210 9824002 | 6977 000 500 | Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.   |

Αναγωγή Ασφαλιστή μετά από συμβιβαστική ικανοποίηση του ανυπαίτιου τρίτου κατά του εξ αδιαθέτου κληρονόμου του θανόντος υπαίτιου μεθυσμένου οδηγού – ιδιοκτήτη ΝΕΟ

Αναγωγή Ασφαλιστή μετά από συμβιβαστική ικανοποίηση του ανυπαίτιου τρίτου κατά του εξ αδιαθέτου κληρονόμου του θανόντος υπαίτιου μεθυσμένου οδηγού - ιδιοκτήτη

Ένσταση έλλειψης Παθητικής Νομιμοποίησής του Απορριπτέα

 (Δημοσιεύεται στην Επιθεώρηση Συγκοινωνιακού Δικαίου τεύχος Ιανουάριος 2018)

 (Μετά σχετικού Σημειώματος Αθανασίου Κρητικού, Αντιπροέδρου ΑΠ ε.τ.)

Εν προκειμένω ασκήθηκε αναγωγή από την ασφαλιστική εταιρία κατά του εξ αδιαθέτου κληρονόμου του υπαιτίου θανόντος ασφαλισμένου (λόγω μέθης), διότι δεν αποποιήθηκε εμπρόθεσμα την επαχθείσα σε αυτόν κληρονομιά του και επομένως είναι υπόχρεος προς αποζημίωση της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας, η οποία αποζημίωσε την μη υπαίτια ιδιοκτήτρια αλλοδαπή εταιρία για τις υλικές ζημίες που υπέστη το ρυμουλκό φορτηγό όχημά της, κατόπιν εξώδικου συμβιβασμού.

Εφόσον όμως ο αναφερόμενος σε έλλειψη στοιχείων λόγος έφεσης, για την παθητική νομιμοποίηση του εναγομένου, προβάλλεται το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου τυγχάνει απαράδεκτος και πρέπει απορριφθεί σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 527 του Κ.Πολ.Δ.

Ανταποδεικτικά προέκυψε μικρότερο ποσό αποζημίωσης από το καταβληθέν από την ανωτέρω ασφαλιστική ενάγουσα εταιρεία, το οποίο υποχρεώθηκε ο εξ αναγωγής εναγόμενος να της καταβάλει.

Απόφ. Μον.Εφ.Θεσ...

Πρόεδρος Πρεσβεία Χατζή

Σχόλια – Παρατηρήσεις

Βλέπε κατωτέρω σχετικό λίαν εμπεριστατωμένο Σημείωμα Αθανασίου Κρητικού, Αντιπροέδρου ΑΠ ε.τ. 


Απόφ. Μον.Εφ.Θεσ....1615/2017

Πρόεδρος Πρεσβεία Χατζή

Σχόλια – Παρατηρήσεις

Βλέπε κατωτέρω σχετικό λίαν εμπεριστατωμένο Σημείωμα Αθανασίου Κρητικού, Αντιπροέδρου ΑΠ ε.τ.            

Κείμενο Απόφ. Μον.Εφ.Θεσ. 1615/2017

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη με αριθμ. καταθ. 7/2015 έφεση του εκκαλούντος - εναγόμενου, που στρέφεται κατά της με αριθμ. 119/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητα (άρθρ. 681 A ΚΠολΔ), αντιμωλία των διαδίκων, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ.1 & 2, 499, 511, 513 παρ.1 στοιχ. β`, 516 παρ.1, 517 και 518 του ΚΠολΔ) και εισάγεται αρμόδια και παραδεκτά για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρ. 19 του ΚΠολΔ), δεδομένου ότι έχει κατατεθεί το παράβολο άσκησης ενδίκου μέσου υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, ύψους διακοσίων (200) ευρώ, κατ` άρθρο 495 παρ.4 του ΚΠολΔ, όπως η παρ.4 προστέθηκε με το άρθρο 12 Ν. 4055/2-4-2012. Η ενάγουσα και ήδη - εφεσίβλητη στην με αριθμ. καταθ. ... /2013 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, ιστορούσε ότι ο ........................... οδηγώντας το αναφερόμενο αυτοκίνητο του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο σ` αυτή για την έναντι των τρίτων αστική ευθύνη από τη λειτουργία του, έγινε υπαίτιος του περιγραφόμενου ατυχήματος, με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί η ίδια, κατόπιν εξώδικου συμβιβασμού, να καταβάλει ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση στους παθόντες το συνολικό ποσό των 21.132,72 ευρώ. Επικαλούμενη δε ότι ο εναγόμενος είναι ο μόνος εξ αδιαθέτου κληρονόμος του ασφαλισμένου της, διότι δεν αποποιήθηκε εμπρόθεσμα την επαχθείσα σε αυτόν κληρονομιά του πατέρα του και ότι υπήρχε συμβατικός λόγος εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη και ειδικότερα οδήγηση του ζημιογόνου αυτοκινήτου υπό την επήρεια μέθης, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος αναγωγικά να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της με αριθμ.κατάθ. 159/2011 αγωγής της κατά του εναγόμενου ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, η οποία απορρίφθηκε ως αόριστη και επέχει θέση όχλησης , άλλως με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη οριστική απόφασή του, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 21.132,72 ευρώ, με το νόμιμο τόκο. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο εναγόμενος με την υπό κρίση έφεση, και ζητά την εξαφάνισή της για τους περιεχόμενους σ` αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων.

