210 9824002 | 6977 000 500 | Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.   |

Αλβανός υπήκοος δεν δύναται να οδηγεί στην Ελλάδα αυτοκίνητο χωρίς ισχύουσα ελληνική άδεια

Άδειες Ικανότητας Οδήγησης Ξένου Κράτους

Προϋποθέσεις Ισχύος

 

  Η οδήγηση στην Ελλάδα επιτρέπεται κατ΄άρθρ. 94 παρ.4 του ΚΟΚ

   α)  στους κατόχους άδειας οδήγησης, ανάλογης κατηγορίας ή υποκατηγορίας, η οποία έχει εκδοθεί από Κράτος - Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.), εφόσον δεν είναι κάτω των 18 ετών,

  β) στους κατόχους ισχύοντος διεθνούς πιστοποιητικού πορείας (διεθνούς άδειας), το οποίο έχει εκδοθεί από άλλα κράτη (εκτός Ελλάδας) και

  γ) στους κατόχους ισχύουσας άδειας οδήγησης, η οποία έχει εκδοθεί από κράτη, εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τα οποία η Ελλάδα έχει συνάψει ειδική συμφωνία, η οποία έχει κυρωθεί με νόμο, καθώς και στους κατόχους ιισχύουσας άδειας οδήγησης κατά τα οριζόμενα σε διεθνείς συμβάσεις ή συμφωνίες που ισχύουν στην Ελλάδα και έχουν κυρωθεί με νόμο.

 

Άδειες Ικανότητας Οδήγησης

 Αλβανών υπηκόων (1)

 

Οι διεθνείς άδειες οδήγησης, οι οποίες εκδόθηκαν από τις αλβανικές αρχές, ίσχυαν στην Ελλάδα μέχρι τις 31.7.2000. Μετά ταύτα θα μπορούσαν να ισχύουν (πό τους όρους της Σύμβασης της Βιέννης της 8ης Νοεμβρίου 1968), υπό την προϋπόθεση όμως ότι η Αλβανία θα προέβαινε σε κύρωση της Σύμβασης αυτής, πράγμα που δεν έχει συμβεί μέχρι τώρα.

 Ομοίως οι εσωτερικές άδειες οδήγησης που έχουν εκδοθεί από τις αλβανικές αρχές δεν ισχύουν στην Ελλάδα, εφόσον μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας δεν έχει συναφθεί ειδική προς τούτο συμφωνία, ούτε δε ισχύουν αυτές υπό τους όρους της ως άνω Σύμβασης, αφού, κατά τα προαναφερόμενα, η Αλβανία δεν έχει προβεί μέχρι σήμερα σε κύρωση της Σύμβασης αυτής. Συνεπώς, Αλβανός υπήκοος δεν δύναται να οδηγεί στην Ελλάδα αυτοκίνητο χωρίς να κατέχει ισχύουσα ελληνική άδεια οδήγησης της κατάλληλης κατηγορίας ή υποκατηγορίας, (άρθρ. 94  § 3 περ. α' ΚΟΚ) .

 

 

 

Εξαίρεση Ασφαλιστικής Κάλυψης

Έλλειψη της κατά νόμο άδειας ικανότητας Αλβανού υπηκόου

Παρεμπίπτουσα Αγωγή Ασφαλιστού – Δεκτή  

 

 

 Αναιρείται  κατ΄άρθρ.559 αριθμ.1 περ. α' του Κ.Πολ.Δ. Εφετειακή απόφαση, για παραβίαση διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 94 ΚΟΚ αλλά και του άρθρ. 361 ΑΚ), καθόσον δέχθηκε, αφενός μεν ότι, ο οδηγός που κατείχε αλβανική άδεια ικανότητας οδήγησης γνώριζε κατά τεκμήριο να οδηγεί, αφετέρου δε ότι, τα συμβαλλόμενα μέρη (ασφαλιστής και ασφαλισμένος, περιλαμβάνοντας τον σχετικό εκ του άρθρ.25 παρ.6 της Κ4/΄585/78 ΑΥΕ όρο εξαίρεσης ασφαλιστικής κάλυψης, αποβλέπουν κυρίως στο γεγονός αν ο οδηγός είναι ικανός να οδηγεί αυτοκίνητο της ίδιας κατηγορίας με το ασφαλισμένο και όχι στο τυπικό στοιχείο της αναγνώρισης της αλλοδαπής άδειας από την αρμόδια ελληνική αρχή. 

