210 9824002 | 6977 000 500 | Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.   |

Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2020 11:19

Δημοσιογραφική κριτική σε δικαστές. Η καταδίκη δημοσιογράφου σε αποζημίωση παραβίασε την ελευθερία της έκφρασης. Κριτήριο για το ύψος της αποζημίωσης ο βασικός μηνιαίος μισθός ΝΕΟ

Γράφτηκε από τον 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΑΠΟΦΑΣΗ

Tolmachev κατά Ρωσίας της 02.06.2020 (αρ. προσφ. 42182/11)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Δημοσιογραφική κριτική σε δικαστές και ελευθερία της έκφρασης. Οι επιδικαζόμενες αποζημιώσεις πρέπει να λαμβάνουν υπ΄όψιν την οικονομική κατάσταση του εναγομένου.

Ο προσφεύγων είναι δημοσιογράφος, ο οποίος επέκρινε μέσω τριών άρθρων του σε εφημερίδα και περιοδικό δικαστές για την συμπεριφορά τους και τους τρόπους που λειτουργούσαν. Για την μία δικαστίνα έγραψε ότι  έχοντας μια αντιδικία με τους ενοίκους της πολυκατοικίας της έχει ντροπιάσει τον εαυτό της σε ολόκληρη τη χώρα και ότι «είμαι πεπεισμένος ότι άτομα όπως ο κ…. η κα … δεν πρέπει να έχουν δικαστικές εξουσίες. Τις χρησιμοποιούν για το προσωπικό τους όφελος και αποτελούν ντροπή για τη ρωσική δικαστική εξουσία». Για άλλη δικαστίνα ανέγραψε  άρθρο με τίτλο  «Πως σχετίζεται η σκύλα με όλα αυτά;» που περιείχε και το εξής απόσπασμα «Η εμπειρία της πρώην δικαστίνας του Επαρχιακού Δικαστηρίου L., η κα. A., που εντοπίστηκε να δωροδοκείται, αποτελεί καθιερωμένη πρακτική μεταξύ των δικαστών εδώ και πολύ καιρό …».

Μετά από άσκηση αγωγών εναντίον του υποχρεώθηκε με δικαστικές αποφάσεις να καταβάλει σημαντικά ποσά αποζημίωσης λόγω των άρθρων του.

Διαμαρτυρόμενος για παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης, κατήγγειλε ότι στερήθηκε το δικαίωμα του να ξεσκεπάσει τη δικαστική διαφθορά.

Κατά το Στρασβούργο η λειτουργία του συστήματος δικαιοσύνης εμπίπτει  στο δημόσιο συμφέρον. Το ΕΔΔΑ υπενθύμισε ότι η προστασία του δικαστή από κάθε κριτική του Τύπου δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ως μέτρο που προάγει το κράτος δικαίου.

Στην υπό κρίση υπόθεση το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι τα εγχώρια Δικαστήρια δεν έλαβαν υπόψη   την ύπαρξη ζητήματος δημοσίου συμφέροντος ή δημόσιας ανησυχίας στα επίμαχα άρθρα ή τη συνάφεια των πληροφοριών σχετικά με τις φερόμενες ως διεφθαρμένες πρακτικές των δικαστών. Παραλείποντας οποιαδήποτε ανάλυση τέτοιων στοιχείων, τα εγχώρια δικαστήρια απέτυχαν να λάβουν υπόψη την ουσιώδη λειτουργία που εκπληρώνει ο Τύπος σε μια δημοκρατική κοινωνία.

Επίσης έκρινε ότι το ποσό της επιδικασθείσας  αποζημίωσης έπρεπε να καθοριστεί με βάση τα εισοδήματα του προσφεύγοντος και την αρχή της αναλογικότητας. Έθεσε δε ως αντικειμενικό κριτήριο για το εισόδημα τον ελάχιστο θεσμοθετημένο μηνιαίο μισθό.

Το Στρασβούργο διαπίστωσε παραβίαση του δικαιώματος ελευθερίας της έκφρασης (άρθρο 10 της ΕΣΔΑ) και επιδίκασε ποσό 27.450 ευρώ στον προσφεύγοντα για αποζημίωση και ηθική βλάβη.

ΣΧΟΛΙΟ – ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ

Ενδιαφέρουσα η απόφαση αυτή για την ελευθερία έκφρασης των δημοσιογράφων, την κριτική των δικαστών  και για την επιδίκαση χρηματικών ικανοποιήσεων λόγω ηθικής βλάβης.

