210 9824002 | 6977 000 500 | Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.   |

Τροχαίο και Ασφαλιστικό - Ιδιωτική Ασφάλιση - Αστική ευθύνη επί τροχαίων ατυχημάτων

Τροχαίο και Ασφαλιστικό - Ιδιωτική Ασφάλιση - Αστική ευθύνη επί τροχαίων ατυχημάτων (51)

Ασφάλιση Ιδίων Ζημιών 
( Μικτή Ασφάλιση)

(Δημοσιεύεται στην ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ 
τεύχος Απρίλιος 2011)

Με τον Ν.489/1976, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3557/2007, ρυθμίζεται η υποχρεωτική ασφάλιση της αστικής ευθύνης έναντι τρίτου για ατυχήματα από αυτοκίνητα και όχι η ασφάλιση ιδίων ζημιών του λήπτη της ασφάλισης. Δεν αποκλείεται όμως μεταξύ ασφαλιστή και λήπτη της ασφάλισης, (στα πλαίσια της κατά το άρθρο 361 ΑΚ ελευθερίας των συμβάσεων), να συμφωνηθεί η κάλυψη και ιδίων ζημιών του αυτοκινήτου του λήπτη της ασφάλισης, όπως βλάβη, κλοπή ή απώλεια του αυτοκινήτου, είναι δε σύνηθες να συνδυάζεται η υποχρεωτική ασφάλιση κατά το ν. 489/1976 με την προαιρετική ασφάλιση για την κάλυψη ιδίων ζημιών - μικτή ασφάλιση που διέπεται από τις ρυθμίσεις του το ν. 2496/97.


Δικαίωμα Εναντίωσης 
του λήπτη της ασφάλισης
Παράλειψη ενημέρωσης του - εκ μέρους του ασφαλιστή
για κατά παρέκκλιση της αίτησης τεθέντες όρους 
δεν δεσμεύουν τον λήπτη της ασφάλισης (1)

(Βλ. κατωτέρω Σχόλια & Παρατηρήσεις)


Αν το περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου παρεκκλίνει από την αίτηση για ασφάλιση, οι παρεκκλίσεις θεωρούνται ότι έχουν εγκριθεί από την αρχή, εφόσον ο λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώνεται γραπτά εντός ενός (1) μηνός από την παραλαβή του ασφαλιστηρίου και εφόσον ο ασφαλιστής τον έχει ενημερώσει για την παρέκκλιση και το δικαίωμα εναντίωσης γραπτά ή με σημείωση στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου, στοιχειοθετημένη με εντονότερα στοιχεία από τα λοιπά, ώστε να υποπίπτει εύκολα στην αντίληψη και έχει χορηγήσει σ' αυτόν σε χωριστό έντυπο υπόδειγμα δήλωσης εναντίωσης (άρθρο 2 παρ.5 Ν. 2496/97). 
Στην περίπτωση που παραδεί το ασφαλιστήριο χωρίς τους ασφαλιστικούς όρους, το δικαίωμα εναντίωσης αποσβέννυται μετά πάροδο δέκα μηνών από την πληρωμή του πρώτου ασφαλίστρου (άρθρο 2 παρ.6 Ν. 2496/97).
Αν ο ασφαλιστής που εξέδωσε το ασφαλιστήριο παρέλειψε να ενημερώσει τον λήπτη, (και να χορηγήσει στο λήπτη έντυπη δήλωση εναντίωσης), τότε οι κατά παρέκκλιση της αίτησης τεθέντες στο ασφαλιστήριο όροι δεν δεσμεύουν τον λήπτη και η ασφαλιστική σύμβαση θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί υπό τους όρους της αίτησης προς κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης.
Οι ρυθμίσεις αυτές, υπαγορεύτηκαν με σκοπό να παρασχεθεί στο λήπτη της ασφάλισης και κατ' επέκταση στον ασφαλισμένο προστασία έναντι της οργανωμένης και ευρισκομένης σε πλεονεκτικότερη θέση ασφαλιστικής επιχείρησης, από τον αιφνιδιασμό του λήπτη, με την θέση ειδικών όρων και ρυθμίσεων στο ασφαλιστήριο, που εκδίδεται από την ασφαλιστική επιχείρηση, συνήθως μετά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης. 


Οδήγηση ΑΝΕΥ της κατά νόμο άδειας ικανότητας
Εξαίρεση Ασφαλιστικής Κάλυψης 
σύμφωνα με σχετικό Γενικό Όρο 
της καταρτισθείσας σύμβασης Μικτής Ασφάλισης

Η ισχύς των αδειών οδήγησης των κατηγοριών Β+Ε, Γ, Γ+Ε, Δ, Δ+Ε ορίζεται η πενταετία, κατά τη διάρκεια δε της ισχύος των ισχύουν και ως άδειες οδήγησης των προηγουμένων κατηγοριών.
Με τη λήξη όμως του χρόνου ισχύος τους λήγει συγχρόνως και ισχύς αυτών ως αδειών οδήγησης των προηγουμένων κατηγοριών, που είναι ενσωματωμένες στο έντυπο αυτών, όπως τούτο ρητώς ορίζεται με το άρθρο 95 παρ. εδ. β του ΚΟΚ και ο οδηγός θεωρείται ως στερούμενος άδειας ικανότητας οδήγησης.
Εν προκειμένω, με την κατωτέρω δημοσιευόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι η απόρριψης των αντιστοίχων λόγων έφεσης του αναιρεσείοντος, κατά το κεφάλαιό της που έκρινε ότι, εγκύρως καταρτίστηκε η ένδικη ασφαλιστική σύμβαση και ο ειδικός απαλλακτικός όρος της ευθύνης της αναιρεσίβλητης (ασφ. εταιρίας), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 361 του ΑΚ και 1 και 2 του ν. 2496/1997 και όχι αυτές του Ν.489/1976 και της ΥΑ Κ4/585/1978, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων
Επομένως απορριπτέος ως αβάσιμος ο σχετικός εκ του αρ. 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. 


Αναιρετική Διαδικασία
Κατ΄άρθρ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ειδικότερα οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ παραβιάζονται ευθέως μεν όταν το δικαστήριο, μολονότι, έστω και εμμέσως διαπιστώνει κενό ή αμφιβολία σχετικά με τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, δεν προσφεύγει σ' αυτούς για την εξεύρεση της αληθινής βούλησης, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους. Εκ πλαγίου παραβιάζονται οι κανόνες αυτοί όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους. 



Καταχρηστική Άσκηση δικαιώματος Ασφαλιστικής Εταιρίας
(ένστασης αποκλεισμού της ευθύνης της)
Προβληθείσα το πρώτον κατ΄έφεση & Απορριπτέα 

Το Εφετείο με την κρίση του ότι δεν συνέτρεξε καμία εξαιρετική περίπτωση που να δικαιολογεί την βραδεία προβολή της ανωτέρω ένστασης και ούτε υπάρχει δικαστική ομολογία της βάσεως της από την εναγόμενη ούτε με έγγραφα αποδεικνύεται ευθέως, απορρίπτοντας τον αντίστοιχο πρόσθετο λόγο της έφεσης ως απαράδεκτο, δεν εκήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο ούτε παρέλειψε να ερευνήσει τον αντίστοιχο ισχυρισμό με την έννοια του "πράγματος" με αιτιολογίες ασαφείς ή ανεπαρκείς, και επομένως ο σχετικός λόγος αναίρεσης κατά τα τρία μέρη του υπό την επίκληση πλημμέλειας από τους αριθμούς 14, 8 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνεται αβάσιμος.


Αναίρεση 
Κατ΄άρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔ
ως Έγγραφα κατ΄άρθρ. 339 και 432 ΚΠολΔ
δεν θεωρούνται τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης 

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διατύπωση της η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφο, ενώ ως έγγραφο νοούνται μόνο όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ του ΚΠολΔ, και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης. 
Ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης, και η οποία πρέπει να είναι προφανής, υπάρχει όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό. Για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος. 
Συνεπώς δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου κατέληξε το δικαστήριο με την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. 
Συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος ο σχετικός αναιρετικός λόγος.



Απόφ. ΑΠ. 242/2011
Πρόεδρος : Χαράλαμπος Ζώης
Εισηγητής : Δημητρούλα Υφαντή
Μέλη : Γεωργία Λαλούση - Βασιλική Θάνου & Χριστοφίλου - Ιωάννα Λούκα
Δικηγόροι : Ευθύμιος Καραΐσκος - Δημήτριος Παπαδόπουλος




Σχόλια & Παρατηρήσεις

Όπως επισημαίνεται και στην παραπάνω απόφαση, «η ασφαλιστική σύμβαση αποδεικνύεται με έγγραφο που εκδίδεται από τον ασφαλιστή», βλ. άρθρο 2, παρ. 1 ΑσφΝ. Δηλαδή το ασφαλιστήριο (συμβόλαιο) αποτελεί αποδεικτικό και όχι συστατικό τύπο της σύμβασης ασφάλισης. Ανάλογα βέβαια ρύθμιζε το ζήτημα και ο ν. 489/76 με το άρθρο 5 § 2 αυτού: «Η ύπαρξη της ασφαλιστικής κάλυψης αποδεικνύεται με έγγραφη βεβαίωση που εκδίδεται από τον ασφαλιστή ». Παρά δε τη διατύπωση του άρθρου 2, παρ. 1 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ ότι «Η ασφαλιστική σύμβασις καταρτίζεται εγγράφως», είχε γίνει παγίως δεκτό ότι το ασφαλιστήριο έχει αποδεικτικό και όχι συστατικό χαρακτήρα, βλ. ΑΠ 843/98, ΕΕΔ 1999, 99 & ΕφΑθ 9190/98 ΕλλΔ 2000,463 & σύμφωνος και ο Βασ. Κιάντος, Ασφαλιστικό Δίκαιο, εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα - Θεσσαλονίκη 2003, 78, με σχόλια.
Το δεύτερο σημείο που θα πρέπει να επισημανθεί, είναι το διαφορετικό πεδίο εφαρμογής των διατάξεων των παρ. 5 και 6 του άρθρου 2 του ΑσφΝ. 
Η παρ. 5 ρυθμίζει τις συνέπειες, σε περίπτωση που υφίσταται παρέκκλιση μεταξύ του περιεχομένου της αίτησης και αυτού της ασφάλισης: Τότε ο ασφαλιστής οφείλει: 
1. να ενημερώσει τον λήπτη της ασφάλισης για την παρέκκλιση αυτή με εντονότερα στοιχεία και στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου (ή με άλλο ξεχωριστό έγγραφο), 
2. να τον ενημερώσει για το δικαίωμά του να εναντιωθεί στην παρέκκλιση & εξαίρεση αυτή με τον προαναφερθέντα τρόπο και
3. να του χορηγήσει το ειδικό έντυπο εναντίωσης.
Σε περίπτωση που ο ασφαλιστής παραλείψει να προβεί σωρευτικά και στις τρεις προαναφερόμενες υποχρεώσεις του, τότε θεωρείται ότι έχει συμφωνηθεί ως περιεχόμενο της σύμβασης «το περιεχόμενο της αίτησης για ασφάλιση». Ο δε λήπτης της ασφάλισης δικαιούται να εναντιωθεί εντός ενός μήνα από την παραλαβή του ασφαλιστηρίου & εναντίωση που επιφέρει αναδρομικά τη ματαίωση της σύναψης της σύμβασης, βλ. Ράνια Χατζηνικολάου - Αγγελίδου, Ασφαλιστική σύμβαση - Η προστασία του ασφαλισμένου ως καταναλωτή, εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα - Θεσσαλονίκη 2000, σ. 242 επ..
Η παρ. 6 ρυθμίζει τις συνέπειες, σε περίπτωση που ο ασφαλιστής παραλείπει να παραδώσει στο λήπτη της ασφάλισης τους ασφαλιστικούς όρους (και πληροφορίες), που διέπουν τη σύμβαση ασφάλισης. Τότε «η σύμβαση θεωρείται ότι έχει συναφθεί με βάση το ασφαλιστήριο, τους ασφαλιστικούς όρους, καθώς και τις τυχόν επιπλέον πληροφορίες που προσδιορίζουν γενικά τη συγκεκριμένη σύμβαση». Και εδώ προβλέπεται το δικαίωμα εναντίωσης εντός 14 ημερών από την παράδοση του ασφαλιστηρίου, προθεσμία που δεν αρχίζει, εάν δεν έχει μεσολαβήσει ενημέρωση του λήπτη και χορήγηση εντύπου εναντίωσης. Το δικαίωμα εναντίωσης αποσβέννυται μετά πάροδο 10 μηνών από την πληρωμή του πρώτου ασφαλίστρου, επιφέρει δε και πάλι αναδρομικά τη ματαίωση της σύναψης της σύμβασης, βλ. Ράνια Χατζηνικολάου - Αγγελίδου ό.π..
Στο σημείο αυτό θα πρέπει με έμφαση να τονισθεί ότι ο νομοθέτης οριοθετεί το διαφορετικό πεδίο εφαρμογής των δύο παραγράφων, δηλαδή της παρ. 5 & παρ. 6, ορίζοντας επιπλέον ότι «οι διατάξεις της παρ. 5 του ΑσφΝ δεν θίγονται (από τις διατάξεις της παρ. 6)», όπως προκύπτει από το τελευταίο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 2 ΑσφΝ.
Τέλος εξαιρετικής σημασίας διάταξη αποτελεί το προτελευταίο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 2 ΑσφΝ, που ορίζει ότι «το βάρος της απόδειξης της παράδοσης των εγγράφων φέρει ο ασφαλιστής».
Στην κριθείσα περίπτωση έγινε δεκτό ότι ο δικαιούχος του ασφαλίσματος είχε παραλάβει το ασφαλιστήριο, το οποίο προσκόμισε κατά τη συζήτηση και στο οποίο γινόταν ρητή αναφορά σε γενικούς όρους, όρους που προσκόμισε ο ασφαλιστής, και κατά συνέπεια η παραπάνω απόφαση του ΑΠ εύλογα δέχθηκε ότι ο λήπτης της ασφάλισης είχε ενημερωθεί για το περιεχόμενο της ασφάλισης αφενός και είχε λάβει γνώση των δικαιωμάτων του (εναντίωσης) αφετέρου.
Βέβαια ο δικαιούχος του ασφαλίσματος μπορεί να αξιώσει την είσπραξη του ασφαλίσματος επικαλούμενος τη σύμβαση ασφάλισης και αποδεικνύοντας αυτήν με άλλον, πλην του ασφαλιστηρίου, τρόπο (μάρτυρες, απόδειξη πληρωμής ασφαλίστρων κ.λπ.). Τότε ο ασφαλιστής, πέραν της αυτονόητης υποχρέωσής του να αποδείξει τον όρο εξαίρεσης, επιπρόσθετα θα πρέπει να αποδείξει την παράδοση των εγγράφων, δηλαδή του ασφαλιστηρίου, των γενικών και ειδικών όρων αυτού και του εντύπου εναντίωσης. Στην περίπτωση αυτήν η επίκληση και προσκομιδή του ασφαλιστηρίου δεν επιλύει παρά μόνο ένα μικρό μέρος του αποδεικτικού προβλήματος: αυτό της σύναψης της ασφαλιστικής σύμβασης, η οποία ούτως ή άλλως συνομολογείται από τα διάδικα μέρη. Το αμφισβητούμενο και καίριο ζήτημα, που είναι η συμφωνία του όρου εξαίρεσης, θα κριθεί πλέον σύμφωνα με το άρθρο 2, παρ. 5 (και όχι παρ. 6) ΑσφΝ. Δηλαδή θα πρέπει να αποδειχθούν η αναγραφή στο ασφαλιστήριο της εξαίρεσης, η σχετική ενημέρωση του λήπτη ασφάλισης και η χορήγηση του εντύπου εναντίωσης κατά τον προεκτεθέντα τρόπο & το δε βάρος απόδειξης όλων αυτών φέρει ο ασφαλιστής.

Χρήστος Σαχπατζίδης
Δικηγόρος Γιαννιτσών 



Κείμενο Απόφ. ΑΠ 242/2011


ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί μολονότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Ειδικότερα οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ παραβιάζονται ευθέως μεν όταν το δικαστήριο, μολονότι, έστω και εμμέσως διαπιστώνει κενό ή αμφιβολία σχετικά με τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, δεν προσφεύγει σ' αυτούς για την εξεύρεση της αληθινής βούλησης, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, εκ πλαγίου δε παραβιάζονται οι κανόνες αυτοί όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους. Εξ άλλου ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της (ελάσσονα πρόταση) τα αναγκαία στην συγκεκριμένη περίπτωση πραγματικά περιστατικά, ως προς την κρίση της για τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων που εφαρμόστηκαν ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλείπεις ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Περαιτέρω ο νόμος 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης", όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3557/2007, ρυθμίζει την υποχρεωτική ασφάλιση της αστικής ευθύνης έναντι τρίτου για ατυχήματα από αυτοκίνητα και όχι την ασφάλιση ιδίων ζημιών του λήπτη της ασφάλισης. Δεν αποκλείεται όμως μεταξύ ασφαλιστή και λήπτη της ασφάλισης, στα πλαίσια της κατά το άρθρο 361 ΑΚ ελευθερίας των συμβάσεων, να συμφωνηθεί η κάλυψη και ιδίων ζημιών του αυτοκινήτου του λήπτη της ασφάλισης, όπως βλάβη, κλοπή ή απώλεια του αυτοκινήτου, είναι δε σύνηθες να συνδυάζεται η υποχρεωτική ασφάλιση κατά το ν. 489/1976 με την προαιρετική ασφάλιση για την κάλυψη ιδίων ζημιών (μικτή ασφάλιση). Η τελευταία διέπεται ήδη από τις ρυθμίσεις του το ν. 2496/97. Με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1, 2 παρ.1, 2, και άρθρων 5 και 8 παρ.1 του ν. 2496/97 "Ασφαλιστική σύμβαση κλπ" ορίζονται και τα εξής α) Με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενο της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα), σε χρήμα, ή εφόσον υπάρχει σχετική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωση του (ασφαλιστική περίπτωση) (άρθρο 1 παρ.1) β) η ασφαλιστική σύμβαση αποδεικνύεται με έγγραφο που εκδίδεται από τον ασφαλιστή ... (άρθρο 2 παρ.1) γ) ο ασφαλιστής υποχρεούται να παραδώσει στο λήπτη της ασφάλισης ασφαλιστήριο ... (άρθρο 2 παρ.2) δ) αν το περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου παρεκκλίνει από την αίτηση για ασφάλιση, οι παρεκκλίσεις θεωρούνται ότι έχουν εγκριθεί από την αρχή, εφόσον ο λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώνεται γραπτά εντός ενός (1) μηνός από την παραλαβή του ασφαλιστηρίου και εφόσον ο ασφαλιστής τον έχει ενημερώσει για την παρέκκλιση και το δικαίωμα εναντίωσης γραπτά ή με σημείωση στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου, στοιχειοθετημένη με εντονότερα στοιχεία από τα λοιπά, ώστε να υποπίπτει εύκολα στην αντίληψη και έχει χορηγήσει σ' αυτόν σε χωριστό έντυπο υπόδειγμα δήλωσης εναντίωσης (άρθρο 2 παρ.5) ε) το δικαίωμα εναντίωσης αποσβέννυται μετά πάροδο δέκα μηνών από την πληρωμή του πρώτου ασφαλίστρου (άρθρο 2 παρ.6) στ) η ασφαλιστική σύμβαση εφ' όσον συμφωνήθηκε για ορισμένο χρόνο λύεται με την πάροδο του χρόνου αυτού, εκτός αν έχει συμφωνηθεί σιωπηρή παράταση. Η σιωπηρή παράταση δεν μπορεί να συμφωνηθεί για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους (άρθρο 8 παρ.1) . 

Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 361, 185, 192 και 193 ΑΚ συνάγεται, ότι η ασφαλιστική σύμβαση καταρτίζεται με πρόταση και αποδοχή αυτής από τον ασφαλιστή. Η πρόταση πρέπει να είναι πλήρης, να περιέχει δηλαδή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη σκοπούμενη σύμβαση, προπαντός μεν τα ουσιώδη, από δε τα επουσιώδη εκείνα τα οποία ο προτείνων νομίζει ότι πρέπει να εξαρθούν ιδιαίτερα. Η πρόταση όμως είναι ισχυρή και όταν ακόμη είναι αόριστη ως προς κάποιο από τα στοιχεία της (ουσιώδη ή επουσιώδη) εφόσον ο προσδιορισμός αυτών επαφίεται στο λήπτη ή μπορεί να συναχθεί με αναφορές στις δηλώσεις των μερών που προηγήθηκαν. Ουσιώδη στοιχεία της ασφαλιστικής σύμβασης είναι τα στοιχεία των συμβαλλομένων και του δικαιούχου του ασφαλίσματος, αν αυτός είναι πρόσωπο διαφορετικό του συμβαλλομένου, η διάρκεια της ασφαλιστικής κάλυψης, το πρόσωπο ή το αντικείμενο που σχετίζονται με την επέλευση του κινδύνου, το είδος των κινδύνων (ασφαλιστικοί κίνδυνοι), το τυχόν ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή (ασφαλιστικό ποσό), οι τυχόν εξαιρέσεις κάλυψης, το ασφάλιστρο και το εφαρμοστέο δίκαιο, αν αυτό δεν είναι το ελληνικό. Πέραν των ουσιωδών αυτών στοιχείων, είναι δυνατό, στο πλαίσιο της συμβατικής ελευθερίας των συμβαλλομένων, να συμφωνηθούν και πρόσθετοι όροι εφόσον και αυτοί αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και έγιναν εκατέρωθεν αποδεκτοί. Στην πρακτική συνήθως η πρόταση προς κατάρτιση ασφαλιστικής σύμβασης γίνεται με έγγραφη προς τούτο αίτηση προς τον ασφαλιστή, που περιέχει τους όρους της υπό κατάρτιση σύμβασης, (η οποία μπορεί να περιέχει και την κάλυψη περισσοτέρων του ενός ασφαλιστικών κινδύνων), η αποδοχή της δε από τον ασφαλιστή μπορεί να εκδηλωθεί και σιωπηρώς, όπως με την αποστολή του ασφαλιστηρίου εγγράφου, με την καθ' οιονδήποτε τρόπο ειδοποίηση του προτείνοντος, την είσπραξη ασφαλίστρου κλπ.
Από το νόμο (άρθρο 2 ν. 2496/97) καθιερώνεται ως αποδεικτικός τύπος της ασφαλιστικής σύμβασης και των τυχόν προσθέτων όρων αυτής, το έγγραφο (ασφαλιστήριο), το οποίο εκδίδεται και υπογράφεται από τον ασφαλιστή, χωρίς να απαιτείται και η υπογραφή από τον λήπτη της ασφάλισης, ο οποίος δεσμεύεται και από τους τυχόν προσθέτους όρους που τέθηκαν από τον ασφαλιστή κατά την έκδοση του ασφαλιστηρίου, κατά παρέκκλιση της αίτησης και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, με την προϋπόθεση όμως, ότι οι κατά παρέκκλιση της αίτησης τεθέντες στο ασφαλιστήριο όροι, αναγράφονται στα εξατομικευμένα στοιχεία του ασφαλιστηρίου, γίνεται μνεία στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου με εντονότερα στοιχεία ότι ο λήπτης έχει δικαίωμα εναντίωσης και χορηγείται στο λήπτη μαζί με το ασφαλιστήριο υπόδειγμα έντυπης δήλωσης εναντίωσης, ο δε λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώθηκε γραπτώς στους κατά παρέκκλιση της αίτησης τεθέντες στο ασφαλιστήριο όρους, εντός μηνός από της παραλαβής του ασφαλιστηρίου. Αν ο ασφαλιστής που εξέδωσε το ασφαλιστήριο παρέλειψε να ενημερώσει τον λήπτη, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο (με εντονότερα στοιχεία στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου) και να χορηγήσει στο λήπτη έντυπη δήλωση εναντίωσης, τότε οι κατά παρέκκλιση της αίτησης τεθέντες στο ασφαλιστήριο όροι δεν δεσμεύουν τον λήπτη και η ασφαλιστική σύμβαση θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί υπό τους όρους της αίτησης προς κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης. Οι ρυθμίσεις αυτές, υπαγορεύτηκαν με σκοπό να παρασχεθεί στο λήπτη της ασφάλισης και κατ' επέκταση στον ασφαλισμένο προστασία έναντι της οργανωμένης και ευρισκομένης σε πλεονεκτικότερη θέση ασφαλιστικής επιχείρησης, από τον αιφνιδιασμό του λήπτη, με την θέση ειδικών όρων και ρυθμίσεων στο ασφαλιστήριο, που εκδίδεται από την ασφαλιστική επιχείρηση, συνήθως μετά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης. Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 94 και 95 του ΚΟΚ (ν. 2696/99, όπως τροποποιήθηκε με τους νόμους 3534 και 3542/2007) προκύπτει ότι, εκτός των αναφερομένων στο πρώτο εξ αυτών εξαιρέσεων, απαγορεύεται η οδήγηση αυτοκινήτων ή μοτοσικλετών, από πρόσωπα τα οποία δεν κατέχουν ισχύουσα ελληνική άδεια οδήγησης της κατάλληλης κατηγορίας ή υποκατηγορίας. Για την οδήγηση επιβατικού αυτοκινήτου με μέγιστο αριθμό θέσεων καθήμενων επιβατών οκτώ, απαιτείται άδεια κατηγορίας Β η οποία ισχύει, κατά κανόνα, μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του κατόχου αυτής, νια την οδήγηση δε φορτηγού αυτοκινήτου το μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος του οποίου υπερβαίνει τα 3.500 χλγ, απαιτείται άδεια κατηγορίας Γ, για την οδήγηση δε φορτηγού αυτοκινήτου μεγίστου επιτρεπομένου βάρους άνω των 3.500 χλγ, που έλκει ρυμουλκούμενο όχημα, μεγίστου επιτρεπομένου βάρους άνω των 750 χλγ απαιτείται άδεια κατηγορίας Γ+Ε. Οι άδειες των κατηγοριών Β+Ε, Γ, Γ+Ε, Δ, Δ+Ε ισχύουν για πέντε χρόνια από της εκδόσεως τους, κατά τη διάρκεια δε της ισχύος των ισχύουν και ως άδειες οδήγησης των προηγουμένων κατηγοριών. Με τη λήξη όμως του χρόνου ισχύος τους (πενταετία) λήγει συγχρόνως και ισχύς αυτών ως αδειών οδήγησης των προηγουμένων κατηγοριών, που είναι ενσωματωμένες στο έντυπο αυτών, όπως τούτο ρητώς ορίζεται με το άρθρο 95 παρ.1 εδ. β του ΚΟΚ. Επομένως με την παρέλευση της πενταετίας ο κάτοχος αδείας οδήγησης των άνω κατηγοριών στερείται αδείας ικανότητας οδηγού και για τις προηγούμενες κατηγορίες. 

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 153/2009 απόφαση του Εφετείου Λαμίας έγιναν δεκτά τ' ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: 
"Δυνάμει του υπ' αριθ. .../519495034/1.8.2007 (ανανεωτηρίου) ασφαλιστηρίου συμβολαίου συνήφθη μεταξύ του ενάγοντος, κυρίου του υπ' αριθ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, και της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας σύμβαση μικτής ασφαλίσεως, με την οποία η τελευταία ασφάλισε το ανωτέρω όχημα για τον κίνδυνο τόσο των ζημιών που θα προκαλούσε σε τρίτους, όσο και των ζημιών που το ίδιο θα υφίστατο (μέχρι το ποσό των 40.000 ευρώ) για το διάστημα από 8.8.2007 έως 8.2.2008. Δικαιούχος της αποζημιώσεως ορίσθηκε ο ενάγων. Το ασφαλιστήριο αυτό δεν φέρει μεν την υπογραφή του ασφαλισμένου ενάγοντος, αλλά κατά τα προαναφερόμενα οι περιεχόμενοι σ' αυτό γενικοί ή ειδικοί όροι, από τους οποίους οι ειδικοί επικρατούν των γενικών, τον δεσμεύουν, εφόσον στηρίζει σ' αυτό τις αξιώσεις του, το επικαλείται και το προσκομίζει στο δικαστήριο. Στο παραπάνω κύριο συμβόλαιο υπήρχαν συνημμένοι και "Γενικοί όροι ασφάλισης αστικής ευθύνης ατυχημάτων από αυτοκίνητα", μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται ο κίνδυνος των ιδίων ζημιών του αυτοκινήτου, οι οποίοι όροι μνημονεύονταν και στην πρώτη σελίδα του κύριου ασφαλιστηρίου, που αναγράφονται τα εξατομικευμένα στοιχεία της σύμβασης. Στο τέλος της πρώτης σελίδας του ανωτέρω συμβολαίου, υπό την ένδειξη "Προσοχή", γίνεται ρητή μνεία ότι "Αναφορικά με το δικαίωμα εναντίωσης ο ασφαλισμένος μπορεί να κάνει χρήση του σχετικού εντύπου που επισυνάπτεται", ενώ στον έκτο όρο αυτού με τον τίτλο "Εξαιρέσεις" γίνεται ρητή αναφορά στους όρους του αρχικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου και συγκεκριμένα αναφέρεται ότι "Για τις προαιρετικές καλύψεις βλ. γενικούς όρους προαιρετικών καλύψεων αυτοκινήτου άρθρο 27 Γενικές Εξαιρέσεις". Στο άρθρο αυτό και στην 6η παράγραφο ρητά ορίζεται ότι "Δεν καλύπτονται με το ασφαλιστήριο κι αποκλείονται από την ασφάλιση ζημίες που προξενήθηκαν: ... 6. από οδηγό που δεν έχει την άδεια οδήγησης, που προβλέπει ο νόμος για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί, ή έχει άδεια της οποίας η ισχύς έχει λήξει κατά το χρόνο του ατυχήματος ...". Κατά το σαφή τούτο όρο, ο οποίος δεν έχει καμία ανάγκη ερμηνείας με προσφυγή στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία δεν ευθύνεται για την καταβολή του ασφαλίσματος σε περίπτωση που η ζημία στο ασφαλισμένο αυτοκίνητο επέλθει αν ο οδηγός του δεν έχει άδεια οδήγησης ή έχει μεν άδεια, αλλά η ισχύς της έχει λήξει κατά το χρόνο του ατυχήματος. Οι ανωτέρω Γενικοί Όροι του ασφαλιστηρίου δεσμεύουν κατά τα προαναφερόμενα τον ασφαλισμένο, εφόσον τους γνώριζε ή του παραδόθηκαν μαζί με το ασφαλιστήριο, ακόμη και αν δε φέρουν την υπογραφή του (ΑΠ 657/2001 ο.π.), σε κάθε δε περίπτωση (αν δεν του παραδόθηκαν μαζί με το ασφαλιστήριο) εφόσον δεν εναντιώθηκε γραπτά μέσα σε προθεσμία δέκα μηνών από την καταβολή του πρώτου ασφαλίσματος. Αποδείχθηκε ωστόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι μαζί με το προαναφερόμενο (κύριο) συμβόλαιο παραδόθηκαν και οι συνημμένοι σ' αυτό πιο πάνω Γενικοί Όροι στον ασφαλισμένο ενάγοντα, ο οποίος γνώριζε ως εκ τούτου ότι, αν η άδεια οδήγησης του έχει λήξει και το ασφαλισμένο αυτοκίνητο υποστεί ζημιά, η ζημιά αυτή δεν καλύπτεται από την ένδικη σύμβαση ασφαλίσεως. Το γεγονός ότι οι προαναφερόμενοι Γενικοί Όροι παραδόθηκαν στον ενάγοντα μαζί με το κύριο συμβόλαιο συνάγεται από την περί αυτού αναφορά στον 3° όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, όπου γίνεται μνεία για "συνημμένους έντυπους όρους". Αυτός βέβαια παραλείπει να τους προσκομίσει στο δικαστήριο, αλλά τους επικαλείται και τους προσκομίζει η εναγομένη. Ο ίδιος με τα δικόγραφα του, ισχυρίζεται ότι ουδέποτε του παραδόθηκαν οι Γενικοί Όροι, πλην όμως ο ισχυρισμός του αυτός ελέγχεται ως ουσιαστικά αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, ο ενάγων αν δεν του είχαν παραδοθεί οι Γενικοί Όροι, είχε δικαίωμα κατά την παρ. 6 του άρθρου 2 ν. 2496/1997, μέσα στην προθεσμία δέκα μηνών από την πληρωμή του πρώτου ασφαλίστρου να εναντιωθεί γραπτά (διαφορετικά η σύμβαση θεωρείται ότι συνήφθη σύμφωνα με τους όρους που ισχύουν γενικά στο συγκεκριμένο είδος ασφάλισης), πράγμα που δεν έπραξε. Αυτό, επιπρόσθετα μαρτυρεί ότι είχε λάβει το έντυπο των Γενικών όρων. Τελικά ο ενάγων υπέστη υλικές ζημιές στο όχημα του, το οποίο την 17.10.2007 εξετράπη της πορείας του και προσέκρουσε σε κολώνα της ΔΕΗ, στη λεωφόρο Καλυβιών Λαμίας. Κατά τη στιγμή του ατυχήματος το ασφαλισμένο αυτοκίνητο οδηγούσε ο ενάγων. Είναι μεν κάτοχος της υπ' αριθ. ... άδειας ικανότητας οδήγηση (για τις κατηγορίες Α, Β, Γ', Δ' και Ε'), πλην όμως η ισχύς της άδειας του είχε λήξει την 30-9-2007. Ανανεώθηκε μετά το ατύχημα για το χρονικό διάστημα από 29-10-2007 έως 29-12-2012. Επομένως, κατά το χρόνο που έλαβε χώρα το ατύχημα, δηλαδή την 17-10-2007, ο ενάγων δε διέθετε άδεια ικανότητας οδήγησης σε ισχύ. Σύμφωνα λοιπόν με τον ανωτέρω Γενικό Όρο προβλέπεται ρητά ότι αποκλείονται από την προαιρετική ασφάλιση οι περιπτώσεις που ο οδηγός, του οποίου η άδεια ικανότητας οδήγησης έχει λήξει, προκαλεί ατύχημα. Γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτή η σχετική ένσταση περί αποκλεισμού της ευθύνης της που προέβαλε η εναγομένη".
Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων, και ειδικά κατά το κεφάλαιο της που έκρινε ότι εγκύρως καταρτίστηκε η ένδικη ασφαλιστική σύμβαση και ο ειδικός απαλλακτικός όρος της ευθύνης της αναιρεσίβλητης ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 361 του ΑΚ και 1 και 2 του ν. 2496/1997 καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά όπως αναλυτικά προαναφέρθηκαν και έχουν σχέση με την έγκυρη κατάρτιση της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης και του πρόσθετου ειδικού απαλλακτικού όρου πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της έγκυρης κατάρτισης της ασφαλιστικής σύμβασης με την υποβολή πρότασης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και την αποδοχή της εκ μέρους του αναιρεσείοντος ασφαλισμένου και τη μη διατύπωση εκ μέρους του τελευταίου ρητής άρνησης σε σχέση με τη συνομολόγηση του ειδικού απαλλακτικού όρου που είχε σχέση με την ισχύ της κατεχόμενης από τον αναιρεσείοντα άδειας ικανότητας οδηγήσεως.
Εξάλλου από τη επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η κρίση του Εφετείου στηρίζεται στον ασφαλιστικό νόμο 2496/1997 και στις σχετικές διατάξεις του Εμπορικού Νόμου περί ασφαλίσεως και ζημιών και όχι στις διατάξεις του Ν. 489/1976 και στην Υ.Α. Κ4/585/1978, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων.
Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδονται στην προβαλλόμενη απόφαση αντίστοιχες πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και από την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 361 του ΑΚ και 1 και 2 του ν. 2496/1997 τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία και η παράθεση άλλων για να αιτιολογηθεί η δεσμευτικότητα της ασφαλιστικής σύμβασης μεταξύ των μερών και ειδικά δε και του προαναφερθέντος ειδικού όρου και έχουν σχέση με την έγκαιρη ενημέρωση του αναιρεσείοντος.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Εξ' άλλου ο ίδιος δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά την σ' αυτόν κατά το άλλο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθμ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της έγκυρης δηλαδή κατάρτισης της μεταξύ των διαδίκων ασφαλιστικής σύμβασης και του πρόσθετου ειδικού όρου για την κατεχόμενη ειδικά άδεια ικανότητας οδηγήσεως του αναιρεσείοντος και τα αντίστοιχα επιχειρήματα της αναιρεσίβλητης, και τα αντίστοιχα επιχειρήματα της αναιρεσίβλητης, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά της αναιρεσείας τα σε αντίθεση α) με το ότι δεν ενημερώθηκε έγκαιρα για τη συνομολόγηση του απαλλακτικού όρου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στη προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω, από τις ίδιες επί της ουσίας παραδοχές, της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχεται ότι στο άρθρο 27 του μεταξύ των διαδίκων ασφαλιστηρίων με τον τίτλο γενικές εξαιρέσεις και στην παρ. 6 αυτού ρητά ορίζεται ότι "δεν καλύπτονται με το ασφαλιστήριο και αποκλείονται από την ασφάλιση ζημιές που προξενήθηκαν από οδηγό που δεν έχει την άδεια οδήγησης που προβλέπει ο νόμος για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί ή έχει άδεια της οποίας η ισχύς έχει λήξει κατά το χρόνο του ατυχήματος". Επί του απαλλακτικού αυτού όρου της ευθύνης της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας ο αναιρεσείων προέβαλε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε και στο Εφετείο τον ισχυρισμό ότι η ένδικη περίπτωση δεν υπάγεται στον προαναφερθέντα απαλλακτικό όρο γιατί κατά τον χρόνο πρόκλησης του ένδικου ατυχήματος στις 17/10/2007 ήταν κάτοχος της υπ' αριθμ. ... άδειας ικανότητας οδήγησης για τις κατηγορίες, Α', Β', Γ', Δ' και Ε' η ισχύς της οποίας είχε λήξει σε προγενέστερο χρόνο δηλαδή την 30/9/2007, πλην όμως κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος οδηγούσε το ΙΧΕ επιβατικό αυτοκίνητο του, για το οποίο αρκούσε η κατοχή ερασιτεχνικής άδειας ικανότητας οδηγήσεως Β' κατηγορίας και για την οποία δεν προβλέπεται ανανέωση πριν από τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του οδηγού ενώ ο ίδιος κατά το χρόνο του ατυχήματος διήγε το 49° έτος της ηλικίας του. Το Εφετείο απέκρουσε το λόγο αυτό της έφεσης του αναιρεσείοντος και τον αντίστοιχο επαναφερόμενο ισχυρισμό του με την παραδοχή ότι το περιεχόμενο του αντίστοιχου γενικού όρου είναι σαφές γιατί ρητά προβλέπεται ότι αποκλείονται από την προαιρετική ασφάλιση οι περιπτώσεις που ο οδηγός δεν έχει την άδεια οδήγησης που προβλέπει ο νόμος για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί ή έχει άδεια, την οποία η ισχύς έχει λήξει κατά το χρόνο του ατυχήματος. Με ειδική δε σκέψη το Εφετείο που περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη έκρινε ότι δεν υφίσταται καμία ανάγκη ερμηνείας του προαναφερθέντος όρου με προσφυγή στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, για να κριθεί ποιες περιπτώσεις καλύπτονται από τον προαναφερθέντα απαλλακτικό όρο, αφού γίνεται παραπομπή ρητή στις αντίστοιχες διατάξεις του νόμου που ορίζουν την ισχύ και την λήξη της άδειας ικανότητας οδηγήσεως που κατέχει ο ασφαλισμένος. 