 Η παραβίαση του άρθρου 361 ΑΚ στην οποία εμμέσως πλην σαφώς προέβη το Εφετείο δια της γενομένης υπ' αυτού ερμηνείας του επιμάχου όρου της, κατ' άρθρα 173 και 200 ΑΚ, καθίσταται περισσότερον έντονος εκ του ότι στην ερμηνεία αυτή προέβη το Δικαστήριο εκείνο χωρίς προηγουμένως να προβεί στην διαπίστωση της ύπαρξης κενού στη σύμβαση ή αμφιβολίας σε ότι αφορά την βούληση των συμβαλλομένων σχετικά με το ενδιαφέρον στην προκειμένη περίπτωση ζήτημα.

 

 

Σώρευση ευθείας και Πλαγιαστικής Αγωγής (2)

στο αυτό δικόγραφο

προς παράκαμψη της παραγραφής κατ΄ασφαλιστού - Προϋποθέσεις

 

 

 Ο  παθών τρίτος σε αυτοκινητικό ατύχημα, σε περίπτωση παραγραφής της κατά του ασφαλιστή αξίωσής του (άρθρ. 10 § 2 Ν. 489/1976), μπορεί να ασκήσει κατ' αυτού πλαγιαστικά την από τη σύμβαση ασφάλισης αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή, εφόσον η τελευταία υπόκειται σε μεγαλύτερη παραγραφή κατά το άρθρο 195 του Ε.Ν. (ήδη άρθρο 10 Ν. 2496/1997).

 Η αξίωση αυτή του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή γεννιέται από την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, ήτοι από του χρόνου που ο παθών τρίτος θα επιδώσει στον υπόχρεο την αγωγή περί αποζημίωσης.

  Υπάρχει η δυνατότητα σώρευσης στο ίδιο δικόγραφο τόσο της ευθείας αξίωσης του ζημιωθέντος τρίτου κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση, όσο και της πλαγιαστικής αγωγής κατά του ασφαλιστή, αρκεί η επίδοση του δικογράφου της αγωγής στον ασφαλισμένο να έχει γίνει κατά το χρόνο εκδίκασης των αγωγών στο δικαστήριο.

 

 

Αναιρετική Διαδικασία

κατ΄άρθρ. 559 αρ.14 ΚΠολΔ

 

 Αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο. Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό, αυτό δηλαδή που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της.

  Το Εφετείο που δέχθηκε την πλαγιαστική αγωγή ως παραδεκτώς ασκηθείσα, (δεκτού γενομένου του σχετικού λόγου έφεσης), εφόσον είχε επιδοθεί μέχρι τη συζήτηση της αγωγής στον πρώτο εναγόμενο – οφειλέτη, δεν προέβη σε παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου και τα αντιθέτως προβαλλόμενα από το άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ., λόγο της αναίρεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

 

 

 

 

Σχόλια – Παρατηρήσεις

 

  1) Άδειες Ικανότητας Οδήγησης Αλβανών υπηκόων

  Η εμμονή στην άποψη ότι οι Αλβανοί υπήκοοι δεν δύνανται να οδηγούν στην Ελλάδα αυτοκίνητο χωρίς να κατέχουν ισχύουσα ελληνική άδεια οδήγησης της κατάλληλης κατηγορίας ή υποκατηγορίας, σύμφωνα με όσα ορίζονται στις διατάξεις του άρθρου 94 του ΚΟΚ, μπορεί να επιτάσσεται και από το μεγάλο αριθμό πλαστών αλβανικών διπλωμάτων που κατέκλεισαν την χώρα μας στο παρελθόν. Λόγω δε της μη κύρωσης της Σύμβασης της Βιέννης της 8ης Νοεμβρίου 1968 εκ μέρους της Αλβανίας, αλλά και της έλλειψης ειδικής συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας δεν καθίσταται δυνατή στη χώρα μας η ισχύς των εσωτερικών αδειών οδήγησης που εκδόθηκαν από το κράτος αυτό.

 Αντιθέτως η νομολογία μας σε άλλες περιπτώσεις έχει δεχθεί ότι, τα συμβαλλόμενα μέρη (ασφαλιστής και ασφαλισμένος, περιλαμβάνοντας τον σχετικό εκ του άρθρ.25 παρ.6 της Κ4/΄585/78 ΑΥΕ όρο εξαίρεσης ασφαλιστικής κάλυψης, αποβλέπουν κυρίως στο γεγονός αν ο οδηγός είναι ικανός να οδηγεί αυτοκίνητο της ίδιας κατηγορίας με το ασφαλισμένο και όχι στο τυπικό στοιχείο της αναγνώρισης της αλλοδαπής άδειας από την αρμόδια ελληνική αρχή. 

Βλ. ενδεικτικώς Μον.Πρ.


