210 9824002 | 6977 000 500 | Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.   |

Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2020 23:23

Ασφαλιστική Εκκαθάριση (Ν.4364/2016) – Η τύχη των εκκρεμών δικών μετά την 1.1.2016 – Οι θέσεις της Νομολογίας – Μία διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση. ΝΕΟ

Γράφτηκε από τον 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΥΧΗ ΤΩΝ ΕΚΚΡΕΜΩΝ ΔΙΚΩΝ ΕΠΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΕΩΝ ΠΟΥ ΕΠΕΡΧΟΝΤΑΙ

ΜΕΤΑ ΤΗΝ 1-1-2016 (Ν. 4364/2016)

ΜΙΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

 (ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΙΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΦΕΤΕΙΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ)

υπό Γεωργίου Αμπατζή

Δικηγόρου ε.τ.

(Δημοσιεύεται στην ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ, τεύχος Αύγουστος 2020)

(Πρέπει εκ των προτέρων να διευκρινισθεί ότι η ανάλυση που ακολουθεί αφορά μόνο αξιώσεις αποζημιώσεως των δικαιούχων, οι οποίες έχουν ως γενεσιουργό αιτία αυτοκινητικό ατύχημα. Αν η αξίωση αποζημίωσης δεν προέρχεται από τέτοιο ατύχημα, αλλά από άλλη αιτία που συνδέεται με την ασφαλιστική κάλυψη, δεν έχει εφαρμογή η παρακάτω επιχειρηματολογία. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι μόνο στις αποζημιώσεις από αυτοκινητικά ατυχήματα έχουμε την παρεμβολή του Επικουρικού Κεφαλαίου, η οποία παρεμβολή και στοιχειοθετεί την ειδοποιό διαφορά για τον τρόπο αντιμετώπισης των εκκρεμών αυτών υποθέσεων κατά το στάδιο της εκκαθάρισης της ασφαλιστικής επιχείρησης. Πρέπει ακόμη να τονισθεί ότι όλες οι αποφάσεις των Εφετείων και του Αρείου Πάγου που αναφέρονται παρακάτω αφορούν αποζημιώσεις δικαιούχων των οποίων οι αξιώσεις απέρρεαν από αυτοκινητικά ατυχήματα).

Ι.   ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

Τα δικαστήρια της χώρας μας απασχόλησε πρόσφατα το ζήτημα της δικονομικής αντιμετώπισης των εκκρεμών δικών στην περίπτωση κατά την οποία, διαρκούσης της εκκρεμοδικίας, επέρχεται η ασφαλιστική εκκαθάριση μετά την 1/1/2016. Η νομολογία στην αρχή διακυμάνθηκε ως προς το ζήτημα εάν οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται ή αν αυτές απορρίπτονται ως απαράδεκτες, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του νόμου 4364/2016. Τελικά τόσο στην νομολογία των Εφετείων όσο και του Αρείου Πάγου επικράτησε η άποψη ότι οι δίκες αυτές δεν μπορούν να συνεχιστούν, αλλά η συζήτησή τους κηρύχθηκε απαράδεκτη όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 239 παρ.3 του παραπάνω νόμου, την οποία διάταξη και εφήρμοσαν οι αποφάσεις αυτές. (Βλέπετε σχετικά Α.Π.1413, 1254/2019 σε ΝΟΜΟΣ και 672/ 2019 σε Ε.Συγκ.Δικ. 2019 σελ. 511 κ.επ. Για τη νομολογία των Εφετείων όπως και για την διακύμανση των θέσεων που υιοθέτησαν τα δικαστήρια κατά το αρχικό στάδιο εφαρμογής του νόμου βλέπετε παράθεση των σχετικών αποφάσεων με κριτικές παρατηρήσεις μας στην μελέτη μας σε Ε.Συγκ.Δικ.2018 σελ. 434 κ.επ. και ιδιαίτερα σελ.439 έως 441 και σε Α.Κρητικό «Αποζημίωση από Αυτοκινητικά Ατυχήματα» εκδ.Ε΄, τόμος ΙΙ σελ.338 παραπομπή 111).