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ που έχει σχέση με την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων του άρθρου 173 και 200 του ΑΚ, από το γεγονός ότι το Εφετείο καίτοι διεπίστωσε αμέσως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας σε σχέση με το περιεχόμενο του ερευνόμενου εδώ απαλλακτικού όρου δεν προσέφυγε στην εφαρμογή των αρχών των προαναφερθεισών διατάξεων για να κρίνει το περιεχόμενο του όρου αυτού, ειδικά δε σαν αυτός καλύπτει και την ένδικη περίπτωση, στην οποία έλειπαν μόνον τυπικά και όχι ουσιαστικά στοιχεία, που είχαν σχέση με την ισχύ της άδειας ικανότητας οδηγήσεως που κατείχε ο αναιρεσείων οδηγός. Ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά το αντίστοιχο μέρος του είναι αβάσιμος γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο διαπίστωσε έστω και έμμεσα κενό ή αμφιβολία, που το υποχρέωνε να προσφύγει στους αναφερθέντες κανόνες, καίτοι κατά τις προαναφερθείσες, ουσιαστικές παραδοχές, που είναι και αναιρετικά ανέλεγκτες ως προς την αντίστοιχη διαπίστωση τους για το σαφές και αναμφίβολο περιεχόμενο του επίμαχου συμβατικού όρου αυτό είναι απόλυτα σαφές και δεν έχει καμία ανάγκη ερμηνείας κατά τις ίδιες διατάξεις. Εξ άλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο μέρος του, όσο στηρίζεται στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που έχει σχέση με την εσφαλμένη εφαρμογή των ίδιων διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, από το γεγονός ότι το Εφετείο κατέληξε σε εσφαλμένο ερμηνευτικό πόρισμα σε σχέση με το περιεχόμενο του ίδιου επίμαχου συμβατικού όρου, παραβιάζοντας έτσι τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, κρίνεται αβάσιμος, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, γιατί το Εφετείο οδηγήθηκε στην απόρριψη του αντίστοιχου λόγου της έφεσης του αναιρεσείοντος όχι ύστερα από ερμηνεία του επίμαχου συμβατικού απαλλακτικού όρου αλλά γατί έκρινε ότι το κείμενο του ασφαλιστηρίου για τον όρο αυτό είναι απόλυτα σαφές και υπάγεται στην εφαρμογή του και η ένδικη περίπτωση, όπου ο αναιρεσείων ασφαλισμένος κατείχε άδεια οδηγήσεως η ισχύς της οποίας κατά τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (άρθρ. 95§4) είχε λήξει, και δεν είχε ανανεωθεί κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος. Εξ' άλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του κρίνεται αβάσιμος γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση της.

II. Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό, αυτό δηλαδή που δημιουργείται από την αθέτηση -παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα ώστε η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Α.Π. 1735/2008.) Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 269 παρ. 2.527 παρ. 3, 529, 339 και 392 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν, προκύπτει ότι στη δευτεροβάθμια δίκη είναι, κατ' εξαίρεση, παραδεκτή η προβολή για πρώτη φορά πραγματικών ισχυρισμών, που αποτελούν ενστάσεις ή αντενστάσεις, αν κατά την κρίση του Δικαστηρίου (δεν προτάθηκαν εγκαίρως από δικαιολογημένη αιτία ή προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα, ή αποδεικνύονται με δικαστική ομολογία του; αντιδίκου ή από έγγραφα τα οποία προσκομίζονται για πρώτη φορά στο Εφετείο, δηλαδή κατά την ανέλεγκτη και κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου, με τη συνδρομή της άγνοιας του διαδίκου και της αδυναμίας πληροφόρησης του εγκαίρως για την ύπαρξη των εγγράφων.
Συνεπώς, για το παραδεκτό του προβαλλομένου ισχυρισμού ο διάδικος, με την επίκληση και προσκομιδή των εγγράφων, πρέπει να επικαλείται και τα περιστατικά της έλλειψης γνώσης και την αδυναμία πληροφόρησης του εγκαίρως, για την ύπαρξη των εγγράφων και το γεγονός ότι ο προβαλλόμενος όψιμα ισχυρισμός στο Εφετείο αποδεικνύεται από έγγραφα ή δικαστική ομολογία του αντιδίκου.
Εν προκειμένω από την επισκόπηση των προσκομιζόμενων διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Με τις από 09/02/2009 προτάσεις του, ενώπιον του Εφετείου Λαμίας ο αναιρεσείων προς απόκρουση της ενστάσεως της αναιρεσίβλητης περί εξαιρέσεως της ασφαλιστικής καλύψεως, προέβαλε για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου, κατ' άρθρα 527 παρ.3, 529 του Κ.Πολ.Δ., την αντένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος από την εναγόμενη - εφεσίβλητο, κατ' άρθρο 281 του Α.Κ., βασιζόμενη στους ίδιους άνω λόγους (που αναφέρονται και στον πρώτο πρόσθετο λόγο, που είχε προταθεί όμως παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο) ήτοι ισχυρίστηκε ότι η ως άνω εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία η οποία προέβη σε ανανέωση της ασφαλιστικής περιόδου από 08/08/2007 μέχρι 08/02/2008 ενώ γνώριζε ότι η άδεια οδηγήσεως αυτή θα έληγε στις 30/09/2007 [είχα καταθέσει την από 30/09/2002 άδεια οδηγήσεως] και έκτοτε και μετά την 30/09/2007 λάμβανε το ποσό των ασφαλίστρων, δημιούργησε με την παραπάνω συμπεριφορά της, σε αυτόν την πεποίθηση ότι δεν επρόκειτο να επικαλεσθεί την τυπική έλλειψη της άδειας οδηγήσεως, λόγω της ελλείψεως αυτής ισχυρίστηκε δε τελικά ότι η επίκληση της πιο πάνω ελλείψεως στην απόκρουση της αγωγής και η άσκηση με αυτή του εν λόγω δικαιώματος της να αρνηθεί την καταβολή της αποζημίωσης, επικαλούμενη εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη και αποκλεισμό της ευθύνης της, υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (αρθρ. 281 ΑΚ). Για δε το παραδεκτό της προβολής της αντενστάσεως, ισχυρίστηκε ο αναιρεσείων ότι δεν προτάθηκε εγκαίρως από δικαιολογημένη αιτία, κατά τα άνω και αποδεικνύεται α] με δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης, ήτοι από τα όσα αναφέρει στις από 09/05/2008 προτάσεις της όπου αναφέρει ότι είχε αναλάβει την σύμβαση ασφαλίσεως για το επίδικο διάστημα από 08/08/2007 μέχρι 08/02/2008 με βάση το υπ. αριθ. .../519495034 ανανεωτήριο συμβόλαιο και ότι οι όροι της ασφαλιστικής αυτής συμβάσεως παραπέμπουν στις διατάξεις της Κ4/585/5.4.1978 Υ.Α., β] από έγγραφα, ήτοι : την νέα άδεια οδηγήσεως του εκδοθείσα την 29/10/2007 και την παλιά από 30/09/2002 άδεια οδηγήσεως εκδοθείσας την 30/09/2002 και λήγουσας την 30/09/2007, Ε' Κατηγορίας και την υπ. αριθ. 6023/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία διαμόρφωσε την Νομολογία, σε σχέση με το άνω ζήτημα, την δε απόφαση αυτή αγνοούσε και ήταν αδύνατο να πληροφορηθεί στην συζήτηση σε πρώτο βαθμό, καθόσον εκδόθηκε στις 30/10/2008, ήτοι, μετά την έκδοση της πληττομένης αποφάσεως".
Τον ισχυρισμό αυτό και τον αντίστοιχο λόγο (πρόσθετο) έφεσης τον απέρριψε η προσβαλλόμενη με τις ακόλουθες παραδοχές "Περαιτέρω η επί διαφορετικής της ανωτέρω δικαιολογητικής βάσης τείνουσα να θεμελιωθεί ιδία ως άνω αντένσταση του ενάγοντος περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της εναγόμενης προς προβολή της ένστασης αποκλεισμού της ευθύνης της, η οποία το πρώτον προβάλλεται από αυτόν στην παρούσα κατ' έφεση δίκη με τις προτάσεις του και με τη μορφή δεύτερου λόγου, είναι απορριπτέα προέχοντως ως απαράδεκτη (άρθρο 527 ΚΠολΔ) και διότι δεν συντρέχει καμία εξαιρετική περίπτωση που να δικαιολογεί την βραδεία προβολή της και ιδιαίτερα ούτε δικαστική ομολογία της βάσεως της υπάρχει από την εναγόμενη ούτε με έγγραφα αποδεικνύεται ευθέως, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο εκκαλών". Το Εφετείο με τις πιο πάνω παραδοχές απορρίπτοντας τον αντίστοιχο πρόσθετο λόγο της έφεσης ως απαράδεκτο δεν εκήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο ούτε παρέλειψε να ερευνήσει τον αντίστοιχο ισχυρισμό με την έννοια του "πράγματος" με αιτιολογίες ασαφείς ή ανεπαρκείς, και επομένως ο τέταρτος λόγος αναίρεσης και κατά τα τρία μέρη του υπό την επίκληση πλημμέλειας από τους αριθμοούς 14, 8 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνεται αβάσιμος.

III. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διατύπωση της η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφο, ενώ ως έγγραφο νοούνται μόνο όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ του ΚΠολΔ, και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης. Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου στην κατ' έφεση δίκη, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης, και η οποία πρέπει να είναι προφανής, υπάρχει όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό (Ολ. ΑΠ 1/1999). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 442/1993). Από δε το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου, κατέληξε το δικαστήριο με την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 413/1993). 
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του, για να καταλήξει στην κρίση, ότι εγκύρως καταρτίστηκε στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 1 και 2 του ν. 2496/1997 η μεταξύ των διαδίκων ένδικη ασφαλιστική σύμβαση ειδικά δε και ο ειδικός απαλλακτικός όρος για την κατεχόμενη άδεια οδηγήσεως και να απορρίψει τον σχετικό αρνητικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και την έφεση του στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στην ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρος και σε όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι με τις έγγραφες προτάσεις τους, μεταξύ των οποίων και το ένδικο υπ' αριθμ. .../519495034/1-8-2007 (ανανεωτήριο) ασφαλιστήριο συμβόλαιο, όπως και το αρχικό κύριο ασφαλιστήριο συμβόλαιο με τους συνημμένους σ' αυτό γενικούς και ειδικούς όρους.
Προβάλλει ειδικά δε ως προς το πιο πάνω αποδεικτικό μέσα ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του πρώτον απ' αυτά με το να δεχθεί ότι από μόνο από το υπ' αριθμ. ... ανανεωτήριο συμβόλαιο, που αποτελείται από δύο σελίδες, χωρίς να επισυνάπτονται σ' αυτό οι λοιποί γενικοί και ειδικοί όροι του κύριου ασφαλιστηρίου, αποδεικνύεται η συνομολόγηση μεταξύ των διαδίκων και του πρόσθετου ειδικού απαλλακτικού όρου που έχει σχέση με την κατεχόμενη από τον αναιρεσείοντα άδεια ικανότητας. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι αξιολογήθηκε αποδεικτικά από το Εφετείο μόνο το δισέλιδο ανανεωτήριο, και τον από τις προαναφερθείσες παραδοχές του Εφετείου, όπως εκτίθεται σε προηγούμενη παράγραφο, αξιολογήθηκε αποδεικτικά και το περιεχόμενο του κύριου ασφαλιστηρίου και των γενικών και ειδικών όρων του, μετά τη ρητή παραπομπή από το ανανεωτήριο συμβόλαιο σε όλο το περιεχόμενό τους. Επομένως, εφ όσον όλοι οι λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέοι, συνακόλουθα απορριπτέα είναι και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Τέλος, ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας του (άρθρ. 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 
Απορρίπτει την από 14-9-2009 αίτηση του --- για αναίρεση της υπ' αριθ. 153/2009 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. 
Κρίθηκε 
----------------------------------
...

Η κατωτέρω δημοσιευόμενη απόφαση έδωσε απάντηση στον προβληματισμό του εάν ισχύει η εξαίρεση ασφαλιστικής κάλυψης σε περίπτωση ατυχήματος προκληθέντος από αυτοκίνητο οδηγούμενο από πρόσωπο που κατέχει διεθνή πιστοποιητικό πορείας (διεθνή άδεια), το οποίο έχει εκδοθεί από οποιοδήποτε Κράτος εκτός της Ελλάδος και δεν έχουν τη συνήθη διαμονή τους στην Ελλάδα, Ομοίως και για τις περιπτώσει εμπλοκής σε τροχαίο ατύχημα οδηγών που κατέχουν ισχύουσα άδεια οδηγήσεως η οποία έχει εκδοθεί από κράτη εκτός της ΕΕ, με την οποία η Ελλάδα έχει συνάψει ειδική συμφωνία, η οποία έχει κυρωθεί με νόμο, καθώς και οι κάτοχοι ισχύουσας άδειας οδηγήσεως κατά τα οριζόμενα σε διεθνείς συμβάσεις ή συμφωνίες που έχουν κυρωθεί με νόμο και οι οποίοι δεν έχουν τη συνήθη διαμονή τους στην Ελλάδα.
Κρίθηκε δε ότι στις περιπτώσεις αυτές δεν συντρέχει δεν συντρέχει περίπτωση οδηγού στερούμενου αδείας ικανότητος οδηγού. 
Και τούτο γιατί τα συμβαλλόμενα μέρη διαλαμβάνοντα στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο τον διαληφθέντα κρίσιμο όρο αποβλέπουν κυρίως στο γεγονός αν ο οδηγός είναι ή όχι ικανός προς οδήγηση αυτοκινήτου της κατηγορίας του ασφαλισμένου και όχι στο αν η υπάρχουσα έχει εκδοθεί από αρμόδια Ελληνική αρχή. Αρκεί ότι είναι ισχύουσα στο κράτος, αρμόδια υπηρεσία του οποίου την εξέδωσε. 
Το ίδιο ισχύει και για την περίπτωση που από την Ελληνική νομοθεσία προβλέπεται διαδικασία αναγνώρισης αλλοδαπής άδειας, η οποία ακόμη δεν έχει τηρηθεί κατά τον χρόνο του ατυχήματος. Ενισχυτικό της άποψης αυτής επιχείρημα αντλείται και από την ίδια τη ρύθμιση του άρθρου 94 παρ. 3 και 4 Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) η οποία ενώ κατ αρχήν απαγορεύει την οδήγηση αυτοκινήτου από τον μη εφοδιασμένο με ισχύουσα Ελληνική άδεια, εν τούτοις δεν υπάγει στην απαγόρευση αυτή τις περιπτώσεις α', β' και γ' της παρ. 4 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ).
Εν προκειμένω κρίθηκε απορριπτέα η παρεμπίπτουσα αγωγή του ασφαλιστή λόγω εξαίρεσης ασφαλιστικής κάλυψης καθότι, ο ασφαλισμένος εμπλακείς οδηγός αποδείχθηκε ότι ήταν κάτοχος άδειας οδηγήσεως (International Driving Permit), που είχε εκδοθεί στο Ιράκ και στην οποία αναγράφεται ότι έχει ισχύ μεταξύ άλλων Κρατών και στην Ελλάδα.



Απόφ.Εφ.Αθ. 7217/2008
Πρόεδρος: Στυλιανή Γιαννούκου
Εισηγητής: Εμμανουήλ Καλεντάκης
Δικηγόροι: Παναγιώτης Πετρόπουλος - Δημήτριος Ραζέλος


Σχόλια & Παρατηρήσεις
1) Άδεια Ικανότητας οδηγού Ξένου Κράτους (Ιράκ) - Παρεμπίπτουσα αγωγή ασφαλιστού κατά ησφαλισμένου λόγω εξαίρεσης ασφαλιστικής κάλυψης - Απορριπτέα

Παθητικά υποκείμενα του δικαιώματος αναγωγής του ασφαλιστή, η οποία θεμελιούμενη στις διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 του Ν.489/1976, είναι εκτός από τον αντισυμβαλλόμενο, τον ασφαλισμένο και ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου, που εστερείτο της αδείας οδηγήσεως, οι οποίοι ευθύνονται έναντι του ασφαλιστή σε ολόκληρο. Η αναγωγή αυτή ασκείται, είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή, που συνεκδικάζεται με την αγωγή αποζημιώσεως, είτε με αυτοτελή αγωγή. Ο ασφαλιστής δικαιούται να απαιτήσει από τον ασφαλισμένο και τους λοιπούς ως άνω υπόχρεους ολόκληρο το ποσό αποζημιώσεως που κατέβαλε ή θα καταβάλλει στον τρίτο, δηλαδή κεφάλαιο, δικονομικούς τόκους και δικαστική δαπάνη. Δικαιούται να ζητήσει επιπλέον τόκους επί όλων των άνω ποσών από την καταβολή τους.

Όμως ο συμβατικός όρος εξαίρεσης της ασφαλιστικής κάλυψης, λόγω της ασάφειάς του, αναφορικά προς το πότε ο οδηγός θεωρείται ότι δεν έχει την κατά νόμο άδεια οδηγήσεως, ερμηνευόμενος κατά τα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, όπως απαιτεί η καλή πίστη, και τα συναλλακτικά ήθη, δεν καταλαμβάνει και τη ζημία την οποία προκαλεί οδηγός, ο οποίος είναι κάτοχος αδείας οδηγήσεως αυτοκινήτου που έχει εκδοθεί από ξένο κράτος. Και αυτό διότι τα συμβαλλόμενα μέρη απέβλεψαν κυρίως στο γεγονός αν ο οδηγός κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ικανός να οδηγεί αυτοκίνητο της ίδιας κατηγορίας με το ασφαλισμένο και όχι στο τυπικό στοιχείο της αναγνωρίσεως της αλλοδαπής αδείας από τις ημεδαπές αρχές και της εκδόσεως σχετικής ελληνικής αδείας, η οποία μπορούσε να χορηγηθεί χωρίς προηγούμενη θεωρητική ή πρακτική εξέταση του κατόχου αλλοδαπής αδείας οδηγήσεως. Μον.Πρ.Πατρ.570/2007 ΣΕΣυγκΔ 2007/503, ομοίως και Μον.Πρ.Κορ.50/2000 ΣΕΣυγκΔ 2000/612

Ο όρος εξαίρεσης της ασφαλιστικής κάλυψης υπό του άνευ αδείας ικανότητας οδηγού - ερμηνευόμενος ως απαιτεί η Καλή Πίστις και τα Συναλλακτικά ήθη, (ΑΚ 173 και 200), - δεν καταλαμβάνει και τη ζημία την οποία προκαλεί οδηγός, ο οποίος είναι κάτοχος άδειας οδηγήσεως αυτοκινήτου που έχει εκδοθεί σε ξένο κράτος, καθόσον τα συμβαλλόμενα μέρη απέβλεψαν, κυρίως στο γεγονός, αν ο οδηγός κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ικανός να οδηγεί αυτοκίνητο ιδίας κατηγορίας με το ασφαλισμένο, και όχι στο τυπικό στοιχείο της ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕΩΣ της αλλοδαπής άδειας από τις ημεδαπές αρχές και της εκδόσεως σχετικής ελληνικής άδειας, η οποία μπορεί να χορηγηθεί χωρίς προηγούμενη θεωρητική ή πρακτική εξέταση. Επομένως απορριπτέες οι εν λόγω Παρεμπίπτουσες Αγωγές του Ασφαλιστού. Εφ.Αθ. 6895/1998 ΣΕΣυγκΔ 1999/540



Κείμενο Απόφ.Εφ.Αθ.7217/2008

Από τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ που ορίζει ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 189, 192 του ΕμπΝ και 11 παρ. 1 του ν. 489/1976, προκύπτει ότι μεταξύ του ασφαλιστική και ασφαλισμένου μπορεί εγκύρως να συμφωνηθεί ότι αποκλείεται η κάλυψη από τον ασφαλιστή των ζημιών που προκαλούνται από την κυκλοφορία του αυτοκινήτου, όταν η ζημία προξενείται κατά τον χρόνο που το ασφαλισμένο όχημα οδηγείται υπό οδηγού ο οποίος στερείται της υπό του νόμου και για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί προβλεπομένης άδειας ικανότητος οδήγησης. Η συνομολόγηση του όρου αυτού η οποία δεν απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή από την υποχρέωση να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, παρέχει όμως σε αυτόν το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο και να ζητήσει από αυτόν ό,τι κατέβαλε στον ζημιωθέντα τρίτο για την αποκατάσταση της ζημίας του, μπορεί να γίνει, είτε με την ενσωμάτωση του εν λόγω όρου στη σύμβαση ασφαλίσεως είτε με την παραπομπή της σύμβασης ασφάλισης στους όρους της υπ αριθμόν Κ-4/585/5.4.1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμόν 795/8.4.1978 ΦΕΚ Τ.ΑΕ και ΕΠΕ, στο άρθρο 25 περ. 6 της οποίας ορίζεται ότι «αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίαι προξενούμεναι υπό οδηγού ο οποίος στερείται την υπό του νόμου και για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί προβλεπόμενη άδεια ικανότητας». Επαρκώς δε παραπομπή είναι και η παραπομπή μόνο στον αριθμό του ΦΕΚ, χωρίς πρόσθετη αναφορά και του αριθμ. της ΑΥΕ, αφού μέσω της αναφοράς αυτής είναι δυνατή και η γνώση του περιεχομένου της Κ-4/585/1978 ΑΥΕ (βλέπε ΑΠ 1 012/2001 αδημ. Και ΑΠ 751/2000 ΕλλΔνη 42,95).

Από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα πρακτικά που έχουν τον ίδιο αριθμό με την εκκαλούμενη απόφαση από όλα τα προσκομισθέντα στην πρωτοβάθμια δίκη έγγραφα που έχουν επαναπροσκομισθεί με επίκληση, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, πλήρως αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Στις 4.1.2006 και περί ώρα 09:30 π.μ. ο ενάγων Χ1 οδηγώντας την υπ αριθμ. Κυκλοφορίας ...... δίκυκλη μοτοσικλέτα του, εκινείτο επί της Λεωφόρου Κηφισού με κατεύθυνση από Λαμία προς Πειραιά, στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας από τις τρεις που διαθέτει η λεωφόρος. Κατά τον ίδιο χρόνο ο πρώτος εναγόμενος Ψ1, οδηγώντας το υπ αριθμ. κυκλοφορίας. ΙΧΕ αυτοκίνητο του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτου υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΕΑΕ» εκινείτο επί της ίδιας Λεωφόρου και με την ίδια κατεύθυνση στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Στο ύψος δε της γέφυρας Πειραιώς ο πρώτος εναγόμενος Ψ1, με ανεπιτηδειότητα περί την οδήγηση, και χωρίς να καταβάλει την προσοχή και επιμέλεια του μεσαίου συνετού οδηγού, επιχείρησε ν αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας και να κινηθεί στην μεσαία, χωρίς να ελέγξει επαρκώς και χωρίς ν' αντιληφθεί την κανονική κίνηση του ενάγοντος Χ1 και έτσι με την είσοδο του στην μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας απέκοψε την κίνηση του ενάγοντος και τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν με αποτέλεσμα φθορές και βλάβες στη δίκυκλη μοτοσικλέτα και τον ελαφρό τραυματισμό του ενάγοντος. Η σύγκρουση δε αυτή οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου ήτοι του Ψ1 οδηγού και ιδιοκτήτη του υπ αριθμ. ΙΧΕ αυτοκινήτου, όπως κρίθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση, της οποίας η κρίση και οι παραδοχές, ως προς το κεφάλαιο της υπαιτιότητας δεν πλήττονται με λόγο της εφέσεως.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος - εφεσίβλητος, κατά τον χρόνο του ατυχήματος είχε ασφαλίσει στην εκκαλούσα - ενάγουσα την αστική ευθύνη καθώς και την ευθύνη του οδηγού για ζημίες από τη λειτουργία του ως άνω αυτοκινήτου δυνάμει του υπαριθμ. _____ ασφαλιστηρίου συμβολαίου.
Σύμφωνα με το άρθρο 1 των Γενικών Ρυθμίσεων του ως άνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου, αυτό διέπεται από τις διατάξεις του Ν. 489/1976 της ΥΑ Κ-4/5 85/1978 ΦΕΚ 795, η οποία εκδόθηκε με εξουσιοδότηση της παρ. 7 του άρθρου 6 του ν. 489/1976 και του νόμου 2496/1997, όπως ισχύουν και καταρτίστηκε και ισχύει με βάσει την πρόταση ασφάλισης που έχει υποβάλει στη εταιρεία ο λήπτης της ασφάλισης. Εκτός από τους γενικούς και ειδικούς όρους που περιγράφονται στο ασφαλιστήριο, σημαντικοί όροι της ως άνω ασφάλισης είναι και α) οι ενιαίοι όροι συμβολαίων αυτοκινήτων που περιγράφονται στην απόφαση του Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ 795/8.4.1978) και β) το τιμολόγιο ασφαλίστρων της εταιρείας που ισχύει. Σύμφωνα με το άρθρο 14 των Γενικών Ρυθμίσεων του ως άνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου, με τον τίτλο «Γενικές και ειδικές εξαιρέσεις» και την περίπτωση 6 αυτού, ρητώς αναφέρεται ότι εξαιρούνται από την κάλυψη οι ζημίες που προήλθαν από οδηγό ο οποίος δεν έχει την από τον νόμο και για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί προβλεπόμενη άδεια οδήγησης. Οι ανωτέρω είναι οι όροι ασφάλισης αστικής ευθύνης αυτοκινήτων, οι οποίοι αναφέρονται και περιέχονται στην υπ' αριθμόν Κ-4/58575/471978 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, αποτελούν περιεχόμενο και όρους της ασφαλιστικής σύμβασης της εκκαλούσας (παρεμπιπτόντως ενάγουσας) με τον εφεσίβλητο (παρεμπιπτόντως εναγόμενο) δυνάμει των άρθρων 1 και 14 των Γενικών Ρυθμίσεων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και έχουν τεθεί από τον ίδιο το νόμο και όχι μονομερώς ή επιλεκτικά από τον ασφαλιστή και δεν αποτελούν αντικείμενο ελεύθερης διαπραγμάτευσης ασφαλιστή και ασφαλιζομένου.