Το Στρασβούργο εντάσσει την κριτική στους δικαστές στα πλαίσια του κράτους δικαίου επισημαίνοντας ότι η  προστασία τους από τη δημοσιογραφική  κριτική δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ως μέτρο που προάγει το κράτος δικαίου. Κατά το ΕΔΔΑ οι δικαστές είναι ex officio  δημόσια πρόσωπα και  διαδραματίζουν  κεντρικό ρόλο σε μια δημοκρατική κοινωνία. Ένας  τέτοιος ρόλος δεν μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά χωρίς ανοχή στη δημοσιογραφική κριτική.

Πολύ χρήσιμη και ενδιαφέρουσα η κρίση του ΕΔΔΑ για το ύψος των επιδικασθησομένων χρηματικών ικανοποιήσεων για ηθική βλάβη. Η  απόφαση που επιδικάζει ποσά αποζημίωσης πρέπει να λαμβάνει υπόψιν την οικονομική δυνατότητα του εναγομένου. Το Στρασβούργο εδώ  έλαβε ως αντικειμενικό κριτήριο για το ύψος της αποζημίωσης το θεσμοθετημένο ελάχιστο μηνιαίο μισθό του εθνικού κράτους. Μία εξέλιξη που βάζει φρένο στις μεγάλες και παράλογες αποζημιώσεις που δεν έχουν σχέση με τα πραγματικά εισοδήματα του καταδικασθέντος εναγομένου, ευθυγραμμιζόμενη με τη θεμελιώδη αρχή της αναλογικότητας.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 10,

Άρθρο 6§1

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων Aleksandr Tolmachev, είναι Ρώσος υπήκοος ο οποίος γεννήθηκε το 1955 και ζούσε στο Rostov-on-Don την επίδικη περίοδο.

Η υπόθεση αφορούσε δύο σειρές δικαστικών διαδικασιών  οι οποίες ασκήθηκαν εναντίον του προσφεύγοντος δημοσιογράφου,  με την κατηγορία της δυσφήμισης,  μετά τη δημοσίευση άρθρων που είχε γράψει σε μια τοπική εφημερίδα και σε ένα περιοδικό επικρίνοντας δύο δικαστές της περιοχής του Rostov-on-Don.

Η πρώτη σειρά διαδικασιών επικεντρώθηκε σε ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε το Μάιο του 2010 και αναφέρεται σε περιστατικό στο οποίο η δικαστίνα είχε εμποδίσει την πρόσβαση των γειτόνων της στον κοινόχρηστο χώρο της  πολυκατοικίας εγκαθιστώντας χώρισμα. Αναφερόμενος σε αυτήν έγραψε ότι έχει ντροπιάσει τον εαυτό της σε ολόκληρη τη χώρα και ότι «είμαι πεπεισμένος ότι άτομα όπως ο κ…. η κα … δεν πρέπει να έχουν δικαστικές εξουσίες. Τις χρησιμοποιούν για το προσωπικό τους όφελος και αποτελούν ντροπή για τη ρωσική δικαστική εξουσία».

Το δεύτερο σύνολο διαδικασιών ασχολήθηκε με τρία άρθρα που δημοσιεύθηκαν το 2008 και το 2010 σχετικά με τη παραίτηση δικαστίνας  μετά από ισχυρισμούς ότι την είχαν δει να χρηματίζεται. Οι διαδικασίες κινήθηκαν από τον υιό της, επειδή στο μεταξύ η δικαστίνα απεβίωσε.

Για την τελευταία  ανέγραψε  άρθρο με τίτλο  «Πως σχετίζεται η σκύλα με όλα αυτά;» που περιείχε και το εξής απόσπασμα «Η εμπειρία της πρώην δικαστίνας του Επαρχιακού Δικαστηρίου L., η κα. A., που εντοπίστηκε να δωροδοκείται, αποτελεί καθιερωμένη πρακτική μεταξύ των δικαστών εδώ και πολύ καιρό …».

Στη συνέχεια, τα δικαστήρια διαπίστωσαν ότι τα άρθρα του προσφεύγοντος είχαν αμαυρώσει τη φήμη των δικαστών, κρίνοντας ότι δεν είχε αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα  σε  ορισμένα  από τα άρθρα του. Οι αποφάσεις τόνισαν την αυξημένη «ευαισθησία» των εναγόντων ως δικαστών.

Τα δικαστήρια έκριναν τον προσφεύγοντα υπεύθυνο να καταβάλει στους ενάγοντες συνολικά 215.000 ρωσικά ρούβλια (περίπου 5.250 ευρώ) ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη για την πρώτη σειρά διαδικασιών και συνολικά 1.000.000 ρούβλια (περίπου 25.000 ευρώ) για τη δεύτερη σειρά διαδικασιών.