Πατρ. 570/2007 ΣΕΣυγκΔ 207/503, Πολ.Πρ.Θεσ. 16708/2008 ΕΣυγκΔ 2009/18.

 

 Άδεια Ικανότητας οδηγού Ξένου Κράτους (Ιράκ) - Παρεμπίπτουσα αγωγή ασφαλιστού κατά ησφαλισμένου λόγω εξαίρεσης ασφαλιστικής κάλυψης  (οδήγηση ΑΝΕΥ της κατά νόμο άδειας), Απορριπτέα. Στις περιπτώσει εμπλοκής σε τροχαίο ατύχημα οδηγών που κατέχουν ισχύουσα άδεια οδηγήσεως η οποία έχει εκδοθεί από κράτη εκτός της ΕΕ, με την οποία η Ελλάδα έχει συνάψει ειδική συμφωνία, η οποία έχει κυρωθεί με νόμο, καθώς και οι κάτοχοι ισχύουσας άδειας οδηγήσεως κατά τα οριζόμενα σε διεθνείς συμβάσεις ή συμφωνίες που έχουν κυρωθεί με νόμο και οι οποίοι δεν έχουν τη συνήθη διαμονή τους στην Ελλάδα δεν συντρέχει δεν συντρέχει περίπτωση οδηγού στερούμενου αδείας ικανότητος οδηγού.  Και τούτο γιατί τα συμβαλλόμενα μέρη διαλαμβάνοντα στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο τον διαληφθέντα κρίσιμο όρο αποβλέπουν κυρίως στο γεγονός αν ο οδηγός είναι ή όχι ικανός προς οδήγηση αυτοκινήτου της κατηγορίας του ασφαλισμένου και όχι στο αν η υπάρχουσα έχει εκδοθεί από αρμόδια Ελληνική αρχή. Αρκεί ότι είναι ισχύουσα στο κράτος, αρμόδια υπηρεσία του οποίου την εξέδωσε.   Το ίδιο ισχύει  και για την περίπτωση που από την Ελληνική νομοθεσία προβλέπεται διαδικασία αναγνώρισης αλλοδαπής άδειας, η οποία ακόμη δεν έχει τηρηθεί κατά τον χρόνο του ατυχήματος. Ενισχυτικό της άποψης αυτής επιχείρημα αντλείται και από την ίδια τη ρύθμιση του άρθρου 94 παρ. 3 και 4 Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) η οποία ενώ κατ' αρχήν απαγορεύει την οδήγηση αυτοκινήτου από τον μη εφοδιασμένο με ισχύουσα Ελληνική άδεια, εν τούτοις δεν υπάγει στην απαγόρευση αυτή τις περιπτώσεις α', β' και γ' της παρ. 4 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ). Εφ.Αθ.7217/2008 ΕΣυγκΔ 2011/116

 

2) Σώρευση Ευθείας και Πλαγιαστικής Αγωγής στο αυτό δικόγραφο

 Βλ. ομοίως και ΑΠ 35/2013 ΕΣυγκΔ 2013/312 μετά σχετικών Παρατηρήσεων όπου και συνοπτική

παρουσίαση σχετικής Αρεοπαγητικής Νομολογίας.

 

                                                                                     

Απόφ. ΑΠ 1728/2013

 

Πρόεδρος : Γεώργιος Γιαννούλης

 

Εισηγητής : Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης

 

(αναγνώσας την εισήγηση  του κωλυομένου Μιλτιάδη Σπυρόπουλου)

 

Μέλη : Γρηγόριος Κουτσόπουλος - Παναγιώτης Ρουμπής -  Δημητρούλα Υφαντή

 

Δικηγόροι : Γεώργιος Γεωργουλόπουλος - Δημήτριος Κακόγιαννο

 

 