Από το άρθρο 42 παρ. 1,2 και 4 Ν. 2696/1999 (Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας) προκύπτειότι α) απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος κατά την οδήγηση βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού, β) ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι από 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr/I) και άνω, μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου, γ) με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Υγείας & Πρόνοιας, Δημόσιας Τάξης και Μεταφορών - Επικοινωνιών μπορεί, εκτός άλλων, να καθορίζονται οι επιστημονικοί τρόποι και η διαδικασία διαπίστωσης της χρήσης οινοπνεύματος κ.λπ, όπως ήδη έγινε με την εκδοθείσα κατ` εξουσιοδότηση της πιο πάνω διάταξης Υ.Α 435/2002, δ) τα αρμόδια αστυνομικά και λιμενικά όργανα μπορούν κατά περίπτωση να ασκούν σχετικό έλεγχο για τη διαπίστωση ύπαρξης στον οργανισμό των οδηγών των πιο πάνω ουσιών, οι δε οδηγοί υποχρεούνται να δέχονται τον έλεγχο αυτόν και ε) σε περίπτωση τροχαίου ατυχήματος με σωματικές βλάβες γίνεται με μία από τις πιο πάνω μεθόδους. Η ανίχνευση οινοπνεύματος       στον οργανισμό του οδηγού με μία από τις ανωτέρω μεθόδους αποτελεί πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται η ανταπόδειξη (ΑΠ 1234/2005 ΝοΒ 2006.211), ενώ, εφόσον στα πλαίσια της ειδικής διαδικασίας των αυτοκινητικών διαφορών λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα (άρθρο 671 παρ.1 εδ. α` ΚΠολΔ), δεν αποκλείεται η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση και άλλων αποδείξεων, όπως επιστημονικών εκθέσεων περί της περιεκτικότητας οινοπνεύματος στο αίμα, ακόμη και αν δεν τηρήθηκε πλήρως η διαγραφόμενη από την προαναφερθείσα Υ.Α διαδικασία (ΑΠ 1491/2006 Δημ. ΝΟΜΟΣ) καταθέσεων μαρτύρων, σοβαρής παραβατικής συμπεριφοράς οδηγού κ.λπ (ΑΠ 230/2008 & ΑΠ 354/2006 Δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1749/2006 ΝοΒ 2007.705). Κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 6 παρ.1,10 παρ. 1 και 11 παρ. 1 του ν. 489/1976 «περί της υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης», ορίζονται μεταξύ άλλων τα εξής: Ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου, που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα, επί οδού, υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος (2 παρ, 1). Η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπεύθυνου ασφαλισμένου αυτοκινήτου (6 παρ. 1). Το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή (10 παρ. 1). Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντί τάξει κατά του προσώπου που ζημιώθηκε, όταν τούτο ασκεί την κατά το άρθρο 10 παρ. 1 αξίωση, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, επιφυλασσόμενου σ` αυτόν του δικαιώματος αγωγής κατά του ασφαλισμένου, του αντισυμβαλλομένου και του οδηγού (11 παρ. 1). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 8 της με αριθ. ____/5.4.1978 Απόφασης του Υπουργού Εμπορίου "περί καθορισμού των γενικών όρων τουασφαλιστηρίου του καλύπτοντας την εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικήν ευθύνην" (ΦΕΚ 795/1978 ΑΕ και ΕΠΕ) αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίες που προκαλούνται καθ` ον χρόνον ο οδηγός του αυτοκινήτου οχήματος ετέλει υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 2496/1997, τον λήπτη της ασφάλισης βαρύνουν όλες οι υποχρεώσεις, που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, εκτός από εκείνες που από τη φύση τους πρέπει να εκπληρωθούν από τον ασφαλισμένο.

Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, της τελευταίας εφαρμοζόμενης συμπληρωματικά και στην ασφάλιση της αστικής ευθύνης εξ αυτοκινητικών ατυχημάτων, συνάγεται ότι η ρήτρα στο ασφαλιστήριο για εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών που προκαλούνται κατά το χρόνο που ο οδηγός έχει καταναλώσει οινόπνευμα περισσότερο του επιτρεπτού από τον ΚΟΚ, αποτελεί αληθώς καλυμμένο συμβατικό ασφαλιστικό βάρος. Όμως, προϋπόθεση για την λειτουργία αυτής σε βάρος του λήπτη της ασφάλισης, ο οποίος δεν έχει τις υποχρεώσεις από την ασφαλιστική σύμβαση που μπορούν να εκπληρωθούν μόνο από τον ασφαλισμένο οδηγό του αυτοκινήτου, είναι να υφίσταται υπαιτιότητα αυτού (330 ΑΚ) . Επομένως, ο ασφαλιστής που υποχρεώθηκε να καταβάλει αποζημίωση σε ζημιωθέντα τρίτο χωρίς να έχει ευθύνη, λόγω της συμβατικής εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών που προκαλούνται, όταν ο οδηγός του ασφαλισμένου αυτοκινήτου ευρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, δεν δικαιούται να στραφεί αναγωγικά κατά του κυρίου και μη οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και να αξιώσει απ` αυτόν τα καταβληθέντα ποσά, αν τον τελευταίο δεν βαρύνει υπαιτιότητα σε σχέση με το γεγονός ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου του, βρισκόταν υπό την επήρεια οινοπνεύματος όταν προξένησε το ατύχημα. Για την απόδειξη του ως άνω στοιχείου, που αποτελεί την κύρια προϋπόθεση απαλλαγής του ασφαλιστή, δεν υπάρχουν στο ελληνικό δίκαιο ειδικές διατάξεις που να ρυθμίζουν το θέμα αυτό. Επομένως, η απάντηση πρέπει να δοθεί με αξιοποίηση των γενικών αρχών, όπως είναι η ανώμαλη εξέλιξη της ενοχής που εκδηλώνεται με την αδυναμία παροχής, την υπερημερία του οφειλέτη ή την πλημμελή εκπλήρωση της παροχής (βλ. ΑΚ 330, 335, 336, 337 και 382). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η ευθύνη του οφειλέτη στις περιπτώσεις της ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής διέπεται από την αρχή της τεκμαιρόμενης υπαιτιότητας. Κατά συνέπεια, εναπόκειται στον εναγόμενο να προτείνει συγκεκριμένα περιστατικά και να καταρρίψει το εις βάρος του τεκμήριο υπαιτιότητας (ΑΠ 991/2011, 1357/2008, ΑΠ 1571/2006, Δημ. ΝΟΜΟΣ).

