210 9824002 | 6977 000 500 | Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.   |

Αναγκαστική εκτέλεση – Πλειστηριασμός Ακινήτου Επαγγελματικής Μίσθωσης - Ανακοπή Τρίτου κατά της Εκτέλεσης κατ΄άρθρο 936 ΚΠολΔ - Προσβαλλόμενα δικαιώματα. ΝΕΟ

ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ – ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΣ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΜΙΣΘΩΣΗΣ

ΑΝΑΚΟΠΗ ΤΡΙΤΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ

ΚΑΤ΄ΑΡΘΡΟ 936 ΚΠΟΛΔ

Προσβαλλόμενα δικαιώματα

 

Τρίτος έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, αν προσβάλλεται δικαίωμά του επάνω στο αντικείμενο της εκτέλεσης, το οποίο δικαιούται να αντιτάξει σε εκείνον κατά του οποίου έχει στραφεί η εκτέλεση και ιδίως: α) δικαίωμα εμπράγματο, που αποκλείει ή περιορίζει το δικαίωμα εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, β) απαγόρευση διάθεσης που έχει ταχθεί υπέρ αυτού και συνεπάγεται σύμφωνα με το νόμο την ακυρότητα της διάθεσης. Η διάταξη αυτή θέτει ως γενική αρχή ότι, ο τρίτος δικαιούται να επικαλεστεί οποιοδήποτε δικαίωμά του στο αντικείμενο της εκτέλεσης, το οποίο μπορεί όμως να αντιτάξει κατά του καθού η εκτέλεση, συγχρόνως δε καθορίζει ενδεικτικά ορισμένα δικαιώματα που θεμελιώνουν ανακοπή, εις τρόπον ώστε και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα, εφόσον επιδρά στη διαδικασία της εκτέλεσης είναι δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο της ανακοπής.

 

Έννοια τρίτου

Στην έννοια του τρίτου συγκαταλέγεται και αυτός που έχει ενοχικό δικαίωμα (λ.χ. μίσθωσης), εφόσον το δικαίωμα αυτό δεν αποκρούεται με επικρατέστερο δικαίωμα του καθού η εκτέλεση (ΑΠ 639/2014

 

Η άσκηση της ανακοπής του τρίτου δεν υπόκειται ευθέως από το νόμο σε χρονική οριοθέτηση

 

Στην άμεση εκτέλεση, όπου η κύρια διαδικασία εντοπίζεται σε μια πράξη, η ανακοπή του 936 ΚΠΟΛΔ μπορεί, να ασκηθεί κατά το χρονικό διάστημα από την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση στον καθού η εκτέλεση έως και την κύρια διαδικασία.

 Video ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

Στην έμμεση εκτέλεση η ανακοπή ασκείται από την επιβολή της αναγκαστικής κατασχέσεως έως την εγκατάσταση του υπερθεματιστή στην νομή του πλειστηριασθέντος,

 

Από την εγκατάσταση του υπερθεματιστή στην νομή του πλειστηριασθέντος, η προστασία του τρίτου εξασφαλίζεται με την διεκδίκηση του πράγματος, η οποία υπόκειται στην αποκλειστική προθεσμία του άρθρου 1020 ΚΠολΔ (ΑΠ 2154/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

 

ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΠΑΘΗΤΙΚΗ ΟΜΟΔΙΚΙΑ (άρθρ. 76 παρ.1 περ.γ ΚΠολΔ)

Υποχρεωτική κοινή παθητική νομιμοποίηση επισπεύδοντος και καθού η εκτέλεση

Η ανακοπή τρίτου στην αναγκαστική εκτέλεση πρέπει να απευθύνεται, (άρθρο 936 παρ. 2 ΚΠολΔ), τόσο κατά του επισπεύδοντος, όσο και κατά του καθού η εκτέλεση οφειλέτη, μεταξύ των οποίων υπάρχει δεσμός αναγκαίας παθητικής ομοδικίας (άρθρο 76 παρ.1 περ. γ' (ολΑΠ 63/1981, ΑΠ 1697/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)

Αν η ανακοπή ασκήθηκε μετά τον πλειστηριασμό, αλλά πριν την εγκατάσταση του υπερθεματιστή στο πλειστηριασθέν, δεν απαιτείται κατ' ανάγκη να απευθυνθεί και κατά του τελευταίου, υπό την έννοια της υποχρεωτικής κοινής παθητικής νομιμοποιήσεως.

ΑΝΑΙΡΕΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ

Απορριπτόμενοι οι λόγοι Αναιρέσεως

Πρώτος λόγος Αναιρέσεως κατ’ άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 349/2014, ΑΠ 466/2013).