Στηριζόμενος στο άρθρο 10 (ελευθερία έκφρασης), ο προσφεύγων παραπονέθηκε για την έκδοση των εν λόγω αποφάσεων εναντίον του, τονίζοντας ότι τα άρθρα του έπρεπε να είχαν εξεταστεί υπό το ευρύτερο πλαίσιο των προσπαθειών του να ξεσκεπάσει τη δικαστική διαφθορά. Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι επιδικασθείσες αποζημιώσεις ήταν δυσανάλογα υψηλές.

TO ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης

Το Δικαστήριο επισήμανε εξαρχής ότι δεν αμφισβητείται από καμία πλευρά ότι οι αποφάσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου της 04.10.2010 και της 28.02.2011, όπως επικυρώθηκαν από το Περιφερειακό Δικαστήριο στις 13.12.2010 και στις 05.05.2011, αντίστοιχα, αποτελούσαν παρέμβαση στο δικαίωμα του προσφεύγοντος στην ελευθερία της έκφρασης, όπως κατοχυρώνεται από το άρθρο 10 § 1 της Σύμβασης. Στη  συνέχεια εξέτασε αν η παρέμβαση ήταν «απαραίτητη σε μια δημοκρατική κοινωνία».

Όσον αφορά τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο επισήμανε ότι το κοινό στοιχείο των δύο υπό εξέταση  δικαστικών διαδικασιών για αποζημίωση λόγω δυσφήμισης είναι ότι προήλθαν από τα προαναφερθέντα άρθρα που είχαν ασκήσει κριτική στους δικαστές. Επανέλαβε ότι τα ζητήματα που αφορούν τη λειτουργία του συστήματος δικαιοσύνης, ενός θεσμού που είναι απαραίτητου για οποιαδήποτε δημοκρατική κοινωνία, εμπίπτουν στο δημόσιο συμφέρον. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να ληφθεί υπόψη ο ειδικός ρόλος του δικαστικού σώματος στην κοινωνία.

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι και στις δύο διαδικασίες για αγωγή αποζημίωσης εξ αδικοπραξίας (δυσφήμιση), τα εθνικά δικαστήρια παρέλειψαν να λάβουν υπόψη ορισμένα ουσιώδη στοιχεία. Κατ΄ αρχάς, δεν προσπάθησαν να δώσουν ίση βαρύτητα στις αντίστοιχες θέσεις των διαδίκων. Αντίθετα, προσέδωσαν βάρος στη πλευρά των δικαστών, παραβλέποντας το γεγονός ότι ο προσφεύγων ήταν δημοσιογράφος. Το ΕΔΔΑ  επανέλαβε τη πάγια άποψή του σχετικά με τον ειδικό, κεντρικό  ρόλο που διαδραματίζει το δικαστικό σώμα σε μια δημοκρατική κοινωνία και τόνισε ότι ένας τέτοιος ρόλος δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει αποτελεσματικά χωρίς ένα μέτρο ανοχής όσον αφορά τη δημοσιογραφική κριτική. Η προστασία του δικαστή από κάθε κριτική του Τύπου  ανεξάρτητα από τη βασιμότητα της κριτικής,  τη συνάφεια ή την επιλογή λέξεων, δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ως μέτρο που προάγει το κράτος δικαίου. Επιπλέον, τα Επαρχιακά και Περιφερειακά Δικαστήρια δεν έλαβαν υπόψη την παρουσία ή την απουσία καλής πίστης εκ μέρους του προσφεύγοντος (ιδίως, ενόψει της τεκμηρίωσης και των μαρτύρων που προσκομίστηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας δυσφήμισης που άσκησε η κα M.), τον στόχο που επιδίωξε ο προσφεύγων στη δημοσίευση των άρθρων, την ύπαρξη ζητήματος δημοσίου συμφέροντος στα επίμαχα άρθρα ή τη συνάφεια των πληροφοριών σχετικά με τις φερόμενες ως διεφθαρμένες πρακτικές των δικαστών. Παραλείποντας οποιαδήποτε ανάλυση τέτοιων στοιχείων, τα εγχώρια δικαστήρια απέτυχαν να λάβουν υπόψη την ουσιώδη λειτουργία που εκπληρώνει ο Τύπος σε μια δημοκρατική κοινωνία.

Τα  εγχώρια δικαστήρια δεν εξέτασαν προσεκτικά τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος σχετικά με τις υπόλοιπες αναφορές που, κατά την άποψή του, εξέφραζαν προσωπική, υποκειμενική άποψη, που δεν ήταν επιδεκτική απόδειξης. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο σημείωσε ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν εφάρμοσαν αυστηρά ένα από τα βασικά πρότυπα που καθιερώθηκαν στην πρακτική του σχετικά με το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης.