Εξαίρεση Ασφαλιστικής Κάλυψης λόγω Μέθης

Περαιτέρω με το άρθρο 17 του ν. 3557/2007, που ισχύει από τις 14-5-2007, καταργήθηκε η υπ` αριθμ, Κ4/585/1978 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ 795 ΤΑΕ και ΕΠΕ), ενώ με τη διάταξη του άρθρου 4 του ίδιου ως άνω νόμου (ν.3557/2007), μετά το άρθρο 6 του π.δ. 237/1986 προστίθενται δύο νέα άρθρα, τα 6α και 6β από τα οποία το δεύτερο αναφέρει: " 1. Εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται: α)...., β) από οδηγό ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε κατά την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ν. 2696/1999, ΦΕΚ 57 Α`), όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος...., γ)...2) α)... β) Ο ασφαλιστής δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη του έναντι των ζημιωθέντων τρίτων, προβάλλοντας τις εξαιρέσεις των προηγούμενων παραγράφων, οι οποίες ισχύουν αποκλειστικά στο πλαίσιο της σχέσης του με τον ασφαλισμένο." Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 επ. του ν. 2496/1997 και του άρθρου 6β του π.δ. 237/1986 "Κωδικοποίηση των διατάξεων για την ασφάλιση αστικής ευθύνης", όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 4 του ν. 3557/2007, τούτου ισχύοντος από τις 14.05.2007 (Φ.Ε.Κ, 100/14.05.2007) προκύπτει ότι η ασφαλιστική σύμβαση που καλύπτει την αστική ευθύνη των ενεχόμενων κατά νόμο για το ατύχημα προσώπων, καταρτίζεται εγγράφως. Το έγγραφο αυτό δεν έχει συστατικό χαρακτήρα, αλλά είναι αποδεικτικό. Αν δεν συνταχθεί έγγραφο, η σύμβαση μεταξύ των μερών αποδεικνύεται με όρκο ή ομολογία. Για την συντέλεση της συμβάσεως ασφαλίσεως απαιτείται πρόταση και αποδοχή της (άρθρα 185 επ.του ΑΚ) , που να καλύπτει τα ουσιώδη στοιχεία αυτής κα. τις συμφωνημένες απαλλακτικές ρήτρες υπέρ του ασφαλιστή, η δε ολοκλήρωσή της επέρχεται συνήθως με την υπογραφή των συμβαλλομένων μερών. Παρόμοια απαλλακτική ρήτρα υπέρ του ασφαλιστή, που αφορά την οδήγηση του ασφαλισμένου αυτοκινήτου από οδηγό που τελεί σε μέθη η οποία, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των όρθρων 1 επ. του ν. 2496/1997 και του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 489/1976, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 361 του Α.Κ. (που ορίζει ότι "για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής από δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά"), μπορεί εγκύρως να συμφωνηθεί μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου και να συμπεριληφθεί ως συμβατικός όρος στην ασφαλιστική σύμβαση, δεν απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή από την υποχρέωσή του να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, παρέχει, όμως, σε αυτόν το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο του και να ζητήσει από αυτόν ό,τι κατέβαλε στον ζημιωθέντα τρίτο για την αποκατάσταση της ζημίας του. Η απαλλακτική αυτή ρήτρα δεσμεύει τον ασφαλισμένο ακόμη και αν αυτός δεν υπέγραψε τη σύμβαση ασφαλίσεως που την περιέχει, αρκεί να έλαβε γνώση αυτής και να την αποδέχθηκε (ΑΠ 426/2002, 843/2001, 588/2001 ΤΝΠ ΔΣΑ). Η εν λόγω αποδοχή μπορεί να γίνει και σιωπηρώς, ήτοι, να συνάγεται από διάφορες πράξεις του ασφαλισμένου, οι οποίες ενέχουν και συνιστούν αποδοχή εκ μέρους αυτού του ως άνω όρου, όπως η παραλαβή απ` αυτόν του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, η παραλαβή του ειδικού σήματος και της βεβαιώσεως ασφαλίσεως του αυτοκινήτου, η επικόλληση αυτών στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου του, η καταβολή των ασφαλίστρων και η δήλωση του ατυχήματος στον ασφαλιστή (ΑΠ 1063/2007, 1491/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) . Εκ των ως άνω διατάξεων προκύπτει: α) ότι απαγορεύεται η οδήγηση οδικού οχήματος από οδηγό ο οποίος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, β) ότι αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίες οι οποίες προκαλούνται κατά το χρόνο που ο οδηγός τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του ν. 2696/1999, όπως αυτός εκάστοτε ισχύει, γ) σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν. 3557/2007, για να τύχει εφαρμογής ο όρος της ασφαλιστικής σύμβασης περί εξαίρεσης από την κάλυψη του ατυχήματος λόγω μέθης του υπαίτιου οδηγού, πρέπει η μέθη αυτού να συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος, δ) ο ασφαλιστής που υποχρεώθηκε να καταβάλει αποζημίωση σε ζημιωθέντα τρίτο χωρίς να έχει ευθύνη της συμβατικής εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών που προκαλούνται, όταν ο οδηγός του ασφαλισμένου αυτοκινήτου ευρισκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, δεν δικαιούται να στραφεί αναγωγικά κατά του κυρίου και μη οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ν` αξιώσει απ` αυτόν τα καταβληθέντα ποσά, αν τον τελευταίο δεν τον βαρύνει υπαιτιότητα σε σχέση με το γεγονός, ότι οδηγός του αυτοκινήτου βρισκόταν υπό την επήρεια οινοπνεύματος, όταν προξένησε το ατύχημα, ε) για τον εν μέθη οδηγό δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την διάπραξη της παράβασης του πιο πάνω ασφαλιστικού βάρους (ΑΠ 1068/2013 ΤΝΠ ΔΣΑ,ΑΠ 432/2004 Δημ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1011/2004 ΕπΕμπΔ 2005.85, ΑΠ 1650/2001 ΕλλΔνη 43.1039, ΑΠ 588/2001 ΕλλΔνη 43.1366, ΑΠ 525/2001 ΕλλΔνη 42.1558, ΑΠ 751/2000 ΕλλΔνη 42.95, ΑΠ 250/1997 ΕλλΔνη 39.92, ΕφΠειρ 222/2005 ΠειρΝομ 2005.167, ΕφΛαρ 24/2004 ΕπΕμπΔ 2004,573, ΕφΑθ 5571/2000 ΕλλΔνη 42.183, ΕφΘεσ 484/1990 ΕπΕμπΔ MB.296, Αθ. Κρητικού, Αποζημίωση από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα, έκδοση 1998, αρ. 1933- 1941, ίδιου, Συμπλήρωμα, έκδοση 2002, αρ. 1933α, 1939α επ.) . Ο ασφαλιστής, αξιώνοντας τα καταβληθέντα στον τρίτο ποσά, οφείλει για την πληρότητα (άρθρο 216 Κ.Πολ.Δικ) της αγωγής του να διαλάβει σ`αυτή τις συνθήκες του ατυχήματος τα περιστατικά που θεμελιώνουν την ευθύνη για το ατύχημα στο πρόσωπο του αντισυμβαλλόμενου ή ασφαλισμένου (π.χ. ΑΚ 914, 922, αρθρ. 2 επ. ν. ΓΠΝ/1911), τη ζημιά του τρίτου και τα καταβληθέντα στον τρίτο χρηματικά ποσά (αναφορά του λόγου και της αιτίας καταβολής αναλυτικά). Πρέπει επίσης να αναφέρεται επαρκώς η συναφθείσα σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης των άνω προσώπων σχετικά με συγκεκριμένο αυτοκίνητο, όπως και ότι ο σχετικός για απαλλαγή, του ασφαλιστή όρος άρθ. 25 περ. 8 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ) έχει καταστεί περιεχόμενο της σύμβασης ασφάλισης κατά νόμιμο τρόπο (ΑΠ 779/2007, ΑΠ 1650/2001, ΑΠ 1488/2001 Δημ.ΝΟΜΟΣ ).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση είναι πλήρως ορισμένη, αφού με κάθε λεπτομέρεια περιγράφονται οι ζημίες του οχήματος, το καταβληθέν ποσό της χρηματικής ικανοποίησης, η συναφθείσα σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης του συγκεκριμένου αυτοκίνητου, όπως και ότι ο σχετικός για απαλλαγή του ασφαλιστή όρος έχει καταστεί περιεχόμενο της σύμβασης ασφάλισης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έστω χωρίς αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την παρούσα, έκρινε την αγωγή ορισμένη, δεν έσφαλε στην ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο εναγόμενος με το σχετικό λόγο της έφεσης του, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Συνθήκες Ατυχήματος – Υπαιτιότητα κριθείσα δυνάμει δεδικασμένου από προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση

