210 9824002 | 6977 000 500 | Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.   |

Διαδικασία Ακύρωσης Δικαιοπραξίας - Ουσιώδης πλάνη - Απόσβεση του δικαιώματος για ακύρωση δικαιοπραξίας - Σύμβαση Στεγαστικού Δανείου ΝΕΟ

Διαδικασία Ακύρωσης Δικαιοπραξίας

Ουσιώδης πλάνη

 

Κατά τη διάταξη του άρθρου 140 ΑΚ, αν κάποιος καταρτίζει δικαιοπραξία και η δήλωσή του δεν συμφωνεί, από ουσιώδη πλάνη, με τη βούλησή του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 141 ΑΚ, η πλάνη είναι ουσιώδης όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία, ώστε, αν το πρόσωπο γνώριζε την προσωπική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία. Η πλάνη κατά τη δήλωση της βουλήσεως, παρέχει στον πλανηθέντα το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας, όταν είναι ουσιώδης. Η πλάνη αυτή μπορεί να αφορά ακόμη και στο περιεχόμενο της δηλώσεως, έστω και αν έχει σχέση με το δίκαιο, δηλαδή με το είδος της δικαιοπραξίας ή τη νομική ενέργεια κάποιου όρου ή με τις έννομες συνέπειες της δηλώσεως.

 

Απόσβεση του δικαιώματος για ακύρωση δικαιοπραξίας

Σύμφωνα με το 157 του ΑΚ, όταν περάσουν δύο χρόνια από τη δικαιοπραξία επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος για ακύρωση. Αν η πλάνη ή η απάτη ή η απειλή εξακολούθησαν και μετά τη δικαιοπραξία, η διετία αρχίζει από τότε που αρχίζει η κατάσταση αυτή. Σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται ακύρωση όταν περάσουν είκοσι χρόνια από τη δικαιοπραξία. Μετά την πάροδο διετίας και σε κάθε περίπτωση εικοσαετίας από τη δικαιοπραξία, αποκλείεται η ακύρωση αυτής λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής, τόσο με αγωγή όσο και με ένσταση, αφού η προθεσμία αυτή του άρθρου 157 ΑΚ είναι αποσβεστική, ώστε να επέρχεται απόσβεση του διαπλαστικού δικαιώματος προς ακύρωση της δικαιοπραξίας.

 

Σύμβαση Στεγαστικού Δανείου

Η εφεσίβλητος τυγχάνει ψιλή κυρία ενός διαμερίσματος, επιφανείας …. Τμ., του β υπέρ το ισόγειο ορόφου πολυκατοικίας. Την ψιλή κυριότητα του ακινήτου απέκτησε δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία μεταγραφών, συμβολαίου γονικής παροχής, αιτία γονικής παροχής από τον πατέρα της, ο οποίος παρακράτησε την ισόβιο επικαρπία αυτού. Ο τελευταίος, επιθυμώντας να λάβει η σύζυγος του, στεγαστικό δάνειο από την εκκαλούσα τράπεζα, ζήτησε από τη θυγατέρα του εφεσίβλητο να συναινέσει στην εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί της ψιλής κυριότητος του ακινήτου, προκειμένου να εγκριθεί η χορήγηση του στεγαστικού δανείου, , η δε τελευταία αποδέχθηκε εξ ιδιαιτέρου ηθικού καθήκοντος, λόγω της προηγηθείσας γονικής παροχής το αίτημα αυτό και υπέβαλε προς την τράπεζα, από κοινού με τη δανειολήπτρια, αίτηση για χορήγηση στεγαστικού δανείου , στην οποία φέρεται τεθείσα η υπογραφή της κάτωθι της ενδείξεως "Ο Εγγυητής". Ακολούθησε η υπογραφή της από 30.3.2007 "Ιδιωτικής Συμβάσεως Δανείου Τοκοχρεωλυτικού ΕΥΡΩ 448.000 (Προσημείωση Υποθήκης επί Ακινήτου)" .

Εν προκειμένω το Εφετείο, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που στηρίζουν το, αποδεικτικό του πόρισμα περί απορρίψεως της αγωγής της αναιρεσείουσας, λόγω αποσβέσεως του δικαιώματός της, για ακύρωση της σύμβασης, με την πάροδο της διετούς, αποσβεστικής, προθεσμίας από της καταρτίσεώς της και σε κάθε περίπτωση από τις 26-04-2007, οπότε και αν υπήρχε στο πρόσωπό της η επικαλουμένη πλάνη, η κατάσταση αυτή έληξε κατ' αυτό το χρόνο (26-04-2007), κατά τον οποίο, παρασταθείσα στο Μονομελές Πρωτοδικείο αυτοπροσώπως, έλαβε οπωσδήποτε γνώση ότι είχε συμβληθεί στην επίμαχη σύμβαση ως εγγυήτρια, ενώ τις κρίσεις του περί έλλειψης πλάνης στο πρόσωπο της ήδη αναιρεσίβλητης ενάγουσας, κατά τον κρίσιμο χρόνο, πλεοναστικά εξέφερε και δεν στήριξε επ' αυτών το διατακτικό της, το οποίο, όπως αναφέρθηκε, στήριξε, αποκλειστικώς, στην αιτιολογία περί αποσβέσεως του σχετικού της δικαιώματος, με την πάροδο της σχετικής αποσβεστικής προθεσμίας για την άσκησή του.

Πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης

Ο πρόσθετος λόγος, με τον οποίο καταλογίζει στο Εφετείο την πλημμέλεια του αριθμού 14, επικουρικά του αριθμού 1, άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στην απόρριψη ως αλυσιτελούς (απαραδέκτου) της ένστασής της περί μη γνησιότητας της υπογραφής της στην αίτηση στεγαστικού δανείου, και ο πρόσθετος λόγος από αριθμό 11 περ. γ' και επικουρικά της περ. α' (αριθ.11) άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδει στο Εφετείο ότι, αφενός, παρέλειψε να λάβει υπόψη του την από 7-3-2014 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου, αποφαινομένης ότι η υπογραφή στην αίτηση στεγαστικού δανείου δεν χαράχθηκε από την αναιρεσείουσα και, αφετέρου, έλαβε υπόψη του την επίμαχη αίτηση, χωρίς, προηγουμένως, ν' αποφανθεί περί της γνησιότητας ή όχι αυτής. Είναι και απαράδεκτοι, ως αλυσιτελείς. Πλήττουν τη μη στηρίζουσα το απορριπτικό, της ένδικης αγωγής, διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης, αλλά πλεοναστικώς εκφερθείσα, αιτιολογία του Εφετείου, περί μη αποδείξεως της επικαλουμένης πλάνης της αναιρεσείουσας.

Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης και πρόσθετους λόγους αυτής.

 

Απόφ. ΑΠ.......Για να ανοίξετε την απόφαση πατήστε κάτω από την εικόνα 

NEO BANNER ΓΙΑ ΔΩΡΕΑΝ ΔΟΚΙΜΑΣΤΙΚΗ ΧΡΗΣΗ ΜΑΡΣΙΤΑ


Απόφ. ΑΠ.812/2019 (Α1 Πολιτικό Τμήμα)

Πρόεδρος :Γεώργιος Λέκκας

Εισηγητής Χρήστος Τζανερρίκος

Μέλη : Αλτάνα Κοκκοβού - Αγγελική Τζαβάρα - Θωμάς Γκατζογιάννης

Δικηγόροι : Σπυρίδων Τσαντίνης - Σοφία Παπαδογιάννη

 

Κείμενο απόφασης Α.Π.812/19 (Α1 Πολιτικό Τμήμα)

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/6/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 446/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2300/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/12/2017 αίτησή της και τους από 12/7/2018 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Kατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, ο Άρειος Πάγος μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων υποθέσεων, που εκκρεμούν ενώπιόν του μεταξύ των ίδιων ή διαφόρων διαδίκων, αν κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης, ή επέρχεται μείωση των εξόδων.