Ο ανωτέρω απαλλακτικός όρος ερμηνευόμενος σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. αποβλέπει σε οδηγό ικανό προς οδήγηση οχήματος και όχι σε τυχόν έλλειψη τυπικών προσόντων.
Στην προκειμένη περίπτωση ο εναγόμενος -εφεσίβλητος Ψ1 προσκομίζει και επικαλείται την υπ' αριθμ. ____ άδεια οδηγήσεως (International Driving Permit)) που εξεδόθη στο Ιράκ στις 15.4.2000 με ισχύ μέχρι τις 14.4.2006 στην οποία αναγράφεται ότι έχει ισχύ μεταξύ άλλων Κρατών και στην Ελλάδα και ισχυρίζεται ότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν κάτοχος διεθνούς αδείας ικανότητος οδηγού, πού όπως έχει αναφερθεί εκδόθηκε από την αρμόδια αρχή του Κράτους του Ιράκ στις 15.4.2000 και ίσχυε μέχρι 14.4.2006 και ζητεί την απόρριψη της παρεμπίπτουσας αγωγής καθόσον ο κάτοχος διεθνούς άδειας ικανότητας οδηγού πριν από την απόκτηση Ελληνικής άδειας δεν θεωρείται στερούμενος αδείας κατά την έννοια του άρθρου 25 παρ. 6 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ ώστε ν αποκλείεται η ασφαλιστική κάλυψη (Εφ. Αθηνών 4804/1989 Επιθ. Συγκ. Δ. 1989, 430).
Σχετικά με τον εν λόγω ισχυρισμό του παρεμπιπτόντως εναγομένου, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Με τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 4 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Ν. 2696/1999) προβλέπεται ότι α) Απαγορεύεται η οδήγηση αυτοκινήτων ή μοτοσικλετών από πρόσωπα που δεν κατέχουν ισχύουσα Ελληνική άδεια οδήγησης της κατάλληλης κατηγορίας ή υποκατηγορίας, β) Δεν υπάγονται στην ανωτέρω απαγόρευση (μεταξύ άλλων) οι κάτοχοι ισχύοντος διεθνούς πιστοποιητικού πορείας (διεθνούς άδειας), το οποίο έχει εκδοθεί από οποιοδήποτε Κράτος εκτός της Ελλάδος και δεν έχουν τη συνήθη διαμονή τους στην Ελλάδα, γ) οι κάτοχοι ισχύουσας άδειας οδηγήσεως η οποία έχει εκδοθεί από κράτη εκτός της ΕΕ, με την οποία η Ελλάδα έχει συνάψει ειδική συμφωνία, η οποία έχει κυρωθεί με νόμο, καθώς και οι κάτοχοι ισχύουσας άδειας οδηγήσεως κατά τα οριζόμενα σε διεθνείς συμβάσεις ή συμφωνίες που έχουν κυρωθεί με νόμο και οι οποίοι δεν έχουν τη συνήθη διαμονή τους στην Ελλάδα. Πρόβλημα ανακύπτει κατά πόσο καλύπτεται ή όχι από τη ρύθμιση του άρθρου 6β' παρ. 1, εδ. α' του Ν. 1489/1976 όπως διαμορφώθηκε μετά το Ν. 3557/2007 η περίπτωση ατυχήματος προκληθέντος από αυτοκίνητο οδηγούμενο από πρόσωπο που κατέχει μία από τις άδειες που αναφέρονται στις περιπτώσεις α, β και γ της παρ. 4 του άρθρου 94 Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ). Κατά την ορθή άποψη η απάντηση πρέπει να είναι αρνητική, δηλαδή δεν συντρέχει περίπτωση οδηγού στερούμενου αδείας ικανότητος οδηγού. Τούτο γιατί τα συμβαλλόμενα μέρη διαλαμβάνοντα στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο τον διαληφθέντα κρίσιμο όρο αποβλέπουν κυρίως στο γεγονός αν ο οδηγός είναι ή όχι ικανός προς οδήγηση αυτοκινήτου της κατηγορίας του ασφαλισμένου και όχι στο αν η υπάρχουσα έχει εκδοθεί από αρμόδια Ελληνική αρχή. Αρκεί ότι είναι ισχύουσα στο κράτος, αρμόδια υπηρεσία του οποίου την εξέδωσε. Τούτο ισχύει και για την περίπτωση που από την Ελληνική νομοθεσία προβλέπεται διαδικασία αναγνώρισης αλλοδαπής άδειας η οποία ακόμη δεν έχει τηρηθεί κατά τον χρόνο του ατυχήματος. Ενισχυτικό της άποψης αυτής επιχείρημα αντλείται και από την ίδια τη ρύθμιση του άρθρου 94 παρ. 3 και 4 Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) η οποία ενώ κατ αρχήν απαγορεύει την οδήγηση αυτοκινήτου από τον μη εφοδιασμένο με ισχύουσα Ελληνική άδεια, εν τούτοις δεν υπάγει στην απαγόρευση αυτή τις περιπτώσεις α', β' και γ' της παρ. 4 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) (βλέπε Αθανάσιο Κρητικό: Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα, έκδ. 2008, παρ. 28, εδ. 30-34, Εφ. Πειραιώς 1253/1996, Επιθ. Συγκ. Δ. 1997, 96, Εφ. Αθηνών 10428/1996 (αδημοσίευτη) και Εφ. Αθηνών 4630/2002, ΕλλΔνη 2003, 992). 

Στην κρινόμενη περίπτωση όπως αποδείχθηκε από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν και ειδικότερα από την με αριθμ.____ άδεια διαμονής του παρεμπιπτόντως εναγομένου που εκδόθηκε την 7.7.2006 (δηλαδή μετά το ένδικο ατύχημα) και την με αριθμό πρωτ. ____ απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής ο ανωτέρω αναφερόμενος (παρεμπιπτόντως εναγόμενος) είναι αλλοδαπός, Ιρακινός υπήκοος με άδεια διαμονής στην Ελλάδα από 27.12.2005 έως 26.12.2006, η οποία επέχει θέση άδειας εργασίας. Κατά συνέπεια κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος η διεθνής άδεια οδήγησης, που προσκόμισε και την οποία κατείχε κατά τον χρόνο αυτόν ήταν έγκυρη και ισχυρή, αποδείκνυε δε την ικανότητα αυτού προς οδήγηση του εν λόγω ζημιογόνου οχήματος. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι α) η ως άνω απόφαση του Γενικού Γραμματέα της περιφέρειας Αττικής, φέρει όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της, χρονολογία 7.7.2006, ομοίως δε και η προαναφερθείσα άδεια διαμονής αυτού, ημερομηνία έκδοσης 7.7.2006, β) το ένδικο ατύχημα επεσυνέβη την 4.1.2006 ήτοι μόλις μετά πάροδο ελαχίστων εργασίμων ημερών από της αναφερομένης ενάρξεως (27.12.05) της άδειας διαμονής και γ) ότι ο εναγόμενος προέβη αμέσως στην ισχυροποίηση της ως άνω διεθνούς αδείας οδηγήσεως με έκδοση της από 4/7/2006 Ελληνικής άδειας οδηγήσεως η οποία ισχύει από 30.6.2006 έως 1.3.2041 και η οποία εκδόθηκε από την αρμόδια Νομαρχία Ανατολικής Αττικής, ο απαλλακτικός αυτός όρος του άρθρου 25 περίπτωση 6 της Κ4/585/5/4/1978 αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου και του άρθρου 14 περ. 6 του υπ αριθμ. 600255139 ασφαλιστηρίου συμβολαίου ερμηνευόμενος σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού, σύμφωνα με τα λεπτομερώς προεκτεθέντα, με τη συνομολόγηση του σκοπείται η εξασφάλιση στο πρόσωπο του οδηγού ικανότητος προς οδήγηση οχήματος της κατηγορίας του ασφαλισμένου και όχι σε τυχόν έλλειψη τυπικών στοιχείων και ειδικότερα στο αν, η υπάρχουσα άδεια έχει εκδοθεί από αρμόδια Ελληνική αρχή. Αρκεί ότι είναι ισχύουσα στο Κράτος, αρμόδια υπηρεσία του οποίου την εξέδωσε. Τούτο ισχύει και για την περίπτωση που από την Ελληνική Νομοθεσία προβλέπεται διαδικασία αναγνωρίσεως της αλλοδαπής αδείας η οποία ακόμη δεν έχει τηρηθεί κατά τον χρόνο του ατυχήματος όπως συνέβη στην προκειμένη υπόθεση. Ενισχυτικό της απόψεως αυτής επιχείρημα σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην ανωτέρω μείζονα σκέψη αντλείται και από την ίδια τη ρύθμιση του άρθρου 94 παρ. 3 και 4 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) (βλ. Σχετ. Κρητικό: Αποζημίωση από Αυτοκινητικά Ατυχήματα, έκδ. 2008, παρ. 28, εδ. 30-39). Τα ανωτέρω πολύ περισσότερο ισχύουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά την οποία, οριακά συνέτρεξαν η χορήγηση αδείας διαμονής του αλλοδαπού οδηγού του ζημιογόνου οχήματος και η εγκυροποίηση της καθ όλα: ισχυρής το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος διεθνούς αδείας οδηγήσεως αυτούς. Επομένως πρέπει να θεωρηθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω ότι ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος οδηγούσε έχοντας την κατά νόμο άδεια οδηγήσεως οχήματος και δεν πρέπει να ενεργοποιηθεί ο απαλλακτικός όρος της ασφαλιστικής σύμβασης υπέρ της παρεμπιπτόντως ενάγουσας - εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας και πρέπει ν' απορριφθεί ως κατ ουσίαν αβάσιμος ο μοναδικός λόγος της εφέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. 

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε τα ίδια ορθά το Νόμο εφήρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και δεν έσφαλε, συμπληρωμένης της περιεχόμενης σ' αυτήν αιτιολογίας, από τα διαλαμβανόμενα στην παρούσα. Τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα με τους σχετικούς και αλληλοσυμπληρούμενους λόγους της ένδικης εφέσεως, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Κατ ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος ετέρου λόγο προς έρευνα πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη έφεση ως κατ ουσίαν αβάσιμη στο σύνολο της και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας γιατί η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 ΚπολΔ όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 2915/2001 και ισχύει από 1.1.2002 (άρθρο 15 Ν. 2943/2001 σε συνδυασμό και με το άρθρο 183 ΚοπλΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ αντιμωλίάν των διαδίδων. Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ ουσίαν την έφεση κατά της υπ αριθμ. 4269/2007 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας.
Κρίθηκε
...

Ασφάλεια Ζωής
Ένσταση Ασφαλιστού κατ΄Ασφαλισμένου
Για δολία απόκρυψη προϋπάρχουσας Νόσου 
(σε ηλικία 12 ετών)
Απορριπτέα (1)

Η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, επικαλείται απόκρυψη εκ μέρους του ασφαλισμένου της, προηγούμενης πάθησής του και δη ρευματικού πυρετού, που προϋπήρχε της κατάρτισης της ένδικης σύμβασης ασφαλίσεως, θεωρώντας ότι ο ενάγων είχε παραβιάσει εκ προθέσεως την από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 του ν.2496/1997 σχετική υποχρέωσή του για μη απόκρυψη στοιχείων σχετικά με προϋπάρχουσα ασθένειά του. Για το λόγο σε αυτό προέβη στην καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης και συνεπώς δεν έχει υποχρέωση καταβολής του σχετικού ασφαλίσματος, λόγω επέλευσης της επίδικης ασφαλιστικής περίπτωσης. 
Εν προκειμένω αποδείχθηκε ότι στο ιατρικό ιστορικό του ενάγοντος, που συντάχθηκε από το νοσοκομείο στο οποίο εισήχθη λόγω καρδιακού εμφράγματος, ο ενάγων δήλωσε ότι είχε παρουσιάσει ρευματικό πυρετό σε ηλικία 12 ετών. Κατά δε τη συμπλήρωση του ερωτηματολογίου, που περιλαμβανόταν στην υπογραφείσα από τον ενάγοντα αίτηση προς κατάρτιση της συμβάσεως ασφαλίσεως, ο τελευταίος στην ερώτηση «αν υποφέρατε από κάποια ασθένεια που χρειάσθηκε νοσηλεία ή ιατρική παρακολούθηση» έδωσε αρνητική απάντηση.
Ωστόσο το Δικαστήριο με την κατωτέρω δημοσιευόμενη απόφασή του έκρινε ότι ο ενάγων δεν ενήργησε με πρόθεση να αποκρύψει ότι σε ηλικία 12 ετών είχε παρουσιάσει ρευματικό πυρετό. Και τούτο διότι είναι λογικό να μη θυμάται, αλλά και ακόμη να αγνοεί, όπως βάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων, ότι στην παιδική του ηλικία είχε εκδηλωθεί η εν λόγω ασθένειά του.
Σε κάθε δε περίπτωση είναι εύλογο να μην κρίνεται αναγκαίο να δηλωθεί μία ασθένεια που είχε εμφανισθεί σε ηλικία 12 ετών, λαμβανομένου υπόψη αφενός ότι με τον τρόπο που ήταν διατυπωμένη η ερώτηση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας αυτή ήταν γενική, με την έννοια ότι εύλογα θεωρείται ότι δεν αφορά ασθένειες που είχαν εκδηλωθεί κατά την παιδική ηλικία, όταν ο ασφαλισμένος είναι 42 ετών (όπως ο ενάγων) και αφετέρου μέχρι τουλάχιστον το χρόνο της κατάρτισης της ένδικης σύμβασης, αν και ο ενάγων ήταν ηλικίας 42 ετών, δεν του είχε παρουσιασθεί κανένα πρόβλημα υγείας. 
Πρέπει δε να επισημανθεί ότι το αν η εν λόγω ασθένεια επέδρασε ή όχι στην εμφάνιση της στεφανιαίας νόσου του ενάγοντος δεν ερευνάται, διότι κατά την εξέταση αν παραβιάστηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 και 6 του ν.2496/1997, τούτο δεν ασκεί ουδεμία έννομη επιρροή.



Ένσταση Ασφαλιστή περί καταχρηστικής ασκήσεως
του δικαιώματος του ασφαλισμένου (άρθρ. 281 ΑΚ)
Απορριπτέα

Η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία όλως επικουρικά ισχυρίζεται ότι δεν υποχρεούται σε καταβολή του επιδίκου ασφαλίσματος, καθόσον ο ενάγων παρέβη δολίως το επιβαλλόμενο ως άνω ασφαλιστικό του βάρος από τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλαγματικών ηθών, διότι αυτός όφειλε να της γνωστοποιήσει τα αντικειμενικά ουσιώδη στοιχεία για την εκτίμηση του κινδύνου.
Κρίθηκε απορριπτέα η σχετική ένσταση καθότι η εκ του άρθρ. 281 ΑΚ διάταξη έχει εφαρμογή όταν η άσκηση του δικαιώματος του δικαιούχου υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του και όχι όταν ο διάδικος αρνείται απλά ή αιτιολογημένα να δεχτεί την ύπαρξη ή την άσκηση του δικαιώματος του αντιδίκου του.
Συνακόλουθα, ενόψει των προαναφερόμενων, η ως άνω καταγγελία της ένδικης σύμβασης είναι ανίσχυρη και δεν επιφέρει έννομα αποτελέσματα και επομένως απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη είναι η ένσταση της εναγομένης περί απαλλαγής της από την καταβολή του επιδίκου ασφαλίσματος.


Λύση Ασφαλιστικής Σύμβασης
δεν αρκεί η συνδρομή λόγων ακυρότητάς της
Απαιτείται καταγγελία εντός μηνός
από γνώσεως παράβασης του ασφαλισμένου (άρθρ.3 Ν.2496/2007)

Εάν παρέλθει, άπρακτη η πιο πάνω μηνιαία προθεσμία ή εάν περιέλθει στο λήπτη της ασφάλισης η εν λόγω καταγγελία, μετά την παρέλευσή της, παύει (αποδυναμώνεται) το δικαίωμα του ασφαλιστή για την καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης και αυτός ο ασφαλιστής δεν απαλλάσσεται πλέον από την υποχρέωσή του, για την καταβολή του ασφαλίσματος ακόμη και στις περιπτώσεις που ο ασφαλισμένος, παραβίασε τις υποχρεώσεις του (και από δόλο και από πρόθεση ακόμα εξαπάτησης), οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 του νόμου αυτού.


Απόφ. Μον.Πρ.Αθ.110.757/2004
Πρόεδρος: Γεωργία Γκίκα
Δικηγόροι: Μ. Μουζουράκης


Σχόλια – Παρατηρήσεις

Η γνώσις του πράκτορος εξομοιούται με γνώση του ασφαλιστή ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΖΩΗΣ - (Ε.Ν 202) Η από τον επί των διαπραγματεύσεων προς σύναψη συμβάσεως αντιπρόσωπο (πράκτορα), γνώση πραγματικού περιστατικού μέλλοντος να επιδράσει στη σύμβαση και βλαπτικού των συμφερόντων του αντιπροσωπευομένου (ασφαλιστή), αποτελεί, κατά πλάσμα του νόμου, ταυτόχρονη όμοια γνώση και του αντιπροσωπευομένου (ασφαλιστή), που ακολούθως τυχαίνει να συνάπτει αυτοπροσώπως τη σύμβαση. 
ΕΝΤΑΥΤΑ ο ασφαλιστικός ΠΡΑΚΤΩΡ, ΑΠΕΚΡΥΨΕ από τον ασφαλιστή κατά την συναφθείσα σύμβαση, την προϋπάρχουσαν ΑΣΘΕΝΕΙΑ του ασφαλισθέντος μέσου αυτού. 
Αναιρείται η απόφαση του Εφετείου που απέρριψε τον ισχυρισμό του ασφαλισμένου - ενάγοντος, ότι η γνώση του ασφαλιστικού πράκτορα της εναγομένης (ασφαλιστικής εταιρίας) για το είδος της ασθένειας εκείνου του διαδίκου, ισοδυναμούσε με αντίστοιχη γνώση της εναγομένης, έκανε δε δεκτό τον ισχυρισμό της εναγομένης (ασφαλστικής εταιρίας), ότι η ασφαλιστική σύμβαση ή" άκυρη" ως προιόν απάτης εξαιτίας των προς την εναγομένη δόλιων και ψευδών δηλώσεων του ενάγοντος και του ασφαλιστικού πράκτορα σχετικά με τη στο παρελασθένεια και νοσηλεία εκείνου του διαδίκου. ΑΠ 134/2004 ΣΕΣυγκΔ 2004/328


Κείμενο Απόφ. Μον.Πρ.Αθ.110.757/2004

Κατά τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 του ν.2469/1997, κατά τη σύναψη της σύμβασης, ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή. Στοιχεία και περιστατικά για τα οποία ο ασφαλιστής έθεσε σαφείς γραπτές ερωτήσεις, τεκμαίρεται ότι είναι τα μόνα τα οποία επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου. Εάν ο ασφαλιστής συνάψει τη σύμβαση, με βάση γραπτές ερωτήσεις δεν μπορεί να επικαλεσθεί το γεγονός ότι: α) συγκεκριμένες ερωτήσεις έμειναν αναπάντητες, β) δεν ανακοινώθηκαν περιστάσεις που δεν αποτελούσαν αντικείμενο απόδειξης, γ) δόθηκε καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γενική ερώτηση, εκτός αν ο αντισυμβαλλόμενος ενήργησε κατά τον τρόπο αυτό με πρόθεση να εξαπατήσει τον ασφαλιστή. Ακόμη ο ασφαλιστής δεν μπορεί να επικαλεσθεί ατέλειες ή πλημμέλειες των απαντήσεων του ερωτηματολογίου, εκτός αν έγιναν από πρόθεση. Στην παράγραφο 6 εδ. α του άρθρου 3 του ως άνω νόμου, ορίζεται ότι σε περίπτωση παράβασης από δόλο της υποχρέωσης που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Κατά δε την παράγραφο 7 εδ. β του ίδιου νόμου η καταγγελία στην ως άνω περίπτωση επιφέρει άμεσα αποτελέσματα. Ενόψει των παραπάνω, το άρθρο 202 του ΕμπΝ αντικαταστάθηκε από το άρθρο 3 του ν. 2496/2007, υπό την ισχύ δε του Νόμου αυτού, για τη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης δεν αρκεί μόνο η συνδρομή λόγων ακυρότητάς της, όπως όριζε το προαναφερόμενο άρθρο 22 του ΕμπΝ, αλλά απαιτείται επιπλέον καταγγελία αυτής από τον ασφαλιστή, εντός μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης του ασφαλισμένου. Με τη συνδρομή της πιο πάνω τυπικής προϋπόθεσης η καταγγελία του ασφαλιστή παράγει άμεσα αποτελέσματα και απαλλάσσεται της υποχρέωσης του για την καταβολή του ασφαλίσματος, εφόσον ο λήπτης της ασφάλισης, παρέβη από δόλο την υποχρέωσή του να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει και το οποίο είναι αντικειμενικώς ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου. Επομένως από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι εάν παρέλθει, άπρακτη η πιο πάνω μηνιαία προθεσμία ή εάν περιέλθει στο λήπτη της ασφάλισης η εν λόγω καταγγελία, μετά την παρέλευσή της, παύει (αποδυναμώνεται) το δικαίωμα του ασφαλιστή για την καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης και αυτός ο ασφαλιστής δεν απαλλάσσεται πλέον από την υποχρέωσή του, για την καταβολή του ασφαλίσματος και στις περιπτώσεις ακόμη που ο ασφαλισμένος, παραβίασε τις υποχρεώσεις του (και από δόλο και από πρόθεση ακόμα εξαπάτησης), οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 του νόμου αυτού. (βλ. ΑΠ 846/2003 ΕΕμπΔ 2003, 839, ΕΑ 5980/2004 αδημ., ΕΑ 7462/2002 ΕλλΔ 44,815, ΕΑ 7755/2002 ΕΕμπΔ 2003, 846, ΕΑ 7391/2000 ΕΕμπΔ 2001, 295). Περαιτέρω, από την παράγραφο 8 του ίδιου άρθρου συνάγεται ότι οι διατάξεις των άρθρων 3 έως 5 του άρθρου αυτού, που προβλέπουν για την περίπτωση που η παράβαση του πιο πάνω ασφαλιστικού βάρους έγινε από τον ασφαλιζόμενο, χωρίς υπαιτιότητα ή αμέλεια αυτού, δεν εφαρμόζονται στις ασφαλίσεις ζωής και στις ασφαλίσεις ασθενειών.

Στην προκειμένη περίπτωση η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία αρνείται την κρινόμενη αγωγή και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ο ενάγων κατά την υποβολή της με ημερομηνία 30-9-1997 αίτησής του, με βάση την οποία συνήφθη η επίδικη ασφαλιστική σύμβαση, αν και του τέθηκαν από την εναγομένη σαφείς ερωτήσεις, κατά τη συμπλήρωση του σχετικού ερωτηματολογίου, απέκρυψε δολίως την πάθησή του, ήτοι το ρευματικό πυρετό που προϋπήρχε της αίτησης ασφάλισης και η οποία ασθένειά του ήταν αντικειμενικά ουσιώδης για την εκτίμηση του κινδύνου και οπωσδήποτε ικανή να επηρεάσει τη σύναψη της σύμβασης ασφαλίσεώς του και τους όρους της σύναψής της και ότι για το λόγο αυτό προέβη στην καταγγελία της ένδικης σύμβασης και ότι συνεπώς δεν έχει υποχρέωση καταβολής του σχετικού ασφαλίσματος στον ενάγοντα λόγω επέλευσης της επίδικης ασφαλιστικής περίπτωσης. Ο εν λόγω ισχυρισμός της εναγομένης είναι νόμιμος, στηριζόμενος, στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1, 6 εδ. 1 και 7 εδ. β του ν.2496/1997 και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και κατ’ ουσίαν. Ακολούθως, επικουρικά η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η ένδικη σύμβαση είναι άκυρη λόγω ουσιώδους πλάνης της, καθόσον αν γνώριζε την πραγματική κατάσταση της υγείας του ενάγοντος δεν θα κατήρτιζε την ένδικη σύμβαση ή δεν θα την κατήρτιζε με τους ίδιους όρους. Ο εν λόγω ισχυρισμός στην προκειμένη περίπτωση είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον την εφαρμογή της γενικής αυτής διάταξης αποκλείει η ειδική διάταξη του προαναφερόμενου άρθρου 3 παρ. 1, 6 εδ. 1 και 7εδ. β του ν. 2496/1997 (βλ. Ρόκα σελ. 85). Περαιτέρω, όλως επικουρικά η εναγομένη ισχυρίζεται ότι δεν υποχρεούται σε καταβολή του επιδίκου ασφαλίσματος, καθόσον ο ενάγων παρέβη δολίως το επιβαλλόμενο ως άνω ασφαλιστικό του βάρος από τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλαγματικών ηθών, διότι αυτός όφειλε να της γνωστοποιήσει τα αντικειμενικά ουσιώδη στοιχεία για την εκτίμηση του κινδύνου. Όμως με τα ανωτέρω αναφερόμενα η εναγομένη αρνείται την ύπαρξη του αγωγικού δικαιώματος του ενάγοντος και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη η εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, αφού η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή όταν η άσκηση του δικαιώματος του δικαιούχου υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του και όχι όταν ο διάδικος αρνείται απλά ή αιτιολογημένα να δεχτεί την ύπαρξη ή την άσκηση του δικαιώματος του αντιδίκου του (ΑΠ 950/1989 ΕλλΔνη 32.77, ΑΠ 84/1984 ΝοΒ 33.239).

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, οι οποίες εκτιμώνται μόνες και σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αποδείξεις κατά το λόγο της γνώσης και το βαθμό αξιοπιστίας εκάστου και του συνόλου των εγγράφων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: 
Με σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης, το Σεπτέμβριο του έτους 1997, η τελευταία ασφάλισε τον πρώτο έναντι των κινδύνων της ζωής και της υγείας του, έναντι ασφαλίστρου. Για το λόγο τούτο εκδόθηκε, στις 30-9-1997, το υπ’ αριθμ. ____ ασφαλιστήριο συμβόλαιο της εναγομένης, το οποίο τροποποιήθηκε αρχικά με την υπ’ αριθμ. _____ πρόσθετη πράξη, που εκδόθηκε στις 14-5-2002 και ακολούθως με την υπ’ αριθμ. ____ πρόσθετη πράξη, που εκδόθηκε στις 19-9-2003, όπως η τελευταία προκύπτει από το ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο που προσκομίζει η εναγομένη. Σύμφωνα με το προσκομιζόμενο προαναφερόμενο υπ’ αριθμ. _____ ασφαλιστήριο συμβόλαιο (όπως αυτό τροποποιήθηκε με τις προαναφερόμενες πρόσθετες πράξεις), η εν λόγω ασφαλιστική κάλυψη εκ μέρους της εναγομένης περιελάμβανε και την ισόβια ασφάλεια περιορισμένων πληρωμών με συμμετοχή στα κέρδη, με ασφάλιστρα πληρωτέα έως τα 65 έτη, την ασφάλιση απαλλαγής πληρωμής ασφαλίστρων, την ασφάλιση προσωπικών ατυχημάτων, ιατροφαρμακευτικές δαπάνες, την ασφάλιση εξόδων επείγουσας αερομεταφοράς και την ασφάλιση υπερκάτρας υγείας Hospital plus θέση Β, έναντι τριμηνιαίου ετήσιου ασφαλίστρου ποσού 232,33 ευρώ. Η διάρκεια δε της τελευταίας ασφάλισης ήταν ισόβια. Περαιτέρω στο άρθρο 2 του προσαρτήματος XXVI, όσον αφορά την ασφάλιση υπερκάτρας υγείας Hospital plus, προβλέφθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η εναγομένη καλύπτει το ποσό που κατέβαλε ο ασφαλισμένος για έξοδα κλίνης και τροφής υπό την προϋπόθεση ότι ο ασφαλιζόμενος νοσηλευτεί στη θέση νοσηλείας που αναγράφεται στον πίνακα καλυπτομένων περιπτώσεων και παροχών. Στο άρθρο δε 4 του ίδιου προσαρτήματος ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι αν ο ασφαλισμένος εισαχθεί σε νοσοκομείο ως εσωτερικός ασθενής, εξαιτίας ασθένειας, η εναγομένη συμφωνεί να καταβάλει το σύνολο των αναγνωρισμένων εξόδων των πραγματοποιούμενων κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του. Περαιτέρω στον πίνακα καλυπτόμενων περιπτώσεων και παροχών καθορίστηκε το ποσό των 2.536,93 ευρώ για αμοιβή χειρούργου για εξαιρετικώς βαριά επέμβαση και το ποσό των 731,37 ευρώ για αμοιβή αναισθησιολόγου σε εξαιρετικώς βαριά επέμβαση. 

Περαιτέρω, ο ενάγων, στις 15-10-2003, εισήχθη στο Νοσοκομείο «ΙΑΤΡΙΚΟ ΑΘΗΝΩΝ» με οξύ άλγος στο επιγάστριο με επέκταση στο στέρνο και στην αριστερή ωμοπλάτη, όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου. Την επομένη ημέρα υποβλήθηκε σε στεφανιογραφία από την οποία διαγνώσθηκε στεφανιαία νόσος τριών αγγείων και κρίθηκε αναγκαίο να υποβληθεί σε επέμβαση επαναιμάτωσης του μυοκαρδίου (by pass). Από το εν λόγω νοσοκομείο ο ενάγων εξήλθε στις 24-10-2003. Περαιτέρω, ο ενάγων εισήλθε εκ νέου στο νοσοκομείο αυτό στις 24-11-2003, όπου υποβλήθηκε σε επέμβαση επαναιμάτωσης του μυοκαρδίου (by pass) από τον καρδιοχειρουργό ____ και εξήλθε στις 3-12-2003. Ο ενάγων, μετά την πρώτη έξοδό του από το εν λόγω νοσοκομείο, στις 29-10-2003, καθώς και μετά τη δεύτερη έξοδό του από το νοσοκομείο αυτό, στις 8-12-2003, παρέδωσε στην ασφαλιστική σύμβουλο της εναγομένης, τα σχετικά με τη νοσηλεία του τιμολόγια και τις σχετικές αποδείξεις, ενώ στις 5-11-2003 στην ίδια ασφαλιστική σύμβουλο είχε παραδώσει το φάκελο με το ιατρικό του ιστορικό, που είχε συνταχθεί από το εν λόγω νοσοκομείο, προκειμένου να του καταβληθεί και το ανάλογο ασφάλισμα. Όμως, η εναγομένη, επικαλούμενη απόκρυψη εκ μέρους του προηγούμενης πάθησής του και δη ρευματικού πυρετού, που προϋπήρχε της κατάρτισης της ένδικης σύμβασης ασφαλίσεως, θεωρώντας ότι ο ενάγων είχε παραβιάσει εκ προθέσεως την από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 του ν.2496/1997 σχετική υποχρέωσή του για μη απόκρυψη στοιχείων σχετικά με προϋπάρχουσα ασθένειά του. Πραγματικά, σύμφωνα με το ιατρικό ιστορικό του ενάγοντος, που συντάχθηκε από το ανωτέρω νοσοκομείο, ο ενάγων παρουσίασε ρευματικό πυρετό σε ηλικία 12 ετών. Κατά δε τη συμπλήρωση του ερωτηματολογίου, που περιλαμβανόταν στην υπογραφείσα από τον ενάγοντα από 30-9-1997 αίτηση προς κατάρτιση της συμβάσεως ασφαλίσεως, ο τελευταίος στην ερώτηση «αν υποφέρατε από κάποια ασθένεια που χρειάσθηκε νοσηλεία ή ιατρική παρακολούθηση» έδωσε αρνητική απάντηση. Ωστόσο το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων δεν ενήργησε με πρόθεση να αποκρύψει ότι σε ηλικία 12 ετών είχε παρουσιάσει ρευματικό πυρετό. Και τούτο διότι είναι λογικό να μη θυμάται, αλλά και ακόμη να αγνοεί, όπως βάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων, ότι στην παιδική του ηλικία είχε εκδηλωθεί η εν λόγω ασθένειά του, η οποία, σύμφωνα με την κατάθεση της μάρτυρός του – συζύγου του, αντιμετωπίστηκε με θεραπευτική αγωγή κατ’ οίκον, όπως την πληροφόρησαν οι γονείς του ενάγοντος σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε μαζί τους, κατά την πρώτη είσοδό του στο νοσοκομείο, όταν ρωτήθηκαν για το ιατρικό του ιστορικό. Σε κάθε δε περίπτωση είναι εύλογο να μην κρίνεται αναγκαίο να δηλωθεί μία ασθένεια που είχε εμφανισθεί σε ηλικία 12 ετών, λαμβανομένου υπόψη αφενός ότι με τον τρόπο που ήταν διατυπωμένη η ερώτηση της εναγομένης ήταν γενική, με την έννοια ότι εύλογα θεωρείται ότι δεν αφορά ασθένειες που είχαν εκδηλωθεί κατά την παιδική ηλικία, όταν ο ασφαλισμένος είναι 42 ετών (όπως ο ενάγων) και αφετέρου μέχρι τουλάχιστον το χρόνο της κατάρτισης της ένδικης σύμβασης, αν και ο ενάγων ήταν ηλικίας 42 ετών, δεν του είχε παρουσιασθεί κανένα πρόβλημα υγείας. Κατά συνέπεια, 
Ενόψει των ανωτέρω, κρίνεται ότι η μη δήλωση της ωα άνω ασθενείας δεν 
οφείλεται σε πρόθεση του ενάγοντος να αποκρύψει το στοιχείο αυτό, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη, δεδομένου και ότι πρόκειται για μία ασθένεια που είχε εκδηλωθεί στην παιδική ηλικία. Πρέπει δε να επισημανθεί ότι το αν η εν λόγω ασθένεια επέδρασε ή όχι στην εμφάνιση της στεφανιαίας νόσου του ενάγοντος δεν ερευνάται, διότι κατά την εξέταση αν παραβιάστηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 και 6 του ν.2496/1997, τούτο δεν ασκεί ουδεμία έννομη επιρροή. 

Επιπρόσθετα, όμως, η εναγομένη κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση μετά την παρέλευση της αποσβεστικής προθεσμίας του ενός μήνα από τότε που έλαβε γνώση της ως άνω ασθένειας του ενάγοντος. Ειδικότερα, όπως προεκτέθηκε και όπως προκύπτει από την απόδειξη παραλαβής εγγράφων, ο ενάγων παρέδωσε το φάκελο του ιατρικού του ιστορικού, στην ασφαλιστική σύμβουλο της εναγομένης, ___, στις 5-11-2003. Ο δε ισχυρισμός της εναγομένης ότι έλαβε γνώση του ιατρικού φακέλου του ενάγοντος στις 14-11-2003 από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε. Κατά συνέπεια, εφόσον από τις 5-11-2003 είχε περιέλθει σε γνώση της η ως άνω ασθένεια του ενάγοντος, η καταγγελία της ένδικης σύμβασης, που έγινε στις 11-12-2003, δεν παράγει έννομα αποτελέσματα και δεν απαλλάσσει την εναγομένη από την καταβολή του σχετικού ασφαλίσματος, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα. Ο ισχυρισμός δε αυτός της τελευταίας, που συνιστά αντένσταση στην ένσταση της εναγομένης περί απαλλαγής της από την καταβολή του επιδίκου ασφαλίσματος, παραδεκτώς προβάλλεται, το πρώτον, από την ενάγουσα, στην παρούσα τακτική διαδικασία, με τις έγγραφες προτάσεις της, που κατατέθηκαν στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αγωγής, πέραν του ότι η τήρηση της προθεσμίας του ενός μήνα για την καταγγελία της σύμβασης ασφαλίσεως, που τάσσεται με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 6 του ως άνω νόμου, ως αποσβεστική προθεσμία, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο (άρθρο 280 ΑΚ) και τα περί του αντιθέτου ισχυριζόμενα από την εναγομένη είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Συνακόλουθα, ενόψει των προαναφερόμενων, η ως άνω καταγγελία της ένδικης σύμβασης είναι ανίσχυρη και δεν επιφέρει έννομα αποτελέσματα και επομένως απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη είναι η ένσταση της εναγομένης περί απαλλαγής της από την καταβολή του επιδίκου ασφαλίσματος. 