Από την εκτίμηση και αξιολόγηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρος απόδειξης, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, απ` όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται νομότυπα οι διάδικοι, με τις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεις τους (βλ. και ΟλΑΠ 14/2005, ΟλΑΠ 9/2000 Δημ.ΝΟΜΟΣ), είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ 3, 339, 395, 591 παρ. 1 και 529 ΚΠολΔ) , για μερικά από τα οποία (έγγραφα) γίνεται ειδική αναφορά πιο κάτω, χωρίς, όμως, να έχει παραληφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της παρούσας διαφοράς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα έγγραφα, τα οποία παραδεκτά με επίκληση στις κατατεθείσες προτάσεις τους προσκομίζουν οι διάδικοι το πρώτον στην κατ` έφεση δίκη μετά την έκδοση της εκκαλούμενης και λαμβάνονται παραδεκτά υπόψη, από το Δικαστήριο τούτο (ΑΠ 61/2010 ΕλλΔνη 2010 σελ. 699, ΑΠ 280/2000 ΝοΒ 2001.409, ΑΠ 884/1998 ΕλλΔνη 40.588, ΕφΘεσ 424/2010 ΕΠολΔ 2011 σελ. 109, ΕφΔωδ 73/2007 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΕφΔυτΜακ 70/2008 Αρμ 2009 σελ. 366, Σ. Σαμουήλ, Η Έφεση έκδ. Ε αρ. 777) και οι προσαγόμενες και επικαλούμενες από τους διαδίκους φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται απ` αυτούς (άρθρα 444 αριθμ. 3, 448 παρ. 2, 457 παρ. 4, 591 παρ. 1 του ΚΠολΔ), σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπάγγελτα (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο, κατά την προκειμένη διαδικασία, μπορεί να λάβει υπόψη του (άρθρα 671 παρ. 1 και 681 A ΚΠολΔ) και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την με αριθμ. 599/2015 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία έκρινε επί της προγενέστερης με αριθμ. έκθεσ. κατάθ. αγωγής 1122/2011 του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος, μεταξύ άλλων και κατά της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης, έχουσας την ίδια ιστορική και νομική αιτία με την υπό κρίση αγωγή, έχουν κριθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθρα 321 επ. ΚΠολΔ), μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Α) Ότι, την 28-7-2009 και περί ώρα 13.10, ο ___ οδηγώντας το με αριθμ. κυκλ. ____ ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο με το με αριθμ. ____ /2009 ασφαλιστήριο συμβόλαιο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη μέχρι το ποσό των 100.000 ευρώ στην ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία για το χρονικό διάστημα από 12-3-2009 μέχρι την 12-9-2009, συγκρούστηκε στη περιοχή Γιαννιτσών, με το με αριθμ. κυκλ. ____ ΔΧ ρυμουλκό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της γερμανικής εταιρίας περιορισμένης ευθύνης που εδρεύει στην Φρανκφούρτη Γερμανίας με την επωνυμία «......., που οδηγούσε ο ___ Β) Ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την ένδικη σύγκρουση και τις συνέπειες της ήταν ο οδηγός του ασφαλισμένου στην ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία με αριθμ. κυκλ. ___ΙΧΕ αυτοκινήτου, ο οποίος και τραυματίστηκε θανάσιμα. Γ) Ο ασφαλισμένος της ενάγουσας, ___, οδηγούσε υπό την επήρεια μέθης, η οποία συνετέλεσε αιτιωδώς στην πρόκληση, καθώς στην εξέταση που έγινε στο αίμα του με τη μέθοδο της αιμοληψίας μετά το συμβάν, η περιεκτικότητα του αίματος του σε οινόπνευμα ήταν κατά την πρώτη μέτρηση 0,63 %ο και στη δεύτερη μέτρηση 0,62 %ο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, εξαιτίας της ένδικης σύγκρουσης, το ρυμουλκό αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής VOLVO, έτος κυκλοφορίας 2005, υπέστη φθορές και βλάβες, στην εμπρόσθια αριστερή γωνία, χωρίς να υποστεί βλάβη σε μηχανικά μέρη, για την αποκατάσταση των οποίων θα απαιτηθεί δαπάνη ύψους 3.000 ευρώ. Ειδικότερα, θα απαιτηθεί δαπάνη ποσού 2.600 ευρώ για αγορά ανταλλακτικών (κινητήρας, ψυγείο νερού, φτερωτή προφυλακτήρας, καπώ, μετώπη, ανεμοθώρακας αριστερή πρόβολος με τον Θόλο και το φτερό, αριστερό ελαστικό επίσωτρο, κρεμαριέρα, δοχείο υγρών φρένων, εμπρόσθιοι φανοί, βολάν οδήγησης, πεντάλ, αριστερές πόρτες με αποκολλημένη την κολώνα της πόρτας του οδηγού και στρέβλωση του λοιπού αμαξώματος), δαπάνη ποσού 300 ευρώ για εργασίες φανοποιού (εξαγωγή κα. αντικατάσταση των ζημιωθέντων τμημάτων) και δαπάνη 100 ευρώ για βαφή των βλαβέντων μερών (βλ. την από 29-7-2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τεχνολόγου μηχανικού ____, η οποία συντάχθηκε μετά από εντολή από την τροχαία Γιαννιτσών και την από 6-2-2017 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του μηχανολόγου οχημάτων ____ προσκομιζόμενη από του εναγόμενο). Όλα τα ανωτέρω προκύπτουν με σαφήνεια και από την ένορκη κατάθεση στο πρωτόδικο δικαστήριο του ανωτέρω πραγματογνώμονα ____, ο οποίος ρητά και κατηγορηματικά ανέφερε τις ζημιές του οχήματος και την αποκατάσταση τους. Σε αντίθετη κρίση το δικαστήριο δεν οδηγείται από την από 5-1-2010 έκθεση της εταιρίας «____» , που συντάχθηκε για λογαριασμό της ενάγουσας και ορίζει τις ζημιές στο ποσό των 22.899,53 ευρώ, διότι το ποσό αυτό θεωρείται υπέρογκο και δεν συνάδει κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας με την αποκατάσταση των βλαβέντων μερών του οχήματος. Περαιτέρω από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο οδηγός του ρυμουλκού ____ τραυματίστηκε κατά το ένδικο ατύχημα και ως εκ τούτου δεν δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Εξάλλου και για την αλλοδαπή εταιρία δεν προέκυψε ότι από το ατύχημα προσβλήθηκε η εμπορική της πίστη ή το εμπορικό της μέλλον ( βλ. Κρητικός αποζημίωση από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα εκδ.1998, παρ. 952) και επομένως δεν δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του κατέληξε σε διαφορετική κρίση εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και ο σχετικός λόγος της έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος .

Η ενάγουσα την 13-8-2010 κατέληξε σε συμβιβασμό με την αλλοδαπή εταιρία (γερμανική) ιδιοκτήτρια του οχήματος, προκειμένου να αποφύγει τους δικαστικούς αγώνες και να περιορίσει και το ύψος της δικής της ζημίας και της κατέβαλε το ποσό των 19.243,30 ευρώ ως αποζημίωση για το φορτηγό της και 1.8889,42 ως χρηματική ικανοποίηση του οδηγού και της αλλοδαπής εταιρίας ήτοι συνολικά το ποσό των 21.132,72 (19.243,30 + 1.889, 42) ευρώ (βλ. το από 16-8-2010 έμβασμα της τράπεζας ____). Το ανωτέρω ποσό που κατέβαλε η ενάγουσα δεν ήταν το προσήκον, όπως αναπτύχθηκε διεξοδικά και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του κατέληξε στην ανωτέρω κρίση εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και ο σχετικός λόγος της έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσία βάσιμος. Ακολούθως από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι συμφωνήθηκε εγγράφως ότι η άνω ασφαλιστική σύμβαση διέπεται από τις διατάξεις του ν.489/76 και με τον συμβατικό όρο - άρθρο 6 του ασφαλιστηρίου συμβολαίου υπό τον τίτλο «ειδικοί όροι ασφάλισης αστικής ευθύνης» συμφωνήθηκε ότι δεν καλύπτονται με το ασφαλιστήριο και αποκλείονται από την ασφάλιση ζημιές που προξενήθηκαν, εάν κατά το ατύχημα ο οδηγός του αυτοκινήτου ευρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 ΚΟΚ, εφόσον η παράβαση αυτή βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα. Με την ενσωμάτωση αυτούσιου του όρου του άρθρου 25 περ.8 της Κ4 /585/1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου στη σύμβαση ασφάλισης, απέκτησε σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, συμβατική ισχύ και συνεπώς η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία απαλλάσσεται από την υποχρέωση ασφαλιστικής κάλυψης σε περίπτωση πρόκλησης ζημιών, όταν το αυτοκίνητο του ασφαλισμένου οδηγείται από πρόσωπο που βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος. Ο θανών ρητά αποδέχθηκε τον ανωτέρω όρο δεδομένου ότι δεν εναντιώθηκε σε αυτόν εντός της νόμιμης προθεσμίας από τη λήψη του ασφαλιστηρίου, αλλά πλήρωσε τα ασφάλιστρα και επικόλλησε το ειδικό σήμα ασφάλισης στο παμπρίζ του οχήματος του. Επομένως εφόσον ο θανών οδηγός οδηγούσε κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος το ασφαλισμένο αυτοκίνητο σε κατάσταση μέθης, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος, αποκλείεται με βάση τον προαναφερθέντα όρο της σύμβασης ασφάλισης η ευθύνη της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας προς κάλυψη των ζημιών που προκλήθηκαν από το εν λόγω ατύχημα.