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως δικάσιμο συζητήθηκαν:

α) η από 27-12-2017 (με αρ. κατάθεσης 10011/992/2017) αίτηση αναίρεσης της Μ. Θ. και,

β) οι από 12-07-2018 (με αρ. κατάθεσης 57/2018) πρόσθετοι λόγοι αυτής, κατά της υπ' αριθμ. 2300/2017, αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Η ως άνω αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι της έχουν ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και παραδεκτά (άρθρα 553, 556 - 558, 564 αρ.1, 566, 569, 577 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συναφείς και, επομένως, πρέπει να συνεκδικασθούν, προκειμένου να διευκολυνθεί η διεξαγωγή της δίκης και να μειωθούν τα έξοδα αυτής (άρθρα 246, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 140 ΑΚ, αν κάποιος καταρτίζει δικαιοπραξία και η δήλωσή του δεν συμφωνεί, από ουσιώδη πλάνη, με τη βούλησή του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 141 ΑΚ, η πλάνη είναι ουσιώδης όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία, ώστε, αν το πρόσωπο γνώριζε την προσωπική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών η πλάνη κατά τη δήλωση της βουλήσεως, δηλαδή η διάσταση μεταξύ δηλώσεως και βουλήσεως, συνεπεία εσφαλμένης γνώσεως από τον δηλούντα της απαιτουμένης για τον προσδιορισμό της βουλήσεως πραγματικής καταστάσεως, παρέχει στον πλανηθέντα το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας, όταν είναι ουσιώδης. Η πλάνη αυτή μπορεί να αφορά ακόμη και στο περιεχόμενο της δηλώσεως, έστω και αν έχει σχέση με το δίκαιο, δηλαδή με το είδος της δικαιοπραξίας ή τη νομική ενέργεια κάποιου όρου ή με τις έννομες συνέπειες της δηλώσεως (ΑΠ 1655/2012, ΑΠ 335/2012, ΑΠ 1211/2008, ΑΠ 463/2008, ΑΠ 301/2007, ΑΠ 1096/2006, ΑΠ 151/2002, ΑΠ 80/2007). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 157 του ΑΚ, όταν περάσουν δύο χρόνια από τη δικαιοπραξία επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος για ακύρωση. Αν η πλάνη ή η απάτη ή η απειλή εξακολούθησαν και μετά τη δικαιοπραξία, η διετία αρχίζει από τότε που αρχίζει η κατάσταση αυτή. Σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται ακύρωση όταν περάσουν είκοσι χρόνια από τη δικαιοπραξία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μετά την πάροδο διετίας και σε κάθε περίπτωση εικοσαετίας από τη δικαιοπραξία, αποκλείεται η ακύρωση αυτής λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής, τόσο με αγωγή όσο και με ένσταση, αφού η προθεσμία αυτή του άρθρου 157 ΑΚ είναι αποσβεστική, ώστε να επέρχεται απόσβεση του διαπλαστικού δικαιώματος προς ακύρωση της δικαιοπραξίας (ΑΠ 653/2012, ΑΠ 1447/2010). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης εξαιτίας ανεπαρκών ή (και) αντιφατικών αιτιολογιών δεν ιδρύεται όταν η απόφαση διαλαμβάνει επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής του προσήκοντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου, λόγος δε αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται αιτιολογία της απόφασης που δε στηρίζει το διατακτικό της είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού και υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητάς του δεν οδηγεί στην ανατροπή (αναίρεση) της προσβαλλόμενη απόφασης (ΑΠ 1470/2014).

Εν προκειμένω, από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, μεταξύ άλλων και τα εξής: "...Από την επανεκτίμηση των προσκομισθέντων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αποδεικτικών μέσων και τα παραδεκτώς προσκομιζόμενα το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά τη διάταξη του άρθρου 529 παρ. 1 ΚΠολΔ όμοια και ειδικότερα από τις ενόρκους καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων Ά. Γ. και Ν. Π., οι οποίες διαλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά της συζητήσεως και εκτιμώνται αναλόγως του λόγου γνώσεως και του μέτρου αξιοπιστίας εκάστου αυτών, από όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους έγγραφα, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τις υπ' αριθ. 5431/23.10.2013 και 5432/23.10.2013 ενόρκους βεβαιώσεις των Κ. Θ. και Α. Τ., αντιστοίχως, οι οποίες ελήφθησαν κατόπιν νομότυπου και εμπροθέσμου κλητεύσεως της εναγομένης - εφεσίβλητου ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας να παραστεί κατά τη λήψη τους (σχετ. η υπ' αριθ. …45Ρ/18.10.2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Δ.), λαμβανομένων υπόψη των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Η εφεσίβλητος τυγχάνει ψιλή κυρία ενός διαμερίσματος, επιφανείας 64,27 τετραγωνικών μέτρων του δευτέρου υπέρ το ισόγειο ορόφου της κειμένης επί της οδού Δεκέλειας αριθ. 34 στις Αχαρνές Αττικής πολυκατοικίας, τη δε ψιλή κυριότητα του ως άνω ακινήτου απέκτησε δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία μεταγραφών υπ' αριθ. …586/1997 συμβολαίου γονικής παροχής του Συμβολαιογράφου Α. Α. αιτία γονικής παροχής από τον πατέρα της Κ. Θ., ο οποίος παρακράτησε την ισόβιο επικαρπία αυτού. Ο τελευταίος, επιθυμώντας να λάβει η σύζυγος του Α. Τ. στεγαστικό δάνειο από την εκκαλούσα ανώνυμο τραπεζική εταιρία, ζήτησε από τη θυγατέρα του εφεσίβλητο να συναινέσει στην εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί της ψιλής κυριότητος του ως άνω ακινήτου, προκειμένου να εγκριθεί η χορήγηση του εν λόγω στεγαστικού δανείου, ύψους τετρακοσίων σαράντα οκτώ χιλιάδων ΕΥΡΩ (448.000 €), η δε τελευταία αποδέχθηκε (εξ ιδιαιτέρου ηθικού καθήκοντος, λόγω της προηγηθείσας γονικής παροχής) το αίτημα αυτό και υπέβαλε προς την εκκαλούσα ανώνυμο τραπεζική εταιρία (στο υπ' αριθ. ..09 Κατάστημα αυτής - ...), από κοινού με τη δανειολήπτρια Α. Τ., την από 28.2.2007 υπ' αριθ. ...0276 (αύξ. αρ. ...182) αίτηση στεγαστικού δανείου, στην οποία φέρεται τεθείσα η υπογραφή της κάτωθι της ενδείξεως "Ο Εγγυητής". Ακολούθησε η υπογραφή της από 30.3.2007 "Ιδιωτικής Συμβάσεως Δανείου Τοκοχρεωλυτικού ΕΥΡΩ 448.000 (Προσημείωση Υποθήκης επί Ακινήτου)", στην οποία ως συμβαλλόμενοι φέρονται (σ. 1 της συμβάσεως):

α) οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εκκαλούσας ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας (αναφερομένης ως "δανείστριας" ή "Τράπεζας") Ν. Π. και Σ. Κ., Διευθυντής και Υποδιευθυντής, αντιστοίχως, του Καταστήματος 109 (...) αυτής, β) η Α. Τ., ως δανειολήπτρια (αναφερομένη ως "οφειλέτης") και

γ) ο Κ. Θ. και η εφεσίβλητος, αναφερόμενοι ως "εγγυητές". Το άρθρο 2.1. της συμβάσεως (υπό τον τίτλο "Εξασφάλιση Τράπεζας") ορίζει ότι: "Σε ασφάλεια της δανείστριας για τις κατά του οφειλέτη απαιτήσεις της, που προέρχονται από το δάνειο, δηλαδή από το κεφάλαιο, τους τόκους, τους τόκους υπερημερίας και ανατοκισμού, της ενδεχόμενης απαίτησης της Τράπεζας πέραν της υπό του άρθρου 1289 ΑΚ ασφαλιζόμενης, τα έξοδα, τα έξοδα ασφάλισης του υπέγγυου ακινήτου, τα οφειλόμενα (μη αποδοθέντα από τον οφειλέτη) ασφάλιστρα της κατά το σχετικό άρθρο της παρούσας ασφάλισης του, με τους τόκους υπερημερίας και τις λοιπές επιβαρύνσεις, και κάθε άλλο τέλος, εισφορά, φόρο επί του δανείου και της εξυπηρέτησης του, τα δικαστικά έξοδα και τα έξοδα εκτέλεσης γενικά, καθώς και κάθε άλλου οποιασδήποτε φύσεως εξόδου, που απορρέει από το ανωτέρω δάνειο με τους τόκους και τους τόκους υπερημερίας και ανατοκισμού αυτών μέχρι τέλειας εξόφλησης, ο οφειλέτης ή/και ο εγγυητής αναλαμβάνει την υποχρέωση να παραχωρήσει δικαίωμα εγγραφής προσημείωσης υποθήκης, υπέρ της δανείστριας Τράπεζας, Σειράς Α, για ποσό πεντακόσιες ογδόντα δύο χιλιάδες τετρακόσια [582.400,00] επί του ακινήτου

  1. Κτίριο Α αποτελούμενο από υπόγειο 156,26 ΤΜ, ισόγειο 100,18 ΤΜ, ημιυπαίθριο χώρο 19,98 ΤΜ, εξώστες 15,28 ΤΜ που βρίσκεται στο τμήμα 1 1260,90 ΤΜ, στην οδό ..., στην ... και
  2. Β2 διαμέρισμα, Β ορόφου επιφανείας 64,27 ΤΜ, που βρίσκεται σε πενταόροφη οικοδομή στην οδό ..., στο Δήμο …, ιδιοκτησίας τ..., με το οποίο ασφαλίζεται, κατά την εκτίμηση της δανείστριας, το σύνολο των απαιτήσεων της από το δάνειο. Σε περίπτωση καθυστέρησης στην εξυπηρέτηση του δανείου ή σε περίπτωση μείωσης της αξίας του υπέγγυου ακινήτου, ο οφειλέτης ή/και ο εγγυητής πρόσθετα αναλαμβάνει την υποχρέωση να δώσει πρόσθετη εξασφάλιση όμοιας μορφής με την αρχική μέχρι του ποσού που θα καλύπτει το δάνειο, τους τόκους, τους τόκους υπερημερίας και ανατοκισμού, τα έξοδα κλπ. της παρούσας σύμβασης, δηλαδή για ασφάλεια όλων των απαιτήσεων που απορρέουν από το δάνειο αυτό", ενώ το άρθρο 13 της συμβάσεως (υπό τον τίτλο "Αποδοχή σύμβασης από τον εγγυητή") προβλέπει ότι "Ο εγγυητής δηλώνει ότι γνωρίζει πλήρως και αποδέχεται ανεπιφύλακτα ολόκληρο το περιεχόμενο της παρούσας δανειακής σύμβασης και εγγυάται υπέρ του οφειλέτη προς τη δανείστρια την κανονική εξυπηρέτηση του δανείου και την ολοσχερή εξόφληση αυτού και κάθε από αυτό υποχρέωση του οφειλέτη ευθυνόμενος μετ' αυτού απεριόριστα και εις ολόκληρον έναντι της δανείστριας ως πρωτοφειλέτης και παραιτούμενος της ένστασης δίζησης και από κάθε δικαίωμα των άρθρων 853, 862 - 863, 866 - 868 του Α.Κ.". Η εν λόγω σύμβαση έχει υπογραφεί από την εφεσίβλητο στο τέλος κάθε σελίδος του κειμένου της και στο τέλος αυτής υπό τη γενική ένδειξη "ΟΙ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΙ" και την ειδική ένδειξη "... εγγυητ..." (ήτοι "εγγυητές"), η δε γνησιότητα των υπογραφών αυτών δεν αμφισβητείται ειδικώς και συνομολογείται από την εφεσίβλητο. Σε εκπλήρωση του προαναφερομένου υπ' αριθ. 2 άρθρου της συμβάσεως δανείου η εκκαλούσα ανώνυμος τραπεζική εταιρία κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 26.4.2007 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά της οφειλέτιδος Α. Τ., του Κ. Θ. και της εφεσίβλητου με αίτημα την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί των αναφερομένων στον ως άνω συμβατικό όρο ακινήτων προς εξασφάλιση της απαιτήσεως αυτής εκ της προκειμένης συμβάσεως στεγαστικού δανείου. Στην πρώτη σελίδα της εν λόγω αιτήσεως αναφέρεται ότι "Με την υπ' αριθ. ...7402/30.03.2007 ιδιωτική σύμβαση χορηγήσαμε στην πρώτη των καθ' ων (Α. Τ.) δάνειο τοκοχρεωλυτικό ΕΥΡΩ τετρακοσίων σαράντα οκτώ χιλιάδων (448.000) με τους όρους που αναγράφονται στην πιο πάνω σύμβαση και για το οποία εγγυήθηκαν ο δεύτερος και η τρίτη των καθ' ων (Κ. Θ. και Μ. Θ.)...". Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε την 26.4.2007 η υπ' αριθ. 32643Σ/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στην οποία αναφέρεται επί λέξει ότι η εκκαλούσα ανώνυμος τραπεζική εταιρία"... ζήτησε να της χορηγηθεί η άδεια να εγγράψει προσημείωση υποθήκης στην ακίνητη περιουσία που αναφέρεται στην αίτηση για ποσό ΕΥΡΩ πεντακοσίων ογδόντα δύο χιλιάδων τετρακοσίων (582.400) για εξασφάλιση της απαίτησης της από δάνειο ΕΥΡΩ τετρακοσίων σαράντα οκτώ χιλιάδων (448.000) που χορηγήθηκε στην πρώτη των καθ' ων (Α. Τ. ), των τόκων και προμηθειών αυτών, των τόκων υπερημερίας και ανατοκισμού καθώς και των οποιωνδήποτε φόρων και εξόδων, μέχρι την ολοσχερή εξόφληση του και για το οποίο εγγυήθηκαν ο δεύτερος και η τρίτη των καθ' ων (Κ. Θ. ΚΑΙ Μ. Θ. )...". Από όσα ανέπτυξαν οι διάδικοι και από την διαδικασία γενικώς πιθανολογήθηκε ότι υπάρχει η αναφερόμενη στην αίτηση τοκοφόρα απαίτηση της αιτούσας κατά των καθ' ων και η επείγουσα ανάγκη για τη λήψη του ζητούμενου ασφαλιστικού μέτρου, καθώς και ο επικείμενος κίνδυνος από την αναβολή. Επειδή πρέπει, αφού και οι καθ' ων συνομολογούν την απαίτηση και συναινούν στην εγγραφή της προσημείωσης υποθήκης να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση ...".

