210 9824002 | 6977 000 500 | Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.   |

Υπέρβαση ορίων βραχείας ασθένειας λόγω αναρρωτικής άδειας – Δεν θεωρείται αδικαιολόγητη και δεν απομειώνει την κανονική άδεια ΝΕΟ

Δικαίωμα εργαζομένου ετήσιας άδειας μετ΄ αποδοχών

Αποδοχές άδειας και επίδομα άδειας σε περίπτωση βραχείας ασθένειας λόγω αναρρωτικής άδειας

Δεσμευτική για τον Εθνικό Δικαστή η Οδηγία 2003/88/ΕΚ η οποία κωδικοποίησε την Οδηγία 93/104 (ΦΕΚ Α΄94/13/5/199), και ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο με το ΠΔ 88/1999

Το δικαίωμα ετήσιας άδειας μετ΄ αποδοχών του εργαζομένου προβλέπεται στο ενωσιακό δίκαιο από την Οδηγία 2003/88/ΕΚ, η οποία κωδικοποίησε τις διατάξεις της Οδηγίας 93/104, την οποία κατήργησε. Το άρθρο 7 της Οδηγίας 2003/88/ΕΚ, που έχει πανομοιότυπη διατύπωση με το άρθρο 7 της Οδηγίας 93/104, έχει ως εξής: << 1) τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να παρέχεται σε όλους τους εργαζομένους ετήσια άδεια μετ΄ αποδοχών διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπουν οι εθνικές νομοθεσίες ή και πρακτικές για την απόκτηση του σχετικού δικαιώματος και τη χορήγηση της άδειας, 2) Η ελάχιστη περίοδος ετήσιας άδειας μετ΄ αποδοχών μπορεί να αντικαθίσταται από χρηματική αποζημίωση μόνον σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης>>. Σύμφωνα, με το άρθρο 17 της Οδηγίας 2003/88 τα κράτη μέλη μπορούν να παρεκκλίνουν από ορισμένες διατάξεις, εκτός του άρθρου 7 για το οποίο δεν επιτρέπεται καμία παρέκκλιση. Τα κράτη μέλη δεν δύνανται να παρεκκλίνουν από την αρχή του άρθρου 7 της Οδηγίας 2003/88, σε συνδυασμό με το άρθρο 31παρ. 2 του Χάρτη Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων. Στο Εθνικό Δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει αν είναι δυνατή η ερμηνεία της επίμαχης στην κύρια δίκη εθνικής κανονιστικής ρύθμισης, η οποία να είναι σύμφωνη προς το άρθρο 7 παραγ. 1 και 2 της Οδηγίας 2003/88 και το άρθρο 31 παραγ. του Χάρτη. Η αρχή της σύμφωνης ερμηνείας επιβάλλει στα εθνικά δικαστήρια την υποχρέωση αυτών να τροποποιούν, αν παρίσταται ανάγκη, την πάγια νομολογία τους, σε περίπτωση που αυτή στηρίζεται σε ερμηνεία του εσωτερικού δικαίου, η οποία δεν συμβιβάζεται με τους σκοπούς της εκάστοτε οδηγίας.

   Το άρθρο 7 της Οδηγίας 93/104 και το άρθρο 7 της Οδηγίας 2003/88 δεν κατοχύρωσαν αφ' εαυτών το δικαίωμα ετήσιας άδειας μετ' αποδοχών, το οποίο πηγάζει, μεταξύ άλλων, από διάφορα διεθνή κείμενα και έχει επιτακτικό χαρακτήρα, ως ουσιώδης αρχή του κοινωνικού δικαίου της Ένωσης. Επομένως, σε περίπτωση που είναι αδύνατη η ερμηνεία της επίμαχης στην κύρια δίκη εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως, κατά τρόπο ώστε να συνάδει προς το ενωσιακό δίκαιο, το αιτούν εθνικό δικαστήριο οφείλει, να διασφαλίσει, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, την έννομη προστασία που παρέχουν οι εν λόγω διατάξεις και να εγγυηθεί την πλήρη αποτελεσματικότητά τους, αφήνοντας εν ανάγκη ανεφάρμοστη την εν λόγω εθνική κανονιστική ρύθμιση.