Περαιτέρω προέκυψε ότι ο εναγόμενος είναι ο μόνος εξ αδιαθέτου κληρονόμος του θανόντος ασφαλισμένου (βλ. το με αριθμ. πρωτ. ____/2011 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου .. και το με αριθμ____/2017 πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Γιαννιτσών για δημοσίευση διαθήκης), διότι δεν αποποιήθηκε εμπρόθεσμα την επαχθείσα σε αυτόν κληρονομιά του πατέρα του και επομένως είναι υπόχρεος προς αποζημίωση της ενάγουσας. Από τους προβαλλόμενους λόγους έφεσης, ο αναφερόμενος σε έλλειψη στοιχείων για την παθητική νομιμοποίηση του εναγομένου προβάλλεται το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και επομένως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 527 του Κ.Πολ.Δ, τυγχάνει απαράδεκτος και πρέπει απορριφθεί. Συνεπώς εφόσον η ενάγουσα ικανοποίησε τους ζημιωθέντες τρίτους από το ατύχημα καταβάλλοντας το ποσό των 3.000 ως αποζημίωση υποκαταστάθηκε στη θέση τους και δικαιούται να το αξιώσει αναγωγικά από τον εναγόμενο. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η αγωγή έπρεπε να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη για το ποσό των 3.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της προγενέστερης με αριθμ. κατάθ.159/2011 ομοίου περιεχομένου αγωγής της ενάγουσας κατά του εναγομένου ( η οποία με την με αριθμ. 403/2013 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου απορρίφθηκε ως αόριστη και επέχει θέση όχλησης) μέχρι την εξόφληση. Εξάλλου δεν συντρέχει περίπτωση να διαταχθούν συμπληρωματικές αποδείξεις με την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, την αυτοπρόσωπη εμφάνιση των μαρτύρων και των διαδίκων, διότι υπάρχουν ικανές αποδείξεις από το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό που μπορούν να στηρίξουν ασφαλή δικανική πεποίθηση, καθώς αποδείχθηκαν τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά και επομένως κρίνεται αβάσιμο το σχετικό αίτημα του εκκαλούντος (ΑΠ 860/2011, ΑΠ 1873/2009, ΕφΔωδ 223/2006, ΕφΠειρ 774/2006 Δημ. ΝΟΜΟΣ). Τέλος παρέλκει η έρευνα του τελευταίου λόγου της έφεσης που αφορά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων ,αφού λόγω της έφεσης εξαφανίζεται η εκκαλουμένη απόφαση και προσδιορίζονται τα καταβλητέα δικαστικά έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας ( βλ. ΕφΠειρ.504 /2015 δημ.ΝΟΜΟΣ).

Κατόπιν τούτων και εφόσον δεν υπάρχουν προς έρευνα άλλοι λόγοι πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση, ως ουσιαστικά βάσιμη, και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, όχι μόνον ως προς τα κεφάλαια για τα οποία έγιναν δεκτοί οι σχετικοί λόγοι έφεσης, αλλά στο σύνολό της, για το ενιαίο της εκτέλεσης του τίτλου. (ΑΠ 748/1984 ΕλλΔνη 26.642, Σαμουήλ, έκδοση 2006, σελ. 430,431), αναγκαίος δε και κατά την περί δικαστικής δαπάνης διάταξή της. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο πρέπει να κρατήσει την υπόθεση, να δικάσει επί της από 4-9-2013 αγωγής, να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή κατ` ουσίαν και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 3.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της προγενέστερης με αριθμ. κατάθ.159/2011 αγωγής μέχρι την εξόφληση. Τέλος, η δικαστική δαπάνη της ενάγουσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας βαρύνει, κατά ένα μέρος, τον εναγομένο, λόγω της μερικής ήττας του (άρθρα 178, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΑ) , όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, ενώ πρέπει, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον εκκαλούντα, λόγω της παραδοχής της έφεσης του ( βλ. άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως αυτή ισχύει από 2-4-2012 με το άρθρο 12 παρ.2 Ν.4055/2012).

                   ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδικων

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ` ουσίαν την έφεση .

ΔΙΑΤΑΖΕΙ την επιστροφή του παραβόλου που καταβλήθηκε στον εκκαλούντα.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την με αριθμ. 119/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών.

ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και ΔΙΚΑΖΕΙ επί της από 4-9-2013 (αριθμ, έκθ. κατάθ. 670 /2013) αγωγής.

ΔΕΧΕΤΑΙ κατά ένα μέρος αυτήν.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της προγενέστερης με αριθμ. κατάθ.159/2011 αγωγής μέχρι την εξόφληση.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του εναγόμενου μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, το οποίο ορίζει σε τετρακόσια (400 ) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ

----------------------------------------

ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΣΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ Μον.Εφ.Θεσ/κης 1615 /2017

υπό Αθανασίου Κρητικού Αντιπροέδρου ΑΠ ε.τ.

 