Η άποψή μας είναι ότι οι θέσεις τις οποίες υιοθέτησε η κρατούσα νομολογία των Εφετείων και του Αρείου Πάγου δεν ανταποκρίνονται προς το γράμμα και το πνεύμα που διατρέχει τις διατάξεις αυτού του νόμου, όπως αυτές φωτίζονται από την αιτιολογική έκθεση αυτού αλλά και από τις αιτιολογικές σκέψεις του Προοιμίου της Κοινοτικής Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, η οποία ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τον εν λόγω νόμο.

 Τ.Ν.Π. ο Σόλων Πράσινο Πορτοκαλί           

  Video ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ        

ΙΙ. Η   ΣΥΛΛΟΓΙΣΤΙΚΗ   ΤΩΝ   ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ   ΤΟΥ   ΑΡΕΙΟΥ  ΠΑΓΟΥ

ΚΑΙ   ΤΩΝ   ΕΦΕΤΕΙΩΝ

Τόσο ο Άρειος Πάγος όσο και τα Εφετεία έχουν ως βασικό έρεισμα της νομικής τους θεμελίωσης τις διατάξεις των άρθρων 239 παρ.3 και 235 παρ.3 του νόμου 4364/2016.Η πρώτη από τις διατάξεις αυτές προβλέπει ότι κατά το χρονικό διάστημα που η ασφαλιστική επιχείρηση βρίσκεται σε εκκαθάριση αναστέλλεται κάθε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της και σε βάρος των ασφαλισμένων της, ενώ κατά το ίδιο χρονικό διάστημα αναστέλλονται και οι ατομικές διώξεις των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης. Με την δεύτερη από τις παραπάνω διατάξεις ορίζεται ότι στη περίπτωση της ασφαλιστικής εκκαθάρισης εφαρμόζονται συμπληρωματικά, μεταξύ των άλλων, οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα. Από τις διατάξεις αυτού του Κώδικα η νομολογία εφαρμόζει τη διάταξη του άρθρου 25, το οποίο προβλέπει ότι από την έναρξη της πτώχευσης αναστέλλονται απολύτως και αυτοδικαίως όλες οι ατομικές διώξεις των πτωχευτικών πιστωτών.

Από τον συνδυασμό αυτών των διατάξεων, τις οποίες έθεσαν ως βάση του νομικού συλλογισμού τους, οι αποφάσεις αυτές κατέληξαν στο ακόλουθο συμπέρασμα: Ότι “η συζήτηση κάθε είδους αναγνωριστικών ή καταψηφιστικού χαρακτήρα αγωγών που ασκήθηκαν από πιστωτές της εκκαθάρισης κηρύσσεται ως απαράδεκτη. Η συνέχιση εκκρεμών δικών επί αγωγών αντιστοίχου χαρακτήρα αναστέλλεται αυτοδικαίως ....Η άσκηση και η εκδίκαση ενδίκων μέσων επί αποφάσεων που εκδόθηκαν κατόπιν αγωγής ή άλλου ενδίκου βοηθήματος από πιστωτές της εκκαθάρισης απαγορεύεται....Σε περίπτωση δε που, παρά την ανωτέρω απαγόρευση ασκηθούν αγωγές, ένδικα μέσα ή άλλου είδους έννομα βοηθήματα, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται αυτών οφείλει και αυτεπαγγέλτως να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτησή τους ,κατά το άρθρο 239 παρ.3 του ν.4364/2016....”. Είναι ενδεικτικό ότι οι παραπάνω αποφάσεις για να στηρίξουν το σκεπτικό τους παραπέμπουν στην απόφαση 1942/2017 του ΑΠ[1]. Όμως η απόφαση αυτή ασχολήθηκε με απαίτηση αποζημίωσης που δεν απορρέει από τροχαίο ατύχημα, αλλά από άλλη αιτία ασφαλιστικής κάλυψης και επομένως δεν υπήρξε παρεμβολή του ΕΚ στην καταβολή της αποζημίωσης, η οποία και προσφέρει την ειδοποιό διαφορά για τις εκκρεμείς υποθέσεις που αναφέρονται στην παρούσα μελέτη. Τις παραπάνω θέσεις της νομολογίας επικροτεί και ο συγγραφέας και Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ε.τ. Α.Κρητικός, ο οποίος υποστηρίζει σχετικά τα ακόλουθα: «Το τελικό αποτέλεσμα των παραπάνω σκέψεων συνοπτικά είναι η επιδοκιμασία της θέσεως που εκφράζει η κρατούσα νομολογία και κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση τη εφέσεως, ώστε ο εκκαλών να προσφύγει στον εκκαθαριστή προς αναγγελία της απαιτήσεώς του κατά του ασφαλιστή χωρίς να έχει σημασία αν ήταν ή όχι εκκρεμής η δίκη του παθόντος τρίτου κατά του ασφαλιστή όταν ο τελευταίος τέθηκε σε καθεστώς εκκαθαρίσεως. Το κρίσιμο είναι αν η εκκαθάριση επήλθε ή όχι μετά την 1-1-2016[2]».

