210 9824002 | 6977 000 500 | Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.   |

Τροχαίο και Ασφαλιστικό - Ιδιωτική Ασφάλιση - Αστική ευθύνη επί τροχαίων ατυχημάτων

Τροχαίο και Ασφαλιστικό - Ιδιωτική Ασφάλιση - Αστική ευθύνη επί τροχαίων ατυχημάτων (52)

Τροχαία Ατυχήματα στην Αλλοδαπή

Ευθύνη Αλλοδαπού Ασφαλιστή

Αρμοδιότητα Ελληνικών Δικαστηρίων

Αναιρετική Διαδικασία κατ΄άρθρο 559 αρ.1α, 9 και 19 ΚΠολΔ

 

 

Αντισυνταγματικότητα διατάξεων

Ν. 4092/2012

που αφορούν το Επικουρικό Κεφάλαιο (1)

 

 Με την κατωτέρω δημοσιευόμενη απόφαση κρίθηκε ότι ο περιορισμός της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου στο ποσό των 6.000 ευρώ, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης είναι ευθέως αντίθετη προς την Δεύτερη Οδηγία του Συμβουλίου της 30.12.1983 (84/5/ΕΟΚ), η οποία ορίζει ότι η αξίωση για αποζημίωση τόσο για υλικές ζημιές όσο και για σωματικές βλάβες (στις οποίες υπάγεται και η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης­) δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τα ελάχιστα όρια ασφαλιστικής κάλυψης.

 Ομοίως κρίθηκε ότι ο περιορισμός της οφειλόμενης από το Επικουρικό Κεφάλαιο αποζημίωσης του παθόντος σε περίπτωση πτώχευσης του ασφαλιστή ή άκαρπης εκτέλεσης σε βάρος του ασφαλιστή ή τέλος ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής εταιρίας είναι αντίθετος προς την Οδηγία του Συμβουλίου της 24.4.1972 (72/166 ΕΟΚ), η οποία επιβάλλει στα κράτη μέλη τη λήψη μέτρων ώστε κάθε όχημα που κυκλοφορεί στη έδαφός τους να καλύπτεται ασφαλιστικά, δηλ. όχι απλά να έχει συνάψει σύμβαση ασφάλισης, αλλά και σε κάθε μεταγενέστερο του τροχαίου ατυχήματος χρόνο να δύναται ο παθών να αποζημιωθεί από ασφαλιστική εταιρία ή άλλο φερέγγυο πρόσωπο.

  Συνεπώς εφόσον με τις διατάξεις του Ν.4092/2012 τροποποιούνται οι πράξεις μεταφοράς των πιο πάνω Οδηγιών, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να μην συμμορφώνεται πλέον με τις επιταγές των Οδηγιών αυτών, οι σχετικές διατάξεις του Ν. 4092/2012 είναι ανίσχυρες.

 

 

Ο περιορισμός της Ευθύνης

του Επικουρικού Κεφαλαίου

 και για τις ήδη γεγενημένες αξιώσεις

 κρίνεται αντισυνταγματικός

και αντίθετος προς την ΕΣΔΑ

 

  Με την κατωτέρω δημοσιευόμενη απόφαση ομοίως κρίθηκε ότι η διάταξη  του άρθρου 4 παρ. γ Ν.4092/2012 (που τροποποίησε τη διάταξη της παρ.2 άρθρ.19 ΠΔ 237/1986),  όπου τέθηκαν ποσοτικοί περιορισμοί στο ύψος της καταβαλλόμενης εκ μέρους του Επικουρικού Κεφαλαίου αποζημίωσης, και κατά ρητή νομοθετική πρόβλεψη, καταλαμβάνει και τις ήδη γεγενημένες αξιώσεις κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου (χωρίς όμως να θίγει αξιώσεις  που έχουν επιδικαστεί με οριστική απόφαση)  δεν μπορεί εν προκειμένω να έχει ισχύ διότι  είναι αντίθετη στα άρθρα 4 και 17 του Συντάγματος και 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Μάλιστα, η προαναφερόμενη νομοθετική μεταβολή δεν φαίνεται να επιβάλλεται από λόγους δημόσιας ωφέλειας.

 Επιπρόσθετα οι  προαναφερόμενες διατάξεις του Ν. 4092/2012 προσβάλλουν και την συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας, καθώς προβλέπονται μέτρα που δεν είναι αναγκαία ούτε πρόσφορα για την προστασία του Επικουρικού Κεφαλαίου και την αποζημίωση των παθόντων από τροχαία ατυχήματα, αφού το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα θα μπορούσε να επιτευχθεί με την προληπτική επιτήρηση και τον έλεγχο των ασφαλιστικών εταιριών, αλλά και την μέριμνα για την ελαχιστοποίηση των οχημάτων που κυκλοφορούν ανασφάλιστα.  Τέλος, οι πιο πάνω διατάξεις του Ν. 4092/2012 θίγουν τον πυρήνα του σχετικού δικαιώματος των παθόντων να αξιώνουν την ικανοποίηση των ήδη γεννημένων απαιτήσεών τους από το Επικουρικό Κεφάλαιο.

 

 

 

Τόκοι Επικουρικού Κεφαλαίου

Αντισυνταγματική η διάταξη περί τοκοφορίας 6%

 

 

  Η διάταξη αυτή αναγνωρίζει υπέρ του Επικουρικού Κεφαλαίου ευνοϊκή μεταχείριση ως προς το θέμα της επιδίκασης τόκων, χωρίς να δικαιολογείται τούτο από λόγους δημοσίου συμφέροντος, δοθέντος ότι το απλό ταμειακό συμφέρον του Επικουρικού Κεφαλαίου δεν ταυτίζεται με το δημόσιο ή το γενικό συμφέρον και δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παραβίαση του δικαιώματος των παθόντων από τροχαία ατυχήματα να απαιτήσουν και να λάβουν τόκους για τις αξιώσεις τους σε ποσοστό ίδιο με εκείνο που καταβάλλουν οι ιδιώτες.

