210 9824002 | 6977 000 500 | Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.   |

Αγωγή Συμμετοχής στα Αποκτήματα του Γάμου ΝΕΟ

Αγωγή Συμμετοχής στα Αποκτήματα του Γάμου

Στοιχεία Ορισμένου της Αγωγής είναι :

 

Α) Η λύση ή ακύρωση του γάμου ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διαστάσεως των συζύγων,

Β) Η αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου και

Γ) συμβολή του ενάγοντος συζύγου στην αύξηση με οποιονδήποτε τρόπο της περιουσίας του υπόχρεου.

Το δικαστήριο, για να σχηματίσει την κρίση του αναφορικά με το ζήτημα της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου κατά τη διάρκεια του γάμου, θα λάβει υπόψη του την ύπαρξη της επικαλούμενης αρχικής περιουσίας αυτού, ανεξάρτητα από την προβολή ισχυρισμού από τον εναγόμενο υπόχρεο σχετικά με την ύπαρξη αρχικής περιουσίας, ή διαφοροποίησης των στοιχείων αυτής που περιλαμβάνονται στην αγωγή.

Η ύπαρξη αρχικής περιουσίας στην αγωγή αποκτημάτων αποτελεί ένσταση του εναγομένου και στην προκείμενη περίπτωση οι εναγόμενες δεν πρόβαλαν τέτοιο ισχυρισμό. Εν προκειμένω η ενάγουσα στο δικόγραφο της ρητά εκθέτει ότι ο πρώην σύζυγός της είχε κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου τους τα συγκεκριμένα αναφερόμενα περιουσιακά στοιχεία, χαρακτηρίζοντας αυτά, ως αρχική του περιουσία. Το Εφετείο, το οποίο πραγματικά δέχθηκε ότι ο πρώην σύζυγος της αναιρεσείουσας κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου αυτών είχε στην κυριότητά του τα ως άνω περιγραφόμενα περιουσιακά στοιχεία, που αποτελούσαν την αρχική περιουσία αυτού, (ανεξάρτητα από το ότι δεν επικαλέστηκαν οι εναγόμενες - αναιρεσίβλητες την ύπαρξη αυτών ως αρχική περιουσία εκείνου), δεν έλαβε υπόψη του "πράγμα" που δεν προτάθηκε και συνεπώς κρίθηκε ότι δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του εκ αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, απορριπτομένου του σχετικού λόγου αναίρεσης ως αβασίμου.

Αύξηση της περιουσίας του υποχρέου συζύγου κατά την διάρκεια του γάμου

Εν προκειμένω αναιρείται κατ΄αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ Εφετειακή απόφαση που έκρινε ότι η τελική περιουσία του συζύγου ήταν μικρότερη της αρχικής περιουσίας και ότι συνεπώς δεν επήλθε αύξηση της περιουσίας του κατά τη διάρκεια του γάμου του με την ενάγουσα, απορρίπτοντας την σχετική αγωγή της συζύγου του. Με την κρίση του όμως αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο, στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης. Τούτο διότι, ενώ υπολογίζει ότι στην αρχική περιουσία περιλαμβάνονται δύο μονοκατοικίες στην Ελβετία, δέχεται δε ότι αυτές πωλήθηκαν κατά τη διάρκεια του γάμου, συνυπολογίζοντας το τίμημα που έλαβε ο υπόχρεος σύζυγος από την πώλησή τους, όχι, όμως, στο σύνολό του, αλλά εκείνο που προκύπτει μετά την αφαίρεση από αυτό, του ποσού εκείνου στο οποίο ανερχόταν οι οφειλές του προς τους τρίτους που είχαν εγγράψει εμπράγματα δικαιώματα στα ακίνητα αυτά. Αν και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναφέρει τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι η περιουσία που είχε με το σύζυγό της ήταν σχεδόν στο σύνολό της χρεωμένη, για να στηρίξει την κρίση της περί της ύπαρξης αξιώσεων τρίτων, που είχαν εγγράψει στα δύο αυτά ακίνητα εμπράγματα δικαιώματα και πληρωμής των ποσών που εκθέτει για την εξόφληση των οφειλών του, δεν διευκρινίζει εάν οι εγγραφές αυτών των βαρών υπήρχαν και κατά την τέλεση του γάμου του υπόχρεου συζύγου με την ενάγουσα και το ποσό της απαίτησης των τρίτων για την εξασφάλιση της οποίας είχε γίνει η εγγραφή, ώστε να εκτιμήσει εάν η ύπαρξη αυτών των βαρών έχει επίδραση στην αξία των ακινήτων αυτών και εντεύθεν στην αξία της αρχικής περιουσίας του υπόχρεου συζύγου.

