210 9824002 | 6977 000 500 | Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.   |

Ψυχική Οδύνη μετά από Αναίρεση Εφετειακής απόφασης που επιδίκασε εξευτελιστικά ποσά

Ψυχική Οδύνη μετά από Αναίρεση Εφετειακής απόφασης που επιδίκασε εξευτελιστικά ποσά (1)

 (Δημοσιεύεται στην ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ τεύχος 8ον Νοέμβριος 2017)

    Με την απόφαση ΑΠ 705/2016 (βλ. ΕΣυγκΔ 2017/10) αναιρέθηκε η Εφ.Αθ. 1012/2015, με την οποία επιδικάσθηκε χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης 12.000 ευρώ στη σύζυγο του θανόντος (αντί 80.000 ευρώ πρωτοδίκως) , 7.000 ευρώ για το κάθε τέκνο (αντί 80.000 ευρώ πρωτοδίκως) , 8.000 ευρώ για την μητέρα, (αντί 80.000 πρωτοδίκως), 2.000 ευρώ για τον γαμπρό (αντί 20.000 πρωτοδίκως), 2.000 ευρώ (αντί 20.000 ευρώ πρωτοδίκως) για τον εγγονό και 4.000 ευρώ για την εγγονή, (αντί 20.000 ευρώ πρωτοδίκως).

Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο με την ανωτέρω απόφασή του έκρινε ότι το Εφετείο υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού τα εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπολείπονται των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Μετά την αναίρεση της ανωτέρω εφετειακής απόφασης το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επιδίκασε για τον θάνατο του 63χρονου συνυπαίτιου σε ποσοστό 40% θανόντος πεζού :

35.000 ευρώ στη σύζυγο

30.000 ευρώ στην μητέρα

Ανά 25.000 ευρώ σε καθένα από τα τέσσερα τέκνα

8.000 ευρώ στον γαμβρό

10.000 ευρώ σε καθένα από τα δύο εγγόνια

Εξουσία Δικαστηρίου Παραπομπής μετά από Αναίρεση

Αν η αναιρεθείσα εν μέρει απόφαση είναι του δευτέρου βαθμού, χωρεί η επανεξέταση της εφέσεως από το Δικαστήριο της παραπομπής μόνο κατά το αυτό αναιρεθέν κεφάλαιο. Οι μη αναιρεθείσες διατάξεις διατηρούν την ισχύ τους και δεσμεύουν το Δικαστήριο της παραπομπής, λόγω του υπάρχοντος και μη ανατραπέντος με την αναίρεση δεδικασμένου, και συνεπώς δεν ερευνώνται εκ νέου, ούτε θίγονται τα κεφάλαια της διαφοράς, τα οποία αντιστοιχούν στις μη αναιρεθείσες διατάξεις, ως προς τα οποία πλέον η απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη.

Από τις διατάξεις των άρθρων 579 παρ. 1, 580 παρ. 3, 4 και 581 παρ.2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, επανεκδικάζει την έφεση ως προς το κεφάλαιο στο οποίο αναφέρεται η παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση και δεσμεύεται μόνον ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε η παραπεμπτική απόφαση, όχι όμως και από τις διαπιστώσεις της αποφάσεως που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά γεγονότα. Ερευνώντας όμως τις διαταχθείσες αποδείξεις δύναται, εφόσον δεν εθίγησαν με την αναίρεση, να τις εκτιμήσει και διαφορετικά από ότι η αναιρεθείσα απόφαση. Αν η απόφαση που αναιρέθηκε είναι του δευτέρου βαθμού δεν ακυρώνεται και η απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ακόμη και αν αυτή στηρίζεται στο ίδιο ελάττωμα, και τούτο διότι με την αναίρεση της αποφάσεως του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου αναβιώνει η εκκρεμοδικία της εφέσεως κατά της Πρωτοβάθμιας απόφασης αποφάσεως, ως προς την οποία θα αποφανθεί το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο είτε θα δεχθεί την έφεση και θα εξαφανίσει την απόφαση, είτε θα την απορρίψει επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. 