 Συνεπώς  η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 Π.Δ. 237/1986 έρχεται σε αντίθεση:

   α) με τα άρθρα 4 παρ. 1, και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού με αυτή αναγνωρίζεται υπέρ του Επικουρικού Κεφαλαίου ευνοϊκή μεταχείριση,

  β) με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφού δεν προκύπτει ότι υφίσταται λόγος δημοσίου συμφέροντος, που να καθιστά ανεκτή τη διαφοροποίηση αυτή,

  γ) με την διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ενόψει του ότι γίνεται προσβολή της περιουσίας του κάθε παθόντος – δανειστή του Επικουρικού Κεφαλαίου, χωρίς να γίνεται επίκληση σοβαρού λόγου δημοσίου συμφέροντος και δ) με την ήδη και συνταγματικώς κατοχυρωμένη (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος) αρχή της αναλογικότητας.

Εισαγωγή
Σε συνέχεια του δημοσιευθέντος στο προηγούμενο τεύχος μας (Σεπτέμβριος 2004) άρθρου του Δικηγόρου Σωτ, Λευκαρίτη με τίτλο «ΙΚΑ - Προϋποθέσεις μεταβίβασης αξίωσης του ασφαλισμένου του» και των σχετικών σχολίων και παρατηρήσεων, ενταύθα επιχειρούμε να προσεγγίσουμε το σχετικό θέμα υπό μια ξεχωριστή θεώρηση, βάσει των ισχυουσών διεθνών διατάξεων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των δικαιωμάτων του ανθρώπου, αλλά και της νομολογίας των Ολομελειών των Ανωτάτων Δικαστηρίων της χώρας μας.