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το συνολικό κόστος παραμονής και νοσηλείας του ενάγοντος στο ως άνω Ιατρικό Κέντρο Αθηνών στη θέση Β΄(όπως προβλεπόταν από την ένδικη σύμβαση ασφαλίσεως), λόγω επέλευσης της ένδικης ασφαλιστικής περίπτωσης, κατά το χρονικό διάστημα από 15-10-2003 έως 24-10-2003 ανήλθε στο ποσό των 12.640,26 ευρώ. Ειδικότερα οι εν λόγω δαπάνες έχουν ως εξής, όπως αυτές αναλύονται στις υπ’ αριθμ. 638784/24-10-2003, 638785/24-10-2003, 638786/24-10-2003, 638787/24-10-2003, 638788/24-10-2003 αποδείξεις παροχής υπηρεσιών του Ιατρικού Αθηνών Ε.Α.Ε. και στο υπ’ αριθμ. 066435 ειδικό σημείωμα χορηγήσεως φαρμάκων σε ασφαλισμένους μέσω κλινών: το ως άνω ποσό ο ενάγων το κατέβαλε στο εν λόγω νοσοκομείο, στις 24-10-2003, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 0203177 απόδειξη είσπραξης του Ιατρικού Αθηνών Ε.Α.Ε. Επίσης, το συνολικό κόστος παραμονής και νοσηλείας του ενάγοντος στο ως άνω Ιατρικό Κέντρο Αθηνών, στη θέση Β΄ κατά το χρονικό διάστημα από 24-11-2003 έως 3-12-2003 ανήλθε στο ποσό των 11.491,66 ευρώ. Ειδικότερα οι εν λόγω δαπάνες έχουν ως εξής, όπως αυτές αναλύονται στις υπ’ αριθμ. 643034/2003, 643035/2003, 643036/2003 αποδείξεις παροχής υπηρεσιών του Ιατρικού Αθηνών Ε.Α.Ε. Το ως άνω ποσό ο ενάγων το κατέβαλε στο εν λόγω νοσοκομείο, στις 3-12-2003, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 0204805 απόδειξη είσπραξης του Ιατρικού Αθηνών Ε.Α.Ε. Ακολούθως ο ενάγων για την αμοιβή του καρδιοχειρουργού, Μ.Κ. κατέβαλε το ποσό των 7.300 ευρώ, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 587/8-12-2003 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του ίδιου ιατρού και για την αμοιβή της αναισθησιολόγου, Μ.Θ.Μ.Κ., το ποσό των 1.500 ευρώ, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 136/8-12-2003 απόδειξη παροχής υπηρεσιών της ίδιας ιατρού. Όλα δε τα προαναφερόμενα ποσά ουδόλως αμφισβητούνται ειδικότερα από την εναγομένη (άρθρο 261 ΚΠολΔ). Ωστόσο, σύμφωνα με την ένδικη σύμβαση ασφαλίσεως και ειδικότερα με βάση τον προαναφερόμενο πίνακα καλυπτόμενων περιπτώσεων και παροχών ο ενάγων δικαιούται, για την εν λόγω επέμβαση, που εντάσσεται στις εξαιρετικώς βαριές επεμβάσεις, από την ως άνω αμοιβή του καρδιοχειρουργού, να απαιτήσει την καταβολή του ποσού των 2.536,93 ευρώ, ενώ από την ως άνω αμοιβή της αναισθησιολόγου το ποσό των 731,37 ευρώ. Όμως πρέπει να του επιδικασθούν μόνο τα ποσά των 2.200 ευρώ και των 640 ευρώ αντίστοιχα, για τα οποία υποβάλλει σχετικό αίτημα, δεδομένου ότι το Δικαστήριο ενεργεί με βάση τις υποβαλλόμενες αιτήσεις των διαδίκων (άρθρο 106 ΚΠολΔ, αρχή της διάθεσης).

Κατά συνέπεια, ενόψει των παραπάνω αποδειχθέντων, πρέπει η κρινόμενη αγωγή, να γίνει δεκτή και ως ουσία βάσιμη, να αναγνωρισθεί ότι είναι ανίσχυρη η εκ μέρους της εναγομένης από 10-12-2003 καταγγελία της επίδικης σύμβασης ασφαλίσεως, η οποία επιδόθηκε στον ενάγοντα στις 11-12-2003 και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 26.971,92 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής μέχρι την εξόφληση. Περαιτέρω το Δικαστήριο κρίνει ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση της απόφασης δεν είναι δυνατόν να επιφέρει σημαντική ζημία στον ενάγοντα και γι’ αυτό το αίτημα για την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, πρέπει να απορριφθεί. Τέλος η εναγομένη πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, λόγω της ήττας της [άρθρο 176 ΚΠολΔ], όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται την αγωγή.
Αναγνωρίζει ότι είναι ανίσχυρη η γενομένη εκ μέρους της εναγομένης από 10-12-2003 καταγγελία της καταρτισθείσας, δυνάμει του υπ’ αριθμ. 0622195/1997 ασφαλιστηρίου συμβολαίου και των πρόσθετων πράξεων, σύμβασης ασφάλισης.
Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των είκοσι έξι χιλιάδων εννιακοσίων εβδομήντα ενός ευρώ και ενενήντα δύο λεπτών (26.971,92), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Επιβάλλει σε βάρος της εναγομένης τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος, τα οποία καθορίζει σε επτακόσια πενήντα ευρώ (750).
Κρίθηκε
----------------------------------
...

Ασφάλεια Ζωής
Ένσταση Ασφαλιστού κατ΄Ασφαλισμένου
Για δολία απόκρυψη προϋπάρχουσας Νόσου 
(σε ηλικία 12 ετών)
Απορριπτέα (1)

Η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, επικαλείται απόκρυψη εκ μέρους του ασφαλισμένου της, προηγούμενης πάθησής του και δη ρευματικού πυρετού, που προϋπήρχε της κατάρτισης της ένδικης σύμβασης ασφαλίσεως, θεωρώντας ότι ο ενάγων είχε παραβιάσει εκ προθέσεως την από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 του ν.2496/1997 σχετική υποχρέωσή του για μη απόκρυψη στοιχείων σχετικά με προϋπάρχουσα ασθένειά του. Για το λόγο σε αυτό προέβη στην καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης και συνεπώς δεν έχει υποχρέωση καταβολής του σχετικού ασφαλίσματος, λόγω επέλευσης της επίδικης ασφαλιστικής περίπτωσης. 
Εν προκειμένω αποδείχθηκε ότι στο ιατρικό ιστορικό του ενάγοντος, που συντάχθηκε από το νοσοκομείο στο οποίο εισήχθη λόγω καρδιακού εμφράγματος, ο ενάγων δήλωσε ότι είχε παρουσιάσει ρευματικό πυρετό σε ηλικία 12 ετών. Κατά δε τη συμπλήρωση του ερωτηματολογίου, που περιλαμβανόταν στην υπογραφείσα από τον ενάγοντα αίτηση προς κατάρτιση της συμβάσεως ασφαλίσεως, ο τελευταίος στην ερώτηση «αν υποφέρατε από κάποια ασθένεια που χρειάσθηκε νοσηλεία ή ιατρική παρακολούθηση» έδωσε αρνητική απάντηση.
Ωστόσο το Δικαστήριο με την κατωτέρω δημοσιευόμενη απόφασή του έκρινε ότι ο ενάγων δεν ενήργησε με πρόθεση να αποκρύψει ότι σε ηλικία 12 ετών είχε παρουσιάσει ρευματικό πυρετό. Και τούτο διότι είναι λογικό να μη θυμάται, αλλά και ακόμη να αγνοεί, όπως βάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων, ότι στην παιδική του ηλικία είχε εκδηλωθεί η εν λόγω ασθένειά του.
Σε κάθε δε περίπτωση είναι εύλογο να μην κρίνεται αναγκαίο να δηλωθεί μία ασθένεια που είχε εμφανισθεί σε ηλικία 12 ετών, λαμβανομένου υπόψη αφενός ότι με τον τρόπο που ήταν διατυπωμένη η ερώτηση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας αυτή ήταν γενική, με την έννοια ότι εύλογα θεωρείται ότι δεν αφορά ασθένειες που είχαν εκδηλωθεί κατά την παιδική ηλικία, όταν ο ασφαλισμένος είναι 42 ετών (όπως ο ενάγων) και αφετέρου μέχρι τουλάχιστον το χρόνο της κατάρτισης της ένδικης σύμβασης, αν και ο ενάγων ήταν ηλικίας 42 ετών, δεν του είχε παρουσιασθεί κανένα πρόβλημα υγείας. 
Πρέπει δε να επισημανθεί ότι το αν η εν λόγω ασθένεια επέδρασε ή όχι στην εμφάνιση της στεφανιαίας νόσου του ενάγοντος δεν ερευνάται, διότι κατά την εξέταση αν παραβιάστηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 και 6 του ν.2496/1997, τούτο δεν ασκεί ουδεμία έννομη επιρροή.



Ένσταση Ασφαλιστή περί καταχρηστικής ασκήσεως
του δικαιώματος του ασφαλισμένου (άρθρ. 281 ΑΚ)
Απορριπτέα

Η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία όλως επικουρικά ισχυρίζεται ότι δεν υποχρεούται σε καταβολή του επιδίκου ασφαλίσματος, καθόσον ο ενάγων παρέβη δολίως το επιβαλλόμενο ως άνω ασφαλιστικό του βάρος από τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλαγματικών ηθών, διότι αυτός όφειλε να της γνωστοποιήσει τα αντικειμενικά ουσιώδη στοιχεία για την εκτίμηση του κινδύνου.
Κρίθηκε απορριπτέα η σχετική ένσταση καθότι η εκ του άρθρ. 281 ΑΚ διάταξη έχει εφαρμογή όταν η άσκηση του δικαιώματος του δικαιούχου υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του και όχι όταν ο διάδικος αρνείται απλά ή αιτιολογημένα να δεχτεί την ύπαρξη ή την άσκηση του δικαιώματος του αντιδίκου του.
Συνακόλουθα, ενόψει των προαναφερόμενων, η ως άνω καταγγελία της ένδικης σύμβασης είναι ανίσχυρη και δεν επιφέρει έννομα αποτελέσματα και επομένως απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη είναι η ένσταση της εναγομένης περί απαλλαγής της από την καταβολή του επιδίκου ασφαλίσματος.


Λύση Ασφαλιστικής Σύμβασης
δεν αρκεί η συνδρομή λόγων ακυρότητάς της
Απαιτείται καταγγελία εντός μηνός
από γνώσεως παράβασης του ασφαλισμένου (άρθρ.3 Ν.2496/2007)

Εάν παρέλθει, άπρακτη η πιο πάνω μηνιαία προθεσμία ή εάν περιέλθει στο λήπτη της ασφάλισης η εν λόγω καταγγελία, μετά την παρέλευσή της, παύει (αποδυναμώνεται) το δικαίωμα του ασφαλιστή για την καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης και αυτός ο ασφαλιστής δεν απαλλάσσεται πλέον από την υποχρέωσή του, για την καταβολή του ασφαλίσματος ακόμη και στις περιπτώσεις που ο ασφαλισμένος, παραβίασε τις υποχρεώσεις του (και από δόλο και από πρόθεση ακόμα εξαπάτησης), οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 του νόμου αυτού.


Απόφ. Μον.Πρ.Αθ.110.757/2004
Πρόεδρος: Γεωργία Γκίκα
Δικηγόροι: Μ. Μουζουράκης


Σχόλια – Παρατηρήσεις

Η γνώσις του πράκτορος εξομοιούται με γνώση του ασφαλιστή ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΖΩΗΣ - (Ε.Ν 202) Η από τον επί των διαπραγματεύσεων προς σύναψη συμβάσεως αντιπρόσωπο (πράκτορα), γνώση πραγματικού περιστατικού μέλλοντος να επιδράσει στη σύμβαση και βλαπτικού των συμφερόντων του αντιπροσωπευομένου (ασφαλιστή), αποτελεί, κατά πλάσμα του νόμου, ταυτόχρονη όμοια γνώση και του αντιπροσωπευομένου (ασφαλιστή), που ακολούθως τυχαίνει να συνάπτει αυτοπροσώπως τη σύμβαση. 
ΕΝΤΑΥΤΑ ο ασφαλιστικός ΠΡΑΚΤΩΡ, ΑΠΕΚΡΥΨΕ από τον ασφαλιστή κατά την συναφθείσα σύμβαση, την προϋπάρχουσαν ΑΣΘΕΝΕΙΑ του ασφαλισθέντος μέσου αυτού. 
Αναιρείται η απόφαση του Εφετείου που απέρριψε τον ισχυρισμό του ασφαλισμένου - ενάγοντος, ότι η γνώση του ασφαλιστικού πράκτορα της εναγομένης (ασφαλιστικής εταιρίας) για το είδος της ασθένειας εκείνου του διαδίκου, ισοδυναμούσε με αντίστοιχη γνώση της εναγομένης, έκανε δε δεκτό τον ισχυρισμό της εναγομένης (ασφαλστικής εταιρίας), ότι η ασφαλιστική σύμβαση ή" άκυρη" ως προιόν απάτης εξαιτίας των προς την εναγομένη δόλιων και ψευδών δηλώσεων του ενάγοντος και του ασφαλιστικού πράκτορα σχετικά με τη στο παρελασθένεια και νοσηλεία εκείνου του διαδίκου. ΑΠ 134/2004 ΣΕΣυγκΔ 2004/328


Κείμενο Απόφ. Μον.Πρ.Αθ.110.757/2004

Κατά τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 του ν.2469/1997, κατά τη σύναψη της σύμβασης, ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή. Στοιχεία και περιστατικά για τα οποία ο ασφαλιστής έθεσε σαφείς γραπτές ερωτήσεις, τεκμαίρεται ότι είναι τα μόνα τα οποία επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου. Εάν ο ασφαλιστής συνάψει τη σύμβαση, με βάση γραπτές ερωτήσεις δεν μπορεί να επικαλεσθεί το γεγονός ότι: α) συγκεκριμένες ερωτήσεις έμειναν αναπάντητες, β) δεν ανακοινώθηκαν περιστάσεις που δεν αποτελούσαν αντικείμενο απόδειξης, γ) δόθηκε καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γενική ερώτηση, εκτός αν ο αντισυμβαλλόμενος ενήργησε κατά τον τρόπο αυτό με πρόθεση να εξαπατήσει τον ασφαλιστή. Ακόμη ο ασφαλιστής δεν μπορεί να επικαλεσθεί ατέλειες ή πλημμέλειες των απαντήσεων του ερωτηματολογίου, εκτός αν έγιναν από πρόθεση. Στην παράγραφο 6 εδ. α του άρθρου 3 του ως άνω νόμου, ορίζεται ότι σε περίπτωση παράβασης από δόλο της υποχρέωσης που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Κατά δε την παράγραφο 7 εδ. β του ίδιου νόμου η καταγγελία στην ως άνω περίπτωση επιφέρει άμεσα αποτελέσματα. Ενόψει των παραπάνω, το άρθρο 202 του ΕμπΝ αντικαταστάθηκε από το άρθρο 3 του ν. 2496/2007, υπό την ισχύ δε του Νόμου αυτού, για τη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης δεν αρκεί μόνο η συνδρομή λόγων ακυρότητάς της, όπως όριζε το προαναφερόμενο άρθρο 22 του ΕμπΝ, αλλά απαιτείται επιπλέον καταγγελία αυτής από τον ασφαλιστή, εντός μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης του ασφαλισμένου. Με τη συνδρομή της πιο πάνω τυπικής προϋπόθεσης η καταγγελία του ασφαλιστή παράγει άμεσα αποτελέσματα και απαλλάσσεται της υποχρέωσης του για την καταβολή του ασφαλίσματος, εφόσον ο λήπτης της ασφάλισης, παρέβη από δόλο την υποχρέωσή του να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει και το οποίο είναι αντικειμενικώς ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου. Επομένως από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι εάν παρέλθει, άπρακτη η πιο πάνω μηνιαία προθεσμία ή εάν περιέλθει στο λήπτη της ασφάλισης η εν λόγω καταγγελία, μετά την παρέλευσή της, παύει (αποδυναμώνεται) το δικαίωμα του ασφαλιστή για την καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης και αυτός ο ασφαλιστής δεν απαλλάσσεται πλέον από την υποχρέωσή του, για την καταβολή του ασφαλίσματος και στις περιπτώσεις ακόμη που ο ασφαλισμένος, παραβίασε τις υποχρεώσεις του (και από δόλο και από πρόθεση ακόμα εξαπάτησης), οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 του νόμου αυτού. (βλ. ΑΠ 846/2003 ΕΕμπΔ 2003, 839, ΕΑ 5980/2004 αδημ., ΕΑ 7462/2002 ΕλλΔ 44,815, ΕΑ 7755/2002 ΕΕμπΔ 2003, 846, ΕΑ 7391/2000 ΕΕμπΔ 2001, 295). Περαιτέρω, από την παράγραφο 8 του ίδιου άρθρου συνάγεται ότι οι διατάξεις των άρθρων 3 έως 5 του άρθρου αυτού, που προβλέπουν για την περίπτωση που η παράβαση του πιο πάνω ασφαλιστικού βάρους έγινε από τον ασφαλιζόμενο, χωρίς υπαιτιότητα ή αμέλεια αυτού, δεν εφαρμόζονται στις ασφαλίσεις ζωής και στις ασφαλίσεις ασθενειών.

Στην προκειμένη περίπτωση η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία αρνείται την κρινόμενη αγωγή και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ο ενάγων κατά την υποβολή της με ημερομηνία 30-9-1997 αίτησής του, με βάση την οποία συνήφθη η επίδικη ασφαλιστική σύμβαση, αν και του τέθηκαν από την εναγομένη σαφείς ερωτήσεις, κατά τη συμπλήρωση του σχετικού ερωτηματολογίου, απέκρυψε δολίως την πάθησή του, ήτοι το ρευματικό πυρετό που προϋπήρχε της αίτησης ασφάλισης και η οποία ασθένειά του ήταν αντικειμενικά ουσιώδης για την εκτίμηση του κινδύνου και οπωσδήποτε ικανή να επηρεάσει τη σύναψη της σύμβασης ασφαλίσεώς του και τους όρους της σύναψής της και ότι για το λόγο αυτό προέβη στην καταγγελία της ένδικης σύμβασης και ότι συνεπώς δεν έχει υποχρέωση καταβολής του σχετικού ασφαλίσματος στον ενάγοντα λόγω επέλευσης της επίδικης ασφαλιστικής περίπτωσης. Ο εν λόγω ισχυρισμός της εναγομένης είναι νόμιμος, στηριζόμενος, στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1, 6 εδ. 1 και 7 εδ. β του ν.2496/1997 και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και κατ’ ουσίαν. Ακολούθως, επικουρικά η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η ένδικη σύμβαση είναι άκυρη λόγω ουσιώδους πλάνης της, καθόσον αν γνώριζε την πραγματική κατάσταση της υγείας του ενάγοντος δεν θα κατήρτιζε την ένδικη σύμβαση ή δεν θα την κατήρτιζε με τους ίδιους όρους. Ο εν λόγω ισχυρισμός στην προκειμένη περίπτωση είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον την εφαρμογή της γενικής αυτής διάταξης αποκλείει η ειδική διάταξη του προαναφερόμενου άρθρου 3 παρ. 1, 6 εδ. 1 και 7εδ. β του ν. 2496/1997 (βλ. Ρόκα σελ. 85). Περαιτέρω, όλως επικουρικά η εναγομένη ισχυρίζεται ότι δεν υποχρεούται σε καταβολή του επιδίκου ασφαλίσματος, καθόσον ο ενάγων παρέβη δολίως το επιβαλλόμενο ως άνω ασφαλιστικό του βάρος από τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλαγματικών ηθών, διότι αυτός όφειλε να της γνωστοποιήσει τα αντικειμενικά ουσιώδη στοιχεία για την εκτίμηση του κινδύνου. Όμως με τα ανωτέρω αναφερόμενα η εναγομένη αρνείται την ύπαρξη του αγωγικού δικαιώματος του ενάγοντος και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη η εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, αφού η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή όταν η άσκηση του δικαιώματος του δικαιούχου υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του και όχι όταν ο διάδικος αρνείται απλά ή αιτιολογημένα να δεχτεί την ύπαρξη ή την άσκηση του δικαιώματος του αντιδίκου του (ΑΠ 950/1989 ΕλλΔνη 32.77, ΑΠ 84/1984 ΝοΒ 33.239).

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, οι οποίες εκτιμώνται μόνες και σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αποδείξεις κατά το λόγο της γνώσης και το βαθμό αξιοπιστίας εκάστου και του συνόλου των εγγράφων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: 
Με σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης, το Σεπτέμβριο του έτους 1997, η τελευταία ασφάλισε τον πρώτο έναντι των κινδύνων της ζωής και της υγείας του, έναντι ασφαλίστρου. Για το λόγο τούτο εκδόθηκε, στις 30-9-1997, το υπ’ αριθμ. ____ ασφαλιστήριο συμβόλαιο της εναγομένης, το οποίο τροποποιήθηκε αρχικά με την υπ’ αριθμ. _____ πρόσθετη πράξη, που εκδόθηκε στις 14-5-2002 και ακολούθως με την υπ’ αριθμ. ____ πρόσθετη πράξη, που εκδόθηκε στις 19-9-2003, όπως η τελευταία προκύπτει από το ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο που προσκομίζει η εναγομένη. Σύμφωνα με το προσκομιζόμενο προαναφερόμενο υπ’ αριθμ. _____ ασφαλιστήριο συμβόλαιο (όπως αυτό τροποποιήθηκε με τις προαναφερόμενες πρόσθετες πράξεις), η εν λόγω ασφαλιστική κάλυψη εκ μέρους της εναγομένης περιελάμβανε και την ισόβια ασφάλεια περιορισμένων πληρωμών με συμμετοχή στα κέρδη, με ασφάλιστρα πληρωτέα έως τα 65 έτη, την ασφάλιση απαλλαγής πληρωμής ασφαλίστρων, την ασφάλιση προσωπικών ατυχημάτων, ιατροφαρμακευτικές δαπάνες, την ασφάλιση εξόδων επείγουσας αερομεταφοράς και την ασφάλιση υπερκάτρας υγείας Hospital plus θέση Β, έναντι τριμηνιαίου ετήσιου ασφαλίστρου ποσού 232,33 ευρώ. Η διάρκεια δε της τελευταίας ασφάλισης ήταν ισόβια. Περαιτέρω στο άρθρο 2 του προσαρτήματος XXVI, όσον αφορά την ασφάλιση υπερκάτρας υγείας Hospital plus, προβλέφθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η εναγομένη καλύπτει το ποσό που κατέβαλε ο ασφαλισμένος για έξοδα κλίνης και τροφής υπό την προϋπόθεση ότι ο ασφαλιζόμενος νοσηλευτεί στη θέση νοσηλείας που αναγράφεται στον πίνακα καλυπτομένων περιπτώσεων και παροχών. Στο άρθρο δε 4 του ίδιου προσαρτήματος ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι αν ο ασφαλισμένος εισαχθεί σε νοσοκομείο ως εσωτερικός ασθενής, εξαιτίας ασθένειας, η εναγομένη συμφωνεί να καταβάλει το σύνολο των αναγνωρισμένων εξόδων των πραγματοποιούμενων κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του. Περαιτέρω στον πίνακα καλυπτόμενων περιπτώσεων και παροχών καθορίστηκε το ποσό των 2.536,93 ευρώ για αμοιβή χειρούργου για εξαιρετικώς βαριά επέμβαση και το ποσό των 731,37 ευρώ για αμοιβή αναισθησιολόγου σε εξαιρετικώς βαριά επέμβαση. 

Περαιτέρω, ο ενάγων, στις 15-10-2003, εισήχθη στο Νοσοκομείο «ΙΑΤΡΙΚΟ ΑΘΗΝΩΝ» με οξύ άλγος στο επιγάστριο με επέκταση στο στέρνο και στην αριστερή ωμοπλάτη, όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου. Την επομένη ημέρα υποβλήθηκε σε στεφανιογραφία από την οποία διαγνώσθηκε στεφανιαία νόσος τριών αγγείων και κρίθηκε αναγκαίο να υποβληθεί σε επέμβαση επαναιμάτωσης του μυοκαρδίου (by pass). Από το εν λόγω νοσοκομείο ο ενάγων εξήλθε στις 24-10-2003. Περαιτέρω, ο ενάγων εισήλθε εκ νέου στο νοσοκομείο αυτό στις 24-11-2003, όπου υποβλήθηκε σε επέμβαση επαναιμάτωσης του μυοκαρδίου (by pass) από τον καρδιοχειρουργό ____ και εξήλθε στις 3-12-2003. Ο ενάγων, μετά την πρώτη έξοδό του από το εν λόγω νοσοκομείο, στις 29-10-2003, καθώς και μετά τη δεύτερη έξοδό του από το νοσοκομείο αυτό, στις 8-12-2003, παρέδωσε στην ασφαλιστική σύμβουλο της εναγομένης, τα σχετικά με τη νοσηλεία του τιμολόγια και τις σχετικές αποδείξεις, ενώ στις 5-11-2003 στην ίδια ασφαλιστική σύμβουλο είχε παραδώσει το φάκελο με το ιατρικό του ιστορικό, που είχε συνταχθεί από το εν λόγω νοσοκομείο, προκειμένου να του καταβληθεί και το ανάλογο ασφάλισμα. Όμως, η εναγομένη, επικαλούμενη απόκρυψη εκ μέρους του προηγούμενης πάθησής του και δη ρευματικού πυρετού, που προϋπήρχε της κατάρτισης της ένδικης σύμβασης ασφαλίσεως, θεωρώντας ότι ο ενάγων είχε παραβιάσει εκ προθέσεως την από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 του ν.2496/1997 σχετική υποχρέωσή του για μη απόκρυψη στοιχείων σχετικά με προϋπάρχουσα ασθένειά του. Πραγματικά, σύμφωνα με το ιατρικό ιστορικό του ενάγοντος, που συντάχθηκε από το ανωτέρω νοσοκομείο, ο ενάγων παρουσίασε ρευματικό πυρετό σε ηλικία 12 ετών. Κατά δε τη συμπλήρωση του ερωτηματολογίου, που περιλαμβανόταν στην υπογραφείσα από τον ενάγοντα από 30-9-1997 αίτηση προς κατάρτιση της συμβάσεως ασφαλίσεως, ο τελευταίος στην ερώτηση «αν υποφέρατε από κάποια ασθένεια που χρειάσθηκε νοσηλεία ή ιατρική παρακολούθηση» έδωσε αρνητική απάντηση. Ωστόσο το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων δεν ενήργησε με πρόθεση να αποκρύψει ότι σε ηλικία 12 ετών είχε παρουσιάσει ρευματικό πυρετό. Και τούτο διότι είναι λογικό να μη θυμάται, αλλά και ακόμη να αγνοεί, όπως βάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων, ότι στην παιδική του ηλικία είχε εκδηλωθεί η εν λόγω ασθένειά του, η οποία, σύμφωνα με την κατάθεση της μάρτυρός του – συζύγου του, αντιμετωπίστηκε με θεραπευτική αγωγή κατ’ οίκον, όπως την πληροφόρησαν οι γονείς του ενάγοντος σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε μαζί τους, κατά την πρώτη είσοδό του στο νοσοκομείο, όταν ρωτήθηκαν για το ιατρικό του ιστορικό. Σε κάθε δε περίπτωση είναι εύλογο να μην κρίνεται αναγκαίο να δηλωθεί μία ασθένεια που είχε εμφανισθεί σε ηλικία 12 ετών, λαμβανομένου υπόψη αφενός ότι με τον τρόπο που ήταν διατυπωμένη η ερώτηση της εναγομένης ήταν γενική, με την έννοια ότι εύλογα θεωρείται ότι δεν αφορά ασθένειες που είχαν εκδηλωθεί κατά την παιδική ηλικία, όταν ο ασφαλισμένος είναι 42 ετών (όπως ο ενάγων) και αφετέρου μέχρι τουλάχιστον το χρόνο της κατάρτισης της ένδικης σύμβασης, αν και ο ενάγων ήταν ηλικίας 42 ετών, δεν του είχε παρουσιασθεί κανένα πρόβλημα υγείας. Κατά συνέπεια, 
Ενόψει των ανωτέρω, κρίνεται ότι η μη δήλωση της ωα άνω ασθενείας δεν 
οφείλεται σε πρόθεση του ενάγοντος να αποκρύψει το στοιχείο αυτό, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη, δεδομένου και ότι πρόκειται για μία ασθένεια που είχε εκδηλωθεί στην παιδική ηλικία. Πρέπει δε να επισημανθεί ότι το αν η εν λόγω ασθένεια επέδρασε ή όχι στην εμφάνιση της στεφανιαίας νόσου του ενάγοντος δεν ερευνάται, διότι κατά την εξέταση αν παραβιάστηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 και 6 του ν.2496/1997, τούτο δεν ασκεί ουδεμία έννομη επιρροή. 

Επιπρόσθετα, όμως, η εναγομένη κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση μετά την παρέλευση της αποσβεστικής προθεσμίας του ενός μήνα από τότε που έλαβε γνώση της ως άνω ασθένειας του ενάγοντος. Ειδικότερα, όπως προεκτέθηκε και όπως προκύπτει από την απόδειξη παραλαβής εγγράφων, ο ενάγων παρέδωσε το φάκελο του ιατρικού του ιστορικού, στην ασφαλιστική σύμβουλο της εναγομένης, ___, στις 5-11-2003. Ο δε ισχυρισμός της εναγομένης ότι έλαβε γνώση του ιατρικού φακέλου του ενάγοντος στις 14-11-2003 από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε. Κατά συνέπεια, εφόσον από τις 5-11-2003 είχε περιέλθει σε γνώση της η ως άνω ασθένεια του ενάγοντος, η καταγγελία της ένδικης σύμβασης, που έγινε στις 11-12-2003, δεν παράγει έννομα αποτελέσματα και δεν απαλλάσσει την εναγομένη από την καταβολή του σχετικού ασφαλίσματος, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα. Ο ισχυρισμός δε αυτός της τελευταίας, που συνιστά αντένσταση στην ένσταση της εναγομένης περί απαλλαγής της από την καταβολή του επιδίκου ασφαλίσματος, παραδεκτώς προβάλλεται, το πρώτον, από την ενάγουσα, στην παρούσα τακτική διαδικασία, με τις έγγραφες προτάσεις της, που κατατέθηκαν στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αγωγής, πέραν του ότι η τήρηση της προθεσμίας του ενός μήνα για την καταγγελία της σύμβασης ασφαλίσεως, που τάσσεται με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 6 του ως άνω νόμου, ως αποσβεστική προθεσμία, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο (άρθρο 280 ΑΚ) και τα περί του αντιθέτου ισχυριζόμενα από την εναγομένη είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Συνακόλουθα, ενόψει των προαναφερόμενων, η ως άνω καταγγελία της ένδικης σύμβασης είναι ανίσχυρη και δεν επιφέρει έννομα αποτελέσματα και επομένως απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη είναι η ένσταση της εναγομένης περί απαλλαγής της από την καταβολή του επιδίκου ασφαλίσματος. 

