 43500/5691 /2002
(για ειδικές κατηγορίες οδηγών) Οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ (περιεκτικότητα αλκοόλ στο αίμα από 0,20 g/l έως 0,80 g/l μετρούμενη με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,10 έως 0,40 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολόμετρου)
Σημειώνεται ότι ο κωδικός ποινής (ΚΠ) που χρησιμοποιεί η ΚΥΑ γι αυτήν την κατηγορία βαθμών ποινής (7) είναι Ζ (που αντιστοιχεί αλφαβητικά στον αριθμό 7).

2.4. Βαθμοί ποινής: 9

Άρθρο 4 
παρ. 11 Η παραβίαση των παρακάτω πινακίδων ή του συνδυασμού αυτών με πρόσθετες πινακίδες:
Ρ-1 Υποχρεωτική παραχώρηση προτεραιότητας
Ρ-2 Υποχρεωτική διακοπή πορείας
Ρ-71 Χώρος στάθμευσης αποκλειστικά για οχήματα ατόμων με αναπηρίες (ΑμεΑ), ύστερα από ειδική άδεια
Ρ-72 Χώρος στάθμευσης αποκλειστικά για συγκεκριμένο όχημα ατόμων με αναπηρίες (ΑμεΑ), ύστερα από ειδική άδεια και με αριθμό κυκλοφορίας 
Άρθρο 6 
παρ. 1 περ. β΄, ε΄, η΄, ι΄ Παραβίαση ερυθρού σηματοδότη (β΄:Ερυθρό σταθερό φως κυκλικής μορφής. ε΄:Απλό ερυθρό φως, το οποίο αναβοσβήνει (αναλάμπον). η΄:Ερυθρό φως με μορφή βέλους. ι΄:Ερυθρό φως, με μορφή δύο ράβδων που τέμνονται σε σχήμα Χ 
Άρθρο 12 
παρ. 8 Οδήγηση οδικών οχημάτων για επίδειξη ικανότητας, εντυπωσιασμό, ανταγωνισμό ή τέλεση αυτοσχέδιων αγώνων 
Άρθρο 21 
παρ. 4 Συνεχείς ελιγμοί 
Άρθρο 27 
παρ. 1 περ. β΄, γ΄, δ΄ Παραβίαση σιδηροδρομικών διαβάσεων (β΄:χωρίς κινητά φράγματα. γ΄:με κινητά φράγματα. δ΄: είσοδος σε διάβαση με κλειστά κινητά φράγματα) 
Άρθρο 29 
παρ. 2,8,9 Απαγόρευση επιτόπιας στροφής, οπισθοπορείας και οδήγησης στην κεντρική διαχωριστική λωρίδα στον αυτοκινητόδρομο. Απαγόρευση οπισθοπορείας, επιτόπιας στροφής, στάθμευσης στις ειδικές διαπλατύνσεις, μη χρήση φώτων στις σήραγγες. Κίνηση στη λωρίδα έκτακτης ανάγκη (Λ.Ε.Α.) στον αυτοκινητόδρομο 
Άρθρο 42 
παρ. 7β Οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ (περιεκτικότητα αλκοόλ στο αίμα από 0,80 g/l έως 1,10 g/l μετρούμενη με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,40 έως 0,60 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολόμετρου) 
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι κωδικοί ποινής (ΚΠ) που χρησιμοποιεί η ενλόγω ΚΥΑ σχηματίζονται (για τις παραπάνω παραβάσεις) από το γράμμα Θ που αντιστοιχεί αλφαβητικά στον αριθμό 9 (που είναι οι βαθμοί ποινής) και από τον αύξοντα αριθμό του άρθρου του ΚΟΚ για την παράβαση του οποίου ορίστηκαν βαθμοί ποινής 9. Δηλαδή, η πρώτη παράβαση (που επισύρει 9 βαθμούς ποινής), του άρθρου 4 παρ. 11 του ΚΟΚ, έχει κωδικό ποινής Θ1. η δεύτερη, του άρθρου 6 παρ. 1 περ. β΄, ε΄, η΄, ι΄ έχει κωδικό ποινής Θ2 κ.ο.κ.

3. Η βεβαίωση των παραβάσεων

3.1. Εκθέσεις βεβαίωσης παράβασης (κλήσεις)

Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 της ΚΥΑ η βεβαίωση των παραβάσεων (του άρθρου 2 της ΚΥΑ) γίνεται με Εκθέσεις βεβαίωσης παράβασης (ή κλήσεις) κατά τον καθιερωμένο τρόπο, από τα αρμόδια όργανα των αστυνομικών αρχών ή άλλων αρχών στις οποίες έχει εκχωρηθεί με νόμο η σχετική αρμοδιότητα. Οι Εκθέσεις παραδίδονται από τα οικεία όργανα σε εξουσιοδοτημένο βαθμοφόρο της υπηρεσίας τους μετά το πέρας του ωραρίου τους και παραμένουν στην αρμόδια υπηρεσία (που βεβαίωσε την παράβαση) για 3 μέρες από την ημερομηνία της βεβαίωσης (άρθρο 4 παρ. 3 ΚΥΑ).

3.1.1. Έκθεση βεβαίωσης παράβασης με γνωστοποίηση στον παραβάτη 

Τα κατά τα παραπάνω αρμόδια όργανα γνωστοποιούν στον παραβάτη οδηγό ότι η συγκεκριμένη παράβαση υπάγεται στο ΣΕΣΟ καθώς και & εφόσον είναι δυνατό & τους βαθμούς που αντιστοιχούν στην παράβαση.

3.1.2. Έκθεση βεβαίωσης παράβασης με βάση τον αριθμό κυκλοφορίας

Στην περίπτωση αυτή η Έκθεση επιδίδεται στον φερόμενο ως ιδιοκτήτη με δημόσιο έγγραφο. Σε περίπτωση συνιδιοκτησίας η Έκθεση επιδίδεται σε έναν από τους συνιδιοκτήτες. Αν ο κατά τα παραπάνω ιδιοκτήτης ισχυριστεί ότι δεν είναι ο παραβάτης & οδηγός υποχρεούται να υποβάλλει υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/86 εντός αποκλειστικής προθεσμίας 5 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της Έκθεσης. Το ίδιο ισχύει για τις περιπτώσεις που τα οχήματα είναι μισθωμένα είτε από εταιρίες ενοικιαζόμενων αυτοκινήτων είτε από εταιρίες χρηματοδοτικής μίσθωσης (leasing). Σε περίπτωση μη υποβολής της παραπάνω δήλωσης εντός της προθεσμίας ως παραβάτης λογίζεται ο ιδιοκτήτης του οχήματος (άρθρο 4 παρ. 2 ΚΥΑ).

3.2. Καταλογισμός παράβασης με βάση τη συνιδιοκτησία

Στις παραπάνω Εκθέσεις και σε περίπτωση συνιδιοκτησίας του οχήματος ο παραβάτης ορίζεται με βάση το ποσοστό συνιδιοκτησίας του. Σε περίπτωση συνιδιοκτησίας κατά ποσοστό 50%, παραβάτης ορίζεται αυτός του οποίου το όνομα αναγράφεται πρώτο στην άδεια κυκλοφορίας του οχήματος, εκτός αν ο έτερος συνιδιοκτήτης αποδεχθεί ότι αυτός διέπραξε την παράβαση με υπεύθυνη δήλωση. Σε περίπτωση συνιδιοκτησίας με διαφορετικό ποσοστό ιδιοκτησίας, παραβάτης ορίζεται αυτός που έχει το μεγαλύτερο ποσοστό ιδιοκτησίας του οχήματος. Σε περίπτωση εταιριών, παραβάτης ορίζεται ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας (άρθρο 4 παρ. 2 ΚΥΑ).

3.3. Το δικαίωμα αντίρρησης του οδηγού

Κατά το χρονικό διάστημα που οι Εκθέσεις βεβαίωσης παράβασης (κλήσεις) παραμένουν στην αρμόδια υπηρεσία, ο παραβάτης & οδηγός, για τον οποίο βεβαιώθηκε η παράβαση, έχει το δικαίωμα να εμφανιστεί ενώπιον του διοικητή (ή του οριζόμενου από τον διοικητή ανακριτικού υπαλλήλου της ίδιας υπηρεσίας) για να εκθέσει τις αντιρρήσεις του για την παράβαση που διέπραξε. Σε περίπτωση που οι αντιρρήσεις κριθούν βάσιμες, δεν υπολογίζονται οι βαθμοί για την παράβαση που βεβαιώθηκε και συντάσσεται πάνω στην Έκθεση βεβαίωσης παράβασης αιτιολογημένη Πράξη ακύρωσης (άρθρο 4 παρ. 3 ΚΥΑ).

3.4. Εγγραφή Εκθέσεων βεβαίωσης παράβασης

Οι Εκθέσεις βεβαίωσης παραβάσεων (κλήσεις), που υπολογίζονται στο ΣΕΣΟ, εγγράφονται σε μαγνητικό μέσο και οι εγγραφές αποστέλλονται ηλεκτρονικά από την αρμόδια υπηρεσία, στην καθ’ύλη αρμόδια υπηρεσία κάθε 20 ημέρες. Οι παραπάνω εγγραφές αριθμούνται με αύξοντα αριθμό που αρχίζει από τον αριθμό 1 κάθε χρόνο (άρθρο 4 παρ. 4 ΚΥΑ).

3.5. Αρμόδια υπηρεσία αποστολής των εγγραφών

Κατά το άρθρο 5 εδ. 1 της ΚΥΑ αρμόδια υπηρεσία για την πληκτρολόγηση, τη διαχείριση και την αποστολή των βεβαιωμένων παραβάσεων που υπολογίζονται στο ΣΕΣΟ είναι η Διεύθυνση Τροχαίας του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης ή άλλη αρχή στην οποία έχει εκχωρηθεί η σχετική αρμοδιότητα.
Οι εγγραφές (που αφορούν το ΣΕΣΟ) διατηρούνται στο αρχείο των αρμόδιων υπηρεσιών του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης ή οποιασδήποτε άλλης αρχής, στην οποία έχει εκχωρηθεί η σχετική αρμοδιότητα για έξι τουλάχιστον χρόνια (άρθρο 4 παρ. 6 της ΚΥΑ).

3.6. Επεξεργασία εγγραφών - Τήρηση αρχείου

Κατά το άρθρο 5 εδ. 2 της ΚΥΑ αρμόδια Υπηρεσία για την παρακολούθηση των τροχαίων παραβάσεων που υπάγονται στο ΣΕΣΟ (κατά το άρθρο 2 της ΚΥΑ) είναι η Διεύθυνση Οργάνωσης και Πληροφορικής του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών όσον αφορά τις άδειες οδήγησης αυτοκινήτων και μοτοσικλετών και η Διεύθυνση Τροχαίας του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης όσον αφορά τις άδειες οδήγησης μοτοποδηλάτων.
Οι κατά τα παραπάνω αρμόδιες υπηρεσίες τηρούν μηχανογραφικό αρχείο, και καταχωρούν στο μητρώο του παραβάτη-οδηγού τις παραβάσεις που διέπραξε και τους αντίστοιχους βαθμούς ποινής. Η επεξεργασία των εγγραφών (κλήσεων) που αποστέλλονται γίνεται εντός μηνός από την παραλαβή τους (άρθρο 4 παρ. 5 της ΚΥΑ).

3.7. Χρόνος τήρησης εγγραφών

Τα ηλεκτρονικά αρχεία των εγγραφών του ΣΕΣΟ διατηρούνται στο μηχανογραφικό αρχείο της κάθε αρμόδιας υπηρεσίας για έξι τουλάχιστον χρόνια (άρθρο 4 παρ. 6 της ΚΥΑ). 

4. Προειδοποιητικό έγγραφο

4.1. Τρόπος αποστολής του εγγράφου

Προειδοποιητικό έγγραφο αποστέλλεται από την αρμόδια υπηρεσία στον παραβάτη οδηγό με τη συμπλήρωση 15 τουλάχιστον βαθμών ποινής στο μητρώο του. Το κατά τα παραπάνω Προειδοποιητικό έγγραφο αποστέλλεται ταχυδρομικώς με συστημένη επιστολή ή με κάθε άλλο πρόσφορο τρόπο υπό την προϋπόθεση να αποδεικνύεται η αποστολή του (άρθρο 6 παρ. 1 της ΚΥΑ).

4.2. Περιεχόμενο του εγγράφου 

Στο προειδοποιητικό έγγραφο καταγράφονται κατ αύξοντα αριθμό, κωδικό ποινής, ημερομηνία και ώρα όλες οι παραβάσεις που διαπράχθηκαν από τον παραβάτη οδηγό καθώς και: η Αστυνομική ή άλλη αρμόδια αρχή που βεβαίωσε και διαβίβασε τις παραβάσεις, ο αριθμός της κλήσης και οι βαθμοί ποινής για κάθε παράβαση (άρθρο 6 παρ. 1 α΄ της ΚΥΑ).
Επίσης προειδοποιείται ο παραβάτης-οδηγός για τις συνέπειες που θα έχει σε περίπτωσης συγκέντρωσης 25 και άνω βαθμών ποινής (άρθρο 6 παρ. 1 β΄ της ΚΥΑ).
Τέλος, παρέχεται οποιοδήποτε ενημερωτικό στοιχείο για την τήρηση του ΚΟΚ, του ΣΕΣΟ και της οδικής ασφάλειας (άρθρο 6 παρ. 1 γ΄ της ΚΥΑ).

4.3. Μη αποστολή προειδοποιητικού εγγράφου

Προειδοποιητικό έγγραφο δεν αποστέλλεται στην περίπτωση της εφαρμογής των διατάξεων της παρ. 3 του άρθρου 3 της ΚΥΑ. Δηλαδή, ανεξαρτήτως βαθμών ποινής, όταν ο παραβάτης-οδηγός διαπράξει συγκεκριμένες παραβάσεις για δεύτερη φορά σε διάστημα 1 έτους . Σ αυτήν την περίπτωση επιβάλλονται οι διοικητικές κυρώσεις του άρθρου 7 της ΚΥΑ, εκδίδεται δηλαδή έγγραφο αφαίρεσης της άδειας οδήγησης (άρθρο 6 παρ. 2 της ΚΥΑ).

4.4. Μη παραλαβή προειδοποιητικού εγγράφου

Κατά το άρθρο 6 παρ. 4 της ΚΥΑ η μη παραλαβή (λήψη) του προειδοποιητικού εγγράφου από τον παραβάτη-οδηγό δεν κωλύει την έκδοση του εγγράφου αφαίρεσης της άδειας οδήγησης .

5. Οι κυρώσεις των παραβάσεων

5.1. Συρροή παραβάσεων

Σε περίπτωση συρροής των παραβάσεων του ΚΟΚ που περιλαμβάνονται στο άρθρο 2 της ενλόγω ΚΥΑ το αρμόδιο όργανο που βεβαιώνει την παράβαση βαθμολογεί όλες τις παραβάσεις (άρθρο 3 παρ. 1 της ΚΥΑ).

5.2. Αφαίρεση άδειας οδήγησης

Η άδεια οδήγησης αφαιρείται είτε με τη συμπλήρωση 25 βαθμών ποινής είτε, ανεξαρτήτως βαθμών ποινής, με την επανάληψη συγκεκριμένης παράβασης σε διάστημα έτους.

5.2.1. Αφαίρεση άδειας οδήγησης με τη συμπλήρωση 25 βαθμών ποινής

Η αρμόδια υπηρεσία για την παρακολούθηση των τροχαίων παραβάσεων που υπάγονται στο ΣΕΣΟ εκδίδει έγγραφο αφαίρεσης της άδειας οδήγησης όταν στο μητρώο του παραβάτη οδηγού συμπληρώνονται 25 βαθμοί ποινής.

5.2.1.1. Η σημασία της αφαίρεσης της άδειας

Με την έκδοση του εγγράφου αφαίρεσης της άδειας οδήγησης η αρμόδια υπηρεσία δεσμεύει και τη δυνατότητα επέκτασης ή αναθεώρησης της άδειας καθώς και τη δυνατότητα έκδοσης αντιγράφου ή χορήγησης νέας άδειας οδήγησης (άρθρο 7 παρ. 1 εδ. β).