1.Το άρθρο 1 του πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (1 ΠΠ) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/Ί974 (ΦΕΚ Α 259), ορίζει τα εξής:«Παν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμενοι διατάξεις δεν θίγουσιτο δικαίωμα παντός κράτους όπως θέση εν ισχύϊ νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρυθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιονσυμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρου ή άλλων εισφορών ή προστίμων».
2.Κατά την έννοια των προπαρατιθέμενων διατάξεων, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, έχουν αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων (Ολ.ΣτΕ 542/1999, ΕΔΚΑ 1999 σελ. 337, Ολ. Α.Π. 40/1998,ΕΔΚΑ 1999 σελ. 138, Ολ.Ελ.Συν. 2274/1997, ΕΔΚΑ 1998 σελ. 323), οι παρο-
χές κοινωνικής ασφάλισης , στις οποίες περιλαμβάνονται και οι απαιτήσειςγια συντάξεις, αποτελούν περιουσιακό δικαίωμα που προστατεύεται από τις διατάξεις αυτές (βλ. Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου -ΕΔΔΑ, Απόφ. Της 16/9/1996, υπόθεση : Gaygusuz κατά Αυστρίας, ΕΔΚΑ 1997
σελ. 11 επ., Απόφ. Της 20/6/2002, υπόθεση Αζίνας κατά Κυπριακής Δήμοκρατίας, ΕΔΚΑ 2002 σελ. 896 επ., Ολ.ΕΣ 864/2002, ΕΔΚΑ 2002 σελ. 845 επ.). Οι ως άνω παροχές υπόκεινται δε σε περιορισμούς μόνο για λόγους δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι όμως πρέπει να βρίσκονται σε μία δίκαιη ισορροπία προς τα θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (βλ. τις ίδιες ως άνω αποφάσεις του ΕΔΔΑ και του ΕΣ, καθώς και Μητσόπουλου : Η προστασία των περιουσιακών δικαιωμάτων κατ' άρθρο 1 του 1ου ΠΠ της Σύμβασης της Ρώμης, του έτους 1987 σελ. 228 επ.). Για το σκοπό αυτό πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και οι συνέπειες που θα έχει για τον ασφαλισμένο και την οικογένεια του ο περιορισμός ή η στέρηση της συντάξεως του , σε περίπτωση μάλιστα που αυτοί δεν έχουν άλλο μέσο βιοπορισμού (βλ. και απόφαση ΕΔΔΑ της υπόθεσης Αζίνας, ως άνω).
Εξάλλου, από τις ίδιες διατάξεις του άρθρου 1 του 1ου ΠΠ της ΕΔΣΑ - που κατοχυρώνουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου - καλύπτονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεγενημένης κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά. Τέτοιες είναι κατά το Ελληνικό δίκαιο και οι απαιτήσεις από αδικοπραξία για την καταβολή αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 57, 59, 932 του ΑΚ ή άλλες ειδικές διατάξεις (βλ. και Ολ. Α.Π. 40/1998, ένθα ανωτέρω και την αναφερόμενη σ' αυτή πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ). Η στέρηση δε των ενοχικών δικαιωμάτων χωρεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό την προϋπόθεση της καταβολής αποζημιώσεως (Ολ.Α.Π. 33/2002, ΕΔΚΑ 2003 σελ. 214).
3. Το άρθρο 10 παρ. 5 του ν.δ. 4104/1960 (άρθρα 18 παρ.1 ν.4470/1965 ΦΕΚ Α 103, 18 ν. 1654/1986 ΦΕΚ Α 177) ορίζει τα εξής :
«Επιφυλασσομένης της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 34 παρ.2 και 60 παρτ.3 του Α.Ν. 1846/1951, εφ' όσον ο ησφαλισμένος ή τα μέλη της οικογένειας του, δύνανται να αξιώσουν κατ' άλλους νόμους αποζημίωσιν δια ζημίαν προσγενομένην αυτοίς συνεπεία ασθενείας, αναπηρίας ή θανάτου του εις διατροφήν αυτού υπόχρεου, η αξίωσις αυτή μεταβιβάζεται εις το ΙΚΑ, δι Ό ποσόν τούτο οφείλει ασφαλιστικώς παροχάς, εις τον δικαιούχον της αποζημιώσεως, καθ Ό ειδικώτερον θέλει ρυθμισθή δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Δ.Σ. του ΙΚΑ. Η παραπάνω μεταβίβαση επέρχεται αυτοδικαίως από τότε που γεννήθηκε η αξίωση. Συμβιβασμός του δικαιούχου, παραίτηση, εκχώρηση ή με οποιοδήποτε τρόπο αλλοίωση της αξίωσης του για αποζημίωση είναι άκυρη κατά το μέρος που αφορά τις παραπάνω αξιώσεις του ΙΚΑ από παροχές».
4. Σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 4104/1960 που παρατίθενται παραπάνω, σε περίπτωση που κάποιο άτομο το οποίο είναι ασφαλισμένο στο ΙΚΑ ή τα μέλη της οικογενείας του υποστούν ζημία συνεπεία ασθενείας, αναπηρίας ή θανάτου του υπόχρεου σε διατροφή αυτών, η αξίωση τους κατά του ζημιώσαντος ή της ασφαλιστικής εταιρείας στην οποία έχει ασφαλισθεί ο τελευταίος για το σχετικό κίνδυνο, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως στο ΙΚΑ, κατά το ποσό που τούτο οφείλει να καταβάλει ως ασφαλιστική παροχή στο δικαιούχο της αποζημίωσης. Η αποζημίωση όμως που οφείλεται στο δικαιούχο από την αδικοπραξία, αποτελεί, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά παραπάνω, περιουσιακό στοιχείο αυτού, το οποίο προστατεύεται από τις διατάξεις του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).
Εξάλλου, περιουσιακό στοιχείο, ανεξάρτητο από το προηγούμενο, που αποκτάται με βάση άλλη σχέση - την κοινωνικοασφαλιστική,μεταξύ του ζημιωθέντος και του ΙΚΑ (και όχι μεταξύ του πρώτου και του ζημιώσαντος ή της ασφαλιστικής εταιρείας), αποτελούν, συμφώνως με όσα έγιναν δεκτά παραπάνω και οι οφειλόμενες από το ΙΚΑ ασφαλιστικές παροχές που προστατεύονται επίσης από το άρθρο 1 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Κατ' ακολουθία τούτων, προβλέποντας το Ν.Δ. 4104/1960 την περιέλευση στο ΙΚΑ της αξιώσεως του δικαιούχου που οφείλει να καταβάλει ο ζημιώσας ή η ασφαλιστική εταιρεία, έχουμε την γνώμη ότι στερεί αδικαιολογήτως από το δικαιούχο το ένα του περιουσιακό στοιχείο ( εν μέρει ή εν όλω), χωρίς κανένα ιδιαίτερο αντάλλαγμα για τον ίδιο και χωρίς να προκύπτει ότι η στέρηση του αυτή εξυπηρετεί κάποιο συγκεκριμένο γενικότερο συμφέρον. Και τούτο ενόψει και του ότι οι ασφαλιστικές παροχές που καταβάλει το ΙΚΑ δεν έχουν χαριστικό χαρακτήρα αλλά στηρίζονται στη σχέση ασφάλισης που τους συνδέει με τον ασφαλισμένο και αποτελούν ανταπόδοση των ασφαλιστικών εισφορών που κατέβαλε προηγουμένως σ' αυτό ο τελευταίος, σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν το ΙΚΑ (Αν.Ν. 1846/1951 όπως ισχύει κλπ).
Συμπέρασμα
5. Ύστερα απ' όλα τα ανωτέρω έχουμε την γνώμη ότι οι προπαρατιθέμε-νες διατάξεις του ν.δ. 4104 /1960 δεν είναι σύμφωνες προς τις υπερνομοθετικές διατάξεις του άρθρου 1 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Η άποψη μας αυτή πιστεύουμε ότι είναι χρήσιμο να τεθεί περαιτέρω σε διάλογο μεταξύ των αναγνωστών δια των στηλών του περιοδικού μας. Σε σχέση με την συνταγματικότητα των ανωτέρω διατάξεων θα επανέλθουμε εν ευθέτω χρόνω.
---------------------------
...

ΤΕΥΧΟΣ ΜΑΡΤΙΟΣ 2004 Σελ.177 
Μικτή Ασφάλιση
Κατάρτιση Ασφαλιστικής Σύμβασης - Απόδειξη (1) Ασφαλιστικός Πράκτωρ
Από τις διατάξεις των άρθρων 1 επ. του ν. 2496/97 συνάγεται ότι η ασφαλιστική σχέση προϋποθέτει σύμβαση (Α.Κ. 361) μεταξύ ασφαλιστή και του αντισυμβαλλομένου του, που σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 185 και 189 του Α.Κ. καταρτίζεται με την κατά κανόνα, υποβαλλόμενη από τον αντισυμβαλλόμενο του ασφαλιστή πρόταση κατάρτισης της ασφαλιστικής σύμβασης, η οποία (πρόταση) συνήθως γίνεται με την συμπλήρωση εντύπου και την αποδοχή της πρότασης αυτής.
Η αποδοχή μπορεί να εκδηλωθεί και σιωπηρώς όπως με την αποστολή του ασφαλιστηρίου εγγράφου, την με οποιοδήποτε τρόπο ειδοποίηση κλπ. Το ασφαλιστήριο αποτελεί αποδεικτικό και όχι συστατικό της σύμβασης έγγραφο (αρθρ. 2 παρ. 1 του ως άνω νόμου).
Δηλαδή, η ασφαλιστική σύμβαση καταρτίζεται εγκύρως και χωρίς έγγραφο σε περίπτωση όμως ελλείψεως εγγράφου, δυσχεραίνεται η απόδειξη καθόσον μεταξύ των συμβληθέντων δεν χωρεί απόδειξη με μάρτυρες, εκτός αν το έγγραφο χάθηκε.
Εν προκειμένω η κατωτέρω δημοσιευομένη απόφαση εδέχθη ότι η συμπλήρωση της πρότασης ασφαλίσεως (στην οποία συμπεριλαμβάνετο και η κάλυψη ιδίων ζημιών - ΜΙΚΤΗ ΑΣΦΑΑΙΣΗ),
η προκαταβολή ασφαλίστρων
και η αποστολή πραγματονώμονα προς εξέταση των ζημιών εκ μέρους της ασφαλιστικής εταιρίας αποδεικνύουν την προκειμένη ασφαλιστική σύμβαση.