Κατά συνέπεια, μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε εγγράφως σύμβαση εγγυήσεως (άρθρα 847 επ. ΑΚ ), δυνάμει της οποίας η εφεσίβλητος ανέλαβε την έναντι της δανείστριας ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας ευθύνη καταβολής της οφειλής της πρωτοφειλέτιδος Α. Τ. εκ της προαναφερομένης συμβάσεως στεγαστικού δανείου, ευθυνόμενη εις ολόκληρον μετ' αυτής ως αυτοφειλέτιδα, παραιτούμενη της ενστάσεως διζήσεως (άρθρο 855 ΑΚ ). Η εφεσίβλητος από πλευράς της με την κρινομένη αγωγή της ισχυρίσθηκε ότι:

α) κατόπιν αιτήματος του πατέρα της Κ. Θ. προσήλθε το πρώτον στο υποκατάστημα ... της εκκαλούσας ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας και υπέγραψε την από 30.3.2007 σύμβαση δανείου, έχουσα την απόλυτο πεποίθηση ότι περιεχόμενο αυτής, αναφορικώς με την ιδία, ήταν αποκλειστικώς και μόνο η χορήγηση προς την εκκαλούσα ανώνυμο τραπεζική εταιρία δικαιώματος εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης επί του αναφερομένου ανωτέρω στο σκεπτικό της παρούσας διαμερίσματος, ψιλή κυρία κατά ποσοστό 100% τυγχάνει η ιδία, κατά τα προεκτεθέντα,

β) ουδέποτε χορηγήθηκε σε αυτήν σχέδιο ή αντίγραφο της συμβάσεως, ενώ οι οποιεσδήποτε συζητήσεις για το περιεχόμενο αυτής έλαβαν χώρα αποκλειστικώς και μόνον μεταξύ του πατέρα της Κ. Θ., της συζύγου του Α. Τ. και των εκπροσώπων (υπαλλήλων του υποκαταστήματος ...) της εκκαλούσας ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας,

γ) η πεποίθηση της αυτή (περί παραχωρήσεως αποκλειστικώς και μόνον δικαιώματος εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης επί του δικαιώματος ψιλής κυριότητος του ως άνω ακινήτου) διατηρήθηκε μέχρι το μήνα Μάρτιο του έτους 2013, ότε και έλαβε την από 7.3.2013 επιστολή της εκκαλούσας ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας, με την οποία η τελευταία την ενημέρωνε ότι υφίστατο ληξιπρόθεσμος οφειλή χιλίων εξακοσίων πενήντα επτά ΕΥΡΩ και εξήντα οκτώ λεπτών (1.657,68 €) εκ της ως άνω συμβάσεως δανείου και της ζητούσε να μεριμνήσει για την εξόφληση του ποσού αυτού υπό την ιδιότητα της εγγυήτριας και της εις ολόκληρον συνοφειλέτιδος της εν λόγω απαιτήσεως,

δ) θορυβημένη από την ως άνω επιστολή μετέβη την 12.3.2013 στο υποκατάστημα ... της εκκαλούσας ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας και ζήτησε το πρώτον αντίγραφο της από 30.3.2007 συμβάσεως δανείου, μετά την ανάγνωση του οποίου και τις σχετικές διευκρινίσεις του αρμοδίου υπαλλήλου διαπίστωσε ότι δεν είχε παραχωρήσει απλώς το δικαίωμα εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης προς εξασφάλιση της εκκαλούσας ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας, αλλά - επιπλέον - είχε εγγυηθεί προσωπικώς την προσήκουσα εκπλήρωση των όρων της εν λόγω δανειακής συμβάσεως ως αυτοφειλέτιδα, ευθυνόμενη εις ολόκληρον μετά της οφειλέτιδος του δανείου Α. Τ. και του ομοίως εγγυητή συζύγου του οφειλέτιδος και πατέρα της Κ. Θ., ε) κατά το χρόνο υπογραφής της συμβάσεως (30.3.2007) τύγχανε άτομο με ειδικές ανάγκες (πάσχουσα από βαρηκοΐα και σκλήρυνση κατά πλάκας και

στ) υπάρχει διάσταση μεταξύ της αληθούς βουλήσεως της (παραχώρηση αποκλειστικώς και μόνον δικαίωμα εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης) και της γενομένης δικαιοπρακτικής δηλώσεως αυτής (κατάρτιση συμβάσεως εγγυήσεως με το αναφερόμενο στο άρθρο 13 της συμβάσεως δανείου περιεχόμενο), ήτοι πλάνη, η οποία είναι ουσιώδης, καθ' όσον, εάν γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα έθετε την υπογραφή της στην από 30.3.2007 σύμβαση δανείου, γεγονός για το οποίο ενημέρωσε την εκκαλούσα ανώνυμο τραπεζική εταιρία με την από 14.3.2013 επιστολή της, περαιτέρω δε με την προσθήκη των προτάσεων της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αμφισβήτησε το πρώτον τη γνησιότητα της υπογραφής της επί της από 28.2.2007 υπ' αριθ. ...0276 (αύξ. αρ. ...182) αιτήσεως στεγαστικού δανείου, στην οποία φέρεται τεθείσα η υπογραφή της κάτωθι της ενδείξεως "Ο Εγγυητής", προσκόμισε δε προς απόδειξη του σχετικού ισχυρισμού της το από 24.2.2014 "Τελικό Συμπέρασμα" και την από 7.3.2014 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Χ. Τ., κατά την οποία "Στο πρωτότυπο της από 28.2.2007 Αίτησης Στεγαστικού Δανείου (Αρ. ...275/Αύξων Αρ. ...182) προς την ... ΑΕ, η φερόμενη ως υπογραφή της Μ. Θ., κάτω από την ένδειξη "Εγγυητής", δεν τέθηκε από την ίδια, αλλά από άλλο άτομο. Η κρινόμενη ως άνω υπογραφή χαράχθηκε με τη μέθοδο της ημιελεύθερης απομίμησης γνήσιας υπογραφής της Μ. Θ. από άτομο που γνώριζε τον υπογραφικό τύπο της ανωτέρω".