5.2.1.2. Αποστολή του εγγράφου αφαίρεσης άδειας 

Το έγγραφο αποστέλλεται ταχυδρομικά με απόδειξη παραλαβής ή αποστέλλεται με οποιονδήποτε άλλο πρόσφορο τρόπο με την προϋπόθεση να αποδεικνύεται η αποστολή του. Ακόμη, κοινοποιείται στο Αστυνομικό Τμήμα της κατοικίας που έχει δηλώσει ο ίδιος ο οδηγός ή στο Αστυνομικό Τμήμα της περιοχής που αναγράφει η άδεια οδήγησης (άρθρο 7 παρ. 2 εδ. α).

5.2.1.3. Το περιεχόμενο του εγγράφου

Με το έγγραφο αφαίρεσης της άδειας καλείται ο παραβάτης-οδηγός να παραδώσει την άδεια οδήγησης σε συγκεκριμένο Αστυνομικό Τμήμα μέσα σε προθεσμία 5 ημερών από την επομένη της παραλαβής του εγγράφου. Το έγγραφο αφαίρεσης περιέχει αναλυτικά τις παραβάσεις στις οποίες έχει υποπέσει ο οδηγός και περιλαμβάνει πληροφορίες για την επαναπόκτηση της άδειας οδήγησης. δηλαδή, πληροφορίες για την προβλεπόμενη εκπαίδευση και το χρόνο συμμετοχής στις εξετάσεις. Το περιεχόμενο του εγγράφου αφαίρεσης περιλαμβάνεται στο Υπόδειγμα Υ3, το οποίο προσαρτάται στην ΚΥΑ ως αναπόσπαστο μέρος της (άρθρα 7 παρ.2 εδ. β και 8 της ΚΥΑ).

5.2.1.4. Μη συμμόρφωση του παραβάτη-οδηγού με το περιεχόμενο του εγγράφου

Σε περίπτωση που ο παραβάτης-οδηγός δεν συμμορφώνεται, η άδεια οδήγησης αφαιρείται από το οικείο Αστυνομικό Τμήμα και εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 5 εδ. 3 του ΚΟΚ, δηλαδή, ο μη συμμορφούμενος οδηγός τιμωρείται με φυλάκιση ενός έως τριών μηνών. Παραπέρα, αν μετά την πάροδο της προθεσμίας των 5 ημερών ο οδηγός για οποιοδήποτε λόγο δεν παραδώσει την άδεια οδήγησης (ως όφειλε), η άδεια οδήγησης παύει να ισχύει αυτοδίκαια και εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 103 του ΚΟΚ, δηλαδή επιβολή διοικητικού μέτρου αφαίρεσης άδειας ικανότητας και άδειας κυκλοφορίας με πινακίδες (άρθρο 7 παρ. 3 και 4 της ΚΥΑ).

5.2.1.5. Δήλωση απώλειας ή κλοπής του παραβάτη-οδηγού

Αν ο παραβάτης-οδηγός δηλώσει μέσα στην κατά τα παραπάνω προθεσμία των 5 ημερών απώλεια ή κλοπή της άδειας οδήγησής του είναι υποχρεωμένος να υποβάλλει στο οικείο Αστυνομικό Τμήμα υπεύθυνη δήλωση που αποστέλλεται & αντί της άδειας οδήγησης & στην αρμόδια Υπηρεσία . Φωτοαντίγραφο της δήλωσης κοινοποιείται στην Υπηρεσία έκδοσης του εγγράφου αφαίρεσης της άδειας. Από την υποβολή της υπεύθυνης δήλωσης αρχίζει να προσμετράται ο χρόνος για την επανεξέταση του οδηγού, που είναι 6 μήνες από την επομένη της ημερομηνίας αφαίρεσης της άδειας οδήγησης (άρθρα 7 παρ. 6 και 8 παρ. 2 της ΚΥΑ).

5.2.1.5.1. Ψευδής δήλωση

Στην περίπτωση της ψευδούς δήλωσης για απώλεια ή κλοπή το χρονικό διάστημα (των 6 μηνών) πενταπλασιάζεται, γίνεται & δηλαδή & 30 μήνες από την επόμενη της ημερομηνίας αφαίρεσης της άδειας οδήγησης (άρθρο 7 παρ. 6 της ΚΥΑ).

5.2.1.6. Λοιπή διαδικασία αφαίρεσης άδειας

Η άδεια αυτοκινήτου ή μοτοσικλέτας που αφαιρέθηκε αποστέλλεται με σχετικό έγγραφο του αρμόδιου Αστυνομικού τμήματος στην αρμόδια υπηρεσία Μεταφορών και Επικοινωνιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, στην περιοχή της οποίας έχει την κατοικία του ο κάτοχος της άδειας.
Η άδεια μοτοποδηλάτου αποστέλλεται με σχετικό έγγραφο στο Αστυνομικό τμήμα του τόπου κατοικίας του κατόχου της άδειας.
Το πιο πάνω σχετικό έγγραφο & στο οποίο αναφέρεται η ημερομηνία αφαίρεσης της άδειας – κοινοποιείται στην υπηρεσία που εξέδωσε το έγγραφο αφαίρεσης της άδειας, η οποία υποχρεούται να ενημερώσει το μητρώο του παραβάτη-οδηγού (άρθρο 7 παρ. 5 της ΚΥΑ).
Οι παραβάσεις που έχουν καταχωριστεί κατά τον παραπάνω τρόπο διαγράφονται μόνο με σχετικό έγγραφο της αρχής που τις βεβαίωσε (άρθρο 7 παρ. 7 της ΚΥΑ).

5.2.2. Αφαίρεση άδειας οδήγησης με την επανάληψη συγκεκριμένης παράβασης εντός έτους

Κατά το άρθρο 3 παρ. 3 της ΚΥΑ, η αρμόδια υπηρεσία για την παρακολούθηση των τροχαίων παραβάσεων που υπάγονται στο ΣΕΣΟ εκδίδει έγγραφο αφαίρεσης της άδειας οδήγησης όταν ο παραβάτης-οδηγός διαπράξει για δεύτερη φορά συγκεκριμένη παράβαση μέσα σε διάστημα ενός έτους. Οι παραβάσεις αυτές είναι 6 και καταγράφονται στον παρακάτω πίνακα.
1. Άρθρο 4 παρ. 11 Παραβίαση πινακίδων
Ρ-1 Υποχρεωτική παραχώρηση προτεραιότητας
Ρ-2 Υποχρεωτική διακοπή πορείας
2. Άρθρο 6 παρ. 1 περ. β΄, ε΄, η΄, ι΄ Παραβίαση ερυθρού σηματοδότη
3. Άρθρο 12 παρ. 8 Οδήγηση οδικών οχημάτων για επίδειξη ικανότητας, εντυπωσιασμό, ανταγωνισμό ή τέλεση αυτοσχέδιων αγώνων
4. Άρθρο 27 Παραβίαση ισόπεδων σιδηροδρομικών διαβάσεων
5. Άρθρο 29 παρ.2 Απαγόρευση επιτόπιας στροφής, οπισθοπορείας και οδήγησης στην κεντρική διαχωριστική λωρίδα
6. Άρθρο 42 ή άρθρο 1 της ΚΥΑ 43500/5691/2002 Οδήγηση υπό την επίδραση οινοπνεύματος, φαρμάκων ή τοξικών ουσιών
Στην περίπτωση εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων το περιεχόμενο του εγγράφου αφαίρεσης της άδειας οδήγησης περιλαμβάνεται στο Υπόδειγμα Υ4, το οποίο προσαρτάται στην ΚΥΑ και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της (άρθρα 7 παρ. 1 και 8 της ΚΥΑ). 

6. Διαγραφή παραβάσεων

Κατά το άρθρο 3 παρ. 4 της ΚΥΑ κάθε καταχωρισμένη (στο μητρώο του παραβάτη-οδηγού) παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ που υπάγονται στο ΣΕΣΟ και οι βαθμοί που αντιστοιχούν σ αυτήν διαγράφεται μόλις συμπληρωθεί χρονικό διάστημα 3 ετών από την ημερομηνία βεβαίωσης της παράβασης – υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχει συμπληρωθεί το όριο των 25 βαθμών.
Για τους οδηγούς οχημάτων δημόσιας χρήσης το παραπάνω χρονικό διάστημα είναι 2 έτη από την ημερομηνία βεβαίωσης της παράβασης & υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχει συμπληρωθεί το ανώτατο όριο βαθμών.
Στην περίπτωση αφαίρεσης της άδειας οδήγησης διαγράφονται οι καταχωρισμένες στο μητρώο του παραβάτη-οδηγού παραβάσεις (που υπάγονται στο ΣΕΣΟ) και οι αντίστοιχοι βαθμοί ποινής. Η διαγραφή γίνεται από την αρμόδια υπηρεσία (του άρθρου 5 εδ. 2 της ΚΥΑ) μετά την παραλαβή της σχετικής έγγραφης ειδοποίησης του Αστυνομικού Τμήματος που βεβαιώνει ότι αφαιρέθηκε η άδεια (άρθρο 3 παρ. 5 της ΚΥΑ).
Στην περίπτωση που ο οδηγός συνεχίζει να διαπράττει παραβάσεις, είτε μετά τη συμπλήρωση των 25 βαθμών ποινής είτε μετά τη διάπραξη για δεύτερη φορά μέσα σε διάστημα ενός έτους μιας από τις συγκεκριμένες παραβάσεις του άρθρου 3 της ΚΥΑ, οι αντίστοιχοι βαθμοί ποινής καταχωρίζονται στο μητρώο του και υπολογίζονται για την αφαίρεση της τυχόν επαναχορηγούμενης άδειας οδήγησης (άρθρο 3 παρ. 6 της ΚΥΑ).

7. Επαναχορήγηση της άδειας

7.1. Δικαίωμα συμμετοχής στις εξετάσεις

Ο ενδιαφερόμενος για την επαναχορήγηση της αφαιρεθείσας άδειας οδήγησης έχει δικαίωμα συμμετοχής στις σχετικές εξετάσεις μετά την παρέλευση ορισμένου χρονικού διαστήματος κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 8 της ΚΥΑ.

7.1.1. Επανεξέταση μετά 6 μήνες

Γενικά, δικαίωμα συμμετοχής στην επανεξέταση έχει κάθε ενδιαφερόμενος μετά την πάροδο 6 μηνών από την επομένη της ημερομηνίας αφαίρεσης της άδειας οδήγησης (άρθρο 8 παρ. 2 εδ. α της ΚΥΑ).

7.1.2. Επανεξέταση μετά από 1 ή 2 χρόνια

Δικαίωμα συμμετοχής στην επανεξέταση, μετά την πάροδο 1 χρόνου, έχει ο ενδιαφερόμενος, αν ο ίδιος (παραβάτης-οδηγός) συμπληρώσει το όριο των 25 βαθμών ποινής εντός πενταετίας από την επαναχορήγηση της άδειας οδήγησης, και η παραπάνω άδεια αφαιρεθεί (άρθρο 8 παρ. 2 εδ. β της ΚΥΑ).
Στη συνέχεια, αν ο ίδιος (παραβάτης-οδηγός) συμπληρώσει και πάλι το όριο των 25 βαθμών εντός πενταετίας από την κατά τα παραπάνω επαναχορήγηση της άδειας (για δεύτερη φορά), αποκτά δικαίωμα συμμετοχής στις εξετάσεις μετά την πάροδο 2 ετών. Η πάροδος του διαστήματος των 2 ετών απαιτείται πλέον για κάθε συμμετοχή στις εξετάσεις, για κάθε νέα αφαίρεση της άδειας οδήγησης, εφόσον αυτή πραγματοποιείται εντός πενταετίας από την προηγούμενη κάθε φορά επαναχορήγησή της.

7.1.3. Επανεξέταση προσδιοριζόμενη από ανεκτέλεστα αφαιρετήρια

Δικαίωμα συμμετοχής στην επανεξέταση έχει ο οδηγός, για τον οποίο εκδόθηκαν και δεν εκτελέστηκαν περισσότερα του ενός έγγραφα αφαίρεσης της άδειας, μετά την πάροδο 1,5 έτους από την επίδοση για 2 αφαιρετήρια, 3,5 ετών από την επίδοση για 3 αφαιρετήρια, 5,5 ετών από την επίδοση για 4 αφαιρετήρια κ.λπ. (άρθρο 8 παρ. 2 εδ. γ της ΚΥΑ).

7.2. Η επανεξέταση των υποψηφίων οδηγών

Για την επανεξέταση των υποψηφίων οδηγών απαιτείται η υποβολή από τον ενδιαφερόμενο σχετικής αίτησης και αποδεικτικό καταβολής χρηματικού ποσού (παράβολο) υπέρ του Δημοσίου, που ισχύει κάθε φορά για τις εξετάσεις των υποψηφίων οδηγών (άρθρο 8 παρ. 1 εδ. δ της ΚΥΑ).

7.2.1. Επανεξέταση για άδεια οδήγησης αυτοκινήτων ή μοτοσικλετών

Ο ενδιαφερόμενος για την επαναχορήγηση της άδειας πρέπει να παρακολουθήσει τουλάχιστο το 50% του ελάχιστου αριθμού των μαθημάτων θεωρητικής εκπαίδευσης από την ύλη του εγχειριδίου του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών «Θεωρητική Εκπαίδευση υποψηφίων οδηγών αυτοκινήτων» σε θέματα σχετικά με τις παραβάσεις που υπέπεσε. Στη συνέχεια πρέπει να εξετασθεί θεωρητικά και πρακτικά κατά τις ισχύουσες διατάξεις θεωρητικής και πρακτικής εξέτασης, ανεξάρτητα αν ο οδηγός έχει άδεια οδήγησης και άλλης κατηγορίας (άρθρο 8 παρ. 1 εδ. α της ΚΥΑ). 

7.2.2. Επανεξέταση για άδεια οδήγησης μοτοποδηλάτου

Ο ενδιαφερόμενος για την επαναχορήγηση της άδειας πρέπει να υποστεί με επιτυχία θεωρητική και πρακτική εξέταση σύμφωνα με όσα ισχύουν για τους υποψήφιους οδηγούς μοτοποδηλάτων (άρθρο 8 παρ. 1 εδ. δ της ΚΥΑ).

7.2.3. Ανάκληση της αφαιρεθείσας άδειας

Στην περίπτωση που ο κάτοχος της άδειας οδήγησης (η οποία αφαιρέθηκε κατά το ΣΕΣΟ) δηλώσει ότι δεν επιθυμεί να κατέχει ορισμένη ή ορισμένες κατηγορίες (αδειών) που είχε, τότε εκδίδεται απόφαση ανάκλησης των κατηγοριών αυτών. Αν αργότερα επιθυμήσει την επαναχορήγηση των κατηγοριών αυτών, υποβάλλεται σε θεωρητική και πρακτική εξέταση (άρθρο 8 παρ. 3 της ΚΥΑ).

7.2.4. Καταχώριση στο μηχανογραφικό αρχείο

Η υπηρεσία του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών που επαναχορηγεί την άδεια οδήγησης (αυτοκινήτων, μοτοσικλετών και μοτοποδηλάτων) ενημερώνει την αρμόδια Υπηρεσία που τηρεί το μηχανογραφικό αρχείο με τα μητρώα των παραβατών-οδηγών (άρθρο 8 παρ. 4 της ΚΥΑ).
Στο μηχανογραφικό αρχείο καταγράφονται τα αναγκαία στοιχεία των οδηγών, των οποίων οι άδειες έχουν αφαιρεθεί από οποιαδήποτε Δημόσια αρχή, σύμφωνα με τις διατάξεις της ΚΥΑ .