     Η απόφαση ασχολείται με ενδιαφέροντα ζητήματα. Στις γραμμές που ακολουθούν αξίζει να επισημανθούν ορισμένα από αυτά. Ωστόσο για την καλλίτερη κατανόηση των θεμάτων αξίζει η συνοπτική παράθεση της υποθέσεως κατά τα ουσιώδη σημεία της : Μεταξύ της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας και του ασφαλισμένου της και ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου το έτος 2009 είχε συναφθεί ασφάλιση αστικής ευθύνης του αυτοκινήτου για το διάστημα από 12-3-2009 μέχρι 12-9-2009. Στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο κατά τη δημοσιευόμενη απόφαση έχει περιληφθεί ο όρος του άρθ. 25 περ. 8 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ σύμφωνα με τον οποίο η ασφαλιστική εταιρία απαλλάσσεται από την υποχρέωση ασφαλιστικής καλύψεως σε περίπτωση προκλήσεως ζημιών όταν το αυτοκίνητο του ασφαλισμένου οδηγείται από πρόσωπο που βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος ( σημειώνεται ότι κατά το χρόνο συνάψεως της συμβάσεως ασφαλίσεως, με το ν. 3557/2007 που άρχισε να ισχύει από 14-5-2007, είχε καταργηθεί η άνω ΑΥΕ ).Το επίδικο ατύχημα συνέβη στις 28-7-2009, οπότε ο ασφαλισμένος τότε οδηγός τελών υπό την επίδραση μέθης ( περιεκτικότητα οινοπνεύματος στο αίμα του κατά την πρώτη μέτρηση 0,63%ο και κατά τη δεύτερη μέτρηση 0,62%0 )συγκρούσθηκε με αποκλειστική υπαιτιότητα με το άλλο αναφερόμενο στην απόφαση αυτοκίνητο. Η μέθη του ασφαλισμένου οδηγού συνετέλεσε αιτιωδώς στο ατύχημα , ήτοι στη σύγκρουση του ασφαλισμένου αυτοκινήτου με το αυτοκίνητο του παθόντος. Από το ατύχημα προκλήθηκαν ζημίες στο άλλο αυτοκίνητο προς αποκατάσταση των οποίων θα απαιτηθεί δαπάνη ύψους 3.000 ευρώ και όχι δαπάνη ύψους 21.132,72 ευρώ που φέρεται ότι πλήρωσε η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία στα πλαίσια του συναφθέντος συμβιβασμού με την ιδιοκτήτρια του ζημιωθέντος αυτοκινήτου και το οποίο ποσό αξιώνει με την ένδικη αγωγή από τον εναγόμενο που είναι μόνος εξ αδιαθέτου κληρονόμος του θανόντος ασφαλισμένου πατέρα του. Επομένως η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία μετά την ικανοποίηση των παθόντων, κατά την απόφαση, υποκαταστάθηκε στη θέση τους και δικαιούται να αξιώσει το καταβληθέν ποσό από τον εναγόμενο. Ειδικότερα τονίζεται στην απόφαση ότι η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία δεν δικαιούται να αξιώσει από τον ασφαλισμένο της το φερόμενο ως καταβληθέν στα πλαίσια του συμβιβασμού αυξημένο άνω ποσό, διότι το ποσό αυτό θεωρείται υπέρογκο και δεν συνάδει κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας με την αποκατάσταση των βλαβέντων μερών του οχήματος, αλλά δικαιούται να αξιώσει το μικρότερο άνω ποσό των 3.000 ευρώ. Σημειώνεται ότι για το ποσό αυτό έγινε τελικά δεκτή κατ’ουσίαν η αγωγή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά παραδοχή της εφέσεως του εναγομένου εναντίον της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία είχε δεχθεί την αγωγή της ασφαλιστικής εταιρίας για το προαναφερθέν μεγαλύτερο άνω ποσό.

       Η δημοσιευόμενη απόφαση είναι ενδιαφέρουσα γιατί προσφέρει αφορμές για τον τονισμό θεμάτων και περαιτέρω προβληματισμούς που αναδεικνύει η υπόθεση. Στα πλαίσια αυτά πρέπει να εκτεθούν οι ακόλουθες σκέψεις : Η σύμβαση ασφαλίσεως αστικής ευθύνης έχει ως σκοπό να καλύψει σε περίπτωση ατυχήματος από αυτοκίνητο την αστική ευθύνη του οδηγού, κατόχου και ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου για τη ζημία του παθόντος τρίτου. Ενόσω δεν συντρέχει περίπτωση εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη της αστικής ευθύνης ( βλ. άρθ. 6 παρ. 1 εδάφιο β′ του ν. 489/1976 ), ο ασφαλιστής πάντοτε καλύπτει τη ζημία του τρίτου. Ωστόσο ενόσω η ζημία στον τρίτο προκαλείται υπό ειδικές περιστάσεις που προβλέπονται στο νόμο ( βλ. περιπτώσεις παθολογικής λειτουργίας της συμβάσεως ασφαλίσεως του άρθ.6β′ του ν. 489/1976 ), τότε ο ασφαλιστής ευθύνεται μεν έναντι του παθόντος τρίτου μη δικαιούμενος να προβάλει κατ’αυτού την παθολογική λειτουργία της ασφαλίσεως (άρθ. 11 παρ. 1 του ν. 489/1976 ), όμως έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του λήπτη της ασφαλίσεως και του ασφαλισμένου προκειμένου να αναζητήσει την καταβληθείσα στον παθόντα τρίτο αποζημίωση.

   Οι περιπτώσεις των ζημιών του άρθ. 6β ′ του Ν.489/1976 που εξαιρούνται από την ασφάλιση είναι οι παρακάτω τρείς : α) πρόκληση ζημίας από οδηγό ο οποίος στερείται της άδειας οδηγήσεως που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί , β) πρόκληση ζημίας από οδηγό ο οποίος κατά το χρόνο του ατυχήματος τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών , κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας ( ν. 2696/1999 ) όπως εκάστοτε ισχύει , εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος. Και γ) πρόκληση ατυχήματος από αυτοκίνητο όχημα του οποίου γίνεται διαφορετική χρήση από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας , εφόσον η χρήση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος.

     Σημειώνεται ότι οι παραπάνω περιπτώσεις παθολογικής λειτουργίας της συμβάσεως ασφαλίσεως ισχύουν εκ του νόμου χωρίς να χρειάζεται να περιληφθούν στη σύμβαση ασφαλίσεως. Το αντίθετο ίσχυε στο παλαιότερο δίκαιο πριν από τον ν. 3557/2007 που κατήργησε την Κ4/585/1978 ΑΥΕ, και το οποίο   περιελάμβανε μεταξύ άλλων και την εδώ ενδιαφέρουσα περίπτωση του άρθ. 25 περ. 8 της άνω ΑΥΕ ( βλ. περισσότερα Κρητικού, Αποζημίωση από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα,4η , έκδ. 2008 §28 π.αρ. 106 επ. σελ. 660 επ. ).Αυτό έχει σημασία στην αγωγή εξ αναγωγής του ασφαλιστή κατά του ασφαλισμένου του.Κατά το παλαιότερο δίκαιο ο ασφαλιστής έπρεπε να αναφέρει σε μια τέτοια αγωγή ,για λόγους πληρότητας αυτής, ότι η εξαίρεση αυτή είχε καταστεί περιεχόμενο της ασφαλιστικής συμβάσεως και τον τρόπο κατά τον οποίο είχε συμβεί τούτο. Ωστόσο μετά το ν. 3557/2007 με τον οποίο εισήχθη το άρθ. 6β′ του ν. 489/1976 δεν χρειάζεται κάτι τέτοιο γιατί η εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη ισχύει εκ του νόμου. Σημειώνεται ότι το δικαίωμα αναγωγής του ασφαλιστή κατά του λήπτη της ασφαλίσεως ή του ασφαλισμένου ασκείται είτε με αυτοτελή αγωγή μετά την ικανοποίηση του παθόντος τρίτου ή με παρεμπίπτουσα αγωγή αν συνενάγονται από τον τρίτο ως απλοί ομόδικοι ο ασφαλιστής και ο ασφαλισμένος ( βλ. Κρητικό, όπ. παρ.π.αρ. 103 ).