Εφετείο Αθηνών - Αριθμός: 7833/2003
Εισηγητής: Πατρουλα Ντάσκα
...

Δεν επιτρέπεται η τοποθέτηση διαφημιστικών πινακίδων που μπορεί να επηρεάσουν την ασφάλεια της οδικής κυκλοφορίας με οποιονδήποτε τρόπο, μεταξύ των οποίων είναι και η δημιουργία πακτωμένου επί του πεζοδρομίου εμποδίου, το οποίο είναι δυνατόν να προκαλέσει τον σοβαρό τραυματισμό ή τον θάνατο οδηγού Ι.Χ. που τυχόν θα συγκρουστεί με το εμπόδιο αυτό, και η δυνατότητα του εκάστοτε Ο.Τ.Α. να παραχωρεί τους χώρους των πεζοδρομίων για την τοποθέτηση εμπορικών διαφημιστικών πινακίδων, τελεί πάντοτε υπό την προϋπόθεση της λήψης όλων των απαραίτητων προστατευτικών μέτρων για την αποτροπή τροχαίων ατυχημάτων, εφόσον οι διατάξεις του ν. 1491/1984 δεν θίγουν τις ειδικές ως διατάξεις του Κ.Ο.Κ (αρθρ.11)., οι οποίες αφορούν την ασφάλεια της οδικής κυκλοφορίας
Σε αντίθετη περίπτωση, τα αρμόδια όργανα του Ελληνικού Δημοσίου, που στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι η Γενική Γραμματεία Δημοσίων Έργων ή η Περιφέρεια Αττικής, οφείλουν και αυτεπαγγέλτως, καθ' υποκατάσταση των αρμοδίων οργάνων των Ο.Τ.Α., να προβαίνουν στην λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων και εν τέλει στην αφαίρεση των επικινδύνων πινακίδων, εφόσον η διατύπωση της διάταξης της παρ. 8 του άρθρου 11 του Κ.Ο.Κ. ότι "δύνανται" να προβούν στις ανωτέρω ενέργειες δεν έχει την έννοια ότι έχουν διακριτική ευχέρεια προς τούτο, αλλά ότι θεσπίζεται σχετική αρμοδιότητα των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου, την οποία αυτά υποχρεούνται να ασκούν με κάθε πρόσφορο τρόπο για την ασφάλεια της οδικής κυκλοφορίας και στην περίπτωση που παραλείπουν να το πράξουν, το Ελληνικό Δημόσιο ευθύνεται για κάθε ζημιογόνο γεγονός, κατά τις διατάξεις περί αστικής ευθύνης του. (ΑΚ932)
...

Από τις διατάξεις των άρθρων 1 επ. του ν. 2496/97 συνάγεται ότι η ασφαλιστική σχέση προϋποθέτει σύμβαση (Α. Κ. 361) μεταξύ ασφαλιστή και του αντισυμβαλλομένου του, που σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 185 και 189 του Α.Κ. καταρτίζεται με την κατά κανόνα, υποβαλλόμενη από τον αντισυμβαλλόμενο του ασφαλιστή πρόταση κατάρτισης της ασφαλιστικής σύμβασης, η οποία (πρόταση) συνήθως γίνεται με την συμπλήρωση εντύπου και την αποδοχή της πρότασης αυτής.
Η αποδοχή μπορεί να εκδηλωθεί και σιωπηρώς όπως με την αποστολή του ασφαλιστηρίου εγγράφου, την με οποιοδήποτε τρόπο ειδοποίηση κλπ. Το ασφαλιστήριο αποτελεί αποδεικτικό και όχι συστατικό της σύμβασης έγγραφο (αρθρ. 2 παρ. 1 του ως άνω νόμου).
Δηλαδή, η ασφαλιστική σύμβαση καταρτίζεται εγκύρως και χωρίς έγ¬γραφο σε περίπτωση όμως ελλείψεως εγγράφου, δυσχεραίνεται η απόδειξη καθόσον μεταξύ των συμβληθέντων δεν χωρεί απόδειξη με μάρτυρες, εκτός αν το έγγραφο χάθηκε.
Εν προκειμένω η κατωτέρω δημοσιευομένη απόφαση εδέχθη ότι η συμπλήρωση της πρότασης ασφαλίσεως (στην οποία συμπεριλαμβάνετο και η κάλυψη ιδίων ζημιών - ΜΙΚΤΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ),
η προκαταβολή ασφαλίστρων
και η αποστολή πραγματονώμονα προς εξέταση των ζημιών εκ μέρους της ασφαλιστικής εταιρίας αποδεικνύουν την προκειμένη ασφαλιστική σύμβαση. (1)
...

Κάθε μεταβολή της κυριότητας ή κατοχής του ασφαλισμένου οχήματος επιφέρει την αυτοδίκαιη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης μετά πάροδον 15 ημερών από της μεταβολής. Η αυτοδίκαιη αυτή λύση, της ασφαλιστικής συμβάσεως με καταγγελία και με αντισυμφωνία των συμβληθέντων μερών ισχύει μόνο για τις σχέσεις μεταξύ ασφαλισμένου και ασφαλιστή.