Ωστόσο, οι ως άνω ισχυρισμοί της εφεσίβλητου παρίστανται απορριπτέοι για τους εξής λόγους:

α) ακόμη και εάν ήθελε γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν ο ισχυρισμός της εφεσίβλητου περί αμφισβητήσεως της γνησιότητος της υπογραφής αυτής επί της από 28.2.2007 υπ' αριθ. ...0276 (αύξ. αρ. ...182) αιτήσεως στεγαστικού δανείου, στην οποία φέρεται τεθείσα η υπογραφή της κάτωθι της ενδείξεως "Ο Εγγυητής", η μη γνησιότητα της εν λόγω υπογραφής προβάλλεται αλυσιτελώς, καθ' όσον η εφεσίβλητος ουδόλως αμφισβητεί τη γνησιότητα των υπογραφών της επί της από 30.3.2007 "Ιδιωτικής Συμβάσεως Δανείου Τοκοχρεωλυτικού ΕΥΡΩ 448.000 (Προσημείωση Υποθήκης επί Ακινήτου)", από την οποία και μόνον απορρέουν οι ερευνώμενες υποχρεώσεις αυτής έναντι της εκκαλούσας ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας,

β) ναι μεν στην προμετωπίδα (βασικό τίτλο) της από 30.3.2007 συμβάσεως δανείου ("Ιδιωτική Σύμβαση Δανείου Τοκοχρεωλυτικού ΕΥΡΩ 448.000 [Προσημείωση Υποθήκης επί Ακινήτου]") δεν διαλαμβάνεται ειδική μνεία της καταρτίσεως συμβάσεως εγγυήσεως, πλην όμως στην πρώτη σελίδα αυτής αναγράφονται: 1. με τονισμένα μαύρα στοιχεία τα ονοματεπώνυμα και τα λοιπά στοιχεία ταυτότητος της εφεσίβλητου και του πατέρα της Κ. Θ. και 2. η ιδιότητα, υπό την οποία αυτοί παρίστανται και υπογράφουν την εν λόγω σύμβαση στεγαστικού δανείου, ήτοι η ιδιότητα αυτών ως "εγγυητών",

γ) η σύμβαση διαλαμβάνει ειδικό αυτοτελές περί εγγυήσεως άρθρο (ήτοι το άρθρο 13, το οποίο μάλιστα φέρει τον σαφή τίτλο "Αποδοχή σύμβασης από τον εγγυητή"), στο οποίο παρατίθενται ευκρινώς οι όροι της συμβάσεως εγγυήσεως και οι απορρέουσες από αυτήν υποχρεώσεις του εγγυητή,

δ) η εφεσίβλητος έθεσε την υπογραφή της όχι μόνο στο τέλος κάθε ενδιαμέσου σελίδος, αλλά στην τελευταία σελίδα της συμβάσεως δανείου, κάτωθι της ενδείξεως "Ο εγγυητής", χωρίς να υποβάλει οποιοδήποτε διευκρινιστικό ερώτημα ή να διατυπώσει οιαδήποτε αντίρρηση ή επιφύλαξη,

ε) το γεγονός ότι η εφεσίβλητος δεν ζήτησε και δεν έλαβε σχέδιο ή αντίγραφο της προκειμένης συμβάσεως δανείου, είτε προ είτε κατά την κατάρτιση αυτής, δεν πρέπει να επιρριφθεί στην εκκαλούσα ανώνυμο τραπεζική εταιρία, αλλά εμπίπτει στη δική της σφαίρα κινδύνου, υπό την έννοια ότι, καίτοι είχε δικαίωμα, κατά τα παγίως κρατούντα στη τραπεζική πρακτική και εν γένει στις συναλλαγές, να ζητήσει και να λάβει αμέσως τοιούτο σχέδιο ή αντίγραφο, δεν το έπραξε, ούτε υπέβαλε κατά την ανάγνωση και υπογραφή της συμβάσεως οποιαδήποτε σχετική διευκρινιστική ερώτηση για οποιοδήποτε ζήτημα στους παριστάμενους εκπροσώπους της εκκαλούσας ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας (Διευθυντή και Υποδιευθυντή του υποκαταστήματος ...), οι οποίοι είχαν σχετική προς τούτο υποχρέωση και οι οποίοι αποδεικνύεται ότι προέβησαν στη συνήθη στην τραπεζική πρακτική σχετική ενημέρωση αναφορικώς με τους όρους της συμβάσεως δανείου και τις απορρέουσες από αυτήν υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών. Το γεγονός, άλλωστε, ότι ήταν ευχερής η λήψη αντιγράφου της συμβάσεως δανείου οιαδήποτε στιγμή (δηλαδή επιτόπου ή, το αργότερο, σε διάστημα ολίγων ημερών) εμμέσως συνομολογείται από την εφεσίβλητο, η οποία αφ' ενός μεν δεν ισχυρίζεται ότι οι αρμόδιοι υπάλληλοι της εκκαλούσας ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας αρνήθηκαν να της χορηγήσουν αντίγραφο της συμβάσεως, αφ' ετέρου δε έλαβε τοιούτο αντίγραφο αμέσως μόλις υπέβαλε σχετικό αίτημα την 12.3.2013 στον αρμόδιο υπάλληλο του ως άνω υποκαταστήματος, όπως ρητώς αναφέρεται στο δικόγραφο της κρινομένης αγωγής, στ) τα περιγραφόμενα στο δικόγραφο της αγωγής σοβαρά προβλήματα υγείας της εφεσίβλητου (βαρηκοΐα, σκλήρυνση κατά πλάκας κλπ.), η ύπαρξη των οποίων κατά το χρόνο καταρτίσεως των ενδίκων συμβάσεων (δανείου και εγγυήσεως) πράγματι αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως ιατρικά πιστοποιητικά, αλλά και τα λοιπά αναφερόμενα στην αγωγή στοιχεία περί την οικονομική, επαγγελματική και προσωπική κατάσταση αυτής κατά τον αυτό χρόνο (νεαρό της ηλικίας, άνεργος, άγαμος με προσδοκία δημιουργίας οικογενείας, φοιτήτρια σε I.E.Κ. κινησιοθεραπείας), τα οποία προσδιορίζονται από αυτήν ως παράγοντες αποτρεπτικοί για τη θέση της υπογραφής της ως εγγυήτριας στην ως άνω σύμβαση στεγαστικού δανείου, εάν τελούσε σε γνώση της πραγματικής καταστάσεως, δεν συνδέονται αιτιωδώς με την, κατά τους ισχυρισμούς αυτής, προκληθείσα πλάνη περί την έννοια και έννομους συνέπειες της συμβάσεως εγγυήσεως, η δε εφεσίβλητος εν πάση περιπτώσει ουδόλως επικαλείται ακυρότητα της δηλώσεως βουλήσεως της λόγω ελλείψεως συνειδήσεως των πραττομένων ή ψυχικής η διανοητικής διαταραχής, περιορίζουσας αποφασιστικώς τη λειτουργία της βουλήσεως της (άρθρο 131 παρ. 1 ΑΚ) ή λόγω εκμεταλλεύσεως της ανάγκης, της κουφότητος ή της απειρίας της (άρθρα 178, 179 ΑΚ), αλλά διάσταση μεταξύ της αληθούς βουλήσεως αυτής και της πράγματι γενομένης εκ μέρους της δικαιοπρακτικής δηλώσεως,

ζ) πέραν και ανεξαρτήτως των ανωτέρω, η εφεσίβλητος έλαβε γνώση της απευθυνόμενης εναντίον της (αλλά και εναντίον της οφειλέτιδος Α. Τ. και του ομοίως εγγυητή πατέρα της Κ. Θ.) από 26.4.2007 αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων της εκκαλούσας ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αίτημα την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί των αναφερομένων στον ως άνω συμβατικό όρο ακινήτων προς εξασφάλιση της απαιτήσεως αυτής εκ της προκειμένης συμβάσεως στεγαστικού δανείου, αλλά και της σχετικώς εκδοθείσας η υπ' αριθ. 32643Σ/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπου σαφώς και ευκρινώς αναφέρεται η ιδιότητα αυτής ως "εγγυήτριας", παρέστη δε αυτοπροσώπως κατά τη συζήτηση της αιτήσεως ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο της 26.4.2007, όπου ο αρμόδιος Δικαστής, κατά την κοινή πρακτική, γνωστοποίησε στους καθ' ων το περιεχόμενο της ως άνω αιτήσεως (έστω και εάν δεν ενημέρωσε αναλυτικώς τους διαδίκους για το ειδικότερο περιεχόμενο των όρων των συμβάσεων δανείου και εγγυήσεως ).