Απόφ. ΑΠ....


1841/2017 (Α1΄ Πολιτικό Τμήμα)

Προεδρεύων : Βασίλειος Πέππας, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου),

Εισηγητής : Θωμάς Γκατζογιάννης

(αναγνώσας εισήγηση της Πηνελόπης Ζωντανού – κωλυομένης)

Μέλη : Γεώργιος Λέκκας - Ιωάννης Μπαλιτσάρης - Αγγελική Τζαβάρα

Δικηγόροι : Κωνσταντίνος Παπασπύρου - Μιχάλης Κορδογιαννόπουλος

Κείμενο Απόφ. ΑΠ1841/2017 (Α1 Πολιτικό)

                           ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 6273/2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της 6243/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει απορριφθεί η από 22.9.2011 αγωγή αυτής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΑΠ 20/2016). Περαιτέρω, το άρθρο 1400 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του ν. 1329/1983 ορίζει ότι "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής συμμετοχής στα αποκτήματα είναι : α) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διαστάσεως των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου και γ) συμβολή του ενάγοντος συζύγου στην αύξηση με οποιονδήποτε τρόπο της περιουσίας του υπόχρεου. Ως αύξηση της περιουσίας νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά η οποία υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, δηλαδή κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά τον χρόνο κατά τον οποίο γεννάται η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα (τελική περιουσία). Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της τελικής περιουσίας, υπό την έννοια του καθορισμού των στοιχείων τα οποία συνθέτουν την περιουσία αυτή, θεωρείται, στην περίπτωση κατά την οποία ο γάμος λύθηκε ή ακυρώθηκε με δικαστική απόφαση, ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη. Από τη σύγκριση της αξίας της περιουσίας του υπόχρεου στα δύο αυτά χρονικά σημεία, με αναγωγή σε τιμές του χρόνου ασκήσεως της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου η οποία να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Η τελική περιουσία του υπόχρεου, δεν αποκλείεται να ξεκινά με την αγωγή από μία μόνο ή περισσότερες μεν αλλά συγκεκριμένες κτήσεις του υπόχρεου, οπότε η συμβολή του ενάγοντος υπολογίζεται με βάση την τελική αξία τούτων (ΑΠ 318/2014). Η περιουσία του υπόχρεου κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) δεν αποτελεί στοιχείο της βάσεως της αγωγής (ΑΠ 825/2015), ώστε να καθίσταται αυτή αόριστη από την παράλειψη αναφοράς ύπαρξης τέτοιας περιουσίας και των στοιχείων της. Εάν, όμως, ο δικαιούχος σύζυγος εκθέτει στην αγωγή, ότι κατά τον χρόνο τελέσεως του γάμου ο υπόχρεος είχε περιουσία, αποτελούμενη από ακίνητα, είναι απαραίτητη η αναφορά της κατά το χρόνο αυτό αξίας τους, ανεξαρτήτως του αν αυτή είναι μεγάλη ή μικρή, καθόσον δεν νοείται "μηδενική" αξία αυτών (ΑΠ 1165/2015, ΑΠ 593/2008). Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ενστάσεως, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο (ΑΠ 3/2016, ΑΠ 1357/2015). Έτσι, εάν μεν στην αγωγή αναφέρεται ότι δεν υπήρχε κατά την τέλεση του γάμου των διαδίκων αρχική περιουσία του υπόχρεου συζύγου, ή δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σχετικά με την αρχική περιουσία αυτού, ο τελευταίος, μπορεί κατ' ένσταση να επικαλεστεί την ύπαρξη περιουσιακών του στοιχείων κατά την τέλεση του γάμου, ώστε με τον υπολογισμό τους και την αφαίρεση από την τελική περιουσία, να εμφανιστεί μειωμένο ποσό διαφοράς των δύο περιουσιών και συνεπώς μικρότερο ποσό στο οποίο θα υπολογιστεί το τυχόν δικαίωμα αποκτημάτων. Με τον ίδιο σκοπό, ο υπόχρεος, στην περίπτωση που ο δικαιούχος ενάγων αναφέρεται στην ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων του υπόχρεου τα οποία αποτελούν αρχική περιουσία αυτού, μπορεί να ισχυριστεί κατ' ένσταση, ότι αντικείμενα της αρχικής περιουσίας δεν είναι μόνο τα αναφερόμενα στην αγωγή, αλλά και άλλα τα οποία αυτός περιγράφει στον ισχυρισμό του.