Κείμενο Απόφ. ΑΠ 1728/2013

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

  Ι.- Από τη διάταξη του άρθρου 72 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι όταν ο οφειλέτης δεν προβαίνει σε δικαστική άσκηση των δικαιωμάτων του, ο δανειστής του μπορεί να ζητήσει δικαστική προστασία για λογαριασμό του, ασκώντας αυτός τα δικαιώματα του οφειλέτη του, εκτός από εκείνα που συνδέονται στενά με το πρόσωπό του. Το δικαίωμα το οποίο δεν ασκεί ο οφειλέτης πρέπει να είναι κεκτημένο και απαιτητό. Εξάλλου, ο παθών τρίτος σε αυτοκινητικό ατύχημα, σε περίπτωση παραγραφής της κατά του ασφαλιστή αξίωσής του (άρθρ. 10 § 2 Ν. 489/1976), μπορεί να ασκήσει κατ' αυτού πλαγιαστικά την από τη σύμβαση ασφάλισης αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή, εφόσον η τελευταία υπόκειται σε μεγαλύτερη παραγραφή κατά το άρθρο 195 του Ε.Ν. (ήδη άρθρο 10 Ν. 2496/1997). Η αξίωση αυτή του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή γεννιέται από την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, ήτοι από του χρόνου που ο παθών τρίτος θα επιδώσει στον υπόχρεο την αγωγή περί αποζημίωσης. Υπάρχει η δυνατότητα σώρευσης στο ίδιο δικόγραφο τόσο της ευθείας αξίωσης του ζημιωθέντος τρίτου κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση, όσο και της πλαγιαστικής αγωγής κατά του ασφαλιστή. Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία το χρονικό σημείο επίδοσης της αγωγής στον υπόχρεο ασφαλισμένο. Αρκεί η επίδοση του δικογράφου της αγωγής στον ασφαλισμένο να έχει γίνει κατά το χρόνο εκδίκασης των αγωγών στο δικαστήριο (ΑΠ 598/2009, ΑΠ 531/2009, ΑΠ 239/2008, ΑΠ 1535/2007, ΑΠ 398/2007).

  Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο. Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό, αυτό δηλαδή που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΑΠ 1735/2008).

 Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 § 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα :

  Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη Α. Β. με την από 13.3.2008 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 3712/2008 αγωγή της ισχυρίσθηκε ότι υπέστη τις αναφερόμενες σ' αυτήν ζημίες, εξαιτίας του περιγραφόμενου τροχαίου ατυχήματος, το οποίο προκλήθηκε από υπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου Ά. Μ. του Γ. και Α. (A. B. του G. και A.), ο οποίος δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην συνεναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, ζήτησε δε να υποχρεωθεί ο ως άνω πρώτος εναγόμενος να αποκαταστήσει τις ως άνω ζημίες της, οι οποίες ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 821.787,66 ευρώ και συνίστανται α) σε θετική ζημία, ύψους 191.250 ευρώ, β) σε αποθετική ζημία (διαφυγόντα κέρδη), ύψους 380.537,66 ευρώ και γ) σε αποζημίωση εκ του άρθρου 931 ΑΚ, ύψους 250.000 ευρώ. Παράλληλα, η ενάγουσα, στο ίδιο ως άνω δικόγραφο της άνω κύριας αγωγής της, σώρευσε και πλαγιαστική αγωγή, κατά της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, με την οποία, κατά την προσήκουσα εκτίμηση του όλου περιεχομένου της, επικαλούμενη ότι η ευθεία κατ' αυτής (ασφαλιστικής εταιρίας) από τη σύμβαση ασφάλισης αξίωσής της έχει υποκύψει στην διετή παραγραφή του άρθρου 10 § 2 του Ν. 489/1976 (βλ. 25η σελίδα αγωγής), ζήτησε όπως υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στον ασφαλισμένο της εναγόμενο, ο οποίος αδρανεί να ασκήσει τις κατ' αυτής αξιώσεις του, τα ποσά τα οποία αυτός θα υποχρεωθεί να καταβάλει, σε περίπτωση ευδοκίμησης της κύριας αγωγής. Επί των εν λόγω αγωγών (ευθείας και πλαγιαστικής) εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5189/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, κατ' αποδοχή σχετικής ένστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, απορρίφθηκε ως προώρως εγερθείσα η κατ' αυτής ασκηθείσα πλαγιαστική αγωγή, με την αιτιολογία ότι η ευθύνη του πρώτου εναγόμενου - ασφαλισμένου ενεργοποιήθηκε με την επίδοση σ' αυτόν, στις 15.4.2008, του δικογράφου της ευθείας αγωγής και δεν υπήρξε αδράνεια εκ μέρους του στην άσκηση των δικαιωμάτων του κατά του ασφαλιστή του - δεύτερης εναγόμενης, αφού μέχρι τότε (15.4.2008) δεν είχε γεννηθεί η αξίωσή του κατ' αυτού (ασφαλιστή), ενώ έγινε δεκτή, ως και μερικώς κατ' ουσία βάσιμη, για το ποσό των 43.190 ευρώ, η ευθεία κατά του πρώτου εναγόμενου αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη την από 2.12.2008 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 11281/2008 έφεση, στρεφομένη κατ' αμφοτέρων των πρωτοδίκως εναγομένων, με την οποία παραπονείτο, μεταξύ άλλων, και για την απόρριψη της πλαγιαστικής αγωγής. Περαιτέρω, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του και μετά την κατάστρωση μείζονος σκέψης, αναφορικά με την καθιερουμένη με το άρθρο 72 Κ.Πολ.Δ. πλαγιαστική αγωγή, δέχθηκε, σε σχέση με την σωρευθείσα στο ίδιο δικόγραφο πλαγιαστική αγωγή κατά της εναγόμενης - νυν αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας, τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την πλαγιαστική αγωγή για τον λόγο ότι ασκήθηκε πρόωρα, καθόσον το δικόγραφο της αγωγής, στο οποίο σωρεύτηκε και η πλαγιαστική αγωγή, επιδόθηκε στον πρώτο εναγόμενο την 15.4.2008, οπότε και ενεργοποιήθηκε η ευθύνη του τελευταίου, και έτσι δεν υπήρξε αδράνεια εκ μέρους του στην άσκηση των δικαιωμάτων του κατά του ασφαλιστή (βλ. απόφαση). Όμως έτσι που έκρινε το Δικαστήριο έσφαλε, αφού η αγωγή, σε κάθε περίπτωση, είχε επιδοθεί μέχρι τη συζήτηση της αγωγής στον πρώτο εναγόμενο - οφειλέτη, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες νομικές σκέψεις, γι' αυτό και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός λόγος της έφεσης της εκκαλούσας - ενάγουσας και να εξετασθεί η πλαγιαστική αγωγή στην ουσία της". Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε την πλαγιαστική αγωγή ως παραδεκτώς ασκηθείσα, και το οποίο στη συνέχεια α) με την αναιρετικώς ανέλεγκτη παραδοχή ότι ο ασφαλισμένος πρώτος εναγόμενος είχε αδρανήσει να ασκήσει τα δικαιώματά του από την ασφαλιστική σύμβαση κατά της δεύτερης εναγόμενης - νυν αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας και β) με την μη πληττόμενη με λόγο αναίρεσης παραδοχή ότι η πλαγιαστικώς ασκουμένη από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή υπάγεται στην μακρότερη παραγραφή του άρθρου 10 του Ν. 2496/1997, στην οποία και δεν έχει υποκύψει, και όχι σε εκείνη του άρθρου 10 § 2 του Ν. 489/1976, και το οποίο έκανε δεκτή ως και μερικώς κατ' ουσίαν βάσιμη την πλαγιαστική αγωγή, δεν προέβη σε παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου και τα αντιθέτως προβαλλόμενα με τον, κατ' εκτίμηση του όλου περιεχομένου του, δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ., λόγο της αναίρεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