Έναντι όμως των τρίτων ζημιωθέντων προσώπων, τα οποία κατ' άρθρο 10 παρ. 1 του ίδιου νόμου έχουν ιδίαν αξίωση ευθέως κατά του ασφαλιστή από την ασφαλιστική σύμβαση, ο ασφαλιστής ευθύνεται, εφόσον δεν γνωστοποιήσει (και μάλιστα εγγράφως κατά το εδ. β' της παρ. 2 του ως άνω άρθρου 11) την τοιαύτη λύση προς τον ασφαλισμένον ή τον αντισυμβαλλόμενο και δεν περάσει χρονικό διάστημα 16 ημερών από την γνωστοποίηση αυτή.

Ο σκοπός της γνωστοποιήσεως αυτής είναι να άρει κάθε αμφισβήτηση ως προς το χρόνο παύσης της ευθύνης του ασφαλιστή και έτσι να αποτρέψει τη δυνατότητα συμπαιγνίας μεταξύ ασφαλισμένου και ασφαλιστή σε βάρος του ζημιωθέντος τρίτου, στην προστασία του οποίου και αποβλέπει το περιεχόμενο του άρθρου στο οποίο και αυτή η διάταξη έχει ενταχθεί.

Επομένως για την έναντι του ζημιωθέντος τρίτου απαλλαγή της ασφαλιστικής εταιρείας, είναι αναγκαία η τήρηση του επιβαλλόμενου από τον νόμο τύπου της γνωστοποίησης αυτής και αν ακόμη η ακύρωση της ασφαλιστικής συμβάσεως επήλθε με μεταγενέστερη κοινή συμφωνία (σύμβαση)του ασφαλιστή και του ασφαλισμένου, οπότε ο τελευταίος γνώριζε έκτοτε την ακύρωση αφού με τη σύμπραξη του είχε προκληθεί.


Στην προκείμενη περίπτωση αναιρείται απόφαση του Εφετείου που έκρινε ότι οι ήδη αναιρεσίβλητοι νομιμοποιούνται να στραφούν κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Επικουρικού Κεφαλαίου χωρίς να διαλαμβάνεται περαιτέρω στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και ότι η ασφαλιστική εταιρεία στην οποία ήταν ασφαλισμένο το ζημιογόνο αυτοκίνητο γνωστοποίησε εγγράφως την λύση της συμβάσεως ασφαλίσεως του προς τον παλαιόν κτήτορα του, και ότι παρήλθαν δεκαέξι ημέρες από την ως άνω γνωστοποίηση (μετά την πάροδο των οποίων επισυνέβη το ατύχημα), αρκέσθηκε μόνο στο περιστατικό ότι ο νέος κύριος του ζημιογόνου αυτοκινήτου (και οδηγός αυτού - εναγόμενος) δεν ζήτησε από την μεταβίβαση σε αυτόν και εντός δέκα πέντε ημερών την συνέχιση της συμβάσεως ασφαλίσεως προς την ασφαλιστική εταιρεία. 
Απόφ.Α.Π. 27/2004
Πρόεδρος Στυλ. Πατεράκης
Εισηγητής Γεώρ. Βούλγαρης

...

Η σύμβαση ασφάλισης μπορεί να λυθεί με μεταγενέστερη σύμβαση, που καταρτίζεται μεταξύ του ασφαλιστή και του αντισυμβαλλομένου. Στην περίπτωση αυτή, αφού στην καταργητική σύμβαση συμμετέχει και ο αντισυμβαλλόμενος στην ασφαλιστική σύμβαση και επομένως γνωρίζει τη λύση της, δεν απαιτείται να γίνει οποιαδήποτε γνωστοποίηση, η οποία άλλωστε θα ήταν χωρίς νόημα, αφού η λύση της ασφαλιστικής σύμβασης προκλήθηκε με τη σύμπραξη του, στην καταργητική σύμβαση.

Μεταφορά της Σύμβασης Ασφάλισης από ένα όχημα σε άλλο.

Συναφής αλλά διαφορετική προς την περίπτωση μεταβολής της κυριότητας ή κατοχής του αυτοκινήτου είναι η συμφωνία του ασφαλισμένου κυρίου του αυτοκινήτου και του ασφαλιστή για μεταφορά της σύμβασης ασφάλισης από ένα αυτοκίνητο του πρώτου, σε άλλο αυτοκίνητο του ίδιου ιδιοκτήτη.
Η μεταφορά αυτή, αποτελεί λύση της σύμβασης όσον αφορά τη σύμβαση στο παλιό αυτοκίνητο και σύναψη νέας όσον αφορά το άλλο αυτοκίνητο.
Αν, μετά ταύτα το παλιό αυτοκίνητο περιέλθει σε άλλον ιδιοκτήτη και προκαλέσει ατύχημα σε τρίτο πρόσωπο μέσα σε προθεσμία 16 ημερών από τη σύναψη της σύμβασης μεταφοράς ο ασφαλιστής ευθύνεται μόνον έναντι του παθόντος τρίτου όχι δε και έναντι του νέου ιδιοκτήτη του παλιού αυτοκινήτου και προς τούτο δεν απαιτείται να προκληθεί γνωστοποίηση από τον ασφαλιστή σ εκείνον (νέον ιδιοκτήτη) της λύσης της ασφαλιστικής σύμβασης με τον παλιό ιδιοκτήτη.

Απόφ.Α.Π.98/2003
Πρόεδρος: Δημ. Σουλτανιάς
Εισηγητής: Ανάρ. Πλάτης

...

ΑΠΔ 54/2004



ΠΕΡΙΛΗΨΗ



Ασφαλιστική εταιρεία - Ασφαλιστική αποζημίωση - Επεξεργασία προσωπικών δεδομένων υγείας - Συγκατάθεση υποκειμένου των δεδομένων -.