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, εάν ο δικαιούχος σύζυγος, στην περί αποκτημάτων αγωγή του, αναφέρει την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων στον υπόχρεο σύζυγο κατά την τέλεση του γάμου τους, ήτοι την ύπαρξη αρχικής περιουσίας, το δικαστήριο, για να σχηματίσει την κρίση του ως προς το ζήτημα της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου κατά τη διάρκεια του γάμου, θα λάβει υπόψη του την ύπαρξη της επικαλούμενης αρχικής περιουσίας αυτού, ανεξάρτητα από την προβολή ισχυρισμού από τον εναγόμενο υπόχρεο σχετικά με την ύπαρξη αρχικής περιουσίας, ή διαφοροποίησης των στοιχείων αυτής που περιλαμβάνονται στην αγωγή. Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κρίνοντας κατ' ουσία την αγωγή της περί της συμμετοχής αυτής στα αποκτήματα του αποβιώσαντος πρώην συζύγου της Χ. Κ., δέχθηκε την ύπαρξη αρχικής περιουσίας αυτού συνιστάμενης στην κυριότητα των περιγραφόμενων ακινήτων και συγκεκριμένα: 1) μιας πολυτελούς μονοκατοικίας 11 και 1/2 δωματίων στην περιοχή ..., αξίας, με αναγωγή στο χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου και της άσκησης της αγωγής 1890000 ευρώ, 2) μιας πολυτελούς μονοκατοικίας 8 και 1/2 δωματίων στην περιοχή ... της Ελβετίας, αξίας κατά τους ανωτέρω χρόνους 2100000 ευρώ, 3) του υπό στοιχ. Β - 1 διαμερίσματος μετά της υπό στοιχ. ... θέσης στάθμευσης που βρίσκεται στην επί της διασταυρώσεως των οδών ... και ... πολυκατοικίας, αξίας κατά τους ανωτέρω χρόνους 117000 ευρώ, 4) ενός διαμερίσματος στη Γλυφάδα, αξίας κατά τους ίδιους χρόνους 53000 ευρώ, 5) μιας μονοκατοικίας στη ... αξίας κατά τους ανωτέρω χρόνους 80000 ευρώ και επίσης δύο εταιρειών με τις επωνυμίες ... AG, με αντικείμενο δραστηριότητας στο χώρο τουριστικής πρακτόρευσης, συνολικής αξίας κατά τους ίδιους χρόνους 500000 ευρώ, ήτοι αρχικής περιουσίας συνολικής αξίας 4700000 ευρώ, την οποία έλαβε υπόψη για την κρίση της, ως προς το ζήτημα, εάν επήλθε αύξηση της περιουσίας κατά τη διάρκεια του γάμου, πλην όμως παρά το νόμο, καθόσον η ύπαρξη αρχικής περιουσίας στην αγωγή αποκτημάτων αποτελεί ένσταση του εναγομένου και στην προκείμενη περίπτωση οι εναγόμενες δεν πρόβαλαν τέτοιο ισχυρισμό.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης από 22 Σεπτεμβρίου 2011 αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας, προκύπτει, ότι στο δικόγραφο αυτής η ενάγουσα ρητά εκθέτει ότι ο πρώην σύζυγός της είχε κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου τους τα ως άνω περιουσιακά στοιχεία, χαρακτηρίζοντας αυτά, ως αρχική του περιουσία. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο πραγματικά δέχθηκε ότι ο πρώην σύζυγος της αναιρεσείουσας κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου αυτών είχε στην κυριότητά του τα ως άνω περιγραφόμενα περιουσιακά στοιχεία, που αποτελούσαν την αρχική περιουσία αυτού, ανεξάρτητα από το ότι δεν επικαλέστηκαν οι εναγόμενες - αναιρεσίβλητες την ύπαρξη αυτών ως αρχική περιουσία εκείνου, δεν έλαβε υπόψη του "πράγμα" που δεν προτάθηκε και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του εκ αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, ο σχετικός δε πρώτος λόγος αυτής είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της (ΑΠ 184/2017). Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ ΑΠ 15/2006, ΑΠ 166/2016).