 

Έλλειψη της κατά νόμο άδειας Οδήγησης – Αλβανικό Δίπλωμα

 

  ΙΙ.- Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και προς εκείνη του άρθρου 11 § 1 του Ν. 489/1976 που ορίζει ότι "ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του προσώπου που ζημιώθηκε, όταν τούτο ασκεί την κατ' άρθρο 10 παρ. 1 αξίωση, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, επιφυλασσομένου σ' αυτόν του δικαιώματος αγωγής κατά του ασφαλισμένου και του οδηγού", προκύπτει ότι μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου μπορεί έγκυρα να συμφωνηθεί, ότι αποκλείεται η κάλυψη από τον ασφαλιστή των ζημιών, που προκαλούνται από την κυκλοφορία του αυτοκινήτου, όταν τούτο οδηγείται από οδηγό, ο οποίος δεν έχει την από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος, το οποίο οδηγεί, προβλεπόμενη άδεια οδήγησης. Η συνομολόγηση του όρου αυτού απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή της υποχρέωσής του να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, παρέχει όμως στον ασφαλιστή το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο του και να ζητήσει από αυτόν, ό,τι κατέβαλε στον ζημιωθέντα τρίτο για την αποκατάσταση της ζημίας, που ο τελευταίος υπέστη. Η συνομολόγηση του παραπάνω όρου, που παρέχει στον ασφαλιστή δικαίωμα αναγωγής κατά του ασφαλισμένου, μπορεί να γίνει είτε με την ενσωμάτωση του όρου αυτού στη σύμβαση ασφάλισης, είτε με παραπομπή της σύμβασης ασφάλισης στους όρους της Κ4/585/5-4-1978 απόφασης του Υπουργείου Εμπορίου, η οποία έχει δημοσιευθεί στο υπ' αριθμ. 795/1978 ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) και ορίζει στο άρθρο 25 αριθμ. 6 ότι "αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίαι προξενούμεναι υπό οδηγού μη έχοντος την υπό του νόμου και δια την κατηγορίαν του οχήματος, το οποίο οδηγεί, προβλεπομένην άδειαν οδηγήσεως". Η παραπομπή μπορεί επίσης να γίνει απευθείας στο εν λόγω ΦΕΚ, που περιέχει την υπουργική αυτή απόφαση με όλους τους όρους της, αφού μέσω της αναφοράς αυτής είναι δυνατή και η γνώση του περιεχομένου της Κ4/585/1978 υπουργικής απόφασης.