Σχόλια – Παρατηρήσεις

1.Μετά την αναίρεση Εφετειακή απόφασης που κρίθηκε ότι επιδίκασε ποσά που υπολείπονται των συνήθως επιδικαζομένων, παρατηρείται και πάλι μεγάλη απόκλιση από τα Πρωτοδίκως επιδικασθέντα. Παραμένει λοιπόν επίκαιρο το ερώτημα ποια τα κριτήρια του ευλόγου όταν μεταξύ των κριτηρίων που λαμβάνονται υπόψη είναι η βαρύτητα της προσβολής της προσωπικότητας, που προστατεύεται απόλυτα και από τις διατάξεις του ΑΚ 57, 59, (βλ. σχετικώς, ΑΠ 1059/2017, ΕΣυγκΔ 2017/299).

Αποφ.Μον.Εφετ........


Αποφ.Μον.Εφετ. Αθην. 390/2018

Πρόεδρος: Μαρία Τατσέλου

Κείμενο Απόφ. Μον.Εφ.Αθ.390/2018

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

  • - Κατά την διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 του ΚΠολΔ «αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση», ενώ κατά τις διατάξεις του άρθρου 581 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα «στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται με κλήση. Η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237». Από τις άνω διατάξεις προκύπτει ότι με την αναίρεση της αποφάσεως, κατά το μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το σύνολο του ενός ενιαίου κεφαλαίου ή των πλειόνων κεφαλαίων, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή). Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, ήτοι κατά τα πληγέντα κεφάλαιά της (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο λόγος αναιρέσεως που έγινε δεκτός και όχι ως προς άλλα εκτός αν τα τελευταία συνδέονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα, οπότε και αυτά συναναιρούνται (ΑΠ 808/2017 ΤΝΠ-ΔΣΑ, ΑΠ 479/2009 ΤΝΠ-ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 707/2008 ΝοΒ 56. 2190, ΑΠ 1717/2002 ΕλλΔνη 44.1563). Έτσι, αν η αναιρεθείσα απόφαση είναι του δευτέρου βαθμού και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, ήτοι για υπέρβαση εξουσίας ή παράβαση των σχετικών με την αρμοδιότητα διατάξεων, τότε αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ' αυτής έφεση που θα κριθεί πάλι από το Εφετείο (ΑΠ 129/2004 Δ 2004.804, ΑΠ 88/ 1996 ΕλλΔνη 1996.1554, ΕφΑθ 6795/2006 ΕλλΔνη 2006. 1686), το οποίο ερευνά και πάλι, ως Δικαστήριο της παραπομπής, την συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης και το παραδεκτό της εφέσεως (ΟλΑΠ 4/1996 ΕλλΔνη 1996.1041, ΑΠ 1276/1992 ΕλλΔνη 1994.1554, Κεραμέας/Κονδύλης/Νίκας: Ερμηνεία ΚΠολΔ άρθρο 581 αριθ. 6, σελ. 1082, Νίκας: ΠολΔ, Τόμος III, έκδοση 2007 παρ. 121, αριθμ. 34 σελ. 564). Στο Δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, τα όρια δε αυτά δεν προσδιορίζονται μόνον από το διατακτικό της αναιρετικής αποφάσεως, αλλά, κυρίως, από το αιτιολογικό της (ΑΠ 570/2005, ΑΠ 129/2004 ΤΝΠ-ΔΣΑ). Με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις, αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει πλήρως την ισχύ της, δεν παράγει δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε και οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε. Η επάνοδος των διαδίκων στην κατάσταση πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, περιορίζεται, κατ' αρχήν, μεταξύ εκείνων των διαδίκων που μετείχαν στην αναιρετική δίκη, ως προς τους οποίους αναιρέθηκε η απόφαση, και μεταξύ των οποίων διεξάγεται κατά παραπομπή η νέα δίκη ενώπιον του Εφετείου, και, συνεπώς, δεν θίγεται η ισχύς της αποφάσεως για εκείνους του διαδίκους που δεν μετείχαν στην αναιρετική δίκη, ως προς τους οποίους δεν αναιρέθηκε, εκτός αν πρόκειται για αδιαίρετα δίκαια. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση όταν η αναιρετική, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνον από τους διαδίκους (ΟλΑΠ 27/2007 ΕλλΔνη 48 (2007).1012, ΑΠ 1145/2005 ΤΝΠ-ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 43/2005 ΕλλΔνη 2005.1402, ΑΠ 1308/2004 ΤΝΠ-ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 380/1999 ΝοΒ 2000.949), ή, ακόμη, όταν ο γενόμενος δεκτός λόγος αναιρέσεως πλήττει - κατά νομική ακολουθία - το κύρος της όλης αποφάσεως, κατά το διατακτικό της αναιρετικής, σε συνδυασμό όμως και με το αιτιολογικό της (ΑΠ 129/2004 Δ 35. 804). Αν, αντιθέτως, η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε μόνο ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του Δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της αποφάσεως, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (ΑΠ 524/2010, ΑΠ 721/2009, ΑΠ 404/2007, ΑΠ 443/2006, ΑΠ 1145/2005, ΑΠ 975/2000 ΤΝΠ-ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 659/ 1988 ΕλλΔνη 30.310). Έτσι, αν η αναιρεθείσα απόφαση είναι του δευτέρου βαθμού και αναιρέθηκε εν μέρει, κατά το αυτό αναιρεθέν κεφάλαιο χωρεί η επανεξέταση της εφέσεως από το Δικαστήριο της παραπομπής. Κατά την επανεκδίκαση, δηλαδή, της εφέσεως οι μη αναιρεθείσες διατάξεις διατηρούν την ισχύ τους και δεσμεύουν το Δικαστήριο της παραπομπής, λόγω του υπάρχοντος και μη ανατραπέντος με την αναίρεση δεδικασμένου από την μερικώς οριστική και αμετάκλητη ήδη απόφαση του δευτέρου βαθμού και συνεπώς δεν ερευνώνται εκ νέου ούτε θίγονται τα κεφάλαια της διαφοράς, τα οποία αντιστοιχούν στις μη αναιρεθείσες διατάξεις, ως προς τα οποία πλέον η απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη (ΑΠ 629/2010, ΑΠ 1145/2005 ΤΝΠ-ΝΟΜΟΣ).