     Σημειώνεται ότι η καταβολή του ποσού της αποζημιώσεως από τον ασφαλιστή στον παθόντα τρίτο γίνεται είτε με βάση δικαστική απόφαση είτε με εξώδικο συμβιβασμό. Τονίζεται ότι αν η ικανοποίηση του τρίτου γίνει στα πλαίσια εξώδικου συμβιβασμού είτε πρίν είτε διαρκούντος του δικαστικού αγώνα, ο συμβιβασμός αυτός δεν έχει άμεση δικαστική ενέργεια έναντι των ασφαλισμένων προσώπων , παρά μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων   ( βλ. ΑΠ 1488 /2011∙ Χατζηνικολάου – Αγγελίδου, Ρ., Ιδιωτικό Ασφαλιστικό Δίκαιο, Ε′ έκδ. 2017 σελ. 279 ∙ Κρητικό , όπ. παρ. § 28 π.αρ. 94). Η δίκη που διεξάγεται μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου   είναι δίκη χωριστή από την προηγηθείσα ή παραλλήλως κινούμενη δίκη μεταξύ του παθόντος τρίτου και του ασφαλιστή. Κάθε δίκη μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετικά αποτελέσματα. Έτσι δεν είναι αναγκαίως απαραίτητο να ταυτίζονται τα ποσά τα οποία οι εναγόμενοι της κύριας αγωγής υποχρεούνται να καταβάλουν στον ενάγοντα ( παθόντα ) και τα ποσά που ο εναγόμενος ασφαλισμένος της δίκης αναγωγής υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα – ασφαλιστή. Η διαφορετικότητα των ποσών εξαρτάται από τον εν γένει τρόπο διεξαγωγής της δίκης. Τούτο γιατί είναι δυνατό ο ασφαλισμένος στη δίκη αναγωγής να διαθέτει αξιόλογα αποδεικτικά στοιχεία προς αντίκρουση της αποζημιώσεως του παθόντος, τα οποία όμως δεν διέθετε ο ασφαλιστής εναγόμενος από τον παθόντα ούτε φρόντισε να τα προμηθευθεί από τον ασφαλισμένο ( βλ. Κρητικό, όπ.παρ.§ 28 π.αρ. 94 σελ. 656). Ειδικότερα πρέπει να τονισθεί ότι εναγόμενος ο ασφαλισμένος στη δίκη αναγωγής δεν είναι υποχρεωμένος να καταβάλει στον ενάγοντα ασφαλιστή του όσα αυτός από την πλευρά του κατέβαλε στον παθόντα τρίτο. Πράγματι ο ασφαλισμένος είναι δυνατό να διαθέτει ανταποδεικτικά στοιχεία σε βαθμό που μειώνουν σημαντικά το ποσό της ζημίας του τρίτου. Κάτι τέτοιο συνέβη και στην περίπτωση της δημοσιευομένης αποφάσεως, όπου μολονότι ο ασφαλιστής στα πλαίσια του συναφθέντος συμβιβασμού κατέβαλε στον παθόντα τρίτο το ποσό των 21.132,72 ευρώ , εντούτοις η εξ αναγωγής αγωγή του κατά του ασφαλισμένου εγένετο δεκτή για το μικρότερο ποσό των 3.000 ευρώ.

     Ιδιαίτερο ενδιαφέρον αποκτά και το θέμα που αναφέρεται στη θεμελίωση του δικαιώματος αναγωγής του ασφαλιστή κατά του ασφαλισμένου του. Πράγματι, κυρίως στη νομολογία, έχει ανακύψει έντονη διάσταση στο θέμα σε ποια διάταξη θεμελιώνεται το δικαίωμα αναγωγής του ασφαλιστή κατά του ασφαλισμένου του σε περίπτωση παθολογικής λειτουργίας της ασφαλιστικής συμβάσεως και ειδικότερα σε περίπτωση συνδρομής μιάς από τις προβλεπόμενες στο νόμο εξαιρέσεις ασφαλιστικής καλύψεως ζημιών ( βλ. άρθ. 6 β′ του Ν.489/1976 ). Κατά την ορθότερη και ευρέως στη νομολογία ακολουθούμενη άποψη το δικαίωμα αναγωγής του ασφαλιστή στηρίζεται στο άρθ. 11 παρ. 1 του ν. 489/1976 ( βλ. τη σχετική νομολογία στον Κρητικό, όπ. παρ. § 28 IV π.αρ.82 σ. 652 όπου παρατίθενται και άλλες απόψεις όπως και η θεμελίωση του δικαιώματος αναγωγής στην ΑΚ 488 που χορηγεί δικαίωμα υποκαταστάσεως στο συνοφειλέτη που ικανοποίησε τον δανειστή και έχει δικαίωμα κατά των λοιπών, άποψη που φαίνεται να ακολούθησε και η δημοσιευόμενη απόφαση για το λόγο , προδήλως , ότι τέτοια ήταν και η βάση της αγωγής, και Συμπλήρωμα, 2014, σ.179 επ. ∙ Χατζηνικολάου – Αγγελίδου , όπ. παρ. σ.279).

Αθαν. Κρητικός, Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου , ε.τ.

----------------------------------

ΕΛΕΝΗ ΜΕ ΠΛΑΓΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ newsletters prev1

legal bank

Newsletter

ΚΑΛΑΘΙ ΑΓΟΡΩΝ

Το καλάθι σας είναι άδειο.