Το άρθρο 7 του ΠΔ 88/1999 (με το οποίο ενσωματώθηκε στο Ελληνικό Δίκαιο το άρθρο 7 της προηγούμενης Οδηγίας 93/104), ορίζει ειδικότερα, ότι <<.... μετά από απασχόληση τουλάχιστον δώδεκα μηνών παρέχεται ετήσια άδεια σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Η ελάχιστη περίοδος ετήσιας άδειας μετ΄ αποδοχών μπορεί να αντικατασταθεί από χρηματική αποζημίωση μόνον σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης. Τα διαστήματα αποχής των μισθωτών από την εργασία τους λόγω βραχείας ασθένειας, καθώς και τα διαστήματα στράτευσης, απεργίας ή ανωτέρας βίας, όπως αυτά καθορίζονται από τις ισχύουσες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, θεωρούνται ως χρόνος απασχόλησης, και δεν συμψηφίζονται με τις ημέρες άδειας που δικαιούνται οι εργαζόμενοι......>>  

 

Υπέρβαση των ορίων βραχείας ασθένειας λόγω αναρρωτικής άδειας – Δεν θεωρείται αδικαιολόγητη και δεν απομειώνει την κανονική άδεια

Ερμηνεία άρθρου 2 παρ.6 του ΑΝ 539/1945 περί βραχείας ασθένειας σύμφωνα με το Ενωσιακό Δίκαιο

Ο εργαζόμενος Δικαιούται τις αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας (κατ΄ άρθρ. 3 παρ.1 και 8 του ΑΝ 539/1945 και άρθρ. 3 παρ.16 του Ν. 4504/1966)

 

    Στην παράγραφο 6 του άρθρου 2 του ΑΝ 539/1945, όπως ήδη ισχύει, που ενδιαφέρει κυρίως την ένδικη υπόθεση, ορίζεται, κατά μετατροπή της λεκτικής διατύπωσης στη δημοτική γλώσσα, ότι: <<για τον υπολογισμό του ανωτέρω χρόνου απασχολήσεως, τα διαστήματα κατά τα οποία ο μισθωτός απείχε ή απέχει από την απασχόλησή του στην υποκείμενη επιχείρηση λόγω βραχείας σχετικώς διάρκειας ασθένειας, στράτευσης, απεργίας, ανταπεργίας ή ανώτερης βίας δεν θεωρούνται ως χρόνος μη απασχόλησης, ούτε συμψηφίζονται προς τις ημέρες άδειας τις οποίες αυτός δικαιούται.......>>. Δηλαδή, η ανωτέρω παράγραφος 7 περ. γ του ΠΔ  88/1999 (που εκδόθηκε σε συμμόρφωση της προηγούμενης Οδηγίας 93/104 και ενσωμάτωσε αυτήν στο εθνικό δίκαιο) είναι ταυτόσημη με το άρθρο 2 παρ.6 του ΑΝ 539/1945. Συμπερασματικά, υπό το πρίσμα του ενωσιακού δικαίου, με βάση όλα τα παραπάνω η Οδηγία 2003/88 η οποία κωδικοποίησε την Οδηγία 93/104, η οποία ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το ΠΔ 88/1999 προς συμμόρφωση αυτής, είναι δεσμευτική για τον εθνικό δικαστή ο οποίος οφείλει, στο μέτρο του δυνατού, να ερμηνεύει το εσωτερικό δίκαιο, υπό το φως του κειμένου της Οδηγίας, προκειμένου να επιτευχθούν τα επιδιωκόμενα από αυτήν αποτελέσματα, προκρίνοντας την ερμηνεία των εθνικών κανόνων που είναι πλέον σύμφωνα προς τον σκοπό αυτό, για να καταλήξουν έτσι σε λύση συμβατή προς τις διατάξεις της Οδηγίας.  

   Η βούληση του εθνικού νομοθέτη, όπως αποτυπώνεται στο άρθρο 2 παρ.6 του ΑΝ 539/1945 περί βραχείας ασθένειας πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, κατά το οποίο ο εργαζόμενος που βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια, η οποία συνεχίστηκε μέχρι τη λήξη της σχέσης εργασίας του και εξαιτίας του λόγου αυτού δεν μπόρεσε να ασκήσει το δικαίωμά του για λήψη της ετήσιας άδειας μετ' αποδοχών, έστω και εάν η απουσία του υπερβεί τα όρια της βραχείας ασθένειας δεν αποστερείται από το δικαίωμά του αυτό. Η υπέρβαση των ορίων βραχείας ασθένειας δεν θεωρείται αδικαιολόγητη απουσία και δεν απομειώνει τις ημέρες της κανονικής άδειας και, εφόσον ο εργαζόμενος δεν άσκησε αυτουσίως το δικαίωμα στην άδεια αναψυχής, αυτή μετατρέπεται σε χρηματική αξίωση και ο εργαζόμενος δικαιούται τις αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα αυτών.