Από τις ίδιες, τέλος, πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 579 παρ. 1, 580 παρ. 3 και 581 παρ.2 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 580 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία «οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν», προκύπτει ότι το Εφετείο, ως Δικαστήριο της παραπομπής, επανεκδικάζει την έφεση ως προς το κεφάλαιο στο οποίο αναφέρεται η παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση και δεσμεύεται μόνον ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε η παραπεμπτική απόφαση (ΑΠ 137/2004 Δ 35. 1171), όχι όμως και από τις διαπιστώσεις της αποφάσεως που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά γεγονότα. Ερευνώντας όμως τις διαταχθείσες αποδείξεις δύναται, εφόσον δεν εθίγησαν με την αναίρεση, να τις εκτιμήσει και διαφορετικά από ότι η αναιρεθείσα απόφαση και δεν δεσμεύεται ούτε ως προς το σημείο αυτό από εκείνη (ΑΠ 1614/2008 ΤΝΠ-ΔΣΑ, ΑΠ 129/2004 Δ 35.804), αφού η υποχρέωση του Δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος με το λόγο της αναιρέσεως που έκανε δεκτό, ενώ, αντιθέτως, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, η περί της οποίας κρίση, άλλωστε είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 906/ 2009, ΑΠ 137/2004 ΤΝΠ-ΝΟΜΟΣ). Αν η απόφαση που αναιρέθηκε είναι του δευτέρου βαθμού δεν ακυρώνεται και η απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ακόμη και αν αυτή στηρίζεται στο ίδιο ελάττωμα, και τούτο διότι με την αναίρεση της αποφάσεως του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου αναβιώνει η εκκρεμοδικία της εφέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (ΑΠ 963/1999 ΕλλΔνη 41.51), ως προς την οποία θα αποφανθεί το Δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο είτε θα δεχθεί την έφεση και θα εξαφανίσει την απόφαση, είτε θα την απορρίψει επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση (ΑΠ 1421/2002 ΧρΙΔ Γ.145)……