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το συνολικό κόστος παραμονής και νοσηλείας του ενάγοντος στο ως άνω Ιατρικό Κέντρο Αθηνών στη θέση Β΄(όπως προβλεπόταν από την ένδικη σύμβαση ασφαλίσεως), λόγω επέλευσης της ένδικης ασφαλιστικής περίπτωσης, κατά το χρονικό διάστημα από 15-10-2003 έως 24-10-2003 ανήλθε στο ποσό των 12.640,26 ευρώ. Ειδικότερα οι εν λόγω δαπάνες έχουν ως εξής, όπως αυτές αναλύονται στις υπ’ αριθμ. 638784/24-10-2003, 638785/24-10-2003, 638786/24-10-2003, 638787/24-10-2003, 638788/24-10-2003 αποδείξεις παροχής υπηρεσιών του Ιατρικού Αθηνών Ε.Α.Ε. και στο υπ’ αριθμ. 066435 ειδικό σημείωμα χορηγήσεως φαρμάκων σε ασφαλισμένους μέσω κλινών: το ως άνω ποσό ο ενάγων το κατέβαλε στο εν λόγω νοσοκομείο, στις 24-10-2003, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 0203177 απόδειξη είσπραξης του Ιατρικού Αθηνών Ε.Α.Ε. Επίσης, το συνολικό κόστος παραμονής και νοσηλείας του ενάγοντος στο ως άνω Ιατρικό Κέντρο Αθηνών, στη θέση Β΄ κατά το χρονικό διάστημα από 24-11-2003 έως 3-12-2003 ανήλθε στο ποσό των 11.491,66 ευρώ. Ειδικότερα οι εν λόγω δαπάνες έχουν ως εξής, όπως αυτές αναλύονται στις υπ’ αριθμ. 643034/2003, 643035/2003, 643036/2003 αποδείξεις παροχής υπηρεσιών του Ιατρικού Αθηνών Ε.Α.Ε. Το ως άνω ποσό ο ενάγων το κατέβαλε στο εν λόγω νοσοκομείο, στις 3-12-2003, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 0204805 απόδειξη είσπραξης του Ιατρικού Αθηνών Ε.Α.Ε. Ακολούθως ο ενάγων για την αμοιβή του καρδιοχειρουργού, Μ.Κ. κατέβαλε το ποσό των 7.300 ευρώ, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 587/8-12-2003 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του ίδιου ιατρού και για την αμοιβή της αναισθησιολόγου, Μ.Θ.Μ.Κ., το ποσό των 1.500 ευρώ, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 136/8-12-2003 απόδειξη παροχής υπηρεσιών της ίδιας ιατρού. Όλα δε τα προαναφερόμενα ποσά ουδόλως αμφισβητούνται ειδικότερα από την εναγομένη (άρθρο 261 ΚΠολΔ). Ωστόσο, σύμφωνα με την ένδικη σύμβαση ασφαλίσεως και ειδικότερα με βάση τον προαναφερόμενο πίνακα καλυπτόμενων περιπτώσεων και παροχών ο ενάγων δικαιούται, για την εν λόγω επέμβαση, που εντάσσεται στις εξαιρετικώς βαριές επεμβάσεις, από την ως άνω αμοιβή του καρδιοχειρουργού, να απαιτήσει την καταβολή του ποσού των 2.536,93 ευρώ, ενώ από την ως άνω αμοιβή της αναισθησιολόγου το ποσό των 731,37 ευρώ. Όμως πρέπει να του επιδικασθούν μόνο τα ποσά των 2.200 ευρώ και των 640 ευρώ αντίστοιχα, για τα οποία υποβάλλει σχετικό αίτημα, δεδομένου ότι το Δικαστήριο ενεργεί με βάση τις υποβαλλόμενες αιτήσεις των διαδίκων (άρθρο 106 ΚΠολΔ, αρχή της διάθεσης).

Κατά συνέπεια, ενόψει των παραπάνω αποδειχθέντων, πρέπει η κρινόμενη αγωγή, να γίνει δεκτή και ως ουσία βάσιμη, να αναγνωρισθεί ότι είναι ανίσχυρη η εκ μέρους της εναγομένης από 10-12-2003 καταγγελία της επίδικης σύμβασης ασφαλίσεως, η οποία επιδόθηκε στον ενάγοντα στις 11-12-2003 και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 26.971,92 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής μέχρι την εξόφληση. Περαιτέρω το Δικαστήριο κρίνει ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση της απόφασης δεν είναι δυνατόν να επιφέρει σημαντική ζημία στον ενάγοντα και γι’ αυτό το αίτημα για την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, πρέπει να απορριφθεί. Τέλος η εναγομένη πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, λόγω της ήττας της [άρθρο 176 ΚΠολΔ], όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται την αγωγή.
Αναγνωρίζει ότι είναι ανίσχυρη η γενομένη εκ μέρους της εναγομένης από 10-12-2003 καταγγελία της καταρτισθείσας, δυνάμει του υπ’ αριθμ. 0622195/1997 ασφαλιστηρίου συμβολαίου και των πρόσθετων πράξεων, σύμβασης ασφάλισης.
Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των είκοσι έξι χιλιάδων εννιακοσίων εβδομήντα ενός ευρώ και ενενήντα δύο λεπτών (26.971,92), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Επιβάλλει σε βάρος της εναγομένης τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος, τα οποία καθορίζει σε επτακόσια πενήντα ευρώ (750).
Κρίθηκε
----------------------------------
...

(ΣΣ Δημοσιεύεται στην ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ Φεβρουάριος 2010)

Αναιρείται Εφετειακή απόφαση κατ΄άρθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που δέχθηκε παρεμπίπτουσα αγωγή ασφαλιστή λόγω εξαίρεσης ασφαλιστικής κάλυψης ζημιών προκληθέντων από οδηγό που στερείται της κατά νόμο άδειας, (άρθρ. 25 παρ.6 της ΥΑ Κ4/585/78), καθότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τη σχετική ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ασφαλιστικής εταιρίας για την απαλλαγή της από την σχετική σύμβαση, καθόσον αποδείχθηκε ότι ο ασφαλιστικός πράκτορας γνώριζε το είδος της άδειας του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, και παρόλα αυτά προέβη στην ασφάλιση αυτού.


Πλημμελής Ακινητοποίηση Σιλοφόρου οχήματος
Θανάσιμος Τραυματισμός κατά την διάρκεια εκφόρτωσης

Αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού σιλοφόρου οχήματος που δεν έλαβε μέτρα για την πλήρη και ασφαλή ακινητοποίηση του οχήματος, τοποθετώντας και επί των τεσσάρων τροχών σφήνες αναστολής της κυλίσεως. Ομοίως όφειλε να παρακολουθεί την συμπεριφορά του ανωτέρω οχήματος ώστε να είναι σε θέση έγκαιρα να αντιμετωπίσει τις εκ των κραδασμών της εκφόρτωσης προκαλούμενες αντιδράσεις του μηχανήματος, συνεπεία των οποίων το όχημα μετακινήθηκε και προκάλεσε την πτώση του επί της καρότσας ευρισκομένου προσώπου, με αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του.


Πρόταση Ασφαλίσεως
από αντιπρόσωπο του ιδιοκτήτου του οχήματος
προς Ασφαλιστικό Πράκτορα & Αποδοχή (2)

Αποδοχή της σχετικής πρότασης του ιδιοκτήτη του ασφαλιζόμενου οχήματος προς τον ασφαλιστικό πράκτορα, με την καταβολή του ασφαλίστρου και την παράδοση του ειδικού σήματος.
Εν προκειμένω αποδείχθηκε ότι η πρόταση για ασφάλιση του ζημιογόνου οχήματος δεν υποβλήθηκε από τον ιδιοκτήτη αυτού, αλλά από τον πατέρα του, ο οποίος ενεργώντας ως άμεσος αντιπρόσωπός του μετέβη στο γραφείο του πράκτορα της ασφαλιστικής εταιρίας και ζήτησε την ασφάλιση του ζημιογόνου αυτοκινήτου, γνωρίζοντας στον τελευταίο ότι το όχημα δεν θα οδηγούνταν από τον ιδιοκτήτη του, (ο οποίος είναι ανάπηρος στα άκρα), αλλά από τρίτο πρόσωπο προσκομίζοντας μάλιστα την άδεια ικανότητας αυτού (Ε κατηγορίας), η οποία όμως δεν ίσχυε για το ένδικο όχημα. Ο ασφαλιστικός πράκτορας συμπληρώνοντας την πρόταση, ασφάλισε το όχημα αυτό και παρέδωσε το ειδικό σήμα στον ως άνω ασφαλισμένο-αντισυμβαλλόμενό του, ο οποίος το επικόλλησε στο ζημιογόνο όχημα. 

Στην περίπτωση που έχει χορηγηθεί στον ασφαλιστικό πράκτορα εξουσία σύναψης ασφαλιστικών συμβάσεων επ' ονόματι της ασφαλιστικής επιχείρησης, αναγορεύεται σε αντιπρόσωπο αυτής κατά την έννοια του άρθρου 211 ΑΚ και, κατά συνέπεια, τα ελαττώματα βούλησης, η γνώση ή η υπαίτια άγνοια ορισμένων περιστατικών, όπως και η επίδρασή τους επί της δικαιοπραξίας κρίνονται από το πρόσωπό του (άρθρο 214 ΑΚ). Στην περίπτωση αυτή ο πράκτορας θεωρείται βοηθός εκπληρώσεως της ασφαλιστικής επιχείρησης, χωρίς να μπορεί η σχετική ευθύνη να αποκλειστεί συμβατικά, αφού ναι μεν δεν διατελεί υπό στενή έννοια στην υπηρεσία της ασφαλιστικής επιχείρησης, αλλά αναπτύσσει δραστηριότητα στο χώρο δράσης αυτής.




Απόφ. Α.Π. 18/2010
Πρόεδρος : Διονύσιος Γιαννακόπουλος
Εισηγητής : Γεωργία Λαλούση
Δικηγόροι : Γεώργιος Κακάλης - Δημήτριος Ντανάκας



Σχόλια & Παρατηρήσεις
1) Καταχρηστική επίκληση του όρου εξαίρεσης της ασφαλιστικής κάλυψης

Η είσπραξη ασφαλίστρων από τον ασφαλιστή εν γνώσει του ότι ο ασφαλισμένος οδηγός στερούνταν την προβλεπόμενη από το νόμο άδεια οδήγησης, καθιστά καταχρηστική τη μεταγενέστερη επίκληση από αυτήν του όρου ασφαλιστηρίου που απαλλάσσει τον ασφαλιστή σε περίπτωση οδήγησης χωρίς άδεια. Βλ. σχετικώς και Πολ.Πρ.Θεσ. 16708/2008 ΕυγκΔ 2009/18

Η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρίας κατά τη σύναψη της συμβάσεως ασφαλίσεως, όπως και σε κάθε μεταγενέστερη ανανέωση της, ενόψει της ηλικίας του ασφαλισμένου, (υπερήλικας) όφειλε να ερευνά αν αυτός έχει άδεια ικανότητας οδηγού, καθώς επίσης και αν αυτή είναι ανανεωμένη. Παρέλειψε δε τούτο, προκειμένου να εισπράξει τα ασφάλιστρα από την ανωτέρω σύμβαση. Έτσι, δικαιολογημένα δημιουργήθηκε στον ασφαλισμένο, η πεποίθηση και η πίστη ότι δεν πρόκειται να διεκδικήσει το δικαίωμά της να ασκήσει από αυτόν, βάσει του ανωτέρω όρου της μεταξύ τους συμβάσεως, ό,τι υποχρεωθεί να καταβάλει σε περίπτωση που αυτός θα προκαλούσε τροχαίο ατύχημα. Συνεπώς απορριπτέα παρεμπίπτουσα αγωγή του ασφαλιστή, ως καταχρηστικώς ασκουμένης καθώς αντίκειται στην καλή πίστη, στα χρηστά ήθη και στον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματός του. (ΑΚ 281). Εφ.Ιωαν. 261/2007, ΕΣυγκΔ 2009/30, Μον.Πρ.Αθ. 2406/2000 ΣΕΣυγκΔ 2000/598

Άδεια οδηγού Β κατηγορίας αντί Γ Άσχετος δι΄ υπαιτιότητα, ΔΙΟΤΙ δεν επέδρασε στην πρόκληση του ατυχήματος. ΑΣΧΕΤΟΣ ΚΑΙ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗΝ ΤΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΤΟΥ, αφού ο Ασφαλιστής κατά την σύναψη της Ασφ/κης ταύτης συμβάσεως (βάσει της ΠΡΟΤΑΣΕΩΣ του Ησφαλισμένου στο ΕΝΤΥΠΟ της οποίας εγράφησαν τα στοιχεία του Ησφαλισμένου εν οις και τα στοιχεία του ΔΙΠΛΩΜΑΤΟΣ (Αδείας ικανότητος Οδηγού που είχε Β- και όχι Γ), ΕΓΝΩΡΙΖΕ ότι ο Ησφαλισμένος δεν είχε ΑΔΕΙΑ Οδηγού. Εφ.Αθ. 2007/2000 ΣΕΣυγκΔ 2000/578

2) Ασφαλιστικός Πράκτορας

Ο ασφαλιστικός πράκτορας ενεργεί ως ανεξάρτητος επαγγελματίας και ως εμπορικός αντιπρόσωπος του ασφαλιστή, που αμείβεται με προμήθεια, σύμφωνα με τη σύμβαση που διέπει τη σχέση συνεργασίας του με τον ασφαλιστή. Ο πράκτορας δεν μπορεί να ασκήσει ο ίδιος ασφαλιστική επιχείρηση, ούτε μπορεί να καλύψει τον κίνδυνο από τα αυτοκινητικά ατυχήματα. Η σύμβαση ασφάλισης συνάπτεται στο όνομα και για λογαριασμό του ασφαλιστή. Ο πράκτορας λοιπόν, μη έχοντας τη νομική θέση του ασφαλιστή, δεν μπορεί να εναχθεί από τον τρίτο που ζημιώθηκε σε ατύχημα. Η εναντίον του αγωγή πρέπει να απορρίπτεται για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης, γεγονός που εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο. Βλ. σχετικώς και Μον.Πρ.Ξάνθης 143/2001 ΣΕΣυγκΔ 2003/98

Η συμφωνία προσωρινής καλύψεως γίνεται εγκύρως μεταξύ του λήπτη της ασφαλίσεως και του συμπράξαντος παραγωγού ασφαλίσεων, εφόσον αυτός είναι εξουσιοδοτημένος για το σκοπό αυτό από την ασφαλιστική εταιρία, έχοντας στην κατοχή του το έντυπο ειδικό σήμα προσωρινής καλύψεως. Το γεγονός ότι η σύμβαση ασφαλίσεως δεν είχε καταρτισθεί ακόμη, διότι η πρόταση ασφαλίσεως διαβιβάσθηκε προς την ασφαλιστική εταιρία με τηλεομοιότυπο, δεν ασκεί επιρροή, αφού είχε συμφωνηθεί η προσωρινή ασφαλιστική κάλυψη του αυτοκινήτου μέχρι την κατάρτιση της συμβάσεως. Εφ.Θεσ. 1387/2004 ΣΕΣυγκΔ 2004/341.



Κείμενο Απόφ. Α.Π.18/2010

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

To Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Την 16-7-1996 ο δεύτερος εναγόμενος, οδηγώντας το υπ' αριθμ κυκλοφορίας ... σιλοφόρο όχημα, ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ενάγουσα και προτιθέμενος να αδειάσει από αυτό τη μεταφερθείσα με αυτό χύδην ποσότητα σιτοκριθής μέσα σε αποθήκη που βρίσκεται στην ορεινή τοποθεσία ... της κοινότητας ..., στάθμευσε το σιλοφόρο τούτο όχημα με το οπίσθιο τμήμα του προς την πόρτα της αποθήκης και το εμπρόσθιο τμήμα του προς το παρακείμενο γκρεμό, ενώ ταυτόχρονα είχε την μηχανή του σε κίνηση, για τις ανάγκες της εκφόρτωσης, χωρίς να λάβει μέτρα για την ασφαλή ακινητοποίηση του οχήματος τούτου, λαμβάνοντας υπόψη και τους εκ της εργασίας του σιλό προκαλούμενους κραδασμούς, οι οποίοι θα είχαν ως αποτέλεσμα την μετακίνηση του οχήματος. Στη συνέχεια, αφού είχε εκφορτωθεί η ποσότητα του προαναφερθέντος προϊόντος ο ως άνω οδηγός του οχήματος παρήγγειλε στον I1, ιδιοκτήτη της παραπάνω αποθήκης, να ανεβεί στην καρότσα του σιλό προκειμένου να καθαρίσει τα υπολείμματα της σιτοκριθής. Κατά το χρόνο όμως που ο τελευταίος καθάριζε την καρότσα από το σιλό, αποσταθεροποιήθηκε πλήρως με αποτέλεσμα να καταπέσει στο γκρεμό και να τραυματιστεί θανάσιμα ο I1. 
Αποκλειστικά υπαίτιος του ως άνω ατυχήματος είναι ο δεύτερος εναγόμενος ο οποίος δεν έλαβε μέτρα για την πλήρη και ασφαλή ακινητοποίηση του οχήματος, τοποθετώντας και επί των τεσσάρων τροχών σφήνες αναστολής της κυλίσεως και παρακολουθώντας, ενώ ο παραπάνω θανών βρισκόταν στην καρότσα, την συμπεριφορά του οχήματος για την έγκαιρη αντιμετώπιση των εκ των κραδασμών κυρίως προκαλουμένων αντιδράσεων του μηχανήματος από την λειτουργία του κατά την εκφόρτωση. Ο δεύτερος εναγόμενος κρίθηκε ένοχος του παραπάνω ατυχήματος με την με αριθμό 1555/1999 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Κοζάνης, η οποία επικυρώθηκε με την με αριθμό 52/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κοζάνης. ...... 

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το ζημιογόνο όχημα ήταν ασφαλισμένο, κατά το χρόνο του ατυχήματος, στην ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τους εναγομένους, αφού δεν εκδόθηκε μεν ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ωστόσο όμως, έγινε πρόταση την 17-6-1996 από τον πρώτο εναγόμενο προς την ενάγουσα για ασφάλιση αυτού για το χρονικό διάστημα από 17-6-1996 μέχρι 17-9-1996, η οποία έγινε αποδεκτή από μέρους της ενάγουσας με την αποδοχή της καταβολής ασφαλίστρου και την παράδοση του ειδικού σήματος, το οποίο ο πρώτος εναγόμενος επικόλλησε στο *μπαρμπρίζ* του οχήματος, όπως καταθέτει ο μάρτυρας ανταπόδειξης. Στο τέλος της εν λόγω πρότασης αναγράφεται επί λέξει ο υπογραφόμενος κύριος ή κάτοχος του πιο πάνω οχήματος. .... Δηλώνω, επίσης, ότι έλαβα γνώση των όρων του εγκεκριμένου τιμολογίου αυτοκινήτων, καθώς και των ενιαίων όρων ασφάλισης αυτοκινήτων αντίτυπα των οποίων μου παραδόθηκαν..... Η εν λόγω πρόταση συνεπώς παραπέμπει στο ΦΕΚ 795 με την Κ4/585/5-4-1978 υπουργική απόφαση, ως προς τους όρους ασφαλίσεως, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο όρος του άρθρου 25 παρ. 6, ο οποίος ορίζει ότι αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίες προξενούμενες από οδηγό που δεν είχε την προβλεπόμενη από το νόμο για την κατηγορία του οχήματος το οποίο οδηγεί άδεια οδηγήσεως, πράγμα που συμβαίνει και στην προκειμένη περίπτωση, αφού όπως αποδείχθηκε ο οδηγός του οχήματος, δεύτερος εναγόμενος, δεν έφερε ανάλογη άδεια οδηγήσεως του οχήματος αυτού κατά παράβαση του άρθρου 99 ΚΟΚ, χωρίς να καλύπτεται η παράλειψη αυτής από το γεγονός ότι ο παραπάνω κατά το κρίσιμο διάστημα ήταν κάτοχος άδειας οδήγησης Ε' κατηγορίας (επαγγελματική). Ακολούθως, όμως, αποδείχθηκε, ότι ο πρώτος εναγόμενος, ιδιοκτήτης, παραχώρησε στο δεύτερο, οδηγό την οδήγηση αυτού, ο οποίος δεν κατείχε την απαιτούμενη από το νόμο άδεια, πράγμα το οποίο γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει . Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η πρόταση για ασφάλιση του ζημιογόνου οχήματος δεν υποβλήθηκε από τον ιδιοκτήτη αυτού, πρώτο εναγόμενο, αλλά από τον πατέρα του τελευταίου ..., ο οποίος ενεργώντας ως άμεσος αντιπρόσωπός του μετέβη στο γραφείο του πράκτορα της ενάγουσας και ζήτησε την ασφάλιση του ζημιογόνου αυτοκινήτου, γνωρίζοντας στον τελευταίο ότι το όχημα αυτό δεν θα οδηγούνταν από τον ιδιοκτήτη του, ο οποίος είναι ανάπηρος στα άκρα, αλλά από τρίτο πρόσωπο και μάλιστα προσκόμισε και την άδεια του δευτέρου εναγομένου Ε' κατηγορίας, η οποία όμως δεν ίσχυε για το ένδικο όχημα. Ο ασφαλιστικός πράκτορας συμπληρώνοντας την πρόταση, ασφάλισε το όχημα αυτό και παρέδωσε το ειδικό σήμα στον ως άνω ασφαλισμένο-αντισυμβαλλόμενό του, ο οποίος το επικόλλησε στο ζημιογόνο όχημα. 

Από όλα αυτά συνάγεται, ότι ο άμεσος αντιπρόσωπος του πρώτου εναγομένου (αντισυμβαλλομένου) πατέρας του γνώριζε, αφού, κατ' άρθρο 214 ΑΚ, η γνώση ή η υπαίτια άγνοια ορισμένων περιστατικών, καθώς και η επίδρασή τους στη δικαιοπραξία, κρίνονται από το πρόσωπο του αντιπροσώπου και δεν αρκεί η γνώση του αντιπροσωπευομένου, ότι η σύμβαση έχει πραγματοποιηθεί καθώς και τους όρους που περιείχε και τις υποχρεώσεις, που αναλάμβανε από αυτή, ο πρώτος εναγόμενος, ιδιοκτήτης του οχήματος-υιός του. Οι δε ισχυρισμοί του ότι δεν το υπέγραψε το συμβόλαιο και ότι δεν εκδόθηκε συμβόλαιο, και δεν επέγραψε αυτός την σχετική πρόταση, πρέπει να απορριφθούν, καθόσον κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη για την ολοκλήρωση της σύμβασης ασφάλισης αρκεί μόνο πρόταση και αποδοχή αυτής και όχι και υπογραφή του συμβολαίου από τον ασφαλιζόμενο, καθώς και ότι η έκδοση και επίδοση του ειδικού σήματος ασφάλισης αρκεί και δεν απαιτείται έκδοση συμβολαίου. Επίσης, ο ισχυρισμός του ότι δεν έλαβε γνώση των όρων της Κ4/585/1978 ΑΥΕ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος καθόσον εκτός του ότι δεν επιτρέπεται άγνοια των όρων αυτών, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, εκδόθηκε η σχετική πρόταση ασφάλισης στην οποία γίνεται μνεία ότι *δηλώνω ότι έλαβα γνώση των όρων ... καθώς και των ενιαίων όρων ασφάλισης αυτοκινήτων (ΦΕΚ 795/8-4-1978), οι οποίοι μου επιδόθησαν* και οι οποίοι όροι περιλαμβάνουν τους όρους της Κ4 η οποία επισυνάφθηκε στην πρόταση. Τέλος, ότι αγνοούσε, ότι δεν επιτρεπόταν να οδηγήσει κανείς το ζημιογόνο όχημα με άδεια Ε' κατηγορίας και ο ισχυρισμός του αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος καθόσον με την συγκεκριμένη σύμβαση ασφαλίζεται το συγκεκριμένο όχημα, η δε άδεια οδήγησης με βάση την οποία θα οδηγήσει κάποιος το συγκεκριμένο όχημα (σιλοφόρο) προβλέπεται από το νόμο και όχι από τον ασφαλιστή. Πέραν δε όλων αυτών πρέπει να σημειωθεί σχετικά με τους παραπάνω ισχυρισμούς του πρώτου εναγομένου, ότι αμέσως μετά το ατύχημα ήτοι την 20-7-1996 αυτός ανήγγειλε το ατύχημα στην ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία υποβάλλοντας τη σχετική αίτηση-υπεύθυνη δήλωση του ατυχήματος, καταλογίζοντας ευθύνες στον δεύτερο εναγόμενο, οδηγό, μη διαμαρτυρόμενος για όσα παραπάνω ισχυρίσθηκε. Ενόψει όλων αυτών αποδείχθηκε ότι ο προτείνων την σύμβαση ασφάλισης άμεσος αντιπρόσωπος του πρώτου εναγομένου γνώριζε όλα τα παραπάνω καθώς και τον ειδικότερο όρο ασφάλισης της Κ4/585/1978 ΑΥΕ και, επομένως, τόσο ο τελευταίος, όσο και ο δεύτερος εναγόμενος οδηγός που οδηγούσε το ζημιογόνο όχημα, χωρίς την επιτρεπόμενη από το νόμο άδεια, ευθύνονται έναντι της ενάγουσας για τη ζημία που υπέστη από την ικανοποίηση των συγγενών του θανόντος, όπως αναφέρθηκε παραπάνω". Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί τα αντίθετα, και δέχθηκε την αγωγή.

ΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (ΟλΑΠ 3/1997). Εξάλλου, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος δεν μπορεί να θεμελιωθεί, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την προαναφερόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό τους, που είχαν προβάλει νόμιμα, ότι η εξαίρεση της σύμβασης δεν ισχύει, αφού ο πρώτος από αυτούς δεν είχε υπογράψει την πρόταση για ασφάλιση, ότι ο φερόμενος ως υπογράψας πατέρας του, δεν το ανέγνωσε, ούτε έλαβε γνώση των όρων της σύμβασης και της Κ4/585/1978 υπουργικής απόφασης. Από τις παραδοχές, όμως, της απόφασης, όπως αυτές αναπτύσσονται παραπάνω, προκύπτει, ότι το Εφετείο εξέτασε τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων-εναγομένων και τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο. Ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, επομένως, κατά το πρώτο μέρος του είναι αβάσιμος και απορριπτέος. 

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ν 1569/1985 "διαμεσολάβηση στις συμβάσεις ιδιωτικής ασφάλισης κλπ", όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ. 1 του ν 2170/1993 ο ασφαλιστικός πράκτορας δεν θεωρείται αντιπρόσωπος της ασφαλιστικής επιχείρησης. Στην περίπτωση όμως που έχει χορηγηθεί σ' αυτόν η εξουσία σύναψης ασφαλιστικών συμβάσεων επ' ονόματι της ασφαλιστικής επιχείρησης, αναγορεύεται σε αντιπρόσωπο αυτής κατά την έννοια του άρθρου 211 ΑΚ και, κατά συνέπεια, τα ελαττώματα βούλησης, η γνώση ή η υπαίτια άγνοια ορισμένων περιστατικών, όπως και η επίδρασή τους επί της δικαιοπραξίας κρίνονται από το πρόσωπό του (άρθρο 214 ΑΚ). Στην περίπτωση αυτή ο πράκτορας θεωρείται βοηθός εκπληρώσεως της ασφαλιστικής επιχείρησης, χωρίς να μπορεί η σχετική ευθύνη να αποκλειστεί συμβατικά, αφού ναι μεν δεν διατελεί υπό στενή έννοια στην υπηρεσία της ασφαλιστικής επιχείρησης, αλλά αναπτύσσει δραστηριότητα στο χώρο δράσης αυτής. Περαιτέρω, από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361) προκύπτει η δυνατότητα των μερών στη σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων να συμφωνήσουν περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, όπως αυτές προβλέπονται από την Κ4/585/1978 ΑΥΕ, αλλά και άλλες που μπορούν να συμφωνηθούν ως απαλλακτικές ρήτρες (όροι). Κατά το άρθρο 11 παρ. 1 του ν 489/1976, ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει στον παθόντα τρίτο ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση. Όμως επιτρέπεται να συμφωνηθεί μεταξύ του ασφαλιστή και του αντισυμβαλλομένου, ότι σε τέτοια περίπτωση δικαιούται να στραφεί κατά του αντισυμβαλλομένου και του ασφαλισμένου και να αξιώσει απ' αυτούς να του καταβάλουν κάθε ποσό, που θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον παθόντα τρίτο. Η έγκυρη συνομολόγηση τέτοιου όρου παρέχει στον ασφαλιστή δικαίωμα αναγωγής κατά του αντισυμβαλλόμενου-ασφαλισμένου, αξιώνοντας απ' αυτόν να του καταβάλει όσα πλήρωσε στον παθόντα τρίτο. Μια από τις περιπτώσεις συμφωνίας για απαλλαγή του ασφαλιστή είναι και η προβλεπόμενη από την παράγραφο 6 του άρθρου 25 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ, όταν η ζημιά προξενείται σε χρόνο κατά τον οποίο ο οδηγός του αυτοκινήτου δεν είχε την προβλεπόμενη για την κατηγορία του οχήματος άδεια οδήγησης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται, ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε ουσιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου. Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ΑΠ 1436/2009). Με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος που είχαν νόμιμα και παραδεκτά υποβάλει με τις προτάσεις τους. Από την επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσειόντων, τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του εφετείου προς υπεράσπιση κατά της έφεσης, προκύπτει ότι αυτοί είχαν ισχυριστεί αφενός ότι η έλλειψη άδειας ικανότητας για το αγροτικό μηχάνημα δεν βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, και ότι το ατύχημα οφείλεται σε τυχαίο γεγονός και αφετέρου ο οδηγός αυτού κατείχε άδεια οδήγησης μεγαλύτερης κατηγορίας (Ε' επαγγελματική), είχε μεγάλη εμπειρία στην οδήγηση μεγάλων φορτηγών αυτοκινήτων, που καλύπτει την πρόθεση στην οποία απέβλεψε ο νομοθέτης, δηλαδή την αποφυγή περίπτωσης να οδηγείται το ασφαλιζόμενο όχημα από άτομο που δεν γνωρίζει οδήγηση. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε, ότι το είδος της αδείας του οδηγού του οχήματος το γνώριζε ο ασφαλιστικός πράκτορας της αναιρεσίβλητης ..., στον οποίο επιδείχθηκε, μετά την ερώτησή του ποιος θα το οδηγεί, δεδομένου ότι ο πρώτος από τους αναιρεσείοντες, ιδιοκτήτης του οχήματος, είναι ανάπηρος και δεν μπορεί να οδηγεί και παρόλα αυτά προέβη στην ασφάλιση του οχήματος. Ενόψει όλων των ανωτέρω, οι αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν, ότι η επίκληση από την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία της έλλειψης και της απαλλαγής της από τις υποχρεώσεις της σύμβασης είναι καταχρηστική. Από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι παραδοχές της οποίας αναπτύσσονται στην αρχή της απόφασης, προκύπτει, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ανωτέρω ένσταση και συνεπώς, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, συνεπώς, κατά το δεύτερο μέρος του είναι βάσιμος. 

IV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος (παράλειψη εξέτασης της ένστασης 281 ΑΚ) και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εξέταση στο ίδιο Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι δυνατή. Εξάλλου, η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων ως ηττηθείσα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 
Αναιρεί την 313/2006 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη εταιρία στη δικαστική δαπάνη, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.
Κρίθηκε 
------------------------------------
...

Εξώδικος Συμβιβασμός Ασφαλιστή
και Δικαιούχων Αποζημιώσεως - Άκυρος
όταν τα ωφελήματα τελούν σε προφανή δυσαναλογία με την παροχή

Η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία προέβη στην κατάρτιση του συμβιβασμού με την οποία επωφελήθηκε και συνομολόγησε ωφελήματα, τα οποία βρίσκονται σε προφανή δυσαναλογία με την παροχή της (10.000.000 δραχμές), προς τους συγγενείς θανόντος, δικαιούχους αποζημίωσης.
Συγκεκριμένα η ασφαλιστική εταιρία γνώριζε ότι οι συμβαλλόμενοι ήταν οικονομικοί μετανάστες και ότι εστερούντο χρημάτων για τη μεταφορά του θανόντος συγγενούς τους στη Βουλγαρία, όπου επιθυμούσαν να γίνει η κηδεία του. 
Έτσι, κρίθηκε ότι, τα ωφελήματα (παραίτηση των εναγόντων από κάθε άλλη αξίωσή τους), έναντι της παροχής των 10.000.000 δραχμών τα οποία πέτυχε η ασφαλιστική εταιρία, τελούν σε προφανή δυσαναλογία προς την άνω παροχή". Συνεπώς η ανωτέρω σύμβαση συμβιβασμού είναι άκυρη σύμφωνα με το αρθρ. 179 ΑΚ. 



Σύγκρουση Καθέτως Κινουμένων
ΙΧ και ποδηλάτου

Υπαιτιότητα 50% της οδηγού του ΙΧ οχήματος η οποία εισήλθε σε διασταύρωση με αυξημένη ταχύτητα (άνω του επιτρεπόμενου ορίου, ) όπου περιοριζόταν η προς τα δεξιά ορατότητά της, λόγω νησίδας με φοίνικες και ενώ αποδείχθηκε ότι από απόσταση τουλάχιστον 20 μέτρων είχε αντιληφθεί την κίνηση του ποδηλάτου να εισέρχεται στην οδό που αυτή εκινείτο και είχε την 
δυνατότητα να κορνάρει και να επιχειρήσει αποφευκτικό ελιγμό.
Συνυπαιτιότητα 50% του θανόντος οδηγού του ποδηλάτου, ο οποίος, κινούμενος εκ δεξιών, αν και είχε προτεραιότητα, δεν οδηγούσε το ποδήλατό του με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ώστε να αποφύγει τυχόν ατύχημα επί του κόμβου, αλλά συνέχισε την πορεία του και εισήλθε στη διασταύρωση ανέλεγκτα. 