 

Άδειες Ικανότητας Οδήγησης Αλλοδαπών

  Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 § 3 περ. α' του Ν. 2696/1999 (Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας) απαγορεύεται η οδήγηση αυτοκινήτων από πρόσωπα τα οποία δεν κατέχουν ισχύουσα ελληνική άδεια οδήγησης της κατάλληλης κατηγορίας ή υποκατηγορίας, σύμφωνα με όσα ορίζονται στις παραγράφους αυτού του άρθρου, ενώ κατά την § 4 του ιδίου ως άνω άρθρου του ΚΟΚ, δεν υπάγονται στις ως άνω απαγορεύσεις της περ. α' της § 3, α) οι κάτοχοι ισχύουσας άδειας οδήγησης, ανάλογης κατηγορίας ή υποκατηγορίας, η οποία έχει εκδοθεί από Κράτος - Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.), εφόσον δεν είναι κάτω των 18 ετών, β) οι κάτοχοι ισχύοντος διεθνούς πιστοποιητικού πορείας (διεθνούς άδειας), το οποίο έχει εκδοθεί από άλλα κράτη (εκτός Ελλάδας) και γ) οι κάτοχοι ισχύουσας άδειας οδήγησης, η οποία έχει εκδοθεί από κράτη, εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τα οποία η Ελλάδα έχει συνάψει ειδική συμφωνία, η οποία έχει κυρωθεί με νόμο, καθώς και οι κάτοχοι ισχύουσας άδειας οδήγησης κατά τα οριζόμενα σε διεθνείς συμβάσεις ή συμφωνίες που ισχύουν στην Ελλάδα και έχουν κυρωθεί με νόμο. Εξάλλου, στη συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας για τις διεθνείς οδικές μεταφορές επιβατών και εμπορευμάτων, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 2649/1998 (ΦΕΚ 246 τ. Α'/3.11.1998), καθώς και στις κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες ΚΥΑ, δεν προβλέπεται η αμοιβαία αναγνώριση αδειών οδήγησης μεταξύ των δύο χωρών. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 13 § 4 του Ν. 2801/2000 (ΦΕΚ 46 τ. Α'/3.3.2000) ορίζεται ότι "οι διεθνείς άδειες οδήγησης, οι οποίες εκδόθηκαν από τις αλβανικές αρχές, ισχύουν ως έχουν και επί του ελληνικού εδάφους μέχρι την κύρωση από την Αλβανία της Σύμβασης της Βιέννης της 8ης Νοεμβρίου 1968 και πάντως όχι πέραν της 31ης Ιουλίου 2000". Κύρωση δε από την Αλβανία της ως άνω Σύμβασης της Βιέννης δεν προκύπτει ότι έχει λάβει χώρα. Ακόμη, με τη διάταξη του άρθρου 41 του Ν. 1604/1986 (ΦΕΚ 81 τ. Α'/20.6.1986), με τον οποίο κυρώθηκε από την Ελλάδα η Σύμβαση της Βιέννης της 8.11.1968, και υπό τον τίτλο "Ισχύς των αδειών οδήγησης", ορίζεται ότι "Τα συμβαλλόμενα μέρη δέον όπως αναγνωρίζουν : α) πάσαν εσωτερικήν άδειαν συντεταγμένην εις την εθνικήν των γλώσσαν είτε εις μίαν εκ των εθνικών γλωσσών των είτε, εάν δεν είναι συντεταγμένη εις τοιαύτην γλώσσαν, συνοδευομένην υπό κεκυρωμένης μεταφράσεως, β) πάσαν εσωτερικήν άδειαν σύμφωνον προς τας διατάξεις του Παραρτήματος 6 της παρούσης Συμβάσεως και γ) πάσαν διεθνή άδειαν σύμφωνον προς τας διατάξεις του Παραρτήματος 7 της παρούσης Συμβάσεως". Από τα προαναφερόμενα, σχετικά με τις άδειες οδήγησης, προκύπτει με σαφήνεια ότι α) οι διεθνείς άδειες οδήγησης, οι οποίες εκδόθηκαν από τις αλβανικές αρχές, ίσχυαν στην Ελλάδα μέχρι τις 31.7.2000 και μετά ταύτα θα ίσχυαν υπό τους όρους της Σύμβασης της Βιέννης της 8ης Νοεμβρίου 1968 και υπό την προϋπόθεση ότι η Αλβανία θα προέβαινε σε κύρωση της Σύμβασης αυτής, πράγμα (κύρωση της Σύμβασης) που, όπως προαναφέρθηκε, δεν έχει συμβεί μέχρι τώρα, και β) οι εσωτερικές άδειες οδήγησης που έχουν εκδοθεί από τις αλβανικές αρχές δεν ισχύουν στην Ελλάδα, εφόσον μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας δεν έχει συναφθεί ειδική προς τούτο συμφωνία, ούτε δε ισχύουν αυτές υπό τους όρους της ως άνω Σύμβασης, αφού, κατά τα προαναφερόμενα, η Αλβανία δεν έχει προβεί μέχρι σήμερα σε κύρωση της Σύμβασης αυτής. Κατά λογική ακολουθία αλβανός υπήκοος δεν δύναται να οδηγεί στην Ελλάδα αυτοκίνητο χωρίς να κατέχει ισχύουσα ελληνική άδεια οδήγησης της κατάλληλης κατηγορίας ή υποκατηγορίας, σύμφωνα με όσα ορίζονται στις διατάξεις του άρθρου 94 του ΚΟΚ.