……….. 4.   - Κατά την διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ «σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.... Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης». Κατά την έννοια της άνω διατάξεως, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι λόγω της αδικοπραξίας προκλήθηκε στον παθόντα ηθική βλάβη ή, σε περίπτωση θανάτου, ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν εύλογης - κατά την κρίση του- χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση την κοινή πείρα και τους κανόνες της λογικής (ΑΠ 433/2008, ΑΠ 195/2008), λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος και την βαρύτητα της προσβολής, την έκταση της βλάβης, όλες τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας του υπαιτίου, την βαρύτητα του πταίσματος του δράστη, την βαρύτητα του τυχόν συντρέξαντος πταίσματος του δικαιούχου παθόντος ή του θύματος αντίστοιχα, καθώς και την οικονομική, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των διάδικων μερών και σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου ερευνά, ως πραγματικό ζήτημα, την ύπαρξη μεταξύ των δικαιούμενων προσώπων και του θανόντος όσο ζούσε αισθημάτων αγάπης και στοργής, την ηλικία του θύματος και των μελών της οικογένειάς του, καθώς και την συμβίωση ή όχι των επιζώντων μελών της οικογένειας με το ίδιο το θύμα (ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 747/2017, ΑΠ 469/ 2017 σε ΤΝΠ του ΔΣΑ). Από την ίδια, εξάλλου, διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της είναι να επιτυγχάνεται μία -υπό ευρεία έννοια- αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική βλάβη, ή την ψυχική οδύνη, που υπέστη εξαιτίας της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως για τις εν λόγω αιτίες (ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη αντίστοιχα), που πάντως δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Με βάση τον σκοπό αυτό αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του «ευλόγου» εκείνα τα στοιχεία (προσδιοριστικοί παράγοντες) που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της άνω διατάξεως, μεταξύ των οποίων είναι κυρίως, κατά τα προεκτεθέντα, το είδος και η βαρύτητα της (ηθικής) προσβολής, το πταίσμα του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης), το τυχόν συντρέξαν πταίσμα του παθόντος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες προκλήσεως της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, η οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, εκτός και αν υπόχρεος της χρηματικής ικανοποιήσεως είναι ασφαλιστική εταιρεία οπότε η περιουσιακή της κατάσταση δεν λαμβάνεται υπόψη ως προσδιοριστικός παράγοντας του ύψους της, διότι η ευθύνη της τελευταίας είναι εγγυητική (ΑΠ 163/2007 ΤΝΠ-ΔΣΑ). Από την αυτή ως άνω διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ προκύπτει επίσης ότι ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 433/2000 ΕλλΔνη 42.673, ΑΠ 822/1999 ΕλλΔνη 41.45, ΑΠ 1086/1995 ΕλλΔνη 37.1545, ΑΠ 208/1995 ΕλλΔνη 37.320), η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση των πιο πάνω εκτιθέμενων πραγματικών γεγονότων- περιστατικών (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), χωρίς την υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου, ήτοι της ΑΚ 932, είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, όπως αυτά διατυπώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων (ΑΠ 747/2017, ΑΠ 705/2016 ΤΝΠ- ΔΣΑ). Όταν, επομένως, διαπιστώνεται παραβίαση -ευθέως ή εκ πλαγίου- της αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας ως προς το ύψος του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως, τότε αυτά ελέγχονται αναιρετικά - ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αναλόγως από τους αριθμούς 1 και 19 του ΚΠολΔ - (Πλήρης ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 469/2017, ΑΠ 90/2017 ΤΝΠ-ΔΣΑ, ΑΠ 705/2016 προσκομιζόμενη από τους διαδίκους). Ο θανατωθείς Δ.