Απόφ. ΑΠ 1175/2009
Πρόεδρος: Γεώργιος Πετράκης
Εισηγητής : Σοφία Καραχάλιου
Μέλη : Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος - Ελευθέριος Μάλλιος - Γεωργία Λαλούση
Δικηγόροι : Ιωάννης Αρνέλλος



Σχόλια & Παρατηρήσεις

1) Συμβιβασμός Ασφαλιστή και Δικαιούχων Αποζημίωσης - Άκυρος
Η κατωτέρω δημοσιευόμενη απόφαση δέχθηκε ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι και η δικαιοπραξία, με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο, για κάποια παροχή περιουσιακά ωφελήματα που, κατά τις περιστάσεις, βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή.
ΣΣ Πολλά εύσημα οφείλονται να αποδοθούν στην Ανεξάρτητη Δικαιοσύνη για την κατωτέρω δημοσιευόμενη απόφαση που συνάδει πλήρως με την ικανοποίηση του περί δικαίου αισθήματος.
Βλ. ομοίως ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ (Κατ΄ εκμετάλλευση του παθόντος) -"Εάν κάποιος των διαδίκων, υποστηρίξη, ότι ορισμένες αξιώσεις δεν περιλαμβάνονται σ΄ αυτόν, πλην της ενστάσεως που έχει για αυτές, διατηρεί το δικαίωμα του για αυτοτελή αγωγή" Εφ.Αθ. 8912/1991 ΕΣυγκΔ 1992/32

Στην περίπτωση κατά την οποία μετά την σύναψη του συμβιβασμού με τον οποίο έχει ρυθμιστεί "καθολικά" η διαφορά των μερών, (ενάγοντος παθόντος και εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας) επέρχονται συνέπειες, συνήθως δυσμενείς (για τον παθόντα), που βρίσκονται έξω από την κανονική ανθρώπινη πρόβλεψη, και οι οποίες δεν αποτέλεσαν αντικείμενο του συμβιβασμού, τότε αναγνωρίζεται στον παθόντα μία πρόσθετη αξίωση αποζημίωση για τις μεταγενέστερες δυσμενείς συνέπειες του ατυχήματος. Στη περίπτωση αυτή το περιεχόμενο του συμβιβασμού, χωρίς να ανατρέπεται, προσαρμόζεται στις νέες μεταβληθείσες σχέσεις, εφόσον υπάρχει μία κραυγαλέα διάσταση ή δυσαναλογία μεταξύ του ποσού του συμβιβασμού και της ζημίας σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, ώστε η εμμονή του υποχρέου στο περιεχόμενο του συμβιβασμού να αντέκειτο στην καλή πίστη. Η απόκρουση στο ζημιωθέντα περαιτέρω αξίωσης αποζημίωσης λόγω του ήδη γενομένου συμβιβασμού πρέπει να αποτελεί μεγάλη σκληρότητα η οποία να αντίκειται στην καλή πίστη. (άρθρ. ΑΚ 287, 288). Μον.Πρ.Θεσ. 18330/2004 ΣΕΣυγκΔ 2007/104

Ένσταση Ασφαλιστού περί ικανοποιήσεως των απαιτήσεων της παθούσης - Απορριπτέα. Ο ασφαλιστή προέβαλε την ένσταση περί ικανοποιήσεως των απαιτήσεων της παθούσας. Για το λόγο αυτό προσεκόμισε εξοφλητική απόδειξη με την δήλωση της ενάγουσας ότι δεν έχει καμία άλλη αξίωση από τον τραυματισμός της κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας και των εις ολόκληρο ευθυνομένων προς αποζημίωση συνιδιοκτητών και οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου. Απορριπτέα η ανωτέρω ένσταση καθότι κρίθηκε ότι οι δηλώσεις αυτές της ενάγουσας, ότι αποζημιώθηκε πλήρως για όλες τις ζημίες, παρούσες ή μέλλουσες κ.τ.λ. και ότι παραιτείται από κάθε αξίωσή της γι' αυτές, έγιναν, ενόψει της τότε γνωστής κατάστασης της υγείας της. Δεν έχουν την έννοια παραίτησης ή άφεσης χρέους και πολύ περισσότερο εξόφλησης από τις αξιώσεις προς αποζημίωση για τις ζημίες από μελλοντική δυσμενή εξέλιξη της υγείας της (επιπλοκή), συνδεομένη αιτιωδώς με το ατύχημα, μη προβλεπτή, κατά τον χρόνο του ατυχήματος και της δήλωσης. Εφ.Πατρ. 1320/2007 ΕΣυγκΔ 2008/176



Κείμενο Απόφ. ΑΠ 1175/2009

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ'αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε καταφατική δε περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην παρούσα περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες υπ'αριθμ. ..., ..., ..., ... και .... εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητού του Πρωτοδικείου Καλαμάτας,..., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη, με την οποία ορίσθηκε αρμοδίως δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, και κλήση προς συζήτηση κατ'αυτήν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, προς τους αναιρεσιβλήτους. Επομένως, εφ' όσον οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε νομίμως, από το πινάκιο, στη σειρά της, και δεν παραστάθηκαν με πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε και με δήλωση κατ'άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία των. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 871 ΑΚ, με την σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μία φιλονικία ή μια αβεβαιότητα, για κάποια έννομη σχέση. Με αβέβαιη σχέση εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι και η δικαιοπραξία, με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο, για κάποια παροχή περιουσιακά ωφελήματα που, κατά τις περιστάσεις, βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911,297 έως 300, 330 εδ. β', 914, 932 ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση συγκρούσεως δύο ή περισσοτέρων οχημάτων, η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, ζημία και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της ζημίας. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η απαιτουμένη στις συναλλαγές επιμέλεια, δηλαδή αυτή, η οποία αν είχε καταβληθεί, με μέτρο την συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης δε σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομος συμπεριφορά του οδηγού, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφ' όσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, σε περίπτωση που προβάλλεται από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή την μείωση του ποσού της, κατ' άρθρο 300 του ΑΚ. Η παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει καθ' εαυτή υπαιτιότητα, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας, θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος. 

Κατά τις διατάξεις δε του άρθρου 26 § 1, 4 και 5 του ΚΟΚ "ο οδηγός που πλησιάζει σε ισόπεδο οδικό κόμβο υποχρεούται να καταβάλλει ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει επί του κόμβου κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, ρυθμίζοντας την ταχύτητα του οχήματός του, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία αυτού, για να διέλθουν τα οχήματα που έχουν προτεραιότητα. Στους κόμβους χωρίς τέτοια σήμανση η προτεραιότητα ανήκει σε αυτόν που έρχεται από τα δεξιά. Κατ' εξαίρεση: α) αυτοί που κυκλοφορούν στους αυτοκινητοδρόμους, εθνικές οδούς και οδούς ταχείας κυκλοφορίας έχουν προτεραιότητα. Β) Αυτοί που εισέρχονται σε οδό από χωματόδρομο, μονοπάτια, παρόδια ιδιοκτησία, χώρο στάθμευσης και σταθμούς ανεφοδιασμού και εξυπηρέτησης οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα σε αυτούς που κινούνται στην οδό". Εξ άλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένως. Κατά την έννοια δε της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και έτσι ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως που προβλέπεται από αυτή και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά εκείνα, τα οποία είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε. 

Στην παρούσα περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση, η οποία έκρινε επί αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως από αυτούς και αντεφέσεων από τους εναγομένους, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: 
Στις 15.6.1999 και ώρα 17.15 η πρώτη εναγομένη (ήδη μη διάδικος) οδηγούσε το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγομένου (ήδη μη διαδίκου) που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία και εκινείτο στη νέα περιφερειακή (δημοτική) οδό ... με κατεύθυνση από νότο προς βορρά. Κατά τον ίδιο χρόνο ο αλλοδαπός Π1 Βουλγαρικής υπηκοότητας, οδηγούσε το χωρίς πινακίδα αριθμού κυκλοφορίας ποδήλατό του και εκινείτο με κατεύθυνση από ανατολάς προς δυσμάς σε ανώνυμη δημοτική οδό που διασταυρώνεται με την ως άνω νέα περιφερειακή (δημοτική) οδό ...., στο 1° χιλιόμετρο αυτής. Τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν στη διασταύρωση των δύο οδών και δη περί το μέσον αυτής. Ειδικότερα συγκρούσθηκε το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του αυτοκινήτου με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του ποδηλάτου. Η οδηγός του αυτοκινήτου επιχείρησε προηγουμένως ελιγμό προς τα αριστερά χωρίς όμως να μπορέσει να αποφύγει τη σύγκρουση. Το αυτοκίνητο μετά τον προς τα αριστερά ελιγμό προσέκρουσε στο αριστερό, ως προς την πορεία του, κράσπεδο και ακινητοποιήθηκε λίγα μέτρα μετά το σημείο της σύγκρουσης. Η νέα περιφερειακή (δημοτική) οδός ... στο σημείο της σύγκρουσης έχει πλάτος οδοστρώματος επτά (7) μέτρων και πλάτος ερείσματος 1,95 μέτρων, με επικάλυψη ασφάλτου, διαθέτει ένα ρεύμα πορείας ανά κατεύθυνση, ενώ είναι ευθεία σε μήκος 300 μέτρων. Η ανώνυμη δημοτική οδός, πλάτους 4 μέτρων, οδηγεί σε αγροκτήματα, υπάρχει άσφαλτος σε μήκος 40 μέτρων από τη συμβολή της με την άλλη διασταυρούμενη οδό και συνεχίζεται χωματόδρομος μήκους 200 μέτρων σε ευθεία. Εξαιτίας της σύγκρουσης ο οδηγός του ποδηλάτου υπέστη επιπλεγμένο κάταγμα αριστερής κνήμης (κάτω τριτημορίου), διάσπαρτες αιμορραγικές διηθήσεις μαλακών μορίων κεφαλής, καθολική υπαραχνοειδή αιμορραγία τραυματικής αιτιολογίας, πολλαπλές διάσπαρτες θλάσεις εγκεφαλικής ουσίας και υποστατική πνευμονία άμφω, αποτέλεσμα των οποίων ήταν να επέλθει ο θάνατός του στις 24-6-1999 στο νοσοκομείο Κ.Α.Τ. .... Η ένδικη σύγκρουση οφείλεται στη συγκλίνουσα αμέλεια και των δύο οδηγών, οι οποίοι δεν κατέβαλαν κατά την οδήγηση την προσοχή και επιμέλεια που θα κατέβαλε ο κάθε μέσος και συνετός άνθρωπος κάτω από ανάλογες περιστάσεις με βάση τους νομικούς κανόνες και εκείνους της κοινής πείρας και λογικής. Ειδικότερα, η αμέλεια της πρώτης εναγομένης συνίσταται στο ότι δεν είχε τεταμένη την προσοχή της στην οδήγηση, ούτε ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος της, όπως ήταν υποχρεωμένη, αλλά έτρεχε με την αυξημένη ταχύτητα των 70 ΧΜΩ, την οποία δεν μείωσε και κάτω του ανώτατου επιτρεπόμενου στο σημείο εκείνο ορίου των 50 ΧΜΩ, ενόψει κυρίως του ότι έβαινε σε κατοικημένη περιοχή, επί οδού μεγάλης κυκλοφορίας και η ορατότητά της ως προς τα δεξιά, σε σχέση με την πορεία της, περιορίζετο λόγω υπάρξεως νησίδας με φοίνικες, ενώ πλησίαζε και σε διασταύρωση, πράγμα το οποίο γνώριζε, αφού ήταν κάτοικος .... Εάν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή της στην οδήγηση και εκινείτο με την ως άνω επιβαλλόμενη από τις επικρατούσες συνθήκες ταχύτητα θα μπορούσε να διακόψει την πορεία της, ενόψει του ότι από απόσταση τουλάχιστον 20 μέτρων είδε την κίνηση του ποδηλάτου να εισέρχεται στην οδό, στην οποία αυτή εκινείτο, και να παραχωρήσει προτεραιότητα στο από δεξιά της κινούμενο ποδήλατο, ενόψει του ότι στη διασταύρωση των δύο οδών δεν υπήρχαν φωτεινοί σηματοδότες, ούτε σήμανση με πινακίδες (βλ. ιδίως έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος). Η προαναφερόμενη απόσταση των 20 τουλάχιστον μέτρων συνάγεται κυρίως από το γεγονός ότι, όταν η πρώτη εναγομένη αντιλήφθηκε την ξαφνική είσοδο του ποδηλάτη στη διασταύρωση των οδών, μείωσε την ταχύτητα του οχήματος της, κορνάρισε και εν συνεχεία επιχείρησε αποφευκτικό προς τα αριστερά ελιγμό, ενέργειες τις οποίες δεν θα προλάβαινε να εκτελέσει εάν η παρεμβολή του ποδηλάτη στην πορεία της εγένετο στην ελάχιστη απόσταση των 5 μέτρων, όπως αυτή αντιθέτως διατείνεται. Εξάλλου η αμέλεια του θανόντος οδηγού συνίσταται στο ότι πλησιάζοντας σε ισόπεδο οδικό κόμβο, αν και είχε προτεραιότητα, δεν οδηγούσε το ποδήλατό του με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ώστε να αποφύγει τυχόν ατύχημα επί του κόμβου, αλλά συνέχισε την πορεία του και εισήλθε στη διασταύρωση ανέλεγκτα. Η υπαιτιότητα του καθενός οδηγού επιμερίζεται σε ποσοστό 50%. 

Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι ο αιφνίδιος θάνατος του ως άνω Π1 προξένησε στους πρώτο και δεύτερη των εναγόντων (γονείς) και στους λοιπούς ενάγοντες(αδέλφια) έντονο ψυχικό πόνο λόγω της μεταξύ τους στενής συγγένειας και του ψυχικού τους δεσμού, με συνέπεια να δικαιούνται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης. Ενόψει δε κυρίως των συνθηκών του ατυχήματος, του είδους της βλάβης που επήλθε, του βαθμού συνυπαιτιότητας των εμπλεκομένων σ' αυτό, της ηλικίας του θύματος (18 ετών) και της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των εκ των διαδίκων φυσικών προσώπων, η εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης αποτιμάται στο ποσό των 45.000 ευρώ για τον καθέναν από τους γονείς και στο ποσό των 30.000 ευρώ για το καθένα από τα αδέλφια του θανόντος. 

Αποδείχθηκαν, ακολούθως και τα παρακάτω. Την 1-7-1999, στην ..., δηλαδή οκτώ (8) ημέρες μετά το θάνατο του ως άνω Π1 καταρτίσθηκε μεταξύ των εναγόντων και των νομίμων εκπροσώπων της τρίτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού, δυνάμει της οποίας οι ενάγοντες έλαβαν από την τρίτη εναγομένη συνολικό ποσό 10.000.000 δραχμών (3.500.000 δραχμές ο καθένας από τους δύο πρώτους και 1.000.000 δραχμές ο καθένας από τους λοιπούς) σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση κάθε απαιτήσεώς τους από το θάνατο του υιού και αδελφού τους αντιστοίχως, και ιδιαίτερα της αξιώσεως τους για αποζημίωση λόγω ψυχικής οδύνης, έξοδα νοσηλείας, κηδείας, μεταφοράς του θανόντος στη Βουλγαρία, κατασκευής μνημείου, ημεραργίες, θετικές και αποθετικές ζημίες. Ήδη οι ενάγοντες άσκησαν την υπό κρίση από 4-6-2004 αγωγή τους με την οποία ζητούν, όπως ήδη εκτέθηκε, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να τους καταβάλουν και εις ολόκληρον ο καθένας χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης ποσού 500.000 ευρώ (100.000 Χ 5). Οι εναγόμενοι, επικαλούμενοι τη μεταξύ της τρίτης από αυτούς και των εναγόντων σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού, δυνάμει της οποίας το ύψος των απαιτήσεων των εναγόντων καθορίστηκε στο ποσό των 10.000.000 δραχμών, ισχυρίστηκαν με τις πρωτόδικες προτάσεις τους ότι κατεβλήθη το ποσό αυτό στους ενάγοντες και ως εκ τούτου ουδέν τους οφείλουν από την άνω αιτία. Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί την επί των διατάξεων του άρθρ. 416 ΑΚ ερειδόμενη καταλυτική της αγωγής ένσταση εξοφλήσεως.
Προς αντίκρουση του εν λόγω ισχυρισμού των εναγομένων οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν παραδεκτώς με την προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεών τους ότι η άνω σύμβαση συμβιβασμού είναι άκυρη σύμφωνα με το αρθρ. 179 ΑΚ, διότι η τρίτη εναγομένη κατά την κατάρτιση αυτής (συμβάσεως συμβιβασμού) εκμεταλλεύθηκε την οικονομική τους ανάγκη και συνομολόγησε ωφελήματα που βρίσκονται σε προφανή δυσαναλογία με την παροχή. Αποδεικνύεται ότι, πράγματι, οι δύο πρώτοι των εναγόντων, Βουλγαρικής υπηκοότητας, οι οποίοι είχαν μεταναστεύσει με τα παιδιά τους (πλην της τέταρτης ενάγουσας που παρέμεινε στη Βουλγαρία με τη γιαγιά της) στην Ελλάδα για ανεύρεση εργασίας και εργάζονταν στα κτήματα που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια ..., αντιμετώπιζαν, κατά το χρόνο του θανάτου του υιού τους, σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Για το λόγο τούτο άλλωστε και ο θανών, παρότι είχε αποβιώσει από την 24-6-1999, παρέμενε στο νεκροτομείο του ΚΑΤ έως και την 1-7-1999, αφού δεν υπήρχαν χρήματα για τη μεταφορά και την ταφή του στη Βουλγαρία. Ενόψει αυτής της οικονομικής κατάστασης, που είχε χαρακτήρα επιτακτικό και ανεπίδεκτο αναβολής, συνήφθη ο ως άνω εξώδικος συμβιβασμός, αφού η ασφαλιστική εταιρία κατόρθωσε, κάνοντας η ίδια μικρές υποχωρήσεις και εκμεταλλευόμενη την ανάγκη των εν αγόντων, να τους πείσει να παραιτηθούν από βέβαιες και αντικειμενικά κρινόμενες υποστατές αξιώσεις τους. Η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία προέβη στην κατάρτιση του συμβιβασμού μετά από γνώση της ανάγκης των αντισυμβαλλομένων την οποία επωφελήθηκε και συνομολόγησε ωφελήματα, τα οποία βρίσκονται σε προφανή δυνασαλογία με την παροχή της (10.000.000 δραχμές). Γνώριζε η ασφαλιστική εταιρία ότι αυτοί ήταν οικονομικοί μετανάστες και ότι εστερούντο χρημάτων για τη μεταφορά του θανόντος στη Βουλγαρία, όπου επιθυμούσαν να γίνει η κηδεία του, στην οποία και τον μετέφεραν τη μεθεπομένη της καταβολής του άνω ποσού των 10.000.000 δραχμών. Τα ωφελήματα έναντι της παροχής των 10.000.000 δραχμών τα οποία πέτυχε η ασφαλιστική εταιρία, δηλαδή η παραίτηση των εναγόντων από κάθε άλλη αξίωσή τους, προερχόμενη από τον θάνατο του υιού και αδελφού τους αντιστοίχως, εν όψει του βαθμού της βασιμότητός της, τελούν σε προφανή δυσαναλογία προς την άνω παροχή". Με τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο, κατά παραδοχή της εφέσεως, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και απορρίπτοντας την ένσταση εξοφλήσεως που προέβαλαν οι εναγόμενοι, κατά παραδοχή της αντενστάσεως, περί ακυρότητος του επικαλουμένου συμβιβασμού, που προέβαλαν οι ενάγοντες, εδέχθη κατά ένα μέρος την αγωγή και ανεγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στους ενάγοντες, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, τα ανωτέρω ποσά.Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και κατά το δεύτερο μέρος του από τον αριθμό 19 του αυτού άρθρου του ΚΠολΔ, αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αιτιάσεις, ότι το Εφετείο, εν σχέσει προς την προταθείσα από τους ενάγοντες αντένσταση, περί ακυρότητος του επικαλουμένου από τους εναγομένους συμβιβασμού, ως αισχροκερδούς, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 871, 872 και 179 του ΑΚ και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 179, 872 ΑΚ. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ως προς αμφότερες τις πλημμέλειες, κατά το μέρος που αφορούν στην ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 872 ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί, ως ερειδόμενος σε αναληθή προϋπόθεση και, επομένως ως αβάσιμος, διότι, με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το Εφετείο δεν εφήρμοσε τις διατάξεις του τελευταίου αυτού άρθρου, αλλά την διάταξη του άρθρου 179 του αυτού Κώδικα σε συνδυασμό προς εκείνην του άρθρου 871 αυτού. Ο αυτός δε λόγος αναιρέσεως, ως προς την αιτίαση που αφορά στην ευθεία παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 179 ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι τα εκτιθέμενα στην προσβαλλομένη απόφαση πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της διατάξεως αυτής, που εφαρμόσθηκε και στηρίζουν την διαγνωσθείσα έννομο συνέπεια, ήτοι την ακυρότητα του, ως άνω, συμβιβασμού. Εξ άλλου, ο αυτός λόγος αναιρέσεως, ως προς την αιτίαση που αφορά στην εκ πλαγίου παραβίαση της αυτής διατάξεως είναι επίσης αβάσιμος. Και τούτο, διότι, με αυτά που, κατά τα ανωτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αλλά διέλαβε σ'αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της προαναφερομένης διατάξεως, ενώ εκτίθενται σ'αυτή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο αναιρετήριο, ελλείπουν. Ειδικότερα, αναφορικώς με την ύπαρξη προφανούς δυσαναλογίας μεταξύ των ωφελημάτων της αναιρεσείουσας και των απαιτήσεων των εναγόντων, από τις οποίες αυτοί παρητήθησαν, προσδιορίζει τις τελευταίες στο ποσό των 45.000 ευρώ, για καθένα των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων και στο ποσό των 30.000 ευρώ, για καθένα των λοιπών, που ανάγεται στον χρόνο καταρτίσεως του συμβιβασμού, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, ορθώς εκτιμώμενο από νοηματική άποψη λαμβάνει δε υπ' όψη και τον βαθμό της βασιμότητος τούτων. Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που κατ'ορθή εκτίμηση συγκροτεί την πλημμέλεια μόνο από τον αριθμό 1, επειδή το Εφετείο, αναφορικώς με την συνυπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ατύχημα, οδηγού του ζημιογόνου και ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα αυτοκινήτου και παθόντος-συγγενούς των αναιρεσιβλήτων, παραβίασε ευθέως την διάταξη του άρθρου 26 παρ.5 β. του ΚΟΚ, την οποία δεν εφήρμοσε, ενώ έπρεπε. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το εφετείο δέχεται ότι ο παθών εισήλθε στη νέα περιφερειακή (δημοτική) οδό ..., από δεξιά, από ανώνυμη δημοτική οδό, η οποία εκαλύπτετο με άσφαλτο επί μήκους 40 μέτρων από της συμβολής της με την οδό .... και όχι από χωματόδρομο, τον οποίο δέχεται υφιστάμενου κατά το συνεχόμενο μήκος και επομένως δεν υφίσταντο οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ.5 του ΚΟΚ. Κατόπιν τούτων, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-4-2008 αίτηση Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας, με την επωνυμία "ΑΕΕΓΑ Η ΕΘΝΙΚΗ", περί αναιρέσεως της 63/2008 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας.
Κρίθηκε 
----------------------------------
...

Εξαίρεση Ασφαλιστικής Κάλυψης
του συνεπιβαίνοντος ιδιοκτήτη οχήματος
(λήπτη της ασφάλισης)
για ίδιες ζημίες κατ΄αρθρ. 7 Ν. 489/1976

ΣΣ Δημοσιεύεται στην ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
ΜΑΙΟΣ 2010


Όταν από πταίσμα του οδηγού του οχήματος, τραυματίζεται ή θανατώνεται ο ασφαλισμένος & ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου, ο οποίος, κατά το ατύχημα, ήταν συνεπιβάτης, δεν θεωρείται τρίτος και συνεπώς δεν καλύπτεται ασφαλιστικώς από τον Ν.489/1976. Συνεπώς στην περίπτωση αυτή δεν έχει αξίωση, είτε ο ίδιος, είτε σε περίπτωση θανάσιμου τραυματισμού του, οι κληρονόμοι ή οι άλλοι δικαιοδόχοι του.

ΣΣ Προσοχή σ΄όλους τους ιδιοκτήτες οχημάτων που παραχωρούν την οδήγηση του οχήματος του σε άλλο πρόσωπο, ενώ αυτοί συνεπιβαίνουν στο ίδιο όχημα.


Απόφ. ΑΠ 637/2010
Πρόεδρος : Διονύσιος Γιαννακόπουλος
Εισηγητής : Βασιλική Θάνου- Χριστοφίλου
Μέλη : Ελευθέριος Μάλλιος - Γεωργία Λαλούση - Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης
Δικηγόροι : Νικόλαος Μουσάς - Αγαθονίκη Τεμπονέρα


Σχόλια & Παρατηρήσεις

1) Εξαίρεση Ασφαλιστικής Κάλυψης του συνεπιβαίνοντος Ιδιοκτήτη οχήματος & λήπτη της ασφάλισης για ίδιες ζημίες.

Παρουσιάζεται ενταύθα μια νέα άγνωστη εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη, η οποία σημειωτέων δεν αναγράφεται σε κανένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο και ουδείς στην πράξη γνωρίζει. Εάν επί παραδείγματος χάριν ο συγγενείς ιδιοκτήτης του οχήματος (πατέρας & μητέρα), παραχωρήσει την οδήγηση αυτού σε τρίτο, ακόμα και σε συγγενικό του πρόσωπο (υιό, θυγατέρα), σε περίπτωση εμπλοκής σε αυτοκινητιστικό ατύχημα, δεν καλύπτεται αυτός για τις ίδιες ζημίες του, ενώ σε περίπτωση θανάτου του, οι συγγενείς του δεν δύνανται να αξιώσουν αποζημίωση. 
Και ενώ κατασπαταλώνται μεγάλα χρηματικά ποσά σε διαφημιστικές καμπάνιες των συναρμόδιων φορέων & υπουργείων - αναφορικά με την πρόληψη των τροχαίων ατυχημάτων - που υποδεικνύουν την παραχώρηση της οδήγησης του οχήματος από τον ιδιοκτήτη σε άλλο οδηγό, όταν αυτός έχει καταναλώσει έστω και λίγο οινόπνευμα, αμφότεροι και οι δύο ΑΓΝΟΟΥΝ ότι σε περίπτωση εμπλοκής τους σε ατύχημα είναι ανασφάλιστοι. 
ΣΣ Άρα αφενός μεν εξαιρούνται της ασφάλισης οι εν μέθη οδηγοί, αφετέρου μένουν ανασφάλιστοι ως συνεπιβαίνοντες οι ιδιοκτήτες που παραχώρησαν την οδήγηση σε άλλο άτομο, για τις ίδιες ζημίες τους, εφόσον ΔΕΝ θεωρούνται ΤΡΊΤΟΙ. 
(ΑΝΩΜΑΛΑ ΡΗΜΑΤΑ θα έλεγαν και οι παππούδες μα)ς.

Η εξαίρεση της ασφαλιστικής κάλυψης καταλαμβάνει στην περίπτωση αυτή και τον 
οποιονδήποτε οδηγό επιληφθεί νόμιμα ξένου οχήματος με συνεπιβαίνοντα τον ιδιοκτήτη ή συνιδιοκτήτη αυτού ή τον λήπτη της ασφάλισης αυτού. Ακόμα και όταν ο ιδιοκτήτης ενός οχήματος αναγκασθεί μετά από υπερβολική χρήση οινοπνεύματος να παραχωρήσει την οδήγηση του οχήματός του σε άλλο μέλος της παρέας
Έτσι σε περίπτωση ατυχήματος ο συγκεκριμένος ανωτέρω οδηγός υποχρεούται προσωπικά ο ίδιος να καταβάλει οιαδήποτε ζημία στον τραυματισθέντα ή θανατωθέντα ιδιοκτήτη. 

ΣΣ Άρα ο Ν.489/1976 περί υποχρεωτικής ασφάλισης των εκ της κυκλοφορίας των οχημάτων κινδύνων πάει περίπατο. Γιατί λοιπόν πληρώνουμε τα συνεχώς αυξανόμενα ασφάλιστρα, , εφόσον αυτός ο ιδιαίτερος καθημερινός εκ της κυκλοφορίας των οχημάτων κίνδυνος, δεν καλύπτεται ασφαλιστικώς;
Εμφανίζεται συνεπώς μια πασιφανής αξιολογική αντινομία με το σύνολο των διατάξεων του Νόμου 489/1976 και ιδίως αυτών που επιβάλλουν την υποχρεωτική ασφάλιση. 
Σχετικώς βλ. και Άρθρο Αγαθονίκης Τεμπονέρα « Η αντινομία των προβλεπόμενων στο άρθρο 7 του Ν.489/1976 εξαιρέσεων από την έννοια του «τρίτου» με την υποχρεωτικότητα της ασφαλιστικής σύμβασης και την έκτασή της» ΕΣυγκΔ 2010/210
Επί του θέματος αυτού θα επανέλθουμε προσεχώς 



Κείμενο Απόφ. ΑΠ 637/2010

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., αν ο αντίδικος, εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εφανισθεί ή εφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν & τον τρόπο που ορίζει ο νόµος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειµένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 1667Ε/20-2-2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ___, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, &ε πράξη ορισμού δικασίου και κλήση προς συζήτηση για την Αρχική δικάσιμο της 22-5-2009, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την ανωτέρω στην αρχή της παρούσας αναφερομένη, & η απαιτουμένης ως εκ τούτου νέας κλήσης (άρθρα 226 αριθµ. 4 σε συνδ. 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), επιδόθηκε νομίμως και εµπροθέσµως, µε επιµέλεια της αναιρεσείουσας στους έβδοµο έως και ενδεκάτη των αναιρεσιβλήτων, δηλαδή τους: ____, ατομικώς και ως ασκούντα την γονική & έρίμην της ανήλικης κόρης του ____, _____ ατομικώς και ως ασκούσα την γονική μέριμνα της ανήλικης κόρης της _____. Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Στη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του Ν. 489/1976 (όπως ήδη ισχύει) ορίζεται ότι & Η ασφαλιστική κάλυψη πρέπει να περιλαμβάνει την έναντι τρίτων αστική ευθύνη εξ αίτιος θανάτωσης ή σωματικής βλάβης ή ζημιών σε πράγματα, στην οποία περιλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη ή ηθική βλάβη καθώς και την αστική ευθύνη λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών έναντι των μελών της οικογενείας του ασφαλισμένου οδηγού ή κάθε άλλου προσώπου του οποίου η αστική ευθύνη καλύπτεται σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο, ανεξάρτητα από δεσμό συγγένειας΄΄. Εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 7 του αυτού νόμου ορίζεται, ότι & δεν θεωρούνται τρίτοι κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1 και άρθρου 6 παρ. 2: α) Ο οδηγός του αυτοκινήτου που προξένησε τη ζημία β) Κάθε πρόσωπο του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με σύμβαση ασφάλισης γ) Εκείνος ο οποίος έχει καταρτίσει μετά του ασφαλιστή σύμβαση και δ) Οι νόμιμοι εκπρόσωποι νομικού προσώπου που είναι ασφαλισμένο ή εταιρίας που δεν έχει αποκτήσει νομική προσωπικότητα». Και τα δύο ως άνω άρθρα ισχύουν, όπως τροποποιήθηκαν με το Π.Δ. 264/91. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι ο Ν. 489/1976 ρυθμίζει την έναντι τρίτων υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης από αυτοκίνητα, αποβλέπει δηλαδή στην προστασία τρίτων προσώπων και όχι του ίδιου του κυρίου του αυτοκινήτου και ασφαλισμένου. Η κάλυψη ιδίων ζημιών δεν ρυθμίζεται από τον Ν. 489/1976, αλλά είναι προαιρετική, υπό την προϋπόθεση κατάρτισης πρόσθετης ασφάλισης, για την κάλυψη των ζημιών αυτών. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν πρόκειται περί ευθύνης έναντι τρίτου προσώπου, όταν από πταίσμα του οδηγού του οχήματος, τραυματίζεται ή θανατώνεται ο ασφαλισμένος & ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου, ο οποίος, κατά το ατύχημα, ήταν συνεπιβάτης. Στην περίπτωση αυτή ο τραυματισθείς ή θανατωθείς, ασφαλισμένος ή λήπτης της ασφάλισης ιδιοκτήτης του οχήματος, δεν είναι τρίτος, διότι η ευθύνη αυτού καλύπτεται από την ασφαλιστική σύμβαση και, ως εκ τούτου, δεν έχει αξίωση, είτε ο ίδιος, είτε σε περίπτωση θανάσιμου τραυματισμού του, οι κληρονόμοι ή οι άλλοι δικαιοδόχοι του, κατά του ασφαλιστή (Α.Π. 1139/2007, Α.Π. 876/2007). 
Στην προκείμενη περίπτωση, το δικάσαν Εφετείο, έκρινε ως νόμιμη την αγωγή των συγγενών της θανούσας Χ1, της οποίας ο θανάσιμος τραυματισμός, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, επήλθε, κατά το ένδικο ατύχημα, που προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του συζύγου αυτής Χ2, ο οποίος οδηγούσε το δίκυκλο μοτοποδήλατο επί του οποίου επέβαινε η θανούσα, στην κυριότητα της οποίας ανήκε αυτό και το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην εναγομένη & νυν αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία και δέχθηκε ότι οι ενάγοντες & νυν αναιρεσίβλητοι & συγγενείς της θανούσας έχουν αξίωση αποζημίωσης κατά της ασφαλιστικής εταιρίας. Πλην όμως, με το να κρίνει έτσι το δικάσαν Εφετείο, παρεβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις, δεδομέμου ότι, όπως προαναφέρθηκε, η θανούσα & ιδιοκτήτρια του ζημιογόνου οχήματος και ασφαλισμένη (λήπτρια της ασφάλισης) δεν είναι τρίτη (άρθρ. 7 Ν. 489/1976) και, ως εκ τούτου, η οικογένεια αυτής δεν έχει αξίωση κατά του ασφαλιστή και υπέπεσε στην από το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (μόνον) πλημμέλεια, κατά το βάσιμο περί τούτου λόγο αναίρεσης, ο οποίος αφορά τους πρώτη έως και έκτο των αναιρεσιβλήτων. Ως προς τους λοιπούς, όμως, αναιρεσίβλητους, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, διότι ο (μοναδικός), ως άνω, λόγος αναίρεσης δεν τους αφορά, (άρθρ. 558 ΚΠολΔ). 
Ενώ, κατά το μέρος της που αφορά τους λοιπούς διαδίκους, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι ηττηθέντες αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (αρθ. 176, 183 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αναίρεση, ως προς τους έβδομο έως και ενδέκατη των αναιρεσιβλήτων, δηλαδή τους: ____.
Αναιρεί την 4998/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς τους λοιπούς .
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος αυτής, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2010. 
---------------------------------
...