Η θέση αυτή, την οποία υιοθέτησαν τα παραπάνω δικαστήρια ως προς τις δίκες που εκκρεμούσαν ενώπιόν τους, είναι ολοφάνερο ότι οδηγεί σε ανεπιεικείς λύσεις για τους παθόντες σε τροχαία ατυχήματα, οι οποίες και συνεπάγονται δυσμενέστατες συνέπειες εις βάρος τους. Και αυτό διότι έτσι αναιρούνται δικαιώματα αυτών των διαδίκων, τα οποία αυτοί απέκτησαν μετά από μακροχρόνιους δικαστικούς αγώνες και τα οποία απορρέουν από μία ώριμη προς έκδοση απόφαση του Δευτεροβάθμιου ή του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία και οδηγεί εν όλω ή εν μέρει στην άμεση ικανοποίηση της απαίτησής τους. Ενδεικτικά αναφέρουμε την υπόθεση με την οποία ασχολήθηκε ή υπ’αριθ.2781/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (αδημ), στην οποία η διαδικασία είχε σαν εναρκτήριο έτος το 2010, οπότε ασκήθηκε η σχετική αγωγή της παθούσας, το έτος 2011 εκδόθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η οποία και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, το έτος 2011 ασκήθηκε έφεση κατά της απόφασης αυτής, το έτος 2013 εκδόθηκε παρεμπίπτουσα απόφαση του Εφετείου και μετά από σχετική κλήση η υπόθεση οδηγήθηκε σε εκ νέου εκδίκαση ενώπιον αυτού του δικαστηρίου το οποίο και εξέδωσε, το έτος 2018 πλέον, την παραπάνω απόφασή του με την οποία και κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση. Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι εκείνο της υπ’αριθ.4162/2018 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου (αδημ.) στην οποία η αγωγή του παθόντος είχε ασκηθεί το έτος 2011, το έτος 2012 εκδόθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, το έτος 2014 ασκήθηκε έφεση κατ΄ αυτής και ακολούθως εκδόθηκε το έτος 2018 η απόφαση αυτή του Εφετείου με την οποία κηρύχθηκε επίσης απαράδεκτη η συζήτηση. Και οι δύο αυτές αποφάσεις εφάρμοσαν τις διατάξεις του νόμου 4364/2016 που αναφέρονται παραπάνω. Έτσι ανοίγει ένας νέος φαύλος κύκλος για τους παθόντες διαδίκους, οι οποίοι ενώ ανέμεναν για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα την έκδοση αποφάσεως,  προκειμένου να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις τους εν όλω ή εν μέρει, αναγκάζονται πλέον να προσφύγουν στον εκκαθαριστή για να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους και να αναμένουν την κατάταξη αυτών στην σχετική κατάσταση που οφείλει να συντάξει αυτός. Αν έχουν αντιρρήσεις κατά της κατάταξης που έκανε ο εκκαθαριστής οφείλουν να εμπλακούν σε ένα νέο κύκλο δικαστικών περιπετειών. Οφείλουν δηλαδή να ασκήσουν τις αντιρρήσεις τους με ανακοπή, η οποία εισάγεται στο Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης και αν κρίνουν ότι η απόφαση αυτή δεν τους δικαιώνει πρέπει να ασκήσουν έφεση στο αρμόδιο Εφετείο, όπως ορίζουν οι διατάξεις του άρθρου 242 του Ν.4364/2016. Η πρόσθετη ταλαιπωρία του δικαιούχου αποζημιώσεως γίνεται καταφανής, όπως έχει ήδη παρατηρηθεί, όταν αυτός έχει επιτύχει την έκδοση αποφάσεως από δικαστήριο της Κρήτης ή της Θράκης, όπου αυτός έχει την κατοικία του και το οποίο ήταν και το τοπικά αρμόδιο με βάση τις σχετικές διατάξεις του ΚΠολΔικ. Στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να διορίσει δικηγόρο για να τον εκπροσωπήσει στην Αθήνα, όπου στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων έχουν την έδρα τους οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις.