Η πρακτική ασφαλιστικής εταιρίας να απαιτεί από τους ασφαλισμένους της, προκειμένου να λάβουν την αποζημίωση που δικαιούνται, να δίνουν τη συγκατάθεσή τους για την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων υγείας τους στο έντυπο της εξοφλητικής απόδειξης, οδηγεί στην χωρίς ελεύθερη και ειδική συγκατάθεση επεξεργασία από την εταιρία ευαίσθητων δεδομένων υγείας των ασφαλισμένων της, κατά παράβαση των άρθρων 4 παρ.1 εδ. α και 7 παρ.2 εδ. α του ν. 2472/97.



ΚΕΙΜΕΝΟ



ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΡ. 54/2004


Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, συνήλθε μετά από πρόσκληση του Προέδρου της σε τακτική συνεδρίαση την 06-05-2004 στο κατάστημά της αποτελούμενη από τον Δ. Γουργουράκη, Πρόεδρο, και τους Α. Παπαχρίστου, ως εισηγητή, Σ. Λύτρα, Ν. Φραγκάκη και Σ. Σαρηβαλάση, τακτικά μέλη, και το αναπληρωματικό μέλος και Α. Παπανεοφύτου σε αναπλήρωση του Ν. Παπαγεωργίου, ο οποίος απουσίαζε λόγω κωλύματος, αν και είχε προσκληθεί νομίμως. Η Αρχή συνήλθε προκειμένου να εξετάσει την υπόθεση που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας. Παρούσα χωρίς δικαίωμα ψήφου ήταν η Κ. Λωσταράκου, ελέγκτρια, ως εισηγήτρια, και η κ. Μ. Τσιάβου, ως γραμματέας. 

O ........ με τα υπ' αριθμ. πρωτ. ......και .....έγγραφα και η ......με το υπ'αριθμ. .......... έγγραφό της προσέφυγαν στην Αρχή σχετικά με την πρακτική της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία ......... να απαιτεί από τους ασφαλισμένους της, προκειμένου να λάβουν την αποζημίωση που δικαιούνταν, να δίνουν τη συγκατάθεσή τους για την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων υγείας τους στο έντυπο της εξοφλητικής απόδειξης.

Η Αρχή απέστειλε αρχικά επιστολή (...............) για την πρώτη από τις ανωτέρω προσφυγές με την οποία ζητούσε τις απόψεις της εταιρίας για το θέμα χωρίς να λάβει απάντηση. Η υπόθεση συζητήθηκε αρχικά στη συνεδρίαση της Αρχής της 10.7.2003 στην οποία αποφασίστηκε η κλήση του εκπροσώπου της εταιρίας και στη συνέχεια στις 24.7.2003 όπου η Αρχή ανέβαλε την συζήτηση και έκδοση απόφασης σε μεταγενέστερη συνεδρίαση εν αναμονή του υπομνήματος που ζήτησε να προσκομίσει ο πληρεξούσιος δικηγόρος της καθ ης. Η εταιρία δεν απέστειλε σχετικό υπόμνημα. Στις 22-1-2004 η Αρχή συζήτησε τη δεύτερη προσφυγή και επιφυλάχθηκε για την έκδοση απόφασης, ενόψει της εκκρεμούς συναφούς υπόθεσης του ............. Στη συνεδρίαση της 29-1-2004 αποφασίστηκε να αναβληθεί η εξέταση των δύο προσφυγών μέχρις ότου το συμβούλιο λάβει γνώση της υπ'αριθμ........... απόφασης του Εφετείου Αθηνών στην οποία ερμηνεύτηκε η έννοια της συγκατάθεσης. Στη συνεδρίαση της 22.4.2004 αποφασίστηκε η κλήση του νόμιμου εκπροσώπου της εταιρίας για την προσφυγή της .............. στη συνεδρίαση της 6.5.2004. 

Την ασφαλιστική εταιρία ενώπιον της Αρχής εκπροσώπησαν οι δικηγόροι.......... κατά τη συνεδρίαση της 22-1-2004 και ............ στη συνεδρίαση της 6.5.2004.

Μετά τα παραπάνω, η Αρχή έκρινε ότι οι εν λόγω υποθέσεις ήταν ώριμες για την έκδοση απόφασης.

Από την ακρόαση των εκπροσώπων της εταιρίας, τα επισυναπτόμενα και επικαλούμενα έγγραφα και την εν γένει συζήτηση της υπόθεσης, προέκυψαν τα ακόλουθα :

Οι προσφεύγοντες είναι ασφαλισμένοι στην ανωτέρω ασφαλιστική εταιρία με σκοπό την κάλυψη ιατρικών εξόδων που αφορούν την υγεία τους. Υποβάλλουν δε τακτικά αιτήσεις αποζημίωσης για τις οποίες αποζημιώνονται κανονικά από την εταιρία. Στο πλαίσιο του ασφαλιστικών τους συμβολαίων, η εταιρία τους παρέχει το δικαίωμα να προβαίνουν σε ιατρικές εξετάσεις, την αξία των οποίων τους αποδίδει πλήρως. Στην εξοφλητική απόδειξη των ελέγχων του έτους 2003, η εταιρία έθεσε κάποιους όρους σχετικά με την επεξεργασία ευαίσθητων και μη προσωπικών δεδομένων οι οποίοι δεν περιλαμβάνονταν στο ασφαλιστικό τους συμβόλαιο. Προκειμένου να λάβουν οι προσφεύγοντες την αποζημίωση που δικαιούνταν, έπρεπε να δώσουν τη συγκατάθεσή τους για την άντληση από την εταιρία ευαίσθητων δεδομένων υγείας τους από τρίτα πρόσωπα, καθώς και για τη διαβίβαση αυτών σε ένα ευρύ κύκλο τρίτων προσώπων. Τυχόν δε άρση από τους προσφεύγοντες της συγκατάθεσής τους στο μέλλον, θα παρείχε στην εταιρία, όπως αναφέρεται στο έγγραφο, το δικαίωμα άμεσης καταγγελίας της σύμβασης. 