Πρόδηλος καθίσταται η επίπτωση του μετατραυματικού στρες στους παθόντες σε τροχαία ατυχήματα, ιδιαίτερα σ΄αυτούς που αντιμετωπίζουν έστω και μερική αναπηρία εξαιτίας του τραυματισμού τους. Αναγκαία συνεπώς προβάλει η ενημέρωση όλων των εμπλεκομένων στο σύστημα της απονομής της δικαιοσύνης, ιδιαίτερα στις αστικές υποθέσεις εκδίκασης αποζημιώσεων των παθόντων σε τροχαία ατυχήματα.
Δυστυχώς τελευταία στην νομολογιακή μας πρακτική όλο και περισσότερο αποδεικνύεται ότι, τα συνοδά προβλήματα του μετατραυματικού στρες δεν είναι και στοιχειωδώς έστω γνωστά στον δικαστικό χώρο, με αποτέλεσμα να μην λαμβάνονται υπόψη ιδιαίτερα κατά την επιδίκαση της ιεράς αξιώσεως της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης ή ηθικής βλάβης. 
Εάν δεν κατανοηθούν πλήρως οι δυσμενείς επιπτώσεις του μετατραυματικού στρες στην κοινωνική, οικονομική, οικογενειακή ζωή των θυμάτων αλλά και των μελών των οικογενειών τους, όπως παρατίθενται και στο κατωτέρω άρθρο των ειδικών, δεν θα είναι δυνατή η ορθή απονομή δικαιοσύνης.
Δημοσιεύουμε κατωτέρω το σχετικό με το θέμα άρθρο, ώστε να δοθεί η δυνατότητα μιας αρχικής προσέγγισης του προβλήματος και των επιδράσεων στην μελλοντική ζωή όλων των εμπλεκόμενων σε ένα τροχαίο ατύχημα, είτε αυτοί είναι οι άμεσα εμπλεκόμενοι παθόντες, είτε οι εμμέσως εμπλεκόμενοι - μέλη των οικογενειών τους που βιώνουν τα δυσμενή προβλήματα και οι οποίοι δεν δικαιούνται αποζημίωσης (κατά την κρατούσα άποψη της νομολογίας μας)
Εξαίρεση και φωτεινό παράδειγμα αποτελούν ορισμένες αποφάσεις των δικαστηρίων μας (πολιτικών και διοικητικών), όπου επιδίκασαν ηθική βλάβη στους εμμέσως ζημιωθέντες συγγενείς (γονείς) του θύματος (παραπληγικού), ή με απώλεια σημαντικών σωματικών λειτουργιών (φυτό). Τα άτομα αυτά στο πλαίσιο της συμβίωσης με το θύμα του τροχαίου ατυχήματος αλλά και των υποστηρικτικών υπηρεσιών που προσφέρουν σ΄αυτό, είναι αναγκασμένα να βιώνουν καθημερινά στρεσογόνες καταστάσεις, λύπη και στεναχώρια, με αποτέλεσμα να χρειάζονται και αυτά υποστηρικτική θεραπεία. Στην χώρα μας, σύμφωνα με τους άγραφους νόμους της οικογενειακής μας παράδοσης, αναπτύσσεται ιδιαίτερος σύνδεσμος μεταξύ των μελών μιας οικογένειας, ακόμη και όταν αυτά δεν εγκαταβιώνουν στον ίδιο χώρο. Παρόλα ταύτα αναγκάζονται να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στον πάσχοντα συνάνθρωπο και συγγενή τους αγόγγιστα. Πρέπει συνεπώς, εφόσον αποδεικνύεται ότι το συναισθηματικό αποτέλεσμα (ψυχική οδύνη) τελεί σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με την αδικοπραξία, να αναγνωρίζεται και στους οικείους του θύματος από τροχαίο ατύχημα η αξίωση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. 
Αναμένομε λοιπόν να εγκαταλειφθεί η άκαμπτη και φαινομενικά συνεπής προς τον νόμο θέση που απορρίπτει την επιδίκαση της ηθικής βλάβης στους εμμέσως ζημιωθέντες, μιας και η εξελικτική αυτή τάση της νομικής φιλολογίας και νομολογίας κερδίζει συνεχώς έδαφος και στον χώρο του ευρωπαϊκού δικαίου. (πρβλ ΣΠατεράκης Αντιπρόεδρος ΑΠ ε« Η Χρηματική Ικανοποίηση λόγω Ηθικής Βλάβης» Β Έκδοση Σελ. 242 επ και αυτόθι παραπομπή σε σχετική Νομολογία).

Στο πλαίσιο της ενημέρωσης των συνδρομητών μας και της νομικής κοινότητας δημοσιεύουμε το κατωτέρω άρθρο που σκιαγραφεί το πρόβλημα της επίδρασης του μετατραυματικού στρες στους παθόντες από τροχαία ατυχήματα, με την ελπίδα ότι, η συνεισφορά των ειδικών επιστημόνων στο θέμα - κλινικών ψυχολόγων - , «ως πρόσωπα με ειδικές γνώσεις», όπως ορίζεται και στις σχετικές με την πραγματογνωμοσύνη διατάξεις του ΚΠολΔ, θα διευρύνει τον ορίζοντα των απαραίτητων γνώσεων που απαιτούνται να έχουν οι εμπελκόμενοι με την απονομή της δικαιοσύνης, δικαστές και δικηγόροι.


Εισαγωγή 

Η διαταραχή μετά από τραυματικό στρες ή διαφορετικά μετατραυματικό στρες αποτελεί ψυχική διαταραχή η οποία εξ ορισμού αναπτύσσεται όταν το άτομο βιώνει συναισθηματικό στρες τέτοιας έντασης , ώστε να είναι τραυματικό για τον εαυτό του. Έπειτα από τέτοιου είδους καταστάσεις είναι δυνατόν να αναπτυχθούν στο άτομο, έντονος τρόμος και απόγνωση και σε ορισμένες περιπτώσεις (όχι λίγες) να αναπτυχθεί σε βάθος χρόνου συγκεκριμένη ψυχοπαθολογία , με προεξάρχοντα συμπτώματα, την αναβίωση του τραυματικού γεγονότος , παθολογική αποφυγή ερεθισμάτων ανάκλησης, ευερεθιστότητα, άγχος και κατάθλιψη . 



Η Ιστορία του Συνδρόμου 

Κατά την διάρκεια του Αμερικανικού Εμφυλίου πολέμου (18ος αιώνας) περιγράφηκε από τον στρατιωτικό ιατρό Jacob DaCosta το σύνδρομο «η καρδιά του στρατιώτη» ή «ευερέθιστη καρδιά» και αναφερόταν στα συμπτώματα διαταραχής του αυτόνομου νευρικού συστήματος (ταχυκαρδία, εφίδρωση, θωρακικά άλγη, αίσθημα παλμών στο στήθος , νευρικότητα, ανεξήγητο άγχος, διαταραχές του ύπνου ) σε στρατιώτες που μετείχαν στις πολεμικές επιχειρήσεις . Αργότερα κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το ίδιο σύνδρομο αναφέρθηκε ως « σοκ των οβίδων», και αποδόθηκε σε πιθανές εγκεφαλικές βλάβες από τις εκρήξεις των οβίδων κοντά στους στρατιώτες. Στις αρχές του 20ου αιώνα , κάτω από την έντονη επίδραση της ψυχανάλυσης στις ΗΠΑ , το σύνδρομο ονομάστηκε «τραυματική νεύρωση», ενώ η ανάλογη συμπτωματολογία που αναπτύχθηκε σε βετεράνους του Β’ Παγκοσμίου πολέμου , σε επιζήσαντες από τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και από τις ατομικές βόμβες στην Ιαπωνία ονομάστηκε «επιχειρησιακή κόπωση» ή «νεύρωση της μάχης». Το μετατραυματικό σύνδρομο καθορίστηκε με τη σημερινή έννοια έπειτα από τη μεγάλη νοσηρότητα που παρατηρήθηκε στους βετεράνους του Βιετνάμ. 


Διαγνωστικά κριτήρια της διαταραχής μετά από τραυματικό στρες 

Έκθεση σε τραυματικό γεγονός 
Ανακλήσεις του γεγονότος 
Αποφυγή ερεθισμάτων ανάκλησης 
Ευερεθιστότητα 
Διάρκεια άνω του 1 μηνός 
Έκπτωση λειτουργικότητας 



Το σύνδρομο (κλινική εικόνα & μορφές) 

Το πρώτο κριτήριο για να τεθεί η υπόνοια της διαταραχής μετά από τραυματικό στρες είναι εξ ορισμού η ύπαρξη του τραυματικού γεγονότος, δηλαδή το άτομο να βίωσε ή να βρέθηκε αντιμέτωπο με πραγματικό ή απειλούμενο θάνατο, ή σοβαρό βίαιο τραυματισμό ή απειλή της σωματικής του ακεραιότητας ή των άλλων, και επιπλέον η απάντηση του ατόμου να περιλαμβάνει υπέρμετρο φόβο, αίσθημα απόγνωσης και τρόμο. 

Το δεύτερο κριτήριο προϋποθέτει την επίμονη επαναβίωση του τραυματικού γεγονότος , ως αλγεινές ανακλήσεις, εφιαλτικά όνειρα ή το άτομο να ενεργεί σαν να επαναλαμβάνεται το τραυματικό γεγονός με ψευδαισθήσεις ή παραισθήσεις. 
Επιπλέον παρατηρείται έντονη σωματική και ψυχική αντίδραση σε οποιαδήποτε υπενθύμιση του γεγονότος. Ως επακόλουθο, σύμφωνα με το τρίτο κριτήριο, το άτομο αναπτύσσει μια επίμονη και παθολογική αποφυγή ,των συνδεόμενων με το τραύμα , ερεθισμάτων, ενώ σταδιακά εγκαθίστανται αισθήματα αποξένωσης και απόσυρσης από τον περίγυρο, κατάχρηση οινοπνεύματος ή ψυχοδραστικών ουσιών, συναισθηματική άμβλυνση (ενδεχόμενη αδυναμία να βιώσει αγάπη) και αίσθηση σμίκρυνσης του μέλλοντος (δεν σχεδιάζει για το μέλλον). Στα ανωτέρω προστίθεται σύμφωνα με το τέταρτο κριτήριο, η ευερεθιστότητα, διαταραχές του ύπνου, διαταραχές της μνήμης και της συγκέντρωσης και εκρήξεις οργής. 

Για να τεθεί η διάγνωση της διαταραχής θα πρέπει τα ανωτέρω συμπτώματα να είναι παρόντα για περισσότερο από ένα μήνα (πέμπτο κριτήριο) και να προκαλούν κλινικά σημαντική διαταραχή στην κοινωνική, οικογενειακή και επαγγελματική δραστηριότητα του ατόμου (έκτο κριτήριο). Η διαταραχή μπορεί να είναι οξεία (διάρκεια συμπτωμάτων μικρότερη από τρεις μήνες) , χρόνια (διάρκεια άνω των 3 μηνών) ή καθυστερημένης έναρξης ( όταν εγκαθίσταται τουλάχιστον μετά από 6 μήνες από την έκθεση στο στρεσσογόνο παράγοντα.). 

Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι πριν καταλήξει ο κλινικός στη διάγνωση του συνδρόμου, πρέπει να αποκλειστούν οργανικά αίτια (τραυματικές εγκεφαλικές βλάβες, όγκοι του εγκεφάλου, επιληψία, κατάχρηση οινοπνεύματος και ψυχοδραστικών ουσιών) καθώς και ψυχικές διαταραχές που υποδύονται ανάλογη κλινική εικόνα. 



Επιδημιολογία & Συχνότητα 

Υπολογίζεται ότι ο μισός πληθυσμός έχει υποστεί τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του έντονο ψυχολογικό στρες (απειλή κατά της ζωής ή ανάλογης βαρύτητας συμβάντα) και ότι περισσότερο από το ¼ αυτών αναπτύσσουν τη διαταραχή, με αποτέλεσμα η νόσος να αφορά το 5-15% του γενικού πληθυσμού. Ορισμένες ομάδες ατόμων (βετεράνοι πολέμων, επιζήσαντες από στρατόπεδα συγκέντρωσης ) εμφανίζουν πολύ μεγαλύτερη επίπτωση της νόσου ενώ άλλες ομάδες (σώματα ασφαλείας, διασώστες ) εκτίθενται σε έντονα στρεσσογόνους παράγοντες (π.χ. απειλές κατά της ζωής) με μεγάλη συχνότητα και συχνά για μεγάλα χρονικά διαστήματα , γεγονός που τους καθιστά πολύ πιο ευάλωτους στην ανάπτυξη του μετατραυματικού συνδρόμου. 


Αιτιολογία & Παθογένεια 

Με την ανάπτυξη του συνδρόμου σχετίζονται τόσο βιολογικοί όσο και ψυχολογικοί παράγοντες . Εξ ορισμού βέβαια ο στρεσσογόνος παράγοντας (τραυματικό γεγονός) ενέχεται πρωταγωνιστικά στην ανάπτυξη της διαταραχής. Εντούτοις το γεγονός ότι ο ίδιος ο τραυματικός παράγοντας δεν προκαλεί σε όλα τα άτομα μετατραυματικό σύνδρομο, καταδεικνύει (σύμφωνα με την πρόσφατη έρευνα) ότι η διαταραχή σχετίζεται με το υποκειμενικό για το άτομο νόημα του γεγονότος, δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο το άτομο αντιλαμβάνεται και προβάλλει το τραυματικό γεγονός. 

Προδιαθεσικοί παράγοντες για την ανάπτυξη της διαταραχής αποτελούν, το τραύμα στην παιδική ηλικία, διαταραχές της προσωπικότητας (οριακή, παρανοειδής, εξαρτητική, αντικοινωνική), ιδιοσυστασιακή ευπάθεια σε ψυχιατρική νόσο, ανεπαρκές υποστηρικτικό σύστημα, πρόσφατη περίοδος κατάχρησης αλκοόλ. 

Η γνωσιακή θεωρία υποστηρίζει εκτός των άλλων, ότι τα προσβεβλημένα άτομα αδυνατούν να κάνουν εκλογικεύσεις και να επεξεργαστούν το τραυματικό γεγονός καταφεύγοντας σε στρατηγικές αποφυγής των εκλυτικών παραγόντων προκειμένου να χειριστούν τα αλγεινά βιώματα (άγχος). Το συμπεριφορικό μοντέλο υποδεικνύει ότι το τραύμα (μη εξαρτημένο ερέθισμα) συνδέεται με ένα εξαρτημένο (σωματική ή ψυχική υπενθύμιση του τραύματος) και το άτομο μαθαίνει να αποφεύγει τόσο το εξαρτημένο όσο και το μη εξαρτημένο ερέθισμα , αναπτύσσοντας κατά συνέπεια το σύνδρομο. Τέλος, το ψυχαναλυτικό μοντέλο προτείνει ότι το τραυματικό γεγονός ενεργοποιεί πιθανή παλιά, σιωπηλή αλλά άλυτη ενδοψυχική σύγκρουση, η επαναβίωση της οποίας οδηγεί σε παλινδρόμηση και ανάπτυξη της κλινικής εικόνας του μετατραυματικού συνδρόμου. 

Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζουν οι βιολογικές θεωρίες, σύμφωνα με τις οποίες στην ανάπτυξη του συνδρόμου ενέχονται υπερδραστηριότητα του συστήματος της νοραδρεναλίνης, των ενδογενών οπιοειδών, του άξονα υποθάλαμος-υπόφυση-επινεφρίδια και του αυτόνομου νευρικού συστήματος. 


Πρόγνωση 


Η διαταραχή μετά από τραυματικό στρες μπορεί να εμφανιστεί σε διάστημα μιας εβδομάδας έως και 30 χρόνων μετά το τραυματικό γεγονός, ενώ τα συμπτώματα παρουσιάζουν διακύμανση, με έξαρση σε περιόδους άγχους. Περίπου το 30% των ασθενών ιάται πλήρως, 40% διατηρεί ήπιας βαρύτητας συμπτώματα ενώ ένα ποσοστό 10% εμφανίζει επιδείνωση. 