Κ., ο οποίος γεννήθηκε το έτος 1947 στην Αλβανία και άρα κατά το χρόνο του θανάτου του ήταν 63 ετών, ήταν αλβανός υπήκοος, υγιής και αρτιμελής, έγγαμος, ζούσε μόνιμα στην Ελλάδα και ήταν σύζυγος της πρώτης ενάγουσας με την οποία είχε συνάψει γάμο το έτος 1977, πατέρας της δεύτερης, της τέταρτης του πέμπτου και του έκτου των εναγόντων, γιος της έβδομης ενάγουσας, πεθερός του τρίτου ενάγοντας, παππούς του ανηλίκου A. F., όπως αυτός νομίμως εκπροσωπείται στην παρούσα δίκη από τους δεύτερη και τρίτο από τους ενάγοντες γονείς του και παππούς, επίσης, της τότε ανήλικης Ε.-Μ. Τ., η οποία ήδη ενηλικιώθηκε και συνεχίζει τη δίκη στο δικό της όνομα. Πριν από τον θάνατό του συγκατοικούσε μαζί με την σύζυγό του στην Δάφνη Αττικής, επισκεπτόταν όμως τα τέκνα, το γαμβρό και τα εγγόνια του, αλλά και την μητέρα του, που είναι επίσης Αλβανοί υπήκοοι, γεννήθηκαν στην Αλβανία και κατοικούν μόνιμα στην Ελλάδα, στην Δάφνη Αττικής και στον Άγιο Δημήτριο Αττικής αντίστοιχα, πλην του έκτου ενάγοντος - γιου του και της έβδομης ενάγουσας - μητέρας του, οι οποίοι είναι μόνιμοι κάτοικοι Αγίων Σαράντα Αλβανίας και της εγγονής του Ε.-Μ. Τ., η οποία γεννήθηκε στην Αθήνα και είναι Ελληνίδα υπήκοος. Η σύζυγός του E. χήρα Q. L. (πρώτη ενάγουσα) γεννήθηκε στις 07.06.1956, η θυγατέρα του A. (δεύτερη ενάγουσα) γεννήθηκε στις 07.02.1977 και είναι έγγαμη με σύζυγο τον τρίτο ενάγοντα E. F., η θυγατέρα του K. (Σ.) L. (τέταρτη ενάγουσα) γεννήθηκε στις 28.10. 1978 και είναι άγαμη με ένα αναγνωρισμένο - ως γνήσιο - τέκνο και συγκεκριμένα την Ε.- Μ. Τ., η οποία γεννήθηκε και παραμένει χωρίς γάμο των γονέων της, ο γιος του S. L. (πέμπτος ενάγων) γεννήθηκε στις 08.03.1981 και είναι άγαμος, ο γιος του M. L. (έκτος ενάγων) γεννήθηκε στις 12.02.1984 και είναι άγαμος, η μητέρα του K.L. του T. και της C. (έβδομη ενάγουσα) γεννήθηκε στις 10.09.1922, ο γαμβρός του E. F. (τρίτος ενάγων) γεννήθηκε στις 30.01.1980, ο εγγονός του A. F. γεννήθηκε στις 19.07.2009 και η εγγονή του Ε.-Μ. Τ. γεννήθηκε στις 22.05.1998, Επομένως, αφού οι ενάγοντες είχαν κατά τον χρόνο του ατυχήματος την προαναφερθείσα ιδιότητα και συγγενική σχέση με τον θανατωθέντα, οι οποίες (ιδιότητα και συγγενική σχέση) δεν αμφισβητήθηκαν ούτε αμφισβητούνται από τους εναγομένους, αποτελούσαν μέλη της οικογένειας του και νομιμοποιούνται να ζητήσουν χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από την θανάτωσή του, κατά την διάταξη του άρθρου 932 του Ελληνικού Αστικού Κώδικα. Όλοι οι ενάγοντες συνδέονταν με τον θανατωθέντα με αμοιβαίες και στενές σχέσεις ιδιαίτερης στοργής και αγάπης, άρρηκτη στενή συγγένεια, ακατάλυτους οικογενειακούς και συγγενικούς δεσμούς και στενό ψυχικό δεσμό. Ο βίαιος, απροσδόκητος και αιφνίδιος θάνατός του προξένησε σε αυτούς βαθύ πένθος, αβάσταχτο πόνο και θλίψη και δημιούργησε έντονα αισθήματα λύπης και απογοητεύσεως, τα οποία είναι δύσκολο να εξαλειφθούν στο μέλλον, ιδίως στην επί 39 έτη σύζυγό του, τα τέσσερα (4) τέκνα του και στην υπέργηρη μητέρα του, που έχασαν αιφνιδίως τον σύντροφο, πατέρα και γιό τους αντίστοιχα, αλλά και στον γαμβρό από την θυγατέρα του με τον οποίο είχε αναπτύξει όσο ζούσε στενή σχέση σεβασμού και πατρικής αγάπης, αλλά και τα δύο εγγόνια του, με τα οποία συνδεόταν με ιδιαίτερες