Περαιτέρω, το άρθρο 1400 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του ν. 1329/1983 ορίζει ότι "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή". Προϋπόθεση, κατά την ανωτέρω διάταξη, της αξίωσης για συμμετοχή στα αποκτήματα του ενός συζύγου από τον άλλο με βάση το άρθρο 1400 ΑΚ, είναι η επαύξηση της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, την οποία και μόνον ο ενάγων οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει. Η απαίτηση του κάθε συζύγου από την ανωτέρω διάταξη, είναι κατ' αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου άμεση ή έμμεση. Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά τον χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία), ήτοι, στην περίπτωση λύσης του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη. Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της έγερσης της αγωγής θα κριθεί αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα (ΑΠ 808/2015). Ως περιουσία νοείται το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν, με την έννοια ότι περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα (περιουσιακής φύσεως) όπως είναι και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα απαιτήσεις γεννημένες, εφόσον υπάρχει προσδοκία ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά. Περαιτέρω αν το περιουσιακό αντικείμενο στην απόκτηση του οποίου συνέβαλε και ο άλλος σύζυγος έχει εκποιηθεί στη θέση του υποκαθίσταται το προϊόν της εκποίησης (ΑΠ 1926/2013). Ο ενάγων δικαιούχος σύζυγος, δύναται να αναφέρει στην αγωγή του την ύπαρξη περιουσίας του υπόχρεου, κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου (αρχικής περιουσίας), προσδιορίζοντας και την αξία των στοιχείων αυτής με αναγωγή της στον κρίσιμο χρόνο της άσκησης της αγωγής. Εάν δεν διαλάβει την ύπαρξη αρχικής περιουσίας, ο υπόχρεος κατ' ένσταση μπορεί να ισχυριστεί την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων που αποτελούν αρχική περιουσία αυτού, ή σε περίπτωση που στην αγωγή αναφέρεται η ύπαρξη αρχικής περιουσίας, τυχόν στοιχείων που την διαφοροποιούν. Τόσο για την αρχική περιουσία, όσο και για την τελική περιουσία, λαμβάνεται υπόψη η "καθαρή" περιουσία, δηλαδή εκείνη που απομένει μετά την αφαίρεση του παθητικού από το ενεργητικό της.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρει, αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Όπως αποδείχθηκε, κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου του με την ενάγουσα ο ήδη αποβιώσας σύζυγος αυτής Χ. Κ. είχε στην κυριότητά του τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία αποτελούν την αρχική περιουσία αυτού, ήτοι: 1) μία πολυτελή μονοκατοικία στην Ελβετία (11 και 1/2 δωματίων) στην περιοχή ..., αξίας, με αναγωγή στο χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου και της άσκησης της αγωγής 1890000 ευρώ, 2) μια πολυτελή μονοκατοικία στην Ελβετία (8 και 1/2 δωματίων) στην περιοχή ..., αξίας, με αναγωγή στο χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου και εκείνον της άσκησης της αγωγής 2100000 ευρώ.....". Ακολούθως, το ποσό της ως άνω αξίας των δύο αυτών ακινήτων, το οποίο προσδιόρισε στο ποσό που ανέφερε ως αξία τους με την αγωγή της η αναιρεσείουσα, πρόσθεσε το Εφετείο στην αξία των λοιπών ακινήτων που δέχθηκε ότι είχε ο πρώην σύζυγος της αναιρεσείουσας στην κυριότητά του κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου τους και αποτίμησε την αξία της αρχικής περιουσίας αυτού στο συνολικό ποσό των 4740000 ευρώ. Στη συνέχεια η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, ως προς τις ως άνω δύο μονοκατοικίες και τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, όσον αφορά τις δύο πολυτελείς μονοκατοικίες στην Ελβετία, οι οποίες περιλαμβάνονταν και αυτές στην αρχική περιουσία του Χ. Κ., αποδείχθηκε, ότι ο τελευταίος πώλησε αυτές προ της αμετάκλητης λύσης του γάμου και συγκεκριμένα πώλησε την μεν πρώτη, ήτοι αυτή των 11 1/2 δωματίων που βρίσκεται στην περιοχή ..., στις 19.7.2002, αντί του ποσού των 2700000 ελβετικών φράγκων και τη δεύτερη, ήτοι αυτή των 8 1/2 δωματίων, που βρίσκεται στην περιοχή ..., στις 7.1.2004, αντί 1600000 ελβετικών φράγκων. Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε, ότι ολόκληρο το ως άνω τίμημα της αγοραπωλησίας των πιο πάνω δύο μονοκατοικιών σωζόταν κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, δεδομένου ότι σημαντικό μέρος του τιμήματος καταβλήθηκε άμεσα, κατά το χρόνο κατάρτισης των συμβάσεων, προς εξόφληση χρεών αυτού προς τρίτους. Συγκεκριμένα, από το συνολικό τίμημα των 2700000 ελβετικών φράγκων, που συμφωνήθηκε για το τίμημα της πώλησης της μονοκατοικίας στην περιοχή ..., ποσό 1200000 ελβετικών φράγκων καταβλήθηκε για την εξόφληση αξιώσεων τρίτων, που είχαν εγγράψει εμπράγματα δικαιώματα στο συγκεκριμένο ακίνητο, ενώ ποσό 320000 ελβετικών φράγκων καταβλήθηκε για την αποπληρωμή φόρων, που βάρυναν τον πωλητή, με αποτέλεσμα να απομείνει υπόλοιπο τιμήματος από την πώληση του συγκεκριμένου ακινήτου ύψους 1180000 ελβετικών φράγκων (2700000-[1200000+320000]). Εξάλλου, από το συνολικό τίμημα των 1600000 ελβετικών φράγκων που συμφωνήθηκε για το τίμημα της πώλησης της έτερης μονοκατοικίας στην περιοχή ..., ποσό 750000 ελβετικών φράγκων καταβλήθηκε για την εξόφληση αξιώσεων τρίτων που είχαν εγγράψει εμπράγματα δικαιώματα στο συγκεκριμένο ακίνητο, ενώ ποσό 193240 ελβετικών φράγκων καταβλήθηκε για την αποπληρωμή φόρων, που βάρυναν τον πωλητή, με αποτέλεσμα να απομείνει υπόλοιπο τιμήματος από την πώληση του συγκεκριμένου ακινήτου ύψους 656760 ελβετικών φράγκων (1600000-[750000+193240]). Τα ανωτέρω αποδεικνύονται από τα προσκομιζόμενα σε νόμιμη μετάφραση αγοραπωλητήρια συμβόλαια και τα αντίστοιχα τραπεζικά εμβάσματα, ενώ και η ίδια η ενάγουσα αναφέρει στις προτάσεις της παρούσας συζήτησης, ότι σύμφωνα με τη φορολογική δήλωση του Χ. Κ. του έτους 2001, "η μεγάλη ακίνητη περιουσία που είχαμε στην Ελβετία αξίας 3510000 ελβετικών φράγκων ήταν σχεδόν στο σύνολό της χρεωμένη, αφού οι συνολικές οφειλές ανέρχονταν στο ποσό των 3297959 ελβετικών φράγκων". Επομένως, στο Χ. Κ. και από τις δύο ως άνω αγοραπωλησίες περιήλθε συνολικό ποσό 1836760 ελβετικών φράγκων (1180000+656760), το οποίο σωζόταν κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου (25.1.2005) και το οποίο κατά το χρόνο αυτό, με βάση την ισχύουσα τότε ισοτιμία (1 ευρώ=1,5460), αντιστοιχούσε σε 1188073 ευρώ. Ενόψει αυτού, η τελική περιουσία του Χ. Κ. κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου ανερχόταν, όπως και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, στο συνολικό ποσό των 3920846 ευρώ (300000 ευρώ+32500 ευρώ+800000 ευρώ+ 800000 ευρώ+798273 ευρώ+1188073 ευρώ)".