Εν προκειμένω με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχτεί την ένδικη ανακοπή, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 936 ΚΠολΔ, καθόσον η ανακόπτουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη δεν νομιμοποιείτο ενεργητικώς προς άσκηση της ανακοπής, αφού μετά τον πλειστηριασμό του ακινήτου του τρίτου των καθών η ανακοπή Η. Ν., ο οποίος δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, δεν έχει την ιδιότητα του τρίτου κατά την έννοια του άρθρου 936 ΚΠολΔ., ιδιότητα (του τρίτου), την οποία είχε αυτή από την αναγκαστική κατάσχεση μέχρι και τον αναγκαστικό πλειστηριασμό του επίδικου ακινήτου. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής, το οποίο μπορεί να ασκήσει και τρίτος που έχει ενοχικό δικαίωμα, αντιτάξιμο έναντι του καθού η εκτέλεση, όπως στην προκειμένη περίπτωση το δικαίωμα μισθώσεως της ανακόπτουσας στο ακίνητο που αποτελεί το αντικείμενο της εκτέλεσης, όπου μάλιστα, η μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης στο νέο κτήτορα από τον καθού η εκτέλεση οφειλέτη, ανεξαρτήτως αν η μεταβίβαση του μισθίου ακινήτου επέρχεται εκουσίως ή κατόπιν αναγκαστικού πλειστηριασμού, χωρεί εκ του νόμου και χωρίς τις διατυπώσεις των άρθρων 614 και 615 του Α.Κ., εφόσον πρόκειται για μίσθωση που υπάγεται στις διατάξεις του π.δ. 34/1995, στην έμμεση εκτέλεση ασκείται από την επιβολή της αναγκαστικής κατασχέσεως έως την εγκατάσταση του υπερθεματιστή στην νομή του πλειστηριασθέντος. Δεδομένου δε, ότι στην προκειμένη περίπτωση η ανακοπή ασκήθηκε μετά τον πλειστηριασμό, (8-12-2010) αλλά πριν από την αποβολή της ανακόπτουσας και την εγκατάσταση του υπερθεματιστή στο εκπλειστηριασθέν, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τις οποίες κατά τον χρόνο ασκήσεως της ανακοπής της (3.2.2011) δεν είχε λάβει χώρα αποβολή της ανακόπτουσας και εγκατάσταση της υπερθεματίστριας στο μίσθιο, η οποία έλαβε χώρα μεταγενέστερα και συγκεκριμένα στις 18-2-2011, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...18.2.2011 εκθέσεως αποβολής και εγκαταστάσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Α., η ανακόπτουσα νομιμοποιείτο στην άσκηση ανακοπής του άρθρου 936 ΚΠολΔ, έχουσα την ιδιότητα του τρίτου κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης.

Δεύτερος λόγος Αναιρέσεως κατ’ άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). (Ολ. ΑΠ 1/1999)