οικογενειακές και συγγενικές σχέσεις αγάπης και στοργής και όντας ικανά ενόψει της ηλικίας τους να αντιληφθούν την θλιβερότητα του θανάτου, στερήθηκαν την αγάπη, την στοργή, τις συμβουλές και την τρυφερότητά του. Ενόψει τούτων, ο θάνατός του προξένησε σε όλους τους ενάγοντες και μη περιουσιακή ζημία στα έννομα αγαθά τους, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται για την αιτία αυτή εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως, κατά την άνω διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, προς απάμβλυνση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν και για ηθική παρηγοριά και ψυχική τους ανακούφιση. Η έκταση αυτής, ενόψει όλων των προαναφερθέντων περιστάσεων και αφού ληφθούν υπόψη οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η βίαιη, αιφνίδια και απρόσμενη θανάτωση του συγγενούς τους, ο βαθμός υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου και ο βαθμός του συντρέξαντος πταίσματος του ίδιου του θανατωθέντος στην πρόκληση του ατυχήματος, η ηλικία αυτού κατά τον χρόνο του θανάτου του (63 ετών) και η ηλικία και η ευαισθησία των πιο πάνω δικαιούχων, σε συνδυασμό με το βαθμό του συναισθηματικού συνδέσμου καθενός με τον θανατωθέντα που ήταν ανάλογος και με την συγγένειά τους, ο πόνος και η οδύνη που δοκίμασε ο καθένας από αυτούς, η μέχρι το ατύχημα καλή κατάσταση της υγείας του και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων (οικονομικοί μετανάστες οι ενάγοντες των οποίων όμως δεν προέκυψε η επαγγελματική τους απασχόληση και αστυνομικός της ομάδας «ΔΙΑΣ» ο πρώτος εναγόμενος με ίδια εισοδήματα από την εργασία του), ενώ η ευθύνη της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας είναι μόνον εγγυητική, πρέπει να καθορισθεί, σταθμίζοντας το είδος της προσβολής και της βλάβης που επήλθε και εκτιμώντας τα προαναφερθέντα στοιχεία κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, τον ορθό λόγο και τους κανόνες της λογικής που υπαγορεύουν την ύπαρξη κάποιας αναλογίας μεταξύ των πιο πάνω στοιχείων και της χρηματικής ικανοποιήσεως, στα ακόλουθα ποσά: α) Στο ποσό των 35.000 ευρώ για την πρώτη ενάγουσα - σύζυγό του, πέραν του ποσού των 44 ευρώ για το οποίο η ίδια επιφυλάχθηκε να ασκήσει την αξίωσή της για την αυτή αιτία παριστάμενη ως πολιτικώς ενάγουσα ενώπιον των ποινικών Δικαστηρίων, β) στο ποσό των 25.000 ευρώ για καθένα από τα τέσσερα τέκνα του, ήτοι τους δεύτερη, τέταρτη, πέμπτο και έκτο από τους ενάγοντες) στο ποσό των 8.000 ευρώ για τον τρίτο ενάγοντα-γαμβρό του, δ) στο ποσό των 10.000 ευρώ για κάθε ένα από τα εγγόνια του και ε) στο ποσό των 30.000 ευρώ για την έβδομη ενάγουσα-μητέρα του. Σημειώνεται ότι η εγγονή του Ε.Μ. Τ. είχε ενηλικιωθεί κατά την συζήτηση της κλήσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και συνεχίζει τη δίκη στο δικό της όνομα, αφού έκτοτε έπαψε να υφίσταται η αντιπροσωπευτική εξουσία της τέταρτης ενάγουσας μητέρας της. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του ως προς το παραπάνω κεφάλαιο της αγωγής, καθόρισε το ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως των εναγόντων λόγω της ψυχικής οδύνης από το θάνατο του συγγενούς τους στα μεγαλύτερα ποσά των 80.000 ευρώ για καθέναν από τους πρώτη, δεύτερη, τέταρτη, πέμπτο, έκτο και έβδομη από τους ενάγοντες (ήτοι την σύζυγο, τα τέσσερα (4) τέκνα και την μητέρα του θανατωθέντος), των 20.000 ευρώ για τον τρίτο ενάγοντα-γαμβρό του και των 20.000 ευρώ για καθένα από τα δύο εγγόνια του, τα οποία στη συνέχεια τα επιδίκασε σε αυτούς για την προαναφερθείσα αιτία, αντί των πιο πάνω ορθών ποσών των 35.000 ευρώ, των 25.000 ευρώ, των 25.000 