Επιπτώσεις της Μετατραυματικής Διαταραχής 
στο άτομο και στην οικογένεια

Οι επιπτώσεις του τραυματικού γεγονότος σε όλες τις εκφράσεις της ζωής των θυμάτων και των οικογενειών τους είναι καταλυτικές. 
Η οικογενειακή ζωή συχνά διαλύεται είτε γιατί ο/η σύζυγος δεν μπορεί να αντέξει τα ξεσπάσματα θυμού του θύματος, είτε γιατί αυτό αποσύρεται και αναζητά την μοναξιά ή μια άλλη σχέση. Αντίστοιχα διαταράσσεται και η σχέση με τα παιδιά καθώς η συμπεριφορά του θύματος γίνεται είτε υπερβολικά απαιτητική ή πιο αδιάφορη με τελική συνέπεια την αμοιβαία απομάκρυνση. Θα πρέπει επίσης να επισημανθεί το τεράστιο ψυχικό και οικονομικό κόστος για την οικογένεια στις περιπτώσεις που υπάρχουν σημαντικά λειτουργικά προβλήματα στην υγεία του θύματος που απαιτούν καθημερινή φροντίδα. 
Η κοινωνική ζωή συρρικνώνεται τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά, καθώς το θύμα αποφεύγει να συμμετέχει σε εκδηλώσεις και παρέες, θεωρώντας ότι όταν οι άλλοι τον προσκαλούν το κάνουν από οίκτο. Το ίδιο το θύμα αποφεύγει την επικοινωνία με τους φίλους θεωρώντας ότι είναι πια βάρος για αυτούς με τελική κατάληξη την απομόνωση όταν κάποια στιγμή και εκείνοι αποθαρρυμένοι, σταματούν να επικοινωνούν. 
Ανάλογες είναι οι επιπτώσεις και στην επαγγελματική ζωή του θύματος καθώς χάνει την εμπιστοσύνη στον εαυτό του και είτε γίνεται υπερβολικά εύθικτο στην κριτική ή αποφεύγει την έκθεση σε επαγγελματικές καταστάσεις με τελική έκβαση σημαντικές δυσλειτουργίες τόσο στη σχέση του με τους συναδέλφους του, όσο και τους πελάτες. 

Θα αναφερθούμε σε δυο χαρακτηριστικές περιπτώσεις θυμάτων τροχαίων ατυχημάτων που αναδεικνύουν τα όσα αναφέραμε παραπάνω: 
Η πρώτη περίπτωση αφορά άντρα 50 ετών οικονομικά ανεξάρτητο, που υπέστη ακρωτηριασμό του αριστερού ποδιού στο ύψος του γονάτου όταν παρασύρθηκε πεζός από διερχόμενο όχημα. Η συμπεριφορά του μετά το τροχαίο έγινε υπερβολικά επιθετική προς τη σύζυγό και τα δυο του παιδιά με συχνούς καυγάδες και κατηγορίες ότι δεν τον «φροντίζουν» και δεν τον «καταλαβαίνουν», με τελική κατάληξη να συνάψει δεσμό με την κατά 30 χρόνια νεότερη γραμματέα του και να φύγει μαζί της εγκαταλείποντας την οικογένειά του. Η σύζυγος έπαθε κατάθλιψη και βρίσκεται σε φαρμακευτική αγωγή και θεραπεία, ενώ τα παιδιά παρουσιάζουν ένα πλήθος προβλημάτων συμπεριφοράς στο σχολείο και στις κοινωνικές τους συναναστροφές. 

Η δεύτερη περίπτωση αφορά άντρα 32 ετών άγαμο, ελεύθερο επαγγελματία , που μετά από σύγκρουση του δικύκλου του με αυτοκίνητο που παραβίασε τον ερυθρό σηματοδότη, υπέστη τραυματισμό στο δεξιό γόνατο που του προκαλεί μετρίου βαθμού λειτουργικές ενοχλήσεις στο πόδι (κάποιους περιστασιακούς πόνους και μια ελαφρά χωλότητα στο περπάτημα). Το θύμα μετά το ατύχημα απομονώθηκε κοινωνικά θεωρώντας ότι προκαλεί πλέον τον οίκτο των άλλων κι τον προσκαλούν στις παρέες από λύπη. Ο ίδιος σταμάτησε να επικοινωνεί με τους φίλους του και απέφευγε τις δικές τους προσπάθειες μέχρι που τελικά διέκοψε κάθε επαφή. Η επαγγελματική του ζωή είχε αντίστοιχη πορεία. Άρχισε να θεωρεί ότι οι άλλοι τον σχολιάζουν ειρωνικά όταν τον έβλεπαν να περπατά, ενώ όταν του φέρονταν φιλικά το έκαναν επειδή τον λυπούνται. Προοδευτικά άρχισε να αποφεύγει να αναλαμβάνει καινούργιες δουλειές με κατάληξη οι πελάτες να αναζητήσουν άλλη επαγγελματική συνεργασία και ο ίδιος να είναι πλέον ουσιαστικά άνεργος. 


Θα πρέπει να σημειωθεί ότι σύμφωνα τόσο με τις υπάρχουσες έρευνες, όσο και με την κλινική μας εμπειρία τα συμπτώματα και οι επιπτώσεις της Μετατραυματικής διαταραχής συνήθως, δεν παρουσιάζουν σημαντική βελτίωση με την πάροδο του χρόνου.



Θεραπευτική Αντιμετώπιση 


Η θεραπευτική αντιμετώπιση θα εξαρτηθεί από το στάδιο κατά το οποίο θα γίνει αντιληπτή ή θα εγκατασταθεί η διαταραχή, καθώς και από τη βαρύτητα αυτής. Η αντιμετώπιση του ατόμου που πρόσφατα βίωσε ένα τραυματικό γεγονός και εγκαθιστά την συμπτωματολογία του συνδρόμου , συνίσταται σε ψυχολογική υποστήριξη και ενθάρρυνση να συζητά τα συναισθήματά του, ενώ είναι αναγκαία η εκπαίδευση σε τεχνικές χαλάρωσης για το χειρισμό του άγχους. Η χορήγηση της φαρμακευτικής αγωγής τις περισσότερες φορές καθίσταται αναγκαία. 

Στις περιπτώσεις που έχει εγκατασταθεί πλέον η διαταραχή, ή στη χρόνια και καθυστερημένης έναρξης μορφή της νόσου, χρησιμοποιείται συνδυασμός φαρμακευτικής αγωγής και ψυχοθεραπείας. Όσον αφορά την ψυχοθεραπεία αυτή πρέπει να ακολουθήσει ένα μοντέλο παρέμβασης στην κρίση, με παράλληλη ψυχοεκπαίδευση και υποστήριξη στην αποδοχή του γεγονότος και στην ανάπτυξη μηχανισμών αντιμετώπισης . Οι κύριοι άξονες μπορεί να είναι η απευαισθητοποίηση με έκθεση στο τραυματικό γεγονός (σταδιακή ή κατακλυσμιαία), είτε με εκμάθηση τεχνικών χειρισμού του στρες. Σημαντική Βοήθεια μπορεί να αποτελέσει η δημιουργία θεραπευτικών ομάδων ασθενών, μέσα από τις οποίες μοιράζονται τις εμπειρίες τους, ενώ καταλυτικός είναι και ο ρόλος του οικογενειακού και ευρύτερου περιβάλλοντος του ασθενούς στην αποτελεσματική αντιμετώπιση της διαταραχής. 


Βιβλιογραφία 

ΧΑΡΤΟΚΟΛΛΗΣ, Π., Εισαγωγή στην Ψυχιατρική, Αθήνα, Εκδόσεις Θεμέλιο, 1986. 

JONES, J. C., BARLOW, D. H., The etiology of posttraumatic stress disorder, in: Clin. Psychol. Rev. , 10: 299, 1990. 

KAPLAN, H. I. , SADDOCK, B. J., Comprehensive Textbook of Psychiatry, 6th ed., 
Williams & Wilkins, Baltimore, 1995

MC FARLANE, A. C., The etiology of posttraumatic morbidity: Predisposing, 
Precipitating and perpetuating factors, in: Brit. J. Psychiatry, 154: 221, 1989.
----------------

ΟΙ ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΙΣΗ
ΑΣΤΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΤΡΟΧΑΙΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ

Κριτικές παρατηρήσεις στο νέο σχέδιο νόμου
υπό Δημητρίου Σπυράκου Δ.Ν. - Δικηγόρου