Την παραπάνω άποψή μας ότι δηλαδή αν υπάρχουν εκκρεμείς δίκες μετά την 1-1-2016, ημερομηνία μετά την οποία η ασφαλιστική επιχείρηση τίθεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση, η δίκη δεν αναστέλλεται αλλά συνεχίζεται, δέχεται και ο Κρητικός ως δικαιοπολιτικώς ορθή[3]. Δεν δέχεται όμως ότι η άποψη αυτή μπορεί να θεμελιωθεί στις ισχύουσες διατάξεις, των οποίων και επιβάλλεται κατά τη γνώμη του ανάλογη τροποποίηση. (Για την αντίκρουση αυτής της θέσης του εν λόγω συγγραφέα βλέπετε παρακάτω στην παράγραφο ΙΙΙ-γ).

 Τ.Ν.Π. ο Σόλων Πράσινο Πορτοκαλί

Video Νομολογία

 

 

ΙΙΙ. ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ Η ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΩΝ ΚΡΙΣΙΜΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ

 

Με το ζήτημα της τύχης των εκκρεμών δικών επί των ασφαλιστικών εκκαθαρίσεων που επέρχονται μετά την 1-1-2016......

NEO BANNER ΓΙΑ ΔΩΡΕΑΝ ΔΟΚΙΜΑΣΤΙΚΗ ΧΡΗΣΗ ΜΑΡΣΙΤΑ

...

Διαβάστηκε 189 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2020 21:19

Τελευταία άρθρα από τον/την ΟΝΟΥΦΡΙΑΔΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ

Πολυμέσα

ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΥΧΗ ΤΩΝ ΕΚΚΡΕΜΩΝ ΔΙΚΩΝ ΕΠΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΕΩΝ ΠΟΥ ΕΠΕΡΧΟΝΤΑΙ

ΜΕΤΑ ΤΗΝ 1-1-2016 (Ν. 4364/2016)

ΜΙΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

 (ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΙΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΦΕΤΕΙΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ)

υπό Γεωργίου Αμπατζή

Δικηγόρου ε.τ.

(Δημοσιεύεται στην ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ, τεύχος Αύγουστος 2020)

(Πρέπει εκ των προτέρων να διευκρινισθεί ότι η ανάλυση που ακολουθεί αφορά μόνο αξιώσεις αποζημιώσεως των δικαιούχων, οι οποίες έχουν ως γενεσιουργό αιτία αυτοκινητικό ατύχημα. Αν η αξίωση αποζημίωσης δεν προέρχεται από τέτοιο ατύχημα, αλλά από άλλη αιτία που συνδέεται με την ασφαλιστική κάλυψη, δεν έχει εφαρμογή η παρακάτω επιχειρηματολογία. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι μόνο στις αποζημιώσεις από αυτοκινητικά ατυχήματα έχουμε την παρεμβολή του Επικουρικού Κεφαλαίου, η οποία παρεμβολή και στοιχειοθετεί την ειδοποιό διαφορά για τον τρόπο αντιμετώπισης των εκκρεμών αυτών υποθέσεων κατά το στάδιο της εκκαθάρισης της ασφαλιστικής επιχείρησης. Πρέπει ακόμη να τονισθεί ότι όλες οι αποφάσεις των Εφετείων και του Αρείου Πάγου που αναφέρονται παρακάτω αφορούν αποζημιώσεις δικαιούχων των οποίων οι αξιώσεις απέρρεαν από αυτοκινητικά ατυχήματα).