ευρώ, των 25.000 ευρώ, των 25.000 ευρώ, των 8.000 ευρώ, των 10.000 ευρώ, των 10.000 ευρώ και των 30.000 ευρώ αντίστοιχα, έσφαλε περί την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις κατά το κεφάλαιο αυτό. Επομένως, ο συναφής τρίτος λόγος και των δύο εφέσεων των εναγομένων, με τον οποίο αποδίδεται στην εκκαλουμένη η πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός κατά τα προαναφερόμενα ποσά, ενώ, αντιθέτως, ο δεύτερος λόγος της εφέσεως των εναγόντων, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ενόψει τούτων, πρέπει: α) να απορριφθεί η έφεση των εναγόντων ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και να καταδικαστούν οι εκκαλούντες λόγω της ήττας τους στη δικαστική δαπάνη των εφεσιβλήτων για τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας και β) να γίνουν δεκτές οι δύο εφέσεις των εναγομένων και ως κατ' ουσίαν βάσιμες και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη ως προς το παραπάνω κεφάλαιο της αγωγής και την αντίστοιχη διάταξή της, για την ενότητα δε της εκτελέσεως και ως προς τις διατάξεις της που δεν ανατρέπονται με λόγος εφέσεως. Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και δικασθεί κατ' ουσίαν η αγωγή κατά το παραπάνω κεφάλαιό της, που αφορά στην χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν οι ενάγοντες από τον θάνατο του συγγενούς τους (άρθρο 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ), πρέπει η αγωγή αυτή να γίνει εν μέρει δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη και στη συνέχεια, επαναλαμβανομένων των διατάξεων της εκκαλουμένης περί εισαγωγής στο Δημόσιο ταμείο και επιστροφής στους εκκαλούντες-εναγομένους των κατατεθέντων παραβολών και περί επιδικάσεως στην πρώτη ενάγουσα των εξόδων κηδείας του θανόντος και της μεταφοράς της σωρού του στην Νιβίτσα Αλβανία συνολικού ποσού 1.187,28 ευρώ, το οποίο δεν ανατρέπεται με λόγο εφέσεως, για να υπάρχει ένας ενιαίος τίτλος εκτελέσεως κατά τα προεκτεθέντα: α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στους ενάγοντες, εις ολόκληρον έκαστος, τα ακόλουθα ποσά: αα) Στην πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 21.187,28 ευρώ, αβ) σε καθέναν από τους δεύτερη για την ίδια ατομικά, τέταρτη, πέμπτο, έκτο και έβδομη των εναγόντων το ποσό των 20.000 ευρώ, αγ) στον τρίτο ενάγοντα για τον ίδιο ατομικά το ποσό των 8.000 ευρώ, αδ) στους δεύτερη και τρίτο από τους ενάγοντες ως ασκούντων την γονική μέριμνα επί του ανηλίκου γιου τους A. F. και για λογαριασμό του το ποσό των 10.000 ευρώ και αε) στην ενήλικη πλέον ενάγουσα Ε.-Μ. Τ. το ποσό των 10.000 ευρώ και β) να αναγνωρισθεί ότι οι ίδιοι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν, επίσης εις ολόκληρον: βα) στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 15.000 ευρώ, ββ) σε καθέναν από τους δεύτερη για την ίδια ατομικά, τέταρτη, πέμπτο και έκτο των εναγόντων το ποσό των 5.000 ευρώ και βγ) στην έβδομη ενάγουσα το ποσό των 10.000 ευρώ και τα ποσά αυτά νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής και έως την εξόφληση. Η δικαστική δαπάνη των εναγόντων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, κατά το νόμιμο περί τούτου αίτημά τους, πρέπει να συμψηφιστεί κατά ένα μέρος μεταξύ των διαδίκων, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας καθενός από αυτούς (άρθρα 106, 178 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), και να επιβληθεί μέρος αυτής εις βάρος των εναγόμενων, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.

---------------------------------------

legal bank

Newsletter

 

 

ΚΑΛΑΘΙ ΑΓΟΡΩΝ

Το καλάθι σας είναι άδειο.