Η ασφάλιση αστικής ευθύνης από τροχαία ατυχήματα αποτελεί αναγκαιότητα θεμελιωμένη στην κοινωνική προσφορότητα των κινδύνων που συνδέονται από τη χρήση των οχημάτων, στη διασφάλιση των αξιώσεων αποζημίωσης των θυμάτων, στην προστασία των περιουσιακών στοιχείων των ασφαλισμένων και στην εν γένει άμβλυνση των συγκρούσεων που προκαλούνται από τα ατυχήματα. Ήδη, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση του Στρασβούργου από το 1959 για την υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης για τα αυτοκίνητα οχήματα, που κυρώθηκε με το Ν. 4147/1961, δέσμευε τα συμβαλλόμενα μέρη στην εισαγωγή της υποχρεωτικής ασφάλισης αυτοκινήτων, ενώ στη χώρα μας η υποχρέωση αυτή εκπληρώθηκε κατά ικανοποιητικό καταρχήν τρόπο με το Ν. 489/1976.
Η υποχρεωτικότητα της ασφάλισης αστικής ευθύνης από τροχαία δεν οδήγησε και στη συρρίκνωση του φαινομένου των εξαιρέσεων κάλυψης που εισάγονταν στη σύμβαση με τους γενικούς όρους ασφαλίσεως και διακινδύνευαν τον σκοπό της ασφαλιστικής κάλυψης. Στην περίπτωση του Ν. 489/76 το καθεστώς αυτό έμελλε να εκλογικευτεί και επιβιώσει δια μέσου της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 7, σύμφωνα με την οποία οι γενικοί όροι του ασφαλιστηρίου συμβολαίου καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου. Τούτο δε, καθώς η εν συνεχεία εκδοθείσα Υπουργική Απόφαση Κ4/585/1978 «περί γενικών όρων ασφαλίσεως που ισχύουν ενιαία για όλες τις ασφαλιστικές εταιρείες», δεν περιορίστηκε, όπως θα προσδοκούσε κανείς, στη ρύθμιση των πολλών - λόγω και της έλλειψης διατάξεων για την ασφαλιστική σύμβαση - διαδικαστικών ζητημάτων της ασφαλιστικής κάλυψης αλλά με μία πληθώρα εξαιρέσεων διαμόρφωνε (μείωνε) το εύρος της ασφαλιστικής κάλυψης. Στο άρθρο 25 της παραπάνω απόφασης εμπεριέχεται ένας κατάλογος 17 γενικών εξαιρέσεων (και στο άρθρο 26 πέντε ειδικών εξαιρέσεων ζημιών ως προς το είδος τους) κάλυψης ζημιών που προκαλούνται από αυτοκίνητα, δίχως κατά βάση πάντως οι εξαιρέσεις αυτές να επιτρέπεται να προβληθούν απέναντι στον ζημιωθέντα τρίτο.
Πέραν των εξαιρέσεων εκείνων που θα μπορούσαν να θεωρηθούν εύλογες από τη φύση της ασφαλιστικής κάλυψης (αποκλεισμός της εκ προθέσεως πρόκλησης ζημίας) ή γεγονότων που μπορούν να απειλήσουν την ασφαλιστική κοινωνία κινδύνου (εξαιρετικές καταστάσεις), στην υπουργική απόφαση εμπεριέχονται εξαιρέσεις, οι οποίες αποτυπώνουν στη βάση διαφόρων κριτηρίων (χωροταξικών, προσωπικών, λειτουργικών, κ.ά.) καταστάσεις οδήγησης αυξημένης στατιστικά επικινδυνότητας
για την πρόκληση ατυχημάτων.
Στη νομολογία αναδείχθηκε, στα χρόνια που ακολούθησαν, σε βασικό ζήτημα αν οι όροι της υπουργικής απόφασης έχουν συμβατικό χαρακτήρα, οπότε για να ενσωματωθούν στη σύμβαση θα έπρεπε να γίνεται τουλάχιστον παραπομπή στο ΦΕΚ όπου είναι οι όροι δημοσιευμένοι, ή έχουν αντιθέτως κανονιστικό χαρακτήρα οπότε και ισχύουν ανεξάρτητα αν τους αποδέχθηκε ο ασφαλισμένος. Η επικράτηση της πρώτης θέσης, έχει ως αποτέλεσμα η ισχύς των εξαιρέσεων της Υ.Α. Κ4/585/1978, μετά την εισαγωγή του Ν. 2496/97 για την ασφαλιστική σύμβαση να δοκιμάζεται και να αμφισβητείται από μία διπλή οπτική. Αφενός μεν ως προς τον τρόπο ένταξης τους στη σύμβαση αφετέρου ως προς τη νομιμότητα τους.
Σύμφωνα με το Ν. 2496/97 οι εξαιρέσεις θα πρέπει να ενσωματώνονται στην ασφαλιστική σύμβαση μέσα από το ασφαλιστήριο και όχι πλέον με τους γενικούς όρους ασφαλίσεως. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2496/97 το ασφαλιστήριο πρέπει να περιέχει τουλάχιστον τα στοιχεία της ασφαλιστικής σύμβασης και τον τόπο και χρόνο έκδοσης τους, ενώ ρητά το άρθρο 1 παρ. 2 του ίδιου νόμου περιλαμβάνει στα στοιχεία της ασφαλιστικής σύμβασης οπωσδήποτε και τις «τυχόν εξαιρέσεις κάλυψης». Συνεπώς, για να ενσωματώνονται στη σύμβαση οι εξαιρέσεις θα πρέπει να εμπεριέχονται σε κάθε περίπτωση στο ασφαλιστήριο. Η αυξημένη επιταγή διαφάνειας που αξιώνει ο Ν. 2496/97 δεν μπορεί να ικανοποιηθεί με την παραπομπή στους γενικούς όρους ασφαλίσεως, πολύ περισσότερο καθώς σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 4 και 6 Ν. 2496/97 δεν διασφαλίζεται η παράδοση των όρων αυτών στον ασφαλισμένο. Το ίδιο ισχύει και για την παραπάνω υπουργική απόφαση. Εφόσον αυτή επέχει αξία γενικών όρων συναλλαγών δεν μπορεί να κατευθύνει την ενσωμάτωση των εξαιρέσεων στη σύμβαση.
Ο δεύτερος περιορισμός προκύπτει από το άρθρο 13 Ν. 2496/97, το οποίο επιτρέπει τη διεύρυνση των λιγοστών σε αυτό εξαιρέσεων μόνον «εφόσον αυτή υπαγορεύεται από δικαιολογημένες τεχνικές ανάγκες του ασφαλιστή». Μολονότι το περιεχόμενο των «τεχνικών αναγκών του ασφαλιστή» παραμένει ασαφές, εισάγει ωστόσο ένα τόπο επιχειρηματολογίας για τον έλεγχο και περιορισμό των εξαιρέσεων. Σε συνδυασμό με το γεγονός ότι από το αρχικό σχέδιο νόμου που ψηφίστηκε ως νόμος 2496/97 απαλείφθηκαν οι «δικαιολογημένες εμπορικές ανάγκες του ασφαλιστή» ως επιτρεπτός λόγος για τη διεύρυνση των εξαιρέσεων, καθίσταται ακόμη πιο περιοριστικό το πλαίσιο επιτρεπτών εξαιρέσεων.
Τέλος, ένα πρόσθετο πεδίο ελέγχου των γενικών όρων ασφαλίσεως του παραπάνω νόμου αποτελεί και το άρθρο 2 παρ. 6 Ν. 2251/94, σύμφωνα με το οποίο ελέγχεται ως καταχρηστικός κάθε όρος που δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης με τον καταναλωτή, όταν διαταράσσει την ισορροπία υποχρεώσεων και δι¬καιωμάτων σε βάρος του καταναλωτή, εν προκειμένω ιδίως όταν ο όρος της εξαί¬ρεσης διακινδυνεύει ή υποσκάπτει τον σκοπό ασφαλίσεως.
Η ασφάλιση αστικής ευθύνης αυτοκινήτων έχει εδραιώσει την κοινωνική της αποδοχή και αναγκαιότητα σε διττή κατεύθυνση. Στη διακινδύνευση που συνεπάγονται οι συγκοινωνίες η Πολιτεία οφείλει να μεριμνά όχι μόνο για την πρόληψη των τροχαίων αλλά και για την οργάνωση και παροχή πλήρους και αποτελεσματικής προστασίας στα θύματα. Ο πολίτης έχει ως ειδικότερη έκφανση των συνταγματικά προστατευομένων δικαιωμάτων της υγείας και της περιουσίας την αξίωση, να μεριμνήσει η Πολιτεία ώστε ο κάτοχος και ο οδηγός του αυτοκινήτου να έχουν τη δυνατότητα να ανταποκριθούν πράγματι στην υποχρέωση προς αποκατάσταση των συνεπειών του ατυχήματος και καταβολή της αποζημίωσης. Με την υποχρεωτικότητα της ασφάλισης αστικής ευθύνης η Πολιτεία οργανώνει και πραγματώνει στον εν λόγω τομέα το δικαίωμα του πολίτη για αποτελεσματική προστασία στη δυσχερή κατάσταση που χωρίς δική του υπαιτιότητα και ως θύμα τροχαίου περιήλθε.
Από την άλλη, στη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα της κυκλοφορίας των οχημάτων οι προοπτικές κινδύνου αίτιου και θύματος αυτοκινητιστικού ατυχήματος εναλλάσσονται. Μόνη η θέση σε κυκλοφορία αυτοκινήτου λογίζεται ως πηγή κινδύνου, καρπός της οποίας άλλωστε υπήρξε η καθιέρωση της λεγόμενης αντικειμενικής ευθύνης. Η εναλλαγή των προοπτικών συμβάλλει, σε συνάρτηση με την κοινωνική προσφορότητα της εν λόγω διακινδύνευσης, στην αμοιβαία αναγνώριση ρόλων και συμφερόντων. Απέναντι και δίπλα στο δικαίωμα του πολίτη για αποτελεσματική αρωγή και προστασία ως θύματος τροχαίου, που ικανοποιείται με την υποχρεωτικότητα της ασφαλιστικής κάλυψης, αναπτύσσεται το δικαίωμα του πολίτη, ως κατόχου και οδηγού αυτοκινήτου, για πρόσβαση στην ασφαλιστική κάλυψη της αστικής του ευθύνης.
Η αναγνώριση της αμοιβαιότητας των παραπάνω προοπτικών και η προαγωγή τους στην αξιολογική τάξη οδηγεί σε δύο παραδοχές. Κατά πρώτον, ενισχύει και εδραιώνει την απόλυτη προστασία του θύματος κάθε τροχαίου ατυχήματος με την παροχή της ασφαλιστικής αποζημίωσης, ακόμη και όταν ο οδηγός έχει παραβιάσει την υποχρέωση του για ασφάλιση της αστικής του ευθύνης (βλ. Επικουρικό Κεφάλαιο Αστικής Ευθύνης Αυτοκινήτων). Κατά δεύτερον, θεμελιώνει την αξίωση του κατόχου και οδηγού αυτοκινήτου για υποχώρηση των δικαιωμάτων αναγωγής του ασφαλιστή και την κατά το δυνατόν πλήρη ασφαλιστική κάλυψη των εξ αμελείας του προκαλούμενων ζημιών.
Υπό το παραπάνω πρίσμα η διαμόρφωση του περιεχομένου των περιπτώσεων εξαίρεσης της ασφαλιστικής κάλυψης της αστικής ευθύνης δεν μπορεί να επαφίεται στην ελευθερία των συμβαλλομένων. Είναι πρωτίστως ζήτημα ευρύτερου κοινωνικού και εντέλει δημοσίου ενδιαφέροντος. Οφείλει γι' αυτό να είναι μέριμνα του νομοθέτη να διαφυλαχθεί το δικαίωμα του κατόχου και οδηγού αυτοκινήτου για (πρόσβαση σε) ασφάλιση της αστικής του ευθύνης, που αφορά σχεδόν το σύνολο του καταναλωτικού κοινού. Η πρόσβαση στην ασφάλιση αυτή τίθεται σε δοκιμασία όταν το εύρος της κάλυψης επαφίεται στις δυνατότητες και επιδόσεις διαπραγμάτευσης του λήπτη της ασφάλισης απέναντι στις διαπραγματευτικά ισχυρότερες από αυτόν ασφαλιστικές επιχειρήσεις ή και ακόμη όταν δεν μπορεί να την πετύχει στο πλαίσιο μίας ευρείας σε συμμετοχή ασφαλιστικής κοινωνίας κινδύνου. Για τους παραπάνω λόγους φρονούμε ότι το πρόσφατο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Ανάπτυξης που τροποποιεί τον Ν. 489/76 για την υποχρεωτική ασφάλιση της έναντι τρίτων αστικής ευθύνης από τα ατυχήματα αυτοκινήτων βρίσκεται σε εσφαλμένη κατεύθυνση. Με το σχέδιο νόμου εισάγεται στον παραπάνω νόμο νέο «άρθρο 6β» που έχει ως ακολούθως:
«1. Εξαιρούνται της ασφαλιστικής κάλυψης ζημιές που προκαλούνται: α) Από πρόθεση του λήπτη της ασφάλισης ή των ασφαλισμένων, β) Από οδηγό που δεν έχει την προβλεπόμενη στο νόμο και για την κατηγορία
του οχήματος που οδηγεί άδεια οδήγησης, γ) Από οδηγό που κατά το ατύχημα βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών και ανεξαρτήτως εάν η παράβαση αυτή συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος, δ) Όταν το όχημα χρησιμοποιείται για άλλη χρήση από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και την άδεια κυκλοφορίας.
2.Με το ασφαλιστήριο μπορεί να συμφωνηθεί η διεύρυνση των εξαιρέσεων κάλυψης.
3.Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να προβάλλει έναντι των τρίτων ζημιωθέντων τις εξαιρέσεις του παρόντος άρθρου καθώς και τις εξαιρέσεις του ασφαλιστηρίου που ισχύουν μόνον για τις μετά του ασφαλισμένου σχέσεις».
Κύριο χαρακτηριστικό της παραπάνω διάταξης είναι η διάρρηξη και αποξένωση των παραπάνω προοπτικών αίτιου και δράστη του ατυχήματος. Ο ασφαλιστής αναλαμβάνει την ευθύνη του απέναντι στα θύματα των τροχαίων, ο λήπτης της ασφάλισης θα υποστεί όμως τις ορέξεις του ασφαλιστή. Ο τελευταίος μπορεί να προσφέρει και να επιβάλει κάλυψη της αστικής ευθύνης με όσες εξαιρέσεις επιθυμεί. Μάλιστα, η διάταξη της παραγράφου 2 του προτεινόμενου άρθρου οδηγεί σε μία προφανή επιδείνωση της θέσης του ασφαλισμένου σε σχέση και με τις προαιρετικές καλύψεις καθώς δεν τίθεται κανένας απολύτως περιορισμός στη δυνατότητα διεύρυνσης των εξαιρέσεων. Μοναδική διέξοδος αντίστασης για τον λήπτη της ασφάλισης θα είναι πλέον το άρθρο 2 Ν. 2251/94 με αμφίβολη όμως αποτελεσματικότητα.
Η πλήρης απαλλαγή του ασφαλιστή στην κάλυψη ζημιών που προκαλούνται από οδηγό που βρισκόταν υπό την επίδραση αλκοόλ (ανεξαρτήτως της επιρροής του αλκοόλ στην οδηγική του ικανότητα και στην πρόκληση του ατυχήματος) δεν είναι επίσης δικαιολογημένη. Η διάταξη θεωρεί προφανώς αντιπαραγωγική για την πρόληψη των τροχαίων ατυχημάτων που οφείλονται στη χρήση του αλκοόλ την παροχή ασφαλιστικής κάλυψης. Ωστόσο, το έργο της πρόληψης προφανώς ανήκει σε άλλους κλάδους του δικαίου και σε μηχανισμούς λήψης μέτρων για την αποτροπή του κινδύνου, όπως άλλωστε και το έργο της καταστολής. Η ιδιωτική ασφάλιση δεν είναι εργαλείο άσκησης κοινωνικού ελέγχου. Είναι μέσο εξάλειψης των συνεπειών από την επέλευση του κινδύνου. Αντίθετη προσέγγιση θα ανέτρεπε στα θεμέλια του το θεσμό της ασφάλισης αστικής ευθύνης καθώς την αντιμετωπίζει ωσάν αυτή να είναι βλαπτική για το κοινωνικό σύνολο υπηρεσία. Η ασφάλιση της αστικής ευθύνης προστατεύει και το θύμα και τον αίτιο-λήπτη της Γι αυτό και η υποχώρηση ση των συμφερόντων του τελευταίου θα πρέπει τουλάχιστον να μένει σε ανεκτό επίπεδο. Η όποια συμβολή μπορεί να έχει το δικαίωμα αναγωγής του ασφαλιστή στην πρόληψη της οδήγησης με αλκοόλ επιτυγχάνεται σε κάθε περίπτωση και όταν αυτό έχει οριοθετηθεί σε ένα εύλογο ανώτατο ποσόν. Πέραν του ύψους αυτού ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αναζητά από τον ασφαλισμένο την αποζημίωση που κατέβαλε στο θύμα.
Αξίζει να επισημάνει κανείς εν προκειμένω τις αντίστοιχες διατάξεις της γερμανικής νομοθεσίας. Σε αυτή οι εξαιρέσεις που επιτρέπεται να συμφωνήσει ο ασφαλιστής με τον λήπτη της ασφάλισης (καθώς δεν ισχύουν αυτομάτως εκ του νόμου) είναι περιορισμένες και απαριθμούνται στην από 29.7.1994 (τροποποιηθείσα την 10.7.2002) υπουργική απόφαση για την ασφάλιση της αστικής ευθύνης οχημάτων που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του νόμου για την ασφάλιση της αστικής ευθύνης αυτοκινήτων (Ρroels/Martin,Versicherungsvertraggesetz 27η έκδ., 1655 επ.). Η απαλλαγή του ασφαλιστή απέναντι στον λήπτη της ασφάλισης, τον κάτοχο και ιδιοκτήτη προκύπτει κατά βάση ως αποτέλεσμα υπαίτιας παραβίασης αντίστοιχων υποχρεώσεων των προσώπων αυτών. Δεν είναι όμως πλήρης καθώς σε όλες τις παρακάτω η απαλλαγή του ασφαλιστή δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσόν των 5.000 ευρώ. Οι πέντε εξαιρέσεις που περιλαμβάνονται στην υπουργική απόφαση είναι συνοπτικά οι ακόλουθες: α) η χρήση του οχήματος για άλλον σκοπό από αυτόν που δηλώνεται στην ασφαλιστική σύμβαση, β) η έκθεση του οχήματος σε μη εγκεκριμένους αγώνες ταχύτητας, γ) η οδήγηση χωρίς άδεια κυκλοφορίας δ) η οδήγηση χωρίς την αντίστοιχη άδεια για τον οδηγό, ε) η μη ασφαλής εξαιτίας της κατανάλωσης αλκοόλ ή τοξικών ουσιών οδήγηση του οχήματος. Σε αντίστοιχη κατεύθυνση βρίσκονται και οι λοιπές ευρωπαϊκές νομοθεσίες.
Την παραπάνω προσέγγιση είχε ακολουθήσει και το σχέδιο νόμου που συντά¬χθηκε το 2001 από νομοπαρασκευαστική επιτροπή που συγκροτήθηκε με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης με Πρόεδρο τον Ι. Ρόκα και με τη συμμετοχή και εκπροσώπων των ασφαλιστικών εταιρειών και των καταναλωτών (βλ. Ι. Ρόκα, Τροποποιήσεις και συμπληρώσεις του Κ.Ν. 489/76, ΕΕμπΔ 2004, 647 επ.). Το σχέδιο νόμου πα-ρέπεμπε για τον καθορισμό των εξαιρέσεων και τις προϋποθέσεις άσκησης του δικαιώματος αναγωγής σε Προεδρικό Διάταγμα που θα εκδιδόταν με πρόταση του Υπουργού Ανάπτυξης, σχέδιο του οποίου επίσης παρέδωσε η Επιτροπή. Με το Προεδρικό Διάταγμα δεν επιτρεπόταν η εισαγωγή άλλων εξαιρέσεων πέραν αυτών που το ίδιο προέβλεπε, και οι οποίες ήταν σημαντικά λιγότερες. Το πλέον αξιοσημείωτο, ωστόσο, ήταν ότι και εν προκειμένω για την περίπτωση των εξαιρέσεων της ασφαλιστικής κάλυψης το αναγωγικό δικαίωμα του ασφαλιστή περιοριζόταν μέχρι ένα ορισμένο ποσόν (5.000 ευρώ).
Είναι προφανές ότι το προγενέστερο σχέδιο νόμου εναρμονιζόταν στο προκείμενο θέμα τόσο με τις σύγχρονες αντιλήψεις όσο και με τις άλλες ευρωπαϊκές νομοθεσίες. Το γεγονός, ωστόσο, ότι δεν συγκέντρωσε στη χώρα μας την αποδοχή των ασφαλιστικών επιχειρήσεων είναι ο προφανής λόγος που οδήγησε σε ένα αντίθετης προσέγγισης στα παραπάνω ζητήματα πρόσφατο σχέδιο νόμου. Τούτη η προσέγγιση, πάντως, μειώνει και αδικεί την αξία του αγαθού της ασφάλισης. Είναι παράδοξο τα πλεονεκτήματα της ασφάλισης να τα απολαμβάνει ο τρίτος, και όχι ο λήπτης της.
Με τη δυνατότητα του ασφαλιστή να διευρύνει το αναγωγικό του δικαίωμα για τις αποζημιώσεις που καταβάλει, διαμορφώνεται μία ασυμμετρία που δεν μπορεί να αποκαταστήσει ο ανταγωνισμός της αγοράς. Η υποχρεωτικότητα της ασφάλισης αποδυναμώνει τους όρους ανταγωνισμού, καθώς εξασφαλίζει εκ των προτέρων την αγορά στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, και συμπιέζει περαιτέρω τις διαπραγματευτικές δυνατότητες του καταναλωτή. Η υποχρεωτικότητα της ασφάλισης παράγει αντιθέτως την ιδιαίτερη υποχρέωση του νομοθέτη να μεριμνήσει εν προκειμένω ακόμη περισσότερο για την προστασία των συμφερόντων του λήπτη της ασφάλισης. Σε συνάρτηση με τα παραπάνω, απαλείφοντας οριστικά τη δυνατότητα διεύρυνσης εξαιρέσεων και οριοθετώντας κατά τα πρότυπα των άλλων ευρωπαϊκών χωρών το αναγωγικό δικαίωμα του ασφαλιστή.

Ξένη Επιστημονική Κίνηση
Συμπόσιο για την Οδική Ασφάλεια στην Ευρώπη

Συμπόσιο ADAC στο BADEN BADEN της Γερμανίας

13 Οκτωβρίου 2006
Ο ΜΟΛΩΧ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΤΟΥ
Δρ. Βλάσης Μουχτάρης Δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω

1. 41.600 πολίτες των Μελών Κρατών της Ε.Ε. έπεσαν νεκροί στις ασφάλτους της Ε.Ε. κατά το 2005! Το 2001 ήσαν οι νεκροί 8.000 περισσότεροι. Επιτεύχθηκε δηλαδή μία μείωση 17,5%. Μικρή η μείωση αλλά μία αρχή, η οποία ενεθάρρυνε την Ε.Ε. να στοχεύει ως το 2010 σε 25.000 Θύματα των τροχών.

2. Νεκροί στους δρόμους της Ευρώπης κατά το έτος 2005 ανά 1 εκατομμύριο κατοίκους:
Ολλανδία 50 Γαλλία 92
Σουηδία 54 Ιταλία 97
Μεγάλη Βρετανία 55 Αυστρία 1.07
Γερμανία 65 Ισπανία 110
Δανία 68 Λουξεμβούργου 111
Φινλανδία 72 Βέλγιο 112
Μέση τιμή στην Ευρώπη 82 Πορτογαλία 123
Ιρλανδία 92 Ελλάδα 151
Τα παρ' ημίν προκύπτουν από τον ως άνω πίνακα, όπου οι «έσχατοι» στα πινάκια γίνονται «πρώτοι» σε αριθμό θυμάτων στην Ε.Ε.! Θλιβερό και επαίσχυντο ρεκόρ! Έτσι κατά το έτος 2005 είχαμε 151 νεκρούς στην άσφαλτό μας ανά 1 εκατομμύριο κατοίκους, δηλαδή (151 Χ 11 εκατομμύρια) 1661 νεκρούς!