Ι.   ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

Τα δικαστήρια της χώρας μας απασχόλησε πρόσφατα το ζήτημα της δικονομικής αντιμετώπισης των εκκρεμών δικών στην περίπτωση κατά την οποία, διαρκούσης της εκκρεμοδικίας, επέρχεται η ασφαλιστική εκκαθάριση μετά την 1/1/2016. Η νομολογία στην αρχή διακυμάνθηκε ως προς το ζήτημα εάν οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται ή αν αυτές απορρίπτονται ως απαράδεκτες, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του νόμου 4364/2016. Τελικά τόσο στην νομολογία των Εφετείων όσο και του Αρείου Πάγου επικράτησε η άποψη ότι οι δίκες αυτές δεν μπορούν να συνεχιστούν, αλλά η συζήτησή τους κηρύχθηκε απαράδεκτη όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 239 παρ.3 του παραπάνω νόμου, την οποία διάταξη και εφήρμοσαν οι αποφάσεις αυτές. (Βλέπετε σχετικά Α.Π.1413, 1254/2019 σε ΝΟΜΟΣ και 672/ 2019 σε Ε.Συγκ.Δικ. 2019 σελ. 511 κ.επ. Για τη νομολογία των Εφετείων όπως και για την διακύμανση των θέσεων που υιοθέτησαν τα δικαστήρια κατά το αρχικό στάδιο εφαρμογής του νόμου βλέπετε παράθεση των σχετικών αποφάσεων με κριτικές παρατηρήσεις μας στην μελέτη μας σε Ε.Συγκ.Δικ.2018 σελ. 434 κ.επ. και ιδιαίτερα σελ.439 έως 441 και σε Α.Κρητικό «Αποζημίωση από Αυτοκινητικά Ατυχήματα» εκδ.Ε΄, τόμος ΙΙ σελ.338 παραπομπή 111).

Η άποψή μας είναι ότι οι θέσεις τις οποίες υιοθέτησε η κρατούσα νομολογία των Εφετείων και του Αρείου Πάγου δεν ανταποκρίνονται προς το γράμμα και το πνεύμα που διατρέχει τις διατάξεις αυτού του νόμου, όπως αυτές φωτίζονται από την αιτιολογική έκθεση αυτού αλλά και από τις αιτιολογικές σκέψεις του Προοιμίου της Κοινοτικής Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, η οποία ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τον εν λόγω νόμο.

 Τ.Ν.Π. ο Σόλων Πράσινο Πορτοκαλί           

  Video ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ        

ΙΙ. Η   ΣΥΛΛΟΓΙΣΤΙΚΗ   ΤΩΝ   ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ   ΤΟΥ   ΑΡΕΙΟΥ  ΠΑΓΟΥ

ΚΑΙ   ΤΩΝ   ΕΦΕΤΕΙΩΝ

Τόσο ο Άρειος Πάγος όσο και τα Εφετεία έχουν ως βασικό έρεισμα της νομικής τους θεμελίωσης τις διατάξεις των άρθρων 239 παρ.3 και 235 παρ.3 του νόμου 4364/2016.Η πρώτη από τις διατάξεις αυτές προβλέπει ότι κατά το χρονικό διάστημα που η ασφαλιστική επιχείρηση βρίσκεται σε εκκαθάριση αναστέλλεται κάθε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της και σε βάρος των ασφαλισμένων της, ενώ κατά το ίδιο χρονικό διάστημα αναστέλλονται και οι ατομικές διώξεις των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης. Με την δεύτερη από τις παραπάνω διατάξεις ορίζεται ότι στη περίπτωση της ασφαλιστικής εκκαθάρισης εφαρμόζονται συμπληρωματικά, μεταξύ των άλλων, οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα. Από τις διατάξεις αυτού του Κώδικα η νομολογία εφαρμόζει τη διάταξη του άρθρου 25, το οποίο προβλέπει ότι από την έναρξη της πτώχευσης αναστέλλονται απολύτως και αυτοδικαίως όλες οι ατομικές διώξεις των πτωχευτικών πιστωτών.