  Τέλος, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 8/2006).

 

  Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, προκειμένου να αποκρούσει την κατ' αυτής στρεφομένη και στην υπ' αριθμ. ένα λατινικό (Ι) σκέψη της παρούσας μνημονευομένη πλαγιαστική αγωγή, προέβαλε πρωτοδίκως και επανέφερε στην κατ' έφεση δίκη με τις από 12.4.2010 προτάσεις της, κατατεθείσες προς απόκρουση και της κατ' αυτής στρεφομένης από 2.12.2008 έφεσης της ήδη αναιρεσίβλητης, τον ισχυρισμό (ένσταση) ότι στο υπ' αριθμ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο, το οποίο είχε καταρτισθεί μεταξύ αυτής και του ιδιοκτήτη του ζημιογόνου υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Χ1 και το οποίο αφορά την ασφάλιση του εν λόγω αυτοκινήτου, είχε περιληφθεί ως γενικός όρος, ο οποίος και έγινε αποδεκτός από τον αντισυμβαλλόμενό της, ότι η ασφαλιστική σύμβαση διέπεται από τους ενιαίους όρους της ασφάλισης που προβλέπονται από την ανωτέρω Κ4/585/1978 ΑΥΕ, μεταξύ των οποίων και εκείνος του άρθρου 25 αριθμ. 6, σύμφωνα με τον οποίο "αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίαι προξενούμεναι υπό οδηγού μη έχοντος την υπό του νόμου και δια την κατηγορίαν του οχήματος το οποίον οδηγεί προβλεπομένην άδειαν οδηγήσεως". Επικαλούμενη δε περαιτέρω αυτή επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου και ενεργοποίηση του όρου αυτού, εφόσον ο κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος (14.3.2003) οδηγός του ζημιογόνου οχήματος αλβανός υπήκοος Ά. Μ. του Γ. και Α. (A. B. του G. και A.), κατείχε άδεια οδήγησης που είχε εκδοθεί από τις αλβανικές αρχές, όχι όμως και τοιαύτη εκδοθείσα από τις ελληνικές αρχές, ζήτησε την απόρριψη της πλαγιαστικής αγωγής. Επί του ισχυρισμού αυτού έγιναν δεκτά από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο τα ακόλουθα : "Η, και πρωτοδίκως, προβληθείσα ένσταση της πλαγιαστικώς εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, δικαιουμένης να αμφισβητεί την ιδιότητά της ως δανείστριας του πρώτου ασφαλισμένου, εξαίρεσης της ασφαλιστικής κάλυψης εκ μέρους της, για το λόγο ότι ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος δεν κατείχε ελληνική άδεια οδήγησης αλλά αλβανική τέτοια είναι απορριπτέα, δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση ο οδηγός κατείχε, όπως η ίδια η εναγομένη εταιρία ισχυρίζεται, άδεια ικανότητας οδηγού ξένου κράτους (αλβανικού) και ως εκ τούτου γνώριζε, κατά τεκμήριο, να οδηγεί, ενώ τα συμβαλλόμενα μέρη περιλαμβάνοντας στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο τον όρο 6 του άρθρου 25 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ, σύμφωνα με τον οποίο αποκλείεται η ευθύνη του ασφαλιστή όταν η ζημία προξενείται από οδηγό που δεν έχει την προβλεπόμενη από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος το οποίο οδηγεί άδεια οδήγησης, αποβλέπουν κυρίως στο γεγονός αν ο οδηγός είναι ικανός να οδηγεί αυτοκίνητο της ίδιας κατηγορίας με το ασφαλισμένο και όχι στο τυπικό στοιχείο της αναγνώρισης της αλλοδαπής άδειας από την αρμόδια ελληνική αρχή". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη μη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 94 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), οι οποίες επιβάλουν την απαγόρευση της οδήγησης αυτοκινήτου από πρόσωπα τα οποία δεν κατέχουν ισχύουσα ελληνική άδεια οδήγησης της κατάλληλης κατηγορίας ή υποκατηγορίας, η οποία παραβίαση και επέφερε την ενεργοποίηση του προαναφερόμενου όρου της σύμβασης ασφάλισης. Για την πληρότητα δε και μόνο της παρούσας απόφασης πρέπει να σημειωθεί, ότι η άποψη του Δικαστηρίου εκείνου ότι τα συμβαλλόμενα στη σύμβαση ασφάλισης μέρη απέβλεψαν κατά την συνομολόγηση και αποδοχή του προαναφερόμενου όρου εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη στο γεγονός αν ο οδηγός κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν ικανός να οδηγεί αυτοκίνητο της ίδιας κατηγορίας με το ασφαλισμένο και όχι στο τυπικό στοιχείο της αναγνώρισης της αλλοδαπής άδειας από τις ημεδαπές αρχές και της έκδοσης σχετικής ελληνικής άδειας, οδηγεί σε ευθεία παράκαμψη τουλάχιστον των προαναφερομένων διατάξεων του ΚΟΚ, αλλά και σε παραβίαση της διάταξης του άρθρου 361 ΑΚ, με την οποία εμμέσως καθιερώνεται η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, η οποία αρχή περιλαμβάνει τόσο την ελευθερία σύναψης (ή μη σύναψης) της σύμβασης, όσο και την ελευθερία καθορισμού του περιεχομένου της σύμβασης, το οποίο περιεχόμενο και δεσμεύει τα συμβληθέντα μέρη (pacta sunt servanda). Η παραβίαση δε του άρθρου 361 ΑΚ, στην οποία εμμέσως πλην σαφώς προέβη το Εφετείο δια της γενομένης υπ' αυτού ερμηνείας του επιμάχου όρου της, κατ' άρθρα 173 και 200 ΑΚ, καθίσταται περισσότερον έντονος εκ του ότι στην ερμηνεία αυτή προέβη το Δικαστήριο εκείνο χωρίς προηγουμένως να προβεί στην διαπίστωση της ύπαρξης κενού στη σύμβαση ή αμφιβολίας σε ότι αφορά την βούληση των συμβαλλομένων σχετικά με το ενδιαφέρον στην προκειμένη περίπτωση ζήτημα.