Τα ως άνω στοιχεία εγνωστοποιήθησαν στο «Συμπόσιο», που οργάνωσαν η ADAC, ας πούμε η ΕΛ.Π.Α. Γερμανίας και το Ομοσπονδιακό 'Ίδρυμα Οδικών Θεμάτων
(Bundesanstalt fuer Strassenιwesen, σύντμηση - BASt), (ένα αυτόνομο Νομικό Πρό-
σωπο Δ.Δ. επιδοτούμενο από το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Συγκοινωνιών) στις 13.10.2006 στην πόλη Baden - Baden Γερμανίας. Παρέστησαν 216 «συμποσιακόμενοι» από 8 Χώρες. Δυστυχώς ήμουν ο μόνος Έλληνας εκεί.
3. Όλοι οι ομιλητές εξέφρασαν τη βεβαιότητα, ότι ο στόχος της Ε.Ε. προς μείωση των θανάτων στις ευρωπαϊκές ασφάλτους σε 25.000 μέχρι το 2010 είναι εφικτός.

Κύριος υποστηρικτής της ως άνω απόψεως ήτο ο κ. Wolfgang TIEFENSEE, Υπουργός Συγκοινωνιών της Γερμανίας. Στην χαιρετιστήρια εισήγησή του σημείωσε, ότι ο αριθμός των νεκρών μειώνεται ικανοποιητικά στην Γερμανία. Κατά το έτος 2005 σημειώθησαν 5.361 θάνατοι από οδικά ατυχήματα. Ο αριθμός αυτός υπολείπεται κατά 480 σε σχέση με τους νεκρούς κατά το 2004. Τούτο οφείλεται ίσως κυρίως στην Εκπαίδευση Συγκοινωνιακής Συμπεριφοράς του πληθυσμού. Ε, ADAC π.χ. διοργάνωσε, κατά το 2005, 42.000 εκπαιδευτικές συνάξεις - σεμινάρια, στις οποίες έλαβαν μέρος 1.180.000 πολίτες. Η εκπαίδευση παίρνει ήδη εθνικές διαστάσεις, βοηθούντων βέβαια και πολλών «τηλεμαραθωνίων» από τα κανάλια του τόπου.
Στο ίδιο περίπου μήκος κύματος μίλησε και ο Dr. Stefan TOSTMANN, Προϊστάμενος του Τμήματος: Συγκοινωνιακή Ασφάλεια της Γενικής Διευθύνσεως Ενέργειας και Μεταφορών του Συμβουλίου της Ε.Ε..

Ο ομιλητής ετόνισε, ότι στους στόχους της Ιδρυτικής Συμβάσεως της Ε.Ε. διαλαμβάνεται και η κινητικότητα των Ευρωπαίων πολιτών και ως εκ τούτου οφείλει η Ε.Ε., να ενδιαφέρεται για την συγκοινωνιακή ασφάλεια στο όλο δίκτυο της Ενώσεως.
Επιδιώκει λοιπόν η Ε.Ε., να βελτιώσει τα Standard των στην Επικράτειά της παραγομένων και κυκλοφορούντων αυτοκινήτων και προπαντός μοτοσικλετών.

Έτσι η σχετική Κοινοτική Νομοθεσία καλύπτει και τους τρεις τομείς της ασφάλειας των Ευρωπαϊκών Συγκοινωνιών, δηλαδή συνεχή βελτίωση των: Όχημα, Ανθρωπίνης Συμπεριφοράς και των Συγκοινωνιακών Υποδομών (Fahrzeug, Verhalten, Infrastructur).
Ι
4. Εν συνεχεία οι εργασίες του Συμποσίου κατετάχθησαν σε τρεις κατηγορίες: 1. Οι πρώτες διαπιστώσεις περισσότερης ασφάλειας στις Συγκοινωνίες. 2. Βελτίωση της ασφαλείας των Μέσων Συγκοινωνίας καθ' εαυτών και 3. Ιδιαίτερες κατηγορίες Οδηγών. Με κάθε κατηγορία ασχολήθησαν ειδικευμένοι Επιστήμονες / Συγκοινωνιολόγοι, Στελέχη Βιομηχανιών Αυτοκινήτων, Οργανώσεις ως ADAC, Στελέχη της Τροχαίας Αστυνομίας, ειδικευμένοι Δικαστές και Εισαγγελείς, Νομικοί του Υπουργείου Συγκοινωνιών και του της Δικαιοσύνης κ.λ.π..
πρακτέον!

Οι διευθύνοντες των Επιτροπών κατέγραψαν τα συμπεράσματα και τις Προτάσεις εκάστης των τριών ως άνω ομάδων, τα οποία ετέθησαν προς συζήτηση κατά το τέλος του Συμποσίου. Τα τελικά πορίσματα Θα δημοσιευτούν με την έκδοση ειδικού τόμου, ο οποίος και Θα διανεμηθεί στους μετάσχοντες στο Συμπόσιο και σε άλλους ειδικούς και ασχολούμενους με την πράξη των Συγκοινωνιών. Επ' αυτού λοιπόν Θα επανέλθουμε, οπότε θα εξετάσουμε και την κρατούσα στην Χώρα μας κατάσταση.

Από τώρα όμως Θα μπορούσε κανείς να σημειώσει, ότι εντυπωσίασαν τα μέτρα και τα αποτελέσματα αυτών στην Γαλλία και την Ιρλανδία.

Ο κος Jean CHAPELON, Διυπουργικός Συντονιστής για την ασcράλεια στις οδούς της Χώρας ετόνισε, ότι το καλοκαίρι του 2002 εγκατεστάθησαν στους αυτοκινητόδρομους της Γαλλίας συσκευές καταγραφής υπερβάσεως της εκάστοτε επιτρεπομένης ταχύτητας των οχημάτων. Εγκατεστάθησαν σε σταθερή δομή 700 συσκευές και 300 κινητές. Στα τρία χρόνια που επηκολούθησαν εμειώθησαν οι νεκροί των οδικών τροχών από κατά μέσον όρον στο παρελθόν 8.000 σε 5.300 κατά το 2005, δηλαδή μείωση κατά 34%. Τα πρόστιμα στους παραβάτες ήσαν και είναι τσουχτερά και έχουν επακόλουθο για τον δράστη μία ευρεία κοινωνική αποδοκιμασία.


Η κα Lucy CURTIS, Μηχανικός Ασφαλείας στην Ιρλανδία κατέθεσε: ο πληθυσμός στην Ιρλανδία πολλαπλασιάσθηκε κατά τα 10 τελευταία χρόνια από 3,5 σε 4 εκατομμύρια και ο αριθμός των τροχαίων οχημάτων έφθασαν τα 2 εκατομμύρια με 2,2 εκατομμύρια οδηγούς.

Κατά το 2002 σημειώθησαν 84 Θάνατοι σε τροχαία ατυχήματα ανά 1 εκατομμύριο κατοίκους.

Ελήφθησαν μέτρα ευρείας επανακατασκευής των αυτοκινητόδρομων και έγιναν και αρκετοί καινούργιοι. Οι νεκροί τώρα εμειώθησαν κατά το ήμισυ.

Διαπιστώθηκε, ότι σε όλες τις Χώρες δύο είδη Οδηγών χειρίζονται τα οχήματά τους επικινδυνότερα από τους άλλους. Οι πιο επικίνδυνοι είναι νεοκάτοχοι Αδείας Οδηγήσεως Τροχαίων Οχημάτων και έπονται οι μεγάλης ηλικίας οδηγοί. Στατιστικά στοιχεία και προτάσεις Θα γνωστοποιηθούν.

Άρθρα& Απόψεις

Η εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη της οδήγησης
υπό την επίδραση οινοπνεύματος.
Δογματικά και δικαιοπολιτικά προβλήματα αιτιώδους συνδέσμου

Γεώργιος Δ.Τριανταφυλλάκης
Αναπληρωτής Καθηγητής Νομικής Σχολής Δ.Π.Θ 


Α. Το δικαιοπολιτικό πλαίσιο

Αλλάζει άρδην το ισχύον καθεστώς όσον αφορά την πρόκληση τροχαίου ατυχήματος υπό την επήρεια αλκοόλ. Οδηγοί που έχουν καταναλώσει ακόμη και σχετικώς μικρή ποσότητα οινοπνεύματος με αποτέλεσμα να μην επηρεάζεται η οδηγητική τους ικανότητα, κινδυνεύουν να στερηθούν του δικαιώματος της ασφαλιστικής καλύψεως, ανεξάρτητα μάλιστα από το εάν η κατανάλωση του οινοπνεύματος συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος. Τούτο προβλέπεται σε Σχ.Νόμου τροποποίησης του Ν. 489/76 για τις αποζημιώσεις από τροχαία ατυχήματα (άρθρο 6 παρ. 1γ, σύμφωνα με το οποίο:
«Εξαιρούνται από την ασφαλιστική κάλυψη ζημίες που προκαλούνται:
γ)Από οδηγό που κατά το ατύχημα βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, ως αυτές ορίζονται στον ΚΟΚ και ανεξαρτήτως εάν η παράβαση αυτή συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος» ).
Η διάταξη αυτή θα μπορούσε από μια πρώτη οπτική να θεωρηθεί ότι προσφέρει κοινωνική υπηρεσία στον αγώνα κατά της οδήγησης σε κατάσταση μέθης, ενός φαινομένου που αποτελεί χωρίς αμφιβολία κοινωνική μάστιγα και πρέπει να αντιμετωπισθεί δραστικά, μια και σχεδόν το 28 % των θανατηφόρων τροχαίων ατυχημάτων στη χώρα μας οφείλονται σ αυτό (βλ. Καθημερινή της 31/3/2006). Από το σημείο όμως αυτό, μέχρι τη νομοθέτηση μιας τέτοιας διάταξης, η απόσταση είναι τεράστια. Η προσεκτική εξέτασή της καταδεικνύει ανεξάρτητα μάλιστα από τον τρόπο νομοθετικής «παραγωγής» της και τα πραγματικά κίνητρα υιοθέτησής της ότι είναι όχι μόνον απρόσφορη να συμβάλλει στην επιδίωξη του στόχου αυτού, αλλά ότι είναι και ασύμβατη με το νομικό μας σύστημα, ειδικά κατά τη διατύπωσή της εκείνη, που φαίνεται να επιτρέπει τη συναγωγή αμάχητου τεκμηρίου αιτιώδους συνάφειας, μεταξύ της κατανάλωσης οινοπνεύματος και της προκληθείσας ζημίας, αποκλείοντας έτσι εκ των προτέρων κάθε δυνατότητα απόδειξης του αντιθέτου.
Το βέβαιο είναι ότι το επιλεγόμενο μέσο νομοθετικής πολιτικής, μακράν του να προσφέρει οποιαδήποτε συνδρομή στην αντιμετώπιση του κοινωνικού αυτού φαινομένου, επιτρέπει στις ασφαλιστικές εταιρίες να επικαλεστούν παράβαση του ασφαλιστικού βάρους εκ μέρους σημαντικού μέρους των πελατών τους και έτσι να μετακυλίσουν σ αυτούς τη ζημία οπό την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως, δηλ. την πρόκληση ατυχήματος, πλουτίζοντας έτσι αναίτια σε βάρος των ασφαλισμένων (ΕφΚρ.267/99 ΑρχΝ. 99, 212).
Η πολιτεία & αντί να ρίξει το βάρος στη λήψη μιας σειράς μέτρων, από τη διαπαιδαγώγηση μέχρι την επιβολή ακόμη πιο αυστηρών ποινικών και διοικητικών κυρώσεων, εντατικοποιώντας παράλληλα το διευρυμένο έλεγχο, έτσι ώστε όλοι οι οδηγοί να περάσουν εντός π.χ. μιας 3ετίας από αλκοτέστ, διαμορφώνοντας έτσι συνείδηση της κοινωνικής απαξίας και του εγκληματικώς ανεύθυνου χαρακτήρα της πράξης - επιλέγει να επέμβει λαμβάνοντας μέτρα σε ένα χώρο ιδιωτικού δικαίου, που αφορά στην αστική αποκατάσταση ζημιών. Είναι όμως προφανές ότι ο χώρος αυτός ήκιστα προσφέρεται για τη λήψη μέτρων γενικής πρόληψης. Άλλοι είναι οι προνομιακοί χώροι που προσφέρονται θεσμικά για την πρόληψη και καταστολή του φαινομένου. Άλλωστε, ποιος μπορεί σοβαρά να ισχυριστεί, ότι ο ασυνείδητος οδηγός που δεν αποτρέπεται από τον κίνδυνο σοβαρού ατυχήματος και τις επαπειλούμενες ποινικές και διοικητικές κυρώσεις, θα συμμορφωθεί σταθμίζοντας τον κίνδυνο να εξαιρεθεί από την ασφαλιστική κάλυψη;
Ενόψει των ανωτέρω διερωτάται κανείς, ποιος ο λόγος της σπουδής για κανονιστική ρύθμιση ενός ασφαλιστικού βάρους που ούτως ή άλλως αποτελεί από χρόνια γενικό όρο ασφάλισης (γοασφ);