Όσον αφορά την ανάγκη εξισορρόπησης μεταξύ του δικαιώματος των δικαστών (ή των κληρονόμων τους) για τη φήμη και τη δημοσιογραφική ελευθερία έκφρασης, το Δικαστήριο σημείωσε ότι τα εγχώρια δικαστήρια απλώς αποφάνθηκαν ότι οι επίμαχες αναφορές είχαν αμαυρώσει την τιμή των εναγόντων, την αξιοπρέπεια και επαγγελματική φήμη, χωρίς να παραθέσουν αιτιολογία για την υποστήριξη τέτοιων ευρημάτων.

Το Δικαστήριο επισήμανε επίσης ότι ο προσφεύγων είχε καταγγέλλει και τα δυσανάλογα μεγάλα ποσά που επιδικάστηκαν στους ενάγοντες.

Όσον αφορά τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο επισήμανε  ότι κανένας από τους διαδίκους δεν  ενημέρωσε για το μηνιαίο εισόδημα του προσφεύγοντος και τα εισοδήματα που διέθετε γενικά κατά τον κρίσιμο χρόνο. Ωστόσο, το Δικαστήριο θεώρησε σκόπιμο, προκειμένου να τεθούν σε κριτική θεώρηση τα ποσά αποζημίωσης που επιδικάστηκαν στους ενάγοντες να χρησιμοποιηθεί ως ποσό αναφοράς ο θεσμοθετημένος ελάχιστος μηνιαίος μισθός («МРОТ»).

Ωστόσο, τα εθνικά δικαστήρια έδωσαν εκπληκτικά μικρή προσοχή στο ζήτημα της αναλογικότητας της επιδικασθείσας αποζημίωσης. Τα δικαστήρια όχι μόνο δεν έκαναν την παραμικρή αναφορά στην οικονομική κατάσταση του προσφεύγοντος αλλά ενισχύεται η άποψη ότι επιδίκασαν μεγάλο ποσό αποζημίωσης από το γεγονός ότι οι ενάγοντες ήταν δικαστές.

Το Δικαστήριο εκτίμησε ότι οι αιτιολογίες που παρέθεσαν τα εθνικά δικαστήρια για να δικαιολογήσουν τις δύο περιπτώσεις παρέμβασης στο δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης του προσφεύγοντος, αν και είναι σχετικές, δεν μπορούν να θεωρηθούν επαρκείς. Κατά την εκτίμηση των περιστάσεων που υποβλήθηκαν για την αξιολόγησή τους, τα εθνικά δικαστήρια δεν έλαβαν δεόντως υπόψη τις αρχές και τα κριτήρια που ορίζονται από τη νομολογία του Δικαστηρίου για την εξισορρόπηση των δικαιωμάτων σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και της ελευθερίας της έκφρασης. Έτσι, υπερέβησαν το περιθώριο εκτίμησης που τους δόθηκε και απέτυχαν να αποδείξουν ότι υπήρξε εύλογη σχέση αναλογικότητας μεταξύ των δύο εν λόγω παρεμβάσεων και του θεμιτού επιδιωκόμενου σκοπού. Το Δικαστήριο κατέληξε συνεπώς στο συμπέρασμα ότι δεν αποδείχθηκε ότι η παρέμβαση ήταν «απαραίτητη σε μια δημοκρατική κοινωνία».

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης του προσφεύγοντος (άρθρο 10) όσον αφορά και τις δύο αγωγές αποζημίωσης.

Άρθρο  6 § 1

Έχοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και την κρίση του περί παραβίασης του άρθρου 10 της Σύμβασης λόγω της αδυναμίας των εθνικών δικαστηρίων να εφαρμόσουν τα σχετικά πρότυπα της Σύμβασης και προς το συμφέρον της οικονομία της δίκης, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν χρειάζεται να εκδώσει χωριστή απόφαση σχετικά με το παραδεκτό ή το βάσιμο των καταγγελιών του προσφεύγοντος σύμφωνα με τα άρθρα 6 § 1 και 13 της ΕΣΔΑ.

Δίκαιη ικανοποίηση: Το Στρασβούργο επιδίκασε ποσό 17.700 ευρώ για αποζημίωση, ποσό 9.750 ευρώ για ηθική βλάβη και 650 ευρώ για έξοδα και δαπάνες (επιμέλεια echrcaselaw.com).

Πηγή : https://www.echrcaselaw.com/

 

NEO BANNER ΓΙΑ ΔΩΡΕΑΝ ΔΟΚΙΜΑΣΤΙΚΗ ΧΡΗΣΗ ΜΑΡΣΙΤΑ 
AAA ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟAAA ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ
Διαβάστηκε 95 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2020 11:24
Συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια

ΕΛΕΝΗ ΜΕ ΠΛΑΓΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ newsletters prev1

legal bank

Newsletter

ΚΑΛΑΘΙ ΑΓΟΡΩΝ

Το καλάθι σας είναι άδειο.