Η ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΑΥΤΟΚΙΝΙΤΙΣΤΙΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ ΜΕΤΑ ΤΟ Ν. 3557/2007
Θέματα Διαχρονικού Δικαίου
Υπό Ευθυμίου Κ. Καραϊσκου
Δικηγόρου Λαμίας

ΣΣ Δημοσιεύεται στην Επιθεώρηση Συγκοινωνιακού Δικαίου Τεύχος Απρίλιος 2010 Σελ. 146

1. Στο άρθρο 18 του ΕισΝΑΚ ορίζεται ότι, οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την παραγραφή εφαρμόζονται και στις αξιώσεις που έχουν γεννηθεί αλλά δεν έχουν ακόμη παραγραφεί κατά την εισαγωγή του. Η έναρξη όμως, η αναστολή και η διακοπή της παραγραφής κρίνεται, ως προς τον πριν από την εισαγωγή του Κώδικα χρόνο, σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει έως τώρα. Αν ο χρόνος παραγραφής του Κώδικα είναι συντομότερος από αυτόν που προβλέπει το έως τώρα δίκαιο, υπολογίζεται ο συντομότερος, από την εισαγωγή του Κώδικα και αρχίζει από αυτήν. Στη περίπτωση όμως που ο χρόνος παραγραφής του έως τώρα δικαίου συμπληρώνεται νωρίτερα από το συντομότερο που ορίζεται στον Κώδικα, η παραγραφή συμπληρώνεται μόλις περάσει ο χρόνος παραγραφής του έως τώρα δικαίου. Από τις διατάξεις αυτές του ως άνω άρθρου 18 του ΕισΝΑΚ οι οποίες ρυθμίζουν μεν ζητήματα διαχρονικού δικαίου που προέκυψαν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, αλλά απηχούν γενική αρχή διαχρονικού δικαίου και έχουν εφαρμογή, όχι μόνο επί των περί παραγραφής διατάξεων του ΑΚ και του προ αυτού δικαίου, αλλά και επί κάθε άλλης περί παραγραφής διατάξεως νεοτέρου νόμου, συνάγεται ότι, όταν οι διατάξεις νεοτέρου νόμου ορίζουν μακρότερο χρόνο παραγραφής σε σχέση με το χρόνο παραγραφής που καθόριζε ο προηγούμενος νόμος, εφαρμογή έχει ο νεότερος νόμος, επί των αξιώσεων που είχαν γεννηθεί υπό την ισχύ του προηγουμένου νόμου, αλλά δεν παραγράφηκαν ή αποσβέστηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του νέου νόμου, διότι αν επήλθε το αποτέλεσμα αυτό, δεν ανατρέπεται από το νέο νόμο, εκτός αν ο νομοθέτης προσδώσει στη νέα διάταξη αναδρομική δύναμη εντός των επιτρεπτών συνταγματικών ορίων. Δεν εφαρμόζεται δε η περί της υπαγωγής στην επιφέρουσα την ταχύτερη συμπλήρωση της παραγραφής διάταξη δεύτερη παράγραφος του προαναφερθέντος άρθρου 18, διότι η παράγραφος αυτή προϋποθέτει για την εφαρμογή της, την καθιέρωση στο νεότερο νόμο βραχύτερης παραγραφής [βλ. Ολ.Α.Π. 13/2006, ΑΠ 1051/2002, ΝΟΒ 2003/253, ΑΠ 258/2002 αδημοσίευτη και Εφετ. Αθην.74/2008, ΕλλΔνση 2008/1523, Μον. Πρωτ. Λάρισας 192/2010 και 609/2009 αδημοσίευτες].
1.1. Για το ζήτημα αυτό βλ. και Κρητικού «Αποζημίωση από αυτοκινητικό ατυχήματα» εκδ. 2008 σελ. 714-715, κατά το οποίο : «Η διαφορά του χρόνου παραγραφής του προγενεστέρου από το ισχύον δίκαιο (δύο έτη και πέντε έτη, αντιστοίχως) θέτει ενδιαφέροντα ζητήματα διαχρονικού δικαίου. Το νέο δίκαιο δεν περιέχει ειδική περί τούτου ρύθμιση. Επιβάλλεται, επομένως, να αναζητηθούν αλλαχού σχετικές ρυθμίσεις για την επίλυση του. Πλέον πρόσφορη κρίνεται η προσφυγή στο αρθ. 18 του ΕισΝΑΚ, η διάταξη του οποίου δύναται να χρησιμοποιηθεί ως μία κατευθυντήρια σκέψη και είναι σύμφωνη προς τη θεωρία του διαχρονικού δικαίου 235. Βέβαια από την ΑΚ2 καθιερώνεται η θεμελιακή για το δίκαιο αρχή της μη αναδρομικότητας του νόμου. Η ρύθμιση αυτή αφορά τη γνήσια αναδρομή. Δεν εφαρμόζεται όμως στη μη γνήσια αναδρομή, δηλαδή όταν ο νέος νόμος καλείται να ρυθμίσει έννομες συνέπειες που γεννήθη¬καν μετά την έναρξη εφαρμογής του, αλλά πηγάζουν από έννομες σχέσεις ή καταστάσεις προϋφιστάμενες του νόμου. Επομένως όταν η παραγραφή έχει αρχίσει υπό το παλαιό δίκαιο και δεν έχει συμπληρωθεί κατά την έναρξη εφαρμογής του νέου δικαίου που επιμηκύνει την παραγραφή, τότε η τελευταία συνεχίζεται υπό το νέο δί¬καιο και συμπληρώνεται κατά τους ορισμούς του νέου δικαίου. Δεν πρόκειται για απαγορευμένη γνήσια αναδρομή, αλλά για επιτρεπτή μη γνήσια αναδρομή. Από την διάταξη του αρθ. 18 ΕισΝΑΚ ορίζονται τα ακόλουθα: «Οι διατάξεις του ΑΚ για την παραγραφή εφαρμόζονται και στις αξιώσεις που έχουν γεννηθεί, αλλά δεν έχουν ακόμη παραγραφεί κατά την εισαγωγή του. Η έναρξη όμως, η αναστολή και η διακοπή της παραγραφής κρίνεται ως προς το πριν από την εισαγωγή του Κώδικα χρόνο, σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει έως τώρα». Η βασική διαπίστωση που προκύπτει από την αμέσως ανωτέρω εκτεθείσα διάταξη είναι ότι η διετής παραγραφή της αξιώσεως του παθόντος που άρχισε να τρέχει πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 3557/2007 (14.5.2007) ενόσω δεν είχε ακόμη συμπληρωθεί κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία, εφεξής καθίσταται πενταετής στο σύνολο της»

2.- Ητοι κατά τα άνω, όταν η παραγραφή έχει αρχίσει υπό το παλαιό δίκαιο και δεν έχει συμπληρωθεί κατά την έναρξη εφαρμογής του νέου δικαίου που επιμηκύνει την παραγραφή, τότε η τελευταία συνεχίζει υπό το νέο δίκαιο και συμπληρώνεται κατά τους ορισμούς του νέου δικαίου.
3.- Συνεπώς, είναι λοιπόν προφανές ότι:
3.1.- Με το άρθρο 7 του Ν.3557/2007, αντικαταστάθηκε η παρ.2 του άρθρου 10 του Π.Δ.237/1986 και έλαβε την ακόλουθη διατύπωση : «Η αξίωση παραγράφεται μετά πάροδο πέντε (5) ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας για την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής». Η διάταξη αυτή, ισχύουσα από το χρόνο δημοσίευσης του εν λόγω νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από την 14/05/2007 [ΦΕΚ Α΄100], καταλαμβάνει και τις περιπτώσεις, για τις οποίες, κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος του εν λόγω νόμου, δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της διετίας, που όριζε για την παραγραφή των εν λόγω αξιώσεων, η παρ.2 του άρθρου 10 του Π.Δ.237/1986. 
3.2.- Η δε διετής παραγραφή της αξιώσεως του παθόντος, που άρχισε να τρέχει πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 3557/2007 (14.5.2007) ενόσω δεν είχε ακό¬μη συμπληρωθεί κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία, εφεξής καθίσταται πενταετής στο σύνολο της
3.2.1.& Παράδειγμα: Εφόσον ένα ατύχημα συνέβη την 30-07-2005, ο χρόνος της διετίας, που όριζε για την παραγραφή, η παρ.2 του άρθρου 10 του Π.Δ.237/1986, συμπληρώθηκε στις 30/07/2007, ήτοι κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του Ν.3557/207 [14/05/2007], δεν είχε συμπληρωθεί αυτός, δηλαδή στη περίπτωση αυτή, ισχύει ο πενταετής χρόνος παραγραφής του άρθρου 7 του Ν.3557/2007.

ΣΣ βλ. Ομοίως σχετική Νομολογία στην ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ τεύχος Απρίλιος 2010 Σελ. 189
...

Εξαίρεση Ασφαλιστικής Κάλυψης
Έλλειψη της κατά νόμο άδειας οδήγησης
Μόνον εάν τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το ατύχημα
Προϋποθέσεις (1)

Η γραμματική διατύπωση της διάταξης του εδ. α της παρ. 1 του άρθρου 6β του Ν.489/1976, όπως διατυπώθηκε μετά το ν. 3557/2007, (έλλειψη άδειας οδήγησης) μπορεί μεν να μην περιέχει την ανάγκη συνδρομής αιτιώδους συναφείας, όμως με την κατωτέρω δημοσιευόμενη απόφαση κρίθηκε ότι κατά την αληθή βούληση του νομοθέτη η απαλλαγή του ασφαλιστή δεν επέρχεται μόλις διαπιστωθεί η έλλειψη άδειας στο πρόσωπο του εμπλακέντος στο ατύχημα οδηγού, αλλά εφόσον συντρέχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης του ασφαλιστικού βάρους, δηλαδή της έλλειψης άδειας ικανότητας του οδηγού και του ατυχήματος. 
Η σύγχρονη ασφαλιστική επιστήμη αντιλαμβάνεται τους αναφερόμενους στην ανωτέρω διάταξη λόγους απαλλαγής ή εξαίρεσης ως κεκαλυμμένα ασφαλιστικά βάρη.
Επομένως, η ανάγκη συνδρομής αιτιώδους συνάφειας ισχύει και στην περίπτωση του άρθρου 6β΄παρ. 1 εδ. α΄ του ν. 489/1976, όταν οι συνθήκες και περιστάσεις φέρουν τυπικά στοιχεία ατόμου ανικάνου προς οδήγηση, (ως στερούμενου κατά νόμο άδειας ικανότητας οδηγού). 
Τέτοια στοιχεία μπορεί να είναι π.χ. :
αδικαιολογήτως υψηλή ταχύτητα πέραν του ορίου, 
αδικαιολόγητη κίνηση στο αντίθετο ρεύμα πορείας, 
οφιοειδής κίνηση του αυτοκινήτου, 
μη αντίληψη ευκρινούς στροφής κ.λ.π.. 
Στις περιπτώσεις αυτές τεκμαίρεται η συνδρομή αιτιώδους συνάφειας και ο ασφαλιστής επικαλούμενος τις συνθήκες του ατυχήματος προς απόδειξη του λόγου απαλλαγής του θεωρείται ότι ανταποκρίθηκε στο επιβαλλόμενο σε αυτόν σχετικό βάρος απόδειξης. Το τεκμήριο αυτό είναι επιδεκτικό ανταπόδειξης από τον ασφαλισμένο, ο οποίος μπορεί να προβάλει πρόσφορα περιστατικά, που κατατείνουν σε ανατροπή της αιτιώδους συνάφειας. Πότε συμβαίνει τούτο είναι ζήτημα συγκεκριμένης περίπτωσης

Σχόλια- Παρατηρήσεις

1) Εξαίρεση Ασφαλιστικής Κάλυψης & Έλλειψη αδείας Ικανότητας Οδήγησης.
Έξοχο το σκεπτικό της κατωτέρω δημοσιευόμενης απόφασης που συναρτά την εξαίρεση της ασφαλιστικής κάλυψης με τον αιτιώδη σύνδεσμο αναφορικά με την πρόκληση του ατυχήματος, παρότι στην γραμματική διατύπωση της σχετικής διάταξης δεν περιέχεται αυτή, όπως στις περιπτώσεις της μέθης και της διαφορετικής χρήσης του αυτοκινήτου από αυτή που αναφέρεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο.
Βλ. σχετικώς Άρθρο Γεωργίου Δ. Τριανταφυλλάκη - Αναπληρωτή Καθηγητής Νομικής Σχολής Δ.Π.Θ, << Η εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη της οδήγησης υπό την επίδραση οινοπνεύματος. Δογματικά και δικαιοπολιτικά προβλήματα αιτιώδους συνδέσμου. ΣΕΣυγκΔ 2006/402, όπου μεταξύ των άλλων αναφέρεται : 
Ως γνωστόν προϋπόθεση (τρίτη κατά σειρά) για τη γένεση αστικής ευθύνης στο σύστημα δικαίου μας είναι η αιτιώδης συνάφεια (ή σύνδεσμος) μεταξύ του νόμιμου λόγου ευθύνης (εν προκειμένω παραβίασης ΚΟΚ κλπ) και της επελθούσης ζημίας. Η αιτιώδης συνάφεια έχει την έννοια της σχέσης αιτίου και αιτιατού (&μεταξύ του νόμιμου λόγου ευθύνης και του αποτελέσματος (ζημίας)). Η αναγκαιότητα ύπαρξης αυτής της προϋπόθεσης είναι αυτονόητη, αποτελεί δε ένα από τα θεμέλια του αστικού μας δικαίου &
& η συνδρομή ή μη της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του ασφαλισμένου και της επέλευσης της ζημίας, είναι σαφές ότι ανατρέπει όλη τη λογική της αστικής ευθύνης και καταφέρει καίριο πλήγμα στη δομή του αστικού δόγματός μας.
Και τούτο διότι, η συναγωγή ενός τεκμηρίου στο δίκαιό μας είναι ζήτημα οντολογικής φύσης. Η υπαγωγή ενός οντολογικού γεγονότος & σε μια αξιολογική έννοια, δηλ. το αν και κατά πόσο το γεγονός αυτό συνετέλεσε στο ατύχημα, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συναγωγής τεκμηρίου, αλλά μόνο υπαγωγικής συλλογιστικής, δηλ. αξιολόγησης πραγματικών γεγονότων σε σχέση με την προσφορότητά τους να συμβάλλουν αιτιωδώς στο ζημιογόνο αποτέλεσμα & το δόγμα του δικαίου μας δεν επιτρέπει τη συναγωγή τέτοιων αμάχητων τεκμηρίων.

Απόφ. Μον.Πρ.Θεσ/κης 33284/2009
Πρόεδρος: Χριστίνα Ζαπάρτα
Δικηγόροι: Ιωάννης Δόξας - Στέργιος Βελλίδης - Σοφία Τσιπτσέ

Σχόλια- Παρατηρήσεις

1) Εξαίρεση Ασφαλιστικής Κάλυψης & Έλλειψη αδείας Ικανότητας Οδήγησης.
Έξοχο το σκεπτικό της κατωτέρω δημοσιευόμενης απόφασης που συναρτά την εξαίρεση της ασφαλιστικής κάλυψης με τον αιτιώδη σύνδεσμο αναφορικά με την πρόκληση του ατυχήματος, παρότι στην γραμματική διατύπωση της σχετικής διάταξης δεν περιέχεται αυτή, όπως στις περιπτώσεις της μέθης και της διαφορετικής χρήσης του αυτοκινήτου από αυτή που αναφέρεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο.
Βλ. σχετικώς Άρθρο Γεωργίου Δ. Τριανταφυλλάκη - Αναπληρωτή Καθηγητής Νομικής Σχολής Δ.Π.Θ, << Η εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη της οδήγησης υπό την επίδραση οινοπνεύματος. Δογματικά και δικαιοπολιτικά προβλήματα αιτιώδους συνδέσμου. ΣΕΣυγκΔ 2006/402, όπου μεταξύ των άλλων αναφέρεται : 
Ως γνωστόν προϋπόθεση (τρίτη κατά σειρά) για τη γένεση αστικής ευθύνης στο σύστημα δικαίου μας είναι η αιτιώδης συνάφεια (ή σύνδεσμος) μεταξύ του νόμιμου λόγου ευθύνης (εν προκειμένω παραβίασης ΚΟΚ κλπ) και της επελθούσης ζημίας. Η αιτιώδης συνάφεια έχει την έννοια της σχέσης αιτίου και αιτιατού (&μεταξύ του νόμιμου λόγου ευθύνης και του αποτελέσματος (ζημίας)). Η αναγκαιότητα ύπαρξης αυτής της προϋπόθεσης είναι αυτονόητη, αποτελεί δε ένα από τα θεμέλια του αστικού μας δικαίου
& η συνδρομή ή μη της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του ασφαλισμένου και της επέλευσης της ζημίας, είναι σαφές ότι ανατρέπει όλη τη λογική της αστικής ευθύνης και καταφέρει καίριο πλήγμα στη δομή του αστικού δόγματός μας.
Και τούτο διότι, η συναγωγή ενός τεκμηρίου στο δίκαιό μας είναι ζήτημα οντολογικής φύσης. Η υπαγωγή ενός οντολογικού γεγονότος & σε μια αξιολογική έννοια, δηλ. το αν και κατά πόσο το γεγονός αυτό συνετέλεσε στο ατύχημα, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συναγωγής τεκμηρίου, αλλά μόνο υπαγωγικής συλλογιστικής, δηλ. αξιολόγησης πραγματικών γεγονότων σε σχέση με την προσφορότητά τους να συμβάλλουν αιτιωδώς στο ζημιογόνο αποτέλεσμα & το δόγμα του δικαίου μας δεν επιτρέπει τη συναγωγή τέτοιων αμάχητων τεκμηρίων.

2) Αποθετική ζημία Δημοσίου Υπαλλήλου & Αστυνομικού
Αθροιστική απόληψη μισθών εξ ΑΚ 930 παρ.3 συμπεριλαμβανομένων και των κρατήσεων δώρο Χριστουγέννων - Πάσχα, καθώς επίσης και το εκλογικό επίδομα. βλ Εφ.Αθ. 6106/2006 ΣΕΣυγκΔ 2007/221, Εφ.Αθ. 8614/2000 ΣΕΣυγκΔ 2005/100


Κείμενο Απόφ. Μον.Πρ.Θεσ/κής 33284/2009

Απόσπασμα & Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 298 εδ. α΄ και 914 ΑΚ προκύπτει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση αποζημίωσης του παθόντος, η οποία περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος (θετική ζημία) και το διαφυγόν κέρδος. Στο άρθρο 930 παρ. 3 ΑΚ ορίζεται ότι η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται εκ του ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται γενικότερη αρχή, κατά την οποία. Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 2 του ισχύοντος δημοσιοϋπαλληλικού κώδικα (Ν. 3528/2007), το Δημόσιο υποχρεούται να καταβάλει τόσο το μισθό όσο και τα νοσήλια του ασφαλισμένου υπαλλήλου σε περίπτωση νοσηλείας του, κατά το χρόνο της ανικανότητας προς εργασία, συνεπεία αδικοπραξίας. Τέτοια δυνατότητα για πρόσκτηση από τον παθόντα αθροιστικά της αποζημίωσης από τον αδικήσαντα και της παροχής του τρίτου δεν υφίσταται όταν ο νομοθέτης ορίζει διαφορετικά, όπως συμβαίνει κατά το άρθρο 18 του ν. 1654/1986, σύμφωνα με το οποίο η αξίωση αποζημίωσης του παθόντος μεταβιβάζεται εκ του νόμου στο Ι.Κ.Α., το οποίο είτε κατέβαλε είτε υποχρεούται να καταβάλει στον παθόντα την οικεία κοινωνικοασφαλιστική παροχή προς κάλυψη της ζημίας του (ΑΠ 1127/2002 ΕλλΔνη 45.397, ΕφΘες 963/2000 Αρμ 2001.325, ΕφΠειρ 527/1997 ΕλλΔνη 40.354, ΕφΑθ 4494/1992 ΕΣυγκΔ 1993.173, ΕφΠειρ 1151/1991 ΝοΒ 1991.371, ΕφΑθ 839/1990 ΕπΣυγκΔ 1991.374, ΕφΑθ 7495/1990 ΕπΣυγκΔ 1991.373, ΕφΑθ 6858/1990 ΕπΣυγκΔ 1993.103, βλ. και Αθαν. Κρητικού, Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα, έκδ. 2008, παρ. 17, αριθμ. 33, σελ. 265 και παρ. 18, αριθμ. 52-56, σελ. 336-338). Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 929 παρ. 1 του ΑΚ, σύμφωνα με την οποία «σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του», ζημία που επήλθε αποτελεί και η διακοπή του μισθού από τον εργοδότη Ελληνικό Δημόσιο λόγω ανικανότητας προσφοράς εργασίας, η απώλεια διαφόρων επιδομάτων αδείας, δώρων και νομίμων κρατήσεων. Ενόψει αυτών, η αποζημίωση του παθόντος για τη στέρηση των εισοδημάτων του εξαιτίας της ανικανότητάς του για παροχή της εργασίας περιλαμβάνει το σύνολο των ακαθαρίστων (μικτών) αποδοχών του, τις οποίες θα λάμβανε αν δεν τραυματιζόταν, δηλαδή εκείνες στις οποίες περιλαμβάνονται και οι νόμιμες κρατήσεις, που ο εργοδότης πρέπει να παρακρατεί από τις αποδοχές του μισθωτού (ΑΠ 1332/2003 ΕπιΔικΙΑ 2004.23). 

Συνθήκες Ατυχήματος - Υπαιτιτότητα
& Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος και του πρώτου εναγομένου της ά αγωγής, οι οποίες δόθηκαν στο ακροατήριο και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης, από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, λαμβανόμενα υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρ. 339 σε συνδ. με 395 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ), μεταξύ δε των τελευταίων περιλαμβάνονται και τα δημόσια έγγραφα της προηγηθείσας ποινικής προδικασίας (ΑΠ 154/1992 ΕλλΔνη 33.814, ΑΠ 1034/1977 ΝοΒ 26.921), καθώς και τις προσκομιζόμενες από τον κυρίως ενάγοντα φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται από τους αντιδίκους του (άρθ. 444 αρ. 3, 448 παρ. 2 και 457 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα περιστατικά: 
Την 4-6-2008 και περί ώρα 18:05, ο Χ1 (ενάγων της ά αγωγής), οδηγώντας την με την υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας & δίκυκλη μοτοσικλέτα, κινούταν επί της οδού Κωνσταντινουπόλεως στην πόλη της Θεσσαλονίκης, με κατεύθυνση από την λεωφόρο Στρατού προς την οδό Μ. Μπότσαρη. Την ίδια στιγμή ο Ψ1 (πρώτος εναγόμενος της β΄ αγωγής - παρεμπιπτόντως εναγόμενος της β΄ αγωγής), οδηγούσε την με αριθμό κυκλοφορίας & Δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας και κατοχής του, που ήταν ασφαλισμένη για τις έναντι τρίτων ζημίες στη δεύτερη εναγόμενη της ά αγωγής & παρεμπιπτόντως εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, επί της οδού Μητροπούλου, η οποία είναι μονόδρομος και διασταυρώνεται κάθετα με την οδό Κωνσταντινουπόλεως και από δεξιά ως προς την πορεία του άνω ενάγοντος οδηγού. Όταν ο τελευταίος, πλησίασε στη διασταύρωση των άνω οδών, στην πορεία του οποίου υπάρχει προ του κόμβου σήμα υποχρεωτικής διακοπής πορείας (STOP & P2), δεν ακινητοποιήθηκε πριν τη διασταύρωση, ώστε να παραχωρήσει προτεραιότητα στην μοτοσικλέτα του ενάγοντος, όπως όφειλε, αλλά εισήλθε αιφνίδια και ανέλεγκτα στον κόμβο με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με αυτήν πλησίον της διπλής διαχωριστικής γραμμής της οδού Κωνσταντινουπόλεως. Συγκεκριμένα, επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα της στο εμπρόσθιο δεξιό τμήμα της μοτοσικλέτας του ενάγοντος, την οποία εξέτρεψε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της άνω οδού, όπου βρέθηκαν χαραγές μήκους 2,9 μέτρων από την πτώση της στο οδόστρωμα, επί της συμβολής της με την οδό Μητροπούλου, ενώ η μοτοσικλέτα του πρώτου εναγομένου προσέκρουσε στο εμπρόσθιο αριστερό φτερό του υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας & Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, που βρισκόταν σταθμευμένο πριν τη συμβολή των άνω οδών στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού Κωνσταντινουπόλεως, ήταν δε τέτοια η ορμή της πρόσκρουσής της σε αυτό, ώστε το τελευταίο όχημα μετακινήθηκε και προσέκρουσε στον εμπρόσθιο προφυλακτήρα του όπισθεν σταθμευμένου υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας & Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου (βλ. το πρόχειρο σχεδιάγραμμα που συνοδεύει την έκθεση αυτοψίας του Τμήματος Οδικών Τροχαίων Ατυχημάτων της Υποδιεύθυνσης Τροχαίας Θεσσαλονίκης). Αποτέλεσμα της σύγκρουσης ήταν να υποστεί η μοτοσικλέτα του ενάγοντος υλικές ζημίες και ο ίδιος να τραυματιστεί κατά την πτώση του στο οδόστρωμα. Με βάση τα παραπάνω περιστατικά, το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου οδηγού Ψ1, ο οποίος από αμέλεια μη ενσυνείδητη, δεν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή που με βάση τις ατομικές του ικανότητες αλλά και του μέσου συνετού οδηγού μπορούσε να καταβάλει, και ειδικότερα, ενώ κινούταν με τις πιο πάνω συνθήκες και είχε σκοπό να εισέλθει σε ισόπεδο οδικό κόμβο, δεν σταμάτησε πριν την είσοδο σε αυτόν, ώστε να παραχωρήσει προτεραιότητα στα οχήματα που κινούνταν επί της οδού Κωνσταντινουπόλεως, όπως είχε υποχρέωση, λόγω του ευρισκόμενου στην πορεία του σήματος υποχρεωτικής διακοπής πορείας (STOP), αλλά συνέχισε την πορεία του, κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1, 26 παρ. 1 και 4, 4 παρ. 3 Ρ-2 του Κ.Ο.Κ. και 330 εδ. β΄ ΑΚ), με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με τη δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο κυρίως ενάγων, Χ1. Αντιθέτως, κανένα πταίσμα δεν βαρύνει τον τελευταίο οδηγό, ο οποίος κινούταν σε οδό προτεραιότητας με ταχύτητα, που από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι υπερέβαινε το ανώτερο επιτρεπόμενο όριο των 50 χλμ την ώρα σε κατοικημένη περιοχή. Επομένως, ο ισχυρισμό του πρώτου εναγομένου της κύριας αγωγής περί συντρέχουσας υπαιτιότητας του κυρίως ενάγοντος στην πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. 

Από την προπεριγραφόμενη σύγκρουση υπέστη σοβαρές υλικές ζημίες η υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας & δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του κυρίως ενάγοντος, για την αποκατάσταση των οποίων, τούτος δαπάνησε: 
(Σ.Σ. Στην συνέχεια η απόφαση αναφέρεται στις υλικές ζημίες της μοτοσυκλέτας και στα απαιτούμενα προς επισκευή της κονδύλια). 

Ολική Καταστροφή 
& Ωστόσο, ενόψει του ότι το άθροισμα του κόστους επισκευής της και της κατά τα ανωτέρω εμπορικής της υπαξίας, ανερχόμενο σε 2.994,41 ευρώ (2.194,41 + 800 = 2.994,41), υπερβαίνει την προ του ατυχήματος αγοραστική αξίας της μοτοσικλέτας του (2.800) ευρώ, προκύπτει ότι αυτή ήταν οικονομικά ασύμφορη να επισκευασθεί από τον ενάγοντα, με συνέπεια να θεωρείται ολοσχερώς κατεστραμμένη κατά την οικονομική έννοια του όρου. Η δε ζημία που αυτός υπέστη από την καταστροφή της ανέρχεται στην άνω αξία της κατά το χρόνο του ατυχήματος, αφαιρουμένης της αξίας των υπολειμμάτων της και εν προκειμένω της αξίας μεταπώλησής της, και συνεπώς, η αποκαταστατέα ζημία του ανέρχεται στο ποσό των 800 (2.800 & 2.000) ευρώ, το δε υπόλοιπο αιτούμενο ποσό που αφορά στο κόστος επισκευής του αυτοκινήτου του, εφόσον υπερβαίνει το παραπάνω όριο, επιβαρύνει τον ιδιοκτήτη του (βλ. ΕφΛαμ 77/2007 ΕπΣυγκΔ 2007.454, ΕφΘεσ 1197/2006 ΕπΣυγκΔ 2006.344, ΕφΠατρ 687/2004 ΑχαΝομ 2005.629, ΕφΑθ 5675/2004 ΕπΣυγκΔ 2005.368, Αθαν. Κρητικό, ό.π., έκδ. 2008, παρ. 22, αριθμ. 10, 64 και 66, σελ. 468 και 484 αντίστοιχα). 

Αμέσως μετά το ατύχημα, ο κυρίως ενάγων μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο «ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ», όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη κάκωση κεφαλής (θλαστικό τραύμα στη δεξιά κροταφική χώρα), περιτραυματική αμνησία, κάκωση δεξιού ημιθωρακίου και κάκωση οσφυικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. Νοσηλεύτηκε εκεί από 4-6-2008 έως 11-6-2008, οπότε εξήλθε με οδηγίες για χρήση ζώνης οσφύος επί τρις εβδομάδες και ανάπαυση κατ’ οίκον για δύο εβδομάδες (βλ. την από 6-6-2008 ιατρική γνωμάτευση, το από 11-6-2008 πληροφοριακό σημείωμα του άνω νοσοκομείου και την από 25-6-2008 ιατρική γνωμοδότηση & γνωμάτευση του ορθοπεδικού χειρούργου ___ του άνω νοσοκομείου, που λήφθηκε για λογαριασμό της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας). Κατά το χρόνο του ατυχήματος ο παθών φορούσε προστατευτικό κράνος, το οποίο ράγισε, ενώ έσπασε και το κρύσταλλο της μάσκας του στον αριστερό της σύνδεσμο (βλ. τις προσκομιζόμενες από τον άνω ενάγοντα φωτογραφίες του κράνους του). Τούτο, προστάτευσε την κεφαλή του, αποτρέποντας τυχόν μεγαλύτερη ζημία του κατά την πτώση του στο οδόστρωμα, απορριπτομένης της προβληθείσας από τη δεύτερη κυρίως εναγομένη σχετικής ένστασης περί οικείου πταίσματος του ενάγοντος στην πρόκληση του τραυματισμού του ως κατ’ ουσίαν αβάσιμης. Η αξία του κράνους του ως μεταχειρισμένο ανερχόταν στο ποσό των 80 ευρώ, το οποίο πρέπει να του επιδικαστεί ως αποζημίωση. Ακόμη, έσπασαν τα γυαλιά ηλίου που φορούσε, τα οποία είχε αγοράσει 20 ημέρες πριν το ατύχημα, αξίας 240 ευρώ (βλ. την υπ’ αριθμ. 3/16-5-2008 ταμειακή απόδειξη του καταστήματος «.»). Δεν αποδείχθηκε όμως, ότι συνεπεία του ένδικου ατυχήματος καταστράφηκε το τζιν παντελόνι του, τα παπούτσια του και το ρολόι του, αφού μόνη η κατάθεση της συζύγου του περί της αξίας των ανωτέρω πραγμάτων, χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση περί του είδους της ζημίας που υπέστη καθένα από αυτά, δεν επαρκεί για την απόδειξη του σχετικού κονδυλίου της αγωγής, το οποίο τυγχάνει απορριπτέο ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο. Επίσης, για την αγορά ειδικής ελαστικής ζώνης οσφύος με μπανέλες δαπάνησε το ποσό των 100 ευρώ (βλ. την υπ’ αριθμ. 879/10-6-2008 απόδειξη λιανικής πώλησης της «&& »). Λόγω των συνεχών πόνων και κυρίως της οσφυαλγίας με νευρολογική σημειολογία στο κάτω δεξιό άκρο, ο ενάγων επισκέφτηκε τον ιατρό ___, ορθοπεδικό χειρουργό, ο οποίος του συνέστησε να υποβληθεί σε μαγνητική τομογραφία στην οσφυική και θωρακική μοίρα της σπονδυλικής του στήλης, συνολικής δαπάνης 473 ευρώ (βλ. την υπ’ αριθμ. 22475/24-6-2008 απόδειξη παροχής υπηρεσιών της «&.»), καθώς και σε 10 φυσιοθεραπείες (κινησιομαλάξεις, διαθερμίες κ.λ.π), για τις οποίες κατέβαλε το ποσό των 200 ευρώ (βλ. την υπ’ αριθμ. 1356/29-8-2008 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του φυσιοθεραπευτή Δ.Σ). Το σύνολο της δαπάνης για τις μαγνητικές τομογραφίες, καλύφθηκε από τον ασφαλιστικό φορέα του ενάγοντος (Ο.Π.Α.Δ.), πλην όμως, αυτός για αθροιστική απόληψη και η επιδίκαση του άνω ποσού δεν αποκλείεται, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, αφού η αξίωση για την ασφαλιστική του αυτή παροχή δεν μεταβιβάζεται στον ασφαλιστικό του φορέα ελλείψει νομοθετικής ρύθμισης, όπως γίνεται με το Ι.Κ.Α. 