Β. Ο ρόλος των γοασφ

Είναι σαφές ότι οι γοασφ & παρά το συνήθως προβαλλόμενο ιδεολογικό περικάλυμμά τους ως δικαιοπρακτικών εργαλείων τυποποίησης και επομένως εξορθολογισμού των συναλλακτικών σχέσεων & λειτουργούν στην πραγματικότητα, ως μέσα υπαγόρευσης στους ασφαλισμένους των όρων της σύμβασης (lex contractus) που επιθυμεί η ασφαλιστική εταιρία, παραμερίζοντας έτσι συχνά τις ενδοτικού δικαίου ρυθμίσεις του ΑΚ, του οποίου η σημασία μειώνεται, υπέρ ενός (αναδειχθέντος) αυτόνομου κλάδου δικαίου. 
Ο κλάδος αυτός, που τείνει να εξυπηρετεί τα συμφέροντα των εταιριών, άρχισε να σχηματίζεται στο πρώτο στάδιο της δημιουργίας του ως ένα συμπίλημα της προσπάθειας αυτορρύθμισης του ασφαλιστικού κλάδου. Το ότι στα πλαίσια της αυτορρύθμισης αυτής εναρμονίστηκε η ανταγωνιστική συμπεριφορά των ασφαλιστικών εταιριών σε μια κρίσιμη παράμετρό της, της επιδίωξης δηλ. προσέλκυσης πελατών με την προσφορά ελκυστικότερων συναλλακτικών όρων, φαίνεται ότι διέφυγε της προσοχής των ιθυνόντων. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι περισσότεροι κρίσιμοι όροι συναλλαγών είναι απολύτως εναρμονισμένοι έως ταυτόσημοι ακόμη και στη γενική διατύπωσή τους, έτσι ώστε να διαμορφωθεί ένας αυτόνομος κλάδος δικαίου που συμπυκνώνει και την εμπειρία (νομολογιακή κλπ) από την εφαρμογή των συναλλακτικών όρων, και επιχειρεί την περαιτέρω τυποποίηση και παγίωσή τους. Το τελευταίο επιτυγχάνεται και με την κανονιστική de lege lata κατοχύρωσή τους έτσι ώστε να καταστούν απρόσβλητοι, αρχικά από την επίκληση των γενικών ρητρών 200, 288, 281 ΑΚ, στη συνέχεια από το νόμο για την προστασία του καταναλωτή (Ν. 2251/94). 
Οι ασφαλιστικές εταιρίες δεν αρκέστηκαν στην θεσμική τους υπεροπλία με τη θέση γενικών όρων συναλλαγών των συμβαλλόμενων μαζί τους, αλλά προχώρησαν στην περαιτέρω θωράκισή των συμφερόντων τους, ωθώντας την Πολιτεία να περιβάλλει το lex contractus τους με κανονιστική ισχύ. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο όμως σ έναν κατ εξοχήν χώρο του ιδιωτικού δικαίου εισέβαλλε άκρατος «κρατικισμός» προστασίας του ενός μέρους (κατά σύμπτωση του ισχυρότερου), σε βάρος όχι μόνο του αδύνατου μέρους, αλλά και της ίδιας της βασικής αρχής του δικαίου των συμβάσεών μας, που είναι η αρχή της αυτονομίας και της ελεύθερης διαπραγμάτευσης. Η αρχή αυτή ετέθη πλήρως εκποδών, τόσο λόγω της «καρτελλικού» χαρακτήρα ομοιομορφίας των ασφαλιστικών όρων, όσο και λόγω της κανονιστικής εν τέλει επιβολής τους.
Έτσι λοιπόν συναντά κανείς ευρύτατα όρους σε ασφαλιστικές συμβάσεις με τους οποίους εξαιρούνται π.χ. από την ασφαλιστική κάλυψη ζημίες που προξενούνται καθ&ον χρόνο ο οδηγός του αυτοκινήτου ετέλει υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή χρησιμοποιούσε το αυτοκίνητο για άλλο σκοπό από αυτόν που καθορίζετο στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Όροι τέτοιας μορφής υφίστανται στα ασφαλιστήρια ήδη προ πολλού, η δε νομολογία, παρά την ενίοτε κυμαινόμενη στάση της, δεν έχει κατορθώσει να υπερβεί την τυπολογική προδιάθεσή της, να θεωρεί ότι όλοι οι περιεχόμενοι στο ασφαλιστήριο γενικοί και ειδικοί όροι δεσμεύουν τους ασφαλισμένους, ως έχοντες συμβατικό υπόβαθρο , και όταν ακόμη δεν τους επισημάνθηκαν (τα περίφημα μικρά γράμματα στην οπίσθια σελίδα της σύμβασης) ή ακόμη και αν δεν υπέγραψαν το ασφαλιστήριο. Αρκεί ότι προκύπτει ότι «τους αποδέχθηκαν», πράγμα που «τεκμηριώνεται», κατά τη νομολογιακή αυτή άποψη από το γεγονός της παραλαβής του ασφαλιστηρίου και της επίκλησής του γενικώς, οπότε θεωρείται ότι αποδέχθηκαν σιωπηρώς όλους τους όρους, και αυτούς ακόμη της εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη (βλ. ΑΠ 826/2005 ΧρΙΔ 2005, 1001 επ.).
Εν όψει όμως των ανωτέρω τίθεται σοβαρό ζήτημα τόσο νόμιμης ένταξης των ρητρών εξαίρεσης στην ασφαλιστική σύμβαση (άρθρο 2 §1 και 5 Ν. 2251/1994), κυρίως για τους ασφαλισμένους εκείνους που δεν είναι επαγγελματίες, όσο και καταχρηστικότητας, ενόψει της ανατροπής της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ των συμβαλλομένων σε βάρος του ασφαλισμένου - καταναλωτή (παρ. 6 και 7 άρθρου 2 Ν. 215/94). Η δικαιοπολιτική αυτή παράμετρος δεν φαίνεται να έχει απασχολήσει το ανώτατο δικαστήριό μας, σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα (βλ. όμως ήδη την ΑΠ 11/2006 που περιορίζει την ευχέρεια των ασφαλιστικών εταιριών να επιβάλλουν καταχρηστικούς όρους στα ασφαλιστήρια συμβόλαια, απλώνοντας έτσι δίχτυ προστασίας στους ασφαλισμένους που πληρώνουν σημαντικά ποσά για την κάλυψη κινδύνων. Η συγκεκριμένη απόφαση αφορούσε ασφάλιση κινδύνου πυρκαγιάς, Καθημερινή της 17.8.2006).
Επισημαίνεται ότι ο Ν. 2251/1994, τόσο ως ειδικός νόμος που αφορά τον καταναλωτή , όσο και ως μεταφορά της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ επικρατεί κάθε αντίθετης εθνικής διάταξης (εν προκειμένω είτε του Ν. 489/76, είτε του ΑσφΝ 2496/77). 
Πιο συγκεκριμένα κατά το άρθρο 3 παρ. 1 της ανωτέρω Οδηγίας θεωρείται καταχρηστικός όρος σύμβασης που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης , όταν παρά την απαίτηση της καλής πίστης, δημιουργεί εις βάρος των καταναλωτών σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, κατά δε την §2 του ίδιου άρθρου θεωρείται πάντοτε ότι μία ρήτρα δεν αποτελεί αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, όταν έχει συνταχθεί εκ των προτέρων και ο καταναλωτής εκ των πραγμάτων δεν μπορούσε να επηρεάσει το περιεχόμενό της (τούτο συμβαίνει ιδίως στα πλαίσια μιας συμβάσεως προσχώρησης, όπως είναι η σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης. Το να γίνεται λόγος περί δυνατότητας διαπραγμάτευσης σε τέτοιες περιπτώσεις είναι κωμικό, μια και ο ασφαλισμένος ούτε το περιεχόμενο τεχνικών όρων κατανοεί, που μπορεί να κρύβουν παγίδες ούτε από την άλλη πλευρά έχει καμιά δυνατότητα να επέμβει στο περιεχόμενό τους, μια και επικρατεί η αρχή take it or leave it. Το όλο περιβάλλον συσκότισης επιτείνεται μάλιστα από την παρέμβαση ασφαλιστικών πρακτόρων κλπ, οι οποίοι προκειμένου να πετύχουν τη σύναψη μεγάλου αριθμού συμβολαίων, εξωραϊζουν την κατάσταση, αποσιωπώντας κρίσιμους όρους με επικίνδυνα για τα δικαιώματα των πελατών τους χαρακτήρα, προκειμένου έτσι να κάμψουν ενδεχομένως τις αναστολές των τελευταίων. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να παρακολουθήσει κανείς την νομολογιακή στάση, αν εγένετο τεκμηριωμένη επίκλησή των ανωτέρω διατάξεων.
Σε κάθε όμως περίπτωση επισημαίνεται ότι πρέπει να μπει φραγμός στην τάση των ασφαλιστικών εταιριών να «βαπτίζουν» παραβάσεις του ΚΟΚ, που έχουν καθαρό ποινικό ή διοικητικό χαρακτήρα, σε όρους εξαίρεσης και απαλλαγής από την ασφαλιστική κάλυψη. Με την τακτική αυτή, όχι μόνο η οδήγηση υπό την επίδραση αλκοόλ, αλλά και η χρήση κινητού (που κατά τα τελευταία στοιχεία ευθύνεται κατά 50% στην πρόκληση ατυχημάτων, βλ. Καθημερινή της 17.8.2006), η υπέρβαση ταχύτητας, δεύτερη βασική αιτία πρόκλησης θανατηφόρων ατυχημάτων, η παραβίαση του ερυθρού σηματοδότη, ή του STOP, θα μπορούσαν να αποτελέσουν λόγο εξαίρεσης. Λίγο πολύ ό,τι είναι παράνομο κατά τον ΚΟΚ, θα μπορούσε να αποτελεί λόγο απαλλαγής. 
Έτσι όμως τι θα απέμενε τελικώς από την ασφαλιστική κάλυψη; Δεν θα ματαιούτο ο σκοπός της ασφάλισης;


Γ. Ο εξοβελισμός του αιτιώδους συνδέσμου

Ως γνωστόν προϋπόθεση (τρίτη κατά σειρά) για τη γένεση αστικής ευθύνης στο σύστημα δικαίου μας είναι η αιτιώδης συνάφεια (ή σύνδεσμος) μεταξύ του νόμιμου λόγου ευθύνης (εν προκειμένω παραβίασης ΚΟΚ κλπ) και της επελθούσης ζημίας. Η αιτιώδης συνάφεια έχει την έννοια της σχέσης αιτίου και αιτιατού μεταξύ του νόμιμου λόγου ευθύνης και του αποτελέσματος (ζημίας). Η αναγκαιότητα ύπαρξης αυτής της προϋπόθεσης είναι αυτονόητη, αποτελεί Δε ένα από τα θεμέλια του αστικού μας δικαίου.
Η σχεδιαζόμενη εισαγωγή της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1γ, με την οποία αποσυνδέεται το ζήτημα της υπαιτιότητας από τον καταλογισμό της ζημίας, και δεν εξετάζεται («ανεξαρτήτως») η συνδρομή ή μη της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του ασφαλισμένου και της επέλευσης της ζημίας, είναι σαφές ότι ανατρέπει όλη τη λογική της αστικής ευθύνης και καταφέρει καίριο πλήγμα στη δομή του αστικού δόγματός μας.
Και τούτο διότι, η συναγωγή ενός τεκμηρίου στο δίκαιό μας είναι ζήτημα οντολογικής φύσης. Η υπαγωγή ενός οντολογικού γεγονότος (οδήγηση σε κατάσταση μέθης) σε μια αξιολογική έννοια, δηλ. το αν και κατά πόσο το γεγονός αυτό συνετέλεσε στο ατύχημα, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συναγωγής τεκμηρίου, αλλά μόνο υπαγωγικής συλλογιστικής, δηλ. αξιολόγησης πραγματικών γεγονότων σε σχέση με την προσφορότητά τους να συμβάλλουν αιτιωδώς στο ζημιογόνο αποτέλεσμα. 
Αντίθετα λοιπόν προς την επιδίωξή του νομοσχεδίου, το δόγμα του δικαίου μας δεν επιτρέπει τη συναγωγή τέτοιων αμάχητων τεκμηρίων. 


Η νομολογία κράτησε στο συγκεκριμένο ζήτημα επαμφοτερίζουσα στάση. Ενώ μέχρι το 2000 περίπου φαίνεται να απέδιδε σημασία στο ποσοστό του ανιχνευόμενου αλκοόλ στο αίμα του οδηγού, και αναζητούσε τη συνδρομή αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της επίδρασης της αλκόολης, έκτοτε φαίνεται να έχει αποκρυσταλλώσει τη θέση ότι για τον αποκλεισμό της ευθύνης του ασφαλιστή δεν απαιτείται η συνδρομή αιτιώδους συνάφειας με το αποτέλεσμα (ακόμη και αν το ευρεθέν ποσοστό είναι λίγο πάνω από το όριο που ορίζει ο ΚΟΚ, βλ. άρθρο 42).
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ΑΠ (1234/2005, ΝοΒ 2006, σ. 211 επ., προς την κατεύθυνση αυτή, και 354/2005) αποφάνθηκε ότι «η ανίχνευση στον οργανισμό του οδηγού οινοπνεύματος σε ποσοστό που υπερβαίνει τα 0,5ν γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν 0,59) αποτελεί …….πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη, ότι ο οδηγός αυτός βρίσκεται σε κατάσταση μέθης και είναι απολύτως ανίκανος προς οδήγηση» και επομένως η κατάστασή του αυτή τελούσε σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα (βλ. όμως εξέταση του αιτιώδους συνδέσμου και άρνηση της στοιχειοθέτησης του στις αποφάσεις ανωτέρων δικαστηρίων ουσίας. Ενδεικτικά ΕφΘεσ 824/2006). Σημειώνεται ότι στη Γερμανία (βλ. κατωτέρω) το όριο είναι 1,1 ο/οο. 
Η αυστηροποίηση αυτή είναι αποτέλεσμα αφενός μεν του διάχυτου φόβου ότι η εξέταση της συνδρομής αιτιώδους συνδέσμου θα οδηγούσε σε ατέρμονες δικαστικούς αγώνες και ανασφάλεια δικαίου, αφετέρου δε της πεποίθησης ότι η οδήγηση υπό την επίδραση οινοπνεύματος περικλείει από τη φύση του τον κίνδυνο πρόκλησης ατυχήματος.
Στη διαμόρφωση της νομολογιακής αυτής γραμμής συνέτεινε και η ισχυρή νομική επιχειρηματολογία επιφανούς εκπροσώπου της τρίτης εξουσίας, ο οποίος ερμηνεύοντας τις περιπτώσεις ασφαλιστικών βαρών που περιλαμβάνονται στις ασφαλιστικές συμβάσεις δυνάμει του άρθρου 25 Υπ.Αποφ Κ4, καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι μόνο σε μία περίπτωση (αυτής της περίπτωσης 11 του άρθρου 25 της ΥΑ Κ4, της μεταφοράς δηλ. φορτίων ή επιβατών πέρα από το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο), εξάρτησε ο νομοθέτης ρητά τον αποκλεισμό ευθύνης του ασφαλιστή από τη συνδρομή ή μη της αιτιώδους συνάφειας. Το γεγονός δε ότι, σε όλες τις άλλες περιπτώσεις ασφαλιστικών βαρών (συμπεριλαμβανομένου και αυτής της μέθης), δεν περιέχει ο νόμος αναφορά στην αιτιώδη συνάφεια, αποτελεί στοιχείο για την αναγωγή επιχειρήματος a contrario, ότι σ αυτές τις περιπτώσεις δεν πρέπει να ερευνάται ο αιτιώδης σύνδεσμος, γιατί ενέχουν τον τυπικό κίνδυνο προκλήσεως ατυχήματος σε τρίτο πρόσωπο (Κρητικός, Αποζημίωση από Τροχαία Αυτοκινητικά Ατυχήματα, 1998, σ. 1835, βλ. ακόμη αναλυτικά με κριτική της θέσης αυτής Μ.Καράση, ΧρΙΔ 2004, σ. 851 επ.).
Η άποψη αυτή έχει ως αφετηρία ένα καθαρώς γραμματικής ερμηνείας επιχείρημα και επιπλέον ένα επιχείρημα λογικής τάξης, ειδικά για την περίπτωση της μέθης, ότι η εμπλοκή σε τροχαίο ατύχημα υπό την επήρεια οινοπνεύματος δημιουργεί την κατ αρχήν εντύπωση της λίγο ως πολύ υπαιτιότητας. Όμως τόσο το εμπειρικό αυτό επιχείρημα, όσο και το άλλο καθαρώς γραμματικής ερμηνείας (επιχείρημα εξ αντιδιαστολής προς την περίπ11 άρθρου 25 της ΥΑ Κ4), δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να οδηγήσουν στην κατάλυση ενός εκ των πυλώνων της αστικής ευθύνης στο δίκαιό μας. 
Εξάλλου δεν είναι καθόλου δύσκολο να σκεφθεί κανείς περιπτώσεις στις οποίες για το ατύχημα δεν είναι υπεύθυνη η κατανάλωση αλκοόλ, αλλά άλλοι παράγοντες, κατά κύριο δε λόγο είτε η αμελής οδήγηση (εν μέρει ή πλήρως) του(ων) άλλου(ων) εμπλεκόμενων οδηγών, ή εξωγενείς προς τους οδηγούς παράγοντες (π.χ. κατάσταση οδοστρώματος, μηχανικής βλάβης). Σ αυτές τις περιπτώσεις, που δεν είναι δυνητικά λίγες ούτε οριακές (αρκεί να σκεφθεί κανείς την πληθώρα ατυχημάτων που οφείλονται στην υπερβολική ταχύτητα, ή της λόγω χρήσης κινητού τηλεφώνου εκ μέρους του «νηφάλιου» οδηγού, ή που συμβαίνουν σε διασταυρώσεις, με παραβίαση του ερυθρού σηματοδότη κλπ) αποτελεί αφόρητη διακριτική μεταχείριση για τον οδηγό που επέδειξε επιμελέστερη (ή την ίδια) συμπεριφορά σε σχέση με τους άλλους εμπλεκόμενους στο ατύχημα να αντιμετωπίζει την αναγωγική αξίωση του ασφαλιστή του, επειδή διαπιστώθηκε π.χ. ότι είχε υπερβεί το όριο του 0,50 ο/οο, παρότι μάλιστα η υπ αυτού χρήση οινοπνεύματος δεν αποδείχτηκε ότι επέδρασε στην οδηγητική του ικανότητα και άρα ούτε στην πρόκληση του ατυχήματος. 
Η μετακύλιση της ζημίας σ αυτήν είναι όχι μόνο δογματικά & λόγω του εξοβελισμού της αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα στην παράβαση του ασφαλιστηρίου βάρους της μη χρήσης οινοπνεύματος και της ζημίας & αλλά και δικαιοπολιτικά απαράδεκτη.
Η εμμονή στην ισχύ του απαλλακτικού αυτού όρου στις ασφαλιστικές συμβάσεις, τον καθιστά χωρίς άλλο καταχρηστικό κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 6 Ν. 2251/94 και επομένως ανίσχυρο , δεδομένου ότι επιρρίπτει τη ζημία αδικαιολόγητα στον καταναλωτή-ασφαλισμένο, διαταράσσοντας έτσι υπερμέτρως την επιβαλλόμενη από το νόμο ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ των συμβαλλομένων. 
Αντίθετα, θα υφίσταται αποχρών λόγος εξαίρεσης μόνο αν η επίδραση του οινοπνεύματος στον οργανισμό του οδηγού, ήταν τέτοια, που να επηρέασε πράγματι την οδηγητική του ικανότητα. Για το πότε συμβαίνει αυτό, έχουν αναπτυχθεί τυπολογικά κριτήρια σε άλλες έννομες τάξεις (βλ. κατωτέρω) που συνδράμουν αποτελεσματικά και με σχετική ευχέρεια στην κρίση αυτή. Σε κάθε όμως περίπτωση δεν αποτελεί η δυσχέρεια απόδειξης δικαιοπολιτικά παραδεκτή δικαιολογία, προκειμένου να απεμποληθεί η αρχή της αιτιώδους συνάφειας και να επιβληθούν οι ενίοτε εξαντλητικές οικονομικές συνέπειες σε βάρος του οδηγού, που προέβη σε ήπια χρήση οινοπνευματωδών ποτών χωρίς όμως να απολέσει την οδηγητική του ικανότητα, και ενεπλάκη στη συνέχεια σε ατύχημα οφειλόμενο σε άλλους παράγοντες (και όχι αναγκαία στη χρήση οινοπνεύματος).
Από τα ανωτέρω συνάγεται το συμπέρασμα ότι ο παραμερισμός ουσιωδών δικαιωμάτων του καταναλωτή-ασφαλισμένου που είναι συνυφασμένα με τη φύση της συγκεκριμένης σύμβασης, θέτει σε κίνδυνο την πραγμάτωση του σκοπού της ίδιας της ασφαλιστικής σύμβασης, της οποίας ο σκοπός τελικά ματαιούται, όταν εισάγονται ρυθμίσεις που διευρύνουν την ευθύνη του καταναλωτή-ασφαλισμένου κατά τρόπο που αποκλίνει από τους κανόνες του ενδοτικού δικαίου (άρθρο 2§6 Ν. 2251/94).
Η προφανής επομένως καταχρηστικότητα ενός τέτοιου όρου στην ασφάλιση, είναι βέβαιο ότι δεν θα αφήνει αλώβητη και την νομοθετική διάταξη που επιχειρεί να επικυρώσει κανονιστικά την συναγωγή αμάχητου τεκμηρίου αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της χρήσης οινοπνεύματος και της ζημίας, αποκλείοντας έτσι κάθε δυνατότητα απόδειξης του αντιθέτου.
Πιο συγκεκριμένα, η διάταξη αυτή θα αντιβαίνει όχι μόνο προς τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 §1 Σ), αλλά και προς τις αρχές και τις διατάξεις της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ (βλ. ανωτέρω) που αποτελεί κοινοτικό κανόνα υπερισχύοντα οποιασδήποτε εθνικής διάταξης. Εξάλλου είναι χαρακτηριστικό ότι η χρήση ενός τέτοιου είδους αμάχητου ή μη τεκμηρίου δεν προβλέπεται ούτε στις Οδηγίες 72/166/ΕΟΚ, 72/430/ΕΟΚ και 84/15/ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σε σχέση με την ασφάλιση αστικής ευθύνης, που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων. Ειδικώς μάλιστα στην τελευταία Οδηγία (84/115/ΕΟΚ), δεν αναφέρεται καν η χρήση οινοπνεύματος ως όρος αποκλεισμού ασφάλισης για τις μεταξύ των μερών σχέσεις (περιεχόμενος, είτε σε σύμβαση είτε σε διάταξη νόμου).