Από τον συνδυασμό αυτών των διατάξεων, τις οποίες έθεσαν ως βάση του νομικού συλλογισμού τους, οι αποφάσεις αυτές κατέληξαν στο ακόλουθο συμπέρασμα: Ότι “η συζήτηση κάθε είδους αναγνωριστικών ή καταψηφιστικού χαρακτήρα αγωγών που ασκήθηκαν από πιστωτές της εκκαθάρισης κηρύσσεται ως απαράδεκτη. Η συνέχιση εκκρεμών δικών επί αγωγών αντιστοίχου χαρακτήρα αναστέλλεται αυτοδικαίως ....Η άσκηση και η εκδίκαση ενδίκων μέσων επί αποφάσεων που εκδόθηκαν κατόπιν αγωγής ή άλλου ενδίκου βοηθήματος από πιστωτές της εκκαθάρισης απαγορεύεται....Σε περίπτωση δε που, παρά την ανωτέρω απαγόρευση ασκηθούν αγωγές, ένδικα μέσα ή άλλου είδους έννομα βοηθήματα, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται αυτών οφείλει και αυτεπαγγέλτως να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτησή τους ,κατά το άρθρο 239 παρ.3 του ν.4364/2016....”. Είναι ενδεικτικό ότι οι παραπάνω αποφάσεις για να στηρίξουν το σκεπτικό τους παραπέμπουν στην απόφαση 1942/2017 του ΑΠ[1]. Όμως η απόφαση αυτή ασχολήθηκε με απαίτηση αποζημίωσης που δεν απορρέει από τροχαίο ατύχημα, αλλά από άλλη αιτία ασφαλιστικής κάλυψης και επομένως δεν υπήρξε παρεμβολή του ΕΚ στην καταβολή της αποζημίωσης, η οποία και προσφέρει την ειδοποιό διαφορά για τις εκκρεμείς υποθέσεις που αναφέρονται στην παρούσα μελέτη. Τις παραπάνω θέσεις της νομολογίας επικροτεί και ο συγγραφέας και Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ε.τ. Α.Κρητικός, ο οποίος υποστηρίζει σχετικά τα ακόλουθα: «Το τελικό αποτέλεσμα των παραπάνω σκέψεων συνοπτικά είναι η επιδοκιμασία της θέσεως που εκφράζει η κρατούσα νομολογία και κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση τη εφέσεως, ώστε ο εκκαλών να προσφύγει στον εκκαθαριστή προς αναγγελία της απαιτήσεώς του κατά του ασφαλιστή χωρίς να έχει σημασία αν ήταν ή όχι εκκρεμής η δίκη του παθόντος τρίτου κατά του ασφαλιστή όταν ο τελευταίος τέθηκε σε καθεστώς εκκαθαρίσεως. Το κρίσιμο είναι αν η εκκαθάριση επήλθε ή όχι μετά την 1-1-2016[2]».