Με βάση αυτές τις παραδοχές, το Εφετείο, διαπιστώνοντας ότι η τελική περιουσία του Χ. Κ. ήταν μικρότερη της αρχικής περιουσίας και ότι συνεπώς δεν επήλθε αύξηση της περιουσίας αυτού κατά τη διάρκεια του γάμου του με την ενάγουσα, απέρριψε την ένδικη αγωγή της τελευταίας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο, στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης. Τούτο διότι, ενώ για την εξεύρεση της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου από την τέλεση του γάμου μέχρι τη λύση αυτού, υπολογίζει την αρχική περιουσία και ως στοιχεία αυτής περιλαμβάνει τις δύο μονοκατοικίες στην Ελβετία, δέχεται δε ότι αυτές πωλήθηκαν κατά τη διάρκεια του γάμου της ενάγουσας και του Χ. Κ. και για το λόγο αυτό για την εξεύρεση της τελικής περιουσίας υπολογίζει το τίμημα που έλαβε ο υπόχρεος σύζυγος από την πώλησή τους, όχι, όμως, στο σύνολό του, αλλά εκείνο που προκύπτει μετά την αφαίρεση από αυτό, του ποσού εκείνου στο οποίο ανερχόταν οι οφειλές του προς τους τρίτους που είχαν εγγράψει εμπράγματα δικαιώματα στα ακίνητα αυτά, και μολονότι αναφέρει τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι η περιουσία που είχε με το σύζυγό της ήταν σχεδόν στο σύνολό της χρεωμένη, για να στηρίξει την κρίση της περί της ύπαρξης αξιώσεων τρίτων που είχαν εγγράψει στα δύο αυτά ακίνητα εμπράγματα δικαιώματα και πληρωμής των ποσών που εκθέτει για την εξόφληση των οφειλών του, δεν διευκρινίζει εάν οι εγγραφές αυτών των βαρών υπήρχαν και κατά την τέλεση του γάμου του υπόχρεου συζύγου με την ενάγουσα και το ποσό της απαίτησης των τρίτων για την εξασφάλιση της οποίας είχε γίνει η εγγραφή, ώστε να εκτιμήσει εάν η ύπαρξη αυτών των βαρών έχει επίδραση στην αξία των ακινήτων αυτών και εντεύθεν στην αξία της αρχικής περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, δεδομένου ότι ανάλογα με την κρίση επί του ζητήματος αυτού, αυξάνεται η μειώνεται η διαφορά αρχικής και τελικής περιουσίας και συνεπώς το μέγεθος της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου, εντεύθεν δε προσδιορίζεται η ύπαρξη ή μη δικαιώματος από τα αποκτήματα και το αντικείμενο των αποκτημάτων του δικαιούχου συζύγου. Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο σχετικός τρίτος λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθία πρέπει, κατά παραδοχή του τρίτου λόγου της αίτησης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Η εξέταση των λοιπών λόγων της αναίρεσης παρέλκει, αφού η παραδοχή του ανωτέρω λόγου οδηγεί στην αναίρεση στο σύνολό της της προσβαλλόμενης απόφασης. Στη συνέχεια, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που καταβλήθηκε για την άσκηση της αναίρεσης και επισυνάφθηκε στην 53/2015 έκθεση κατάθεσης της γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, στην καταθέσασα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας θα επιβληθούν, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της, σε βάρος των αναιρεσίβλητων, λόγω της ήττας αυτών (άρθρα 176, 183 και 191 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 6273/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.

Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατατέθηκε.

Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσίβλητων τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ,

------------------------------

ΕΛΕΝΗ ΜΕ ΠΛΑΓΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ newsletters prev1

legal bank

Newsletter

ΚΑΛΑΘΙ ΑΓΟΡΩΝ

Το καλάθι σας είναι άδειο.