Αποθετική Ζημία Αστυνομικού 
Εξάλλου, λόγω του τραυματισμού του ο ενάγων, που τυγχάνει αστυνομικός υπάλληλος με το βαθμό του Β΄ Υπαστυνόμου, υπηρετών ως οδηγός στην Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Θεσσαλονίκης, κατέστη ανίκανος να εργαστεί κατά το χρονικό διάστημα από 4-6-2008 μέχρι την 29-6-2008, οπότε έλαβε και σχετική αναρρωτική άδεια (βλ. την υπ’ αριθμ. πρωτ. Ν.297/13-6-2008 γνωμάτευση της Επιτροπής Αναρρωτικών Αδειών της ΕΛΛ.ΑΣ.). Οι μικτές τακτικές μηνιαίες αποδοχές του κατά το χρόνο του ατυχήματος ανέρχονταν στο ποσό των 2.117,02 ευρώ, στις οποίες περιλαμβάνονται και η αποζημίωσή του για την παρεχόμενη από αυτόν εργασία για 4 πενθήμερα κατά μέσο όρο, ύψους 184 ευρώ και νυχτερινής εργασίας 48 ωρών κατά μέσο όρο μηνιαίως, ύψους 140 ευρώ, δηλαδή συνολικού ποσού 324 ευρώ, το οποίο του καταβάλλεται αναδρομικά μετά από δίμηνο (βλ. το αναλυτικό σημείωμα αποδοχών του μηνός Ιουνίου 2008 της Διεύθυνσης Διαχείρισης Χρηματικού της ΕΛΛ.ΑΣ.). Συνεπώς, κατά το άνω διάστημα της ανικανότητάς του προς εργασία αυτές ανήλθαν στο ποσό των 1.834,75 ευρώ (2.117,02 Χ 26/30 ημέρες = 1.834,75). Σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ανεξαρτήτως του ότι καμία ζημία δεν προκλήθηκε σε αυτόν λόγω της ανικανότητάς του προς εργασία, εφόσον και στο μέτρο που το Δημόσιο συνέχισε να του καταβάλει τις νόμιμες ακαθάριστες (μικτές) τακτικές αποδοχές του, ο ενάγων έχει δικαίωμα για αθροιστική απόληψη αυτών και η επιδίκαση τους δεν αποκλείεται, ως εκ του ότι άλλος υποχρεούται, όπως εν προκειμένω ο άνω ασφαλιστικός του φορέας, να τον αποζημιώσει. Περαιτέρω ανικανότητά του προς εργασία συνεπεία του τραυματισμού του δεν αποδείχθηκε, καθώς οι βραχύχρονες άδειες που έλαβε από 14-7-2008 έως 21-7-2008 και από 8-9-2008 έως 17-8-2008, δεν είναι αναρρωτικές αλλά τμήματα της κανονικής του άδειας. Συνεπώς, κατά το υπόλοιπο αιτούμενο ποσό, το σχετικό κεφάλαιο της αγωγής του περί απώλειας εισοδήματος από την εργασία του πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Ομοίως απορριπτέο τυγχάνει και το επί μέρους κονδύλι της αποζημίωσής του για την αγορά φαρμάκων, ύψους 13,00 ευρώ, διότι η αιτούμενη δαπάνη δεν αποδεικνύεται ότι συνδέεται αιτιωδώς με τον ένδικο τραυματισμό του, αφού στην προσκομιζόμενη ταμειακή απόδειξη του φαρμακείου δεν αναγράφεται το είδος των φαρμάκων ούτε προσκομίζεται κάποια συνταγή ιατρού για τη χορήγηση φαρμάκων ή ιατρική βεβαίωση για την ανάγκη λήψης φαρμακευτικής αγωγής. Τέλος, ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες έγινε το ατύχημα, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου εναγόμενου οδηγού, της φύσης και της έκταση του τραυματισμού του ενάγοντος, της διάρκειας αποθεραπείας του, του πόνου που αυτός δοκίμασε, καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων (τα εισοδήματα του πρώτου εναγομένου, που τυγχάνει οικοδόμος με ένα ανήλικο τέκνο, προκύπτουν από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα και τις φορολογικές του δηλώσεις στην Εφορία), με εξαίρεση αυτή της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, τη οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (βλ. ΑΠ 1114/2000 ΕλλΔνη 41.1591), το δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη και επομένως, πρέπει να επιδικασθούν σε αυτήν ως χρηματική του ικανοποίηση 2.000 ευρώ, ποσό που μετά την στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων κρίνεται εύλογο (άρθρο 932 του ΑΚ). Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη υπό στοιχείο α΄ και με αριθμό κατάθεσης 39952/6-10-2008 αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά αβάσιμη και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον ο καθένας, να καταβάλουν στον ενάγοντα, το ποσό των 5.727,75 ευρώ (800 + 80 + 240 + 100 + 473 + 200 + 1834,75 + 2000), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης μέχρι την εξόφληση. Το αίτημα περί κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, πρέπει να γίνει δεκτό και ως ουσιαστικά βάσιμο, κατά το αναφερόμενο στο διατακτικό ποσό, διότι κρίνεται ότι η επιβράδυνση στην εκτέλεση θα προκαλέσει σημαντική ζημία στον ενάγοντα, αλλά και λόγω της αδικοπραξίας του πρώτου εναγομένου (άρθ. 907, 908 παρ. 1 περ. δ΄ και παρ. 2 ΚΠολΔ). Το αίτημα όμως περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης σε βάρος του τελευταίου, πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο, λόγω της μη αμφισβητούμενης από τον ενάγοντα φερεγγυότητας των εναγομένων και ιδίως της δεύτερης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας (βλ. ΕφΘεσ 44/1994 Αρμ. 48.79), η οποία ευθύνεται με βάση έγκυρη και ενεργό σύμβαση ασφάλισης του ζημιογόνου αυτοκινήτου να καλύψει τη ζημία του τελευταίου. Οι εναγόμενοι πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή ενός μέρους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, ανάλογο με την έκταση της ήττας τους (άρθρα 178 παρ. 1, 189 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ, 100 επ. Κώδικα περί Δικηγόρων), όπως ειδικότερα καθορίζονται στο διατακτικό της παρούσας.

Παρεμπίπτουσα Αγωγή Ασφαλιστού & Έλλειψη αδείας ικανότητας & εφόσον τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το ατύχημα - Προϋποθέσεις
Σχετικά με την υπό στοιχείο β΄ παρεμπίπτουσα αγωγή, από τα ίδια ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψαν τα εξής: Από το προσκομιζόμενο με επίκληση από την παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία υπ’ αριθμ. _____ ασφαλιστήριο συμβόλαιο που συνήψε με τον πρώτο παρεμπιπτόντως εναγόμενο, ιδιοκτήτη της με αριθμό κυκλοφορίας & δίκυκλης μοτοσικλέτας, προκύπτει ότι αυτή είχε ασφαλίσει το άνω ζημιογόνο όχημα για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη κατά το χρονικό διάστημα από 15-4-2008 έως 15-4-2009. Στους συνημμένους στο άνω ασφαλιστήριο Γενικούς και Ειδικούς Όρους, που διέπουν την ασφάλιση αυτή, τους οποίους παρέλαβε ο άνω ασφαλισμένος, όπως δεν αμφισβητείται από αυτόν, και ειδικότερα στο άρθρο 8 παρ. 1β΄αυτών με τίτλο «Γενικές εξαιρέσεις» υπάρχει ρητή πρόβλεψη σε αυτό ότι «Εξαιρούνται από την ασφάλιση ζημίες που προκαλούνται: & .β) από οδηγό ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί». Εντεύθεν παρέπεται ότι η διάταξη του άρθρου 6β΄ παρ. 1 εδ. α΄ του Ν. 489/1976, όπως διαμορφώθηκε μετά το ν. 3557/2007 (ΦΕΚ Α΄ 110), ο οποίος ισχύει από 10-5-2007, που προβλέπει την εξαίρεση από την ασφάλιση στην περίπτωση που κατά το ατύχημα ο οδηγός του αυτοκινήτου στερείται της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί, ενσωματωθείσα αυτούσια στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, αποτέλεσε συμβατικό όρο αυτού. Περαιτέρω, οι προβλεπόμενοι στα εδ. β΄ και γ΄ της ίδιας παρ. 1 του άρθρου 6β΄ Ν. 489/1976, όπως διατυπώθηκε μετά το ν. 3557/2007, λόγοι απαλλαγής του ασφαλιστή έναντι του ασφαλισμένου, κατά τη γραμματικής τους διατύπωση, απαιτούν ως προυπόθεση για την ενεργοποίησή τους τη συνδρομή αιτιώδους συνάφειας μεταξύ: α) της ανάλωσης οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών και του ατυχήματος και β) της διαφορετικής χρήσης του αυτοκινήτου από αυτή που αναγράφεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και του ατυχήματος. Ανάλογη ανάγκη συνδρομής αιτιώδους συνάφειας δεν περιέχεται στην περίπτωση ά της ίδιας παραγράφου, δηλαδή της έλλειψης άδειας οδήγησης, όπως τούτο προκύπτει από τη γραμματική διατύπωση της διάταξης. Κατ’ ορθότερη όμως γνώμη, με την οποία συντάσσεται και το παρόν Δικαστήριο, από τη γραμματική αυτή διατύπωση της άνω διάταξης του νόμου, δεν μπορεί να συναχθεί η διαφορετική βούληση του νομοθέτη, ότι δηλαδή η απαλλαγή του ασφαλιστή θα επέρχεται χωρίς άλλο, εφόσον διαπιστώνεται ότι στο ατύχημα ο οδηγός του αυτοκινήτου στερούταν άδειας ικανότητας οδηγού. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να δικαιολογηθεί αν οι δύο λόγοι απαλλαγής ( β΄ και γ΄) είχαν διαφορετική νομική φύση από το λόγο απαλλαγής της περίπτωσης ά . Η σύγχρονη ασφαλιστική επιστήμη αντιλαμβάνεται τους άνω λόγους απαλλαγής ή εξαίρεσης ως κεκαλυμμένα ασφαλιστικά βάρη, δηλαδή η απαλλαγή του ασφαλιστή δεν επέρχεται μόλις διαπιστωθεί η έλλειψη άδειας στο πρόσωπο του εμπλακέντος στο ατύχημα οδηγού, αλλά τούτη επέρχεται εφόσον συντρέχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης του ασφαλιστικού βάρους, δηλαδή της έλλειψης άδειας ικανότητας του οδηγού και του ατυχήματος. Επομένως, η ανάγκη συνδρομής αιτιώδους συνάφειας ισχύει και στην περίπτωση του άρθρου 6β΄παρ. 1 εδ. α΄ του ν. 489/1976. Τέτοια κατά κανόνα θα συντρέχει όταν οι συνθήκες και περιστάσεις φέρουν τυπικά στοιχεία ατυχήματος ανίκανου προς οδήγηση προσώπου ως στερούμενου κατά νόμο άδειας ικανότητας οδηγού π.χ. αδικαιολογήτως υψηλή ταχύτητα πέραν του ορίου, αδικαιολόγητη κίνηση στο αντίθετο ρεύμα πορείας, οφιοειδής κίνηση του αυτοκινήτου, μη αντίληψη ευκρινούς στροφής κ.λ.π.. Στις περιπτώσεις αυτές τεκμαίρεται η συνδρομή αιτιώδους συνάφειας και ο ασφαλιστής επικαλούμενος τις συνθήκες του ατυχήματος προς απόδειξη του λόγου απαλλαγής του θεωρείται ότι ανταποκρίθηκε στο επιβαλλόμενο σε αυτόν σχετικό βάρος απόδειξης. Το τεκμήριο αυτό είναι επιδεκτικό ανταπόδειξης από τον ασφαλισμένο, ο οποίος μπορεί να προβάλει πρόσφορα περιστατικά, που κατατείνουν σε ανατροπή της αιτιώδους συνάφειας. Πότε συμβαίνει τούτο είναι ζήτημα συγκεκριμένης περίπτωσης (βλ. Αθαν. Κρητικού, ό.π., έκδ. 2008, παρ. 28, αριθμ. 35-42).

Εν προκειμένω, όπως προελέχθη, κατά το χρόνο του ατυχήματος ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος Ψ1, οδηγός της ζημιογόνου μοτοσικλέτας, δεν κατείχε την απαιτούμενη από το νόμο άδεια ικανότητας οδήγησης για το άνω όχημα. Διέθετε όμως ελληνική άδεια ικανότητας οδήγησης Β΄ κατηγορίας, δηλαδή για Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ήδη απ΄21-12-2006 (βλ. προσκομιζόμενη άδεια οδήγησης), ενώ ο επιμελεία αυτού εξετασθείς στο ακροατήριο μάρτυρας, ___, κατέθεσε ότι ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος οδηγεί μοτοσικλέτα πάνω από 10 χρόνια, και ότι διαθέτει αλβανική άδεια οδήγησης, η οποία όμως δεν προσκομίστηκε από αυτόν. Ενόψει τούτων, και λαμβανομένης υπόψη της παράβασης του Κ.Ο.Κ. στην οποία υπέπεσε, η οποία δεν φέρει χαρακτηριστικά στοιχεία τυπικά ανίκανου προς οδήγηση προσώπου ως στερούμενου κατά νόμο άδειας ικανότητας οδηγού, καθώς σε τέτοια παράβαση υποπίπτουν καθημερινά εκατοντάδες οδηγού, παρόλο που διαθέτουν την κατά νόμο απαιτούμενη άδεια οδήγησης οχήματος, κρίνεται ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η παράβαση του άνω ασφαλιστικού βάρους εκ μέρους του παρεμπιπτόντως εναγομένου, δηλαδή της έλλειψης άδειας ικανότητας οδήγησης της ζημιογόνου μοτοσικλέτας του δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος. Επομένως, δεν συνέτρεχε η επικαλούμενη εξαίρεση από την ασφαλιστική σύμβαση, ώστε η παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία να δικαιούται να αναζητήσει από τον τελευταίο (ασφαλισμένο της και υπαίτιο οδηγό) οποιοδήποτε ποσό θα καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα για την αποζημίωσή του. Μετά ταύτα, πρέπει η παρεμπίπτουσα αγωγή να απορριφθεί ως ουσιαστικά βάσιμη και να καταδικαστεί η παρεμπιπτόντως ενάγουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του παρεμπιπτόντως εναγομένου (άρθρα 176, 189 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ, 100 επ. Κώδικα Περί Δικηγόρων), όπως ειδικότερα καθορίζονται στο διατακτικό της παρούσας.

...

Αγροτικό Μηχάνημα & Έννοια

Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) αγροτικό μηχάνημα είναι το μηχανοκίνητο όχημα, που προορίζεται κυρίως για την εκτέλεση γεωργικών εργασιών ή για τη ρυμούλκηση μηχανημάτων, που χρησιμοποιούνται για τον αυτό σκοπό, ή άλλων ρυμουλκουμένων, που προορίζονται για γεωργικές μεταφορές, ο όρος δε αυτός περιλαμβάνει 
α) τους γεωργικούς ελκυστήρες κάθε μορφής και 
β) τις αυτοπροωθούμενες μηχανές εκτέλεσης γεωργικών εργασιών. 



Άδεια Κυκλοφορίας Αγροτικού Μηχανήματος
Δεν καλύπτεται από την άδεια οδήγησης αυτοκινήτου

Το άρθρο 97 παρ. 1 εδ. α' και 3 του ΚΟΚ ορίζει, ότι δεν επιτρέπεται σε κανέναν να οδηγεί αγροτικό μηχάνημα, αν δεν έχει την κατά νόμο άδεια οδήγησης, αυτός δε που οδηγεί αγροτικό μηχάνημα χωρίς να έχει νόμιμη άδεια οδήγησης τιμωρείται με την καθοριζόμενη ποινή. 

Από τις παραπάνω διατάξεις του ΚΟΚ συνάγεται ότι το αγροτικό μηχάνημα αποτελεί διαφορετική από το αυτοκίνητο κατηγορία οχήματος για την οδήγηση του οποίου απαιτείται η έκδοση ιδιαίτερης άδειας, η οποία δεν αναπληρώνεται - καλύπτεται από την άδεια οδήγησης αυτοκινήτου.


Παρεμπίπτουσα Αγωγή Ασφαλιστού
δια έλλειψη της κατά νόμον άδειας & Δεκτή (1)

Ενταύθα αποδείχθηκε ότι εις την σναφθείσα μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρίας, και του ασφαλισμένου οδηγού του γεωργικού μηχανήματος σύμβαση ασφαλίσεως, συνομολογήθηκε ο όρος περί αποκλεισμού της ευθύνης της ασφαλιστικής εταιρείας εις περίπτωση προκλήσεως ατυχήματος από οδηγόν στερούμενον αδείας ικανότητος οδηγήσεως δια το ζημιογόνον αγροτικό μηχάνημα κατά την έννοιαν του άρθρου 97 ΚΟΚ. Δια της παραπομπής δε της συμβάσεως ασφαλίσεως εις το κείμενον της ΚΑ/585/1978 αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου, ο περιοριστικός όρος της ασφαλιστικής καλύψεως του άρθρου 25 παρ. 6 της αποφάσεως απέκτησε συμβατικήν ισχύν. 



Απόφ. ΑΠ.1774/2008
Προεδρεύων: Γεώρ. Πετράκης (κωλυομένου του Αντιπροέδρου)
Εισηγητής: Αθαν. Πολυζωγόπουλος (αναγνώσας την έκθεση του Γεώρ.Πετράκη)
Δικηγόροι: Χαρίλ. Κοψαχείλης - Κων. Τριανταφυλλίδης


Σχόλια &#8211; Παρατηρήσεις

1) Παρεμπίπτουσα Αγωγή Ασφαλιστού για Έλλειψη της κατά νόμον άδειας ικανότητας

Με τον ισχύοντα πλέον Ν. 3557/2007 (ΦΕΚ 100 Α& /14.5.2007), τροποποιήθηκε το π.δ. 237/1986 με το οποίο κωδικοποιήθηκε ο ν. 489/1976 «περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης.» Ο νέος νόμος, επέφερε σημαντικές τροποποιήσεις, όπως : 
1) Κατήργησε το καθεστώς των εξαιρέσεων που επέτρεπε ο προηγούμενος νόμος και είχε εδραιωθεί στην ασφαλιστική αγορά, κατά αμφιλεγόμενο τρόπο, μέσα από τους καταλόγους εξαιρέσεων που εμπεριείχε η Υπουργική Απόφαση Κ4/585/1978 «περί γενικών όρων ασφαλίσεως που ισχύουν ενιαία για όλες τις ασφαλιστικές εταιρείες» που είχε εκδοθεί με βάση τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 7 Ν. 489/76. 
Πλέον, με το νεοεισαχθέν άρθρο 6β στο π.δ. 237/1986 δεν επιτρέπονται εξαιρέσεις πέραν αυτών που εκ του νόμου προβλέπονται, δηλαδή για ζημιές 
α) από οδηγό που στερείται άδεια οδήγησης, 
β) από οδηγό που κατά το χρόνο του ατυχήματος τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος, 
γ) από αυτοκίνητο όχημα του οποίου γίνεται διαφορετική χρήση από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας, εφόσον η χρήση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος. 
Στην ανωτέρω διάταξη του νόμου (εξαίρεση ασφαλιστικής κάλυψης του στερουμένου αδείας οδήγησης οδηγού) δεν αναφέρεται ρητώς η σύνδεση της ύπαρξης αιτιώδους συναφείας μεταξύ της παράβασης (οδήγηση άνευ αδείας) και της πρόκληση του ατυχήματος.
Η αποσύνδεση όμως του ζητήματος της υπαιτιότητας από τον καταλογισμό της ζημίας χωρίς να ερευνάται η συνδρομή ή μη της αιτιώδους συναφείας μεταξύ της συμπεριφοράς του ασφαλισμένου και της επέλευσης της ζημίας, είναι σαφές ότι ανατρέπει όλη τη λογική της αστικής ευθύνης και καταφέρει καίριο πλήγμα στη δομή του αστικού δόγματός μας. (βλ. σχετικώς Άρθρο Γεωργίου Τριανταφυλλάκη Αν. Καθηγητή Νομικής Σχολής ΔΠΘ. ΣΕΣυγκΔ 2006/402 επ. «Η εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη της οδήγησης υπό την επίδραση οινοπνεύματος. Δογματικά και δικαιοπολιτικά προβλήματα αιτιώδους συνδέσμου». Όπως ο έγκριτος ανωτέρω επιστήμονας και καθηγητής στο ανωτέρω του άρθρο επ΄ευκαιρία αναφέρει, «η συναγωγή ενός τεκμηρίου στο δίκαιό μας είναι ζήτημα οντολογικής φύσης. Η υπαγωγή ενός οντολογικού γεγονότος σε μια αξιολογική έννοια, δηλ. το αν και κατά πόσο το γεγονός αυτό συνετέλεσε στο ατύχημα, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συναγωγής τεκμηρίου, αλλά μόνο υπαγωγικής συλλογιστικής, δηλ. αξιολόγησης πραγματικών γεγονότων σε σχέση με την προσφορότητά τους να συμβάλλουν αιτιωδώς στο ζημιογόνο αποτέλεσμα». 
Συνεπώς φρονούμε ότι τα δικαστήριά μας θα πρέπει να εξετάζουν εάν η οδήγηση άνευ αδείας τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την πρόκληση του ατυχήματος, για να ισχύει η εξαίρεση της ασφαλιστικής κάλυψης και υπό το καθεστώς του νόμου 3557/2007.

Βλ. και Εφ.Αθ. 4998/2006 ΣΕΣυγκΔ 2008/453 που έκρινε ότι η έλλειψη άδειας ικανότητας οδηγήσεως δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το αποτέλεσμα της σύγκρουσης, διότι σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας δηλαδή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος, το οποίο οφείλεται σε υπαιτιότητα του οδηγού του μοτοποδηλάτου που παραβίασε την πινακίδα STOP που υπήρχε στην πορεία του. Ομοίως και ΑΠ 586/1991 ΕΣυγκΔ 1992/522, Εφ.Λαρ. 752/2005 ΣΕΣυγκΔ 2006/211, Εφ.Αθ.2477/2002 ΣΕΣυγκΔ 2002/616, Εφ.Δωδεκ. 236/2001 ΣΕΣυγκΔ 2001/552, Μον.Πρ.Δραμ. 8/2005 ΣΕΣυγκΔ 2006/268. Μον.Πρ.Αθ. 150.2003 ΣΕΣυγκΔ 2003/573


Έλλειψη της κατά νόμο προβλεπόμενης Άδειας Ικανότητας Οδήγησης 
για την κατηγορία του οχήματος (κατείχε άδεια Β κατηγορίας αντί Γ) 
Το γεγονός αυτό δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς το επελθόν αποτέλεσμα της σύγκρουσης. Ο οδηγός του ΙΧΦ κατείχε άδεια ικανότητας οδήγησης Β΄ κατηγορίας, ήτοι για φορτηγά αυτοκίνητα, των οποίων το μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος δεν υπερβαίνει τα 3500 χιλιόγραμμα, ήδη από το έτος 1989, απέκτησε δε την απαιτούμενη για την οδήγηση του εν λόγω φορτηγού άδεια Γ΄ κατηγορίας 19 ημέρες μετά το ατύχημα, γεγονός που καταδεικνύει ότι και κατά τον κρίσιμο χρόνο του ενδίκου ατυχήματος διέθετε τις απαιτούμενες γνώσεις για την οδήγηση του ως άνω ΙΧ φορτηγού αυτοκινήτου. Εφ.Αθ. 2037/2005 ΣΕΣυγκΔ 2006/93


Κείμενο Απόφ. ΑΠ.1774/2008

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Το άρθρο 361 του ΑΚ ορίζει, ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και προς εκείνη του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν. 489/1976, προκύπτει, ότι μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου μπορεί έγκυρα να συμφωνηθεί, ότι αποκλείεται η κάλυψη από τον ασφαλιστή των ζημιών, που προκαλούνται από την κυκλοφορία του αυτοκινήτου, όταν τούτο οδηγείται από οδηγό, ο οποίος δεν έχει την, από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος, το οποίο οδηγεί, προβλεπόμενη άδεια οδήγησης. Η συνομολόγηση του όρου αυτού δεν απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή της υποχρέωσής του να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, παρέχει όμως στον ασφαλιστή το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο του και να ζητήσει από αυτόν, ό,τι κατέβαλε στον ζημιωθέντα τρίτο για την αποκατάσταση της ζημίας, που ο τελευταίος υπέστη. Η συνομολόγηση του παραπάνω όρου, που παρέχει στον ασφαλιστή δικαίωμα αναγωγής κατά του ασφαλισμένου, μπορεί να γίνει είτε με την ενσωμάτωση του όρου αυτού στη σύμβαση ασφάλισης, είτε με παραπομπή της σύμβασης ασφάλισης στους όρους της Κ4/585/5.4.1978 απόφασης του Υπουργείου Εμπορίου, η οποία έχει δημοσιευθεί στο 795/1978 ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΤΕ) και ορίζει στο άρθρο 25 περ. 6 ότι \"αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίαι προξενούμεναι υπό οδηγού μη έχοντας την υπό του νόμου και δια την κατηγορίαν του οχήματος, το οποίον οδηγεί, προβλεπομένην άδειαν οδηγήσεως\". Η παραπομπή μπορεί επίσης να γίνει απευθείας στο εν λόγω ΦΕΚ, που περιέχει την υπουργική αυτή απόφαση με όλους τους όρους της, αφού μέσω της αναφοράς αυτής είναι δυνατή και η γνώση του περιεχομένου της Κ4/585/1978 υπουργικής απόφασης. 

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 2696/1999 (Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας), αυτοκίνητο ή αυτοκίνητο όχημα είναι το μηχανοκίνητο όχημα, το οποίο χρησιμοποιείται κυρίως για τη μεταφορά προσώπων ή πραγμάτων ή για τη ρυμούλκηση στις οδούς οχημάτων, που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά προσώπων ή πραγμάτων, διακρίνεται δε σε αυτοκίνητο δημόσιας χρήσης, αυτοκίνητο επιβατικό, αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσης κλπ, ενώ μηχάνημα αγροτικό είναι το μηχανοκίνητο όχημα, που προορίζεται κυρίως για την εκτέλεση γεωργικών εργασιών ή για τη ρυμούλκηση μηχανημάτων, που χρησιμοποιούνται για τον αυτό σκοπό, ή άλλων ρυμουλκουμένων, που προορίζονται για γεωργικές μεταφορές, ο όρος δε αυτός περιλαμβάνει α) τους γεωργικούς ελκυστήρες κάθε μορφής και β) τις αυτοπροωθούμενες μηχανές εκτέλεσης γεωργικών εργασιών. Εξάλλου, με το άρθρο 94 παρ. 1 και 5 του ίδιου άνω ΚΟΚ, καθορίζονται οι κατηγορίες των αδειών οδήγησης αυτοκινήτων, τρίτροχων οχημάτων και μοτοσικλετών και προβλέπεται ποινική κύρωση για όποιον οδηγεί τέτοιο όχημα χωρίς να έχει εκδοθεί νόμιμα στο όνομά του η κατάλληλη άδεια οδήγησής του? ενώ με το άρθρο 97 παρ. 1 εδ. α\' και 3 ορίζεται, ότι δεν επιτρέπεται σε κανέναν να οδηγεί αγροτικό μηχάνημα, αν δεν έχει την κατά νόμο άδεια οδήγησης, αυτός δε που οδηγεί αγροτικό μηχάνημα χωρίς να έχει νόμιμη άδεια οδήγησης τιμωρείται με την καθοριζόμενη ποινή. Από τις παραπάνω διατάξεις του ΚΟΚ συνάγεται ότι το αγροτικό μηχάνημα αποτελεί διαφορετική από το αυτοκίνητο κατηγορία οχήματος και ότι για την οδήγησή του απαιτείται η έκδοση ιδιαίτερης άδειας, η οποία δεν αναπληρώνεται - καλύπτεται από την άδεια οδήγησης αυτοκινήτου. 
Τέλος κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως συνιστά η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία υπάρχει όταν λάβει χώρα ψευδής ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Ψευδής ερμηνεία είναι η απόδοση στο συγκεκριμένο κανόνα μη αληθινής και μη αρμόζουσας έννοιας, εσφαλμένη δε ή μη ορθή εφαρμογή είναι η εφαρμογή κάποιου κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του ή μη εφαρμογή εφαρμοστέου κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις του.'Ελλειψη δε νόμιμη βάσης της αποφάσεως που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα αναγκαία περιστατικά για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλειπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά κα έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγομένου απ\' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός εάν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. 

Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι, αναφορικά με την παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, απεδείχθησαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "................. : "Την 20-4-2003 περί ώραν 5ην απογευματινή ο δεύτερος των εναγόντων, 25ετής τότε, οδηγούσε εις την πόλη των ... και επί της διπλής κατευθύνσεως οδού ... με κατεύθυνση προς το κέντρον της πόλεως την υπ\' αριθμ. κυκλ. ..... IX δίκυκλη μοτοσυκλέτα κυριότητος της πρώτης των εναγόντων, ο δε εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων οδηγούσε το κυριότητός του υπ' αριθμ. κυκλ. ..... αγροτικό μηχάνημα και εκινείτο επί της -καθέτου προς την άνω οδόν- οδού ... . 'Οταν έφθασε εις την συμβολήν των προπεριγραφομένων οδών πραγματοποίησε στροφή αριστερά προκειμένου να εισέλθει εις την οδόν ..., η οποία ήτο οδός με προτεραιότητα κινήσεως και, χωρίς να ανακόψει την ταχύτητα του αγροτικού μηχανήματος και να ελέγξει την κίνηση των επί της οδού ... κινουμένων οχημάτων, κινήθηκε εις το ρεύμα πορείας του ενάγοντος αντί να καταλάβει το άκρον δεξιό τμήμα της οδού (...) με αποτέλεσμα να ανακόψει την κίνηση της κινούμενης επί της οδού μοτοσυκλέτας, η οποία προσέκρουσε με το πλάγιο αριστερό τμήμα της εις τον οπίσθιον αριστερόν τροχόν του αγροτικού μηχανήματος και εν συνεχεία επέπεσε σε χαμηλό τοιχείο εις την συμβολήν των άνω οδών, προκλήθηκαν δε εις αμφότερα τα οχήματα υλικές ζημίες ... . Εκ πάντων των προδιαληφθέντων απεδείχθη ότι υπαίτιος εις την επέλευση του αποτελέσματος των υλικών ζημιών της δικύκλου μοτοσυκλέτας είναι αποκλειστικές ο πρώτος εναγόμενος 74ετής οδηγός του αγροτικού μηχανήματος, ασφαλισμένου εις την δευτέραν εναγομένην ασφαλιστικήν εταιρίαν, στερούμενος και της απαιτουμένης αδείας ικανότητος οδηγήσεως αγροτικού μηχανήματος ... . 

Περαιτέρω, απεδείχθη ότι εις την μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρίας, ασκήσασας νόμιμη ... παρεμπίπτουσα αγωγή κατά του ασφαλισμένου οδηγού του γεωργικού μηχανήματος, και του τελευταίου συναφθείσα σύμβαση ασφαλίσεως, συνομολογήθηκε ο όρος περί αποκλεισμού της ευθύνης της εναγούσης ασφαλιστικής εταιρείας εις περίπτωση προκλήσεως ατυχήματος από οδηγόν στερούμενον αδείας ικανότητος οδηγήσεως δια το ζημιογόνον αγροτικό μηχάνημα κατά την έννοιαν του άρθρου 97 ΚΟΚ και, δια της παραπομπής της συμβάσεως ασφαλίσεως εις το κείμενον της ΚΑ/585/1978 αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου, ο περιοριστικός όρος της ασφαλιστικής καλύψεως του άρθρου 25 παρ. 6 της αποφάσεως απέκτησε συμβατικήν ισχύν : Ο ισχυρισμός του εναγομένου 74ετούς οδηγού ότι απέκτησε την 14-10-2003, ήτοι μήνες μετά το επίδικο ατύχημα, την άδεια ικανότητος οδηγήσεως γεωργικού ελκυστήρα, ότι κατείχε από ετών άδεια ικανότητος οδηγήσεως οχημάτων β' και γ' κατηγορίας κρίνεται αβάσιμος κατ' ουσίαν και πρέπει να γίνει δεκτή και ως βάσιμη η παρεμπίπτουσα αγωγή της ασφαλιστικής εταιρείας, υποχρεωθεί δε ο εναγόμενοι εις την καταβολήν εις αυτήν του ποσού το οποίο η τελευταία θα υποχρεωθεί να καταβάλει εις τους ενάγοντες. Απόρριψαν το πρωτοβάθμιον Δικαστήριον την προδιαληφθείσα αγωγήν ως αβάσιμη κατ' ουσίαν με την ατιολογίαν ότι το επίδικο ατύχημα οφείλεται όχι εις έλλειψη απειρίας ως προς τον τρόπον οδηγήσεως αλλά σε στιγμιαία έλλειψη προσοχής του εναγομένου οδηγού, έσφαλε περί την εφαρμογήν του Νόμου (άρθρ. 97 Ν. 2069/1999) και εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον η παράβαση αυτή του ΚΟΚ τελεί εις αιτιώδη συνάφεια με την επέλευση του προπεριγραφομενου ατυχήματος, οφειλομένου εις αποκλειστικήν υπαιτιότητα του εναγομένου οδηγού ...". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε απορρίψει την παρπεμπίπτουσα αγωγή της κατά του αναιρεσείοντος. 'Ετσι, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που εκδόθηκε επί της παρεμπίπτουσας αγωγής, στη συνέχεια, κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν και δέχτηκε την ως άνω αγωγή υποχρεώνοντας τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 11.244,40 ευρώ, που υποχρεώθηκε αυτή να καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για τα κρίσιμα ζητήματα της υπάρξεως λόγου απαλλαγής της αναιρεσίβλητης και της συνδρομής αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ελλείψεως άδειας οδηγήσεως και του ατυχήματος, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν. Επομένως, δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-7-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 159/2007 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε 
...

Σελίδα 1 από 4

ΕΛΕΝΗ ΜΕ ΠΛΑΓΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ newsletters prev1

legal bank

Newsletter

ΚΑΛΑΘΙ ΑΓΟΡΩΝ

Το καλάθι σας είναι άδειο.