Ενόψει όλων των ανωτέρω, κρίνεται ότι η εφεσίβλητος ανέγνωσε το κείμενο της υπ' αριθ. ...7402/30.3.2007 συμβάσεως υπό τον τίτλο "Ιδιωτική σύμβαση δανείου τοκοχρεωλυτικού ευρώ 448.000 (προσημείωση υποθήκης επί ακινήτου)", στο οποίο αναφέρεται: 1. η ιδία ως "εγγυητής" (σ. 1 υπό στοιχείο Α. "ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΩΝ") και 2. η κατάρτιση της συμβάσεως εγγυήσεως και οι ειδικότεροι όροι αυτής (σ. 5, υπό στοιχείο Β. "ΓΕΝΙΚΟΙ ΟΡΟΙ ΔΑΝΕΙΟΔΟΤΗΣΗΣ - [ΠΡΟΣΗΜΕΙΩΣΗ ΥΠΟΟΗΚΗΣ ΕΠΙ ΑΚΙΝΗΤΟΥ"], άρθρο 13, υπό τον τίτλο "Αποδοχή σύμβασης από τον εγγυητή") και έθεσε την υπογραφή της σε κάθε σελίδα της συμβάσεως και στην τελευταία σελίδα υπό την ένδειξη "Ο ΕΓΓΥΗΤΗΣ", και ως εκ τούτου γνώριζε κατά την υπογραφή της συμβάσεως στεγαστικού δανείου την 30.3.2007 και οπωσδήποτε κατά την αυτοπρόσωπο παράσταση αυτής στην ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών συζήτηση της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων την 26.4.2007 (με αίτημα την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί των αναφερομένων στον ως άνω συμβατικό όρο ακινήτων προς εξασφάλιση της απαιτήσεως της εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας) ότι κατήρτισε μετά της εκκαλούσας ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας έγκυρο έγγραφο σύμβαση εγγυήσεως (άρθρα 847 επ. ΑΚ ), δυνάμει της οποίας ανέλαβε έναντι της ως άνω αντισυμβαλλομένης της την ευθύνη καταβολής της εκ της συμβάσεως δανείου οφειλής της πρωτοφειλέτιδος Α. Τ., ο δε ισχυρισμός της εφεσίβλητου ότι πληροφορήθηκε το πρώτον κατά το μήνα Μάρτιο του έτους 2013 (μετά την περιέλευση σε αυτήν την από 12.3.2013 επιστολής της εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας) ότι είχε εγγυηθεί προσωπικώς την προσήκουσα εκπλήρωση των όρων της συμβάσεως δανείου, τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι πανομοιότυπο σύμβαση εγγυήσεως μετά της εκκαλούσας ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας κατήρτισε ταυτοχρόνως και ο πατέρας της εφεσίβλητου και σύζυγος της πρωτοφειλέτιδος Α. Τ. Κ. Θ., ο οποίος δεν ζήτησε με αγωγή την ακύρωση της συμβάσεως εγγυήσεως ως προς αυτόν λόγω πλάνης, καθ' όσον δεν αμφισβήτησε την κατάρτιση εγκύρου συμβάσεως εγγυήσεως μεταξύ αυτού και της εκκαλούσας ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας και τις εξ αυτής απορρέουσες υποχρεώσεις του. Κατά συνέπεια, η εφεσίβλητος, επικαλούμενη πλάνη περί τις έννομους συνέπειες της επιδίκου δηλώσεως βουλήσεως της, ώφειλε να έχει ασκήσει την κρινομένη αγωγή με αίτημα την ακύρωση της υπ' αριθ. ...7402/30.3.2007 συμβάσεως υπό τον τίτλο "Ιδιωτική σύμβαση δανείου τοκοχρεωλυτικού ευρώ 448.000 (προσημείωση υποθήκης επί ακινήτου)", καθ' ο μέρος αυτή συμβλήθηκε ως εγγυήτρια για τη χορήγηση δανείου υπέρ της Α. Τ., το αργότερο έως την 31-3-2009 (ήτοι μέχρι τη συμπλήρωση διετίας από την επομένη της καταρτίσεως της 30.3.2007 συμβάσεως δανείου) και, εν πάση περιπτώσει, μέχρι την 27.4.2009 (ήτοι μέχρι τη συμπλήρωση διετίας από την επομένη της αυτοπρόσωπου παραστάσεως αυτής κατά τη συζήτηση της ως άνω αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών της 26.4.2007 ), πλην όμως το δικόγραφο της κρινομένης αγωγής κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μόλις την 28.6.2013 (σχετ. η προαναφερομένη έκθεση καταθέσεως δικογράφου) και επιδόθηκε στην εκκαλούσα ανώνυμο τραπεζική εταιρία την 12.9.2013 (σχετ. η από 12.9.2013 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Δ.), και ως εκ τούτου το δικαίωμα αυτής προς ακύρωση της ως άνω δικαιοπραξίας λόγω πλάνης είχε πλέον αποσβεσθεί λόγω παρελεύσεως διετίας από της καταρτίσεως αυτής (κατ' άρθρο 157 ΑΚ) και η κρινομένη αγωγή έπρεπε να έχει απορριφθεί καθ' ολοκληρίαν για το λόγο αυτό. Ενόψει όλων των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκαμε δεκτή καθ' ολοκληρίαν ως βάσιμο κατ' ουσίαν την αγωγή, ακύρωσε την υπ' αριθ. ...7402/30.3.2007 σύμβαση υπό τον τίτλο "Ιδιωτική σύμβαση δανείου τοκοχρεωλυτικού ευρώ 448.000 (προσημείωση υποθήκης επί ακινήτου)", καθ' ο μέρος η εφεσίβλητος συμβλήθηκε ως εγγυήτρια για τη χορήγηση δανείου στην πρωτοφειλέτιδα Α. Τ. και επέβαλε στην εκκαλούσα ανώνυμο τραπεζική εταιρία τη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητου εξ ΕΥΡΩ δεκατεσσάρων χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα (14.450 €), λόγω της ήττας της, έσφαλε, ενώ, εάν ορθώς έκρινε, έπρεπε να απορρίψει την αγωγή λόγω αποσβέσεως του δικαιώματος προς ακύρωση λόγω πλάνης, κατά τα προεκτεθέντα...". Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που στηρίζουν το, αποδεικτικό του πόρισμα περί απορρίψεως της αγωγής της αναιρεσείουσας, λόγω αποσβέσεως του δικαιώματός της, για ακύρωση της ένδικης σύμβασης, με την πάροδο της διετούς, αποσβεστικής, προθεσμίας από της καταρτίσεώς της και σε κάθε περίπτωση από τις 26-04-2007, οπότε και αν υπήρχε στο πρόσωπό της η επικαλουμένη πλάνη, η κατάσταση αυτή έληξε κατ' αυτό το χρόνο (26-04-2007), κατά τον οποίο, παρασταθείσα στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αυτοπροσώπως, έλαβε οπωσδήποτε γνώση ότι είχε συμβληθεί στην επίμαχη σύμβαση ως εγγυήτρια, ενώ τις κρίσεις του περί έλλειψης πλάνης στο πρόσωπο της ήδη αναιρεσίβλητης ενάγουσας, κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο, πλεοναστικά εξέφερε και δεν στήριξε επ' αυτών το διατακτικό της, το οποίο, όπως αναφέρθηκε, στήριξε, αποκλειστικώς, στην αιτιολογία περί αποσβέσεως του σχετικού της δικαιώματος, με την πάροδο της σχετικής αποσβεστικής προθεσμίας για την άσκησή του. Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον η αναιρεσείουσα ψέγει το Εφετείο για αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα της συνδρομής ή όχι πλάνης στο πρόσωπό της, κατά την υπογραφή της ένδικης σύμβασης, επικαλούμενη, ειδικότερα, ότι ενώ η αναιρεσιβαλλομένη αρχικώς δέχθηκε την έλλειψη της πλάνης της, ακολούθως εξαφάνισε την εκκαλουμένη, που κατά παραδοχή της ένδικης αγωγής, είχε ακυρώσει τη σύμβαση και στη συνέχεια την απέρριψε (αγωγή), λόγω παρέλευσης της κατ' άρθρο 157 ΑΚ διετούς αποσβεστικής προθεσμίας, κρίση που, κατά λογική ακολουθία, προϋποθέτει την κατάφαση της πλάνης της, τη συνδρομή όμως της οποίας (το Εφετείο) είχε αποκλείσει, κρίνεται αβάσιμος. Περαιτέρω, και ο πρώτος πρόσθετος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίον η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο για ανεπάρκεια των αιτιολογιών της κρίσης του περί απορρίψεως της αντένστασής της ότι η κατάσταση της πλάνης της, ως προς το ότι συμβλήθηκε ως εγγυήτρια, συνεχίσθηκε, τουλάχιστον, μέχρι το Μάρτιο 2013, επικαλούμενη, ειδικότερα, ότι προκειμένου να καταλήξει στην παραδοχή της αποκαλύψεως της πλάνης της, σε κάθε περίπτωση, με την κατάθεση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, με αίτημα την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης στο ένδικο ακίνητο, προς εξασφάλιση της απαιτήσεως της ήδη αναιρεσίβλητης τράπεζας και οπωσδήποτε κατά την αυτοπρόσωπη παράστασή της, στις 26-04-2007, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που συζητήθηκε η εν λόγω αίτηση, παρέλειψε ν' αναφέρει ότι της κοινοποιήθηκε αυτή η αίτηση, για να λάβει γνώση του αντικειμένου της, όπως επίσης (το Εφετείο παρέλειψε) να εξηγήσει πως έλαβε γνώση της ιδιότητάς της ως εγγυήτριας κατά τη συζήτηση της ίδιας αίτησης, κρίνεται απορριπτέος, ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, πέραν του ότι με αυτόν, "εν τοις πράγμασι" πλήττεται η ουσιαστική κρίση του Εφετείου, η αναιρεσιβαλλομένη, με πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο, σαφές, αποδεικτικό πόρισμα ότι: "...η εφεσίβλητος ανέγνωσε το κείμενο της υπ' αριθ. ...7402/30.3.2007 συμβάσεως υπό τον τίτλο "Ιδιωτική σύμβαση δανείου τοκοχρεωλυτικού ευρώ 448.000 (προσημείωση υποθήκης επί ακινήτου)", στο οποίο αναφέρεται: 1. η ιδία ως "εγγυητής"... η κατάρτιση της συμβάσεως εγγυήσεως και οι ειδικότεροι όροι αυτής...και έθεσε την υπογραφή της σε κάθε σελίδα της συμβάσεως και στην τελευταία σελίδα υπό την ένδειξη "Ο ΕΓΓΥΗΤΗΣ", και ως εκ τούτου γνώριζε κατά την υπογραφή της συμβάσεως στεγαστικού δανείου την 30.3.2007 και οπωσδήποτε κατά την αυτοπρόσωπο παράσταση αυτής στην ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών συζήτηση της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων την 26.4.2007 (με αίτημα την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί των αναφερομένων στον ως άνω συμβατικό όρο ακινήτων προς εξασφάλιση της απαιτήσεως της εκκαλούσας ανωνύμου εταιρίας) ότι κατήρτισε μετά της εκκαλούσας ανωνύμου τραπεζικής εταιρίας έγκυρο έγγραφο σύμβαση εγγυήσεως (άρθρα 847 επ. ΑΚ ), δυνάμει της οποίας ανέλαβε έναντι της ως άνω αντισυμβαλλομένης της την ευθύνη καταβολής της εκ της συμβάσεως δανείου οφειλής της πρωτοφειλέτιδος Α. Τ....".

ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 876/2012, 176/2011, 1/2008). Περαιτέρω, από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων. που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 481/2013, 214/2012), ενώ ως αποτελούντα ξεχωριστά από τα έγγραφα αποδεικτικά μέσα πρέπει να μνημονεύονται, μεταξύ άλλων, τα πρακτικά εξέτασης των μαρτύρων, κατά το άρθρο 410 ΚΠολΔ και οι ένορκες βεβαιώσεις, κατ' άρθρα 270 παρ. 2, 339 ΚΠολΔ (ΑΠ 1105/2015, ΑΠ 767/2011, ΑΠ 1725/2010, ΑΠ 1690/2010, ΑΠ 2178/2009). Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 10 και 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συντελέσθηκαν με την κατάστρωση της ελάσσονος, απορριπτικής της ένδικης αγωγής, πρότασής του, χωρίς απόδειξη, επικαλούμενη, για τη θεμελίωσή του, ότι ενώ στην αναιρεσιβαλλομένη μνημονεύονται όλα τα αποδεικτικά μέσα, εντούτοις, δημιουργείται αμφιβολία για το αν αυτά, πράγματι, λήφθηκαν υπόψη, αφού εκτιμήθηκαν αντίθετα προς τα όσα η ίδια υποστηρίζει. Ο λόγος, όμως, αυτός ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του, πέραν του ότι είναι απαράδεκτος, αφού με το πρόσχημα των επικαλουμένων πλημμελειών, η αναιρεσείουσα πλήττει, ανεπίτρεπτα, τις ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κρίνεται αβάσιμος. Και τούτο διότι, από την παρατιθέμενη σε προηγούμενη θέση της παρούσας γενική βεβαίωση της αναιρεσιβαλλομένης ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες των διαδίκων, έγγραφα και ένορκες βεβαιώσεις, που σημειωτέον, ειδικώς, μνημονεύονται σ' αυτή, πράγμα που και η ίδια η αναιρεσείουσα δέχεται), σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της (προσβαλλόμενης), καθίσταται αναμφίβολο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με όλα τα λοιπά και τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ως αγνοηθέντα.