Η θέση αυτή, την οποία υιοθέτησαν τα παραπάνω δικαστήρια ως προς τις δίκες που εκκρεμούσαν ενώπιόν τους, είναι ολοφάνερο ότι οδηγεί σε ανεπιεικείς λύσεις για τους παθόντες σε τροχαία ατυχήματα, οι οποίες και συνεπάγονται δυσμενέστατες συνέπειες εις βάρος τους. Και αυτό διότι έτσι αναιρούνται δικαιώματα αυτών των διαδίκων, τα οποία αυτοί απέκτησαν μετά από μακροχρόνιους δικαστικούς αγώνες και τα οποία απορρέουν από μία ώριμη προς έκδοση απόφαση του Δευτεροβάθμιου ή του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία και οδηγεί εν όλω ή εν μέρει στην άμεση ικανοποίηση της απαίτησής τους. Ενδεικτικά αναφέρουμε την υπόθεση με την οποία ασχολήθηκε ή υπ’αριθ.2781/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (αδημ), στην οποία η διαδικασία είχε σαν εναρκτήριο έτος το 2010, οπότε ασκήθηκε η σχετική αγωγή της παθούσας, το έτος 2011 εκδόθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η οποία και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, το έτος 2011 ασκήθηκε έφεση κατά της απόφασης αυτής, το έτος 2013 εκδόθηκε παρεμπίπτουσα απόφαση του Εφετείου και μετά από σχετική κλήση η υπόθεση οδηγήθηκε σε εκ νέου εκδίκαση ενώπιον αυτού του δικαστηρίου το οποίο και εξέδωσε, το έτος 2018 πλέον, την παραπάνω απόφασή του με την οποία και κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση. Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι εκείνο της υπ’αριθ.4162/2018 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου (αδημ.) στην οποία η αγωγή του παθόντος είχε ασκηθεί το έτος 2011, το έτος 2012 εκδόθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, το έτος 2014 ασκήθηκε έφεση κατ΄ αυτής και ακολούθως εκδόθηκε το έτος 2018 η απόφαση αυτή του Εφετείου με την οποία κηρύχθηκε επίσης απαράδεκτη η συζήτηση. Και οι δύο αυτές αποφάσεις εφάρμοσαν τις διατάξεις του νόμου 4364/2016 που αναφέρονται παραπάνω. Έτσι ανοίγει ένας νέος φαύλος κύκλος για τους παθόντες διαδίκους, οι οποίοι ενώ ανέμεναν για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα την έκδοση αποφάσεως,  προκειμένου να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις τους εν όλω ή εν μέρει, αναγκάζονται πλέον να προσφύγουν στον εκκαθαριστή για να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους και να αναμένουν την κατάταξη αυτών στην σχετική κατάσταση που οφείλει να συντάξει αυτός. Αν έχουν αντιρρήσεις κατά της κατάταξης που έκανε ο εκκαθαριστής οφείλουν να εμπλακούν σε ένα νέο κύκλο δικαστικών περιπετειών. Οφείλουν δηλαδή να ασκήσουν τις αντιρρήσεις τους με ανακοπή, η οποία εισάγεται στο Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης και αν κρίνουν ότι η απόφαση αυτή δεν τους δικαιώνει πρέπει να ασκήσουν έφεση στο αρμόδιο Εφετείο, όπως ορίζουν οι διατάξεις του άρθρου 242 του Ν.4364/2016. Η πρόσθετη ταλαιπωρία του δικαιούχου αποζημιώσεως γίνεται καταφανής, όπως έχει ήδη παρατηρηθεί, όταν αυτός έχει επιτύχει την έκδοση αποφάσεως από δικαστήριο της Κρήτης ή της Θράκης, όπου αυτός έχει την κατοικία του και το οποίο ήταν και το τοπικά αρμόδιο με βάση τις σχετικές διατάξεις του ΚΠολΔικ. Στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να διορίσει δικηγόρο για να τον εκπροσωπήσει στην Αθήνα, όπου στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων έχουν την έδρα τους οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις.

Την παραπάνω άποψή μας ότι δηλαδή αν υπάρχουν εκκρεμείς δίκες μετά την 1-1-2016, ημερομηνία μετά την οποία η ασφαλιστική επιχείρηση τίθεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση, η δίκη δεν αναστέλλεται αλλά συνεχίζεται, δέχεται και ο Κρητικός ως δικαιοπολιτικώς ορθή[3]. Δεν δέχεται όμως ότι η άποψη αυτή μπορεί να θεμελιωθεί στις ισχύουσες διατάξεις, των οποίων και επιβάλλεται κατά τη γνώμη του ανάλογη τροποποίηση. (Για την αντίκρουση αυτής της θέσης του εν λόγω συγγραφέα βλέπετε παρακάτω στην παράγραφο ΙΙΙ-γ).

 Τ.Ν.Π. ο Σόλων Πράσινο Πορτοκαλί

Video Νομολογία

 

 

ΙΙΙ. ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ Η ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΩΝ ΚΡΙΣΙΜΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ

 

Με το ζήτημα της τύχης των εκκρεμών δικών επί των ασφαλιστικών εκκαθαρίσεων που επέρχονται μετά την 1-1-2016......

NEO BANNER ΓΙΑ ΔΩΡΕΑΝ ΔΟΚΙΜΑΣΤΙΚΗ ΧΡΗΣΗ ΜΑΡΣΙΤΑ

...

Συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια

ΕΛΕΝΗ ΜΕ ΠΛΑΓΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ newsletters prev1

legal bank

Newsletter

ΚΑΛΑΘΙ ΑΓΟΡΩΝ

Το καλάθι σας είναι άδειο.