Δ. Η εμπειρία από μια συγγενή έννομη τάξη

Η γνωστή για την εμβρίθεια και δογματική της αρτιότητα γερμανική έννομη τάξη, η οποία αποτέλεσε τη «μήτρα» του αστικού μας δικαίου, μπορεί να προσφέρει πολύτιμη βοήθεια, από την άποψη συγκριτικών παρατηρήσεων, σε σχέση με την ακολουθητέα de lege ferenda νομοθετική πολιτική, αλλά και την εφαρμοστέα de lege lata ερμηνεία των υφιστάμενων ρυθμίσεων.
Κατ’ αρχήν αποτελεί βασικό αξίωμα του ασφαλιστικού δικαίου της χώρας αυτής, ότι η παράβαση εκ μέρους του ασφαλισμένου ενός ασφαλιστικού «βάρους» - που έχει τεθεί από την ασφαλιστική προς το σκοπό της μείωσης του ασφαλιστικού κινδύνου ή της προφύλαξης από την αύξησή του – δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο επικλήσεως από τον ασφαλιστή προκειμένου αυτός να απαλλαγεί, αν η παράβαση αυτή δεν άσκησε επιρροή στην επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως ή στην έκταση της οφειλόμενης απ’ αυτόν παροχής (βλ. §6 του VVG ekd. 2.12.2004 «Ist eine Obliegenheit verletzt, die von dem Versicherungsnehmer zum Zwec der Verminderung der Gefahr oder der Verhuetung einer Gefahrerhoehung dem Versicherer gegenueber zu erfuellen ist, so kann sich der Versicherer auf die vereinbarte Leistungsfreiheit nicht berufen, wenn die Verletzung keinen Einfluss auf den Eintritt des Versicherungsfalls oder den Umfang der ihm obliegenden Leistung gehabt hat»).
Η ανωτέρω θεμελιώδης αρχή βρίσκει πεδίο εφαρμογής κυρίως στις περιπτώσεις οδήγησης σε κατάσταση μέθης, συμπεριφορά που μπορεί να χαρακτηρισθεί ως βαριά αμελής (ρήτρα μέθης - (Trunkenheitsklausel) και να οδηγήσει σε απαλλαγή του ασφαλιστή (§12 AKB, ΓΟΣ δηλ. για την ασφάλιση αυτοκινήτων).
Αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ρήτρας μέθης, είναι η απόδειξη της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της επίδρασης του οινοπνεύματος και της ασφαλούς οδήγησης. Τούτο μάλιστα προβλέπεται ρητά, « συνεπεία κατανάλωσης αλκοολούχων ποτών ή άλλων ναρκωτικών μέσων δεν είναι σε θέση να οδηγήσει με ασφάλεια το αυτοκίνητο» («infolge Genusses alkoholischer Getraenke oder anderer berauscheuder Mittel nicht in der Lage ist, das Fahrzeug sicher zu fahren», §5Abs1 Nr 5 KfzPflW).
Ο οδηγός θεωρείται ότι δεν είναι σε θέση να οδηγήσει με ασφάλεια όταν παρατηρείται έκπτωση της ψυχικής και σωματικής ικανότητας σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην μπορεί να αντιδράσει με ασφάλεια σε περίπτωση αιφνίδιας εμφάνισης δυσχερών καταστάσεων (bei ploetzlichen Auftreten schwieriger Verkehrslagen, βλ. StGB §316 και τις νομολογιακές παραπομπές στην Jagusch/Hentschel, Strassenverkehrsrecht).
Το κρίσιμο ερώτημα για το πώς διαπιστώνεται η επίδραση του οινοπνεύματος στην επικίνδυνη οδήγηση η γερμανική νομολογία έχει επεξεργαστεί κριτήρια (ιδίως κατά την εφαρμογή της ποινικής διατάξεως §316 StGB) τα οποία εφαρμόζονται στο ασφαλιστικό δίκαιο της χώρας αυτής με μεγάλη επιτυχία.
Έτσι λοιπόν διακρίνεται (βλ. σχετικά τις εξαιρετικά σημαντικές αποφάσεις BGH της 28.6.1990, NJW 1990, σ. 2393 επ., της 9.10.1991 VersR 1991, σ. 1367 επ. και της 7.4.1994, 4 Str 130/94) :
1. Η σχετική ανικανότητα προς οδήγηση , η οποία υφίσταται όταν το ποσοστό του οινοπνεύματος είναι κάτω από 1,1%ο. Για την απόδειξη της αιτιώδους συνάφειας επικίνδυνης οδήγησης και λήψης οινοπνεύματος απαιτείται η συνδρομή περαιτέρω ενδείξεων (όπως ανάπτυξη μεγάλης ταχύτητας σε συνθήκες σκότους και κακών καιρικών συνθηκών, βλ. LG Kiel VersR 1983, σ. 123), εκτροπή αυτοκινήτου σε γνωστή στον οδηγό στροφή (OLG Celle VersR 1989, σ. 179), πρόσκρουση επί σταθμευμένων αυτοκινήτων ή επί αυτοκινήτων σταθμευμένων στο φανάρι, ανάπτυξη μεγάλης ταχύτητας σε διαδρομή γεμάτη στροφές, παράτολμα και επικίνδυνα προσπεράσματα, αναστροφή επί της οδού, παραβίαση προτεραιότητας κλπ. Είναι σαφές λοιπόν ότι για την κατάφαση του αιτιώδους συνδέσμου απαιτείται στην κατηγορία αυτή η συνδρομή και άλλων ενδείξεων που να πείθουν ότι η αλκοόλη είχε επίδραση στην οδηγητική ικανότητα του ασφαλισμένου οδηγού και επομένως περαιτέρω στην πρόκληση του ατυχήματος (βλ. χαρακτηριστικά την παγιωμένη πλέον κρίση των δικαστηρίων, ενδεικτικά OLG Koblenz της 20.4.2001, «Bei einem Alkoholgehalt von weniger als 1,1 promille entfaellt der Versicherungsschutz nur dann, wenn weiter Anzeichen fuer eine alkoholbedingte Fahruntuechtigkeit vorliegen. Ergeben sich diese nicht aus sonstigen Ausfallerscheinungen, muessen Fahrfehler festgestellt werden, die typischerweise auf Alkoholgenuss zurueckzufahren sind. Ein typisch alkoholbedingter Fahrfehler kann angenommen werden, wenn der Fahrer in einer einfachen Verkehrssituation von der Fahrbahn abkommt, ohne dass eine Behinderung durch Gegenverkehr oder sonstige Umstaende ernsthaft in Frage kommt»).


2. Η απόλυτη ανικανότητα προς οδήγηση , που υφίσταται όταν ο οδηγός έχει υπερβεί το ανώτατο όριο του 1,1 %ο (βλ. ανωτέρω από 28.6.1990 απόφαση του BGH). Η γερμανική νομολογία, κάνοντας χρήση των πορισμάτων της ιατρικής επιστήμης, αποφαίνεται ότι άνω του ορίου αυτού οι επιπτώσεις της αλκοόλης στον οργανισμό κάθε οδηγού, είναι τόσο σοβαρές (σύγχυση, διαταραχές στην ομιλία και το βάδισμα), ώστε δεν υπάρχει χρεία άλλων ενδείξεων. Ο οδηγός δεν θα μπορεί να επικαλεστεί ούτε τη αυξημένη αντοχή του στο ποτό, ούτε τη δεξιοτεχνία του στην οδήγηση, προκειμένου να αποφύγει τη λειτουργία του τεκμηρίου σε βάρος του.
Με βάση την ανωτέρω διάκριση ο ασφαλιστής, όταν στρέφεται κατά του ασφαλισμένου του επικαλούμενος παράβαση του ασφαλιστικού βάρους της μέθης, είναι σε θέση να αποδείξει με ευχέρεια την ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου, όταν το ποσοστό της ανιχνευθείσας αλκοόλης υπερβαίνει το όριο του 1,1 ο/οο που έχει καθορισθεί όπως προαναφέρθηκε νομολογιακά. Κάτω του ορίου αυτού (σχετική ανικανότητα), σημαντική βοήθεια προσφέρει η περιπτωσιολογική τυποποίηση (βλ. ανωτέρω) που έχει και αυτή διαπλασθεί νομολογιακά.


Ε. Συμπέρασμα

Είναι ευκταίο παρόμοια διαβάθμιση παρόμοια με αυτή που έχει αποκρυσταλλωθεί στο γερμανικό δίκαιο, να ισχύσει και στη δική μας έννομη τάξη (διαπλαθόμενη κατά προτίμηση νομολογιακά) στα όρια που ήδη κινείται η νομολογία 0-50 ο/οο, 0,50-0,80, και 0,80 και άνω, έτσι ώστε να μην καταλυθεί η θεμελιώδης αρχή του Δικαίου μας περί αιτιώδους συνάφειας, ως προσδιοριστικού παράγοντα ευθύνης, και ταυτόχρονα να ικανοποιηθεί η ανάγκη απόδοσης ουσιαστικής δικαιοσύνης, σ έναν τομέα όπου από τη μια στιγμή στην άλλη επαπειλείται η οικονομική καταστροφή των εμπλεκόμενων οδηγών.
Είναι εξαιρετικά ελπιδοφόρο ότι προς την κατεύθυνση αυτή, έστω και όχι κατ& απολύτως ευθύγραμμο τρόπο ως προς κάποιες επιμέρους παραδοχές της, φαίνεται να κινείται εκ νέου η νομολογία μας (βλ. ΑΠ 567/2006, Πρόεδρος Αθ.Κρητικός, ΕπΣυγκΔ 2006, σ. 332 επ.) κρίνοντας γενικά ότι «μόνη η παραβίαση των διατάξεων τούτου (ενν. ΚΟΚ) από τους οδηγούς δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικών ατυχημάτων. Αποτελεί απλώς στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του επελθόντος αποτελέσματος» (με παραπομπή και στην ΑΠ 464/2003).
Ειδικώς ως προς την απαλλακτική ρήτρα της μέθης, η ανωτέρω απόφαση κρίνει μεν ότι θεωρείται ως επαρκής η παραπομπή και απλή αναφορά του ΦΕΚ, από το οποίο μπορεί να γνωρίσει το περιεχόμενό της ο ασφαλισμένος…., ο οποίος δεν είναι απαραίτητο να έχει υπογράψει το ασφαλιστήριο…., στη συνέχεια όμως δέχεται η ανωτέρω απόφαση ότι η τοξικολογική έκθεση για τη διαπίστωση μέθης εκτιμάται στην αστική δίκη ως δικαστικό τεκμήριο και ακολούθως επικυρώνει την αναιρεσιβαλλόμενη εφετειακή απόφαση η οποία με παραπομπή στη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 5 ΚΟΚ, (όπως τροποποιήθηκε με την 1330φ 705.11/4ξθ της 15-2/1-4-1985), δέχτηκε ότι «η μέγιστη επιτρεπόμενη συγκέντρωση οινοπνεύματος στο αίμα πέραν της οποίας το άτομο υπέχει ευθύνη, είναι το 0,50 ο/οο και ότι μέχρι 0,80 ο/οο απαγγέλλεται κατηγορία, εφόσον και από άλλες συμπτώσεις (κατάστασης και τρόπος οδήγησης κλπ), εξάγονται συμπεράσματα υπάρξεως πλήρους μέθης, από δε του 0,80 ο/οο, και άνω υφίσταται πλήρης απόδειξη».

Αμφισβήτηση οφειλών προς το Δήμο Πατρέων
από κλήσεις για παράνομη στάθμευση

Γενικές Προτάσεις 
της Ανεξάρτητης Αρχής Συνήγορος του Πολίτη 
Σελ. 322

Σελίδα 7 από 7

ΕΛΕΝΗ ΜΕ ΠΛΑΓΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ newsletters prev1

legal bank

Newsletter

ΚΑΛΑΘΙ ΑΓΟΡΩΝ

Το καλάθι σας είναι άδειο.