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ της παραβίασης εκ πλαγίου του ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 138, 574 Α.Κ. και 1 του Π.Δ. 34/1995 με το να απορρίψει με ανύπαρκτες, άλλως ελλιπείς αιτιολογίες, τον ισχυρισμό της περί εικονικότητας της ένδικης συμβάσεως μισθώσεως, διότι, κατά τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο της αιτήσεως της, το Εφετείο, ενώ ανελέγκτως, διαπίστωσε ότι το συμφωνηθέν μίσθωμα της μισθώσεως του ακινήτου που εκπλειστηριάστηκε ήταν πολύ κατώτερο του μισθώματος που κατέβαλαν μισθωτές ομοειδών καταστημάτων, δέχτηκε ότι, η διαπίστωση αυτή δεν ήταν αρκετή για να αχθεί στην κρίση περί κανονικότητας διότι η μισθώτρια με τον όρο 17, του ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης ανέλαβε να αποπερατώσει την κατασκευή του, λόγω του ότι κατά το χρόνο συνάψεως της συμβάσεως, ήταν ημιτελές και βρισκόταν στο στάδιο της επιστρώσεως των πλακιδίων, ώστε να είναι έτοιμος προς χρήση έως 31-5-2006, ουδόλως υπολόγισε σχέση κόστους αποπεράτωσης του επίδικου μισθίου και ωφέλειας από τα εκπιπτόμενα μισθώματα, ώστε να προκύψει η ισορροπία ανάμεσα στο πολύ χαμηλότερο μίσθωμα με τα πρόσθετα έξοδα που επωμίσθηκε η πρώτη αναιρεσίβλητη μισθώτρια. Και τούτο διότι η αιτιολογία απόρριψης του ισχυρισμού της καθής η ανακοπή αναιρεσείουσας περί εικονικότητας ήταν ελλιπής, καθόσον το μίσθωμα δεν ήταν απλώς κατώτερο, αλλά πολύ κατώτερο του αντίστοιχου ομοειδών καταστημάτων, όπως έκρινε η αναιρεσιβαλλόμενη και τα έξοδα αποπεράτωσης αντίστοιχα, ως εκ τούτου θα πρέπει να είναι πολύ υψηλά, ενώ ακόμη η αναιρεσιβαλλόμενη ουδόλως προσδιορίζει ποια είναι αυτά τα έξοδα που δικαιολογούν το πολύ κατώτερο μίσθωμα, λαμβανομένου υπ' όψιν ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, οι κατασκευές τέτοιων καταστημάτων είναι εξαιρετικά πρόχειρες και οικονομικές και το στάδιο επίστρωσης των πλακιδίων, ανήκει στο τελικό στάδιο κατασκευής, οπότε το κόστος αποπεράτωσης είναι ασήμαντο. Πλήν όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού οι φερόμενες ως ελλείψεις δεν συνιστούν τέτοιες, δεδομένου ότι τα επικαλούμενα ως ελλείποντα στοιχεία δεν ήταν αναγκαία για την κρίση του Εφετείου περί μη εικονικότητας της μισθώσεως, αλλά ανάγονται στην εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται αναιρετικώς και ειδικότερα στην πληρέστερη κατά την άποψη την άποψη της αναιρεσείουσας ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και την επιχειρηματολογία της περί εικονικότητας της συμβάσεως μισθώσεως, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις δεν συγκροτούν τον προβλεπόμενο κατά τη σχετική διάταξη λόγο ελλείψεως νομίμου βάσεως ενώ στην ουσία με το λόγο αυτό και κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτος περί τα πράγματα κρίση του δικάσαντος Δικαστηρίου. Πέραν τούτου ο λόγος αυτός τυγχάνει και αβάσιμος καθόσον η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με πλήρη, σαφή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία έχει υπαγάγει τα πραγματικά περιστατικά που κάνει ανελέγκτως δεκτά στον προσήκοντα κανόνα δικαίου απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί εικονικότητας της ένδικης συμβάσεως μισθώσεως δεχόμενη ότι η ανακόπτουσα, (πρώτη αναιρεσίβλητη) άσκησε στο επίδικο μίσθιο πραγματική επιχειρηματική δραστηριότητα, (καφετέρια), ότι το ύψος του μηνιαίου μισθώματος συμφωνηθέν στο ποσόν των 500 ευρώ, ναι μεν είναι κατώτερο του καταβαλλομένου μισθώματος από μισθωτές ομοειδών ακινήτων της περιοχής, πλην όμως συμφωνήθηκε στο ύψος αυτό διότι η πρώτη αναιρεσίβλητη σύμφωνα με τον όρο 17 του ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως, ανέλαβε την υποχρέωση να αποπερατώσει την κατασκευή του μισθίου ακινήτου, το οποίο κατά το χρόνο συνάψεως της ένδικης συμβάσεως μισθώσεως, ήταν ημιτελές, (στάδιο της επιστρώσεως των πλακιδίων), ώστε να είναι έτοιμο προς χρήση έως την 31-5-2016, και ότι η διακοπή της χρήσεως του μισθίου (το έτος 2010 λόγω σφραγίσεώς του από το Δήμο Αρτέμιδας συνεπεία παραβάσεων σχετικά με τη χρήση μουσικής) δεν αποτελεί λόγο αυτοδίκαιης λύσης της συμβάσεως μισθώσεως ,και ότι ζήτημα εικονικότητας δεν μπορεί να γεννηθεί απλώς και μόνον από τη συγγενική σχέση που συνέδεε τον εκμισθωτή και το νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας μας (πατέρας- γιος).

 

Απόφ. ΑΠ.....

NEO BANNER ΓΙΑ ΔΩΡΕΑΝ ΔΟΚΙΜΑΣΤΙΚΗ ΧΡΗΣΗ ΜΑΡΣΙΤΑ

...

ΕΛΕΝΗ ΜΕ ΠΛΑΓΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ newsletters prev1

legal bank

Newsletter

ΚΑΛΑΘΙ ΑΓΟΡΩΝ

Το καλάθι σας είναι άδειο.