ΙV. Οι λοιποί αναιρετικοί και πρόσθετοι λόγοι και ειδικότερα:

α) ο δεύτερος αναιρετικός λόγος από τους αριθμούς 1, 8, 9 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον η αναιρεσείουσα, αφού επικαλείται και αναλύει την έννοια των διατάξεων των άρθρων 340, 345, 361, 374, 847, 851, 853, 866, 1265, 1274, 1276, 1277, 1278, 1291, 1292, 1294, 1323 αριθ. 2 ΑΚ, σε συνδυασμό με διατάξεις του ΕισΝΑΚ και του ΚΠολΔ, αφού αναφέρει, εν συνόψει, τη διαδικαστική διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, αφού παραθέτει εκτενή αποσπάσματα της αναιρεσιβαλλομένης, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το Εφετείο υπέπεσε στις επικαλούμενες αναιρετικές πλημμέλειες, διότι απέρριψε αντί να δεχθεί την αγωγή της ως νόμω και ουσία βάσιμη, όπως ορθά έπραξε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που αποφάνθηκε ότι: "αποδείχθηκε ότι η δήλωση βούλησης της ενάγουσας δεν συμφωνούσε το περιεχόμενο της σύμβασης με την πραγματική της βούληση. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατά το χρόνο της υπογραφής της σύμβασης υπολάμβανε εσφαλμένα ότι παρείχε "εγγύηση" προς την Τράπεζα με ακίνητα περιουσιακά της στοιχεία προς εξασφάλιση απαιτήσεως της τελευταίας κατά της Α. Τ., ότι δηλαδή αναλάμβανε την υποχρέωση να χορηγήσει εμπράγματη ασφάλεια υπέρ της Τράπεζας και όχι ότι εγγυάται ατομικά ως αυτοφειλέτης...".

β) Ο τέταρτος λόγος της κρινομένης αίτησης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον η αναιρεσείουσα αιτιάται το Εφετείο ότι χρησιμοποίησε εσφαλμένα τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει την έννοια των εφαρμοστέων στην υπό κρίση διαφορά κανόνων δικαίου και να υπαγάγει σ' αυτούς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς. Και, ειδικότερα του αποδίδει ότι: "...υπέλαβε ότι η συνήθης στην τραπεζική πρακτική επεξήγηση όρων της σύμβασης που υπογράφει δανειολήπτης από τα τραπεζικά στελέχη, οδηγεί και στην ανατροπή της παραδοχής ότι η υπό του τρίτου παρεχομένη προσημείωση αναφέρεται, αποκλειστικώς, στην παροχή εξουσίας προς τον υπέρ ου η παραχώρηση δανειστή να επισπεύσει και εναντίον του αναγκαστική εκτέλεση προς ικανοποίηση της απαιτήσεως του από την δια του πλειστηριασμού αναγκαστική εκποίηση του ακινήτου, χωρίς η άνω παραχώρηση να τον καθιστά, κατά νομική ή λογική αναγκαιότητα και υποκείμενο της ενοχικής σχέσεως, ευθυνόμενος, προσωπικώς, για την καταβολή του δια της προσημειώσεως εξοφληθέντος χρέους..".

γ) Ο πρώτος πρόσθετος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το "...τι μεσολάβησε και εξ αυτού διευρύνθηκε η πρόσκλησή μου ώστε να γνωρίζω ότι προσέρχομαι να υπογράψω και ως εγγυήτρια. Η ανάγκη επαρκούς αιτιολογήσεως για το ως άνω κρίσιμο ζήτημα (: τι άλλαξε και, ενώ κλήθηκα να υπογράψω για προσημείωση επί ενός ακινήτου ουσιαστικά του πατέρα μου κατέληξα να υπογράψω και ως εγγυήτρια, θέτοντας σε κίνδυνο όλη τη λοιπή περιουσία μου) επιτείνεται και από τις παραδοχές της προσβαλλομένης...".

δ) Ο δεύτερος πρόσθετος λόγος, με τον οποίο καταλογίζει στο Εφετείο την πλημμέλεια του αριθμού 14, επικουρικά του αριθμού 1, άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στην απόρριψη ως αλυσιτελούς (απαραδέκτου) της ένστασής της περί μη γνησιότητας της υπογραφής της στην αίτηση στεγαστικού δανείου. Και, ε) ο τρίτος πρόσθετος λόγος από αριθμό 11 περ. γ' και επικουρικά της περ. α' (αριθ.11) άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδει στο Εφετείο ότι, αφενός, παρέλειψε να λάβει υπόψη του την από 7-3-2014 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Χ. Τ., αποφαινομένης ότι η υπογραφή στην ως άνω αίτηση στεγαστικού δανείου δεν χαράχθηκε από την αναιρεσείουσα και, αφετέρου, έλαβε υπόψη του την επίμαχη αίτηση, χωρίς, προηγουμένως, ν' αποφανθεί περί της γνησιότητας ή όχι αυτής. Είναι απαράδεκτοι, ως αλυσιτελείς, αφού πλήττουν τη μη στηρίζουσα το απορριπτικό, της ένδικης αγωγής, διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης, αλλά πλεοναστικώς εκφερθείσα, αιτιολογία του Εφετείου, περί μη αποδείξεως της επικαλουμένης πλάνης της αναιρεσείουσας. Πέραν του απαραδέκτου λόγω της αλυσιτελούς προβολής των ως άνω λόγων, από αυτούς, επιπροσθέτως, είναι απαράδεκτοι: ο δεύτερος αναιρετικός, διότι με το πρόσχημα της επικαλούμενης πλημμέλειας πλήττεται, απαραδέκτως, η ουσιαστική κρίση του Εφετείου, ο τέταρτος αναιρετικός, διότι τα όσα επικαλείται η αναιρεσείουσα, για τη θεμελίωσή του, δεν αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας, σε κάθε δε περίπτωση τα επικαλούμενα, από αυτή, ως τέτοια, το Εφετείο τα χρησιμοποίησε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και όχι για την ερμηνεία των κανόνων δικαίου και την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων και, ο πρώτος πρόσθετος λόγος, διότι τα όσα επικαλείται η αναιρεσείουσα δεν αποτελούν "ζητήματα", αλλά ανάγονται σε επιχειρήματα, τα οποία εξάγει αυτή, από την εκτίμηση των αποδείξεων. Σημειουμένου, ακόμη, ότι ο τρίτος πρόσθετος λόγος είναι και αβάσιμος, αφού στην αναιρεσιβαλλομένη ειδικώς μνημονεύεται η προαναφερθείσα έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, που φέρεται αγνοηθείσα.

  1. Επομένως, μη υπάρχοντος προς έρευνα άλλου αναιρετικού λόγου, η ένδικη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι της, για αναίρεση της υπ' αριθμό 2300/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει ν' απορριφθούν στο σύνολό τους και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος αυτής (άρθρα 106, 176, 183 ΚΠολΔ), όπως αναφέρεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει:

α) την από 27-12-2017 (με αρ. κατάθεσης 10011/992/2017) αίτηση αναίρεσης της Μ. Θ. και,

β) τους από 12-07-2018 (με αρ. κατάθεσης 57/2018) πρόσθετους λόγους της.

Απορρίπτει την ως άνω αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους της. Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, για την άσκηση της ως άνω αίτησης αναιρέσεως.

ΚΡΙΘΗΚΕ,

--------------------------------

ΕΛΕΝΗ ΜΕ ΠΛΑΓΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ newsletters prev1

legal bank

Newsletter

ΚΑΛΑΘΙ ΑΓΟΡΩΝ

Το καλάθι σας είναι άδειο.