Κατά τους ισχυρισμούς των εκπρόσωπων της εταιρίας, οι εν λόγω ασφαλιστικές συμβάσεις είχαν συναφθεί το 1993 και 1994, χρόνο κατά τον οποίο δεν προβλεπόταν η συγκατάθεση για την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, καθόσον ο νόμος 2472/97 ήρθε μεταγενέστερα σε ισχύ. Στις συμβάσεις μετά το 2000, η εταιρία λαμβάνει τη συγκατάθεση στην πρόταση ασφάλισης. Για τις προγενέστερες - πριν το 2000- συμβάσεις, όπως οι επίδικες, η εταιρία ζητά τη συγκατάθεση για την άντληση στοιχείων από διάφορες πηγές σε έντυπο της εξοφλητικής απόδειξης το οποίo υπέχει θέση σύμβασης για τους όρους επεξεργασίας οι οποίοι δεν είχαν περιληφθεί στα ασφαλιστικά συμβόλαια. 

Η εταιρία, μετά την επιστολή της Αρχής, τροποποίησε το σχετικό έντυπο και περιόρισε τους αποδέκτες στους αναφερόμενους στην χορηγηθείσα από την Αρχή άδεια. Σχετικά με τις πηγές, η εταιρία ισχυρίστηκε ότι είναι αναγκασμένη να ζητήσει στοιχεία από τρίτους προκειμένου να γνωρίζει αν ο ασφαλισμένος εξεπλήρωσε την υποχρέωσή του, κατά την ασφαλιστική νομοθεσία, να αποκαλύψει στην εταιρία κάποια δεδομένα της υγείας του πριν, αλλά και κατά τη διάρκεια της σύμβασης, καθόσον η εταιρία δεν μπορεί να διαπιστώσει την αλήθεια των αρχικών δηλώσεων του κατά τη σύναψη της σύμβασης (εκτός από ειδικές περιπτώσεις κάλυψης αυξημένου κινδύνου ), αλλά και επειδή ο ασφαλισμένος δεν θα δώσει συγκατάθεση για την ανωτέρω επεξεργασία μετά την επέλευση του γεγονότος. Αυτοί επομένως που δεν θα υπογράψουν το εν λόγω έγγραφο, είναι, κατά την εταιρία, οι ασφαλισμένοι που διέπραξαν ασφαλιστική απάτη. 

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1α του ν.2472/97, δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους και σαφείς σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία εν όψει των σκοπών αυτών. 

Σύμφωνα, εξάλλου, με το άρθρο 7 παρ. 2α του ν.2472/97, επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων επιτρέπεται μόνο όταν το υποκείμενο έχει δώσει τη γραπτή συγκατάθεσή του, η οποία, κατά το άρθρο 2 εδαφ. ια, πρέπει να είναι πέραν των άλλων, «ελεύθερη, ρητή, ειδική και εν πλήρη επιγνώσει» του υποκειμένου.

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι η συγκατάθεση πρέπει να είναι ελεύθερη, δηλ.να μην εξαναγκάζεται το υποκείμενο στην παροχή της.

Στα προσκομιζόμενα από τους προσφεύγοντες έντυπα των εξοφλητικών αποδείξεων των ετών 2002 και 2003 η εταιρία είχε εντάξει την παροχή συγκατάθεσης των ασφαλισμένων πελατών της για την πρόσβαση από αυτήν σε προσωπικά δεδομένα υγείας που τηρούνται από τρίτους καθώς και για την διαβίβαση αυτών σε τρίτους αποδέκτες. Για να νομιμοποιήσει τις εν λόγω συλλογές και διαβιβάσεις, η εταιρία ζητούσε τη γραπτή συγκατάθεση των ασφαλισμένων, στο έντυπο της εξοφλητικής απόδειξης, έτσι ώστε να μην μπορεί να λάβει την αποζημίωσή του ο ασφαλισμένος αν δεν υπέγραφε. 

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η ένταξη της συγκατάθεσης στην εξοφλητική απόδειξη στερεί από αυτήν τον κατά νόμο αναγκαίο ελεύθερο χαρακτήρα της, αφού η παροχή της προς την ασφαλιστική εταιρία αποτελεί προυπόθεση για την είσπραξη της ασφαλιστικής αποζημίωσης. Η εταιρία θα μπορούσε να απευθυνθεί στους προσφεύγοντες οι οποίοι δεν είχαν δώσει τη συγκατάθεσή τους με τις παλιές συμβάσεις για τους οποίους προέκυψαν ενδείξεις για απόκρυψη στοιχείων ή αναληθών δηλώσεων και επομένως για παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον ασφαλιστικό νόμο, και να ζητήσει να έχει πρόσβαση σε χρόνο μη συνδεόμενο με την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης.

Κατά συνέπεια, η πρακτική αυτή οδηγεί στην χωρίς ελεύθερη και ειδική συγκατάθεση επεξεργασία από την εταιρία ευαίσθητων δεδομένων υγείας των ασφαλισμένων της, κατά παράβαση των άρθρων 4 παρ.1 εδαφ.α και 7 παρ.2 εδαφ.α του ν.2472/97.

Ενόψει της βαρύτητας της πράξης που αποδείχθηκε και της προσβολής που επήλθε από αυτή στα υποκείμενα δηλ. στους καταγγέλλοντες, αλλά και των γενικότερων επιπτώσεων που έχει η πρακτική αυτή στους ασφαλισμένους της εταιρίας, η Αρχή κρίνει ομόφωνα ότι πρέπει να επιβληθεί στον υπεύθυνο της επεξεργασίας η προβλεπόμενη στο άρθρο 21 παρ.1 εδαφ. β του ν.2472/97 κύρωση που αναφέρεται στο διατακτικό, η οποία κρίνεται ανάλογη με τη βαρύτητα της παράβασης. 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Επιβάλλει πρόστιμο είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ στην ασφαλιστική εταιρία ...................... για παράβαση των άρθρων 4 παρ. 1εδαφ.α και 7 παρ.2 εδαφ.α του ν.2472/97. 
...