Οι αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας αποτελούν συνακολούθημα της άδειας αναψυχής, ως συνυφασμένα με αυτήν λόγω της στενής σχέσης που υπάρχει μεταξύ τους. Εφόσον ο εργαζόμενος συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση σ΄ αυτόν ετήσιας άδειας, δικαιούται να λάβει, εκτός από την αυτούσια άδεια, τις αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας, που προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 3 παρ.1 και 8 του ΑΝ 539/1945 και άρθρο 3 παρ.16 του Ν. 4504/1966, διότι οι μισθολογικές αυτές παροχές (αποδοχές άδειας και επίδομα άδειας) χορηγούνται μόνον, εφόσον υπάρχει ενεργό δικαίωμα για άδεια αναψυχής.

 

Απορρίπτεται ο παραπεμθείς στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου μοναδικός λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 560 αρ.1 της αναιρεσείουσας εργοδότριας εταιρίας

Στην κρινόμενη υπόθεση ο αναιρεσίβλητος εργαζόμενος με σύμβαση αορίστου χρόνου εργασίας στην αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία, ως οδηγός πωλητής των προϊόντων της, δεν εργάστηκε καθόλου το έτος 2014 και κατ΄ αρχήν υπερέβη τα όρια βραχείας ασθένειας, που δικαιούνταν (3 μήνες), απουσιάζοντας εννέα μήνες και δύο ημέρες, και ειδικότερα από του τροχαίου ατυχήματος που του συνέβη στις 9/8/2013 έως την επιστροφή στην επιχείρηση που εργαζόταν, στις 11/5/2014, οπότε έληξε η αναρρωτική του άδεια, και την επομένη ημέρα, στις 12/5/2014 η εργοδότης του κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του και του κατέβαλε την αποζημίωση απόλυσης του, όχι όμως και τις αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας του έτους 2014 με βάση τον διαμορφωμένο μισθό του. Η παραπάνω όμως απουσία του δεν ήταν αδικαιολόγητη, ώστε να καταλογιστεί στις ημέρες της κανονικής άδειας αναψυχής του 2014 και να απομειώσει αυτήν, εφόσον από το λόγο αυτό δεν μπόρεσε να ασκήσει το δικαίωμά του για ετήσια άδεια με αποδοχές. Εφόσον τελούσε σε αναρρωτική άδεια και για το λόγο αυτό δεν μπόρεσε να ασκήσει το δικαίωμά του για άδεια αναψυχής αυτουσίως (in natura), η αξίωση του μετατράπηκε σε χρηματική και συνακόλουθα, δικαιούται τις αποδοχές άδειας και επίδομα άδειας ως συνακολούθημα της άδειας αναψυχής. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο, δέχθηκε ότι οι αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας είναι διαφορετικές αξιώσεις και ότι ο αναιρεσίβλητος εργαζόμενος, αν και είχε απωλέσει το δικαίωμα λήψης κανονικής άδειας λόγω υπέρβασης των ορίων βραχείας ασθένειας των τριών μηνών, που δικαιούνταν, σύμφωνα με την προϋπηρεσία του, εξακολουθούσε να δικαιούται τις αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας για το έτος 2014, κατά το οποίο δεν είχε εργασθεί καθόλου. Επομένως, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 6, 3 παρ.1 και 8, 5 παρ.3 του ΑΝ 539/1945, άρθρο 3 Ν. 4558/1930 και άρθρο 3 παρ. 16 Ν. 4504/1966, τις οποίες κατ΄ αποτέλεσμα ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε στα πλαίσια του ενωσιακού δικαίου και κατέληξε σε ορθό διατακτικό, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, που στηρίζει εκ του πράγματος το ορθό διατακτικό.

.Απορρίπτεται ως ουσιαστικός αβάσιμος ο παραπεμθείς στην πλήρη ολομέλεια μοναδικός λόγος αναίρεσης της αναιρεσείουσας.

 

Απόφ...Για να ανοίξετε την απόφαση πατήστε όχι στην παρακάτω φωτογραφία αλλά ακριβώς ΜΕΤΑ από την παρακάτω εικόνα στην φράση που είναι μέσα στο γκρι πλαίσιο με την ένδειξη για να <<διαβάσετε περισσότερα πατήστε εδώ>>

NEO BANNER ΓΙΑ ΔΩΡΕΑΝ ΔΟΚΙΜΑΣΤΙΚΗ ΧΡΗΣΗ ΜΑΡΣΙΤΑ

...

ΕΛΕΝΗ ΜΕ ΠΛΑΓΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ newsletters prev1

legal bank

Newsletter

ΚΑΛΑΘΙ ΑΓΟΡΩΝ

Το καλάθι σας είναι άδειο.