  Κατ' ακολουθία πάντων των προαναφερομένων πρέπει, ο κατ' εκτίμηση του όλου περιεχομένου του, από το άρθρο 559 αριθμ.1 περ. α' του Κ.Πολ.Δ. (και όχι και από τον αριθμό 19), πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης και των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 94 του ΚΟΚ, να γίνει δεκτός ως βάσιμος, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας του τρίτου και τελευταίου λόγου αυτής, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία και καθόσον αφορά την κατ' αυτής στρεφομένη πλαγιαστική αγωγή και ειδικότερα ως προς το κείμενο πέραν της παραδεκτής άσκησης της αγωγής αυτής μέρος, να παραπεμφθεί κατά τούτο αυτή (υπόθεση) για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως είναι δυνατή (άρθρ. 580 § 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της έχουσας καταθέσει και προτάσεις αναιρεσείουσας (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.-

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4898/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ειδικής διαδικασίας αυτοκινήτων, ως προς την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία και καθόσον αφορά την κατ' αυτής στρεφομένη πλαγιαστική αγωγή, σύμφωνα με τα ειδικότερον στο σκεπτικό εκτιθέμενα, η οποία σωρεύεται στο δικόγραφο της από 13.3.2008 αγωγής της αναιρεσίβλητης.-

 Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.- Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.-

 Κρίθηκε.

-------------------------------------- 

 

ΕΛΕΝΗ ΜΕ ΠΛΑΓΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ newsletters prev1

legal bank

Newsletter

ΚΑΛΑΘΙ ΑΓΟΡΩΝ

Το καλάθι σας είναι άδειο.