Μέθη Οδηγού
Δεν ερευνάται η Αιτιώδης Συνάφεια
μεταξύ της μέθης και του αποτελέσματος
για να ισχύσει η Εξαίρεση Ασφαλιστικής Κάλυψης (1)
(Σημ. βλ. cοntra παρατηρήσεις και σχόλια κατωτέρω)
Το Εφετείο ερμηνεύοντας υπό τις αρχές της συναλλακτικής ευθύτητας και τους συνηθισμένους τρόπους ενέργειας στις συναλλαγές (ΑΚ 173 και200), έκρινε ότι με συμβατικό όρο της ασφάλισης, ορίσθηκε αποκλεισμός της ευθύνης της ασφαλιστικής εταιρίας, σε περίπτωση πρόκλησης ατυχήματος από ασφαλισμένο οδηγό που τελεί σε κατάσταση μέθης, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 ΚΟΚ (Ν.614/1977) και της κατ' εξουσιοδότηση του ως άνω άρθρου, εκδοθείσας 13382 Φ. 105.11/4δ της25/26.11.1977 (ΦΕΚ Β" 1266) απόφασης των Υπουργών Συγκοινωνιών και Δημόσιας Τάξης «περί του τρόπου διαπιστώσεως χρήσεως οινοπνεύματος κ.λ.π.» και ειδικότερα ότι, αρκεί προς τούτο η διαπίστωση της κατάστασης αυτής με την ανεύρεση οινοπνεύματος στο αίμα του οδηγού σε ποσότητα 0,80%.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 173, 200 και 361 ΑΚ, ούτε αυτή του άρθρου 300 ΑΚ, την οποία, μη εφαρμοστέα, δεν εφάρμοσε και συνεπώς είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, , λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Απόφ. Α. Π. 1110/2005 Πρόεδρος : Στυλιανό Πατεράκη,
Εισηγητής : Ανόργ. Πλατής Δικηγόροι : Θεόδ. Παπαδόπουλος - Στέφ. Σταύρου

Σχόλια Παρατηρήσεις
1) Στην παρούσα απόφαση ανακύπτει και πάλι το φλέγον θέμα της εξαίρεσης ασφαλιστικής κάλυψης του εν μέθη οδηγού και επιχειρείται - καλλιεργείται μετατόπιση της πάγιας θέσης της νομολογίας μας, αναφορικά με την έρευνα, εάν η μέθη ευρίσκετο σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα (τροχαίο ατύχημα). Δεν μας βρίσκει σύμφωνους η άποψη ότι αρκεί η διαπίστωση της μέθης για να απαλλαγεί ο ασφαλιστής της ευθύνης του, πράγμα που πλέον επιχειρείται με την δήθεν έρευνα, (σύμφωνα μάλιστα με τους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών), του συμβατικού όρου εξαίρεσης της μέθης.

Η αποδοχή της άποψης ότι δεν ερευνάται η σύνδεσης της αιτιώδους συνάφειας με το προκληθέν αποτέλεσμα (τροχαίο ατύχημα), μας παραπέμπει στις σκέψεις των έγκριτων νομομαθών και συγγραφέων αειμνήστων Γεώργιο Βαβαρέτο και Ιάκωβο Ζαγκαρόλα (Ποιν. Χρον. Κ. Σελ.394) ότι την περί ενοχής απόφαση δεν θα εκδίδει ο Δικαστής, αλλά το Χημείο (που διαπιστώνει το ποσοστό οινοπνεύματος στο αίμα). «Τοιαύτη όμως δεν είναι δυνατόν να είναι η θέλησις του νόμου. Διότι δια την περί ενοχής κρίσιν, πρέπει να συντρέχουν και άλλα στοιχεία του εγκλήματος και δη ...».

Η νέα αυτή θέση της νομολογίας, μας παραπέμπει στη σκέψη ότι ο συμβατικός όρος περί εξαίρεσης του εν μέθη οδηγού της ευθύνης του ασφαλιστού, έχει τεθεί ως αυτόματη τιμωρία του οδηγού, εφόσον δεν ερευνάται πλέον, εάν προκάλεσε ατύχημα λόγω μέθης ή συνέτεινε άλλο στοιχείο υπαιτιότητας των εμπλεκομένων στο ατύχημα μερών. Διερωτώμεθα εάν είναι αυτή η αληθής βούληση του νομοθέτου, όταν από την «τιμωρία» αυτή προκύπτουν δυσανάλογα επιβαρυντικά αποτελέσματα για τον ασφαλισμένο και πιθανόν ανυπαίτιο οδηγό;
Με το συμβατικό όρο της ασφάλισης ορίσθηκε αποκλεισμός της ευθύνης της ασφαλιστικής εταιρίας σε περίπτωση πρόκλησης ατυχήματος από τον ασφαλισμένο οδηγό που τελούσε σε κατάσταση μέθης. Συνεπώς δεν θα πρέπει να εξετάζεται εάν προκάλεσε το ατύχημα ο μεθυσμένος οδηγός; Δηλαδή, εάν δεν το έχει προκαλέσει - ή δεν συνετέλεσε η μέθη του συγκεκριμένου οδηγού στο ατύχημα, γιατί θα ισχύει αυτομάτως ο όρος εξαίρεσης της ασφαλιστικής κάλυψης;
(Βρέθηκες μεθυσμένος - έστω και αν το όχημα σου ήταν σταθμευμένο; Πλήρωσε το ατύχημα).


...

Σελίδα 1 από 4

ΕΛΕΝΗ ΜΕ ΠΛΑΓΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ newsletters prev1

legal bank

Newsletter

ΚΑΛΑΘΙ ΑΓΟΡΩΝ

Το καλάθι σας είναι άδειο.